Αίρεση και Εκκλησία

485652-kyriaki orthodoxias

Απόστολου Σαραντίδη

 

Αίρεση γενικά αποκαλείται το θεολογικό σύστημα το οποίο έχει απορριφθεί από την Εκκλησία διότι σφάλει ως προς την αλήθεια η οποία είτε αποτελεί εμπειρική βίωση και όραση του Θείου ή συνήθως διατυπώνεται με σαφήνεια από Οικουμενική Σύνοδο. Ως αίρεση νοείται η ανατροπή της πίστεως, η εκτροπή από την αποκαλυφθείσα αλήθεια, η αστοχία περί την αλήθεια, το ναυάγιο περί την πίστη, ψευδοδιδασκαλία, ψευδοπροφητεία, εκφυλισμός του εκκλησιαστικού γεγονότος, βλασφημία, ενώ κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στην αίρεση «η διαφορά φαίνεται παρευθύς και αμέσως περί την της εις Θεόν πίστεως». Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η αίρεση αποτελεί εναντίωση στο Ευαγγέλιο και στην «υγιαίνουσα διδασκαλία», «καινοτομία περί την πίστην» η οποία τραυματίζει την εκκλησιαστική συνοχή. Όλες, μα όλες οι αιρέσεις που παρουσιάστηκαν στην ιστορία της Εκκλησίας  στο κοινό χριστιανικό πλαίσιο κινούνταν πάντοτε μέσα στον θρησκειοποιημένο ατομοκεντρικό χώρο της θρησκείας.

Θα πρέπει όμως να τονιστεί πως η αίρεση διαφέρει από το σχίσμα. Το σχίσμα έχει να κάνει με διοικητική – νομολογιακή διαφορά και δεν είναι απαραίτητο ένας σχισματικός να είναι κατ’ ανάγκη και αιρετικός αλλά μπορεί και να είναι. Βέβαια στον χώρο της παρανόησης, εσφαλμένα ένας αιρετικός συχνά μπορεί να αποκαλείται σχισματικός ή και αντίστροφα.

Κατόπιν ομολογίας Αγίων Πατέρων δι’ Αγίου Πνεύματος, η αίρεση αποτελεί σε τελική ανάλυση βλασφημία είτε κατά της Αγίας Τριάδος είτε μεμονωμένα κατά των Υποστάσεών της και για τον λόγο αυτό η κριτική που της γίνεται είναι αυστηρότατη σε σημείο να παρεξηγείται από κατά καιρούς αδαείς περί των εκκλησιαστικών ζητημάτων. Είναι περίπου σαν να βγαίνει κάποιος δημόσια ή ιδιωτικά και να αρχίζει να λέει: «… τον Χριστό σου, … την Παναγία σου κλπ.» Σχηματικά, είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι βλασφημία κατά του Θείου και φυσικά ουδεμία «πνευματική» επικοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει με αυτόν έως ότου συνέλθει και μετανοήσει. Με μια σημαντική επισήμανση όμως η οποία παραπέμπει στο παράδειγμα του ιερού Αυγουστίνου. Ο αιρετικός που δεν έχει επίγνωση του τι πράττει ή δεν του έχει υποδειχθεί το λάθος, δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζεται με την ίδια αυστηρότητα. Για παράδειγμα, τα εκατομμύρια «πιστών» όλων των αποχρώσεων ακόμη και μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Η πλειοψηφία αυτών αδιάφορη και «χλιαρή». Ούτε που αντιλαμβάνονται τι γίνεται και τι τους «ξημερώνει». Για τον συνειδητοποιημένο αιρετικό και πνευματικά επικίνδυνο, ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «αρετικν νθρωπον μετ μίαν κα δευτέρανουθεσίαν παραιτο», διότι τον έχει ως υποχείριό του ο Διάβολος και τον οδηγεί γραμμή προς τον πνευματικό θάνατο φορώντας του πνευματικά παραμορφωτικά γυαλιά για να κοιτάζει άλλον Χριστό. Το τραγικό είναι ότι δεν βλέπει. Απλά κοιτάζει. Μόνο η προσευχή χωρεί για αυτόν με μεγάλη αγάπη. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η Θεία Χάρις κατά τη συνείδησή του.

Εκκλησιαστικά δεν υπάρχει μεγάλη και μικρή αίρεση. Κάθε απόκλιση από την αλήθεια, κάθε προσπάθεια νόθευσης του διάφανου κρυστάλλου της Εκκλησίας, κάθε εκτροπή και εκφυλισμός που διαστρέφει και Πατριάρχης ακόμη, αποτελεί πληγή για τα μέλη της η οποία «αιμορραγεί και μολύνει» τον νου και την ψυχή και είναι καταδικαστέα. Οδηγεί δηλαδή απευθείας και ύπουλα προς τον πνευματικό θάνατο. Και το δραματικό είναι πως αυτό πολύ δύσκολα γίνεται αντιληπτό. Κάποτε ο Διάβολος μέσω κάποιων κακόβουλων πήγε να πειράξει έναν σεβάσμιο γέροντα στο Άγιο Όρος, κατά τη συνήθη τακτική του εκεί, με σκοπό να τον οδηγήσει στην οίηση και τον ξιπασμό κι εκείνος τους αντιμετώπιζε με άκρα ταπείνωση: «Είσαι κλέφτης – Είμαι. Είσαι ψεύτης – Είμαι. Είσαι λαίμαργος – Είμαι. Είσαι πόρνος – Είμαι. Είσαι αιρετικός – Όχι, δεν είμαι». Στο ερώτημα του υποτακτικού του γιατί στο τελευταίο απάντησε έτσι, του είπε πως σε όλα τα υπόλοιπα αμαρτήματα θα μπορούσε να βάλει μετάνοια και να σωθεί, με την αίρεση όμως είναι χαμένος «από χέρι». Τόσο μεγάλη σημασία δίνουν οι Πατέρες στο πρόβλημα αυτό αρκεί να τίθεται με προσοχή στις πραγματικές του προοπτικές και διαστάσεις και πάντοτε υπό τους κόλπους της Εκκλησίας. Ο αιρετικός πιστεύει σε αλλοτριωμένο, άρα άλλον Θεό – είδωλο δηλαδή είναι κατά βάση ειδωλολάτρης.

Για να μιλήσουμε «έξω απ’ τα δόντια», με κομπογιαννίτες αιρετικούς «ιατρούς» και λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία δεν σώζεται ο πάσχων πτωτικός άνθρωπος, τόσο κατά σάρκα όσο και κατά πνεύμα. Αυτό είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό και επιπρόσθετα η μη εκκλησιαστική σύμπραξη με αιρετικούς γίνεται μόνο από αγάπη, προς νουθεσία δική τους και προστασία ημών. Οι ιεροί κανόνες απαγορεύουν τη συμπροσευχή και τη συλλειτουργία σε αιρετικό περιβάλλον. Σε καμία όμως περίπτωση αυτό δεν έχει να κάνει με την ιερότητα του ανθρώπου όποιος κι αν είναι ό,τι κι αν έχει πράξει αυτός καθ’ αυτός αλλά με την αίρεση που μεταφέρει. Ο άνθρωπος ως μοναδική εικόνα Θεού, τιμάται από την Εκκλησία σε όλες του τις διαστάσεις.

Ο Α.Κ.Σαραντίδης είναι δάσκαλος στην Καβάλα και πολιτικός επιστήμων

ΠΗΓΗ.ΣΑΛΠΙΣΜΑ ΖΩΗΣ

Η ορθόδοξη πίστη και η «νέα πίστη» ήγουν απιστία των οικουμενισ τών!

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Αποτέλεσμα εικόνας για όρθόδοξη πίστη
 
«Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει 
 
τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. 18, 8)

Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀσπίδα μας (Ἐφ. 6, 16), εἶναι ἡ βασικὴ προϋπόθεση καὶ ἡ μία ὁδὸς τῆς σωτηρίας μας. Διότι ὅπως λέει ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του: «καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται… δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας·… λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ ᾿Αβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην». Ἡ θεμελιακὴ σημασία της φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους πρὶν τοὺς θεραπεύσει ἂν πιστεύουν. Ἀκολούθως ἡ πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς συνειδητῆς ὑπακοῆς, συμπόρευσης καὶ συνεργείας τοῦ ἀνθρώπου στὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς μόνον Θεό, τὶς ἐντολές Του ὡς ἀπαράβατες προϋποθέσεις σωτηρίας, Τὸν ἐπικαλεῖται καὶ Τὸν ἀκολουθεῖ ἀνεξαρτήτως κόστους ἢ ἐπιπτώσεων.

Μὲ τὴν πίστη ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ διακρίνει τὸν πραγματικὸ σκοπό της· μὲ τὴν πίστη ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος τὶς πλᾶνες καὶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά τους. Λέγοντας πίστη δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἀποδοχὴ κάποιων θρησκευτικῶν καὶ ἠθικῶν ἀληθειῶν ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὴ σάρκωση, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση του Κυρίου. Οἱ Ἅγιοι, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε καὶ καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό, ὄχι μόνο πιστεύοντας σ’ Αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του καὶ θυσιάζοντας μὲ χαρὰ ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιππ. 1, 21). Πίστη καὶ τήρηση τῶν Ἐντολῶν, εἶναι ἀλληλοπεριχωρούμενα πράγματα. Ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν αὐξάνει τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη εἶναι βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς θελήσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ τηρήσει τὶς θεῖες Ἐντολὲς καὶ μέσῳ τῶν Ἐντολῶν νὰ ἔχει, κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, μέσα του τὸν Θεῖο Λόγο «ταῖς Ἐντολαῖς σωματούμενον». Ἄνευ τῆς τήρησης τῶν Ἐντολῶν Του ἡ πίστη μας εἶναι νεκρή (Ἰακ. 2, 20). Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «ἡ πίστη τελειοῦται, ὅταν τηροῦμε μὲ εὐσέβεια τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ καὶ πράττουμε τὶς Ἐντολὲς Αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἀνακαίνισε» (Ἔκθεσις ἀκριβής, 4,1).

Καὶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ὑπόμνημα εἰς τὰς Ἐπιστολάς) γράφει: «Μέγα μὲν ἡ πίστις… ἀλλ’ οὐκ ἀρκεῖ καθ’ ἑαυτήν…, ἀλλὰ δεῖ καὶ πολιτείας ὀρθῆς… Ὥστε διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος… παραινεῖ λέγων· Σπουδάσωμεν εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν ἐκείνην· σπουδάσωμεν, φησίν, ὡς οὐκ ἀρκούσης τῆς πίστεως, ἀλλ’ ὀφείλοντος προτεθῆναι καὶ τοῦ βίου, καὶ πολλὴν τὴν σπουδὴν γίνεσθαι. Δεῖ γὰρ ὄντως καὶ πολλῆς σπουδῆς ὥστε εἰσελθεῖν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὁ προφητάναξ Δαυίδ μᾶς δίδαξε, ὅτι ἡ πίστη εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ «ἐπίστευσα διὸ ἐλάλησα» (115, 10) καὶ ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν Του μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ντροπὴ ἀπέναντι στὸν Θεὸ «τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς Ἐντολάς σου» (118, 8).

Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ οἱ Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν δικανικὸ χαρακτῆρα, ὅπως στὸν Παπισμό, ἀλλὰ λειτουργοῦν ὡς ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες, ποὺ κρατοῦν τὸν ἄνθρωπο μακρυὰ ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς Ἐντολές Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος τὶς τηρεῖ ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Θεό. Φυλάττοντας ὁ ἄνθρωπος τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ λόγῳ πίστεως, φυλάει τὸν ἑαυτό του. «φύλαττε τὰς Ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, μᾶλλον δὲ σεαυτὸν διὰ τῶν Ἐντολῶν φύλαττε» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ἠθικά, 2, 7, 277).

Ἀκόμα, πιστεύοντας στὸν ἐνανθρωπίσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάττοντας τὶς ἐντολές του, γινόμαστε ὑπερασπιστὲς τῆς Ἀλήθειας. Τότε μόνο ἡ ζωή μας ἀληθεύει ἐν Χριστῷ. Ὁ ἀείμνηστος Ἰ. Κορναράκης ἔγραψε σὲ μία ἐπιστολή του: «Τὸ βασικὸ πρόβλημα τῆς ὑπάρξέως μας εἶναι σὲ ποιό μέτρο ἀληθεύει ἡ ζωή μας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὁ Χριστός, ἡ κατ’ ἐξοχήν ἀνυπέρβατη ἀλήθεια, μᾶς ὑποχρεώνει, ἐφ’ ὅσον θέλουμε «ὀπίσω αὐτῆς περιπατεῖν», νὰ ἀληθεύουμε ἐν παντί. Ὅταν δὲν τὸ κάνουμε, «παίζουμε ἐν οὐ παικτοῖς», στὸ τραπέζι τῶν εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν».

Ὡς ἐκ τούτου ἡ τήρηση αὐτὴ τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτομάτως τῆς πίστεως σημαίνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕναν συνεχὴ πόλεμο, μία ἀδιάκοπη μάχη μὲ τὰ πάθη του καὶ μὲ τὸν Διάβολο, ποὺ θέλει νὰ μᾶς σπρώξει, μὲ ἢ χωρὶς τὴν θέλησή μας, στὴν μὴ τήρηση –καὶ ἀκόμα χειρότερα– στὴν κατάργηση τῶν ἐντολῶν αὐτῶν: «Διότι δὲν πράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς θέλω, ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μισῶ… Τώρα δὲ δὲν πράττω ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ ἐξουσιάζει. Διότι δὲν πράττω τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τὸ κακόν, ποὺ δὲν θέλω, αὐτό πράττω» (Ρωμ. 7, 15- 19).

Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο μᾶς σώζει μόνο ἡ ταπείνωση, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καὶ ἡ πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πιστεύοντας ὁμολογεῖ τότε τὴν ἀδυναμία του «ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» γιὰ νὰ σωθεῖ διὰ τῆς πίστεως. Ἀντιθέτως ἂν δὲν κατέχουμε τὰ παραπάνω καὶ πιστεύουμε περισσότερο στὶς δυνατότητές μας ἀπ’ ὅ,τι στὸν Θεό, τότε ἡ πίστη μας νοσεῖ (Ἰσσὰκ ὁ Σύρος, Λόγος 12, 16), καταλήγει σὲ ἀπιστία καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναίρεση τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν κατάργησή τους.

Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται πιὰ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀλλὰ στὸν κατήφορο τῆς ἀπωλείας. Βυθίζεται ὅπως ὁ Πέτρος στὴν θάλασσα τῆς ἀπιστίας του (Ματθ. 14, 28) καὶ ἀντὶ νὰ συνεργεῖ, ἀντιμάχεται τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πολλὲς εἶναι οἱ αἰτίες ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουν, παρερμηνεύουν, διαστρέφουν τὶς θεῖες Ἐντολὲς καί, βέβαια, τὴν παραδοθεῖσα Πίστη, καὶ δημιουργοῦν -σὲ ἀντικατάσταση αὐτῶν τῶν Ἐντολῶν- ἄλλες διαφοροποιημένες ἢ καὶ ἀντίθετες ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός. Δηλαδὴ δημιουργοῦν τὶς αἱρέσεις. Βασικὲς αἰτίες εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ παραθεώρηση, ἡ ἄρνηση τῶν Ἐντολῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος συνειδησιακά γνωρίζει τὴν πτώση του καὶ ποιόν ἀρνεῖται, δημιουργεῖ μὲ τὴν αἵρεση, μία «νέα πίστη», προσαρμοσμένη στὶς ἐπιθυμίες του, ἑλκυστικὴ στὴν ἐπιφάνεια μὰ σάπια στὴν οὐσία της, διαστρεβλωμένη, ψευδή, καταστροφικὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς συνανθρώπους του.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῶν οἰκουμενιστῶν (ποὺ δυστυχῶς, κοινωνοῦντες μαζί τους, τὴν προσεταιρίζονται, ἢ τὴν προσλαμβάνουν, τὴν ἀποδέχονται καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες καὶ πιστοί). Μία πίστη ποὺ δὲν ὁδηγεῖ στὴν Ζωὴ ἀλλὰ στὸν πνευματικὸ θάνατο. Οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι σὰν τὸν ἐπίσκοπο τῶν Σάρδεων (Ἀποκ. 3, 1) σωματικὰ μὲν ζωντανοί, ἀλλὰ πνευματικὰ νεκροί. Νοσοῦντες τῇ πίστει (δηλ. ἀπιστοῦντες ἀπέναντι στὸν Θεό), δημιούργησαν μία νέα πίστη, τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ Οἰκουμενιστὲς διαστρέφοντας τὴν πίστη, ὁμοιάζουν μὲ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «καθὼς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν θέλησαν νὰ κατέχουν τὴν ἀληθῆ καὶ σοφῆ γνώση περὶ τοῦ Θεοῦ, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνη τὸ ὀρθόν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἐπαίσχυντα. Καὶ ἔτσι γέμισαν καὶ διεποτίσθησαν, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλόνικη διάθεση, δολιότητα καὶ κάθε κακοήθειαν. Ἔγιναν κρυφοὶ κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ των εἰς βάρος τῶν ἄλλων, θρασεῖς συκοφάντες τῶν ἀπόντων, γεμάτοι μῖσος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, φαντασμένοι καὶ κομπαστές, ἐπιδειξιομανεῖς, ἐπινοητὲς κακῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκοοι ἀπέναντι τῶν γονέων· ἄνθρωποι χωρὶς σύνεση, ποὺ χωρὶς ντροπὴ καταπατοῦν τὸν λόγον τους καὶ τὶς συμφωνίες ποὺ ἔχουν κάνει, ἄστοργοι ἀπέναντι τῶν οἰκείων τους, ἀδιάλλακτοι καὶ μνησίκακοι, σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι στὴν ξένη δυστυχία. Αὐτοί, μολονότι γνώρισαν καλὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι διαπράττουν τέτοια πονηρὰ ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου (σημ. ψυχικοῦ), ὄχι μόνον πράττουν αὐτά, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴ πώρωση καὶ κακότητα ἐπιδοκιμάζουν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν» (Ρωμ. 1, 28-32).

Δημιούργησαν ἕνα «νέο σύμβολο τῆς πίστεως» (https://paterikiparadosi.blogspot.de/2017/07/blog-post_71.html) καταργώντας τὸ ἕνα Σύμβολο τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Δημιούργησαν «νέους Κανόνες», καταργώντας τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντάς τους «τείχη τοῦ αἴσχους» (http://aktines.blogspot.de/2016/12/blog-post_851.html).

Δημιούργησαν «νέου τύπου Ἁγίους», ὅπως ὁ Φραγκίσκος τῆς Ἀσίζης (http://www.amen.gr/article/oi-agioi-modestos-kai-fragkiskos-prostates-twn-zwwn), καταργώντας τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως» (http://www.impantokratoros.gr/5B7D31CF.el.aspx).

Δημιούργησαν μία «νέα Ἐκκλησιολογία» (Π.Σ.Ε.) καταργώντας τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Δημιούργησαν μία «νέα θεολογία» (μεταπατερική, βαπτισματική, περὶ διηρημένης Ἐκκλησίας, περὶ πρωτείου, ἐπισκοποκρατία κλπ.), καταργώντας τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων.

Δημιούργησαν μία «νέα εὐσέβεια» (γεροντισμός, ἐκκοσμίκευση, νεοσχολαστικισμός, ὀνοματοκρυπτισμός, κλπ.) καταργώντας τὸ ὀρθόδοξο ἦθος.

Δημιούργησαν ἕναν «νέο Ἐπίσκοπο-Δεσπότη», καταργώντας τὸν Ἐπίσκοπο-Ποιμένα.

Δημιούργησαν ἕνα «νέο συνοδικὸ σύστημα» τῆς ψήφου μόνο τῶν προκαθημένων, τῶν αἱρετικῶν παρατηρητῶν, τῶν μπράβων, τῶν συναυλιῶν, τῶν ἐκλεκτῶν ἐδεσμάτων (Κολυμπάρι), καταργώντας τὸν ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων.

Δημιούργησαν τὶς συζητήσεις τῶν συνεδρίων, τῶν σαλονιῶν καὶ τοῦ ἐκλεκτισμοῦ καταργώντας τὸ κήρυγμα, τὴν κατήχηση καὶ τὸν σεβασμὸ ἀκόμα καὶ στὸν μικρότερο τοῦ ποιμνίου.

Ἐμεῖς καλούμαστε νὰ διαλέξουμε: θὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε ἢ θὰ ἀκολουθήσουμε μιμούμενοι τὸν Παῦλο, ποὺ μᾶς προειδοποίησε καὶ μᾶς δίδαξε: «ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται. σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον…»; Ἂν ἀκολουθήσουμε τὸν Παῦλο, ἴσως κάποτε νὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ«τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα» (Β Τιμ. 4, 3-7).

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗΣ.

 

unnamed (1)

Τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν»

Τὰ ἀπόβραδα, ὅταν οἱ μοναχοί μου ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὶς οἰκοδομές, οἱ κηπουροὶ ἀπὸ τοὺς κήπους καὶ ἄλλοι ἀπὸ ποικίλες μαστοριές, συνάζονται στὸν χῶρο τοῦ ἡγουμενείου. Σ᾽ αὐτὴν τὴν καλογερικὴ σύναξη πάντοτε ἕνας μοναχὸς καλοδιαβαστὴς μᾶς ἀναγινώσκει παλαιὰ καὶ νέα καὶ ἐπίκαιρα ἐκκλησιαστικά. Ἀρκετὲς ἡμέρες σ᾽ αὐτὴν τὴν ἄτυπη σύναξη ἀκροάστηκα τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Κρήτης. Βέβαια ὁ συγγραφέας φαίνεται νὰ μὴν ἔχη διαβάσει ποτὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀγνοεῖ ὅτι ἡ διδαχὴ τοῦ Κυρίου εἶναι ἁπλῆ, κατανοητή, λευκοφορεμένη, χωρὶς πτυχὲς καὶ σκιές. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ποὺ πιστεύουν ὅτι ὅσο πιὸ δύσκολα γράφουν, ὅσο πιὸ δυσνόητα ἀποδίδουν τὴν διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας, τόσο περισσότερο φαίνονται ἀνεβασμένοι πνευματικὰ καὶ πεπαιδευμένοι. Ἔτσι, αὐτὰ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν σύνοδο μᾶλλον τά ἀπηύθυνε σὲ ἐπίπεδο μορφωμένων καὶ ὄχι στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.

 

Τὸ ἄλγος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ γι᾽ αὐτὴν τὴν σύνοδο εἶναι ἀνίατο, γιατὶ δὲν κατάλαβε ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός της. Νὰ καταπολεμήση κάποια αἵρεση ποὺ μᾶς μαστίζει ἢ νὰ μᾶς ρίξη στὴν κοιλάδα τῆς γυναικὸς τοῦ Λώτ; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀνοίξω δυό-τρία παραθύρια, ἂν καὶ ἀπὸ τὰ παραθύρια ἄκουσα ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ τραγουδήσω· μᾶλλον κοπετὸν θὰ ποιήσω.

 

Παρακινεῖ ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος τὴν συμμετοχὴ τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο ποὺ καταχρηστικὰ λέγεται Ἐκκλησιῶν. Αὐτὸ τὸ Συμβούλιο τῶν «Ἐκκλησιῶν» τὸ γνώρισα ἀπὸ μικρὸ παιδί. Ἔστελνε τρόφιμα στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα. Ἔστελνε μία φασολάδα κομμένη στὴν μέση, ἴσως ὁ προορισμός της δὲν ἦταν γιὰ ἀνθρώπους, κι ἕνα κίτρινο ὀλλανδικὸ τυρί. Τρώγωντάς τα αὐτὰ τὰ παιδιὰ στὴν τράπεζα τῆς Σχολῆς, γέμιζε ἡ ψυχή τους ἀγωνία νὰ προλάβουν. Κι ἐμεῖς ποὺ προτιμούσαμε νὰ μείνουμε νηστικοί, παρὰ νὰ τὰ γευθοῦμε, ἐμπαικτικὰ τοὺς λέγαμε: «Γρήγορα, ριβέρνεις-δὲν ριβέρνεις». Κι ὅταν εὕρισκε πληρωμένο τὸ ἀναγκαῖο, ἀπ᾽ τὸ παράθυρο πηδοῦσε στὸ κτῆμα τοῦ Σώστη, γιὰ νὰ μὴν ἀποδοκιμαστῆ. Δυστυχῶς, ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία ποτὲ δὲν μπόρεσαν νὰ φανοῦν ἀρωγοὶ στὰ εὐαγῆ αὐτὰ ἱδρύματα καὶ περίμεναν νὰ λειτουργήσουν μὲ τὰ θαυμάσια αὐτὰ προϊόντα τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν»!

 

Κάπου ἐκεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ ᾽60 ἔγινε ἕνα τέτοιο συμβούλιο στὸ νησὶ τῆς Ρόδου. Εἰδικὸ καράβι μετέφερε τοὺς συνέδρους στὴν Ρόδο. Μέσα στὸ καράβι λειτούργησαν καὶ οἱ ὀρθόδοξοι καὶ ὅλες οἱ ἀποχρώσεις τοῦ προτεσταντισμοῦ. Συμμετεῖχε καὶ ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Παναγιώτης Τρεμπέλας. Οἱ προτεστάντες, μόλις τελείωσε ἡ λειτουργία τους, ὅ,τι ἀπέμεινε στὸ σκεῦος ποὺ λειτούργησαν, ἀνοίξανε τὸ φινιστρίνι τοῦ καραβιοῦ καὶ τὸ πέταξαν στὴν θάλασσα! Καὶ εἶπε τότε ὁ κυρ-Παναγιώτης ὁ θεολόγος: «Ἀγενὴς ἡ πρᾶξις. Καὶ σ᾽ ἕνα ξένο σπίτι νὰ πάω, ἂν μείνη κάτι στὸ ποτήρι ποὺ μὲ κέρασαν, δὲν θ᾽ ἀνοίξω τὸ παράθυρο νὰ τὸ πετάξω ἔξω».

 

Στὴν Ρόδο, σὲ μιὰ συνεδρία, μίλησε ἕνας προτεστάντης ἕνα ὁλόκληρο ἀπόγευμα. Ὅλοι θαύμασαν τὴν παιδεία του. Τὸ βράδυ ἔφαγαν ὅλοι στὸ ἑστιατόριο τοῦ ξενοδοχείου. Μετὰ τὸ φαγητὸ ἀνέβηκαν στὰ δωμάτια. Ὁ γερο-Ἰσίδωρος ὁ Καλύμνου ἀργοπόρησε καὶ ἀνέβηκε σιγά-σιγὰ νὰ βρῆ τὸ δωμάτιό του. Καταλάθος ἀνοίγει τὴν πόρτα ἄλλου δωματίου καὶ βλέπει τὸν σπουδαῖο λαλήσαντα προτεστάντη ἐπιβήτορα. Ἥρεμα τοῦ λέγει: «Excuse me». Ἔκλεισε τὴν πόρτα ὁ γερο-Ἰσίδωρος καὶ ὅλη νύχτα σκεπτότανε: «Τί θέλουμε ἐμεῖς μ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Αὐτοὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀρειανοί, δὲν πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Εἶναι ἀντιτριαδίτες, ἀρνοῦνται τὴν Ἁγία Τριάδα».

 

Ἂς μᾶς ἔλεγε αὐτὴ ἡ σύνοδος τὶ ὠφέλεια ἔχουμε νὰ συνδιαλεγώμαστε μ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουν καλύτερη παιδεία ἀπὸ μᾶς καὶ ἂν θέλουν νὰ μάθουν τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοὺς εἶναι πάρα πολὺ εὔκολο. Ποιός λόγος συντρέχει νὰ παρευρισκώμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι στὰ συνέδρια τῶν ἀρειανῶν καὶ ἀντιτριαδιτῶν; Τί ἀποκομίσαμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ συνέδρια; Καὶ αὐτοὶ τί ὠφελήθηκαν ἀπὸ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους καὶ πόσοι ἔγιναν ὀρθόδοξοι ἀπὸ αὐτούς;

 

Τὰ λόγια μας καὶ τὶς κουβέντες μας τὶς ξέρουνε πολὺ καλά. Μήπως πήγαμε ἐκεῖ μὲ παρουσία ἀσκητική; Ἢ παρευρεθήκαμε μὲ παρουσία μαρτυρική; Πιστεύω ὄχι, γιατὶ οἱ σύνεδροι πηγαίνουν γιὰ ἐπίδειξη γνώσεων καὶ ἀναβάθμιση τῆς προσωπικότητάς τους στὸν κόσμο. Τὶ μεγάλο κακὸ κάνουμε! Νὰ σπρώχνουμε τὶς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σὲ συνέδρια ἀντιχρίστων καὶ ἀντιθέων. Τὰ συνέδρια αὐτὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ τὰ ἀποκαλέσω τὴν πηγάδα τοῦ Μελιγαλᾶ, ὅπου ἔρριξαν οἱ τότε κρατοῦντες ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους μέσα, χωρὶς καμμία ἐλπίδα σωτηρίας. Σ᾽ αὐτὴν τὴν πηγάδα τὴν ὀνομαστὴ καὶ χαρακτηριστικὴ θέλει νὰ μᾶς ρίξη ἐπίσημα καὶ ἡ Ἐκκλησία μας;

 

Ἐπιτέλους, ἔχουμε δικά μας ἀμπελοχώραφα νὰ καλλιεργήσουμε. Δὲν χρειάζονται ἐπεκτάσεις. Ἂς δοῦμε καὶ ἂς κλάψουμε τὴν κατάσταση τῆς Ἑλλαδίτσας σήμερα καὶ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά. «Γενοῦ ἵλεως, Κύριε.» Τὸ πάπλωμά μας πιὰ δὲν φτάνει νὰ μᾶς σκεπάση. Τό ᾽φαγε ὁ σκόρος τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῆς ἀνηθικότητας, καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζιζανίων ποὺ περιτρέχουν τὴν ἑλλαδικὴ ἐπικράτεια. Διαβάστε τὶ θὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα καὶ ἐπιτέλους ἐξεγερθῆτε καὶ ἀφῆστε τὰ παγκόσμια συμβούλια, στὰ ὁποῖα βασιλεύουν τὰ δαιμόνια ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὰς ἐρήμους. Πάψανε νὰ κάνουνε συνάξεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ἐπισκοπεῖ ἄνθρωπος, γιατὶ βρήκανε πιὸ καλὰ καὶ πιὸ ἀποδοτικὰ τὸ συνέδριο τοῦ παγκοσμίου συμβουλίου τῶν λεγομένων ἐκκλησιῶν. «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» ὁμολογοῦμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεως, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κρατοῦντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πιστεύουν καὶ σὲ ἄλλες «ἐκκλησίες», ποὺ ἔφτιαξαν ἄνθρωποι πονηροὶ καὶ γόητες. «Ἐλεῆμον, ἐλέησον ἡμᾶς.»

 

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Εκπροσωπούν αλλά δεν ευπροσωπούν.

 

Λυκούργος Νάνης, ιατρός

Θλιβερά «ξυνωρίς»! Οι δύο εκκλησιαστικοί αυτοί άρχοντες εκπροσωπούν δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. «Ευπροσωπούν» όμως; Ιδού το ερώτημα!

Φυσικά και δεν ευπροσωπούν.

Και ο μεν πρωτουργός, μετά του «στιβαρού βραχίονος» για να μην ξεχνιόμαστε, της προετοιμασίας, της συγκλήσεως και των αποφάσεων της ψευδο-συνόδου του Κολυμπαρίου, εδώ και πολλά έτη έχει στιγματισθεί ανεξίτηλα στη συνείδηση του πιστού λαού με το στίγμα του αρχιεργάτη της προδοσίας της πατρώας πίστεως. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όμως, ούτε πρωτοστάτησε στην προετοιμασία και σύγκληση της εν Κρήτη «συνάξεως προκαθημένων» ούτε είχε ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση των επαισχύντων τελικών κειμένων-αποφάσεών της. Βαρύνεται, όμως, με το ΜΕΓΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟ της αθετήσεως των αποφασισθέντων υπό του σώματος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Μάιο του παρελθόντος έτους εν όψει της συγκλήσεως της ληστρικής μαζώξεως στην «ορθόδοξη» Ακαδημία Κρήτης.

Ήρκεσαν, καθώς φαίνεται, οι αήθεις και καταθλιπτικές πιέσεις των διαφόρων βραχιόνων του οικουμενισμού, των δυνάμει των Θείων και Ιερών Κανόνων καθαιρετέων αυτουργών της μειοδοσίας του πατρώου Δόγματος, ούτως ώστε οι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος να «συρθούν» στην υπογραφή επαισχύντων και προδοτικών κειμένων ταυτίζοντας, εν προκειμένω, την πρακτική τους με αυτή των υποδίκων ενώπιον της αδιαφθόρου πανορθοδόξου συνειδήσεως «ορθοδόξων» «ποιμενων»…

Γιατί, Μακαριώτατε, μεταβάλλατε γραμμή πλεύσεως; Γιατί δεν εμμείνατε στην τήρηση των υπό της Ιεραρχίας αποφασισθέντων; Η υπό την ηγεσία σας αντιπροσωπεία ήταν ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟΣ της συνόδου της Ιεραρχίας, ΝΑΙ Ή ΟΥ; Πώς ανέχθηκε η συνείδησή σας, όχι μόνο η δική σας αλλά και των υπολοίπων ιεραρχών που αφρόνως έθεσαν τις υπογραφές τους κάτωθεν των θλιβερών κειμένων, να φέρεται η Εκκλησία της Ελλάδος ως συνευδοκούσα τοις πράσσουσιν οικουμενισταίς; Δεν ανατρέπεται ΑΡΔΗΝ η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία διά των επιμάχων κειμένων; Δεν δημιουργήθηκε σκάνδαλο; Δεν πυροδοτήθηκαν αποτειχίσεις; Δεν διευρύνθηκε το ψυχικό χάσμα μεταξύ ποιμνίου και ποιμένων;

Πιθανώς να ισχυρισθείτε ότι ό,τι πράξατε, σεις και οι έτεροι υπογράψαντες επίσκοποι, το πράξατε προκειμένου να διασωθεί η περιλάλητη «πανορθόδοξη ενότητα»! Από πότε, όμως, η οιαδήποτε σκοπιμότητα υπέρκειται της Ορθοδόξου αληθείας; Τι στρεβλή, αντι-γραφική, αντι-πατερική, αντι-κανονική, αφύσικη και παράλογη συλλογιστική είναι αυτή;

Επιπροσθέτως, επειδή «σας κούνησαν το δάχτυλο» απειλητικά ο «δεσπότης και αυθέντης» του εσβεσμένου Φαναρίου και ο έτερος βραχίων («άξιος» διάδοχός του στη διαστρέβλωση του Τριαδικού Δόγματος προκειμένου να θεμελιωθεί παπικών προδιαγραφών πρωτείο στο Βόσπορο τυγχάνει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Προύσσης Ελπιδοφόρος…) σεις υποκύψατε; Αυτό είναι το αδούλωτο φρόνημα που πρέπει να χαρακτηρίζει τον επίσκοπο; Αυτή είναι η παρακαταθήκη που κατέλιπαν οι άγιοι απόστολοι και οι προκάτοχοί σας αρχιερείς;

Με την άφρονα και προδοτική σας ενέργεια προδώσατε την Ορθοδοξία, σκανδαλίσατε σε μέγιστο βαθμό το ποίμνιο, πυροδοτήσατε διαιρέσεις και σχίσματα και αμαρτήσατε βαρέως ενώπιον του Θείου Δομήτορος της αγιωτάτης μας Εκκλησίας! Ένα μονάχα απομένει, να μετανοήσετε εμπράκτως αποσύροντας, έστω και τώρα, τις υπογραφές σας από το προδοτικό κείμενο και συντάσσοντας καινούριο, αναιρετικό του πρώτου, που να στοιχεί με την απόφασή σας του περσινού Μαΐου.

Λ.Ν.

Αναρτήθηκε από Σάλπισμα Ζωής

Η δυναμική της θεολογίας του αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας

Η προς Σμυρναίους Επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου

 

 1. Ιγνάτιος Αντιοχείας

Οι πληροφορίες για τον άγιο Ιγνάτιο είναι φτωχές, ενώ αρκετές από τις υπάρχουσες είναι και επισφαλείς. Υποθετική είναι και η χρονολόγηση που αφορά στα περισσότερα βιογραφικά του στοιχεία. Αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα είναι η επισκοπική του διακονία στην Αντιόχεια, η συγγραφή των Επιστολών του και ο μαρτυρικός του θάνατος. Άμεση και ακριβής πηγή πληροφόρησης αποτελούν οι επτά γνήσιες Επιστολές που ο ίδιος συνέταξε δέσμιος, πορευόμενος με συνοδεία Ρωμαίων στρατιωτών από την Αντιόχεια προς τη Ρώμη τον τόπο του μαρτυρίου του. Πρόκειται για τις Επιστολέςπρος Εφεσίους, Μαγνησιείς, Τραλλιανούς και Ρωμαίους, τις οποίες έγραψε στη Σμύρνη ενώ τις προς Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και προς Πολύκαρπον τις συνέταξε στην Τρωάδα. Με τα κείμενα αυτά κατά βάση ευχαριστεί, νουθετεί, διδάσκει και ενδυναμώνει τους αποδέκτες τους. Στην αρχή των Επιστολών του αυτοαποκαλείται «Θεοφόρος», αλλά φαίνεται ότι το ίδιο επίθετο χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους χριστιανούς.

Αρκετές μαρτυρίες για τον άγιο προέρχονται από πολύ μεταγενέστερή του εποχή και μάλλον απηχούν τους ευσεβείς πόθους και τον μεγάλο σεβασμό των χριστιανών προς το πρόσωπο και τη μνήμη του. Τέτοιες είναι οι προερχόμενες από τον 10ο και 14ο αιώνα του Συμεών του Μεταφραστή και του ιστορικού Νικηφόρου Κάλλιστου Ξανθόπουλου οι οποίοι αναφέρουν ότι ο Ιγνάτιος ήταν το παιδί που, σύμφωνα με τις διηγήσεις των ευαγγελιστών, ο Ιησούς έστησε εν μέσω των μαθητών του ως παράδειγμα αθωότητας για την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών.

Ο Ιγνάτιος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος της εκκλησίας της Αντιόχειας μετά τον άγιο Ευόδιο, αλλά δεν είναι βέβαιο αν χειροτονήθηκε από τον απόστολο Πέτρο. Πάντως γνώρισε κάποιους από τους αποστόλους και συναναστράφηκε μαζί τους. Η διακονία του ήταν μακροχρόνια. Ξεκίνησε περί το έτος 70 και έληξε μεταξύ των ετών 115-117 εξαιτίας του μαρτυρικού και βίαιου θανάτου του την εποχή του Τραϊανού, κατασπαρασσόμενος από τα άγρια θηρία της ρωμαϊκής αρένας. Ο διωγμός ξέσπασε περί το έτος 112 στην περιοχή της Μ. Ασίας και Συρίας, όπου έπαρχος ήταν ο Πλίνιος ο νεότερος. Ο άγιος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή όμως θα εκτελούνταν στη Ρώμη, ενώ, τόσο το μαρτύριό του όσο και η διαδικασία της μεταφοράς του εκεί, θα αποτελούσαν αποτρεπτικό παράδειγμα για τη ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού σε εκείνες τις περιοχές. Κατά τη μαρτυρική πορεία του σταθμεύει σε διάφορες πόλεις, όπου γίνεται αντικείμενο θερμής υποδοχής και θαυμασμού από μέρους των τοπικών εκκλησιών.

Πάντως, εκείνο που χρειάζεται να επισημανθεί για την ιστορική και θεολογική ακρίβεια είναι το ότι ο άγιος δε διαδέχεται τον απόστολο Πέτρο στην επισκοπή της Αντιόχειας και ούτε είναι τρίτος στη σειρά επίσκοπός της μετά τον Πέτρο και τον Ευόδιο. Η πάγια πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας είναι να μην αριθμεί ως επισκόπους τους αποστόλους, γιατί αυτοί είναι ιδρυτές και όχι επίσκοποι μίας τοπικής εκκλησίας.

Η μνήμη του αγίου τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 20 Δεκεμβρίου και από τη Ρωμαιοκαθολική την 1η Φεβρουαρίου.

2. Η Επιστολή προς Σμυρναίους

Η Επιστολή γράφεται από την Τρωάδα, όπως ο ίδιος ο Ιγνάτιος μαρτυρεί προς το τέλος της. Αποτελείται από 13 σύντομα κεφάλαια και ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες της επιστολογραφίας της εποχής. Η γλώσσα είναι εύληπτη, παρουσιάζει ελάχιστους λατινισμούς και συνοδοιπορεί με το απλό ύφος. Και τα δύο παραπέμπουν στη σαφήνεια και την απλότητα των καινοδιαθηκικών κειμένων από τα οποία επηρεάζονται αλλά και κατ’ έναν τρόπο ερμηνεύουν. Παράλληλα προδίδουν και τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκαν όλες οι Επιστολές όπως βέβαια και η συγκεκριμένη. Πάντως, μέσα από αυτή την απλότητα και λιτότητα γλώσσας και ύφους, ο ιερός Πατέρας αναπτύσσει με θαυμαστό τρόπο τη δογματική ακρίβεια και τα υψηλά θεολογικά νοήματα.

Ο άγιος όμως δεν περιορίζεται στην επισήμανση του κινδύνου και των συνεπειών των αιρέσεων. Προτείνει τρόπους αντιμετώπισης της αίρεσης, αφού το ποίμνιο μόνο του δεν μπορεί να πολεμήσει την κακοδοξία. Καταφεύγει λοιπόν στον επίσκοπο. Αυτός αποτελεί για τον άγιο το κέντρο αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός του ρόλος συνδέεται άμεσα με το μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και με εκείνο της θείας Ευχαριστίας. Ο παραλληλισμός μάλιστα του επισκόπου προς τον ίδιο τον Ιησού Χριστό οδηγεί τον Ιγνάτιο στο συμπέρασμα ότι όποιος πράττει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει το διάβολο.

Συνιστά, λοιπόν, στα κεφάλαια 8 και 9 της Επιστολής του, όλοι οι πιστοί να ακολουθούν τον επίσκοπο, να τον τιμούν, ώστε να τιμηθούν από τον Θεό, και κανείς να μην πράττει κάτι εκκλησιαστικής φύσεως χωρίς αυτόν ή την έγκρισή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άγιος, θέλοντας να δώσει τη θεολογική και εκκλησιολογική διάσταση του επισκοπικού λειτουργήματος, το συνδέει με το σχήμα της μοναρχίας του Πατρός στη Θεότητα. Όπως η αλήθεια του προσώπου και του έργου του Χριστού λειτουργεί και καταφάσκεται στο πρόσωπο του Θεού Πατρός, ακριβώς, κατ’ ανάλογο τρόπο, και η αλήθεια όλων όσων συμβαίνουν στην Εκκλησία και προπαντός στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας αληθεύουν, εφόσον γίνονται από τον επίσκοπο ή τελούνται με την άδειά του.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργεί η εκκλησιολογική αντίληψη του Ιγνατίου: «Ὅπου Ἂν Φανῇ Ὁ Ἐπίσκοπος, Ἐκεῖ Τὸ Πλῆθος Ἔστω, Ὣσπερ Ὃπου Ἂν ᾞ Χριστός Ἰησοῦς, Ἐκεῖ Καί Ἡ Καθολική Ἐκκλησία». Μάλιστα ο όρος Καθολική Εκκλησία απαντάται εδώ για πρώτη φορά στη χριστιανική γραμματεία. Δηλώνει το οικουμενικό, πλήρες, ενωμένο και αληθινό Σώμα του Χριστού. Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας υπό τον επίσκοπο. Κατά συνέπεια, στη σκέψη του αγίου, Χριστολογία, Εκκλησιολογία και Σωτηριολογία είναι έννοιες απολύτως εναρμονισμένες και αλληλοπεριχωρούμενες.

Ο ρόλος και το πρόσωπο του επισκόπου λειτουργούν, ώστε να εγγυώνται την αλήθεια, την τάξη και την ενότητα μέσα στην Εκκλησία και να αποκλείουν την αταξία και την αναρχία. Η Επιστολή παρέχει επίσης την πληροφόρηση ότι ο επίσκοπος περιβάλλεται από το Πρεσβυτέριο. το οποίο παραβάλλεται προς τους αποστόλους. Η σχέση των αποστόλων με το Χριστό αποτελεί για τον Ιγνάτιο το πρότυπο της σχέσης του επισκόπου με τους πρεσβυτέρους. Ο επίσκοπος δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα. Είναι και αυτός «Σύνδουλος» των άλλων κληρικών και ο «Έσχατος» όλων των πιστών. Οφείλει να είναι «Αξιόθεος», ενώ οι πρεσβύτεροι «Θεοπρεπείς» και οι διάκονοι «Θεοπρεσβευτές». Και τούτο, γιατί η ιεροσύνη είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά μεταξύ των ανθρώπων κι όποιος στρέφεται εναντίον της κατ’ ουσίαν δεν ατιμάζει τον άνθρωπο αλλά τον Θεό και τον Ιησού Χριστό, τον πρωτότοκο και τον μοναδικό εκ φύσεως αρχιερέα του Πατέρα.

Αυτή λοιπόν είναι για τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιγνάτιο η εικόνα του εκκλησιαστικού σώματος. Μία αληθινή ιδανική προσευχόμενη κοινωνία, μία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη έχουν μεταξύ τους μία σχέση ειλικρινούς αγάπης, αμοιβαίας διακονίας και υπακοής με αναφορά στον Κύριο της Δόξας.

[Εισήγηση Στο Γ΄ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο, Σμύρνη, Μάιος 2017]

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

[Συνεχίζεται]

 

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

[

 

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Ο άγιος όμως δεν περιορίζεται στην επισήμανση του κινδύνου και των συνεπειών των αιρέσεων. Προτείνει τρόπους αντιμετώπισης της αίρεσης, αφού το ποίμνιο μόνο του δεν μπορεί να πολεμήσει την κακοδοξία. Καταφεύγει λοιπόν στον επίσκοπο. Αυτός αποτελεί για τον άγιο το κέντρο αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός του ρόλος συνδέεται άμεσα με το μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και με εκείνο της θείας Ευχαριστίας. Ο παραλληλισμός μάλιστα του επισκόπου προς τον ίδιο τον Ιησού Χριστό οδηγεί τον Ιγνάτιο στο συμπέρασμα ότι όποιος πράττει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει το διάβολο.

Συνιστά, λοιπόν, στα κεφάλαια 8 και 9 της Επιστολής του, όλοι οι πιστοί να ακολουθούν τον επίσκοπο, να τον τιμούν, ώστε να τιμηθούν από τον Θεό, και κανείς να μην πράττει κάτι εκκλησιαστικής φύσεως χωρίς αυτόν ή την έγκρισή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άγιος, θέλοντας να δώσει τη θεολογική και εκκλησιολογική διάσταση του επισκοπικού λειτουργήματος, το συνδέει με το σχήμα της μοναρχίας του Πατρός στη Θεότητα. Όπως η αλήθεια του προσώπου και του έργου του Χριστού λειτουργεί και καταφάσκεται στο πρόσωπο του Θεού Πατρός, ακριβώς, κατ’ ανάλογο τρόπο, και η αλήθεια όλων όσων συμβαίνουν στην Εκκλησία και προπαντός στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας αληθεύουν, εφόσον γίνονται από τον επίσκοπο ή τελούνται με την άδειά του.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργεί η εκκλησιολογική αντίληψη του Ιγνατίου: «Ὅπου Ἂν Φανῇ Ὁ Ἐπίσκοπος, Ἐκεῖ Τὸ Πλῆθος Ἔστω, Ὣσπερ Ὃπου Ἂν ᾞ Χριστός Ἰησοῦς, Ἐκεῖ Καί Ἡ Καθολική Ἐκκλησία». Μάλιστα ο όρος Καθολική Εκκλησία απαντάται εδώ για πρώτη φορά στη χριστιανική γραμματεία. Δηλώνει το οικουμενικό, πλήρες, ενωμένο και αληθινό Σώμα του Χριστού. Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας υπό τον επίσκοπο. Κατά συνέπεια, στη σκέψη του αγίου, Χριστολογία, Εκκλησιολογία και Σωτηριολογία είναι έννοιες απολύτως εναρμονισμένες και αλληλοπεριχωρούμενες.

Ο ρόλος και το πρόσωπο του επισκόπου λειτουργούν, ώστε να εγγυώνται την αλήθεια, την τάξη και την ενότητα μέσα στην Εκκλησία και να αποκλείουν την αταξία και την αναρχία. Η Επιστολή παρέχει επίσης την πληροφόρηση ότι ο επίσκοπος περιβάλλεται από το Πρεσβυτέριο. το οποίο παραβάλλεται προς τους αποστόλους. Η σχέση των αποστόλων με το Χριστό αποτελεί για τον Ιγνάτιο το πρότυπο της σχέσης του επισκόπου με τους πρεσβυτέρους. Ο επίσκοπος δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα. Είναι και αυτός «Σύνδουλος» των άλλων κληρικών και ο «Έσχατος» όλων των πιστών. Οφείλει να είναι «Αξιόθεος», ενώ οι πρεσβύτεροι «Θεοπρεπείς» και οι διάκονοι «Θεοπρεσβευτές». Και τούτο, γιατί η ιεροσύνη είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά μεταξύ των ανθρώπων κι όποιος στρέφεται εναντίον της κατ’ ουσίαν δεν ατιμάζει τον άνθρωπο αλλά τον Θεό και τον Ιησού Χριστό, τον πρωτότοκο και τον μοναδικό εκ φύσεως αρχιερέα του Πατέρα.

Αυτή λοιπόν είναι για τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιγνάτιο η εικόνα του εκκλησιαστικού σώματος. Μία αληθινή ιδανική προσευχόμενη κοινωνία, μία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη έχουν μεταξύ τους μία σχέση ειλικρινούς αγάπης, αμοιβαίας διακονίας και υπακοής με αναφορά στον Κύριο της Δόξας.

[Εισήγηση Στο Γ΄ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο, Σμύρνη, Μάιος 2017]

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΕΧΟΜΕΝ ΕΥΘΥΝΗΝ!

 

 ΘΙΥΘΥΤΥΤScreenshot_1

Του ιερομονάχου Χαρίτωνος, Ι.Κ. Αναλήψεως, Καρυαί

 

Άγιοι Καθηγούμενοι και πατέρες, επιθυμούμε να καταθέσουμε με όλον τον σεβασμό μας, προς εσάς που έχετε την πνευματική και την διοικητική ευθύνη του Ιερού ημών Τοπου, με φόβο Θεού και αγάπη αλλά και με ευθύτητα και απλότητα, τον πόνο και την αγωνία μας για την Ορθόδοξη πίστη μας, για το μέλλον του Ιερού ημών Τόπου, όσο και για την σωτηρία των ψυχών μας, η οποία έχει άμεση σχέση με όλα αυτά.

Πιστεύουμε ότι ο Αγιορείτικος Μοναχισμός στις ημέρες μας διέρχεται μία ιδιαίτερη κρίση, όσον αφορά κυρίως στα θέματα της πίστεως και της αγιορειτικής παραδόσεως. Εμείς θα επικεντρώσουμε την προσοχή σας περισσότερον στα θέματα της πίστεως. Όλοι μας ζούμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες μία πνευματική κρίση, η οποία εξελίσσεται όσον ούπω σε μία τραγικότητα. Η σημερινή πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται από την λεγόμενη «Νεα Εποχή» η Παγκοσμιοποίηση (Θρησκευτική, Οικονομική και Πολιτική), επιδιώκει να επιβάλει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα τρεις «θηλιές»:

Α . Μια παγκόσμια κυβέρνηση.

Β . Μια παγκόσμια οικονομία και

Γ . Μια παγκόσμια θρησκεία.

Το Άγιον Όρος έχει μια ιστορία γεμάτη από διαρκείς και ασυμβίβαστους αγώνες για την Ορθόδοξη πίστη, για την αγιότητα και την αρετή. Από τότε και μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος έχουν αλλάξει πολλά. Σήμερα, το Άγιον Όρος διέρχεται μία νέα ιστορική περίοδο παλεύοντας κάτω από τελείως νέες ιστορικές, γεωπολιτικές, πολυπολιτισμικές, οικονομικές συνθήκες, κ.α. Το Άγιον Όρος έρχεται τώρα αντιμέτωπο με την ίδια την πνευματική του υπόσταση, με την ίδια την ταυτότητά του, με την ίδια την ιστορία του. Τι θα πράξει;

Το μέλλον του εξαρτάται άμεσα από το κατά πόσον θα κατορθώσει να διαφυλάξει αυτή την μοναστική ιδιαιτερότητά του μέσα σ’ ένα κόσμο που μεταβάλλεται συνεχώς με μεγάλη ταχύτητα, όταν, μάλιστα, η Νέα Τάξη Πραγμάτων, δια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σαφώς επιδιώκει με οικονομικές και άλλες μεθόδους, να αλλοιώσει και να αλώσει τον χαρακτήρα του ως προπυργίου της Ορθοδόξου Πίστεως και Πνευματικής Ζωής.

Πρωτίστως είναι αδήριτη ανάγκη να διαφυλάξει το Άγιον Όρος την Ορθόδοξη πίστη ανόθευτη από την πιο ύπουλη και πιο υποκριτική αίρεση από όλες τις άλλες αιρέσεις, που έχουν απειλήσει μέχρι σήμερα την Εκκλησία, που είναι ο οικουμενισμός και η πανθρησκεία παράλληλα.

Επίσης, το μέλλον του εξαρτά­ται, από το κατά πόσο θα ημπορέσει το Άγιον Όρος να διαφυλάξει τον ασκητικό του χαρακτήρα μακριά από την εκκοσμίκευση, με την ευρύτερη έννοια. Το μέλλον του εξαρτάται από την ησυχαστική και νηπτική ζωή του. Την αποχή από τον κόσμο και τα του κόσμου. Το κοσμικό φρόνημα.

Το φρόνημα των Αγίων

Στην ιστορία δεν έχουμε ούτε ένα άγιο της Εκκλησίας, που να ήταν αδιάφορος στα θέματα της πίστεως και της Ιεράς παραδόσεως. Σήμερα, μόνον άρχισε να διαφαίνεται στον πνευματικό ορίζοντα μια νέα απειλή, αποτέλεσμα και αυτή του οικουμενισμού, ότι δηλαδή, να νομίζει κάποιος ότι μπορεί να αγιάζεται και να είναι συγχρόνως και αδιάφορος στα θέματα της πίστεως, και να σιωπά ως δήθεν «πολύ διακριτικός»…

Σήμερα, λοιπόν στο Άγιον Όρος παρατηρούμε με πολλή θλίψη, αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο. Παρατηρούμε να υπάρχει μία αδιαφορία η αφωνία και εφησυχασμός στα θέματα της πίστεως, ακόμη δε και ηθελημένη άγνοια (;) Στα Μοναστήρια, πλην σπανίας εξαιρέσεως, δεν γίνεται ενημέρωση προς τούς πατέρες, για την παναίρεση του οικουμενισμού, ώστε να γνωρίζουν τι πρέπει να πράττουν. Μόνο η Ιερά Κοινότης δημοσιεύει κάποια κείμενα, και αυτά μόνον όταν παροξύνονται τα πράγματα, αλλά σε ανεπαίσθητους τόνους. Αυτό μας ανησυχεί πολύ, μας προβληματίζει σοβαρά για το μέλλον του Αγίου Όρους και πολλές φορές, σαν άνθρωποι που είμαστε, μας σκανδαλίζει και μας απελπίζει.

Ο άγιος Γεροντας Παΐσιος, τον οποίον προσφάτως το οικουμενικόν Πατριαρχείον μας έχει αγιοκατατάξει, όσο ζούσε μιλούσε και διαμαρτυρόταν για την παναίρεση του οικουμενισμού και για την εκκοσμίκευση. Το Πατριαρχείον, όμως φαίνεται πως δεν έχει διδαχθεί κάτι από την οσιακή ζωη του και την διδασκαλία του κατά της παναιρέσεως του οικουμενισμού, καθότι συνεχί­ζει όλο και με περισσότερο ζήλο, ου κατά Θεόν, βέβαια, και ου κατ  ἐπίγνωσιν, επίσης των ευθυνών του, έναντι της Εκκλησίας και του ποιμνίου του.

Έχοντας, λοιπόν ο όσιος, αυτήν την καλή ανησυχία μας δι­δάσκει:

«Η ησυχία που επικρατεί [όχι φυσικά η ησυχία των Ησυχαστών αγίων], με ανησυχεί. Δεν έχουμε καταλάβει καλά σε τι χρόνια ζούμε ούτε σκεφτόμαστε ότι θα πεθάνουμε… Η τύχη του κόσμου κρέμεται από τα χέρια μερικών, αλλά ακόμη ο Θεός κρατά φρένο… Έχει πέσει πολλή στάχτη, σαβούρα, αδιαφορία, θέλει πολύ φύσημα, για να φύγη. Οι παλιοί έλεγαν ότι θα έρθει ώρα που θα κλωτσήσουν οι άνθρωποι. Πετάνε τούς φράκτες, δεν υπολογίζουν τίποτε. Είναι φοβερο! Έγινε μία Βαβυλωνία». Και αλλού πάλι έλεγε «Το να αντιδράς για να υπεραπιστής σοβαρά θέματα, που αφορούν την πίστη μας, την ορθοδοξία, αυτό είναι καθήκον σου». Και προς όλους τούς οικουμενιστές – ενωτικούς και φιλενωτικούς έγραφε σε μία επιστολή του, το 1969:

«Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνωρίσει, δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν, διότι δεν τον έχουν αγαπήσειας γνωρίζωμεν ότι δεν υπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, αλλά και πνευματικοί… Επίσης ας γνωρίσωμεν καλά ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας δεν έχει καμμίαν έλλειψιν. Η μόνη έλλειψις, που παρουσιάζεται, είναι η έλλειψις σοβαρών Ιεραρχών και Ποιμένων με πατερικές αρχές. Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί».

Έχοντας λοιπόν και εμείς, ως αγιορείτες μοναχοί, αυτήν την ανησυχία και θέλοντες να είμεθα «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι», σας παρακαλούμε να δείξετε την πατρική σας κατανόηση και να εγκύψετε με αγάπη και όχι ως εξουσίαν έχοντες, σε ο,τι θα σας θέσουμε, ως θέματα προβληματισμού και πνευματικής αφυπνίσεως για όλους μας. Οι προσκυνητές οι οποίοι έρχονται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο, στο Άγιο Όρος διαπιστώνουν δυσ­τυχώς ότι οι σύγχρονοι αγιορείτες μοναχοί, πλην ελαχί­στων εξαιρέσεων, δεν ακολουθούν την γραμμή των προκατό­χων τους. Δεν ακολουθούν την πορεία των Αγίων μας, των μαρτύρων, των ομολογητών, και των αγιασμένων Γερόντων μας. Αντιθέτως σιωπούν και κωφεύουν, αδρανούν και εφησυχάζουν ενόχως, επιδεικνύοντες μία συμπεριφορά παντελώς ξένη και αντίθετη προς τα μοναχικά ειωθότα και θέσμια και τις παρακαταθήκες των Αγίων Πατέρων και Γερόντων μας. Όλα αυτά τα ακούμε συνέχεια από τον πιστό λαο, όπως φυσικά και εσείς. Και ερωτούν: Γιατί δεν αγωνίζεστε, οι σημερινοί Αγιορεί­τες, για την Ορθοδοξία και την Ορθοπραξία, όπως οι παλαιοί Αγιορείτες Πατέρες και δη ο Άγιος Κοσμάς ο Πρώτος και οι λοιποί υπό των Λατινοφρόνων–αναιρεθέντες, με τούς οποίους είναι ομόφρονες και οι σημερινοί φιλοενωτικοί Οικουμενιστές;

Η νέα γενεά Αγιορειτών

Ένας άλλος λόγος είναι, ότι, η δική μας γενεά, η γενεά των προερχομένων από τον Κόσμο νέων αδελφοτήτων, οι οποίες επάνδρωσαν τις Ιερές Μονές, φοβούμενοι, δυστυχώς, τα άκρα των Ζηλωτών, θεώρησαν καλό να μη θίγουν ποτέ θέματα αθλήσεως υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως, ενώ, κατά το Γεροντικό, η άσκηση στους εσχάτους χρόνους, στους οποίους ζούμε, συνίσταται μόνον από την Ομολογία της Ορθόδοξης Πίστεως (βλ. προφητεία Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος 4ος αι. και του Αββά Παμβω). Οι σημερινοί μοναχοί επικεντρώνουν όλη τους την σπουδή μόνο στα «καθαρώς πνευματικά» θέματα, όπως την νοερά προσευχή, την καθημερινή ακολουθία, τις αγρυπνίες και γενικώς οι Γεροντες μας επιδιώκουν να μας μυήσουν σε μία ανώτερη και υψηλή νηπτική ζωη, ωσάν η ορθόδοξη πίστη και θεολογία και η ομολογία της έναντι στην παναίρεση του οικουμενισμού και της εκκοσμικευμένης Εκκλησίας, να μη είναι πνευματικά πράγματα για μοναχούς. Βεβαίως ως πνευματικούς μας γεννήτορες, για όλα αυτά τα τόσο σπουδαία και πνευματικά τούς ευχαριστούμε, τούς ευγνωμονούμε και θα τούς αγαπούμε. Αλλά δυστυχώς, διεχώρισαν την πίστη και το δόγμα από την ζωή της ασκήσεως και την καλλιέργεια των αρετών. Διότι είναι πραγματική αίρεση ο σοφιστικός διαχωρισμός της Ορθοδόξου πίστεως (με τη Μη Ομολογία της) από το Ορθόδοξο Ήθος και την Άσκηση, προκειμένου να μη ενοχληθεί η συγκρητιστική οικουμενιστική γραμμή του Φαναρίου.

Οι Γέροντες αυτών των Αδελφοτήτων, μας άφησαν, κατ  αὐτόν τον τρόπο, ακατήχητους και μέσα στην άγνοια για τόσο σοβαρά θέματα, όπως είναι η Ορθοδοξία, τα Δόγματα και οι Ιεροί Κανόνες. Και τώρα ο καθένας μας ψάχνεται με την συνείδησή του να ξετυλίξει ένα μπερδεμένο κουβάρι, για να βρει την ορθόδοξη πίστη και την αγιοπατερική οδό και ποιόν δρόμο πρέπει να ακολουθήσει. Αυτό είναι αποτέλεσμα της άγνοιας που, κατά τούς Αγίους πατέρες, είναι ένας από τούς γίγαντες των αιρέσεων και των παθών μαζί με την λήθη και την αμέλεια. Γιατί να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο; Έχουν μεγάλη ευθύνη. Αυτό μας θλίβει πολύ.

Ύστερα λοιπόν από όλα αυτά και μετά από 40 χρόνια μοναχικής αγιορειτικής ζωής, για την νέα γενεά των Αγιορειτών που επάνδρωσαν το Άγιον Όρος, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι σε θέση να διακρίνουν την Ορθόδοξη πίστη από την αίρεση ούτε και να επισημάνουν τον κίνδυνό της. Εάν, όμως συνεχίσουμε αυτή την πορεία, φοβούμαστε ότι η νεώτερη γενιά των Μοναχών, γαλουχούμενη με αυτή την άγνοια, θα κάνει αδιάκριτη υπακοή σε ο,τι της ζητήσουν, ακόμη και εις βάρος της Ορθοδόξου πίστεως, μπλεγμένη μέσα στα πλοκάμια του Συγκρητιστικού Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας.

Και δεν θα είναι μακριά η εποχή στην οποία θα ζητήσουν να εγκαταβιώσουν στο Αγιώνυμο Όρος ακόμη και παπικοί και βουδιστές μοναχοί! Διότι, κατά την Εωσφορική Πλάνη των πάσης φύσεως Οικουμενιστών, συμπεριλαμβανομένων των κατ’ όνομα Ορθοδόξων, δήθεν «ένας είναι ο Θεός», δήθεν «κάθε θρησκεία τον περιγράφει και τον λατρεύει με τον δικό της τρόπο», αν και υπάρχουν θρησκείες χωρίς θεό (όπως ενδεικτικά ο κλάδος Θιραβάντα του Βουδισμού, ο οποίος είναι αθεϊστικός). Κατ’ αυτούς, δήθεν «όλοι οι οπαδοί των θρησκειών είναι λάτρεις του απροσδιόριστου, από άποψη πίστεως, Θεού», δήθεν «ο Θεός είναι [μόνον] αγάπη» και όχι δικαιοσύνη, δήθεν «όλοι οι οπαδοί των θρησκειών πιστεύουν στην αγάπη», έστω και αν μόνον στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Παραδόσεως υπάρχει η αγάπη, αλλά πάντοτε εν αληθεία (κατά τον Ευαγγελιστή της Αγάπης, τον Απόστολο Ιωάννη),. Μέσα, λοιπόν σε αυτό το παγκοσμιοποιημένο κλίμα της συνύπαρξης, της διαφορετικότητας και της αγαπολογίας, που είναι απλά ένας γλυκανάλατος συναισθηματισμός, τέτοιου είδους «αγάπη» συνιστά αίρεση. Η αγάπη είναι άκτιστη ενέργεια του Αγίου Τριαδικού Θεού και αν δεν συνοδεύεται από την δικαιοσύνη, ως επίσης άκτιστη ενέργεια του Αγίου Τριαδικού Θεού, όχι μόνον δεν οδηγεί στον Χριστό τον αληθινό Θεό, αλλά αντίθετα οδηγεί στον Αντίχριστο, του οποίου το πνεύμα σήμερα επικρατεί και στις χριστιανικές κοινωνίες.

Οι νέοι μοναχοί φαίνονται να διακρίνονται μεν για τούς πνευματικούς αγώνες τους, τις αγρυπνίες, την προσευχή, την υπακοή, την θεία λατρεία και άλλα πολλά καλά στοιχεία που έχουν, όπως η μόρφωση, πανεπιστημιακά πτυχία κ.λπ. Λείπει όμως, κάτι, πολύ σημαντικό, το πιο σπουδαίο απ’ όλα. Η ανδρεία (η οποία τόσο για τους αρχαίους μας προγόνους, όσο και για την Αγία Γραφή συνιστά μία από τις τέσσερις κεφαλαιώδεις και περιεκτικές άλλων αρετές) και ο ηρωισμός, όπως έλεγε και ο άγιος Γέροντας Παΐσιος, και γενικά δεν καλλιεργείται το μαρτυρικό φρόνημα και το πνεύμα της αυτοθυσίας, ωσάν αυτά να είναι λιγότερο πνευματικά από τα άλλα.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά!

Επίσης και κάτι άλλο. Πολλοί από τούς σύγχρονους αγιορεί­τες, ναι μεν δεν ασχολούνται με θέματα Ορθοδόξου πίστεως, και καθόλου δεν ανησυχούν δια την παναίρεση του Οικουμενισμού, ούτε και τούς ενδιαφέρει, φαίνεται, πλην όμως γνωρί­ζουν πολύ καλά, από την άλλη πλευρά, να κατηγορούν, και να κατακρίνουν και μάλιστα με θυμό να καταδικάζουν, υπό τύπο ρετσινιάς, στην κόλαση κάθε «ζηλωτή». Αυτό, βέβαια δεν το θεωρούν, κατάκριση γιατί χτυπάνε τούς «πλανεμένους ζηλωτές»! Αυτό άραγε, επιτρέπεται; Η αυτό τους βολεύει, για να παραπλανούν με αυτόν τον τρόπο την ελέγχουσα αυτούς μοναχική τους συνείδηση;

Αλλά γνωρίζουν, όμως αντίθετα πολύ καλά να υποδέχονται γεμάτοι από «αγάπη», με τιμές και δόξες, καμπάνες και δοξολογίες, κάθε επίσκοπο οικουμενιστή, που συνηθίζει να συμπροσεύχεται με πάσαν άνεσιν μετά παντός αιρετικού παπικού και προτεστάντη, αφού τις αναγνωρίζουν ως κανονικές «εκκλησίες» με ισόκυρα μυστήρια! Τούς οικουμενιστές, έτσι, ποτέ δεν τους επικρίνουν! Ούτε καν να τούς προβληματίσουν! Τελευταίως, μάλιστα, τούς καλούν και εις τας ιεράς πανηγύρεις! Τι συμβαίνει λοιπόν; Φοβούνται να πάρουν θέση η συμφωνούν μαζί τους γι’ αυτά που κάνουν; Δυο μέτρα και δύο σταθμα! Πάντως, η Ιερά Αποκάλυψη του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννη, προς το τέλος της, προαναγγέλλει ότι τη χειρότερη κόλαση θα έχουν οι δειλοί («γέγονεν, εγώ το Α και το Ω, η αρχη και το τέλος, εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν…τοις δε δειλοίς και απίστοις…και πάσι τοις ψευδέσι το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω, ο έστιν ο θάνατος ο δεύτερος»(Αποκ. 21,8)).

Όλα αυτά φανερώνουν ένα πολύ λυπηρό φαινόμενο, μια πνευματική έκπτωση και είναι πολύ επικίνδυνο για το μέλλον του Αγίου Όρους. Διότι, χωρίς την αντίσταση με την Ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως εναντίον του Εωσφορικού, Συγκρητιστικού Οικουμενισμού, θα συμμονάζουν, σε λίγο, κατ’ όνομα ορθόδοξοι μοναχοί με παπικούς και βουδιστές μοναχούς, αφού ο οικουμενιστής καθηγητής θεολογίας Σάββας Αγουρίδης, σε μία μελέτη του, ταυτίζει τον μυστικισμό της Ορθοδοξίας με τον βουδιστικό μυστικισμό!

Πρέπει, δηλαδή, εδώ που φθάσαμε, κάποιος να είναι ένα από τα δύο: ή οικουμενιστής και φιλο-οικουμενιστής- κρυπτο-οικουμενιστής, ή «ζηλωτής», με την αρνητική έννοια που έλαβε ο όρος, να ανήκει δηλ. σε ένα από τα δύο άκρα. Ορθόδοξοι λοιπόν, απαγορεύεται να είμαστε;…

Ποίον Άγιον Όρος θα παραδώσουμε;

Οι παλαιοί Αγιορείτες, πριν 50 χρόνια, είχαν διακόψει και το μνημόσυνο του Πατριάρχη εις ένδειξη διαμαρτυρίας, στα περισσότερα Μοναστήρια, σε όλες τις Σκήτες και όλοι σχεδόν οι κελλιώτες μοναχοί. Με αυτή τη σημερινή στάση σας, σχετικά με όλα τα ανωτέρω, μας υπενθυμίζετε το του Ευαγγελίου «διϋλίζοντες τον κώνωπα και καταπίνοντες την κάμηλον» (Ματθ. 23,24).

Πρωτίστως, ας αναλογισθούν όλα τα ανωτέρω, οι Άγιοι Καθηγούμενοι και οι Αντιπρόσωποι των Ιερών Μονών. Αυτοί έχουν και την μεγαλύτερη απολογητική ευθύνη. Από τα χέρια τους θα ζητήσει να πάρει πίσω, η Παναγία, το Άγιον Όρος που τούς παρέδωσε, καθότι αυτοί διοικούν και αποφασίζουν ανθρωπίνως και θα λογοδοτήσουν ενώπιόν Της εν ημέρα Κρίσεως. Ποίον Άγιον Όρος θα της παραδώσουν;

Αλλά και εμείς όλοι οι Αγιορείτες έχουμε λόγον ευθύνης, αναλόγως ο καθένας από την θέση που έχει. Όλοι έχουμε λόγο και ευθύνη για θέματα Ορθόδοξου πίστεως. Η Υπεραγία Θεοτόκος, η Έφορος του Ιερού ημών Τόπου, θα ζητήσει να πάρει πίσω το «Περιβόλι Της», τον Ιερό Άθωνα, το Άγιον Όρος. Ποίον Άγιον Όρος θα της παραδώσουμε;

Παρακαλούμεν

Ύστερα από όλες αυτές τις θλιβερές διαπιστώσεις, τις οποί­ες χρόνια τώρα παρατηρούμε να εξελίσσονται και στο Άγιον Όρος, την πνευματική πατρίδα μας, και μάλιστα, μετά τις δωροδοκητικές οικονομικές επιχορηγήσεις της Νέας Τάξης Πραγμάτων, δια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι οποίες διαπιστώσεις καθημερινώς σχεδόν πληγώνουν και ματώνουν την συνείδησή μας, ως Αγιορείτες μοναχοί, με την χάρη του Χριστού και την προστασία της Κυρίας Θεοτόκου, αισθανόμεθα την ανάγκη για λόγους συνειδήσεως να εκφράσουμε και εμείς ταπεινά, σεβαστικά και ξεκάθαρα, προς όλους, τα κατωτέρω:

Δια την πορεία η οποία ακολουθείται, τις τελευταίες δεκαετίες στο Άγιον Όρος, όσον αφορά στα θέματα της μη αθλήσεως υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, πλην κάποιων εξαιρέσεων, οφείλουμε να σας δηλώσουμε ότι:

Διαχωρίζουμε την θέση μας, δεν συμφωνούμε, ούτε συν­ευδοκούμε με αυτή την στάση στα θέματα της μη αθλήσεως υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, κατά της παναιρέσεως του Συγκρητιστικού Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος φέρνει την πανθρησκεία του Σατανισμού και του Αντιχρίστου, τα οποία προωθεί συνεχώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο μας. Διαφωνούμε ριζικά με όλους όσους ακολουθούν αυτή την στάση η την στηρίζουν με την αδιαφορία τους, την σιωπή τους και την ηθελημένη άγνοια.

Προς το Πατριαρχείον μας παρακαλούμε να αποχωρήσει από όλους τους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς οικουμενιστικούς οργανισμούς, όπως το Παγκόσμιο Συμβούλιο των ψευδο-εκκλησιών και το Συνέδριο των Ηγετών των Παγκόσμιων και Παραδοσιακών Θρησκειών της Αστανά και να αποκηρύξει την παναίρεση του Συγκρητιστικού Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας. Έπειτα, να ζητήσει, δημοσίως, συγχώρεση από τούς ορθοδόξους πιστούς, τους οποίους, επί 120 χρόνια, ταλαιπωρεί και σκανδαλίζει. Λυπούμεθα διότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακόμη δεν θεολόγησε την ιστορία, με βάση την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, για να αντιληφθεί ότι –όπως ανέφερε, στην εγκυρότερη Ερμηνεία της Αποκαλύψεως, ο Όσιος Γέροντας Αθανάσιος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Στομίου Λαρίσης– ήδη από την έναρξη της προσχωρήσεώς του στον Εωσφορικό Οικουμενισμό, το 1902, επαληθεύθηκε πλήρως, η Αποκάλυψη, το 1922, με την εξόντωση η εκρίζωση από τις πατρογονικές τους εστίες των μελών των Εκκλησιών η «λυχνιών της Αποκαλύψεως». Η Ιερά Αποκάλυψη του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη, προφητεύει το σβήσιμο των εκκλησιών η επισκοπών του Πατριαρχείου, στις τρεις διοικήσεις του, ήτοι της Ασίας, του Πόντου και της Θράκης, επειδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι επίσκοποί του δεν σεβάστηκαν την εντολή του Δοξασμένου Ιησού Χριστού προς αυτούς, δια του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Μνημόνευε ουν πόθεν εκπέπτωκας, και μετανόησον, και τα πρώτα έργα ποίησον. Ει δε μη έρχομαί σοι ταχύ, και κινήσω την λυχνίαν σου εκ του τόπου αυτής, εάν μη μετανοήσης» (Αποκ. 2, 5).

Επίσης, ζητούμε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να σταματήσει την υιοθέτηση της Παναίρεσης του Συγκρητιστικού Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, όπως εμείς και ολόκληρος ο ορθόδοξος λαός αντιλαμβανόμαστε ευλόγως τα πράγματα από τα γνωστά οικουμενιστικά κείμενα, λόγους, συμπροσευχές, φωτογραφίες και βίντεο.

Παρακαλούμε ωσαύτως και την Ημετέρα Ιερά Κοινότητα να σταματήσει την αμφίσημη στάση της για την Παναίρεση του Συγκρητιστικού Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού (την οποία ναι μεν από την μία καταδικάζετε και διαμαρτύρεσθε κατά καιρούς με πολύ ωραία κείμενα, αλλά μένετε μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη, είτε συμφωνείτε είτε ανέχεσθε την σχετική δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου).

Δια του λόγου το αληθές αναφέρουμε κάποια μόνον παραδείγματα αυτής τη αμφίσημης στάσης σας. Κατά την εορτή του αγίου Αποστόλου Ανδρέου στο Φανάρι, το 2006 δέχθηκε ο πατριάρχης τον αιρετικό πάπα με μεγάλες τιμές, ως να ήταν ο Μεσσίας – Χριστός, ψάλλοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος», και κάνοντας δέησι, όπου τον μνημόνευσαν «Υπέρ του αγιωτάτου επισκόπου και πάπα Ρωμης» κ.α.· ενέργειες και λόγοι, που αποτελούν βλασφημία κατά του Θεανδρικού Προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού και ταυτοχρόνως βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, αφού διαιωνίζουν την αμετανοησία και την πλάνη. Αμέσως μετά, το 2007, λόγω του σκανδαλισμού μας, η Ιερά Κοινότητα έγραφε :

«Το Άγιον Όρος δεν συμφωνεί με τις συμπροσευχές, τις συμμετοχές σε λατρευτικές συνάξεις, που δίνουν την εντύπωσι ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται τούς Ρωμαιοκαθολικούς ως πλήρη Εκκλησία και τον Παπα ως κανονικό επίσκοπον Ρωμης».

Εφέτος όπου επαναλείφθηκε το ίδιο «οικουμενιστικό θέατρον», προχώρησαν έτι περισσότερον και μνημόνευσαν τον πάπα εις την Θ. Λειτουργία, όπου ο Πατριάρχης εξήλθεν εκ του ιερού και έδωσε πρώτα τον λειτουργικόν ασπασμό στον Παπα- Αιρεσιάρχη, πράγμα πρωτοφανές στην εκκλησιαστική ιστορία! Η επιστολή σας, την οποίαν εστείλατε τότε, και πάλιν κατόπιν πιέσεων και του σκανδαλισμού των πιστών ήταν πιο χαλαρή και μετριοπαθής από τις προηγούμενες, με τάση μάλλον προς την σιωπή και προς τον συμβιβασμό με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σας υπενθυμίζουμε, όμως ότι μέχρι το 1974, όταν άρχισαν να έρχονται οι αδελφότητες από τον Κόσμο, δια να επανδρώσουν τις Ιερές Μονές, όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, διεξοδικώς, η Ιερά Κοινότης με έκτατη Διπλή εδήλωνε:

«Εμμένομεν εις την πιστήν τήρησιν της αποφάσεως της Εκτάκτου Διπλής Συνάξεως, Συνεδρία ΝΒʹτης 13/11/1971, δια το μνημόσυνον, ήτις έλεγεν :

«Επαφίεται εις την συνείδησιν εκάστης μονής η διαμνημόνευσις του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου».

Αυτή η στάσις σας, μετά από 40 χρόνια «διακριτικής» ανοχής έναντι των οικουμενιστικών- αιρετικών ανοιγμάτων του Πατριαρχείου, Άγιοι Πατέρες, σας δηλώνουμε, ότι δεν μας αναπαύει, διότι πιστεύουμε ότι μόνον δια της διακοπής του μνημοσύνου θα σταματήσει και θα αναγκασθεί η Εκκλησία δια Συνόδου να καταδικάσει την παναίρεσι του Οικουμενισμού. Όλα τα άλλα τα κείμενα κ.λ.π. μοιάζουν, μάλλον, με χαρτοπόλεμον, όπως ελέχθη, και όχι με αγώνα εναντίον αυτής της Παναιρέσεως. Δια τούτο έχετε και τεράστια πνευματική ευθύνη ενώπιον της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού. Η Παναίρεση αυτή θα είχε εκλείψει, εάν το Άγιον Όρος συνέχιζε τον αγώνα της ομολογίας της Ορθοδόξου πίστεως, δια της διακοπής του μνημοσύνου του Οικουμενικού Πατριάρχη, ως Επισκόπου του Αγίου Όρους.

Εμείς, οι άσημοι και ταπεινοί Αγιορείτες μοναχοί, επιθυμού­με με την δύναμη και την χάρη του Χριστού και της Υπεραγίας Θεοτόκου, να ακολουθήσουμε την ίδια στάση και πορεία, την οποίαν χάραξαν και μας παρέδωσαν οι προ ημών όσιοι Αγιορείτες Πατέρες, όπως ο άγιος οσιομάρτυς Κοσμάς ο Πρώτος και οι λοιποί υπό Λατινοφρόνων αναιρεθέντες οσιομάρτυρες, των οποίων την μνήμην τιμούμε και εορτάζουμε. Δεν τους μιμούμεθα, όμως, δια της στάσεως που κρατούμε, περιφρονώντας τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος διακήρυξε: «Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος».

Επίσης, λυπούμεθα πάρα πολύ και διαμαρτυρόμεθα έναντι σε ο,τι κοσμικό και αντίθετο με την αγιορειτική παράδοση διεν­εργείται, τα τελευταία χρόνια στο Άγιον Όρος, όπως η εκκοσμίκευση, και η τουριστικοποίησή του.

Επίσης διαμαρτυρόμεθα δια την παρουσία του Δημάρχου Θεσσαλονίκης Μπουτάρη (οποίον κατάντημα των Θεσσαλονικέων ψηφοφόρων του για δεύτερη φορά και το δις εξαμαρτείν ουκ ανθρώπου σοφού!), ο οποίος έρχεται πρώτα χάριν «ευλογίας» στο Άγιον Όρος, στην Αλλαγή του Πρωτεπιστάτου και στη συνέχεια διενεργεί τις σοδομιτικές και θεομίσητες παρελάσεις στην Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και όταν υποδέχεσθε με εκκλησιαστική υποδοχή και κάνετε δέηση για πολιτικά πρόσωπα, προέδρους και πρωθυπουργούς, καθ’ ήν στιγμήν γνωρίζουμε σαφώς, ότι είναι μασώνοι (άλλωστε, κανένας από αυτούς δεν το έχει διαψεύσει),και μέλη τεκτονικών στοών – πράγμα ασυμβίβαστον με την χριστιανική πίστη, αλλά και εάν ακόμη δεν είναι μασώνοι, είναι αρκετόν το ότι ως πολιτικοί έχουν ψηφίσει πληθώρα από νόμους κατά της χριστιανικής μας πίστεως, όπως, νομοποίηση των εκτρώσεων, του σοδομιτισμού, κ.α, για τα οποία ως Αγιορείτες Πατέρες έχουμε διαμαρτυρηθεί δι  ἀνοιχτῆς Επιστολής προς όλους τούς υπευθύνους φορείς, όπως και την ημετέρα Ιερά Κοινότητα, και εσείς όχι μόνον τούς υποδέχεσθε αλλά και εύχεσθε “υπέρ υγείας και μακροημερεύσεώς’’, τους. Όλα αυτά σας εκθέτουν και σας κατακρίνουν αιώνια ενώπιον της Εκκλησίας και του φρικτού βήματος του Χριστού, εν ημέρα Κρίσεως. Δεν υπάρχουν λόγια δια να εκφράσουμε την λύπη μας και την ουρανομήκη διαμαρτυρία μας! Όλα αυτά πιστεύουμε ότι θα έχουν ολέθριες συνέπειες για το μέλλον του Ιερού ημών Τόπου.

Οι υπεύθυνοι οφείλουν να εκφράζουν πάντα την διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και των Αγίων Πατέρων. Τα θέματα της Πιστεως δεν είναι προσωπική υπόθεση κανενός! Οι άγιοι Αντιπρόσωποι ας το γνωρίζουν, ότι, όταν δεν ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας και της Ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, τότε δεν είναι αντιπρόσωποί μας, αλλά εκφράζουν μόνο τους εαυτούς τους και όχι εμάς τούς αγιορείτες. Λυπούμεθα, που σας στεναχωρούμε, αλλά αυτή η στάση τους δεν μας αντιπροσωπεύει. Επιθυμητόν είναι όλοι μας να είμεθα ομόφρονες και ομόψυχοι, τα αυτά φρονούντες και πράττοντες, ακολουθούντες την παράκληση του Αποστόλου:

«Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και τη αυτή γνώμη» (Αʹ Κορ. Αʹ 10).

Να κρατήσουμε το Άγιον Όρος, το οποίο παραλάβαμε από τούς προ ημών Αγιορείτες πατέρες, μιμούμενοι αυτών τον βίον, την πίστιν και τις αρετές. Το Άγιον Όρος, πιστεύουμε ότι έχει ως κυρία αποστολή του να παραμείνει το φως του κόσμου και να μεταλαμπαδεύει τις πανανθρώπινες αξίες, που είναι, η Ορθόδοξη πίστη και ο Ελληνορθόδοξος πολιτισμός, όπως βιώνεται εδώ και χίλια εκατόν τόσα χρόνια σε τούτον τον Ιερό Τοπο, «το Περιβόλι της Παναγίας», όπως το αποκαλεί όλη η οικουμένη.

Το Άγιον Όρος, αυτό το μοναδικό και ανεπανάληπτο θαύμα της Παναγίας σε όλους τούς αιώνες, πρέπει να ζήσει, για να ζωοποιεί τον κόσμο.

Το Άγιον Όρος Κληρονομιά και Περιβόλι της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία γέννησε εν χρόνω τον αμήτορα εκ πατρός και απάτορα εκ μητρός Θεάνθρωπον Κύριον Ιησούν Χριστόν, το δεύτερο πρόσωπο της προσκυνητής Αγίας Τριάδος, τον λυτρωτή και κριτή των αγγέλων και των ανθρώπων. Αμήν.

 

19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016

 

Σε κάθε συνοδική μορφή λειτουργίας της Εκκλησίας συμμετέχουν άπαντες

 Ναυπάκτοου Ιερόθεος

     Μέτοχοι  του  συνοδικού  πολιτεύματος  της Εκκλησίας  είναι  όλοι οι πιστοί.  Η Σύνοδος ουδόλως οµοιάζει µεεπιστηµονικό Συνέδριο.

                                              Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

βάση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύµατος εἶναι συνοδική, πού σηµαίνει γίνεται συζήτηση, ἀνταλλάσσονται ἀπόψεις καί ἐξάγονται τά συµπεράσµατα. «Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύµατι καὶ ἡµῖν», ὅπως ἀπεφάνθη ἡ Ἀποστολική Σύνοδος στά Ἱεροσόλυµα, κατά τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξ. ιε΄,  28)…

Τό συνοδικό, ὅµως, πολίτευµα δέν λειτουργεῖ οὔτε ἐκφράζεται µόνον µεταξύ τοῦ Σώµατος τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί γενικά στίς συζητήσεις µεταξύ Κληρικῶν, µοναχῶν καί λαϊκῶν, ὅσων τελικά τό ἐπιθυµοῦν. Ἔτσι, ἀποφεύγεται ἡ Κληρικοκρατία καί ἡ λαϊκοκρατία. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευµα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα λειτουργίας του εἶναι συνοδικῶς ἱεραρχικό καί ἱεραρχικῶς συνοδικό.

Ἑποµένως, δέν πρέπει νά ἐνοχλοῦν οἱ ἀπόψεις-θέσεις πού διατυπώνονται ἀπό Κληρικούς, µοναχούς, θεολόγους, λαϊκούς, ὡσάν αὐτές οἱ ἀπόψεις νά κλονίζουν τόν Συνοδικό θεσµό. Μιά τέτοια ἄποψη εἶναι ἐκτροπή ἀπό τό ἐκκλησιαστικό φρόνηµα, ἐκφράζει δέ παπική ἀντίληψη.

Στό σηµεῖο αὐτό θά παρατεθῆ ἕνα χαρακτηριστικό κείµενο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι:

«Ἡ Ἐκκλησία εἶναι µιά συνέλευσις, πού οὐδέποτε διακόπτεται. Μέ ἄλλους λόγους, ἡ ὑπερτάτη αὐθεντία –καί ἡ ἱκανότης πρός διάκρισιν τῆς ἀληθείας εἰς τήν πίστιν– εἶναι ἐµπιστευµένη εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι πράγµατι «Θεῖος θεσµός» κατά τήν ὀρθήν καί στενήν ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἐνῶ οὐδεµία Σύνοδος ἤ «Συνοδικός θεσµός» εἶναι de jure Divino, παρά µόνον ὅταν ἀποτελῆ ἀληθῆ εἰκόνα ἤ φανέρωσιν τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τό σηµεῖον αὐτό φαινόµεθα νά ἔχωµεν ἐµπλακῆ εἰς φαῦλον κύκλον. Ἴσως αὐτό εἶναι ἀληθές, ἐάν ἐπιµένωµεν δι’ ἐπισήµους ἐγγυήσεις εἰς τά δογµατικά ζητήµατα. Ἀλλά προφανῶς τοιαῦται «ἐγγυήσεις» δέν ὑφίστανται οὔτε εἶναι δυνατόν νά προσαχθοῦν καί µάλιστα προκαταβολικῶς. Ὡρισµέναι «Σύνοδοι» εἰς τήν πραγµατικότητα ὑπῆρξαν ἀποτυχίαι, τίποτε περισσότερον ἀπό conciliabula, πού βεβαίως διέπραξαν λάθη. ∆ι’ αὐτόν δέ τόν λόγον µεταγενεστέρως ἀπεκηρύχθησαν. Πολύ διδακτική ἐπί τοῦ προκειµένου εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν Συνόδων τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἐγένοντο δεκταί ἤ ἀπερρίπτοντο ἀπό τάς Ἐκκλησίας ὄχι διά λόγους τυπικούς ἤ «κανονικούς», ἡ δέ ἐτυµηγορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν ἄκρως ἐκλεκτική. Ἡ Σύνοδος δέν εὑρίσκεται ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή ἦταν ἡ ἄποψις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας»…

Ὅσοι ἔχουν τήν ἄποψη ὅτι ἡ Σύνοδος ὁµοιάζει µέ ἕνα ἐπιστηµονικό Συνέδριο ἀκαδηµαϊκῶν θεολόγων σφάλλουν.

Ἄλλωστε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔδειξαν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐµπειρία, ὅπως φαίνεται στίς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος, πού πρωτοστατοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, «Ἡ ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Πηγή