Επιτρέπεται οι Λαϊκοί να αναμειγνύονται στα θέματα της Πίστεως;

oikoum_sinodos

Εισαγωγή

Μπορούν οι λαΐκοί, τα μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν την Ιερωσύνη, να ασχολούνται με θέματα Πίστεως; Δύνανται οι λαΐκοί, παρ’ όλο που δεν έχουν κανένα αξίωμα μυστηριακής διακονίας στην Εκκλησία, να ελέγξουν Επισκόπους, όταν εκείνοι παρεκτρέπονται από την αλήθεια; Είναι δικαιολογημένοι όσοι πίσω από τους Ιερείς και τους Πνευματικούς τους Πατέρες τηρούν στάση αδιαφορίας, όταν παραχαράσσονται το κήρυγμα και η Πίστη της Εκκλησίας, επειδή παρομοίως και οι Προεστώτες και Πνευματικοί τους Πατέρες, «αφού έπαθαν κάτι ανθρώπινο» δεν μαρτυρούν και δεν ομολογούν την αλήθεια της Ορθοδοξίας;

1) Η Θεολογία μάς είναι απαραίτητη για να προχωρήσουμε στην ορθοπραξία

Ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας, έχει παραδοθεί στην Εκκλησία από τους θεωμένους διδασκάλους Της, δηλαδή τους αγίους Προφήτες, Πατριάρχες, Αποστόλους και Πατέρες και ευρίσκεται στην Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί των δογμάτων («Όροι») και περί του βίου («ιεροί Κανόνες»), και στα έργα των Αγίων Πατέρων, ώστε να είναι εύληπτο και κατανοητό από τον απλό πιστό, με σκοπό από την Ορθοδοξία να περάσει στην ορθοπραξία, αποφεύγοντας το σκόπελο των αιρέσεων. Οι αιρέσεις μέσω της αλλοιωμένης πίστεως (αιρετικής πλάνης) καταστρέφουν την ορθοπραξία και απομακρύνουν«οντολογικώς» από το Σώμα του Χριστού, διότι αποκόπτονται από την ενότητα της Εκκλησίας περί τον Επίσκοπο και τη Θεία Ευχαριστία.

Σύμφωνα με μία από τις «αρχές» της ορθής θεολογίας, η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα, είναι προσπάθεια για τη σωτηρία και τη θέωση. Στις θεολογικές διαμάχες αυτό που ενδιαφέρει τους Πατέρες δεν είναι η νίκη επί του αντιπάλου, αλλά το να μη θιγεί η δυνατότητα της θεώσεως και της σωτηρίας1.

Τα δογματικά και θεολογικά έργα των Αγίων Πατέρων σε μεγάλο βαθμό απευθύνονται σε λαϊκούς, στους απλούς πιστούς, με σκοπό να τους μυήσουν βαθύτερα στην πίστη και πράξη της Εκκλησίας και να τους προφυλάξουν από τις αιρέσεις. Αυτό δεν το υπενθυμίζει σχεδόν κανείς σήμερα, διότι το θεολογικό – δογματικό κήρυγμα έχει εν πολλοίς εκλείψει.

 (Για τις συνέπειες της αιρέσεως στη πνευματική ζωή των ανθρώπων θα γράψουμε ξεχωριστά σε άλλη ενότητα).

2)Το «ασφαλώς θεολογείν» δεν είναι μεν για όλους, αλλά το «φιλοσόφως θεολογείν»και το «ομολογείν» την αποδεδειγμένη Θεολογία της Εκκλησίας, είναι για όλους τους ευλαβείς.

α. Η Θεολογία

Είναι αλήθεια, ότι οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν τη Θεολογία ως κάτι πολύ βαθύ και συνάμα υψηλό και τονίζουν ότι η ενασχολήση με αυτήν αρμόζει μόνον σε όσους έχουν προοδεύσει στην κατά Θεόν ζωή,  και ευρίσκονται σε κατάσταση τουλάχιστον «καθάρσεως» από τα πάθη, αν όχι στα ανώτερα στάδια του «φωτισμού» και της «θεώσεως», καθώς λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν είναι για τον καθένα, αγαπητοί, το να φιλοσοφή περί Θεού, δεν είναι για τον καθένα· δεν είναι το πράγμα αυτό τόσο φθηνό και όσων πορεύονται στα χαμηλά» αλλά είναι για όσους «έχουν εξετασθή και περάσει στη θεωρία [δηλ. στη θέα του Θεού] και είναι κεκαθαρμένοι στην ψυχή και το σώμα ή τουλάχιστον καθαίρονται» 2.

Η ενασχόληση κατ’ εξοχήν των Επισκόπων και λοιπών Κληρικών με τη Θεολογία, νοείται υπό την έννοια, ότι οι Κληρικοί πληρούν περισσότερο τις προϋποθέσεις για να φθάσουν στο στάδιο του φωτισμού και της θεώσεως, επειδή είναι επίλεκτοι, χάρις στην καθαρή τους ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες καθορίζουν την ευθύνη πρωτίστως των Αρχιερέων για την ενασχόληση με τα δόγματα.

Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι Κληρικοί αποτελούν χωριστό σώμα εκτός του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, στην Οποία ενώνονται οργανικώς με όλους τους πιστούς. Δια τούτο και έχει επισημανθεί, ότι  «οι συνήθως λοιπόν φερόμενοι όροι «επίσημος Εκκλησία», «διοικούσα Εκκλησία», «διδάσκουσα Εκκλησία», χρησιμοποιούνται κατά συνθήκη και καταχρηστικώς, ενώ από δογματική άποψη με βάση την ακρίβεια παρουσιάζονται ως αδόκιμοι»3.

Ενώ, λοιπόν, η κατ’ εξοχήν Θεολογία ανήκει σε όσους ενώθηκαν με τον Θεό δια της θεώσεως και της ελλάμψεως του ακτίστου φωτός, ωστόσο, σύμφωνα με την διδασκαλία των  Αγίων Πατέρων «ημπορούμε και οι άλλοι να θεολογούμε, αλλά σε άλλα, κατώτερα στάδια, κυρίως όμως με το να ακολουθούμε τους αληθείς θεολόγους»4Ασφαλής οδός είναι η εμπιστοσύνη σε όσα μας απεκάλυψε το Άγιον Πνεύμα δια των Αγίων. Γράφει δια τούτο ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι μπορούν να θεολογούν και αυτοί που δεν είναι άγιοι, και μάλιστα μπορούν να θεολογούν με βεβαιότητα, «όχι ακολουθώντας στοχασμούς, αλλά θεόλεκτα λόγια [δηλ. τα λόγια που ελέχθησαν από το Θεό]5 ».

Λοιπόν, βάσει της διδασκαλίας του Αγίου Παλαμά και των προγενεστέρων Αγίων, των οποίων τη διδασκαλία αυτός συνοψίζει, υπάρχουν τρία είδη θεολογίας:

(α) η ασφαλής και μυστική θεολογία όσων έφθασαν σε θεοπτία (θέα  Θεού) οι οποίοι ομιλούν από προσωπική εμπειρία και κοινωνία με τον Θεόν,

(β) η φιλόσοφος θεολογία, όσων δεν έχουν μεν προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά με ταπείνωση δέχονται τις εμπειρίες και θεοπτίες των θεοπτών και θεολογούν σύμφωνα με αυτές και

(γ) η καινή (καινούργια-καινοτόμος) θεολογία των θρασέων θεολόγων,όσων θεολογούν διαλεκτικώς με βάση τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές και απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων6.

Η μέση οδός, της φιλοσόφου θεολογίας, βάσει των δογμάτων της Εκκλησίας μας, βασίζεται στον «αποδεικτικό συλλογισμό». Επειδή δια των Αγίων Πατέρων (Προφητών, Αποστόλων, Ομολογητών, Ιεραρχών κ.λπ.) έχουμε διδαχθή από το Άγιον Πνεύμα τις δογματικές αλήθειες, δια τούτο είμαστε βέβαιοι με αποδείξεις για το τί πιστεύει η Εκκλησία και δεν περιπίπτουμε σε «διαλεκτικό συλλογισμό» η αγνωστικισμό (ότι δηλ. μπορούμε δήθεν να συλλογιζόμαστε διαλεκτικά για τα θεία πράγματα, ή ότι δεν μπορούμε να προσκομίσουμε βέβαιες θέσεις και αποδείξεις γι’ αυτά). Τούτο ήταν και ένα βασικό σημείο της αντιπαραθέσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προς τον φιλοσοφούντα ψευδο-μοναχό, ανθρωπιστή και αγνωστικιστή Βαρλαάμ τον Καλαβρό.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπεστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη θεολογία τον διαλεκτικό συλλογισμό, ο οποίος πραγματεύεται σχετικώς με το «νομιζόμενο και πιθανό και που εκ φύσεως άλλοτε είναι αλλιώς και άλλοτε αλλιώς, και άλλοτε υπάρχει, αλλά άλλοτε δεν υπάρχει, και κάποτε είναι αληθές, και κάποτε δεν είναι». Αυτό έπρατταν οι Έλληνες φιλόσοφοι στους οποίους η θεολογία κατήντησε πιθανολογία. Αντιθέτως, ο αποδεικτικός συλλογισμός, ο οποίος πραγματεύεται  «για το αναγκαίο, και εκείνο που πάντοτε υπάρχει και πάντα είναι αληθινό και πάντοτε είναι το ίδιο», είναι απαραίτητος στα θεολογικά προβλήματα, αλλά και αποτελεσματικός, διότι υπάρχουν πλευρές του θεολογικού προβλήματος που επιδέχονται απόδειξη. Η απόδειξη στηρίζεται αφ’ ενός στις αποκαλυμμένες από τον Θεό «αυτόπιστες αρχές», αφ’ ετέρου στις «κοινές έννοιες» και τα «αξιώματα»7.

Συνεπώς, ως Ορθόδοξοι μπορούμε πάντοτε να προσάγουμε «αποδείξεις» για την καθολική αλήθεια περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου, αν όχι βάσει της (ίσως ανύπαρκτης) προσωπικής μας μεθέξεως στον Θεόν, αλλά βάσει (α) τηςθεολογικής διδασκαλίας των Αγίων μας, οι οποίοι ήλθαν σε ένωση με τον Θεόν και (β) της κοινής λογικής, η οποία εφαρμόζει τις διδασκαλίες αυτές στα νέα προβλήματα που ανακύπτουν.

β. Η ομολογία

Όπως θα δούμε και παρακάτω σε ιστορικά συμβάντα, όταν κινδυνεύει η Πίστη, τότε η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, η «ομολογία» της αληθείας από τους ορθοδόξους πιστούς, δεν είναι θέμα φιλοσοφήσεως ή συζητήσεως, κατά τον «διαλεκτικό συλλογισμό» που προαναφέραμε, αλλά είναι θέμα εμμονής στη θεολογία που έχει απ’ αρχής παραδοθεί από την Εκκλησία στους πιστούς, ως θεολογία αλάθητη. Στην εμμονή αυτή, την ομολογία, δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις προϊσταμένων και υφισταμένων, κληρικών και λαϊκών.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι κατηγορηματικός:  «Είναι εντολή Κυρίου να μη σιωπά κάποιος σε περίσταση που κινδυνεύει η Πίστη. Διότι λέγει «Λάλει και μη σιωπήσης» [Πράξ. 18, 9]. Και «Εάν υποχωρήση δεν ευδοκεί η ψυχή μου σ’ αυτόν» [Εβρ. 10,38]. Kαί «Αν αυτοί σιωπήσουν, οι λίθοι θα κράξουν» [Λουκ. 19, 40]. Ώστε όταν πρόκειται περί πίστεως, δεν είναι δυνατόν να πη κανείς «Εγώ ποιός είμαι; » 8.

Και αλλού γράφει: «Kατά τον καιρό τούτο που διώκεται ο Χριστός μέσω της Εικόνος του, οφείλει κάποιος να αγωνίζεται, όχι μόνον αν είναι υπέρτερος στο αξίωμα και τη γνώση, ομιλώντας και διδάσκοντας τον λόγον της Ορθοδοξίας, αλλά κι αν ακόμη ευρίσκεται σε θέση μαθητού, έχει χρέος να φανερώνει με θάρρος την αλήθεια και να ομιλή με ελευθερία. Δεν είναι λόγος εμού του αμαρτωλού, αλλά του θείου  Χρυσοστόμου μαζί με άλλους Πατέρας»9.

Ας ιδούμε, λοιπόν μόνον μερικά από τα πολλά ιστορικά συμβάντα για την προάσπιση της Ορθοδοξίας από λαϊκούς.  

3) Ιστορικές μαρτυρίες για την ενασχόληση του λαού της Εκκλησίας με τα θέματα Πίστεως

α. Ο Ευσέβιος, που μεταγενεστέρως έγινεν Επίσκοπος του Δορυλαίου

Ένας εκ των πρώτων που αντέδρασαν κατά του αιρετικού Πατριάρχου Νεστορίου, ο λαΐκός άνθρωπος Ευσέβιος, μετέπειτα επίσκοπος Δορυλαίου, δικαιώθηκε τελικώς από την Εκκλησία κατά την καταδίκην του Νεστορίου. Ο Ευσέβιος (όντας λαϊκός) είχεν αντιδράσει αμέσως (το 429), αντικρούοντας τον αιρετικό Πατριάρχη εντός της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο,«Επειδή αυτός [ο Νεστόριος] στη μέση της Εκκλησίας παρουσίαζε καινούργιες και βέβηλες διδασκαλίες, κάποιος άνδρας από τους πολύ επιεικείς, και όντας ακόμη μεταξύ των λαϊκών, αλλά έχοντας συγκεντρώσει μέσα του θαυμαστή παιδεία, κινημένος από θερμό και φιλόθεο ζήλο, φωνάζοντας εντόνως είπεν, ότι ο Ίδιος ο προαιώνιος Λόγος υπέμεινε και δεύτερη γέννηση, δηλαδή, κατά την ανθρώπινη φύση, και από γυναίκα· και ενώ στα πλήθη γινόταν θόρυβος γι΄ αυτά και οι μεν περισσότεροι και συνετοί τον ετιμούσαν με μεγάλους επαίνους, ως ευσεβή και συνετώτατο και γνώστην της ορθότητος των δογμάτων, ενώ οι άλλοι ήταν λυσσασμένοι εναντίον του, αυτός [ο Νεστόριος] διακόπτει και αμέσως αποδέχεται εκείνους τους οποίους και κατέστρεψε με τη διδασκαλία του, στρέφει δε την γλώσσα του εναντίον εκείνου [του Ευσεβίου], που  δεν ανέχθηκε τα λόγια του, αλλά και εναντίον των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μας θεσμοθέτησαν τον ευσεβή Όρο της Πίστεως, την οποίαν έχομεν ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία, καθώς έχει γραφή [ Εβρ. 6, 19]»10.

Αμέσως μετά ο Ευσέβιος τοιχοκόλλησε στο Ναό της Αγίας Σοφίας και διέδωσε δημόσιο γραπτό λίβελλο – έλεγχο της αιρέσεως του Πατριάρχη με την παρακίνηση:«Ορκίζω στην Αγίαν Τριάδα αυτόν που λαμβάνει αυτό το χαρτί, να το παρουσιάση σε επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, αναγνώστες, λαϊκούς που κατοικούν την Κωνσταντινούπολι, κι ακόμη να τούς δώση και αντίγραφο, προς έλεγχο του αιρετικού Νεστορίου, ότι είναι ομόφρων του Παύλου του Σαμοσατέως που αναθεματίσθηκε πριν από εκατόν εξήκοντα έτη από τους ορθοδόξους Πατέρες Επισκόπους. Και αυτά που λέχθηκαν και από τις δύο πλευρές έχουν ως εξής…»11.

Αργότερα, ο ίδιος αυτός Ευσέβιος, ως Επίσκοπος πλέον του Δορυλαίου, πρωτοστάτησε μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχην ΚΠόλεως και στην αντιμετώπιση του αιρεσιάρχη Ευτυχούς, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τον μονοφυσιτισμό, και μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν υπέστη διωγμούς μετά τη μονοφυσιτική και ληστρική σύνοδο της Εφέσου (449 μ.Χ.). Γράφει σχετικώς ο Θεοφάνης ο Ομολογητής και Χρονογράφος: «ο προαναφερθείς Ευσέβιος ο σχολαστικός, που πρώτος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, αφού προήχθη στην Επισκοπή του Δορυλαίου, συζητώντας με τον Ευτυχή τον Αρχιμανδρίτη σχετικώς με την πίστη, τον ευρήκε να μη φρονή ορθώς. Και αφού τον παρεκάλεσε πολύ και τον παρήνεσε, δεν μπόρεσε να τον ωφελήση. Τότε ο Ευσέβιος ανέφερε τα σχετικά με αυτόν στον Επίσκοπο Φλαβιανό» 12 κ.λπ.

β.Λαϊκοί που ομολόγησαν και εδιώχθησαν από τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο.

Από επιστολή του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου προς τον Νεστόριο πληροφορούμαστε, ότι πολλοί Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι -όπως είπαμε-αντέδρασαν στην αίρεση του Πατριάρχη τους Νεστορίου, υπέστησαν διωγμούς και ακοινωνησία από τον αιρετικό Πατριάρχη. Γράφει ο Πάπας προς τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Νεστόριο: «Ακούω, ότι οι κληρικοί εκείνοι που φρονούν όπως η Καθολική [Ορθόδοξος] Εκκλησία, με τους οποίους εμείς κοινωνούμε, υπομένουν βία μεγίστη, τόσον ώστε να λέγεται ότι έχουν αποκλεισθή και έξω από την Πόλη. Χαίρομεν, διότι εκέρδισαν το έπαθλο της ομολογίας, αλλά λυπούμεθα που ο διώκτης είναι Επίσκοπος. Ο μακάριος απόστολος Παύλος από διώκτης μετηλλάγη σε κήρυκα· τώρα είναι μέγιστο ασέβημα από κήρυκα να μεταλλαγή κανείς σε διώκτη»13.

Μετά από τοπική Σύνοδο της Αλεξανδρείας όπου καταδικάστηκε η καινοφανής διδασκαλία του Νεστορίου ως αίρεση (430 μ.Χ.), ο Άγιος Κύριλλος έγραψε γράμμα στους απλούς πιστούς της ΚΠόλεως, ενθαρρύνοντάς τους να απόσχουν από την κοινωνία με τον Νεστόριο, αν αυτός δεν μετανοήσει· εκείνους που αυτός (ο Νεστόριος) είχε αποκόψει από την κοινωνία μαζί του, ο Άγιος Κύριλλος τους θεωρούσε ως κανονικώς ευρισκομένους σε κοινωνία με την Εκκλησία. Γράφει ο Άγιος σε επιστολή του στους Κωνσταντινουπολίτες «διατηρήστε τους εαυτούς σας ασπίλους και αμώμους, μήτε κοινωνώντας με τον προαναφερόμενο, μήτε προσέχοντάς τον ως διδάσκαλον, αν παραμείνη λύκος αντί ποιμένος και προτιμήση και μετά από αυτήν μας την υπόμνησι να φρονή τα διεστραμμένα.Εμείς δε κοινωνούμε με τους κληρικούς ή λαϊκούς οι οποίοι χάριν της ορθής Πίστεως χωρίσθηκαν ή καθαιρέθηκαν από αυτόν, και δεν επικυρώνουμε την άδικη ψήφο εκείνου, αλλά μάλλον επαινούμε τους πάσχοντας, λέγοντας προς αυτούς εκείνο «εάν ονειδίζεσθε εν Κυρίω, είσθε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δυνάμεως και του Θεού έχει αναπαυθή πάνω σας» [Α΄ Πέτρου 4, 14]»14.

γ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ων ακόμη αξιωματούχος στο Χαλιφάτο της Δαμασκού, και ενώ είχε εκσπάσει η εικονομαχία στην ΚΠολη, έγραψε περί το 730 μ.Χ. λόγους κατά της Εικονομαχίας, οι οποίοι έκαναν πολλή ζημία στην αίρεση.Καθώς λέγει ο Βίος του, αφού ο άγιος Ιωάννης επλήσθη με ζήλο, ως ο Προφήτης Ηλίας, «στους Ορθοδόξους εκείνους που τον εγνώριζαν αποστέλλει λόγους σε μορφή επιστολών υπέρτης προσκυνήσεως των σεβασμίων Εικόνων, αποδεικνύοντας στο έπακρο, με πολλή σοφία, ότι είναι απαραίτητη η προσκύνηση των θείων εκτυπωμάτων [Εικόνων]. Και παρήγγειλε σε εκείνους να λέγουν τα παρόμοια και προς άλλους και να δείχνουν τις επιστολές του. Και με όλους τους τρόπους έσπευδε ο νέος αθλητής της αληθείας, σαν μέσω κάποιου κύκλου, να κυκλοφορούν οι επιστολές του από χέρι σε χέρι στους πιστούς, και να δυναμώνη η Ορθοδοξία».  Έτσι εξυφάνθηκε από τον αιρετικό Αυτοκράτορα της ΚΠόλεως Λέοντα Γ’ συκοφαντία κατά του Αγίου Ιωάνου με αποτέλεσμα ο Ιωάννης να τιμωρηθή αδίκως από τον Χαλίφη, ως επίδοξος στασιαστής και επίβουλος της αραβικής κυριαρχίας και να του αποκοπή η δεξιά χείρα. Μετά τη θαυματουργό θεραπεία του από την ιερά Εικόνα της Παναγίας ο Άγιος εγκατέλειψε τη θέση του και εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα15.

δ. Οι Δέκα Μάρτυρες της Χαλκής Πύλης εναντίον της Εικονομαχίας, εορταζόμενοι στις 9  Αυγούστου.

Το Συναξάριον της 9ης Αυγούστου, μνημονεύει την εορτή των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, οι οποίοι υπέστησαν Μαρτύριον χάριν της Εικόνος του Σωτήρος Χριστού της τοποθετημένης στην Χαλκή Πύλη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι εννέα πρώτοι από τους δέκα αυτούς Αγίους, Ιουλιανόν, Μαρκιανόν, Ιωάννην, Ιάκωβον, Αλέξιον, Δημήτριον, Φώτιον, Πέτρον, Λεόντιον και Μαρίαν την Πατρικίαν, έλαβαν μέρος στην αντίστασι που το πλήθος εκδήλωσε εναντίον του Στρατού, όταν ένας αξιωματικός (σπαθάριος) προσπάθησε να κατεβάσει την ιερά Εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη, επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου το έτος 730 μ.Χ. μετά την υπογραφή εικονομαχικού διατάγματος16. Μετά από οκτώ μήνες φυλάκιση και φρικτές βασάνους οι Άγιοι εκτελέστηκαν χάριν της Ορθοδοξίας μαζί με την αγία Μαρία την Πατρικία17.

4) Οι ιεροί Κανόνες  επιτρέπουν και ενθαρρύνουν  την αντίδραση των λαϊκών σε αιρετικούς (ψευδο)-ποιμένες

Το πλέον εύλαλο κείμενο για το δικαίωμα προασπίσεως της Πίστεως από τους πιστούς, ακόμη και εναντίον των Επισκόπων, όταν οι Επίσκοποι μέσω της αιρέσεως αποκαλύπτονται ως «ψευδ-επίσκοποι» και «ψευδο-ποιμένες», αποτελεί ο περιώνυμος15ος ιερός Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Α΄ Φωτιανής) του έτους 861 μ.Χ. η οποία Σύνοδος θεωρείται ισόκυρος με τις Οικουμενικές Συνόδους. Ο ιερός αυτός Κανών, αφού επισημάνει πώς πρέπει οι Χριστιανοί να αντιδρούν σε ενδεχόμενες παρεκτροπές του Επισκόπου της περιοχής τους, τελειώνει με την εξής διευκρίνηση: «Όποιοι λόγω κάποιας αιρέσεως κατηγορημένης από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες χωρίζουν τους εαυτούς τους από τον Πρόεδρο (της Εκκλησίας, τον Επίσκοπο), δηλαδή όταν εκείνος κηρύττη δημοσίως την αίρεσι και τη διδάσκει στην Εκκλησία «με γυμνήν την κεφαλήν», αυτοί όχι μόνον δεν υπόκεινται σε κανονικά επιτίμια προ συνοδικής διαγνώμης, επειδή αποτειχίζουν τον εαυτό τους από την κοινωνία προς τον καλούμενον Επίσκοπο, αλλά θα αξιωθούν και της αρμοζούσης τιμής από τους Ορθοδόξους. Διότι κατηγόρησαν όχι Επισκόπους, αλλά ψευδ-επισκόπους και ψευδο-διδασκάλους, και δεν κατακομμάτιασαν την ένωσι της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά εμερίμνησαν να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από σχίσματα και διαμερισμούς» 18.

Υπάρχουν και άλλοι σχετικοί Κανόνες και ερμηνείες κανονολόγων (θα τους δούμε σε ειδική ενότητα).

5) Η επιβεβαίωση της Πίστεως του Επισκόπου από τους λαϊκούς

Πολύ ορθώς επισημαίνει ο πολύς θεολόγος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ότι ναί μεν ο Επίσκοπος δεν διδάσκει την Πίστη βάσει εξουσιοδοτήσεως και υποδείξεων του ποιμνίου του, δηλ. του πιστού λαού, αλλά ούτε πάλι μπορεί να λέγει ο,τιδήποτε θέλει, διότι «μέσα στην Εκκλησία, «προσωπικές γνώμες» δεν πρέπει ούτε και μπορεί να υπάρχουν»19Λοιπόν ο Επίσκοπος καλείται και περιορίζεται στο να εκφράσει την δια των αιώνων καθολική εμπειρία της Εκκλησίας. Αν δεν έχη «συσσωματωθεί» εν Αγίω Πνεύματι σ’ αυτήν την εμπειρία, πράγμα που φαίνεται και στη διδασκαλία του, Ιδού, θα υποστή πρεπόντως και δικαίως την αντίδραση του Ποιμνίου. Πώς έχουν ακριβώς τα λόγια του π. Γ. Φλωρόφσκυ: «… ο επίσκοπος πρέπει ν΄ αγκαλιάση μέσα του όλη του την Εκκλησία· πρέπει να εκδηλώση, να φανερώση την εμπειρία και την πίστι της. Δεν πρέπει να ομιλή αφ’ εαυτού αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας, «ex consensu ecclesiae».[…] Την πλήρη ικανότητα να διδάσκη δεν την έχει λάβει ο επίσκοπος από το ποίμνιό του, αλλά από το Χριστό, μέσω της Αποστολικής διαδοχής. Αλλ’ η πλήρης αυτή ικανότης, που έχει δοθή σ’ αυτόν, είναι ικανότης του να φέρη τη μαρτυρία της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Περιορίζεται από την εμπειρία αυτήν.Επομένως, σε ερωτήματα περί πίστεως, ο λαός πρέπει να κρίνη ανάλογα με τη διδασκαλία του. Το καθήκον της υπακοής παύει να ισχύη, όταν ο επίσκοπος ξεφεύγη από το καθολικό πρότυπο, οπότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση ακόμη και να τον καθαιρέση»20.

Για το λόγο τούτο η απάντηση των Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο τον 9ο, το 1848, διεκήρυξε τη σημασία του ρόλου των λαϊκών στην διατήρηση της Πίστεως της Εκκλησίας : «σε μας, ούτε Πατριάρχες, ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν νέα [δόγματα και έθη], διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά τουαιωνίως αμετάβλητο και ομοειδές με αυτό των πατέρων του»21.

Ερμηνεύοντας αυτή την απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848, όπου επισημαίνεται ο ρόλος των λαϊκών στη διαφύλαξη της πίστεως, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ παρατηρεί «Το όλο σώμα της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να επαληθεύη, η, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, το δικαίωμα, και όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά το καθήκον της «επιβεβαιώσεως». Μ’ αυτήν την έννοια οι Πατριάρχες της Ανατολής έγραφαν στη γνωστή Εγκύκλιο επιστολή του 1848 ότι «ο λαός ο ίδιος από μόνος του υπήρξεν ο υπερασπιστής της θρησκείας»»22.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α. Έπαινος μιας ομολογητρίας από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.

Κατά την διάρκεια της εικονομαχίας ανεδείχθησαν μάρτυρες και ομολογητές της Πίστεως μεταξύ των ορθοδόξων λαϊκών. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γράφοντας επιστολή στη διωκομένη αξιωματούχο (Πατρικία) Ειρήνη, την παρηγορεί και την ενθαρρύνει με τα εξής λόγια:

«Ποιός δεν γνωρίζει από τους ομολογητές ότι και συ συν-ομολόγησες; Πού δεν ακούστηκε, ότι υπάρχει και μια συγκλητική μεταξύ των μαρτύρων; Σε εθαύμασαν τα τάγματα των Μοναχών και σε επήνεσαν οι συνάξεις των λαϊκών. Αλλά, τί αξία τάχα έχουν αυτά; Τα ίδια τα τάγματα των αγγέλων και των αγίων ευφράνθηκαν χάρις εις σε. Και μη νομίσης, ότι είναι κολακεία τα λόγια μου. Βλέπε, μάρτυς Χριστού, πόσον έχεις τιμηθή, πόσον έχεις υψωθή: σύγκρινέ  μου πηλό και χρυσό: τόσο πιο μεγάλο και πολύ περισσότερον είναι από το επίγειο αξίωμα που εγκατέλειψες, το επουράνιο αξίωμα που σού δωρήθηκε τώρα από τον Θεόν, δηλαδή το να αποκαλείσαι μάρτυς του Χριστού,  ομολογητής της αληθείας».

«Δια τούτο σού υπενθυμίζω να μη ξεφύγης καθόλου από την ένστασι, συ που έχεις στηριχθή πάνω στην ασάλευτη πέτρα της Ορθοδοξίας, μήτε να γίνης ευκολο-πτόητη και διχόγνωμη, εξ αιτίας των πτώσεων [στην αίρεσι] είτε λαϊκών είτε μοναστών και όσων νομίζουν ότι είναι κάτι, η γενικώς οποιουδήποτε άλλου. Αυτοί είναι ψευδάδελφοι, ψευδαπόστολοι, που έχουν μόρφωσιν  ευσεβείας, αλλά έχουν αρνηθή τη δύναμί της [Β΄Τιμ. 3, 5]. Πολλοί δοκησίσοφοι και «αρχιεροφανείς» [φαινομενικοί αρχιερείς] και «αγιόδοκοι» [φαινομενικοί άγιοι] νικήθηκαν  στις παλαιές γενεές· αντιθέτως, έλαμψαν ως φωστήρες εν τω κόσμω [Φιλιπ. 2, 15] ολίγοι και αληθινοί σοφοί, οι οποίοι διαβιούν με φόβο Θεού, επειδή αρχή σοφίας είναι το να βοβήται κάποιος τον Κύριο [Ψαλμ. 110, 10], μολονότι δεν έχουν θεωρηθή και σπουδαίοι, επειδή ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, αλλά ο Θεός στην καρδιά»23.

β. Η αγωνιστική ομολογία των λαϊκών μέσα στους διωγμούς από τους αιρετικούς ελέγχει και κατακρίνει την απραξία πολλών Μοναχών

Πολλά θα μπορούσε κανείς να πεί και εδώ. Εμείς εκλέγουμε μόνο κάτι ενδεικτικό από τον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, προς τον φίλο του Ηγούμενο Θεόφιλο σχετικά με τη «μοιχειανική αίρεση», δηλ. την εκκλησιαστική ανοχή προς τον παράνομο (μοιχικό) γάμο του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και την μετά ταύτα συνοδική αθώωση του («μοιχοζεύκτου») Ηγουμένου Ιωσήφ που ετέλεσε τον παράνομο (μοιχικό) γάμο.

«Επειδή λοιπόν εξήλθε με Σύνοδο εις το εμφανές η αιρετική ασέβεια, πρέπει και η ευλάβειά σου μαζί με όλους τους Ορθοδόξους να εκφράζεται με θάρρος, με το να μη κοινωνή με τους κακοδόξους, μήτε να μνημονεύη κανένα από αυτούς που παρευρέθησαν στη μοιχοσύνοδο ή ομοφρονούν με αυτήν. Και βεβαίως είναι δίκαιον, όσιε πάτερ, αφού είσαι σε όλα θεόφιλος, όπως δηλώνει και το όνομά σου, να αγαπάς τον Θεόν και σ’ αυτό. Διότι ο Χρυσόστομος με έντονη και εκτενή  φωνή εχαρακτήρισε ως εχθρούς του Θεού, όχι μόνον τους αιρετικούς, αλλά και όσους κοινωνούν μ’ αυτούς. Και εάν η δική σου σταθερότης δεν διασφαλισθή, ποιός λοιπόν θα σωθή; Και αυτός που με τη δύναμι του Θεού ωμολόγησε με παρρησία σαν άγιος πλήν ολοκληρωθή η αίρεσι, εάν τώρα, μετά την αίρεσι υποχωρήση, πώς κάποιος άλλος θα τολμήσει να πη «γρύ»;  

«Και εάν το μοναχικόν τάγμα δεν θα τα θεωρήση όλα σκύβαλα [σκουπίδια], εννοώ τα μοναστήρια και όλα τα γύρω από αυτά, πώς ο λαϊκός θα καταφρονήση την γυναίκα, τα τέκνα και τα λοιπά;» 24.

Είναι σαφές το δικαίωμα ή μάλλον η υποχρέωση των πιστών για την υπεράσπιση της Πίστεως. Σε άλλη ενότητα, Θεού θέλοντος, θα διαπραγματευθούμε και το θέμα της συμβολής των Μοναχών στα θέματα Πίστεως.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  • 1. Πρβλ. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι-Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας,Πατερικά 1, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 44.
  • 2.  Λόγος 27,  Θεολογικός 1, 3, PG 36, 13ε. (μεταγλώττιση).
  • 3. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β΄,  εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 2003, σελ. 376 (μεταγλώττιση).
  • 4. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, ένθ’ ανωτ., σελ. 43.
  • 5. Λόγος αποδεικτικός δεύτερος 18 και 28, εκδ. Π. Χρήστου τόμ. 1, 94. 103.
  • 6. Αρχιμανδριτου Γεωργίου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι.Μ. Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2000, σελ. 54.
  • 7. Μοναχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκδ. Σπηλιώτη, Θεσσαλονίκη (α.χ.), σελ. 61.
  • 8. Επιστολή (81) Παντολέοντι Λογοθέτη,  PG 99, 1321Α.Β (μεταγλώττιση).
  • 9. Επιστολή (2) Μονάζουσι, PG 99, 1120Β (μεταγλώττιση).
  • 10. Πεντάβιβλος Αντίρρησις κατά των Νεστορίου δυσφημιών 1, 5, PG 76, 41ε. (μεταγλώττιση).
  • 11. ACO Ι, 1, 1, 101 (μεταγλώττιση).
  • 12. Θεοφάνους, Χρονογραφία Α.Μ. 5940PG 108, 260B.261Β (μεταγλώττιση).
  • 13. Επιστολή Κελεστίνου Νεστορίω ACO 1,1,1,81 (μεταγλώττιση).
  • 14. ACO Ι, 1, 1, 113-114 (μεταγλώττιση).
  • 15. Ολόκληρος ο Βίος εν Ιωαννου Πατριαρχου Ιεροσολυμων, Βίος του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού, PG 94, 429-489. Το συγκεκριμένο περιστατικό, από την παράγραφο ΙΔ΄ (PG 94, 449Β) και εξής.
  • 16. Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Α΄, Αθήναι 1994, σελ. 774.
  • 17. Μηναίον του Αυγούστου, εν Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη «ΦΩΣ», εκδ. «ΦΩΣ», Αθήναι 19702, σελ. 101.
  • 18. Αγαπίου  Ιερομονάχου και Νικοδημου Μοναχου, Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, σελ. 292 (μετγαλώττιση).
  • 19. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. «Άρτος Ζωής», Αθήναι 1973, σελ. 208.
  • 20. Αυτόθι,σελ. 207.208.
  • 21. (§17), εν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σελ. 920.
  • 22. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, ένθ’ ανωτ., σελ. 207.
  • 23. Επιστολή (156) Ειρήνη Πατρικία, εν Theodori Studitae Epistulaeτόμ. Β΄,  εκδ. De Gruyter, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 31, Berlin 1992, σελ. 276.277 (μεταγλώττιση).
  • 24. Επιστολή (39) Θεοφίλω Ηγουμένω, PG 99, 1049Α.Β (μεταγλώττιση).
  • .impantokratoros.gr
Advertisements

Ο «Οικουμενισμός» του αγίου Πορφυρίου και η εικόνα της «Παναγίας Πατριώτισσας»

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 30η Μαρτίου 2017

Η παναίρεση του Οικουμενισμού, το δαιμονικό αυτό κατασκεύασμα των εσχάτων χρόνων, ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, κατά τον αείμνηστο π. Αθανάσιο Μυτιληναίο, μεταχειρίζεται απίστευτα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις, προκειμένου να επικρατήσει. Με στόχο να παραπλανήσει, άλλοτε καταφεύγει σε διαστροφή ιστορικών γεγονότων, (βλέπε προσπάθεια παρουσιάσεως του Σχίσματος Ανατολής και Δύσεως ως οφειλόμενο σε ανθρώπινες εμπάθειες και μίση, ή σε πολιτικούς λόγους και πάντως όχι σε δογματικές πλάνες των Δυτικών). Άλλοτε καταφεύγει σε προβολή ορισμένων λόγων αγίων και σε αποσιώπηση άλλων λόγων των, (βλέπε λόγους του αγίου Μάρκου του Ευγενικού προ της ενάρξεως της Ψευδοσυνόδου Φεράρας -Φλωρεντίας και άλλους λόγους του μετά την λήξη της). Άλλοτε σε επινόηση να δοθεί ειδική ερμηνεία σε δογματικές αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, (βλέπε προσπάθεια των οικουμενιστών να ερμηνεύσουν τον όρο «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, ως δήθεν τεχνικό όρο). Άλλοτε σε προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης ως Ορθόδοξη και ως λαβούσα δήθεν Ορθόδοξες αποφάσεις, (βλέπε πρόσφατο ανακοινωθέν «Προς τον λαό» της Δ.Ι.Σ.).

Ενώ άλλοτε επιχειρεί να διαστρέψει λόγους αγίων και να τους παρουσιάσει ως έχοντες δήθεν οικουμενιστικές ιδέες και αντιλήψεις και ως προωθούντες τον Οικουμενισμό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση θα πρέπει να εντάξουμε την προσπάθεια κάποιων οικουμενιστών να διαστρεβλώσουν ορισμένους λόγους και πράξεις των νεοφανών αγίων της Εκκλησίας μας, Πορφυρίου και Παΐσίου, προκειμένου να τους παρουσιάσουν ως «οικουμενιστές» και ως επευλογούντες την αίρεση.

Στις γραμμές που ακολουθούν, θα αναφερθούμε σε μια τέτοια περίπτωση, που αφορά συγκεκριμένα τον άγιο Πορφύριο. Με βάση έγκυρες πληροφορίες που λάβαμε στο Γραφείο μας, τα τελευταία χρόνια ιδρύθηκε κάποιο σωματείο με την επωνυμία «ΕΛΑΙΑ Α.Μ.Κ.Ε.», με έδρα τον Πειραιά, (οδός Πατριάρχου Ιωακείμ 39, τ. κ. 18539). Ως πρόεδρος φέρεται ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Γεώργιος Αλευράς ο Καυσοκαλυβίτης. Από πληροφορίες που συλλέξαμε, σκοπός του σωματείου είναι η εθνική, ηθική και κοινωνική εξύψωση της χειμαζόμενης από την τελευταία κρίση Πατρίδος μας. Μάλιστα προβάλλεται ως πρότυπο πορείας της πολιτείας μας η μορφή και το έργο του αειμνήστου πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια. Για το σκοπό αυτό το σωματείο εξέδωσε και πολυτελή τόμο με τίτλο «Ο Άγιος της Πολιτικής», με σπάνιο αρχειακό υλικό για τον πρόωρα αδικοχαμένο πολιτικό, με συγγραφέα τον κ. Ιωάννη Κορνιλάκη, διευθύνοντα σύμβουλο του σωματείου.

Μέχρις εδώ όλα καλά και επαινετά. Ωστόσο το εν λόγω σωματείο φαίνεται ότι δεν αρκείται στην πατριωτική του δράση, αλλά επεκτείνει τις δραστηριότητές του και σε εκκλησιαστικά θέματα. Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ως άνω βιβλίου, στις σελίδες του προβάλλονται με κατάλληλο και έντεχνο τρόπο παράλληλα με το πρόσωπο και το έργο του Ιωάννου Καποδίστρια και οικουμενιστικές θέσεις, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον μεγάλο πολιτικό ηγέτη της πατρίδος μας. Γίνεται λόγος για την άρση των αναθεμάτων το 1965, προβάλλεται η γνωστή φράση, «ίνα ώσιν εν»,η οποία χρησιμοποιείται για να στηριχθεί την οικουμενιστική ιδεολογία, παρατίθενται λόγοι του Πάπα Βενεδίκτου του 16ου περί ενότητος των «Εκκλησιών», γίνεται λόγος περί διεσπασμένης Εκκλησίας κλπ. Τέλος παραθέτουν πολλές εικόνες αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, μεταξύ των οποίων και μία με τίτλο: «Παναγία ίνα ώσιν εν, η Πατριώτισσα». Στην εικόνα αυτή απεικονίζεται η Θεοτόκος σε στάση δέησης, να κρατάει στα δύο χέρια της δύο ομοιώματα ναών, την Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως και τον Άγιο Πέτρο Ρώμης, που συμβολίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία», τον Παπισμό. Αναμφίβολα το ομοίωμα του ναού παραπέμπει στην έννοια της Εκκλησίας και ως εκ τούτου η παράσταση παραπέμπει στην αποδοχή, ότι η παπική θρησκευτική κοινότητα είναι αληθής Εκκλησία, ισότιμη με την Ορθόδοξη! Στα σπλάγχνα της Παναγίας εικονίζεται μέσα σε κύκλο ο χάρτης της Ελλάδος με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Πάνω από την Παναγία εικονίζεται ο Χριστός σε στάση ευλογίας και πάνω από τον Χριστό η φράση «ίνα ώσιν εν». Δεξιά και αριστερά της εικόνος εικονίζονται οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, οι άγιοι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο άγιος προφήτης Ηλίας. Η όλη παράσταση θέλει να διακηρύξει την θερμή δέηση της Θεοτόκου προς τον ύπερθεν αυτής εικονιζόμενο Υιό της για την «ένωση των Εκκλησιών» Ορθοδοξίας και Παπισμού, ενώ ο Χριστός ευλογεί την εν λόγω οικουμενιστικού τύπου ένωση με βάση τους λόγους του «ίνα ώσιν εν», κατά την αρχιερατική του προσευχή.

Το ότι αποδίδεται οικουμενιστικού τύπου ερμηνεία στη περιλάλητη φράση «ίνα ώσιν εν», αποδεικνύεται από ορισμένα αποσπάσματα του βιβλίου. Στη σελίδα 186 ο συγγραφέας γράφει: «Εκατόν τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, [από την επιστολή που έστειλε ο Καποδίστριας προς τον τότε Πάπα της Ρώμης] και συγκεκριμένα στις 7 Δεκέμβρη 1965 με το νέο ημερολόγιο, Ανατολή και Δύση Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική, Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και Πάπας Παύλος ΣΤ΄ κάνουν το πρώτο βήμα προς το ευαγγελικό, ίνα ώσιν εν, αίροντες τα ένθεν κακείθεν αναθέματα των δύο εκκλησιών από το 1054». Παρά κάτω στη σελίδα 691 γράφει: «Αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054. Ο συμβολισμός του τρομαχτικός. Διάσπαση του χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του ίδιου του σώματος του Χριστού».

Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο, να κάνουμε ένα σύντομοσχόλιο γύρω από την Ορθόδοξη ερμηνεία της φράσεως «ίνα ώσιν εν», επειδή η φράση αυτή έχει κακοποιηθεί βάναυσα από τους οικουμενιστές, οι οποίοι την χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να δηλώσουν, ότι αυτή δήθεν αναφέρεται στην μελλοντική ενότητα των εκκλησιών και ότι ο Χριστός προανήγγειλε ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες θα αποκτήσουν στο μέλλον ενότητα μεταξύ τους και θα αποτελέσουν τη «Μία» εκκλησία, υπονοώντας, ότι η Εκκλησία τώρα είναι διεσπασμένη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό παρατηρεί: «Ίνα ώσιν εν, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί, και εγώ εν σοι […] Τι είναι, λοιπόν, το ‘Εν ημίν’; Στην πίστη προς εμάς. Επειδή βέβαια τίποτε δεν σκανδαλίζει όλους, όσο η διάσπαση, αυτό κατασκευάζει, ώστε να γίνουν ένα. Τι, λοιπόν; Το κατόρθωσε αυτό, λέγουν; Και πάρα πολύ το κατόρθωσε. Διότι, όλοι όσοι πίστευσαν μέσω των Αποστόλων είναι ένα, μολονότι κάποιοι από αυτούς αποσπάστηκαν […]», (Ε.Π.Ε.14,594). Δηλαδή η αίτηση του Κυρίου προς τον Θεόν Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσιν» εκπληρώνεται ήδη εντός της Μιας Ορθοδόξου Εκκλησίας, διά της ταυτότητος της Ορθοδόξου Πίστεως πάντων. Η ενότητα εντός της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το ζητούμενο, αλλά είναι δεδομένη, είναι μια πραγματικότητα που υφίσταται. Δεν υφίσταται εκκρεμότητα ως προς την ενότητα, αλλ’ εκείνο που εκκρεμεί είναι η υπό των ετεροδόξων αποδοχή της μόνης αληθούς Ορθοδόξου Πίστεως. Κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο η φράση «ίνα πάντες εν ώσιν» «συνδέεται αναπόσπαστα με άλλες φράσεις, όπως ‘καθώς συ, πάτερ, εν εμοίκαγώ εν σοι’, (Ιω.17, 21) και τη φράση ‘εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν’, (Ιω.17, 23) και επίσης την άλλη φράση ‘ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι’, (Ιω.17, 24). Και σαφώς, εδώ, ο Χριστός αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων κατά θεωρίαν της δόξης του Θεού, την θέα του ακτίστου Φωτός, που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, γιατί ακριβώς τότε οι Απόστολοι απέκτησαν και ενότητα ουσιαστική μεταξύ τους. Επομένως όσοι εκ των Αγίων μέσα στην ιστορία φθάνουν στη θέωση και στη θεωρία του ακτίστου Φωτός, αποκτούν ενότητα με τους Αποστόλους, έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και εφαρμόζεται το χωρίο αυτό, του Χριστού, ‘ίνα ώσιν εν’», («Ο Οικουμενισμός στην πράξη, ήτοι την θεολογία και την άσκηση», στον Συλλογικό τόμο «Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις», Εκδ. Θεοδρομία, τομ. Β΄, σελ. 787). Επίσης η φράση «ίνα ώσιν εν» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όσα προηγουμένως είπε ο Κύριος στον παραβολικό λόγο του περί της αμπέλου και των κλημάτων, τα οποία αποκόπτονται από την άμπελο. Τα κλήματα τα οποία δεν φέρουν «καρπόν» αληθούς Ορθοδόξου πίστεως και αγιοπνευματικής ζωής είναι οι αιρετικοί, οι οποίοι «αίρονται», αποκόπτονται από τον αμπελουργό Πατέρα, και παύουν να αποτελούν κλήματα της νοητής αμπέλου, της Εκκλησίας, παύουν δηλαδή να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας. Επομένως το «ίνα ώσιν εν», που λέει παρά κάτω ο Κύριος, δεν αφορά τα αποκοπέντα κλήματα. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν προσεύχεται ο Κύριος, να παραμείνουν τα αποκοπέντα κλήματα, (=οι αιρετικοί), ενωμένα με την άμπελο, (=την Εκκλησία), διότι τα κλήματα αυτά απορρίπτονται εις το «πυρ» το εξώτερο, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Κυρίου: «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν.15,6).

Τόσον ο συγγραφέας του ως άνω βιβλίου, όσον επίσης και ο Πρόεδρος του σωματείου π. Γεώργιος Αλευράς, αγνοούντες προφανώς την Ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία του χωρίου «ίνα πάντες εν ώσιν», έφθασαν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι, η «ένωση των Εκκλησιών» δεν αποτελεί μόνον δέηση της Θεοτόκου, αλλά και εσχατολογική «παρακαταθήκη» του Χριστού και ταυτόχρονα «παρακαταθήκη» του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και συνάμα «παρακαταθήκη» του Ιωάννη Καποδίστρια. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο π. Γεώργιος υπήρξε υποτακτικός του αγίου Πορφυρίου και έζησε μαζί του ως «δόκιμος» μοναχός για 5-6 μήνες, μέχρι της οσιακής κοιμήσεώς του. Σε ομιλία του στις 16 Δεκεμβρίου 2010 στην Πρεσβεία της Ρωσικής ομοσπονδίας στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Ιωάννης Καποδίστριας- Ο άγιος της Πολτικής» αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ο Γέρων Πορφύριος έβλεπε τον διχασμό των ανθρώπων σαν καταστροφή και πονούσε μέρα και νύχτα. Γι’ αυτό λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, για μισή ώρα περίπου, ψέλλιζε στα χείλη την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές, το ‘ίνα ώσιν έν’, αδιαλείπτως. Μ’ αυτή την ευχή πήγε στον αγαπημένο του Χριστό. Προσευχόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, για την ενότητα όλου του κόσμου», (Ιερομ. Γεώργιος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής, Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους).

Το ότι δυστυχώς ο π. Γεώργιος παρερμήνευσε τους τελευταίους λόγους του αγίου Πορφυρίου, αποδεικνύεται από όσα καταθέτει, σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί, ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Δαμασκηνός, τέως αρχιγραμματέας της Ιεράς Κοινότητος του αγίου Όρους σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (15.8.2014). Γράφει: «Δυστυχώς ο αγιορείτης Ιερομόναχος Γεώργιος Αλευράς, Καυσοκαλυβίτης, εις το βιβλίον του κ. Κορνιλάκη: «Επιστολαί του Καποδίστρια»…διαστρέφει το περιεχόμενον της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, «ίνα ώσιν εν» και την ερμηνεύει, ότι αφορά την ένωσιν της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως και είναι δήθεν σύμφωνος με την γραμμήν των διαλόγων, ως γίνονται σήμερον. Ο υποφαινόμενος, ερμηνεύων την πραγματικήν ‘έννοιαν της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, όστις έχει ενώπιόν του μίαν εξαμελή συνοδείαν με τα προβλήματα τα συγκεκριμένα που έχει κάθε συνοδεία, εύχεται για την ενότητά της καθώς απέρχεται εκ του παρόντος βίου και αποχαιρετά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που με υποδειγματικόν σεβασμόν και αγάπην τον υπηρετούν…Ο γράφων ως γνωρίζων εκ του σύνεγγυς τον άγιον Πορφύριον από τα φοιτητικά του χρόνια, κατά την δεκαετία του 1960, ότε ούτος ήτο εφημέριος εις την Πολυκλινικήν Αθηνών της οδού Πειραιώς και διατηρήσας την πνευματικήν επικοινωνίαν μέχρι της κοιμήσεώς του, βεβαιώνει ότι ο άγιος Πορφύριος δεν συνεφώνει με τας μεταβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου εις την Ρώμην, ούτε με τους διαλόγους, καθ’ ον τρόπον γίνονται». Όπως μας βεβαιώνει ο π. Δαμασκηνός, τον Δεκέμβριο του 1987, καθ’ ον χρόνον εργαζόταν με την σύνταξη σχεδίου επιστολής προς τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη κυρό Δημήτριο, διά της οποίας διαμαρτυρόταν σύσσωμη η Ιερά Κοινότης για την πατριαρχική επίσκεψη στη Ρώμη, άκουσε το τηλέφωνο και τον άγιο Πορφύριο να ομιλεί: «-‘Τι γράφεις μωρέ;’- Γράφω, Γέροντα, την επιστολήν, ην προτίθεται η Ι. Κοινότης να αποστείλει, ως διαμαρτυρίαν, εις τον Παναγιώτατον Πατριάρχην Δημήτριον, δια την επίσκεψίν του εις την Ρώμην. -‘Διάβασε το γράμμα να ακούσω’ …Έγραφα λοιπόν: ‘Πως Παναγιώτατε, μετέβητε εν τω αμοίρω της Χάριτος Ναώ των απ’ αιώνων αιρετικών; Η Ρώμη δεν έχει την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, ούτε έγκυρα μυστήρια’. Και ο π. Πορφύριος μου απαντά: -‘Ωραία τα γράφεις. Θα αρέσει η επιστολή εις τον Πατριάρχην. Δεν μπορείς να είπης εις τους Παπικούς, ότι έχουν Χάριν, και Μυστήρια. Δεν έπρεπε ο Πατριάρχης να μεταβεί εις την Ρώμην, διότι αυτοί κερδίζουν, χωρίς να διορθώνονται και ζημιούται η Ορθοδοξία…», (Περιοδ. Θεοδρομία, έτος 16, τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, σελ.363-364).

Επανερχόμενοι στο σχολιασμό της εικόνος «Παναγία ίνα ώσιν εν η Πατριώτισσα», προσθέτουμε, πέραν των όσων εσημειώσαμε προηγουμένως, ότι η εν λόγω εικόνα αποκτά και εθνικιστικό περιεχόμενο. Το γεγονός ότι η Παναγία εικονίζεται να φέρει στα σπλάγχνα της την Ελλάδα και επιγράφεται ως «η Πατριώτισσα», υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι έχει προτίμηση σε ένα έθνος – λαό, τον Ελληνικό. Προφανώς λησμονεί το σωματείο και ο π. Γεώργιος, ότι ο εθνικισμός και ο εθνοφυλετισμός, οι οποίοι έχουν ταλαιπωρήσει αφάνταστα την Εκκλησία, έχουν καταδικασθεί ως αίρεση από την Ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872. Δεν υπάρχει «Θεός του Ισραήλ», ή Θεός της Ελλάδος, ή της Ρωσίας, ή της Σερβίας» κλπ. Ούτε «Παναγία Ελληνίδα, ή Ρωσίδα, ή Σερβίδα» κλπ., αλλά «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ.3,1). Υπάρχει η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15), όπου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένιάρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). Ο Χριστός και η Παναγία ανήκουν σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι μόνον σε κάποιο συγκεκριμένο έθνος, ή σε μερίδα «εκλεκτών». Βεβαίως αυτή η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας δεν αίρει σε καμιά περίπτωση την έννοια της υγιούς φιλοπατρίας, η οποία είναι θεμιτή και ευλογημένη, εν όσο πιστεύεται με ακρίβεια η σώζουσα πίστη και τηρούνται οι σωτήριες εντολές του Θεού. Η Παναγία μας γίνεται προστάτης της Πατρίδος μας όταν ο ελληνικός λαός μετανοεί και βαδίζει πάνω στις εντολές του Ευαγγελίου.

Κλείνοντας, παρακαλούμε τον πιστό λαό του Θεού καθώς και τους αγαπητούς αναγνώστες μας, να επαγρυπνούν και να προσέχουν, διότι το θηρίο της αιρέσεως μεταχειρίζεται απίστευτους τρόπους και δόλιες μεθοδεύσεις, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, το «σβήσιμο» της Εκκλησίας στον ωκεανό της οικουμενιστικής αβύσσου. Ο κίνδυνος να πλανηθεί κανείς δεν είναι μικρός, όταν μάλιστα δεν διαθέτει θείο φωτισμό και επαρκή θεολογική γνώση. Το μεγάλο δίδαγμα, η μεγάλη αλήθεια που συνάγεται, απ’ όσα παραθέσαμε παρά πάνω, είναι ότι το θηρίο της αιρέσεως έχει τη δύναμη να πλανήσει όχι απλώς λαϊκούς, αλλά ακόμη και μοναχούς, που εγκατέλειψαν την ματαιότητα του κόσμου, για να επιτύχουν ευκολότερα την σωτηρία τους. Και μάλιστα μοναχούς όχι τυχαίους, αλλά μοναχούς, που είχαν την ευλογία και τη θεία δωρεά, να χρηματίσουν μαθητές αγίων γερόντων, όπως είδαμε προηγουμένως με τον ιερομόναχο π. Γεώργιο, για τον οποίο όλοι μας πρέπει να προσευχόμεθα, να του δώσει ο Θεός μετάνοια και φωτισμό. Ο διάβολος δεν αστειεύεται. Σκοτώνει ψυχές! Δεν είναι εύκολο, να διακρίνει κανείς τις παγίδες που μας στήνει, δεδομένου ότι προκειμένου να παραπλανήσει, καλύπτει την πλάνη και το ψεύδος με ευλογοφανή θεολογικά επιχειρήματα, με ευσέβεια και εκκλησιαστικότητα. «Εν μέσω παγίδων διαβαίνομεν και επί επάλξεων περιπατούμεν». Αυτά δεν τα λέμε για να πανικοβληθούμε και να τρομάξουμε, αλλά για να προσέχουμε μήπως και εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, πέσουμε στην παγίδα της αιρέσεως. «Βλέπετε ουν πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι», (Εφ.5,15-16) μας λέει ο απόστολος. Οδηγοί μας ας είναι οι Άγιοι Πατέρες μας και όσοι ελάχιστοι τους μιμούνται στις «πονηρές» ημέρες, που επέτρεψε ο Κύριος να ζήσουμε.

Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Πηγή ΑΚΤΙΝΕΣ

«Αγαπητοί μας πλανηθέντες πατέρες… εσείς, οι αποκλειστικώς υπεύθυνοι γιά τά σχίσματα»!

«Αγαπητοί μας πλανηθέντες πατέρες… εσείς, οι αποκλειστικώς υπεύθυνοι γιά τά σχίσματα»!

Μία ἀποστομωτική ἀπάντηση γιά ὅλους αὐτούς πού ἰδιοτελῶς διοργανώνουν ἡμερίδες στήριξης τῶν ἀπαράδεκτων ἀποφάσεων τῆς ψευτοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου


  Ἡ ἀνωτέρω σεπτή ἱερά εἰκόνα τῶν Πατέρων καί ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἦλθε στήν κατάλληλη καί μοιραία ὥρα γιά τό ἔθνος μας. Τά ἱστορούμενα στήν εἰκόνα φρικτά μαρτύρια τῶν Πατέρων πού σφαγιάσθηκαν ὑπό τῶν λατινοφρόνων καί Λατίνων χτυποῦν μέ ἕνα τσεκούρι τήν ψυχή καί ὅλες μας τίς αἰσθήσεις, τίς νεκρωμένες ἀπό τήν ἀποστασία∙ γιά νά συγκλονίσουν, γιά νά μᾶς ξυπνήσουν, γιά νά μᾶς θυμίσουν πώς οἱ ὁμολογηταί αὐτοί προτίμησαν τά μαρτύρια καί τόν θάνατο ἀπό τόν ἐκλατινισμό, ἔστω καί στό ἐλάχιστο, λέγοντας «ἡμεῖς βουλόμεθα ἀποθανεῖν ἤ λατινῖσαί ποτε».
    Σέ ὅσους ὀρθοδόξους ἔμειναν ἀκατήχητοι, ἀμόρφωτοι, ἀκόμη καί μέ masters καί ντοκτορά, σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν χάσει τόν πνευματικό τους προσανατολισμό μέσα στή σύγχυση καί τήν πολυγνωμία, πού τόν βύθισαν οἱ συντελεστές τῆς πανθρησκειακῆς δαιμονικῆς συνάξεως στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, ἡ παραπάνω συγκλονιστική ἁγία εἰκόνα διαμηνύει τήν ἀντίθεση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τόν Παπισμό∙ τήν ἀπόσταση πού εἶναι τόσο μεγάλη, ὅση ἡ ἀπόσταση ἡ ὁποία χωρίζει τόν Παράδεισο ἀπό τήν Κόλαση.
    Στήν ἀέναη διαδρομή τοῦ χρόνου ἐπί αἰῶνες μακρούς ἐργάστηκε ἡ «Ἁγία Ἕδρα» μέ τό εἰρηνόφιλο προσωπεῖο της καί τούς ἐργάτες τοῦ παπικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ νὰ καθυποτάξει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἁγία Ὀρθοδοξία.
     Τά ὅσα λοιπόν ἀπίστευτα συνέβησαν μέ τή διεξαγωγή αὐτῆς τῆς Συνέλευσης τῶν προκαθημένων στό Κολυμπάρι, βεβαίωσαν σχεδόν ὅλο τόν λαό ὅτι «ὅλες οἱ μεγάλες αἱρέσεις πού ἐμφανίστηκαν στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὠχριοῦν μπροστά στήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ».
   Ἐσήμανε λοιπόν ἡ ὥρα, μέ τή Σύναξη αὐτήν, ἐπειδή οἱ ἐμπνευστές της καί ὀργανωτές τηςσυνεχίζουν τό πονηρό τους ἔργο, νά φωνάξουμε «urbi et orbi», ἀφοῦ «ὁ παπικός θρόνος μερίμνησε νά μήν παραλείψει οὔτε μία ἀνήθικη, βδελυρή, ἐγκληματική ἀποτροπιαστική κατά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐνέργεια»∙ Πῶς πράγματι ὁ τόπος αὐτός πρίν πολλές δεκαετίες παραδόθηκε σέ μία «ἀνελέητη αἰχμαλωσία πού ἤδη μέχρι τώρα ἔκανε τόση ζημιά ὅσο καμμιά ἄλλη συμφορά στή Νεώτερη Ἱστορία»; Ὁ χῶρος δέν ἐπιτρέπει ἀνάλυση, ἡ ὁποία ἄλλωστε

περιττεύει, ἀφοῦ ἡ βιβλιογραφία ἡ ὁποία ὑπάρχει εἶναι φοβερή.

Ἡ Ὕβρις
 
   Ὕβρις = ἔπαρσις, αὐθάδεια, θρασύτης, ἀναισχυντία. Ὅλα αὐτά πού εἶναι τό περιεχόμενο τῆς ὑπερηφανείας ὁδήγησαν στήν πτώση ἀπό τήν ἀλήθεια καί τήν κατάπτωση στό βάραθρο τῆς αἱρέσεως, τήν παπική «ἐκκλησία». Αὐτό ἐπεφύλαττε καί γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ οἰκουμενιστική σύναξη στό Κολυμπάρι. Τά ἴδια συστατικά στοιχεῖα χαρακτηρίζουν καί τήν περίεργη στήν Κρήτη —τήν παναίρεση τοῦ πανθρησκειακοῦ οἰκουμενισμοῦ— «Σύνοδο». Ὡστόσο ἀποδείχθηκε καί μέ τίς χιλιάδες ὑπογραφές πού συγκεντρώθηκαν  —δηλώνοντας ὅτι ἀκυρώνουν τή «Σύνοδο»— πώς τά πραγματικά πνευματικά ἀντισώματα τοῦ λαοῦ μας, πού ζεῖ τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δέν χάθηκαν. Ἔτσι ὡς ἀπότοκο εἶχε ὅλη αὐτή ἡ ἀναστάτωση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας νά ἀνακαλύψει ὁ λαός πώς ὁ πολυκέφαλος ὄφις τῆς πλάνης «ὅ,τι δέν κατάφερε ἀνά τούς αἰῶνες μπορεῖ πλέον νά τό πραγματοποιήσει διά τοῦ οἰκουμενισμοῦ»!
    Ἡ ὑψηλοφροσύνη, πού ὡς πύργος ὑψώθηκε καί ἐμπόδισε τότε τούς ἀνθρώπους νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια, κατέρρευσε. «Δεῦτε καί καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν τήν γλῶσσαν». Τά σκεφθήκαμε αὐτά γιατί ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ μεταξύ αὐτῶν πού ἀποβλέπουν σ’ ἕναν ἀλλόκοτο συγκρητισμό τῶν λαῶν μᾶς φέρνει πίσω στήν ἐποχή του πύργου τῆς Βαβέλ. Ὅπως τότε, τό ἔργο τους σκόρπισε καί διαλύθηκε.
    Σύγχυση γλωσσῶν, ἀσυνεννοησία, ὅπως συμβαίνει καί στίς μέρες μας. Σύγχυση, ταραχή, πρό καί μετά προπαντός τή διεξαγωγή, τήν πραγματοποίηση τῆς «Συνόδου», ἡ ὁποία μοναδικό στόχο εἶχε τήν ἑδραίωση, τήν ἐπίσημη ἀναγνώριση τῆς καταφρόνησης τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος καί ἤθους ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ, ἐκ μέρους τῶν κληρικῶν μας.
   Ὅμως ἡ «νέμεσις» παροῦσα καί σ’ αὐτήν τήν ἱστορική στιγμή τῆς ἀνθρωπότητος. Γιατί ἕναν νέο πύργο πού ὀνομάζεται πανθρησκεία, ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, πού συμπορεύεται μέ τόν οἰκουμενισμό καί ὑπηρετεῖται ἀπ’ αὐτόν, προσπάθησαν ὅλοι αὐτοί νά ὑψώσουν.
    Ὅμως «πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατά τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ κρημνίζεται». Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἀκυρώθηκε στή συνείδηση τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ καί θεωρεῖται ὡς μή γενόμενη. Καί διαπιστώσαμε, μέσα στόν ἀνεκλάλητο πόνο μας γιά τήν πίστη καί τή σωτηρία μας, πού κινδυνεύουν, πώς τά ἐννιακόσια ἑξήντα τόσα χρόνια παπισμοῦ, τά ὁποῖα διέβρωσαν τό γένος τῶν Ἑλλήνων, στάθηκαν ἱκανά νά διαβρώσουν ὥς καί τόν κλῆρο μας. Ἔγραψε πρό πολλῶν ἐτῶν ὁ ἀείμνηστος Κώστας Σαρδελῆς:
   «Ὁ ἀγώνας τῶν γραικύλων πέρασε στήν τελευταία καί ἀποφασιστική φάση τοῦ σατανικοῦ τους σχεδίου καί ἀπεργάζεται ὑπό τούς ἐκκωφαντικούς τυμπανισμούς κάποιου μανιακοῦ ὄχλου τόν πνευματικό μας θάνατο».
     Μέσα στήν πλάνη μας ὅμως δέν κατανοοῦμε πώς βοηθᾶμε τούς γραικύλους. Γι’ αὐτό καί οἱ πλεῖστοι ἀπό τούς Μητροπολίτες μας κωφεύουν ἤ σιωποῦν. Γι’ αὐτό καί δέν ξεσηκώθηκαν, ἐνῶ τούς περιμένουμε ἐναγωνίως νά μᾶς εἰποῦν:
        «Φωνάξτε “ὁ Θεός ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν».
     Τί εἶναι ὅμως πλάνη;
    Μᾶς ἀπαντᾶ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Ἡ ἔλλειψη συνείδησης τῆς ἁμαρτωλότητας».
  Γι’ αὐτό καί ἔννιοι ὑψηλόβαθμοι ὀρθόδοξοι ἱερωμένοι ἐφησυχάζουν ἀκόμη. Γι’ αὐτό ἐξακολουθοῦν νά διαπραγματεύονται (παζαρεύουν) τά Ἱερά τῆς Ὀρθόξοξης Ἐκκλησίας. Διότι δέν ἀντελήφθησαν οὔτε σ’ αὐτήν τήν κομβική στιγμή τῆς Ἱστορίας ὅπου διακυβεύονται οἱ τύχες τῶν λαῶν καί τῶν Ἐθνῶν πώς ὁ Οἰκουμενισμός πού προωθεῖ τήν πανθρησκεία συνδράμει καί στήν ταχύτατη ἐπέλευση τῆς Παγκόσμιας Διακυβέρνησης, τῆς Παγκόσμιας δηλαδή Δικτατορίας πού εἶναι ἐπί θύραις!
    Ἀκόμη καί ἀπό τά βάθη τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος, ὁ τραγικός μας ἔρχεται ἀπό τήν Ε΄ π.Χ. ἑκατονταετηρίδα καί μᾶς φωνάζει:

«εἰδυίαι γάρκαί οὐκ ἐξαίφνης οὐδέ λαθραίωςεἰς ἀπέραντον δίκτυον ἄτηςἐμπλεχθήσεσθ’ ὑπό ἀνοίας»(Γνωρίζοντας καλά κι ὄχι ἔξαφναἤ ἀπατηλά στό ἀπέραντο μπλεχτήκατεδίχτυ τοῦ κακοῦ ἀπό ἄνοια).

   Ἐν τούτοις τόσες καί τόσες σθεναρές ἀντιδράσεις καί κραυγές ἔναντι τοῦ «θηρίου τῆς Ἀποκάλυψης» ἔναντι τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀντιμετωπίζονται χλιαρά ἀπό τούς πλείστους τῶν Ἱεραρχῶν, γιατί… προφασίζονται τόν φόβο «διαρρήξεως» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος!
       Ὁποία εἰρωνεία!
    Ὅταν οἱ ἴδιοι μέ τά ὅσα διέπραξαν στούς Οἰκουμενιστικούς κύκλους, διακυβεύουν τήνσωτηρία μας. Ὅταν μέ ὅσα ἀκόμη ἐξακολουθοῦν νά πραγματοποιοῦν1, γίνονται ἡ αἰτία νά ἐπαληθεύεται ὁ προφητικός λόγος «κεκορεσμένος ἔρωτος θείας καί χριστιανικῆς ὀδύνης λόγος» τοῦ Σέρβου Καθηγητοῦ τοῦ Βελιγραδίου καί Ἀθηνῶν, ἁγίου μας Ἰουστίνου Πόποβιτς:

   «Τίποτε καλό νά μήν περιμένουμε ἀπό μία τέτοια Σύνοδο παρά μόνο σχίσματα, σχίσματα, σχίσματα».

    Προβάλλουμε τόν γραπτό λόγο τοῦ καθηγητοῦ π. Ἰουστίνου, ὄχι γιατί τόν εἴδαμε ὡς δογματικό μόνον, ἀλλά, ἀπό τότε καί ὡς ὅσιον καί ὡς προφήτη, διότι ζῆ μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ τήν τραγωδία τῶν ἀνθρώπων, πρός τούς ὁποίους μέσα ἀπό τά ἔργα του ἐξαγγέλει τήν μοναδικότητα τοῦ Θεανθρώπου, τήν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐκτροπή τοῦ Εὐρωπαίου ἀνθρώπου ἀπό τῆς Ἀληθείας.
      Ἀγαπητοί μας πλανηθέντες πατέρες
 
   Μέ τίς συνάξεις καί τίς ἐγκυκλίους τίς ὁποῖες παρά τίς καταγγελίες τοῦ λαοῦ ἐξακολουθεῖτε νά πραγματοποιεῖτε καί νά ἐκδίδετε, θεωρεῖστε ἐσεῖς, οἱ ἀποκλειστικῶς ὑπεύθυνοι γιά τά σχίσματα καί τήν πρόκληση τόσο κακοῦ.
    Ὅμως, ἡ γνωστή παραβολή τοῦ Χριστοῦ (ἡ ἐπιστροφή τοῦ Ἀσώτου) ἐπειδή ἀποτελεῖ ἀπό κάθε ἄποψη τήν κορωνίδα τῶν παραβολῶν, καί ὡς ἡ ἀνακεφαλαίωση τῆς διδασκαλίας Του, θεωρήσαμε ὅτι ὑπεύθυνοι καί ἔνοχοι εἴμαστε καί ἐμεῖς, ὁ λαός. Γιατί εἴμαστε καί ἐμεῖς ὡς ὁ «ἄσωτος» υἱός τῆς παραβολῆς. Τά σκεφτήμακαμε αὐτά, διότι ὁ φιλόσοφος τῆς Ἑλλάδος Ἀριστοτέλης, πού μέ τόν δικό του τρόπο ἑρμηνεύει σέ μεγάλο βάθος τήν ἔννοια τῆς λέξεως «ἄσωτος» γράφει:» τούς γάρ ἀκρατεῖς καί εἰς ἀκολασίαν δαπανηρούς, ἀσώτους καλοῦμεν». ( ἀκρατής = ὁ ἀνίσχυρος, ὁ μή ἐλέγχων, ἀδύναμος.
   Ἡ ἀξία τῆς λογοτεχνικῆς αὐτοτέλειας τῆς παραβολῆς, ἔγκειται στήν παραστατικότητα τῆς διηγήσεως μιᾶς ἱστορίας ὑψηλῶν ἐννοιῶν. Αὐτές τίς ὑψηλές ἔννοιες ἀναλύοντας καί αὐτοανακρινόμενοι ἐμεῖς ὁ λαός, πού ἀποτελοῦμε μαζί σας (τόν κλῆρο) τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, αὐτοχαρακτηριοστήκαμε καί ὡς ἀνίσχυροι καί ἀδύναμοι στήν πίστη, ἀφοῦ τόσα χρόνια ἀφήσαμε νά γίνονται ἀποδεκτά τά τετελεσμένα τῆς πεπλανημένης πορείας ὑμῶν τῶν οἰκουμενιστῶν Ἱεραρχῶν. Γιατί δέν κινήσαμε τίς σειρῆνες νά σᾶς ξυπνήσουν, γιά νά ἀφουγκραστεῖτε τόν ἀχό τῆς σεισμικῆς καταστροφῆς πού προκάλεσε ἡ ἐκκλησιαστική ἐκτροπή σας, ἀγαπητοί μας Ἱεράρχες, καί γενικῶς ὁ κλῆρος μας.
1.  Περιοδ. (ἔκδοση Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ»Τ.Θ. 107  Τ.Κ. 421 32 Τρίκαλα Σεπτέμβριος 2016 σελ 27) «Ἀποτελεῖ, πραγματικά, τεράστια πρόκληση γιά τό ὀρθόδοξο αἴσθημα τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἡ ἐπιμονή πλέον τῆς Ι. Συνόδου νά ὁρίζει τούς συγκεκριμένους ἀντιπροσώπους στούς διαλόγους, ἐνῶ γνωρίζει  τίς ἐκπεφρασμένες οίκουμενιστικές ἀντιλήψεις τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ἀποτελοῦν οἱ Μητροπολῖτες Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος καί Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος» κ.λ.π. Καί φιλοϊσλαμιστής ὁ κ. Ἰγνάτιος!!!
2.  «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» Ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη (Ἀρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ Θεσ/κη 1974 «Ὁ Οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα» κ. ἄ.
Ὁ  λαός τοῦ Θεοῦ

Αίρεση και Εκκλησία

485652-kyriaki orthodoxias

Απόστολου Σαραντίδη

 

Αίρεση γενικά αποκαλείται το θεολογικό σύστημα το οποίο έχει απορριφθεί από την Εκκλησία διότι σφάλει ως προς την αλήθεια η οποία είτε αποτελεί εμπειρική βίωση και όραση του Θείου ή συνήθως διατυπώνεται με σαφήνεια από Οικουμενική Σύνοδο. Ως αίρεση νοείται η ανατροπή της πίστεως, η εκτροπή από την αποκαλυφθείσα αλήθεια, η αστοχία περί την αλήθεια, το ναυάγιο περί την πίστη, ψευδοδιδασκαλία, ψευδοπροφητεία, εκφυλισμός του εκκλησιαστικού γεγονότος, βλασφημία, ενώ κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στην αίρεση «η διαφορά φαίνεται παρευθύς και αμέσως περί την της εις Θεόν πίστεως». Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η αίρεση αποτελεί εναντίωση στο Ευαγγέλιο και στην «υγιαίνουσα διδασκαλία», «καινοτομία περί την πίστην» η οποία τραυματίζει την εκκλησιαστική συνοχή. Όλες, μα όλες οι αιρέσεις που παρουσιάστηκαν στην ιστορία της Εκκλησίας  στο κοινό χριστιανικό πλαίσιο κινούνταν πάντοτε μέσα στον θρησκειοποιημένο ατομοκεντρικό χώρο της θρησκείας.

Θα πρέπει όμως να τονιστεί πως η αίρεση διαφέρει από το σχίσμα. Το σχίσμα έχει να κάνει με διοικητική – νομολογιακή διαφορά και δεν είναι απαραίτητο ένας σχισματικός να είναι κατ’ ανάγκη και αιρετικός αλλά μπορεί και να είναι. Βέβαια στον χώρο της παρανόησης, εσφαλμένα ένας αιρετικός συχνά μπορεί να αποκαλείται σχισματικός ή και αντίστροφα.

Κατόπιν ομολογίας Αγίων Πατέρων δι’ Αγίου Πνεύματος, η αίρεση αποτελεί σε τελική ανάλυση βλασφημία είτε κατά της Αγίας Τριάδος είτε μεμονωμένα κατά των Υποστάσεών της και για τον λόγο αυτό η κριτική που της γίνεται είναι αυστηρότατη σε σημείο να παρεξηγείται από κατά καιρούς αδαείς περί των εκκλησιαστικών ζητημάτων. Είναι περίπου σαν να βγαίνει κάποιος δημόσια ή ιδιωτικά και να αρχίζει να λέει: «… τον Χριστό σου, … την Παναγία σου κλπ.» Σχηματικά, είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι βλασφημία κατά του Θείου και φυσικά ουδεμία «πνευματική» επικοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει με αυτόν έως ότου συνέλθει και μετανοήσει. Με μια σημαντική επισήμανση όμως η οποία παραπέμπει στο παράδειγμα του ιερού Αυγουστίνου. Ο αιρετικός που δεν έχει επίγνωση του τι πράττει ή δεν του έχει υποδειχθεί το λάθος, δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζεται με την ίδια αυστηρότητα. Για παράδειγμα, τα εκατομμύρια «πιστών» όλων των αποχρώσεων ακόμη και μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Η πλειοψηφία αυτών αδιάφορη και «χλιαρή». Ούτε που αντιλαμβάνονται τι γίνεται και τι τους «ξημερώνει». Για τον συνειδητοποιημένο αιρετικό και πνευματικά επικίνδυνο, ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «αρετικν νθρωπον μετ μίαν κα δευτέρανουθεσίαν παραιτο», διότι τον έχει ως υποχείριό του ο Διάβολος και τον οδηγεί γραμμή προς τον πνευματικό θάνατο φορώντας του πνευματικά παραμορφωτικά γυαλιά για να κοιτάζει άλλον Χριστό. Το τραγικό είναι ότι δεν βλέπει. Απλά κοιτάζει. Μόνο η προσευχή χωρεί για αυτόν με μεγάλη αγάπη. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η Θεία Χάρις κατά τη συνείδησή του.

Εκκλησιαστικά δεν υπάρχει μεγάλη και μικρή αίρεση. Κάθε απόκλιση από την αλήθεια, κάθε προσπάθεια νόθευσης του διάφανου κρυστάλλου της Εκκλησίας, κάθε εκτροπή και εκφυλισμός που διαστρέφει και Πατριάρχης ακόμη, αποτελεί πληγή για τα μέλη της η οποία «αιμορραγεί και μολύνει» τον νου και την ψυχή και είναι καταδικαστέα. Οδηγεί δηλαδή απευθείας και ύπουλα προς τον πνευματικό θάνατο. Και το δραματικό είναι πως αυτό πολύ δύσκολα γίνεται αντιληπτό. Κάποτε ο Διάβολος μέσω κάποιων κακόβουλων πήγε να πειράξει έναν σεβάσμιο γέροντα στο Άγιο Όρος, κατά τη συνήθη τακτική του εκεί, με σκοπό να τον οδηγήσει στην οίηση και τον ξιπασμό κι εκείνος τους αντιμετώπιζε με άκρα ταπείνωση: «Είσαι κλέφτης – Είμαι. Είσαι ψεύτης – Είμαι. Είσαι λαίμαργος – Είμαι. Είσαι πόρνος – Είμαι. Είσαι αιρετικός – Όχι, δεν είμαι». Στο ερώτημα του υποτακτικού του γιατί στο τελευταίο απάντησε έτσι, του είπε πως σε όλα τα υπόλοιπα αμαρτήματα θα μπορούσε να βάλει μετάνοια και να σωθεί, με την αίρεση όμως είναι χαμένος «από χέρι». Τόσο μεγάλη σημασία δίνουν οι Πατέρες στο πρόβλημα αυτό αρκεί να τίθεται με προσοχή στις πραγματικές του προοπτικές και διαστάσεις και πάντοτε υπό τους κόλπους της Εκκλησίας. Ο αιρετικός πιστεύει σε αλλοτριωμένο, άρα άλλον Θεό – είδωλο δηλαδή είναι κατά βάση ειδωλολάτρης.

Για να μιλήσουμε «έξω απ’ τα δόντια», με κομπογιαννίτες αιρετικούς «ιατρούς» και λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία δεν σώζεται ο πάσχων πτωτικός άνθρωπος, τόσο κατά σάρκα όσο και κατά πνεύμα. Αυτό είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό και επιπρόσθετα η μη εκκλησιαστική σύμπραξη με αιρετικούς γίνεται μόνο από αγάπη, προς νουθεσία δική τους και προστασία ημών. Οι ιεροί κανόνες απαγορεύουν τη συμπροσευχή και τη συλλειτουργία σε αιρετικό περιβάλλον. Σε καμία όμως περίπτωση αυτό δεν έχει να κάνει με την ιερότητα του ανθρώπου όποιος κι αν είναι ό,τι κι αν έχει πράξει αυτός καθ’ αυτός αλλά με την αίρεση που μεταφέρει. Ο άνθρωπος ως μοναδική εικόνα Θεού, τιμάται από την Εκκλησία σε όλες του τις διαστάσεις.

Ο Α.Κ.Σαραντίδης είναι δάσκαλος στην Καβάλα και πολιτικός επιστήμων

ΠΗΓΗ.ΣΑΛΠΙΣΜΑ ΖΩΗΣ

Η ορθόδοξη πίστη και η «νέα πίστη» ήγουν απιστία των οικουμενισ τών!

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Αποτέλεσμα εικόνας για όρθόδοξη πίστη
 
«Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει 
 
τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. 18, 8)

Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀσπίδα μας (Ἐφ. 6, 16), εἶναι ἡ βασικὴ προϋπόθεση καὶ ἡ μία ὁδὸς τῆς σωτηρίας μας. Διότι ὅπως λέει ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του: «καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται… δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας·… λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ ᾿Αβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην». Ἡ θεμελιακὴ σημασία της φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους πρὶν τοὺς θεραπεύσει ἂν πιστεύουν. Ἀκολούθως ἡ πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς συνειδητῆς ὑπακοῆς, συμπόρευσης καὶ συνεργείας τοῦ ἀνθρώπου στὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς μόνον Θεό, τὶς ἐντολές Του ὡς ἀπαράβατες προϋποθέσεις σωτηρίας, Τὸν ἐπικαλεῖται καὶ Τὸν ἀκολουθεῖ ἀνεξαρτήτως κόστους ἢ ἐπιπτώσεων.

Μὲ τὴν πίστη ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ διακρίνει τὸν πραγματικὸ σκοπό της· μὲ τὴν πίστη ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος τὶς πλᾶνες καὶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά τους. Λέγοντας πίστη δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἀποδοχὴ κάποιων θρησκευτικῶν καὶ ἠθικῶν ἀληθειῶν ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὴ σάρκωση, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση του Κυρίου. Οἱ Ἅγιοι, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε καὶ καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό, ὄχι μόνο πιστεύοντας σ’ Αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του καὶ θυσιάζοντας μὲ χαρὰ ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιππ. 1, 21). Πίστη καὶ τήρηση τῶν Ἐντολῶν, εἶναι ἀλληλοπεριχωρούμενα πράγματα. Ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν αὐξάνει τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη εἶναι βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς θελήσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ τηρήσει τὶς θεῖες Ἐντολὲς καὶ μέσῳ τῶν Ἐντολῶν νὰ ἔχει, κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, μέσα του τὸν Θεῖο Λόγο «ταῖς Ἐντολαῖς σωματούμενον». Ἄνευ τῆς τήρησης τῶν Ἐντολῶν Του ἡ πίστη μας εἶναι νεκρή (Ἰακ. 2, 20). Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «ἡ πίστη τελειοῦται, ὅταν τηροῦμε μὲ εὐσέβεια τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ καὶ πράττουμε τὶς Ἐντολὲς Αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἀνακαίνισε» (Ἔκθεσις ἀκριβής, 4,1).

Καὶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ὑπόμνημα εἰς τὰς Ἐπιστολάς) γράφει: «Μέγα μὲν ἡ πίστις… ἀλλ’ οὐκ ἀρκεῖ καθ’ ἑαυτήν…, ἀλλὰ δεῖ καὶ πολιτείας ὀρθῆς… Ὥστε διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος… παραινεῖ λέγων· Σπουδάσωμεν εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν ἐκείνην· σπουδάσωμεν, φησίν, ὡς οὐκ ἀρκούσης τῆς πίστεως, ἀλλ’ ὀφείλοντος προτεθῆναι καὶ τοῦ βίου, καὶ πολλὴν τὴν σπουδὴν γίνεσθαι. Δεῖ γὰρ ὄντως καὶ πολλῆς σπουδῆς ὥστε εἰσελθεῖν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὁ προφητάναξ Δαυίδ μᾶς δίδαξε, ὅτι ἡ πίστη εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ «ἐπίστευσα διὸ ἐλάλησα» (115, 10) καὶ ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν Του μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ντροπὴ ἀπέναντι στὸν Θεὸ «τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς Ἐντολάς σου» (118, 8).

Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ οἱ Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν δικανικὸ χαρακτῆρα, ὅπως στὸν Παπισμό, ἀλλὰ λειτουργοῦν ὡς ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες, ποὺ κρατοῦν τὸν ἄνθρωπο μακρυὰ ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς Ἐντολές Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος τὶς τηρεῖ ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Θεό. Φυλάττοντας ὁ ἄνθρωπος τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ λόγῳ πίστεως, φυλάει τὸν ἑαυτό του. «φύλαττε τὰς Ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, μᾶλλον δὲ σεαυτὸν διὰ τῶν Ἐντολῶν φύλαττε» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ἠθικά, 2, 7, 277).

Ἀκόμα, πιστεύοντας στὸν ἐνανθρωπίσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάττοντας τὶς ἐντολές του, γινόμαστε ὑπερασπιστὲς τῆς Ἀλήθειας. Τότε μόνο ἡ ζωή μας ἀληθεύει ἐν Χριστῷ. Ὁ ἀείμνηστος Ἰ. Κορναράκης ἔγραψε σὲ μία ἐπιστολή του: «Τὸ βασικὸ πρόβλημα τῆς ὑπάρξέως μας εἶναι σὲ ποιό μέτρο ἀληθεύει ἡ ζωή μας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὁ Χριστός, ἡ κατ’ ἐξοχήν ἀνυπέρβατη ἀλήθεια, μᾶς ὑποχρεώνει, ἐφ’ ὅσον θέλουμε «ὀπίσω αὐτῆς περιπατεῖν», νὰ ἀληθεύουμε ἐν παντί. Ὅταν δὲν τὸ κάνουμε, «παίζουμε ἐν οὐ παικτοῖς», στὸ τραπέζι τῶν εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν».

Ὡς ἐκ τούτου ἡ τήρηση αὐτὴ τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτομάτως τῆς πίστεως σημαίνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕναν συνεχὴ πόλεμο, μία ἀδιάκοπη μάχη μὲ τὰ πάθη του καὶ μὲ τὸν Διάβολο, ποὺ θέλει νὰ μᾶς σπρώξει, μὲ ἢ χωρὶς τὴν θέλησή μας, στὴν μὴ τήρηση –καὶ ἀκόμα χειρότερα– στὴν κατάργηση τῶν ἐντολῶν αὐτῶν: «Διότι δὲν πράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς θέλω, ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μισῶ… Τώρα δὲ δὲν πράττω ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ ἐξουσιάζει. Διότι δὲν πράττω τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τὸ κακόν, ποὺ δὲν θέλω, αὐτό πράττω» (Ρωμ. 7, 15- 19).

Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο μᾶς σώζει μόνο ἡ ταπείνωση, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καὶ ἡ πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πιστεύοντας ὁμολογεῖ τότε τὴν ἀδυναμία του «ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» γιὰ νὰ σωθεῖ διὰ τῆς πίστεως. Ἀντιθέτως ἂν δὲν κατέχουμε τὰ παραπάνω καὶ πιστεύουμε περισσότερο στὶς δυνατότητές μας ἀπ’ ὅ,τι στὸν Θεό, τότε ἡ πίστη μας νοσεῖ (Ἰσσὰκ ὁ Σύρος, Λόγος 12, 16), καταλήγει σὲ ἀπιστία καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναίρεση τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν κατάργησή τους.

Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται πιὰ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀλλὰ στὸν κατήφορο τῆς ἀπωλείας. Βυθίζεται ὅπως ὁ Πέτρος στὴν θάλασσα τῆς ἀπιστίας του (Ματθ. 14, 28) καὶ ἀντὶ νὰ συνεργεῖ, ἀντιμάχεται τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πολλὲς εἶναι οἱ αἰτίες ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουν, παρερμηνεύουν, διαστρέφουν τὶς θεῖες Ἐντολὲς καί, βέβαια, τὴν παραδοθεῖσα Πίστη, καὶ δημιουργοῦν -σὲ ἀντικατάσταση αὐτῶν τῶν Ἐντολῶν- ἄλλες διαφοροποιημένες ἢ καὶ ἀντίθετες ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός. Δηλαδὴ δημιουργοῦν τὶς αἱρέσεις. Βασικὲς αἰτίες εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ παραθεώρηση, ἡ ἄρνηση τῶν Ἐντολῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος συνειδησιακά γνωρίζει τὴν πτώση του καὶ ποιόν ἀρνεῖται, δημιουργεῖ μὲ τὴν αἵρεση, μία «νέα πίστη», προσαρμοσμένη στὶς ἐπιθυμίες του, ἑλκυστικὴ στὴν ἐπιφάνεια μὰ σάπια στὴν οὐσία της, διαστρεβλωμένη, ψευδή, καταστροφικὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς συνανθρώπους του.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῶν οἰκουμενιστῶν (ποὺ δυστυχῶς, κοινωνοῦντες μαζί τους, τὴν προσεταιρίζονται, ἢ τὴν προσλαμβάνουν, τὴν ἀποδέχονται καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες καὶ πιστοί). Μία πίστη ποὺ δὲν ὁδηγεῖ στὴν Ζωὴ ἀλλὰ στὸν πνευματικὸ θάνατο. Οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι σὰν τὸν ἐπίσκοπο τῶν Σάρδεων (Ἀποκ. 3, 1) σωματικὰ μὲν ζωντανοί, ἀλλὰ πνευματικὰ νεκροί. Νοσοῦντες τῇ πίστει (δηλ. ἀπιστοῦντες ἀπέναντι στὸν Θεό), δημιούργησαν μία νέα πίστη, τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ Οἰκουμενιστὲς διαστρέφοντας τὴν πίστη, ὁμοιάζουν μὲ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «καθὼς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν θέλησαν νὰ κατέχουν τὴν ἀληθῆ καὶ σοφῆ γνώση περὶ τοῦ Θεοῦ, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνη τὸ ὀρθόν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἐπαίσχυντα. Καὶ ἔτσι γέμισαν καὶ διεποτίσθησαν, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλόνικη διάθεση, δολιότητα καὶ κάθε κακοήθειαν. Ἔγιναν κρυφοὶ κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ των εἰς βάρος τῶν ἄλλων, θρασεῖς συκοφάντες τῶν ἀπόντων, γεμάτοι μῖσος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, φαντασμένοι καὶ κομπαστές, ἐπιδειξιομανεῖς, ἐπινοητὲς κακῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκοοι ἀπέναντι τῶν γονέων· ἄνθρωποι χωρὶς σύνεση, ποὺ χωρὶς ντροπὴ καταπατοῦν τὸν λόγον τους καὶ τὶς συμφωνίες ποὺ ἔχουν κάνει, ἄστοργοι ἀπέναντι τῶν οἰκείων τους, ἀδιάλλακτοι καὶ μνησίκακοι, σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι στὴν ξένη δυστυχία. Αὐτοί, μολονότι γνώρισαν καλὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι διαπράττουν τέτοια πονηρὰ ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου (σημ. ψυχικοῦ), ὄχι μόνον πράττουν αὐτά, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴ πώρωση καὶ κακότητα ἐπιδοκιμάζουν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν» (Ρωμ. 1, 28-32).

Δημιούργησαν ἕνα «νέο σύμβολο τῆς πίστεως» (https://paterikiparadosi.blogspot.de/2017/07/blog-post_71.html) καταργώντας τὸ ἕνα Σύμβολο τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Δημιούργησαν «νέους Κανόνες», καταργώντας τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντάς τους «τείχη τοῦ αἴσχους» (http://aktines.blogspot.de/2016/12/blog-post_851.html).

Δημιούργησαν «νέου τύπου Ἁγίους», ὅπως ὁ Φραγκίσκος τῆς Ἀσίζης (http://www.amen.gr/article/oi-agioi-modestos-kai-fragkiskos-prostates-twn-zwwn), καταργώντας τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως» (http://www.impantokratoros.gr/5B7D31CF.el.aspx).

Δημιούργησαν μία «νέα Ἐκκλησιολογία» (Π.Σ.Ε.) καταργώντας τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Δημιούργησαν μία «νέα θεολογία» (μεταπατερική, βαπτισματική, περὶ διηρημένης Ἐκκλησίας, περὶ πρωτείου, ἐπισκοποκρατία κλπ.), καταργώντας τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων.

Δημιούργησαν μία «νέα εὐσέβεια» (γεροντισμός, ἐκκοσμίκευση, νεοσχολαστικισμός, ὀνοματοκρυπτισμός, κλπ.) καταργώντας τὸ ὀρθόδοξο ἦθος.

Δημιούργησαν ἕναν «νέο Ἐπίσκοπο-Δεσπότη», καταργώντας τὸν Ἐπίσκοπο-Ποιμένα.

Δημιούργησαν ἕνα «νέο συνοδικὸ σύστημα» τῆς ψήφου μόνο τῶν προκαθημένων, τῶν αἱρετικῶν παρατηρητῶν, τῶν μπράβων, τῶν συναυλιῶν, τῶν ἐκλεκτῶν ἐδεσμάτων (Κολυμπάρι), καταργώντας τὸν ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων.

Δημιούργησαν τὶς συζητήσεις τῶν συνεδρίων, τῶν σαλονιῶν καὶ τοῦ ἐκλεκτισμοῦ καταργώντας τὸ κήρυγμα, τὴν κατήχηση καὶ τὸν σεβασμὸ ἀκόμα καὶ στὸν μικρότερο τοῦ ποιμνίου.

Ἐμεῖς καλούμαστε νὰ διαλέξουμε: θὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε ἢ θὰ ἀκολουθήσουμε μιμούμενοι τὸν Παῦλο, ποὺ μᾶς προειδοποίησε καὶ μᾶς δίδαξε: «ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται. σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον…»; Ἂν ἀκολουθήσουμε τὸν Παῦλο, ἴσως κάποτε νὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ«τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα» (Β Τιμ. 4, 3-7).

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗΣ.

 

unnamed (1)

Τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν»

Τὰ ἀπόβραδα, ὅταν οἱ μοναχοί μου ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὶς οἰκοδομές, οἱ κηπουροὶ ἀπὸ τοὺς κήπους καὶ ἄλλοι ἀπὸ ποικίλες μαστοριές, συνάζονται στὸν χῶρο τοῦ ἡγουμενείου. Σ᾽ αὐτὴν τὴν καλογερικὴ σύναξη πάντοτε ἕνας μοναχὸς καλοδιαβαστὴς μᾶς ἀναγινώσκει παλαιὰ καὶ νέα καὶ ἐπίκαιρα ἐκκλησιαστικά. Ἀρκετὲς ἡμέρες σ᾽ αὐτὴν τὴν ἄτυπη σύναξη ἀκροάστηκα τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Κρήτης. Βέβαια ὁ συγγραφέας φαίνεται νὰ μὴν ἔχη διαβάσει ποτὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀγνοεῖ ὅτι ἡ διδαχὴ τοῦ Κυρίου εἶναι ἁπλῆ, κατανοητή, λευκοφορεμένη, χωρὶς πτυχὲς καὶ σκιές. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ποὺ πιστεύουν ὅτι ὅσο πιὸ δύσκολα γράφουν, ὅσο πιὸ δυσνόητα ἀποδίδουν τὴν διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας, τόσο περισσότερο φαίνονται ἀνεβασμένοι πνευματικὰ καὶ πεπαιδευμένοι. Ἔτσι, αὐτὰ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν σύνοδο μᾶλλον τά ἀπηύθυνε σὲ ἐπίπεδο μορφωμένων καὶ ὄχι στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.

 

Τὸ ἄλγος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ γι᾽ αὐτὴν τὴν σύνοδο εἶναι ἀνίατο, γιατὶ δὲν κατάλαβε ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός της. Νὰ καταπολεμήση κάποια αἵρεση ποὺ μᾶς μαστίζει ἢ νὰ μᾶς ρίξη στὴν κοιλάδα τῆς γυναικὸς τοῦ Λώτ; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀνοίξω δυό-τρία παραθύρια, ἂν καὶ ἀπὸ τὰ παραθύρια ἄκουσα ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια τὰ ὡραιότερα τραγούδια τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ τραγουδήσω· μᾶλλον κοπετὸν θὰ ποιήσω.

 

Παρακινεῖ ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος τὴν συμμετοχὴ τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο ποὺ καταχρηστικὰ λέγεται Ἐκκλησιῶν. Αὐτὸ τὸ Συμβούλιο τῶν «Ἐκκλησιῶν» τὸ γνώρισα ἀπὸ μικρὸ παιδί. Ἔστελνε τρόφιμα στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα. Ἔστελνε μία φασολάδα κομμένη στὴν μέση, ἴσως ὁ προορισμός της δὲν ἦταν γιὰ ἀνθρώπους, κι ἕνα κίτρινο ὀλλανδικὸ τυρί. Τρώγωντάς τα αὐτὰ τὰ παιδιὰ στὴν τράπεζα τῆς Σχολῆς, γέμιζε ἡ ψυχή τους ἀγωνία νὰ προλάβουν. Κι ἐμεῖς ποὺ προτιμούσαμε νὰ μείνουμε νηστικοί, παρὰ νὰ τὰ γευθοῦμε, ἐμπαικτικὰ τοὺς λέγαμε: «Γρήγορα, ριβέρνεις-δὲν ριβέρνεις». Κι ὅταν εὕρισκε πληρωμένο τὸ ἀναγκαῖο, ἀπ᾽ τὸ παράθυρο πηδοῦσε στὸ κτῆμα τοῦ Σώστη, γιὰ νὰ μὴν ἀποδοκιμαστῆ. Δυστυχῶς, ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία ποτὲ δὲν μπόρεσαν νὰ φανοῦν ἀρωγοὶ στὰ εὐαγῆ αὐτὰ ἱδρύματα καὶ περίμεναν νὰ λειτουργήσουν μὲ τὰ θαυμάσια αὐτὰ προϊόντα τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν»!

 

Κάπου ἐκεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ ᾽60 ἔγινε ἕνα τέτοιο συμβούλιο στὸ νησὶ τῆς Ρόδου. Εἰδικὸ καράβι μετέφερε τοὺς συνέδρους στὴν Ρόδο. Μέσα στὸ καράβι λειτούργησαν καὶ οἱ ὀρθόδοξοι καὶ ὅλες οἱ ἀποχρώσεις τοῦ προτεσταντισμοῦ. Συμμετεῖχε καὶ ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Παναγιώτης Τρεμπέλας. Οἱ προτεστάντες, μόλις τελείωσε ἡ λειτουργία τους, ὅ,τι ἀπέμεινε στὸ σκεῦος ποὺ λειτούργησαν, ἀνοίξανε τὸ φινιστρίνι τοῦ καραβιοῦ καὶ τὸ πέταξαν στὴν θάλασσα! Καὶ εἶπε τότε ὁ κυρ-Παναγιώτης ὁ θεολόγος: «Ἀγενὴς ἡ πρᾶξις. Καὶ σ᾽ ἕνα ξένο σπίτι νὰ πάω, ἂν μείνη κάτι στὸ ποτήρι ποὺ μὲ κέρασαν, δὲν θ᾽ ἀνοίξω τὸ παράθυρο νὰ τὸ πετάξω ἔξω».

 

Στὴν Ρόδο, σὲ μιὰ συνεδρία, μίλησε ἕνας προτεστάντης ἕνα ὁλόκληρο ἀπόγευμα. Ὅλοι θαύμασαν τὴν παιδεία του. Τὸ βράδυ ἔφαγαν ὅλοι στὸ ἑστιατόριο τοῦ ξενοδοχείου. Μετὰ τὸ φαγητὸ ἀνέβηκαν στὰ δωμάτια. Ὁ γερο-Ἰσίδωρος ὁ Καλύμνου ἀργοπόρησε καὶ ἀνέβηκε σιγά-σιγὰ νὰ βρῆ τὸ δωμάτιό του. Καταλάθος ἀνοίγει τὴν πόρτα ἄλλου δωματίου καὶ βλέπει τὸν σπουδαῖο λαλήσαντα προτεστάντη ἐπιβήτορα. Ἥρεμα τοῦ λέγει: «Excuse me». Ἔκλεισε τὴν πόρτα ὁ γερο-Ἰσίδωρος καὶ ὅλη νύχτα σκεπτότανε: «Τί θέλουμε ἐμεῖς μ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Αὐτοὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀρειανοί, δὲν πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Εἶναι ἀντιτριαδίτες, ἀρνοῦνται τὴν Ἁγία Τριάδα».

 

Ἂς μᾶς ἔλεγε αὐτὴ ἡ σύνοδος τὶ ὠφέλεια ἔχουμε νὰ συνδιαλεγώμαστε μ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουν καλύτερη παιδεία ἀπὸ μᾶς καὶ ἂν θέλουν νὰ μάθουν τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοὺς εἶναι πάρα πολὺ εὔκολο. Ποιός λόγος συντρέχει νὰ παρευρισκώμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι στὰ συνέδρια τῶν ἀρειανῶν καὶ ἀντιτριαδιτῶν; Τί ἀποκομίσαμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ συνέδρια; Καὶ αὐτοὶ τί ὠφελήθηκαν ἀπὸ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους καὶ πόσοι ἔγιναν ὀρθόδοξοι ἀπὸ αὐτούς;

 

Τὰ λόγια μας καὶ τὶς κουβέντες μας τὶς ξέρουνε πολὺ καλά. Μήπως πήγαμε ἐκεῖ μὲ παρουσία ἀσκητική; Ἢ παρευρεθήκαμε μὲ παρουσία μαρτυρική; Πιστεύω ὄχι, γιατὶ οἱ σύνεδροι πηγαίνουν γιὰ ἐπίδειξη γνώσεων καὶ ἀναβάθμιση τῆς προσωπικότητάς τους στὸν κόσμο. Τὶ μεγάλο κακὸ κάνουμε! Νὰ σπρώχνουμε τὶς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σὲ συνέδρια ἀντιχρίστων καὶ ἀντιθέων. Τὰ συνέδρια αὐτὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ τὰ ἀποκαλέσω τὴν πηγάδα τοῦ Μελιγαλᾶ, ὅπου ἔρριξαν οἱ τότε κρατοῦντες ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους μέσα, χωρὶς καμμία ἐλπίδα σωτηρίας. Σ᾽ αὐτὴν τὴν πηγάδα τὴν ὀνομαστὴ καὶ χαρακτηριστικὴ θέλει νὰ μᾶς ρίξη ἐπίσημα καὶ ἡ Ἐκκλησία μας;

 

Ἐπιτέλους, ἔχουμε δικά μας ἀμπελοχώραφα νὰ καλλιεργήσουμε. Δὲν χρειάζονται ἐπεκτάσεις. Ἂς δοῦμε καὶ ἂς κλάψουμε τὴν κατάσταση τῆς Ἑλλαδίτσας σήμερα καὶ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά. «Γενοῦ ἵλεως, Κύριε.» Τὸ πάπλωμά μας πιὰ δὲν φτάνει νὰ μᾶς σκεπάση. Τό ᾽φαγε ὁ σκόρος τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῆς ἀνηθικότητας, καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζιζανίων ποὺ περιτρέχουν τὴν ἑλλαδικὴ ἐπικράτεια. Διαβάστε τὶ θὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα καὶ ἐπιτέλους ἐξεγερθῆτε καὶ ἀφῆστε τὰ παγκόσμια συμβούλια, στὰ ὁποῖα βασιλεύουν τὰ δαιμόνια ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὰς ἐρήμους. Πάψανε νὰ κάνουνε συνάξεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ἐπισκοπεῖ ἄνθρωπος, γιατὶ βρήκανε πιὸ καλὰ καὶ πιὸ ἀποδοτικὰ τὸ συνέδριο τοῦ παγκοσμίου συμβουλίου τῶν λεγομένων ἐκκλησιῶν. «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» ὁμολογοῦμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεως, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κρατοῦντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πιστεύουν καὶ σὲ ἄλλες «ἐκκλησίες», ποὺ ἔφτιαξαν ἄνθρωποι πονηροὶ καὶ γόητες. «Ἐλεῆμον, ἐλέησον ἡμᾶς.»

 

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Εκπροσωπούν αλλά δεν ευπροσωπούν.

 

Λυκούργος Νάνης, ιατρός

Θλιβερά «ξυνωρίς»! Οι δύο εκκλησιαστικοί αυτοί άρχοντες εκπροσωπούν δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. «Ευπροσωπούν» όμως; Ιδού το ερώτημα!

Φυσικά και δεν ευπροσωπούν.

Και ο μεν πρωτουργός, μετά του «στιβαρού βραχίονος» για να μην ξεχνιόμαστε, της προετοιμασίας, της συγκλήσεως και των αποφάσεων της ψευδο-συνόδου του Κολυμπαρίου, εδώ και πολλά έτη έχει στιγματισθεί ανεξίτηλα στη συνείδηση του πιστού λαού με το στίγμα του αρχιεργάτη της προδοσίας της πατρώας πίστεως. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όμως, ούτε πρωτοστάτησε στην προετοιμασία και σύγκληση της εν Κρήτη «συνάξεως προκαθημένων» ούτε είχε ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση των επαισχύντων τελικών κειμένων-αποφάσεών της. Βαρύνεται, όμως, με το ΜΕΓΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟ της αθετήσεως των αποφασισθέντων υπό του σώματος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Μάιο του παρελθόντος έτους εν όψει της συγκλήσεως της ληστρικής μαζώξεως στην «ορθόδοξη» Ακαδημία Κρήτης.

Ήρκεσαν, καθώς φαίνεται, οι αήθεις και καταθλιπτικές πιέσεις των διαφόρων βραχιόνων του οικουμενισμού, των δυνάμει των Θείων και Ιερών Κανόνων καθαιρετέων αυτουργών της μειοδοσίας του πατρώου Δόγματος, ούτως ώστε οι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος να «συρθούν» στην υπογραφή επαισχύντων και προδοτικών κειμένων ταυτίζοντας, εν προκειμένω, την πρακτική τους με αυτή των υποδίκων ενώπιον της αδιαφθόρου πανορθοδόξου συνειδήσεως «ορθοδόξων» «ποιμενων»…

Γιατί, Μακαριώτατε, μεταβάλλατε γραμμή πλεύσεως; Γιατί δεν εμμείνατε στην τήρηση των υπό της Ιεραρχίας αποφασισθέντων; Η υπό την ηγεσία σας αντιπροσωπεία ήταν ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟΣ της συνόδου της Ιεραρχίας, ΝΑΙ Ή ΟΥ; Πώς ανέχθηκε η συνείδησή σας, όχι μόνο η δική σας αλλά και των υπολοίπων ιεραρχών που αφρόνως έθεσαν τις υπογραφές τους κάτωθεν των θλιβερών κειμένων, να φέρεται η Εκκλησία της Ελλάδος ως συνευδοκούσα τοις πράσσουσιν οικουμενισταίς; Δεν ανατρέπεται ΑΡΔΗΝ η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία διά των επιμάχων κειμένων; Δεν δημιουργήθηκε σκάνδαλο; Δεν πυροδοτήθηκαν αποτειχίσεις; Δεν διευρύνθηκε το ψυχικό χάσμα μεταξύ ποιμνίου και ποιμένων;

Πιθανώς να ισχυρισθείτε ότι ό,τι πράξατε, σεις και οι έτεροι υπογράψαντες επίσκοποι, το πράξατε προκειμένου να διασωθεί η περιλάλητη «πανορθόδοξη ενότητα»! Από πότε, όμως, η οιαδήποτε σκοπιμότητα υπέρκειται της Ορθοδόξου αληθείας; Τι στρεβλή, αντι-γραφική, αντι-πατερική, αντι-κανονική, αφύσικη και παράλογη συλλογιστική είναι αυτή;

Επιπροσθέτως, επειδή «σας κούνησαν το δάχτυλο» απειλητικά ο «δεσπότης και αυθέντης» του εσβεσμένου Φαναρίου και ο έτερος βραχίων («άξιος» διάδοχός του στη διαστρέβλωση του Τριαδικού Δόγματος προκειμένου να θεμελιωθεί παπικών προδιαγραφών πρωτείο στο Βόσπορο τυγχάνει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Προύσσης Ελπιδοφόρος…) σεις υποκύψατε; Αυτό είναι το αδούλωτο φρόνημα που πρέπει να χαρακτηρίζει τον επίσκοπο; Αυτή είναι η παρακαταθήκη που κατέλιπαν οι άγιοι απόστολοι και οι προκάτοχοί σας αρχιερείς;

Με την άφρονα και προδοτική σας ενέργεια προδώσατε την Ορθοδοξία, σκανδαλίσατε σε μέγιστο βαθμό το ποίμνιο, πυροδοτήσατε διαιρέσεις και σχίσματα και αμαρτήσατε βαρέως ενώπιον του Θείου Δομήτορος της αγιωτάτης μας Εκκλησίας! Ένα μονάχα απομένει, να μετανοήσετε εμπράκτως αποσύροντας, έστω και τώρα, τις υπογραφές σας από το προδοτικό κείμενο και συντάσσοντας καινούριο, αναιρετικό του πρώτου, που να στοιχεί με την απόφασή σας του περσινού Μαΐου.

Λ.Ν.

Αναρτήθηκε από Σάλπισμα Ζωής