Πατὴρ Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Ὅσες Σύνοδοι ἦταν ληστρικὲς, ἔπασχαν ἀπὸ ἔλλειψη ἐμπειρίας τῆς θεραπευτικῆς καὶ τῆς νηπτικῆς πράξης τοῦ ἡσυχασμοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας»

Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

τῆς ὁμιλίας «Λόγος περὶ τῆς Ὀρθοδόξου θεραπευτικῆς Γ΄», ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Πατερικὴ Θεολογία» τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Ρωμανίδου, ἐκφωνήθηκε στίς 21/07/2005.

Ἐπανάσταση στὸ θέμα τῆς χειροτονίας τῶν κληρικῶν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἄρχιζε διαφθορά, ἔκανε ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέσα καὶ ἀπ΄ αὐτὸ τὸν ὀνόμασε Νέο Θεολόγο, ἔκανε τρομερὴ ἐπανάσταση. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέχρι σήμερα, ἔγινε μία διαμάχη ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἐκλογὴ τῶν κληρικῶν καὶ τῶν Ἐπισκόπων. Ἀκόμα καὶ τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπισκόπων, εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάδοσις αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας τῆς θεραπευτικῆς. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους, ὄχι ὁ μόνος ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μετὰ ἀπὸ κάποιο αἰώνα ἀποφάσισε νὰ ἐκλέγει Ἐπισκόπους ἀγάμους, ὑπάρχουν καὶ πρακτικοὶ λόγοι ποὺ τοὺς ἔχω πεῖ ἄλλη φορᾶ, δὲν τοὺς ἀναιρῶ, ἀλλὰ ἕνας ἀπ΄ τοὺς λόγους εἶναι ὅτι ἐὰν…

οἱ Ἐπίσκοποι προέρχονται ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἀκραιφνοῦς ἐφαρμογῆς τῆς θεραπευτικῆς, ποὺ εἶναι ὁ χῶρος τῆς νήψεως ποὺ ἐφαρμόζεται στὰ μοναστήρια, θὰ μποροῦσαν αὐτὴ τὴ μέθοδο τῆς θεραπευτικῆς νὰ τὴν περάσουν μέσα στὶς ἐνορίες.

Δηλαδή, ἕνας Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος δὲν μετέχει σ΄ αὐτὴ τὴ θεραπευτική, δὲν ἔχει νὰ μεταδώσει, τί παράδοση θὰ παραδώσει; Ἐμπειρίας, γνώσεως, διοικητικῶν ἐμπειριῶν, διαταγῶν, ἐντολῶν, ἀποφάσεων, τιμωριῶν, ἐπιτιμίων; Αὐτὸ μεταδίδεται, καὶ ἡ πράξη πιὰ αὐτή, ἡ νηπτικὴ πράξη τοῦ ἡσυχασμοῦ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰσέρχεται διὰ τοῦ Ἐπισκόπου μὲς΄ στὴν ἐνορία. Ἄρα, Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος δὲν μετέχει σ΄ αὐτὴ τὴν Παράδοση, καὶ ἔχει ἕνα τελείως λαϊκὸ φρόνημα, καὶ γίνεται Ἐπίσκοπος δὲν ξέρω γιὰ ποιοὺς λόγους, δὲν ἔχει νὰ μεταδώσει τίποτα, παρὰ μόνο management καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ τραγωδία πολλὲς φορὲς αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀκόμη καὶ οἱ Σύνοδοι, δὲν εἶναι ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἴμαστε ἐμεῖς, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ μία Σύνοδος ἡ ὁποία ἐκφράζει μία κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμο, νὰ πάρει μία ἀπόφαση, νὰ πεῖ κάτι, ἂν δὲν ἔχει τὴν κίνηση αὐτὴ ἀπὸ Ἐπισκόπους ποὺ ξέρουν αὐτὴν τὴν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας, αὐτὴν τὴν νήψη, μπορεῖ νὰ βγάλουν λάθος ἀποφάσεις.

Γι΄ αὐτὸ ἔχουμε καὶ Ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι εἶναι αἱρετικοί. Τὸ ὅτι ἔγινε Ἐπίσκοπος, δὲν σημαίνει ὅτι ἦταν ἅγιος. Δὲν ἤξερε τὴν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, γι΄ αὐτὸ ἔγινε αἱρετικός, αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση. Δὲν γνώριζε τὴν μετάδοση τῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἔτσι μποροῦμε νὰ ἔχουμε προβλήματα ἀκόμη καὶ σὲ Συνοδικὲς ἀποφάσεις, ἐδῶ οὔτε ἡ πλειοψηφία μετράει πιά. Εἶναι κατὰ πόσο μεταδίδεται αὐτὴ ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλήσιας ὡς Παράδοση, εἶναι πολὺ μεγάλα θέματα καὶ ὅταν βλέπουμε τὴν Ἐκκλησία νὰ ταλανίζεται ἀπὸ προβληματισμούς, ἀπὸ ἕνα σορὸ διαμάχες, ἐκεῖ νὰ συλλαμβάνεται τὸ πράγμα, ἡ ἔλλειψη ἐμπειρίας τῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Χάνεται αὐτὸ καὶ ἀρχίζουμε τὶς διαμάχες.

Νὰ θυμήσω ὅτι αὐτὴ ἡ μέθοδος τῆς θεραπείας τοῦ Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ποὺ  ὀνομάστηκε μετὰ μέσα ἀπὸ τὸν Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ἡσυχασμός, εἶναι καθοριστικὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας. Ἡ ἡσυχαστικὴ εὐσέβεια, εἶναι ἐκείνη ποὺ ἔδινε πάντοτε τὴν δύναμη στοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἀντέχουν ὅλα τὰ προβλήματα καὶ κάθε σκλαβιά. Δηλαδή, ἂν ἀντέξαμε στὸν τόπο μας σκλαβιά, πεῖτε τη ὅπως θέλετε Τουρκοκρατία, τὴν ἀντέξαμε ἐπειδὴ ὑπῆρχε ἡ ἡσυχαστικὴ μέθοδος. Καὶ ἐπανέρχομαι σ΄ αὐτὸ ποὺ εἶχα πεῖ μία ἄλλη φορᾶ, ὅταν μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση κοίταξαν νὰ βγάλουν ἀπ΄ τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο, πέσαμε σὲ τρομεροὺς παραλογισμούς. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ ἔχει νοερὰ προσευχή, ποὺ εἶναι ἡ ἔκφραση αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς, τῆς νοερᾶς ἐνέργειας, δὲν φοβᾶται τίποτε, καμιὰ σκλαβιὰ δὲν τὸν πιάνει. Ἀφοῦ μέσα στὴν καρδιὰ του ἔχει τὴ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μένει κοντὰ στὸν Θεό.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «προσεύξομαι τῷ Πνεύματι, προσεύξομαι δε καὶ τῷ νοΐ» καὶ «ψαλῶ τὸ Πνεύματι, ψαλῶ δε καὶ τῷ νοΐ». Δηλαδή, αὐτὴ ἡ νοερὰ ἐνέργεια ποὺ εἶναι μία κάθαρση μέσα ἀπ΄ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λειτουργεῖ μέσα μας ἐν Ἁγίω Πνεύματι, καὶ καθαρίζει καὶ τὸν νοῦ. Βλέπετε εἶναι στηριγμένα αὐτὰ τὰ πράγματα στὸν Ἀπόστολο Παῦλο, δὲν εἶναι νεοφανῆς παράδοση ὅπως εἶπαν μερικοὶ «ποῦ τὸ βρῆκαν αὐτό;». Τὸ εἶπαν καὶ ἀντίπαλοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, «ποῦ τὸ βρῆκε αὐτό;», ἐδῶ τὸ βρῆκε, ποῦ ἀλλοῦ τὸ βρῆκε;. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνιχνεύσανε οἱ Δυτικοί, οἱ Φράγκοι εἰδικά, τὴν δύναμη αὐτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν νὰ τὴν ἐξαφανίσουν. Καὶ ἔθεσαν ὡς στόχο τους τὴ διάλυση τοῦ ἡσυχασμοῦ.

Ἑρμηνεύοντας βαθύτερα τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι μετάδοση θεραπευτικῆς ἐκφράσεως καὶ τρόπου. Τί σᾶς εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο γιὰ τὸν κληρικό; Ὅταν ὁ κληρικὸς χειροτονεῖται, ἡ Παράδοση ποὺ τοῦ δίνεται εἶναι ἡ Παράδοση τῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας: Κάθαρση – Φωτισμὸς – Θέωση, αὐτὸ μεταδίδεται. Καὶ τί εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο γιὰ τὸν ἡσυχασμό; Ὅτι ὁ ἡσυχασμὸς διασφάλυσε αὐτὴν τὴν μέθοδο, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Ἐκκλησία γιὰ πολλοὺς λόγους ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕνα σπουδαῖο λόγο, ἐπέλεξε οἱ Ἐπίσκοποι νὰ ἐκλέγονται ἐκ τῶν ἀγάμων (τὸ τονίζω καὶ πάλι αὐτὸ γιατί θὰ ἔχει σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ), τὸ ἐπέλεξε γιατί οἱ ἄγαμοι ἐκ τῶν Μονῶν ἐρχόμενοι, θὰ μετέφεραν μὲς΄ στὶς ἐνορίες αὐτὴν τὴν Παράδοση, τὴν θεραπευτική τοῦ ἡσυχασμοῦ (κάθαρση – φωτισμός). Δὲν εἶναι δηλαδή, ἀναίρεση τῆς δυνατότητας νὰ βιωθεῖ αὐτὸ ποὺ βιώνεται ὡς ἡσυχασμὸς σὲ ἕνα μοναστήρι στὸν κόσμο, εἶναι ἔμφαση καὶ εἶναι πρόκληση.

Καὶ πιὰ ὁ Ἐπίσκοπος ὡς πρωτογενὲς ἔργο του ἔχει αὐτό, νὰ μεταδώσει μὲς΄ στὴν ἐνορία πιά, τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία ποὺ τὴν ἔζησε ὁ ἴδιος, ὡς ἔκφραση μετανοίας, καθάρσεως καὶ φωτισμοῦ. Καὶ αὐτὸ τὸ μεταδίδει μὲς΄ στὴν ἐνορία. Καὶ δὲν μεταδίδει ἁπλῶς διοικητικὲς ἐμπειρίες ἢ ἀποφάσεις, αὐτὸ μεταδίδεται, ἂν αὐτὸ δὲν μεταδοθεῖ θὰ μείνουν οἱ ἐνορίες μας μικρὰ super market. Θὰ κάνουν πάρα πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν θεραπεύουν τὸν ἄνθρωπο, δὲν τὸν γιατρεύουν καὶ δὲν τὸν βάζουν στὴν τρομερὴ ἐμπειρία τῆς Θεώσεως, τὸ εἶπα ἐπιστήμη. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ τοῦ Φωτισμοῦ εἶναι ἐπιστήμη, καθαρὴ ἐπιστήμη, δὲν ἔχει καμμιὰ φιλοσοφικὴ ἔκφραση. Ἐδῶ μετανιώνει ἕνας ἄνθρωπος, ἐδῶ κλαίει, ἐδῶ νηστεύει, ἐδῶ ἁγιάζει, βγαίνει ἅγιος. Τὸ κάνει σήμερα στὴ Νέα Ὑόρκη, τὸ κάνει στὸ Λονδίνο, τὸ κάνει στὴν Ἀθήνα, ὁ διαφορετικὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἴδια μέθοδο γίνεται ἅγιος στὴν Νέα Ὑόρκη, στὸ Λονδίνο καὶ στὴν Ἀθήνα. Αὐτὸ εἶναι ἐπιστήμη καὶ ἡ Ἐκκλησία αὐτὴν τὴν ἐπιστήμη μεταδίδει.

Ἔτσι λοιπόν, στὸ κείμενο τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Ρωμανίδου ποὺ ἀναλύω, λέει τὸ ἑξῆς: ὑπάρχει ἡ πεποίθηση σὲ μερικοὺς ὅτι ἡ Ἱερὰ Παράδοσις φυλάττεται ἀπὸ τὶς Συνόδους τῶν Ἐπισκόπων, ὅμως οἱ Σύνοδοι τῶν Ἐπισκόπων Τοπικὲς ἢ Οἰκουμενικὲς στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς δὲν ἦταν ὅπως εἶναι οἱ σημερινὲς Σύνοδοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Διότι ἀποτελοῦντο ἀπὸ Ἐπισκόπους ποὺ ἦταν κάτοχοι τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ δὲ σκοπὸς τῆς συγκροτήσεως τῆς Συνόδου, ἦταν ἡ διαφύλαξη ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνο τοῦ δόγματος καὶ τῆς λατρευτικῆς τάξεως ὅπως συμβαίνει σήμερα (ἀπαραίτητο κι αὐτό), ἀλλὰ κατεξοχὴν τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε ὁ σωστὸς Ἐπίσκοπος ἦταν καὶ εἶναι κάτοχος τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια τὸ ἔργο μίας Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων ἦταν οὐσιαστικό, ἦταν νὰ διαφυλαχθεῖ αὐτὴ ἡ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, αὐτὸ εἶναι πολὺ συγκλονιστικό. Δὲν ἀναιρεῖ τὴ διαφύλαξη τῆς λατρευτικῆς παραδόσεως ἢ διοικητικῶν ἰσορροπιῶν, ἀλλὰ ἡ ἐπικεφαλής, ἡ κορωνίς, ἡ σπονδυλικὴ στήλη, βλέπετε σ΄ ὅλα περνάει, εἶναι αὐτὴ ἡ θεραπευτική.

Ἂν συγκροτοῦναι λοιπὸν Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες δὲν ἐξασφαλίζουν αὐτὸ τὸ πράγμα, δὲν εἶναι Σύνοδοι. Ἂν διαβάσετε τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅσες Σύνοδοι δὲν ἀνεγνωρίσθησαν, ἦταν ξέρω ΄γῶ ληστρικὲς Σύνοδοι, ἀπ΄ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπασχαν, τὴν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας. …Γι΄ αὐτὸ ὅταν ἀνέλυα τὸ Πηδάλιο σᾶς ἔλεγα πάντα, αὐτὸς ὁ Κανὼν τί σκοπὸ ἔχει καὶ πῶς θεραπεύει, δὲν ἦταν διοικητικὸς κανών. Ἀκόμη καὶ διοικητικὰ πράγματα, θεράπευαν πολὺ βαθιὰ πράγματα. Νομίζεις ὅτι εἶναι διοίκηση καὶ δὲν εἶναι διοίκηση εἶναι θεραπεία, καμμιὰ σχέση μὲ διοίκηση οὐσιαστικά. Φαίνεται διοίκηση ἐξωτερικά, γιὰ ἕνα νοῦ ἂς ποὺ δὲν καταλαβαίνει τὰ πράγματα θὰ τὸ πεῖ management, ἡ Ἐκκλησία τὸ κάνει θεραπευτικὴ ὅμως αὐτό.

…Μὴν ξεχνᾶτε ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ μέθοδος ἐφαρμόστηκε κατεξοχὴν καὶ μέσα σὲ μοναστήρια ποὺ ἦταν μέσα σὲ πόλεις. Μὴ ξεχνᾶτε ἡ Πόλις λεγόταν τὸ «Μέγα Μοναστήρι» γιὰ τὰ πολλὰ μοναστήρια ποὺ εἶχε. Ποτὲ ἡ Παράδοσή μας δὲν ἀναιροῦσε τὰ κέντρα τοῦ ἡσυχασμοῦ νὰ εἶναι καὶ μὲς΄ στὶς πόλεις, γιὰ νὰ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία ὅλη μαζὶ ἀπ΄ αὐτὸ τὸ θεραπευτικὸ μέγεθος. Εἶναι ἕνα ἄλλο κοίταγμα.

Μιλώντας λοιπὸν γιὰ τὶς Συνόδους, λέει ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Συνόδων. Αὐτὴ ὅμως ἡ διαφύλαξη ἔχει δύο πλευρές, ἐσωτερικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία λαμβάνεται μέριμνα γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς σωστῆς ἀσκητικῆς ἀγωγῆς, καὶ ἐξωτερικὰ συνίσταται στὴ διαφύλαξη τοῦ δόγματος. Βλέπετε εἶναι καὶ τὸ δόγμα καὶ αὐτὴ ἡ θεραπευτική.

Λέγει ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὴν εὐχὴ (εἶναι ἡ νοερὰ ἐργασία ποὺ ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ποὺ λέω: «Κάθαρση – Φωτισμός», λειτουργεῖ πιὰ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲς΄ στὸν ἄνθρωπο),  ἐμεῖς θεωροῦμε τὴν εὐχὴ ἕνα μηχανικὸ πράγμα «Κύριε ἐλέησον – Κύριε ἐλέησον…» εἶναι ἕνα οὐσιαστικὸ μέγεθος τὸ ὁποῖο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μετανοίας μας, ἔτσι ἐνεργοποιεῖται μέσα ἀπ΄ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ αὐτό. Ὅποιος λοιπὸν Χριστιανὸς δὲν ἔχει τὴν εὐχή, δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν πιστὸ ὁποιασδήποτε θρησκείας. Ἀκοῦστε τί λέει εἶναι συγκλονιστικό. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ εὐχή, ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ ἐνέργεια ποὺ λέγαμε, εἶναι ὅπως ὅλοι οἱ πιστοί, πιστεύουμε σὲ ἕνα Θεό, σὲ κάποιο μελλοντικὸ Παράδεισο καὶ νὰ ΄ναι καλοὶ ἄνθρωποι. Ἐμεῖς αὐτὰ τὰ τινάζουμε στὸν ἀέρα! Ἐδῶ καὶ τώρα! «Ἐν τῷ ἄδει οὐκ ἔστι μετάνοια».

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄχι κοσμική, εἶναι ἐνδοκοσμική, λειτουργεῖ τὸ ἔργο της τώρα στὴ θεραπεία τοῦ κόσμου. Δὲν ἀφήνει τὰ πράγματα σὲ μία μελλοντικὴ ἐσχατολογία. «Ἐν τῷ ἄδει οὐκ ἔστι μετάνοια», δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τίποτε. Ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχει «Κάθαρση – Φωτισμός», ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ κάνει τὴν θεραπείας της. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐπιτρέψει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι σήμερα, ἐκεῖ στὰ ἔσχατα νὰ δοῦν τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ ἅπαντες. Πιστοί, ἄπιστοι, βουδιστές, ὅλοι. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἕνα, πῶς θὰ Τὸν δοῦν. Κι αὐτὸ κάνει ἡ Ὀρθόδοξη θεραπευτική, καθαρίζει τὴ νοερὰ ἐνέργεια γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό. Κι αὐτὸ εἶναι ἔργο τοῦ τώρα.

Ἂν αὐτὸ λοιπὸν δὲν λειτουργήσει, ὅλα τ΄ ἄλλα εἶναι μία θρησκευτικότητα ὅπως ὅλες οἱ θρησκεῖες. Καὶ πολὺ σωστὰ λένε μερικοὶ «τί διαφέρει ὁ βουδισμὸς κτλ καὶ αὐτοὶ προσεύχονται καὶ αὐτοὶ κάνουν νηστεῖες κτλ.», δὲν ὑπάρχει εἰδοποιὸς διαφορά. Ἡ διαφορὰ τῶν Χριστιανῶν αὐτῶν σὲ σχέση μὲ τοὺς πιστοὺς τῶν ἄλλων θρησκειῶν συνίσταται στὸ ὅτι οἱ μὲν χριστιανοὶ αὐτοὶ πιστεύουν διανοητικὰ μόνο στὸν Χριστὸ καὶ ἁπλῶς δέχονται τὰ χριστιανικὰ δόγματα ἐνῶ οἱ ἄλλοι δὲν τὰ δέχονται, αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.

Ἂν δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Καθάρσεως καὶ τῆς νοερᾶς ἐνέργειας, διαφέρουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ποὺ δεχόμαστε τὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ οἱ ἄλλοι δὲν τὰ δέχονται, καθαρὸς ἐγκεφαλισμός. Καὶ τονίζω ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐμπειρική! Εἶναι τρομερὰ ἐμπειρικὴ ἡ ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ἀποκαλύψεως. Ὁπότε ποιὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἑνὸς ἀτόμου κατ΄ ὄνομα Ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς μουσουλμάνου; Ὅταν ὁ Ὀρθόδοξος, ὄχι μόνο δὲν ἀγωνίζεται νὰ θεραπευτεῖ, ἀλλὰ ἀκόμη ὅταν εἶναι ψυχικὰ ἄρρωστος, οὔτε καν φαντάζεται ὅτι ὑπάρχει ἀποτελεσματικὴ θεραπευτικὴ μέθοδος γιὰ τὴν ἀρρώστια του μὲς΄ στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ εἶναι τὸ οὐσιαστικό, νὰ φανταστεῖ ὁ Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος ὅτι ἡ θεραπεία του εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

ΠΗΓΗ.ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Advertisements

π. Λεωνίδας Αμοργιανός, Οἱ φύλακες προδότες;

Σχετική εικόνα

Α᾿

Οἱ  φύλακες  προδότες;

«Ὦ Τιμόθεε, τήν παρακαταθήκην φύλαξον ἐκτρεπόμενος τάς βεβήλους κενοφωνίας καί ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περί τήν πίστιν ἠστόχησαν» (Α’ Τι. 6, 20-21)

(70 Χρόνια ἀπό τήν ἐκλογή τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στόν Οἰκουμενικό θρόνο)

π. Λεωνίδα Στ. Ἀμοργιανοῦ, θεολόγου, Ἐφημερίου στόν ἱ.ναό ἁγ. Μαρίνης Ἱ.Μ. Περιστερίου

Τόν Ἰούνιο τοῦ 1962, ὁ ἀνεπανάληπτος μαχητής τότε ἀρχιμανδρίτης π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ἀπηύθυνε Ἀνοικτή Ἐπιστολή πρός τήν κορυφή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα.  Τήν ἐπιστολή ἀπηύθυνε μέσω τοῦ ἀγωνιστικοῦ περιοδικοῦ «Χριστιανική Σπίθα».[1]

Μέσα ἐκεῖ ὁ ἅγιος πατήρ Αὐγουστῖνος γνωρίζοντας τήν ὑψηλή ἰδέα, πού ἔχει ὁ ἑλληνικός λαός γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, λύει τή σιωπή του καί ἐκφράζει τήν ἀφοπλιστική του κρίση γιά ἐνέργειες τοῦ «Πατριάρχη», πού συγκλονίζουν τά πνεύματα τῶν ὀρθοδόξων, κληρικῶν καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι δέν βλέπουν τόν «Πατριάρχη» πλέον δῆθεν ἄγρυπνο φρουρό τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ζωῆς.

Θερμό συνήγορο, γιά τήν ἐλεύθερη διατύπωση τῆς γνώμης του, (χαρακτηριστικό τῆς πατρικίας εἰς βάθος, πνευματικῆς του προσωπικότητας!), βρίσκει τόν θεοφιλέστατο ἐπίσκοπο Μελόης κ. Αἰμιλιανό, μόνιμο ἀντιπρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν στή Γενεύη, ὁ ὁποῖος τότε ἔγραψε στό ἐπίσημο ὄργανο τοῦ Πατριαρχείου «Ἀπόστολος Ἀνδρέας» τά ἑξῆς· «Ἄς ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι οἱ πιστοί μας νά ἐκφράζουν τάς σκέψεις των…  Ἄς ἀφεθοῦν ἐπίσης ἐλεύθεροι νά συζητοῦν τά ὑπέρ καί τά κατά τῆς πνευματικῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς.  Διότι αὐτό ἀποτελεῖ τό οὐσιῶδες προνόμιον ἑνός χριστιανοῦ, τό ὁποῖον μόνον εἰς ἀπολυταρχικά καί μοναρχικά συστήματα δέν ἀναγνωρίζεται ὡς δικαίωμα».[2]

Προσθέτοντας (θά μοῦ ἐπιτρέψει ὁ ἅγιος πατήρ!) ὁρισμένες προσωπικές λεκτικές παρεμβάσεις, ἡ γραφίδα τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου ἔχει ὡς ἀκολούθως:

ü   Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐλέγχει δραστικά τόν «Πατριάρχη» ἐπειδή στέλνει ἄκρως ἀπνευμάτιστες καί ἀλόγιστες συγχαρητήριες ἐπιστολές μέ τίς συνοδές πατριαρχικές εὐλογίες σέ πνευματιστές-μέντιουμ, οἱ ὁποῖοι στά συγγράμματά τους ἔβριζαν σκαιότατα τά χριστιανικά δόγματα, δίνοντας ἔτσι φτερά στόν Πνευματισμό στήν Ἑλλάδα.

ü   Ἐλέγχει τόν «Πατριάρχη» ἐπειδή εἰσέρχεται ἀσύστολα στό τέμενος τοῦ Ὀμάρ ἄνευ ὑποδημάτων καί «νοῦν Χριστοῦ», γιά νά προσευχηθεῖ, φεῦ!, δίκην ἀρνησίθρησκου προκλητικοῦ ἐξωμότη, ὑπέρ τοῦ Χουσεΐν.

ü   Στό ναΰδριο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης μέ τή παρουσία τοῦ δῆθεν «ὀρθόδοξου Πατριάρχη» γίνεται μεγαλοπρεπής ὑποδοχή τοῦ Ἀρμενίου Πατριάρχου, σάν νά ἐπρόκειτο γιά Ὀρθόδοξο Πατριάρχη.  Οἱ ψᾶλτες στήν εἴσοδο ψάλλουν τό «εἰς πολλά ἔτη, Δέσποτα», ὁ δέ «ὀσφυοκάμπτης»διάκονος κάνει δέηση, δίκην θεάτρου παραλόγου, ὑπέρ «τοῦ Πατρός ἡμῶν Σινόρκι»!

Ὁ στοιχειώδης νοῦς διερωτᾶται:  Ποιόν «πατέρα», τόν αἱρεσιάρχη Ἀρμένιο Πατριάρχη, πού ἀποσπάσθηκε ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, ὑποστηρίζοντας τήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τόν ὁποῖο καταδίκασε ἡ Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος;  Ἡ ἴδια Σύνοδος καταδίκασε καί τόν Διόσκουρο τόν ὁποῖο οἱ Ἀρμένιοι τιμοῦν ὡς «ἄγιο».

ü    Ἐλέγχει τόν «Πατριάρχη» ἐπειδή ὑποδέχεται σέ στῦλ «φιέστας» (μέ σκοπό τόν συνήθη τραγελαφικό γελοῖο ἐντυπωσιασμό) πάσης ἀποχρώσεως προτεστάντες, τήν δῆθεν διανοούμενη (μέ τραγικά χαμηλό πνευματικό δείκτη νοημοσύνης «IQ») αὐτή περσόνα, πού ἀπαρτίζει τόν θερμότερο ὑποστηρικτή τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.

ü    Ἐλέγχει τόν «Πατριάρχη» ἐπειδή ἐκφράζει αἰσθήματα φιλοφροσύνης γιά τόν Πάπα Ἰωάννη ΚΓ’. Εἰδικότερα, μέ χροιά ψυχιατρικοῦ παραληρήματος μεγαλείου, ὀνομάζει τόν ἀναφερόμενο Πάπα δεύτερο Πρόδρομο καί λέει μέ τόνο ἀξιοθρήνητου κόλακα, πού τόν ὑποτιμᾶ (εἶναι ὄντως γιά λύπηση!) ὅτι εἶναι «φορέας ἀποστολικῆς χάριτος».

Νά τονιστεῖ ὅτι ὁ Παπισμός, οὐδεμία μέχρι σήμερα ὑποχώρηση ἔχει κάνει.  Ἐμμένει πεισμόνως στίς καινοτομίες του.  Ἔχει διασπείρει παντοῦ τά ὄργανα τῆς Οὐνίας, τοῦ δουρείου τούτου ἵππου, διά τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ ἅλωση τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ ὑποταγή καί ἡ τοποθέτηση τῶν πάντων στό ὑποπόδιο τοῦ μόνου κυρίαρχου δῆθεν πλανητάρχη, τοῦ  Πάπα.

ü   Ἐλέγχει τόν «Πατριάρχη» ἐπειδή, μιμούμενος τό ἑωσφορικό μοτίβο τῆς παπικῆς «ὑπεροψίας»ἀποδέχεται ἀπερίσκεπτα, λόγω τοῦ ἀναφερόμενου χαμηλοῦ δείκτη «IQ», πού τόν χαρακτηρίζει, τό Filioque.  Λέει «Τό Ἁγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ».

ü   Ἐλέγχει τήν «πατριαρχική αὐτή περσόνα», ἐπειδή μαζί μέ τόν Ἀμερικῆς Ἰάκωβος ἀνήκουν σέ μασωνικές στοές μέ ὅλα τά συνακόλουθά τους.

Στή συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος πατήρ Αὐγουστῖνος παραθέτει καταιγιστικές ἀντιδράσεις κληρικῶν καί λαϊκῶν οἱ ὁποῖες ἐκδηλώνονται ἀπό τά καταγγελλόμενα.  Ἀνάμεσά τους, χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀντίδραση τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου Κερκύρας καί Παξῶν κ. Μεθοδίου, ὁ ὁποῖος σέ ἐπιστολή[3] του πρός τόν «Πατράρχη» καταλήγει· «Δέν συμφωνῶ εἰς ἕνωσιν ἐπί ἀναγνωρίσει τῶν παπικῶν ἀξιώσεων καί πάσης ἄλλης κακοδοξίας.…Διάκειμαι εὐλαβῶς πρός τά λεχθέντα ὑπό τοῦ ἀπ. Παύλου «Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω».  Ὁ ἴδιος ἱεράρχης συνέγραψε βιβλίο ὅπου ἀποκαλύπτει τά βαθύτερα αἴτια, πού ὠθοῦν τόν Πάπα Ἰωάννη τόν ΚΓ’ πρός σύγκληση 21ης  Οἰκουμενικῆς Συνόδου.  Σκοπός  αὐτῆς, ἐπισημαίνει ὁ Σεβ/τος Κερκύρας, εἶναι ἡ ἐπιδίωξη ἀναγνωρίσεως στόν Πάπα τῆς Ρώμης, Ἀρχιερέα καί ἅμα Βασιλέα, ἰδιότητος παγχριστιανικῆς αὐθεντίας, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς.  Ἐπιδίωξη ὑποταγῆς στήν Ἁγία Ἕδρα, στό Βατικανό, στή Ρώμη».

Ἀκολούθως ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐπισημαίνει τό σημαντικό ὅτι κατά τό Κανονικό Δίκαιο ὁ εὐσεβής λαός εἶναι Ο ΦΡΟΥΡΟΣ   ΤΗΣ   ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ   καί ἔχει ὑποχρέωση ὄχι μόνο νά διαμαρτύρεται, άλλά καί νά διακόπτει κάθε πνευματική σχέση μέ τόν ἀρχιερέα πού παρεκλίνει ἀπό τίς γραμμές τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ ὁδός πού βαδίζει ἡ «πατριαρχική περσόνα» ὁ Πατριάρχης εἶναι ὀλισθηρά καί αὐτό κάνει τόν ἅγιο πατέρα Αὐγουστῖνο νά μιλήσει στόν «Πατριάρχη» μέ τήν σχετική ἀνεπανάληπτη γραφίδα παρρησίας ὥστε νά τόν καθιερώνει στίς συνειδήσεις πρωτίστως τοῦ λογικοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου ἀλλά καί τῆς ὑψηλοῦ ἐπιπέδου πνευματικῆς νομενκλατούρας σέ τοπικό καί διεθνές ἐπίπεδο«Ἐσεῖς Παναγιώτατε καί οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀντί ν᾿ ἁρπάξετε τίς ποιμαντορικές σας ράβδους καί νά καταδιώξετε μακρυά τούς λυμεῶνες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἐσεῖς ἀνοίγετε εὐχάριστο «κουβεντολόϊ» μέ τούς ἀρχηγούς τῶν αἱρετικῶν, ἐναγκαλίζεσθε, ἀσπάζεσθε, συντρώγετε, συμψάλλετε, συμπροσεύχεσθε.  Δηλαδή βοσκοί σεῖς τῆς ἱερᾶς ποίμνης, ἀνοίγετε τίς θύρες καί ὑποδέχεσθε τούς λύκους θωπεύοντες  αὐτούς ἐν τῷ τρώγειν τά πρόβατά σας. Ποῦ τό πνεῦμα τῆς ἀντιστάσεως κατά τῆς πλάνης σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ μαθητοῦ τῆς ἀγάπης;  «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε, ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς».[4]

Στήν συνάφεια αὐτή, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός γιά τίς σχέσεις μέ αἱρετικούς ἔλεγε τό περίφημο ἐκεῖνο «Αἱρετώτερον πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης ἀπό Θεοῦ».

Στή συνέχεια ὁ ἅγιος πατήρ Αὐγουστῖνος ἐκφράζει μέ τή διαχρονική προοπτική-προορατική γραφίδα του, τό φόβο, ὅτι κάποια προδοσία, ἐνσυνείδητη ἤ ἀσυνείδητη συντελεῖται στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας (ὄντως ἀποπτωτική ἐκφυλιστική διεργασία προδοσίας, πού συντελεῖται στίς μέρες μας) καί γι᾿ αὐτό κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου.

Ἐντούτοις, καταλήγει σέ τόνο μείζονα – ἐλπιδοφόρο, ὅτι ὑπάρχει ἔρως Ὀρθοδοξίας καί πνεῦμα ἀντιστάσεως. Λαϊκοί, πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, θεολόγοι, εὐλαβεῖς διάκονοι, πρεσβύτεροι καί ἐπίσκοποι…, θά ἐξεγερθοῦν.  Θά τούς ἐξεγείρει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.  Καί αὐτοί οἱ ὁλίγοι εἶναι ἱκανοί νά ματαιώσουν κάθε ἀντικείμενη βουλή κατά τῆς Ὀρθοδοξίας, ν᾿ ἀφαιρέσουν τό πηδάλιο ἀπό τά χέρια ἀναξίων ἀρχιερέων καί νά τό παραδώσουν σ᾿ ἄλλους. Ὁ ἑλληνικός λαός πού γέννησε ἄλλοτε Φωτίους, Κηρουλαρίους καί Μάρκους Εὐγενικούς δέν θά ἀνεχθεῖ προδοσίες.  Τελικά ἡ φωνή τῆς παρουσίας του ἀπό τή θριαμβεύουσα Ἐκκλησία δέν θά μᾶς ἀφήνει «ἥσυχους» ἠχώντας ὡς σάλπιγγα τῆς Ὀρθοδοξίας: «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία»!

(Συνεχίζεται)

[1] Ἀριθμ. φύλλου 248-249

[2] Φύλλον 17ης Μαΐου 1961

[3] 3461 τῆς 13ης /9/1961

[4] Β’ Ἰωάν. 10-11

«Πᾶς ὁ λέγων παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος» (Θεοφόρος Ἰγνάτιος)

π. Λεωνίδα Στ. Ἀμοργιανοῦ, θεολόγου, Ἐφημερίου στόν ἱ.ναό ἁγ. Μαρίνης Ἱ.Μ. Περιστερίου

Πέρασαν 56 χρόνια ἀπό τότε πού γράφτηκε ἡ ἀνοιχτή αὐτή ἐπιστολή, ἱστορικό ντοκουμέντο, τοῦ κυροῦ ἁγίου Φλωρίνης Αὐγουστίνου…  Καί ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Παν/μίου Θεσ/κης, παραβλέποντας, πιθανόν ἐπιπολαίως ἤ λησμονώντας τά ἀναφερόμενα established σχετικά δεδομένα, διοργανώνει στίς μέρες μας Συνέδριο γιά νά τιμήσει τόν «Πατριάρχη Ἀθηναγόρα».

Ὁ στοιχειώδης σκεπτόμενος νοῦς, ἐκτός ἄλλων κριτικῶν παραμέτρων, μένει ἐνεός, ἐμβρόντητος, ἔναντι τῆς ἀποφάσεως τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐπικείμενου Συνεδρίου, πού σέ στῦλ ἀναφερόμενης «φιέστας» ἐπιχειρεῖ, φεῦ!, αἰωρούμενη προβολή τῆς δῆθεν διανοούμενης (μέ ἔλλειψη πνευματικοῦ ὀρθόδοξου δείκτη «IQ») ἀναφερόμενης «πατριαρχικῆς περσόνας», γεγονός, πού ὑποβαθμίζει τό σοβαρό ἐπιστημονικό «background» τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ καί τήν ἐκθέτει ὑπερβαλλόντως σέ βαθμό διαπόμπευσης στά τοπικά καί διεθνῆ ἐπιστημονικῶς σοβαρά forum.

 

Νά ἐπισημανθεῖ ὅτι στό συνέδριο αὐτό συμμετείχαν καί κληρικοί συμπεριλαμβανομένων καί πέντε Μητροπολιτῶν ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο, ὁ ἕνας προεδρεύων καί ὁ ἄλλος ὁμιλητής, ὑπῆρξαν «πνευματικοί υἱοί» τοῦ κυροῦ ἁγίου Φλωρίνης Αὐγουστίνου.

Λαμβάνοντας ὑπόψη τά ἐπιπλέον κριτικά λεχθέντα ἀπό τόν κυρό ἅγιο Κοζάνης Διονύσιο[1] πού, μέ ἐλάχιστες προστιθέμενες προσωπικές λεκτικές παρεμβάσεις, συνοπτικά ἑστιάζονται στά ἀκόλουθα:

Τό ὀδυνηρό στόν καιρό μας εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν διώκεται πιά ἀπό τήν εἰδωλολατρία, ἀλλ᾿ ἀπό τούς ἴδιους χριστιανούς.  Οἱ χριστιανικοί λαοί σάν νά κουράστηκαν νά σηκώνουν σταυρό, βιάζονται νά ξαναγυρίσουν στήν εἰδωλολατρία ἀκόμη καί σέ «φιέστες» οἰκουμενισμοῦ πού πᾶνε ἀνεπιτυχῶς νά εὐτελίσουν τό κύρος της.  Οἱ σημερινοί ἐχθροί τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν εἶναι κυρίως ξένοι, ἀλλά πρωτίστως οἱ δικοί της ἄνθρωποι καί βαπτισμένοι χριστιανοί.  Αὐτή εἶναι ἡ σύγχρονη δραματική περιπέτεια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅτι βρίσκεται ἀντιμέτωπη σέ μιά νέα ἐσωτερική εἰκονοκλαστική ἐξέγερση μέ συνοδή βίαιη πνοή ἀκόμη καί τοῦ οἰκουμενιστικοῦ λίβα πού σκοτίζει τό ἠθικό κριτήριο «χριστιανῶν» περσόνων» ὥστε ἀντί νά ἀναδείξουν καί νά τιμήσουν διαχρονικά ὀρθόδοξα διάφανα ἠθικά ἀναστήματα, τιμοῦν ἐπιπολῆς διφορούμενες ὀρθόδοξες μικρότητες. 

Ποιό εἶναι τό status» τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας;

Τό κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἡ παράδοση τῶν Ἀποστόλων, ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἡ θεία λατρεία μας, ἡ ἄχραντη εἰκονογραφία μας, τό κερί μας καί τό λιβάνι μας, ἡ προσφορά μας καί τό κόλλυβο, ἡ Σαρακοστή καί ἡ νηστεία μας, ἡ Λειτουργία μας καί ἡ θεία Μετάληψη, ἡ φτωχή ἁγιοσύνη μας καί οἱ πολλές ἁμαρτίες μας, γιά τίς ὁποῖες ζητοῦμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία .  Οἱ Ἅγιοί μας, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καί οἱ Προφῆτες, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Ὅσιοι καί οἱ Δίκαιοι.  Αὐτοί πού ἀγωνίστηκαν κι ἔδωσαν αἷμα καί δάκρυ καί ἱδρώτα, γιά νά φυλάξουν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη.  Αὐτοί πού, πηγαίνοντας ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, πρεσβεύουν γιά μᾶς, μέ πρώτη ἀπ᾿ ὅλους τήν ὑπεραγία Θεοτόκο.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω λεχθέντα, ἀναδύεται τό ἐπίμαχο ἐρώτημα:

Μέ ποιά ἀπό τά ἀναφερόμενα ἔγκριτα ὀρθόδοξα κριτήρια θά τιμηθεῖ ἡ ἀναφερόμενη «πατριαρχική περσόνα»; Μήπως σέ θετική δυνητική ἔκβαση θά ἰσχύει τό: «Αἰδώς Ἀργείοι»;

Ἐπανερχόμενος πάλι στόν μακαριστό ἱεράρχη π. Αὐγουστῖνο, κρίνω ἐπίκαιρο νά ἀκούσουμε ὡς φινάλε καί ὡς συνέχεια τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἕνα ἄλλο μνημειῶδες ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ «Χριστιανική Σπιθα»[2] ὅπου ἡ ἀκόλουθη μοναδική του πένα, πού δέν ἔχει τό ταίρι της, προσεγγίζει εἰς βάθος μέ σκοπό νά ἀφυπνίσει τυχόν λιπόθυμες συνειδήσεις ἀφοῦ σύμφωνα μέ τήν ψυχολογία τοῦ βάθους, δέν ὑπάρχουν πωρωμένες ἀλλά εὐτυχῶς λιπόθυμες συνειδήσεις

Τό καθῆκον τῆς ἀκριβοῦς φυλάξεως καί θαρραλέας ὁμολογίας καί ὑπερασπίσεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, βαρύνει ἀπό τούς λαϊκούς περισσότερο τούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀξιωματικοί τῆς ἐνδόξου στρατιᾶς τοῦ Κυρίου πρέπει νά κρατοῦν τό ξίφος, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά ἀγωνίζονται διαρκῶς καί νά πίπτουν ὑπέρ τῆς πίστεως.

Κατ᾿ ἐξοχήν δέ τό καθῆκον τοῦτο βαρύνει τούς ὤμους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτιμήθησαν μέ τήν ὑψίστη τιμή τῆς ἀρχιερατικῆς ἐξουσίας.  Βαρύνει, τούς ἐπισκόπους, μητροπολῖτες, ἀρχιεπισκόπους καί πατριάρχες.  Καί σέ καθένα ἀπ᾿ αὐτούς ἀπευθύνεται ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν πρῶτο ἐπίσκοπο Ἐφέσου πού λέει« Ὦ Τιμόθεε, τήν παρακαταθήκην φύλαξον…».

Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρός τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὁ ὁποῖος στό τυπικό τῆς χειροτονίας (Μ. Εὐχολόγιο) τόν ὑποχρεώνει νά σταθεῖ στό μέσον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καί πατώντας ἐπάνω σέ χαλί πού εἰκονίζει ἀετό, ἐνώπιον κλήρου καί λαοῦ, νά ἀπαγγείλει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὡς διακήρυξη τῆς Ὁρθοδόξου Πίστεως καί ἀποκήρυξη ὅλων τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι προσέβαλαν καί προσβάλουν τά ὀρθά δόγματα.  Ἐναντίον αὐτῶν βοᾶ ὁ ἐψηφισμένος τό ἀνάθεμα!

Οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως, τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι θεοχάρακτες πλᾶκες, στίς ὁποῖες δέν μπορεῖ νά προστεθεῖ κάτι ἤ νά ἀφαιρεθεῖ.  Μένουν ἐσαεί θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας.[3]

Ἐπίσκοπος, σημαίνει ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος στάθηκε σέ φρούριο ὑψηλῆς σκοπιᾶς καί εἶναι ὑποχρεωμένος νά παρατηρεῖ ἀγρύπνως τά πάντα καί μόλις ἀντιληφθεῖ γύρω ἀπό τά τείχη ὕποπτη κίνηση ἐχθροῦ, ἀμέσως πρέπει νά εἰδοποιήσει, νά κραυγάσει, νά σημάνει συναγερμό γιά νά ἀποκρουσθεῖ ἡ ἐχθρική προσβολή.  Ἀλλοίμονο ἐάν ὁ σκοπός, ὁ ἐπίσκοπος κοιμηθεῖ.  Ναί!  Σκοπός εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, παρατηρεῖ καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης.

Ὁ σοφός κανονολόγος Νικόδημος Μίλας τονίζει ὅτι «δικαίωμα ἀλλά καί καθῆκον τοῦ ἐπισκόπου εἶναι νά ἐπαγρυπνεῖ, ὥστε νά τηρεῖται στήν ἐπισκοπική του ἐπαρχία ἡ ὑγιής διδασκαλία, ἐνῶ κάθε ψεύτικη διδασκαλία πού ἔχει ἀρχίσει νά διαδίδεται, νά φυγαδεύεται».[4]

Ἐάν στήν περιοχή του μεγάλοι καί ἰσχυροί διδάσκουν διδασκαλίες πού δέν συμφωνοῦν μέ τήν ὑγιᾶ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τί πρέπει νά πράξει ὁ ἐπίσκοπος;

Ἄν δέν εἶναι δειλός καί ἄνανδρος, ἰδιοτελής καί συμφεροντολόγος, δέν εἶναι κενόδοξος καί κόλακας τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας ἀλλ᾿ ἔχει γενναῖο φρόνημα καί γνωρίζει ν᾿ ἀγωνίζεται καί νά πέφτει ἀπό τή θέση του, θά ἐκδιώξει μακριά ἀπό τήν ποίμνη του τούς κήρυκες τῆς αἱρέσεως καί τῆς πλάνης.  Ἀλλιῶς θά σιωπήσει καί θά βρεῖ χίλιες προφάσεις νά δικαιολογήσει τήν ἀνανδρία του ἤ καί θά γίνει συνήγορος καί ὑπερασπιστής τῆς ὁποιασδήποτε κακοδοξίας καί πλάνης, ἐπειδή ἐκφράσθηκαν ἀπό χείλη ἐπισήμων προσώπων.  Ἔτσι ὁ ὑπερασπιστής τῆς πίστεως λόγῳ δειλίας ἀποδεικνύεται προδότης τῆς πίστεως.

Ὑπῆρχαν ἐποχές στήν Ἐκκλησία ὅπου βασιλεῖς καί αὐτοκράτορες καί ἡγεμόνες εἶχαν ἀσπαστεῖ αἱρετικές ἰδέες καί προσπαθοῦσαν νά τίς διαδώσουν.  Ἔτσι μπροστά στήν ἰσχυρή ἐξουσία τους, ἐπίσκοποι καί μητροπολῖτες ὑποχωροῦσαν καί ὑπέγραφαν δηλώσεις καί ἐνίσχυαν τό ρεῦμα τῆς πλάνης.

Τέτοια ἐποχή ἦταν καί ἡ ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος (364-378), ὁ ὁποῖος προσβλήθηκε ἀπό τήν ἀρειανή ψώρα καί προσπάθησε νά τήν μεταδώσει καί σέ ἄλλους.  Οἱ ἐπίσκοποι διά τοῦ ἀπεσταλμένου ἐπάρχου Μοδέστου ὑπέγραφαν κάτω ἀπό τήν πίεση.  Ἀλλά ὅταν ὁ Μόδεστος ἦλθε στήν Καισάρεια, πού ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ὁ Μ. Βασίλειος καί ἄκουσε ἀπό ἐπίσκοπο τό πρῶτο ΟΧΙ, τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι τό πρῶτο ΟΧΙ πού ἄκουσε ἀπό ἐπίσκοπο. Καί τότε ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἡρωικός ἱεράρχης τοῦ εἶπε «Φαίνεται ὅτι δέν συνάντησες ἐπίσκοπο» καί συνέχισε«Ἐμεῖς ὅταν πρόκειται γιά ὑλικά πράγματα εἴμαστε ὑποχωρητικοί καί ταπεινοί…  Ἀλλ᾿ ὅταν πρόκειται περί πίστεως…τότε ἐπ᾿ οὐδενί λόγῳ θά ὑποχωρήσουμε.  Δέν θυσιάζουμε τήν πίστη μας χάριν ὑλικῶν ἀγαθῶν… ἀλλά προθύμως θυσιάζουμε αὐτά χάριν τῆς πίστεως».

Ἡ ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι τό κυριώτερο καθῆκον τῆς Ἱεραρχίας καί τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου.  Τοῦτο τονίζεται σέ ὅλους τούς καταστατικούς χάρτες τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, ὅσοι ἀπό τό 1850 μέχρι σήμερα ἔχουν ἐγκριθεῖ.

Ὅ,τι δέν τόλμησαν οἱ ἀλλόθρησκοι ἡγεμόνες ἐπί τῆς φοβερῆς τουρκοκρατίας, ἔπραξαν (καί πράττουν) δυστυχῶς οἱ κυβερνῆτες τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο ἀπογύμνωσαν τήν Ἐκκλησία… ἀλλά ὑπεισῆλθαν καί στήν πνευματική σφαῖρα τῆς Ἐκκλησίας καί ψήφισαν νόμους ἀντιχριστιανικούς.  Καί οἱ μητροπολῖτες καί ἀρχιεπίσκοποί μας ὄχι μόνο δέν ἀγωνίσθηκαν γιά νά ὑπερασπίσουν τά δίκαια τῆς Ὀρθοδοξίας!  Ὄχι μόνο δέν κήρυξαν συναγερμό τοῦ πιστοῦ λαοῦ!  Ἀλλά ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Χ. Ἀνδροῦτσος, κανείς ἀπ᾿ αὐτούς δέν θυσίασε τό θρόνο του χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας.  Σάν λαγοί ἔτρεμαν μπροστά στούς ἰσχυρούς καί ὑποτάχθηκαν στήν πολιτεία ἡ ὁποία μέ νόμους καί διατάγματα ἀνέτρεπε τό Σύνταγμα τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.

Καί καταλήγει περίπου ὡς ἀκολούθως ὁ κυρός ἅγιος Φλωρίνης Αὐγουστῖνος.

Βλέποντας ὅσα γίνονται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διαπιστώνοντας μέ πόση χλιαρότητα ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε καί ἀντιμετωπίζει ὕψιστα ζητήματα, ἀναγκάζεται ὁ καθένας νά ἀναρωτηθεῖ:  Ἐμωράνθη τό ἅλας; Ἐσβέσθη τό φῶς;  Οἱ ὑπερασπιστές ἐγκατέλειψαν τίς θέσεις τους καί γίνονται προδότες;  Ποῦ πηγαίνουμε;

[1] Ἐπί Πτερύγων Ἀνέμων, Κοζάνη 1988

[2] Ἀριθμός φύλλου 260, Μάϊος 1963

[3] Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, Ράλλη-Ποτλῆ, τόμ. 5 Ἀθῆναι 1855, σελ. 544

[4] Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο Ἀθῆναι 1906, σελ. 525

«Εκείνοι ποὺ ὁμιλοῦν πληθωρικὰ περὶ ἀγάπης νοθεύουν τὸ περιεχόμενό της γιά νὰ περιπτυχθοῦν ὅλους τούς αἱρετικοὺς ὅλων τῶν ἀποχρώσεων»

 

Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου (Ἀριζόνας)
(Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἔνθρονιστήριον λόγον τοῦ Γέροντος, 1974)

* Η Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Καθολικὴ μὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι κατέχει ὅλο το πλήρωμα τῆς ἀληθείας καὶ τῆς χάριτος διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ κόσμου καὶ ἐπὶ πλέον εἶναι Καθολικὴ μὲ τὴν ἔννοιαν ὅτι «δυνάμει» τείνει, ὄχι νὰ κατακτήση, ἀλλὰ νὰ ἁγιάση τὸν κόσμον. Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστὸς καὶ ἠμεῖς μέλη ἐκ μέρους συνδεόμενοι διὰ τῆς κοινῆς πίστεως «ἐν τῷ συνδέσμω τῆς ἀγάπης».

* Όσο περισσότερο ἁγιάζομε ὁ καθένας τὸν ἐαυτόν μας, τόσο περισσότερο αγιαζεταί το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸν ἀνθρώπινο χαρακτήρα της, διότι κατὰ τὸν θεῖον τῆς χαρακτήρα εἶναι τόσον ἁγία ὅσον καὶ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Ἡ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱστορία ἀγῶνος ἐξαγιασμοῦ τῶν πιστῶν της.

* Όλοι ὅσοι πιστεύουν ἀληθινά, ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία ὅσοι δὲν πιστεύουν ἀληθινὰ ἀγαποῦν ἐν ὑποκρίσει. Εμείς ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἀγαποῦμε ὅλους καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἔρθουν σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας. Ἔτσι μᾶς δίδαξε «ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης» ἔτσι ἀναπαύεται ἡ συνείδησίς μας. Δὲν ἐχθραινόμεθα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως ἥ τῆς ἀπιστίας των, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἀγαπήσωμεν ποτὲ τὴν ἀπιστίαν ἡ τὴν αἵρεσιν χάριν τῶν ἀνθρώπων, διότι θὰ ἀποξενωθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεόν.

* Ὁ Θεὸς διοχετεύει τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης Του, ὅταν προσκυνήται «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθεία».* Εκείνοι ποὺ ὁμιλοῦν πληθωρικὰ περὶ….ἀγάπης νοθεύουν τὸ περιεχόμενο της για νὰ περιπτυχθοῦν ὅλους τους αἱρετικοὺς ὅλων των ἀποχρώσεων. Εἶναι τόσο ψεύτικη αὐτὴ ἡ ἀγάπη ὅσο καὶ τὰ ψεύτικα λουλούδια….

* Λέγουν νὰ ἑνωθοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς καὶ ἐν συνεχεία μὲ τοὺς Προτεστάντας καὶ μὲ ὅλες τὶς γνωστὲς καὶ ἄγνωστες αἱρέσεις ποὺ ἐπενόησε ὁ Διάβολος ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Καὶ ἀφοῦ ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἀνεξαιρέτως μεταξύ των, κατόπιν νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τοὺς Μωαμεθανούς, τοὺς Ἰουδαίους, κατ’ ἐπέκτασι μὲ τοὺς Βουδδιστᾶς, Βραχμανιστᾶς, Σιντοϊστᾶς καὶ μὲ ὅλες γενικὰ τὶς θρησκεῖες τῆς ὑφηλίου.
Αὐτὴ ἡ παναιρετικὴ ἀλχημεία ἐπιχειρεῖται διὰ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Ο ὅρος νομίζομε ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα. Πρόκειται περὶ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐθελοθρησκειῶν.
Ὁ μοναδικὸς θεὸς ὁ ὅποιος θὰ διεκδικήση ἐκεῖ φόρον λατρείας θα εἶναι ὁ ἐκπεσῶν Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ μεταξύ των ἀνθρώπων Ἀντιχρίστου θὰ ἐπιχείρηση νὰ ὑποκαταστήση τὴν πίστη καὶ τὴ λατρεία στὸν ἀληθινὸ Θεό.
Γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ δὲν ὑπάρχει προσωπικὸς Θεός, τελείως ἀπαράδεκτο εἶναι γιὰ τοὺς συνεπεῖς οἰκουμενιστᾶς τὸ δόγμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ σατανοκίνητος Σιωνισμός συντονιζει δύο ἐπίβουλες ἐνέργειες ἐντὸς καὶ ἐκτός της Ἐκκλησίας ποὺ ἀποβλέπουν σὲ ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπὸ στὴν ἅλωση τοῦ φρουρίου ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία.
Παπικοί, Προτεστάνται, Χιλιασταί, Μασῶνοι, Ἑνωτικοί, Οἰκουμενισταί, καὶ κάθε ἄλλη «ρίζα πικρίας», ὅλοι αὐτοὶ «μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ Θηρίω διδόασιν. Οὗτοι μετὰ τοῦ Ἀρνίου πολεμήσουσι, καὶ τὸ Ἀρνίον νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστι καὶ Βασιλεὺς βασιλέων, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ καὶ πιστοὶ» (Aποκ. 17, 13).

* Φρονούμεν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἔχει καμμία θέση ἀνάμεσα σ’ αὐτὸ τὸ συνονθύλευμα τῶν πλανῶν καὶ τῶν αἱρέσεων. Αυτό τὸ δόλιο «οἰκουμενικὸ» κατασκεύασμα δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ κατὰ τὸν π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον: «Εἶναι ἕνα ἀνακάτεμα ἀφανισμοῦ τῆς Ἀλήθειας. Είναι μία προσπάθεια ὄχι νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια οἱ πλανεμένοι, ἀλλὰ νὰ τὴν χάσουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουν, ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ πιστεύουν στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία».
«Μὴ πλανώμεθα. Μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ ἑτεροδοξίας χάσμα μέγα ἔστηρικται»
Ὁ μὴ πιστεύων κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἄπιστος ἔστιν
___________________________________Πηγη: Γνώρισε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας. Αγιογραφικές καὶ πατερικὲς μαρτυρίες Εκδοσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη.

«Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ»

 

Κυριακή-της-Ορθοδοξίας

Ναυπάκτου Ιερόθεος:

 (Ἀπομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα, κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, 25 Φεβρουαρίου 2018, στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου)

      τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὡς θεολογία καί ὡς Ἐκκλησία καί ὡς ζωή. Δέν εἶναι, δηλαδή, μόνον ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ἡ ὀρθο-δοξία καί ἡ ὀρθο-ζωΐα.

Ὅπως εἶναι καθιερωμένο, σήμερα παντοῦ, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς ὅπου γίνεται θεία Λειτουργία, θά ἀκουστοῦν κηρύγματα γύρω ἀπό τό θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί θά μιλήσουν πολλοί Ἐπίσκοποι, Κληρικοί καί θεολόγοι γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ὁμιλητές, ὀρθόδοξοι, νεορθόδοξοι, μετα-ορθόδοξοι, πατερικοί, μετα-πατερικοί, νεο-πατερικοί, μοντέρνοι καί μετα-μοντέρνοι θά ἀναφερθοῦν στήν Ὀρθοδοξία καί θά προσπαθήσουν νά παρουσιάσουν ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.

Τό ἐρώτημα ὅμως πού τίθεται εἶναι: Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία; 

Εἶναι ἕνα ἐρώτημα, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀπαντηθῆ. Καί φυσικά δέν ἀρκεῖ ἕνα σύντομο εὐχαριστιακό κήρυγμα γιά νά δώση κανείς μία τέτοια ἀπάντηση, γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὡστόσο θά προσπαθήσω σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας νά διατυπώσω μερικές ἀπόψεις μου.

Σκεπτόμενος χθές τό βράδυ αὐτό τό ἐρώτημα –τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία– ἦρθε στόν νοῦ μου ἡ ὁμιλία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν Ἄρειο Πάγο. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε ὅτι περιῆλθε τήν ἀγορά καί εἶδε τά ἀγάλματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, ὅλα τά ἀγάλματα τῶν θεῶν, καί μεταξύ αὐτῶν εἶδε καί ἕνα ἄγαλμα τό ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «ἄγνωστο θεό», δηλαδή ἐπιγραφόταν: «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».

Αὐτό τό περισταστικό μέ ὁδήγησε στό νά ἐπιλέξω τό θέμα μου γιά τήν σημερινή ἡμέρα. Σκέφθηκα ὅτι μᾶλλον αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι μιλοῦν γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τελικά ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἄγνωστη στούς πολλούς.

Ὁπότε, ἂν θά μπορούσαμε νά δώσουμε σήμερα μία ἐπιγραφή στήν Ὀρθοδοξία, θά λέγαμε: «Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ». Νομίζω ὅτι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦν γι’ αὐτήν, ὅλοι γράφουν γι’ αὐτήν καί ὑπάρχουν βιβλία τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ αὐτήν. Σέ ὅλα αὐτά γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη ζωή, ἀλλά τά βλέπουν ἐπιλεκτικά καί ἐπιφανειακά.

 

Ἴσως θά μέ ἐρωτήσετε: «Γιατί εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα; Πῶς τό λέτε αυτό;».

Ὑπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γιά τούς ὁποίους ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία στόν λαό, καί ὄχι μόνο στόν λαό, ἀλλά καί στούς Κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν.

 

Πρῶτον, εἶναι ἄγνωστη, ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία, γιατί ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω ἀπό ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα, ὑπάρχει παχυλή ἄγνοια τοῦ καθαροῦ περιεχoμένου τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Τό λέω τόσο ἁπλά. Δηλαδή, ὑπάρχει ἐν πολλοῖς ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπάρχει σύγχυση στά θεολογικά ζητήματα. Αὐτό συμβαίνει, γιατί ὑπάρχουν τόσες προσμείξεις, τόσες ἐπιρροές ἀπό ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἀπό φιλοσοφικές, θεολογικές, χριστιανικές, θρησκευτικές, πού στό τέλος λέει κανείς: εἶναι αὐτό Ὀρθοδοξία; Καί ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές προσμείξεις καί ἐπιρροές, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὑπάρχει ἄγνοια τοῦ βάθους τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὅποιος παρακολουθεῖ τά διάφορα θεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα πού ἐπικρατοῦν στόν δυτικό χῶρο βλέπει πόσο ἐπηρεάσθηκαν τά ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα ἀπό τόν Σχολαστικισμό, τήν Μεταρρύθμιση, τόν Διαφωτισμό, ἀλλά καί ἀπό ἄλλες ἀνατολικές παραδόσεις.

Ἀκόμη, ὅταν κανείς γνωρίζη σέ ἕνα βαθμό τήν πατερική διδασκαλία ἤ τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί διαβάζη μέ προσοχή μερικές παλαιότερες Δογματικές, πού συνέγραψαν καθηγητές Θεολογικῶν Σχολῶν, βλέπει ἐκεῖ ἀπόψεις οἱ ὁποῖες δέν εἶναι πατερικές, ἀλλά γράφονται ἀπό ἄλλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά ὑπερβοῦν τήν πατερική παράδοση, τούς Πατέρες, καί μεταφέρονται καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο. Ὁπότε, λέει κανείς: εἶναι δυνατόν νά διαβάζη κανείς τήν Δογματική τῆς Ἐκκλησίας καί νά συναντᾶ ἐπιρροές καί ἐπιδράσεις ἀπό ἄλλες παραδόσεις;

Ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τίς χριστιανικές ἀναταράξεις πού ἔγιναν στήν Εὐρώπη ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς γνωρίζουμε ὅτι οἱ σχολαστικοί θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνος χρησιμοποιοῦσαν τούς φιλοσόφους γιά νά ἑρμηνεύσουν τά θεολογικά δόγματα. Ἐπίσης, γνωρίζουμε ὅτι οἱ Προτεστάντες ἔχουν μιά τάση νά ἀποδέχωνται τίς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἀδίκως καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου, τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, τοῦ Ἀπολλιναρίου, τοῦ Διόσκορου καί ἄλλων, καί μάλιστα γράφουν διάφορες μελέτες γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα.

Αὐτό δείχνει ὅτι δυστυχῶς σήμερα ἀπό τούς δυτικούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς διάφορες αἱρετικές ἀπόψεις πού καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, θεωροῦνται ὡς προοδευτικές καί ἀφοῦ προσλαμβάνονται ἀπό μερικούς Ὀρθοδόξους θεολόγους εἰσάγονται σέ ὀρθόδοξα βιβλία.

Ἑπομένως, ἕνα ἀπό τά μεγάλα προβλήματα πού ἔχουμε σήμερα, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας, εἶναι τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τί εἶναι οἱ ἄλλες παραδόσεις. Γιατί τό λέω αὐτό; Διότι ὑπάρχουν πολλές παραδόσεις, παραδόσεις χριστιανικές, παραδόσεις θρησκευτικές, καί εἶναι ἀνάγκη νά δοῦμε τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, πῶς ὁρίζεται αὐτή καί πῶς διακρίνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό τίς ἄλλες παραδόσεις.

Δεύτερον, ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, γιατί κυριαρχεῖ ἡ σκοπιμότητα καί ἡ ἰδιοτέλεια. Δηλαδή, μπορεῖ μερικοί νά γνωρίζουν τί λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάνω σέ διάφορα θεολογικά θέματα, ἀλλά ἐπειδή διακρίνονται ἀπό διάφορες σκοπιμότητες, δέν τά παρουσιάζουν ἀκριβῶς ὅπως τά διάβασαν στά ἴδια τά πατερικά κείμενα, ἀλλά τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ ἑρμηνεῖες πού καλύπτουν τά πάθη τους. Ὑπάρχει μεγάλη σκοπιμότητα ὡς πρός τό θέμα αὐτό καί αὐτό ὀφείλεται στά πάθη τά ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα στούς ἀνθρώπους αὐτούς.

Ὅταν κάνω λόγο γιά σκοπιμότητες ἐννοῶ, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τούς σύγχρονους ἐθνικισμούς καί τίς γεωπολιτικές στρατηγικές, πού ἔχουν ἀποδυναμώσει τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔχουν καταστήσει αἰχμάλωτη σέ κοσμικές πρακτικές.

Ἔτσι, ὁ καθένας ἑρμηνεύει τά πατερικά κείμενα ἤ παρουσιάζει τά θεολογικά θέματα, σύμφωνα μέ τά πάθη του καί παρουσιάζει ὡς Ὀρθοδοξία τήν δική του ἐσωτερική ἀρρωστημένη κατάσταση. Ὅταν θέλη κανείς νά καλύψη τόν ἑαυτό του καί νά τόν δικαιολογῆ γιά τίς πράξεις του, τότε στηρίζεται σέ πατερικά κείμενα τά ὁποῖα βέβαια παρερμηνεύει. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μεγάλη σκοπιμότητα τήν ὁποία βλέπουμε σήμερα, γι’ αὐτό καί πολλοί δέν γνωρίζουν τί εἶναι Ὀρθοδοξία ἢ δέν θέλουν νά τήν παρουσιάσουν στήν αὐθεντικότητά της.

Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι δίδουν διαφόρους χαρακτηρισμούς σέ αὐτούς πού θέλουν νά παραμείνουν πιστοί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς φονταμενταλιστές, συντηρητικούς, παραδοσιακούς κλπ.

Ἐπίσης, στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγονται καί ἐκεῖνοι πού αἰσθάνονται ἕναν φόβο ὅταν βρίσκωνται μπροστά σέ ἰσχυρούς τῆς γῆς, εἴτε πολιτικούς εἴτε ἐκκλησιαστικούς, πάλιν χάρη μιᾶς σκοπιμότητας, καί δέν θέλουν νά ἐκφρασθοῦν καθαρά, ἀλλά ρέπουν περισσότερο στήν λεγόμενη θεολογική «διπλωματική ἀσάφεια» πού συσκοτίζει τά θεολογικά ζητήματα τά ὁποῖα, ὅμως, ἀπαιτοῦν μιά καθαρή ἔκφραση. Αὐτό σημαίνει ὅτι σήμερα ἀκόμη καί σέ δογματικά ζητήματα χρησιμοποιοῦνται ὅροι καί φράσεις πού νά ἔχουν δύο ἤ περισσότερα νοήματα, διφορούμενες ἔννοιες, ὥστε νά συσκοτίζωνται ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα.

Ἀκόμη, παρατηρεῖται τό φαινόμενο, ὅταν παρευρίσκεται κάποιος Κληρικός ἤ θεολόγος σέ ἀκροατήρια πού παρίστανται ἑτερόδοξοι νά παριστάνη τόν εὐγενῆ, νά αὐτολογοκρίνεται γιά νά ἔχουν οἱ ἄλλοι καλή ἰδέα γι’ αὐτόν, εἶναι φοβικός καί δέν ὁμιλεῖ αὐθεντικά, ὀρθόδοξα καί πατερικά. Ὅταν ὅμως στήν συνέχεια βρίσκεται στά δικά του ἀκροατήρια εἶναι «σούπερ» (ὑπέρ) ὀρθόδοξος. Σέ αὐτήν τήν νοοτροπία διακρίνει κανείς τήν ὕπαρξη τοῦ φόβου καί τῆς σκοπιμότητας. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ με φοβικά σύνδρομα καί μέ διάφορες κοσμικές σκοπιμότητες.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας καθηγητής τῆς Δογματικῆς, πού συμμετεῖχε ὁ ἴδιος σέ διορθόδοξες καί διαχριστιανικές συναντήσεις, ἔλεγε ὅτι ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι θεολόγοι καί Κληρικοί, οἱ ὁποῖοι μπροστά στούς ἑτεροδόξους στέκονται σάν «ποντίκια», δηλαδή εἶναι φοβισμένοι καί δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἀλλά ὅταν βρίσκωνται στά δικά τους ἀκροατήρια, τότε παρουσιάζονται σάν «λιοντάρια ὀρθοδοξίας». Καί ἐνῶ δίνεται ἡ δυνατότητα σέ διάφορες διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις νά ὁμολογῆ κανείς τόν Χριστό καί τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί δέν τό κάνει, ἐν τούτοις ὅταν πηγαίνη στά ποίμνιά του ὁ καθένας, γίνεται διαπρύσιος ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας.

Κάπως ἔτσι γίνεται καί αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὅλοι θά ὁμιλήσουν γιά τό μεγαλεῖο καί τήν ἀξία της Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θά προτιμοῦσα ὅμως αὐτό τό ίδιο νά τό κάνουν, ὅταν εὑρίσκωνται σέ διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις.

Μέ λύπη παρατήρησα ὅτι ὅταν γινόταν συζήτηση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πολλοί Ἀρχιερεῖς δέν ὁμίλησαν, ἀλλά μέ τήν σιωπή τους φάνηκε ὅτι ἀποδέχθηκαν τό νέο πρόγραμμα, ἐνῶ ὅταν ἐπέστρεψαν στίς Ἐπαρχίες τους καί εἶδαν τήν ἀντίδραση τῶν θεολόγων καθηγητῶν καί πολλῶν ἄλλων Χριστιανῶν, ὁμίλησαν ἐναντίον τοῦ νέου Προγράμματος τῶν Θρησκευτικῶν.

Γι’ αὐτό καί εἶπα προηγουμένως ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφ’ ἑνός μέν γιατί ὑπάρχει σύγχυση μεταξύ τῶν παραδόσεων, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί ἐπικρατεῖ φόβος καί σκοπιμότητα μεταξύ αὐτῶν πού θά ὄφειλαν νά εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως.

Τελικά παραμένει τό ἐρώτημα καί ἐπανέρχομαι σέ αὐτό: Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;

Θά μοῦ πῆτε: «Ὡραῖα, σήμερα σέ πολλούς Χριστιανούς ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί σκοπιμότητα μαζί μέ φόβο ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν. Τελικά τί θά μπορούσατε ἐσεῖς νά μᾶς πῆτε μέ λίγα λόγια γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;».

Νομίζω ὅτι μέ πολλή μεγάλη συντομία μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρία συγεκριμένα γεγονότα:

Πρῶτον, Ὀρθοδοξία εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδή τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά καί τίς Τοπικές Συνόδους οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τίς πρῶτες. Ὅταν διαβάση κανείς τά Πρακτικά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά καταλάβη τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δεύτερον, Ὀρθοδοξία εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ πεντάτομου ἔργου πού λέγεται «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» εἶναι συλλογή πατερικῶν ἔργων, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τόν ἱερό ἡσυχασμό. Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει οὐσιαστικά τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν ἐσωτερική πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ἐκφράζουν τά δόγματα, οὐσιαστικά οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Καί τρίτον, Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά Μυστήριά της μέ κορυφαῖο τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μαζί μέ τίς ἐκκλησιαστικές μας τέχνες, δηλαδή, τήν ἐκκληασιαστική ὑμνογραφία, τήν ἐκκλησιαστική μουσική, τήν ἐκκλησιαστική ἁγιογραφία, τίς ἱερές εἰκόνες κλπ.

Ἄλλωστε, γιατί καθόρισε ἡ Ἐκκλησία τήν σημερινή ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, νά ἑορτάζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Τό ἔκανε αὐτό, γιατί οἱ εἰκόνες εἶναι ἐκεῖνες πού παρουσιάζουν ὅλο τό πνευματικό ἐσωτερικό μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δείχνουν κατά τρόπο αὐθεντικό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἑπομένως, ὅταν συνδέση κανείς καί τά τρία αὐτά γεγονότα, δηλαδή τά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τήν ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» καί σέ ἄλλα πατερικά κείμενα, καί τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ἁγιογραφία, τήν μουσική μας παράδοση, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κτίζουμε τούς ναούς, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τελοῦμε τήν θεία Λειτουργία, τήν θεία Εὐχαριστία, τότε καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλα τά ἄλλα πού γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι καρπός αὐτῶν τῶν βασικῶν γνωρισμάτων.

Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ ἁπλούστερο τρόπο θά ἔλεγα ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι νά συναντήση κανείς ἕναν θεόπτη ἅγιο, ὁ ὁποῖος συνδέει στενά τήν θεία Λειτουργία μέ τήν προσευχή στήν καρδιά καί τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, νά μαθητεύση κοντά του, νά ἀκολουθήση τίς συμβουλές του καί νά μιμηθῆ τήν ζωή του.

Τότε θά μάθη ἐκ πείρας –ὅπως ἕνας φοιτητής μαθαίνει τήν ἐπιστημονική γνώση ἀπό τόν ἐπιστήμονα ἐρευνητή– τί εἶναι ’Ορθοδοξία καί θά γίνη ὀρθόδοξος σέ ὅλες τίς ἐκφράσεις καί ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία παραλαμβάνεται ὡς πνευματική γέννηση μέσα ἀπό πνευματικά «ζωντανούς ὀργανισμούς». Συμβαίνει καί ἐδῶ ὅ,τι μέ τήν βιολογική ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἀπό ζωντανούς βιολογικά ὀργανισμούς. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς «θεολογία γεγονότων». Τότε θά μάθη στήν πράξη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὁ βερμπαλισμός, τά ἰδεολογήματα, τά συνθήματα, οἱ ἔξυπνες ἀτάκες πού ἐντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, ὅπως οἱ φωτοβολίδες τόν οὐρανό.

Ὁπότε, γιά νά μάθη κανείς τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά ἀσχοληθῆ καί νά ἐνδιαφερθῆ μέ τό βάθος αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καί τελικά Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίση κανείς τό βάθος της, πού εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωση καί τότε θά γνωρίση καί τό ὕψος της, πού εἶναι τό ὄρος Θαβώρ, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί βιαία πνοή τῆς Πεντηκοστῆς.

Μακάρι, μέχρι πού νά τελειώσουμε τήν ζωή μας, μέχρι πού νά φύγουμε ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μάθουμε, ἔστω καί λίγο, τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί νά μήν παραμείνη μέχρι τέλους ἡ Ὀρθοδοξια ἄγνωστη σ’ ἐμᾶς, ἔστω κι ἄν τήν ὁμολογοῦμε καί τήν πανηγυρίζουμε λαμπρά.

 Πηγή

Τί σημαίνει αίρεση Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

    Ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ καὶ θεολογικώτατα κείμενα γιὰ τὸ τί έστι αἵρεση. Ὅλα ἀποσκοποῦσαν νὰ ἀφυπνίσουν τὸ ποίμνιο, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας ἔχει νανουριστεῖ ἀπὸ τὸ γλυκύτατο νανούρισμα τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τραγικῷ τῷ τρόπῳ τῶν ἀχρικαιριστῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καὶ παραδομένο στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Μορφέως παραβλέπει, ὑποβιβάζει σημασιολογικῶς καὶ ὀντολογικῶς ἢ ἀδυνατεῖ νὰ καταλάβει, τί σημαίνει αἵρεση καὶ ποιὸν σωτηριολογικὰ θανατηφόρο κίνδυνο αὐτὴ ἐπιφέρει.

Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ φαίνεται ἀναγκαῖο νὰ ἐπαναληφθεῖ γιὰ πολλοστὴ φορὰ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς αἱρέσεως, πόσῳ μάλιστα ὅταν οἱ Οἰκουμενιστὲς κατήργησαν συνοδικῶς τὸν ὅρο αἵρεση μετονομάζοντάς την σὲ «Ἐκκλησία» καὶ παρουσιάζουν μὲ κάθε τρόπο καὶ ὅπου βρεθοῦν τὶς αἱρέσεις ὡς ἄλλους τρόπους ἔκφρασης τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ὅσα παραθέτουμε, λοιπόν, δὲν τὰ παραθέτουμε μόνο πρὸς μάθηση ἢ ἐμπέδωση, ἀλλὰ πρὸς συνειδητοποίηση τῶν καταστροφικῶν ἀποτελεσμάτων ποὺ ἐπιφέρει ἡ αἵρεση στὶς ψυχές μας καὶ στὶς ψυχὲς τῶν δικῶν μας, τὸν κίνδυνο νὰ ἀπωλέσουμε τὴν σωτηρία μας, ἂν συμβιβασθοῦμε ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐρωτοτροποῦμε μὲ τοὺς αἱρετικούς ἢ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀνέχονται.

Αἵρεση γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ἡ διδασκαλία ποὺ παρεκκλίνει ἀπὸ ἢ παρερμηνεύει τὴν ὀρθόδοξη, τὴν αὐθεντική χριστιανικὴ πίστη καὶ ἑπομένως καταντάει πλανεμένη, ἀντορθόδοξη, ἑτερόδοξη καὶ ἀντιχριστιανική. Εἶναι γλυκόπιοτο δηλητήριο ποὺ μπορεῖ νὰ προσβάλει ἀκόμα καὶ τὰ γεγυμνασμένα πνευματικὰ αἰσθητήρια καὶ ἀλλοιώνει τὸν ψυχικὸ κόσμο τῶν πιστῶν, τοὺς ἀποπροσανατολίζει καὶ τοὺς

ὁδηγεῖ στὸν δρόμο τῆς ἀπωλείας. Εἶναι «ἀνατροπὴ τῆς πίστεως, ἡ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, ἡ ἀστοχία περὶ τὴν ἀλήθεια, τὸ ναυάγιο περὶ τὴν πίστη, ψευδοδιδασκαλία, ψευδοπροφητεία, βλασφημία, ξένη καὶ ἀλλοτρία βοτάνη» (Δ. Θ. Κόκορη, «Ορθοδοξία και κακοδοξία», Β΄ Έκδοση, σελ. 12).

Αἵρεση εἶναι ἡ ἀλλοίωση τοῦ, ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Συνόδους ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁρισμένου καὶ διατυπωμένου Ὀρθόδοξου δόγματος καὶ τῆς Εὐαγγελικῆς καὶ Πατερικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας «καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου» (Λουκ. 1, 2) περὶ τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τοῦ προσώπου καὶ τῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῆς ἀπάντησης τοῦ ἐρωτήματος, τί ἐστι Ἐκκλησία.

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν σημαντικὲς ἢ ἀσήμαντες, ἀνώδυνες ἢ ἐπώδυνες αἱρέσεις (ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποκαλεῖται Παναίρεση, γιατὶ δὲν ἀποτελεῖ μία μεμονωμένη αἵρεση, ἀλλὰ ἑνώνει μέσα του καὶ διατυπώνει ὅλες τὶς αἱρέσεις τοῦ παρελθόντος καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς τὸν καθιστᾶ ὡς τὴν πιὸ ὀλέθρια διδασκαλία στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας). Κάθε ψευδὴ διδαχή, κάθε παραχάραξη, κάθε διαστρέβλωση, κάθε πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ἐκκλησία διδασκαλίαἀποτελεῖ παρερμηνεία τοῦ περιεχομένου Της καὶ προβολὴ μίας ἄλλης «ἀλήθειας» ἀντὶ τῆς Μίας Ὀρθόδοξης Ἀλήθειας, τὴν ὁποία παρουσιάζει ὡς ἀτελὴ καὶ κίβδηλη. Εἶναι ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴ πίστη καὶ ἀπώλεια τῆς σωτηρίας· «τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται» (Λουκ. 12, 10) καὶ «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19).

Ὁ Μέγας Βασίλειος στὸν λόγο του «Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐπισημαίνει: «Τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι εἶναι δύο συλλαβές· ἀλλ’ ὅμως τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἀγαθά, ἡ ἀλήθεια, καὶ τὸ ἔσχατο ὅριο τῆς πονηρίας, τὸ ψεῦδος, πολλὲς φορὲς ἐμπεριέχονται σ’ αὐτὲς τὶς μικρὲς λέξεις. Καὶ τί λέγω αὐτά; Ἤδη, καὶ μόνον νὰ κινήσει κανεὶς καταφατικὰ τὴν κεφαλή του γιὰ τὰ μαρτύρια χάριν τοῦ Χριστοῦ, κρίθηκε ἐκπληρωτὴς ὁλόκληρης τῆς εὐσέβειας. Καὶ ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἔτσι, ποιές ἀπὸ τὶς θεολογικὲς ἐκφράσεις εἶναι τόσο μικρή, ὥστε εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή, νὰ μὴ παρέχει μεγάλη ροπὴ γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο; Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ τὸν Νόμο «ἰῶτα ἓν καὶ μία κεραία δὲν θὰ παρέλθει” (Ματθ. 5, 18), πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν σὲ μᾶς νὰ παραβαίνουμε καὶ τὰ πιὸ μικρά;» (Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 1, 2 PG 32, 69C, μετάφραση).

Ὁ δὲ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει: «Ὅπως στὰ βασιλικὰ νομίσματα, αὐτὸς ποὺ περικόβει ἔστω καὶ λίγο τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομίσματος καθιστᾶ ὅλο τὸ νόμισμα κίβδηλο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ ἀνατρέπει ἀκόμα καὶ τὸ ἐλάχιστο τῆς ὑγιοῦς πίστεωςκαταστρέφει τὸ ὅλον, ἐξελισσόμενος σταδιακὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὰ χειρότερα» (Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολήν, PG 61, 622, μετάφραση).

Ἡ Αἵρεση σημαίνει ψυχικὸ θάνατο, χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴνἘκκλησία καθὼς τονίζει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμάς: «Καὶ γὰρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί, καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί» (Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου, 3). Οἱ αἱρετικοὶ εἶναι ἀκολούθως ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ ἀνθρώπου· «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες. Δεύτεροι μετὰ ἀπὸ ἐκείνους ὅσοι πρεσβεύουν τὴν εἰδωλολατρία καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν αἱρέσεων» (Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εὶς τὸν 138ο Ψαλμόν, PG 27, 536Α, μετάφραση). Γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη μάλιστα, σὲ συμφωνία μὲ τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυστόστομο καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς χαρτοπολεμικοὺς ἀντιοικουμενιστές, ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο οἱ αἱρετικοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ κοινωνοῦντες μὲ αὐτούς· «Ἐχθροὺς γὰρ τοῦ Θεοῦ, Χρυσόστομος λέγει, οὐ μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῖς τοιούτοις κοινωνούντας». (P.G. 99. 1049 Α).

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὡς φορεῖς τῆς Χάριτος καὶ τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως, παρουσίασαν τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν αἵρεση ὅπως τὴν παρέλαβαν κατὰ πρῶτον λόγο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή:«αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος».(Αἱρετικὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὕστερα ἀπὸ πρώτην καὶ δευτέρα συμβουλὴ μένει μὲ πεῖσμα εἰς τὴν πλάνη του, παράτησέ τον, γνωρίζοντας ὅτι τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει πλέον παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ἁμαρτάνει, αὐτοελεγχόμενος καὶ αὐτοκαταδικαζόμενος· πρὸς Τίτον 3, 10-11)· «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡςκαὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν» (Ὑπῆρξαν καὶ ψευδοπροφῆταιμεταξὺ τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ μεταξύ σας θὰ ὑπάρξουνψευτοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσαγάγουν καταστρεπτικὲς αἱρέσεις, ἀρνούμενοι ἀκόμη καὶ τὸν Δεσπότην Κύριον ποὺ τοὺς ἀγόρασε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προκαλώντας ἔτσι γρήγορα τὴν καταστροφήν τους, Β΄Πετρ.2,1).

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος μᾶς λέει, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ γιὰ τὴν αἵρεση τὴν ἔκφραση «μυστήριο τῆς ἀνομίας» (Β’ Θεσ. 2, 7) σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ «μυστήριο τῆς εὐσεβείας». «Μέγα ἐστί τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α’ Τιμοθ. 3, 16). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τὸ συγκεκριμενοποιεῖ: «”Μυστήριον ἀνομίας” τὰς τῶν αἱρέσεων διδασκαλίας εἶναί φησι καὶ τὰ ψευδῆ αὐτῶν δόγματα. Ἐκείνου γὰρ προβαδίζουσιν ὁδοποιοῦντες αὐτῷ καὶ καιρὸν ἀπάτης παρεχόμενοι· ἐξεληλύθεισαν δὲ ἤδη ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων αἱ αἱρέσεις» (ΕΠΕ 12, 282).

Ἡ αἵρεση λοιπὸν ἐμφανίζεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐμφανίζεται ἐκ τῶν ἔσω, κυρίως ἀπὸ ὑποτιθέμενους ποιμένες, ποὺ χρησιμοποιώντας εὐκολόπιστα ἐπιχειρήματα, σοφίσματα καὶ χαϊδευτικοὺς γιὰ τὰ αὐτιὰ λόγους, γοητεύουν καὶ πλανοῦν τοὺς πιστούς· «Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Ἄνθρωποι δὲ κακοὶ καὶ μοχθηροί, πλάνοι καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν στὸ χειρότερο πλανῶντες τοὺς ἄλλους, πλανώμενοι καὶ οἱ ἴδιοι, Β´ Τιμ. 3, 13). Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ αἵρεση προέρχεται ἐκ τῶν ἔσω καὶ εἶναι στὴν ἀρχὴ τουλάχιστον δυσδιάκριτη, ἀποτελεῖ τὸν μέγιστο κίνδυνο γιὰ τὸ ποίμνιο, κίνδυνο μεγαλύτερο κι ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυστόστομος, ὅτι ὁ κάθε αἱρετικὸς στὴν προσπάθεια του νὰ ἐξαπατήσει τοὺς πιστούς: «τῇ ἀληθείᾳ ἀεὶ παρεισάγειν τὴν πλάνην, πολλὰ ἐπιχρωννύντα αὐτῇ τὰ ὁμοιώματα, ὥστε εὐκόλως κλέψαι τοὺς εὐεξαπατήτους» (Εἰς τὸ Ματθαίου, PG 58, 475).

Θὰ ρωτήσει φυσικὰ κανείς: γιατὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὴν αἵρεση καὶ δὲν προστατεύει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτήν; Τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν» (Α’ Κορ. 11, 19). Πρέπει δηλ. νὰ ἐμφανιστοῦν οἱ αἱρέσεις γιατὶ αὐτὲς δοκιμάζουν τοὺς Χριστιανούς, καὶ φανερώνουν ἂν ζοῦν ἐννόμως ἢ ἀνόμως, ἂν ἔχουν σταθερὸ φρόνημα ἢ ὄχι, ἂν κατέχουν ὁμολογιακὸ πνεῦμα. Μάλιστα ὅσο αὐξάνει ἡ ἀνομία θὰ ἐμφανίζονται ὅλο καὶ πιὸ πολλὲς αἱρέσεις (μὲ ἀποκορύφωμα τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), οἱ ὁποῖες ὡς θανατηφόρα ἀσθένεια θὰ κατατρώγουν τὸ ποίμνιο: «Διότι δὲν θὰ σταματήσουν μέχρι ἐδῶ… Διότι λέγει “Ἐπί πλεῖον προκόψουσιν ἀσεβείας καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομήν ἕξει” [Β’Τιμ. 2, 17]. Εἶναι ἀσταμάτητο κακό, ποὺ πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθεῖ ἀπὸ κάποια γιατρειά, ἀλλὰ καταστρέφει τὸ πᾶν. Δείχνει ὅτι ἡ καινοφωνία εἶναι ἀρρώστια, ἢ μᾶλλον χειρότερη ἀπὸ ἀρρώστια» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν Β’ Πρὸς Τιμόθεον 5, 2, PG 62, 626, μετάφραση). Ὁ δὲ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέει περὶ αὐτοῦ: «τῶν αἱρετικῶν ἡ κακοδοξία, πάντοτε πηγαίνει εἰς τὸ χειρότερον καὶ γίνεται μεγαλυτέρα πληγή… οἱ αἱρετικοὶ καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, ἀφοῦ ἄρχισαν μίαν φορὰν νὰ ἐξερνοῦν τὰ πονηρὰ καὶ πεπλανημένα των δόγματα, δὲν θέλουν σταθοῦν μέχρι τούτου, ἀλλὰ πάντοτε θέλουν ἐφευρίσκουν νεώτερα καὶ πονηρότερα δόγματα» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ΄ Ἐπιστολὰς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμ. 3ος, Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 318 καὶ 339).

Γιὰ τοὺς Πατέρες ποὺ ἐξετάζουν σὲ βάθος τὰ πράγματα, ἄλλο εἶναι ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἄλλο ὁ αἱρετικός. Διότι ἡ ἁμαρτία ἀνήκει στὴν μετὰ τὸν Ἀδὰμ πεπτωκυῖα ἀνθρώπινη φύση. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀναμάρτητος. Μόνο ὁ Χριστὸς ἦταν ὡς τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος ἄνευ ἁμαρτίας: «Εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ἔστω ἄν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα εἴμαστε ἁμαρτωλοί, μακαριώτατε, χωρίς στὸ θέμα αὐτὸ νὰ κάνουμε τὴν παραμικρὴ ὑποχώρηση ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ πίστη»(Θεοδώρου Στουδίτου, Λέοντι Πάπα Ρώμης (τῷ αὐτῷ), Ἐπιστολὴ 34, Ρ.G. 1028). Ἡ πτώση καὶ ἡ ἁμαρτία πολεμεῖται μέσῳ τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπείνωσης.

Αἱρετικὸς τώρα θεωρεῖται ἐκεῖνος ποὺ παρὰ τὶς νουθεσίες καὶ τὶς πολλαπλὲς προσπάθειες ἐπιμένει μὲ ἔπαρση καὶ παντελὴς ἔλλειψη μετανοίας στὴν συνειδητὴ καὶ ἐπίμονη δαιμονικοῦ χαρακτῆρος ἄρνηση τῆς Ἀληθείας. Ἀντιθέτως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πέφτοντας σὲ πλάνη πιστεύει κακοδόξως, ἀλλὰ ὅταν νουθετεῖται εἰσέρχεται εἰς ἑαυτόν, ἀνακαλεῖ, ὁμολογεῖ τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ ἀπαρνεῖται τὶς κακοδοξίες του, βρίσκει ἔλεος κι ἀγάπη ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ βέβαια τὴν Ἐκκλησία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυστόστομος: «Τὸ μὲν πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον, τὸ ὁμολογεῖν τὴν πλάνην θεῖον, τὸ δὲ ἐμμένειν τῇ πλάνῃ, δαιμονικόν».

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας –σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ μὲ ὅσα αὐτοὶ τοὺς κατηγοροῦν– πολεμοῦσαν τὴν αἵρεση καὶ τὸν ἑκάστοτε ἱδρυτή της μὲ κάθε τρόπο καὶ μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς τους, ἀλλὰ παράλληλα προσπαθοῦσαν νὰ σώσουν καὶ δὲν μισοῦσαν τὸν αἱρετικό, θεωρώντας τον κι αὐτὸν θεῖο δημιούργημα ποὺ ἔπεσε θῦμα τοῦ σατανᾶ «τῷ λόγῳ διώκω, οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπον ἀποστρέφομαι, ἀλλὰ τὴν πλάνην μισῶ, καὶ ἐπισπάσασθαι βούλομαι» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν ἅγιον ἱερομάρτυρα Φωκᾶν, PG 50, 701). Τὸν ἀντιμετώπιζαν ὡς νοσοῦντα καὶ γι’ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ προσπαθοῦσαν πάντα νὰ τὸν θεραπεύσουν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ δευτέρα νουθεσία παραιτοῦντο καὶ ἀφιερώνοντο ψυχῇ τε καὶ σώματι στὴν ἐκδίωξη, ἀπομόνωση καὶ ἐξαφάνιση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν αἱρετικῶν καὶ στὸ πῶς θὰ προστατεύσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὴν μόλυνση ποὺ ἡ αἵρεση ἐπιφέρει: «Γράφουν συγκεκριμένα οἱ Πατέρες, πὼς οἱ αἱρετικοὶ εἶναι νοσοῦντες. Ἡ νόσος τους δέ, ὅσο περισσότερο χρόνο παραμένουν στὴν αἵρεση, γίνεται δυσθεράπευτη καὶ ἀθεράπευτη. Τὸ νὰ συζητᾶ κανεὶς μαζί τους χωρὶς νὰ ἐπισημαίνει τὴν ἀρρώστια τους καὶ νὰ ἀποκόπτει τὰ σεσηπότα μέλη τῆς αἱρέσεως, μοιάζει σὰν κάποιο πονηρὸ γιατρό, ποὺ κάνει πὼς δὲν βλέπει τὰ σάπια μέλη τοῦ ἀρρώστου καὶ συζητᾶ γιὰ τὰ ὑγιῆ. Μ’ αὐτή του τὴ στάση δὲν δείχνει ἀγάπη, ἀφοῦ συντελεῖ στὸ νὰ χειροτερεύει ὁ ἀσθενής. Καὶ ἐπιπλέον ἐκθέτει σὲ κίνδυνο τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους νὰ μολυνθοῦν, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ ἀσθένεια εἶναι μεταδοτική, ἀλλὰ καὶ γιατὶ μὴ λαμβάνοντάς την ὑπ‘ ὄψιν, ἀψηφώντας τὶς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, χάνει καὶ τὴ θεία Χάρη»(Παναγιώτη Σημάτη, «Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ ὁ Οἰκουμ. Πατριάρχης Βαρθολομαῖος», σελ. 90).

Διαφωτιστικότατο γιὰ τὰ ἄνω συμπεράσματα εἶναι καὶ τὸ παρακάτω κείμενο ἀπὸ τὶς «Διαταγὲς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διά Κλήμεντος):«Τοὺς μετανοοῦντας προσδέχεσθε, τοῦτο γὰρ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ· …τοὺς ἀθέους αἱρεσιώτας ἀμετανοήτως ἔχοντας διαστείλαντες ἀφορίσατε ἀπὸ τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐκκηρύκτους ποιήσατε, καὶ παραγγείλατε τοῖς πιστοῖς παντοίως αὐτῶν ἀπέχεσθαι καὶ μήτε λόγῳ μήτε προσευχαῖς κοινωνεῖν αὐτοῖς. Οὗτοι γάρ εἰσιν ἀντίδικοι καὶ ἐπίβουλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ διαφθείροντες τὸ ποίμνιον καὶ μολύνοντες τὴν κληρονομίαν, οἱ δοξόσοφοι καὶ παμπόνηροι … Οὗτοί εἰσιν, περὶ ὧν ὁ Κύριος πικρῶς καὶ ἀποτόμως ἀπεφήνατο λέγων, ὅτι εἰσὶν ψευδόχριστοι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι…, οἱ Θεὸν τὸν ἐπὶ πάντων βλασφημοῦντες καὶ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ καταπατοῦντες καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος διαπτύοντες, οἱ τοὺς θείους λόγους ἀρνούμενοι ἢ μεθ’ ὑποκρίσεως προσποιούμενοι δέχεσθαι, ἐφ’ ὕβρει Θεοῦ καὶ ἀπάτῃ τῶν προσιόντων αὐτοῖς, οἱ τὰς ἱερὰς γραφὰς ἐνυβρίζοντες… Φεύγετε οὖν τῆς κοινωνίας αὐτῶν καὶ τῆς πρὸς αὐτοὺς εἰρήνης ἀλλότριοι τυγχάνετε· περὶ αὐτῶν γὰρ ὁ προφήτης ἀπεφήνατο, λέγων, ὅτι “Οὐκ ἔστιν χαίρειν τοῖς ἀσεβέσιν, λέγει Κύριος”. Οὗτοι γάρ εἰσιν οἱ κρύφιοι λύκοι, οἱ ἐνεοὶ κύνες οἱ οὐ δυνάμενοι ὑλακτεῖν, οἳ νῦν μὲν εἰσὶν ὀλίγοι, προκόψαντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ τῆς συντελείας ἐγγιζούσης πλείονες καὶ χαλεπώτεροι ἔσονται, περὶ ὧν ὁ Κύριος ἔλεγεν, ὅτι “Ἆρα ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;”. Καί· “Διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν, καὶ ἐλεύσονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα ἐν τῷ οὐρανῷ, ὥστε εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἀπατῆσαι”. … Καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς, διερχόμενοι τὰ ἔθνη καὶ ἐπιστηρίζοντες τὰς Ἐκκλησίας, τοὺς μὲν ἐν πολλῇ νουθεσίᾳ καὶ λόγῳ ἰατικῷ ὑγιάσαντες ἐπανηγάγομεν μέλλοντας ὅσον οὐδέπω θνήσκειν ἀπάτῃ, τοὺς δὲ ἀνιάτως ἔχοντας ἐξεβάλομεν τῆς ποίμνης, ἵνα μὴ ψωραλέας νόσου μεταδῶσιν καὶ τοῖς ὑγιαίνουσιν ἀρνίοις, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ ἄχραντα, ὑγιῆ καὶ ἄσπιλα διαμείνῃ Κυρίῳ τῷ Θεῷ»(Διαταγαὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διὰ Κλημέντος).

Οἱ Ἅγιοι λοιπόν, πιστοὶ στὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δίδασκαν κι ἐφήρμοζαν τὴν παντελὴ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς. Τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔπρατταν ἔτσι τὸν ἐξηγεῖ ὁ Μ. Βασίλειος:

«Ἐὰν γιὰ αὐτοὺς ποὺ σφάλλουν σὲ ἠθικὰ θέματα ἡ βλάβη εἶναι τόσο μεγάλη,τί πρέπει νὰ λέμε γιὰ αὐτοὺς ποὺ κακοδοξοῦν στὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τῶν ὁποίων ἡ κακοδοξία δὲν τοὺς ἀφήνει καὶ στὰ ἄλλα θέματα νὰ ὑγιαίνουν καὶ παραδίδονται ἐξ αἰτίας της γιὰ πάντα στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας;» [Εἰ δὲ ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ἠθικοῖς σφαλλομένων τοσαύτη ἐστὶν ἡ βλάβη, τί χρὴ λέγειν περὶ τῶν περὶ Θεοῦ κακοδοξούντων, οὓς ἡ κακοδοξία οὐδὲ ἐν τοῖς ἄλλοις ὑγιαίνειν ἐᾷ, παραδιδομένους ἅπαξ δι’ αὐτὴν τοῖς τῆς ἀτιμίας πάθεσιν;] (Ὅροι κατ’ Ἐπιτομήν, Ἐρώτησις κʹ, μετάφραση).

«Ἐπειδὴ ὅμως ἔφθασε ἕως ἐμὲνα ἡ διάδοση ὅτι μερικοὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μένουν μαζί μὲ τὴν ἀγάπην σου εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν ἀσθένειαν τῶν λογισμῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι παραχαράσσουν τὸ ὀρθὸν δόγμα περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου μὲ διεστραμμένας γνώμας (των), ἔκρινα ἀναγκαῖον νά… περιέχῃ ἡ ἐπιστολή μας κάτι σχετικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται καὶ νὰ οἰκοδομήσῃ τὰς ψυχάς… Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλοῦμεν ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἰδέαι αὐταὶ νὰ τύχουν ἐκκλησιαστικῆς διορθώσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰς αὐτὰ ἀδιαφορία μᾶς στερεῖ τὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ» [Ταῦτα οὖν παρακαλοῦμεν διορθώσεώς τε τυχεῖν ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνίας ὑμᾶς ἀπέχεσθαι, εἰδότας ὅτι τὸ ἐν τούτοις ἀδιαφορεῖν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ παρρησίαν ἡμῶν ἀφαιρεῖται] (Οὐρβικίῳ μονάζοντι, ἐπιστ. 262, μετάφραση).

«Ἐπειδὴ λοιπὸν πολλὰ στόματα ἀνοίχτηκαν κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ πολλὲς γλῶσσες ἀκονίζονται γιὰ νὰ βλασφημήσουν ἐναντίον Του, ἀξιοῦμε, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσᾶς, νὰ καταστήσετε ὀλιγάριθμους τοὺς βλασφημοῦντες καὶ νὰ δέχεσθαι σὲ κοινωνία αὐτοὺς ποὺ λένε, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν εἶναι κτίσμα, γιὰ νὰ ἀπομονωθοῦν οἱ βλάσφημοι καὶ ἔτσι ἢ ντροπιασμένοι νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀλήθεια ἤ, ἂν ἐπιμένουν στὴν αἵρεση, νὰ καταντήσουν ἀναξιόπιστοι ἐξ αἰτίας τῆς ἀπομόνωσης καὶ τοῦ μικροῦ τους ἀριθμοῦ» [Ἐπεὶ οὖν πολλὰ στόματα ἤνοικται κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καὶ πολλαὶ γλῶσσαι ἠκόνηνται εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ βλασφημίαν, ἀξιοῦμεν ὑμᾶς, ὅσον ἐστὶν ἐφ’ ὑμῖν, εἰς ὀλίγον ἀριθμὸν περιστῆσαι τοὺς βλασφημοῦντας καὶ τοὺς μὴ λέγοντας κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν, ἵνα μόνοι καταλειφθῶσιν οἱ βλάσφημοι καὶ ἢ καταισχυνθέντες ἐπανέλθωσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ ἐπιμένοντες τῇ ἁμαρτίᾳ ἀναξιόπιστοι ὦσι διὰ τὴν ὀλιγότητα]. (Τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις, ἐπιστ. 113, μετάφραση).

Ὁ Μ. Βασίλειος (ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι) λοιπὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ διακόπτουμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικοὺς ὄχι γιὰ νὰ ἀναζητοῦμε τιμές, ὅπως τελευταῖα ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ ἀγνοώντας τὸ οἰοδήποτε κόστος α) διότι ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ φοβερὴ μεταδοτικὴ ἀσθένεια καὶ βλάβη ἄνευ ἰάσεως, β) διότι ἡ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση μᾶς στερεῖ τὴν σωτηρία καὶ τὴν παρρησία μας στὸν Χριστό, γ) διότι πρέπει νὰ προστατευτεῖ τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν δηλ. ἀπομονωθοῦν οἱ αἱρετικοὶ διὰ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, χάνουν τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐπιρροή τους, λιγοστεύει ὁ ἀριθμός τους, ἀφοῦ καταντοῦν ἀναξιόπιστοι καὶ προστατεύεται τὸ ποίμνιο, μέχρι τελικὰ νὰ καταδικαστοῦν συνοδικὰ οἱ αἱρετικοί.

Πόσο ἀπέχουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν διδασκαλία οἱ σημερινοὶ αὐτοονομαζόμενοι καὶ αὐτοϊκανοποιούμενοι Ἀντιοικουμενιστές! Αὐτοί ποὺ ἐνῶ κατονομάζουν τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς Παναίρεση καὶ ἄρα ὡς τὴν χειρότερη, ἐπιβλαβέστερη καὶ δεινότερη αἵρεση, ἐνῶ τὸν ἀναθεματίζουν τουλάχιστον γιὰ τὸ θεαθῆναι, ἐνῶ γνωρίζουν τί μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες, ὅτι πρέπει νὰ πραχθεῖ, αὐτοὶ ἀναλίσκονται σὲ χαρτοπόλεμους καὶ ἀγῶνες ἄνευ κόστους ὑπογράφοντας σύμφωνο συμβίωσης μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καριέρα παρὰ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων. Διότι οἱ Οἰκουμενιστές, ὅπως καὶ οἱ ἑκάστοτε αἱρετικοὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξουν, πόσῳ μάλλον ποὺ ἀντὶ γιὰ ὀλιγάριθμοι γίνονται ὅλο καὶ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀντὶ γιὰ ἀναξιόπιστοι, ἐμφανίζονται φεῦ ὡς οἱ μόνοι ἀξιόπιστοι. Ἐναπόκειται σ’ ἐμᾶς νὰ ἀποφασίσουμε, ποιόν δρόμο θὰ ἀκολουθήσουμε: τὴν αἵρεση ἢ τὴν Ἐκκλησία;

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Η ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος θεσπίζει την συμπροσευχή , όταν μας διαβεβαιοί «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ΙΗ΄ 20). Ο ιερός Χρυσόστομος, επαινών την κοινή – εκκλησιαστική προσευχή, υπογραμμίζει μεταξύ άλλων «Η της Εκκλησίας ευχή τον Πέτρον απο των δεσμών έλυσεν, του Παύλου το στόμα ηνἐωξε. Η τούτων ψήφος, ούχ ώς έτυχε, και τους επί τας πνευματικάς αρχάς ερχομένους κατακοσμεί» (PG. 61, 527).
Ο πιστός χριστιανός είναι μέλος του σώματος του Χριστού και όχι χριστιανός καθεαυτόν. Ακόμη και η προσευχή που επιτελείται «έν τώ ταμείω» είναι προσευχή κοινή, αφού την στιγμή εκείνη ο προσευχόμενος απευθύνεται πρός τον κοινόν Πατέρα, ώς μέλος της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι η κοινή προσευχή, η συμπροσευχή, προυποθέτει για κάθε προσευχόμενο την ιδιότητα του πιστού μέλους της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ακόμη προυποθέτει την κοινή πίστη πρός τον Ένα Τριαδικό Θεό.
Οι συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετά του Τριαδικού Θεού ώς υιοί Αυτού κατά χάριν. Ο προσευχόμενος κοινωνεί εσωτερικώς μετά της κεφαλής της Εκκλησίας τον Θεάνθρωπο Κύριο, όπως και ο συμπροσευχόμενος σε έναν κοινό διάλογο αληθείας και γνώσεως «εν Αγίω Πνεύματι».
Αυτή η κοινωνία των συμπροσευχόμενων μελών, έχοντας ως περιέχομενο την καθολική αλήθεια της Εκκλησίας, διασπάται όταν ένα ή περισσότερα μέλη αμφισβητούν, αλλοιώνουν ή απορρίπτουν την αποκαλυφθείσα αλήθεια. Και τούτο γιατί η αλήθεια είναι ο τρόπος υπάρξεως της Εκκλησίας, πέρα απο κάθε συμβατική έννοια και σκέψη. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται μέσα απο την Αγία Γραφή και την αυθεντική ερμηνεία της στα Πατερικά συγράμματα και τις αποφάσεις των Συνόδων, οι οποίες έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τα μέλη της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό προηγείται της συμπροσευχής η ομολογία πίστεως. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξη συμπροσευχή, εαν δεν προυπάρχη ομοφωνία στην πίστη και στο βίωμα.
Η Εκκλησία είναι ενα Θεανθρώπινο σώμα, μία θανθρώπινη κοινωνία. Τα μέλη της δεν ζούν ατομικιστικά, αλλά σε μία οργανική ενότητα πίστεως και αγάπης, αποδεχόμενα την εκκλησιαστική αλήθεια «Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» (εκφώνηση Θείας Λειτουργίας). Το μέλος, το οποίο θα αποδεχθή την οποιαδήποτε αίρεση, αποκόπτεται απο την κοινωνία αυτή και κατ΄ αυτόν τον τρόπο δεν έχει την δυνατότητα της συν – προσευχής. Δεν είναι δυνατόν ο μή αποδεχόμενος την αποκαλυφθείσα αλήθεια περί Θεού να συνυπάρξη με τον αποδεχόμενο την προαναφερθείσα αλήθεια σε μιά στάση – προσευχής – ομολογίας της αποδοχής αυτής, πολλώ δέ μάλλον στην ευχαριστιακή κοινωνία εν τή Θεία Λειτουργία.
Η Εκκλησία αντέδρασε στο αλλόκοτο είδος της συμπροσευχής Ορθοδόξου μετά αιρετικού, επισημαίνουσα τα όρια της αλήθειας αφ΄ ενός και αφ΄ ετέρου το ανεπίτρεπτο της εκκλησιαστικής κοινωνίας και συμπροσευχής του Ορθοδόξου μέλους της μετά του αιρετικού. Η αντίδραση αυτλη φανερώνεται και εν ταύτω εκφράζεται μέσα απο τους ιερούς Κανόνες της Αποστολικής Συνόδου, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και των Τοπικών, οι οποίες έλαβαν οικουμενικό κύρος. «… η Εκκλησία ούτε τις συμπροσευχές, ούτε τις συλλειτουργίες, ούτε τους συνεορτασμούς, ούτε τα συμβούλια, ούτε τις συνεδριάσεις, ούτε τις συνεστιάσεις αναγνωρίζει ως τρόπο θεραπείας και διορθώσεως των αντικανονικοτήτων. Και τούτο αποδεικνύεται και απο το γεγονός, ότι οι κανόνες όχι μόνον δεν προβλέπουν και δεν συνιστούν , αλλά αντιθέτως και απαγορεύουν αυτού του είδους τις »θεραπείες»». (Π. Μπούμη, Η θεραπεία μιάς αντικανονικότητας (οι συνέπειες της Συλλειτουργίας), Αθήνα 1993, σσ. 5-6).

1. Κατά τους Αποστολικούς Κανόνες

Ο ΜΕ΄ κανόνας των Αγίων Αποστόλων διαλαμβάνει τα εξής «Επίσκοπος,ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω·῝ εί δέ επέτρεψεν αυτοίς, ώς κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων…., τ. 2, σελ. 60). Ο κανόνας αυτός διαπραγματεύεται το θέμα της συμπροσευχής και ορίζει απερίφραστα να αφορίζεται – αποκόπτεται απο το σώμα της Εκκλησίας ο κληρικός όλων των βαθμίδων, ο οποίος θα συμπροσευχηθή μετά αιρετικών, χωρίς να καθαιρήται. Εάν, όμως, επιτρέψη στους αιρετικούς να ενεργοποιήσουν την »ιερατική» τους ιδιότητα, τότε πρέπει να υφίσταται την καθαίρεση (Βλ. Ιερόν Πηδάλιον, σσ 50-51).
Η συμπροσευχή του κληρικού μετά αιρετικού επιφέρει τον αφορισμό, ακόμη κι αν συμβή εκτός ιερού Ναού και ιεράς Ακολουθίας, βάσει του Ι΄ Αποστολικού κανόνον «Εί τις ακοινωνήτω, κάν έν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., σελ. 14). Εάν, όμως, διενεργηθή συμπροσευχή έν τώ Ναώ, τότε επιβάλλεται η καθαίρεση του δράστου, κατά τον προαναφερθέντα ΜΕ΄ κανόνα των Αγίων Αποστόλων. Ο Βαλσάμων στην ερμηνεία του διευκρινίζει «Ενταύθα μή είπεις έν ναώ τον επίσκοπον και τους λοιπούς συνεύξασθαι μετά αιρετικών· οι τοιούτοι γάρ καθαιρεθήσονται κατά τον μστ΄ κανόνα, καθώς και ο επιτρέψας αυτοίς ΄΄ως κληρικοίς ενεργήσαι τι» (Ένθ. ανωτ., σελ. 60).
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω εναργώς συμπεραίνουμε ότι ο Ορθόδοξος κληρικός, παντός βαθμού, συμπροσευχηθείς μετά αιρετικού, αφορίζεται. Εάν η συμπροσευχή συμβή σε χώρο λατρείας (ιερό ναό, ιερά μονή) τότε ο κληρικός καθαιρείται, όπως, επίσης, εάν επιτρέψη στον αιρετικό να λάβη ενεργό μέρος στην λατρεία· «εί δέ επέτρεψεν αυτοίς (τοίς αιρετικοίς) ώς κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (Αυτόθι).
Τα μέλη της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας», των Διαμαρτυρομένων και άλλων αιρετικών παραφυάδων πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν κατέρχεται κατά τρόπο τέλειο στα Μυστήρια ή ότι απλώς χορηγεί στους πιστούς ενα συναισθηματικό δεσμό. Τοιουτοτρόπως, με την θεολογική αυτλη θέση τους εξοβελίζουν ουσιαστικά τον κλήρο και τον λαό του Θεού απο τον χώρο των ακτίστων ενεργειών του Παναγίου Πνεύματος. Με αυτές τις προυποθέσεις πως υπάρχει δυνατότητα συμπροσευχής; Σε ποιόν Θεό απευθύνονται οι συμπροσευχόμενοι και τί το όμοιο και ταυτόσημο επιζητούν; Είναι δυνατόν κατ΄ εκείνη την στιγμή να ταυτισθή η σχετικοποιημένη ευαγγελική αλήθεια των αιρετικών ώς προς το Τριαδικό δόγμα με την απόλυτη τοιαύτη των Ορθοδόξων;
Ο ΜΣΤ΄ Αποστολικός κανόνας αποδεικνύει μέσω του περιεχομένου του την θεολογική αλήθεια περί της μή εγκυρότητος των μυστηρίων των αιρετικών «Επίσκοπον ή πρεσβύτερον, αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα, ή θυσίαν, καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστώ πρός Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., σελ. 61).
Ο προαναφερθείς Αποστολικός κανόνας ρητώς απαγορεύει την αποδοχή των απο αιρετικούς τελεσθέντων μυστηρίων του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας ως κανονικών μυστηρίων. Εκείνος ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, ο οποίος ήθελε αποδεχθή τα μυστήρια αυτά ώς έγκυρα και κανονικά, να καθαιρήται. Ο Ζωναράς λέγει τα εξής «Τούς αιρετικούς, και τάς εκείνων τελετάς υπό των Ορθοδόξων βδελύττεσθαι χρή… Εί δέ τις Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, τον υπ΄ εκείνων (των αιρετικών) βαπτισθέντα δέξοιτο, ή προσαγωγήν τινα παρ΄ εκείνων εις θυσίαν προσαγομένην λάβοι, καθαιρεθήσεται» (Αυτόθι. Βλ. Οσίου Νικοδήμου, Ιερόν Πηδάλιον, σελ. 51).
Και τούτο γιατί η αποδοχή των μυστηρίων των αιρετικών εξαντλεί την αλήθεια στην στατικότητα της υποκειμενικής αγάπης και δεν περνά στην αντικειμενικότητα, εκεί όπου υπάρχει η αγάπη «έν αληθεία». Έτσι με την στάση αποδοχής υπονοείται ότι γίνεται δεκτή η αίρεση, δηλαδή η καθυπόταξη της Βιβλικής και Πατερικής αληθείας στην υποκειμενική και άρα στην αποσπασματική κατανόηση και βίωσή της. Ακόμη, καθίσταται φανερή η προσωπική εκτίμηση των ούτως φρονούντων κληρικών ότι δεν είναι απαραίτητο να αγωνισθούν για την διόρθωση των κακοδοξιών των αιρετικών. Χαρακτηριστικά εξηγεί ο Ζωναράς «ώς υπόνοιαν διδούς, ή τα όμοια εκείνοις φρονείν, ή τέως μή σπεύδειν πρός διόρθωσιν της εκείνων κακοδοξίας» (Αυτόθι). Ο Όσιος Νικόδημος, ερειδόμενος επί του χωρίου του Αποστόλου των Εθνών Παύλου «…είς κύριος, μία πίστις, έν βάπτισμα» (Εφ. Δ΄, 4) και μεταφέροντας την άποψη της εν Καρχηδόνι Συνόδου υπογραμμίζει τα εξής «Εί γάρ φησι, μία είναι η Καθολική Εκκλησία, και έν είναι το αληθές βάπτισμα, πως ημπορεί να είναι αληθές βάπτισμα το των αιρετικών και σχισματικών, εις καιρόν όπου αυτοί δεν είναι μέσα εις την Καθολική Εκκλησίαν, αλλ΄ εξεκόπησαν απο αυτήν διά της αιρέσεως. Εί δέ αληθές είναι το βάπτισμα των αιρετικών και σχισματικών, αληθές δέ είναι και το της ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, λοιπόν δεν είναι έν βάπτισμα, καθώς ο Παύλος βοά, αλλά δύο »όπερ εστιν ατοπώτατον» (Ιερόν Πηδάλιον, ένθ. ανωτ..).
Δεν είναι δυνατόν κατά τον προαναφερθέντα κανόνα να συνυπάρχη το βάπτισμα το Θεανθρώπινο με το βάπτισμα το δαιμονικό. Πως θα δυνηθή να ταυτισθή ο πιστός με τον απίστο; Ή πως θα αποδείξει ο Ορθόδοξος κληρικός ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι άμοιρα χάριτος, όταν τα αποδέχεται; Για τον λόγο αυτό αποφαίνεται ο Αριστηνός «Βάπτισμα και θυσίαν αιρετικών δεξάμενος ιερεύς, ανίερος» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ.).
Η συμπροσευχή και η μυστηριακή κοινωνία συμβαίνουν μέσα στο σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, η οποία δεν είναι νομοκανονική οργάνωση. Σε αντίθεση με τον Παπισμό όπου η προσευχή είναι δυνατόν να υφίσταται ως νομοκανονική σχέση κάθε πιστού με τον Θεό, ακόμη κι αν απουσιάζη η ενότητα πίστεως μεταξύ των μελών. Για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να υπάρξη συμπροσευχή μετά των αποκομμένων μελών απο το σώμα της Εκκλησίας ή μυστηριακή κοινωνία μετ΄ αυτών («Και κατά ταύτα, όχι μόνον η συλλειτουργία και συνιερουργία αλλά και αυτή η είσοδος εις ετεροδόξους ναούς, χάριν προσευχής, απαγορεύεται »κατ΄ ακρίβειαν». »’Κατ΄ οικονομίαν» δέ… επιτρέπεται ή εις ετεροδόξους ναούς »χάριν προσκυνήσεως» είσοδος, όχι όμως και το συνεύχεσθαι, πολλώ δέ μάλλον το συνεργείν ή συλλειτουργείν μετά των ετεροδόξων κληρικών», Ιερ. Ί. Κοτσώνη (Αρχ.) Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων (Intercommunio), Αθήναις 1957, σελ. 191).
Κατηγορηματικός ως πρός την συμπροσευχή είναι και ΞΔ΄ Αποστολικός κανόνας, ο οποίος διαλαμβάνει τα εξής «Εί τις κληρικός, ή λαικός, εισέλθη, εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω» (Ράλλη – Πότλη, ένθ΄ ανωτ., σσ.81-81). Ο κανόνας αυτός ρητώς απαγορεύει την συμπροσευχή κληρικών και λαικών μετά Ιουδαίων (σήμερα θα λέγαμε μετά αλλοθρήσκων) και αιρετικών. Η ποινή δέ, η οποία επιβάλλεται στους συμπροσευχηθέντας, είναι για μεν τους κληρικούς η καθαίρεση για δέ τους λαικούς ο αφορισμός. Ο Όσιος Νικόδημος, ερμηνεύοντας τον προηγούμενο κανόνα, τονίζει τα εξής «παρανομεί ο Χριστιανός εκείνος όπου συμπροσεύχεται με τους σταυρωτάς του Χριστού… αλλά και των Αιρετικών Εκκλησία και σύναξις ώς εναντία φρονούσα εις τους ορθοδόξους, δεν πρέπει να τιμάται, αλλά μάλλον να αποβάλληται» (Ιερόν Πηδάλιον, σελ. 85). Ο δέ Ζωναράς διασαφηνίζει «Μέγα αμάρτημα ο κανών ηγείται, τον Χριστιανόν εις Ιουδαίων συναγωγήν, ή αιρετικών, χάριν προσευχής, εισιέναι. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστώ πρός Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου, κατά τον μέγαν Απόστολον;» (Ράλλη – Πότλη, ένθ΄ ανωτ. – Β΄ Κορ. ΣΤ΄, 14 κ.εξ.). Ο Ο΄ κανόνας των Αγίων Αποστόλων καθαιρεί τον κληρικό και αφορίζει τον λαικό, ο οποίος θα νηστεύση μετά Ιουδαίων ή θα συνεορτάση μετά αζύμων (όπως οι Ρωμαιοκαθολικοί) ή θα δεχθή τα δώρα τους (Βλ. και τον ΟΑ΄ κανόνα των Αγίων Αποστόλων, καθώς και τον ΙΑ΄ της εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου). Το ότι δεν πρέπει να συνεορτάζη ο Ορθόδοξος χριστιανός μετά των αιρετικών και των Ιουδαίων ούτε να λαμβάνη εξ΄ αυτών δώρα, το αποσαφηνίζουνοι τρείς κανόνες της εν Λαοδικεία Συνόδου ΛΖ΄, ΛΗ΄ και ΛΘ΄ «Ότι ού δεί παρά των Ιουδαίων, ή αιρετικών, τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., τ.3, σελ.206), «Ότι ού δεί παρά των Ιουδαίων άζυμα λαμβάνειν, ή κοινωνείν ταίς ασεβείαις αυτών (Αυτόθι) , και «Ότι ού δεί τοίς έθνεσιν συνεορτάζειν, και κοινωνείν τή αθεότητι αυτών» (Αυτόθι). Οι προαναφερθέντες ιεροί Κανόνες αποτρέπουν τους κληρικούς και τα λαικά μέλη της Εκκλησίας να πορευθούν τον δρόμο του συμβιβασμού και τους υποδεικνύουν τον δρόμο της «εν αληθεία» αγάπης. Η αγάπη «εν αληθεία» δεν επιτρέπει ευκόλους συναισθηματισμούς και ρευστοποίηση της πραγματικότητος. Αποτρέπει τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και τις μετακινήσεις απο δογματικές θέσεις, οι οποίες είναι βασισμένες στην αποκαλυφθείσα αλήθεια «επιμένετε τή πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μή μετακινούμενοι απο της ελπίδος του ευαγγελίου ού ηκούσατε» (Κολ. Α΄, 23). Πως είναι δυνατόν ο συμπροσευχόμενος Ορθόδοξος χριστιανός να ενούται μετά της κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας, τον Χριστό, και ταυτοχρόνως να συμπροσεύχεται με τον μή κοινωνούντα μετά του Χριστού αιρετικόν, ο οποίος διαφοροποιείται ως πρός την πίστη; Είναι δυνατόν να υπάρξη κοινωνία «εν τή προσευχή»; Και εαν δεν υφίσταται κοινωνία, πως θα χαρακτηρισθή αυτή η προσευχή ως συμπροσευχή; Σε τι θα μπορούσε να συνίσταται η κοινωνία «εν τή προσευχή», εαν το πιστεύω και γενικώτερα η σκέψη για τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο δεν ταυτίζεται με την τοιαύτη του συμπροσευχομένου; Η κοινωνία «εν τή προσευχή» και «τή θεία Κοινωνία» στην Ορθόδοξο Εκκλησία δεν είναι συναισθηματική και επιφανειακή ενότητα μεταξύ των μελών, αλλ΄ είναι βαθειά οντολογική ενότητα εκάστου μέλους μετά του Θεανθρώπου Κυρίου και μετά των εν τώ Θεανθρώπω κοινωνούντων. Για τον λόγο αυτό οι προαναφερθέντες Αποστολικοί κανόνες αφ΄ ενός μέν τονίζουν την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, ως προυποθέσεις της συμπροσευχής, αφ΄ ετέρου δέ καθαιρούν κάθε ανώτερο και κατώτερο κληρικό, ο οποίος θα τολμήση να περιφρονήση την ως άνω αλήθεια. Αφορίζουν δέ και κάθε λαικό μέλος, το οποίο θα θελήση να ακολουθήση την ανεπίτρεπτο αυτή οδό της αντικανονικής συμπροσευχής.

Κατά τους Κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων
και των Αγίων Πατέρων

Όπως είναι γνωστό, η Αποστολική Σύνοδος υπήρξε το υπόδειγμα του Συνοδικού συστήματος στην όλη ζωή της Εκκλησία. Όλοι σχεδόν οι ιεροί Κανόνες της Συνόδου αυτής εβασίσθησαν στην Αγία Γραφή, ως πηγή της Θείας Αποκαλύψεως. Οι Οικουμενικές και οι Τοπικές Σύνοδοι είναι, θα λέγαμε, η εν Αγίω Πνεύματι συνέχεια για την προσαρμογή του περιεχομένου της αποκαλυφθείσης αληθείας στην ζωή της Εκκλησίας. Στον σωτηριώδη αυτόν σκοπό αποβλέπουν και οι Κανόνες εκείνοι, οι οποίοι αναφέρονται στην συμπροσευχή μετά αιρετικών και αλλοδόξων, κυρίως των Τοπικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι έλαβαν οικουμενικό κύρος. Και τούτο γιατί οι Τοπικές Σύνοδοι και οι Άγιοι Πατέρες συνέθεσαν Κανόνες, οι οποίοι αναφέρονται στις ιδιαίτερες ποιμαντικές υποχρεώσεις των εποσκόπων των εκασταχού επαρχιών και αφορούσαν στις σχέσεις τους μετά των κληρικών, των λαικών μελών και των ασπασθέντων τις παντός είδους αιρέσεις. Τοιουτοτρόπως και στο θέμα της συμπροσευχής αναφέρονται περισσότερο οι Τοπικές Σύνοδοι, παρά οι Οικουμενικές, για τον λόγο ότι τοπικώς ενεφανίζοντο τα ειδικώτερα προβλήματα, τα προερχομένα απο τους παντός είδους αιρετικούς ή αλλοθρήσκους και επιλαμβάνονταν αυτών οι Τοπικές Σύνοδοι. Όλες, ωστόσο, οι τοπικές αυτές αποφάσεις και αποφάνσεις έλαβαν οικουμενικό κύρος (Απο τις Δ΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους). Η εν Λαοδικεία Σύνοδος (364) με τον ΛΓ΄ κανόνα της ρητώς απαγορεύει την συμπροσευχή μετά αιρετικών. Προχωρεί, όμως, ένα βήμα περαιτέρω και προβαίνει στην απαγόρευση της συμπροσευχής και μετά των σχισματικών «Ότι ού δεί αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι» (Ράλλη – Πότλη, ένθ΄ ανωτ., τ.3, σελ. 198). Ο Ζωναράς, σχολιάζοντας τον ως άνω κανόνα, μεταξύ αλλων υπογραμμίζει και τα εξής «Αιρετικοί δέ λέγονται, οι περί την πίστιν σφαλλόμενοι· σχισματικοί δέ, οι περί μέν την πίστιν και τα δόγματα υγιώς έχοντες, διά τινας δέ αιτίας αποσχίζοντες και αντισυνάγοντες» (ένθ. ανωτ., σελ. 199). Πρέπει να γίνη σε όλους κατανοητό ότι αυτό το οποίο επιδιώκει και η προαναφερθείσα Σύνοδος, έχοντας ως βάση τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου, είναι να συνειδητοποιήση κάθε μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι καλείται να ομολογή και να υπερασπίζεται την αλήθεια της παραδόσεως και να αντιτάσσεται και πρός αυτούς ακόμη τους Επισκόπους, εάν αυτοί εκπέσουν σε αίρεση ή αποδεχθούν την συμπροσευχή μετά αιρετικών και σχισματικών. Ο Β΄ κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου με σαφήνεια τονίζει «…Μή εξείναι δέ κοινωνείν τοίς ακοινωνήτοις… Εί δέ φανείη τις των επισκόπων, ή πρεσβυτέρων, ή διακόνων, ή τις του κανόνος τοίς ακοινωνήτοις κοινωνών, και τούτον ακοινώνητον είναι, ώς αν συγχέοντα τον κανόνα της Εκκλησίας» (ένθ΄ ανωτ., σελ. 126). Η σοβαρότητα του ζητήματος περί συμπροσευχής εμφαίνεται και στην παρότρυνση της εν Λαοδικεία Συνόδου, με τον μστ΄ κανόνα, να μην επιτρέπονται οι αιρετικοί να εισέρχωνται στους Ορθοδόξους ναούς, εφόσον επιμένουν στην αίρεσή τους. «Περί του μή συγχωρείν τοίς αιρετικοίς εισιέναι εις τον οίκον του Θεού, επιμένοντας τή αιρέσει» (ένθ΄ ανωτ., σελ. 176). Ο Βαλσάμων, σχολιάζοντας τον ως άνω κανόνα, τονίζει «Σαφής ο κανών· ου γάρ συγχωρεί τοίς αιρετικοίς επιμένουσι τή αιρέσει, συνεκκλησιάζειν μετά ορθοδόξων» (Αυτόθι, Βλ. και τον Η΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου). Αλλά και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Τιμόθεος (372), όταν ερωτήθηκε αν πρέπει ο Λειτουργός του Υψίστου να επιτελή την Θεία Λειτουργία παρόντων Αρειανών ή άλλων αιρετικών, απήντησε αρνητικώς. «Εί οφείλει κληρικός εύχεσθαι παρόντων Αρειανών, ή άλλων αιρετικών, ή εί ουδέν αυτόν βλάπτει οπόταν αυτός ποιή την ευχήν, ηγούν την προσφοράν; (Η ανωτέρω ερώτηση και η απόκριση που ακολουθεί επέχουν θέση κανόνος με οικουμενικό κύρος) Έν τή θεία αναφορά ο διάκονος προσφωνεί προ του ασπασμού· Οι ακοινώνητοι περιπατήσατε· ούκ οφείλουσιν ούν παρείναι, εί μή άν επαγγέλωνται μετανοείν, και εκφεύγειν την αίρεσιν» (ένθ΄ ανωτ., τ.4, σελ. 336). Ο Βαλσάμων έχει την γνώμη ότι δεν πρέπει να παραμένουν οι αμετανόητοι αιρετικοί ούτε μετά των κατηχουμένων. Λέγει χαρακτηριστικά «Εί μή επαγγέλονται αφίστασθαι της αιρέσεως, ουδέ τοίς κατηχουμένοις συστήσονται, αλλ΄ εκδιωχθήσονται» (Αυτόθι. Βλ. και σχόλιο Οσ. Νικοδήμου, Ιερόν Πηδάλιον, σελ. 670). Η εν Λαοδικεία Σύνοδος επισημαίνει στους πιστούς Ορθοδόξους Χριστιανούς ότι δεν επιτρέπεται να μεταβαίνουν στα κοιμητήρια ή τα μαρτύρια των αιρετικών, στα οποία έχουν ενταφιασθή ονομαστοί αιρετικοί ή μάρτυρες. Και τούτο γιατί αυτή η πράξη εντάσσεται στην συμπροσευχή, αφού προσεύχονται στον τόπο εκείνο μετά αιρετικών ή απευθύνουν την προσευχή τους σε αιρετικούς κοιμηθέντας, έστω και δια μαρτυρίου. «Περί του μή συγχωρείν εις τα κοιμητήρια, ή εις τα λεγόμενα μαρτύρια πάντων των αιρετικών απιέναι τους της εκκλησίας, ευχής ή θεραπείας ένεκα· αλλά τους τοιούτους, εάν ώσι πιστοί, ακοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός. Μετανοούντας δέ, και εξομολογουμένους εσφάλθαι, παραδέχεσθαι» (ένθ΄ ανωτ., τ.3, σελ. 179).

Η ενότητα της πίστεως και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είναι οι προυποθέσεις, οι οποίες οδηγούν όπως ήδη ετονίσθη, στην συμπροσευχή και γενικώτερα στην κοινωνία των προσώπων «εν Χριστώ». Για τον λόγο αυτό οι Πατέρες της εν Λαοδικεία Συνόδου, στηριζόμενοι στους Ο΄, ΟΑ΄ και ΜΕ΄ Αποστολικούς κανόνες, συνέθεσαν τέσσερις κανόνες (ΛΒ΄, ΛΖ΄, ΛΗ΄, ΛΘ΄), με τους οποίους αποσαφηνίζουν όσα εξέθεσαν εκείνοι, υποδεικνύοντες κατ΄ αυτόν τον τρόπον την ορθή στάση των Ορθοδόξων κληρικών και λαικών έναντι των αιρετικών και αλλοθρήσκων στο θέμα τηυς συμπροσευχής και της μετ΄ αυτών κοινωνίας. «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αιτινές εισιν αλογίαι μάλλον, ή ευλογίαι» (Ένθ. ανωτ. σελ.198), «Ότι ου δεί παρά των Ιουδαίων, ή αιρετικών, τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς» (Στον συνεορτασμό μετά αιρετικών και αλλοθρήσκων υποφώσκει συμπροσευχή και κοινωνία έξω απο τον χώρο της κοινωνίας πίστεως και Αγίου Πνεύματος. Η σοβαρότητα του ζητήματος της κοινωνίας Ορθοδόξων και αιρετικών εμφαίνεται και στον κανόνα αυτόν, ο οποίος δεν επιτρέπει ούτε την ανταλλαγή δώρων. Βλ. και τον Ξ΄ κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου). «Ότι ου δεί παρά των Ιουδαίων άζυμα λαμβάνειν, ή κοινωνείν ταίς ασεβείαις αυτών» (Οι πράξεις των αλλοθρήσκων είναι , κατα την παρούσα Σύνοδο, ασέβειες). «Ότι ου δεί τοίς έθνεσι συνεορτάζειν, και κοινωνείν τή αθεότητι αυτών» (Ράλλη – Πότλη, ένθ΄ ανωτ., σελ. 206. Απαγορεύει η Σύνοδος αυτή τον συνεορτασμό Ορθοδόξων και απίστων (Αρχαιοελλήνων κ.τ.τ.) Βλ. και τον Ζ΄ κανόνα της εν Αγκύρα Συνόδου).
Αλλά και η εν Τρούλλω ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος επελήφθη του ως ανω ζητήματος με τον ΙΑ΄ κανόνα της, ορίζουσα «Μηδείς των εν ιερατικώ καταλεγομένων τάγματι, ή λαικός, τα παρά των Ιουδαίων άζυμα εσθιέτω, ή τούτοις προσοικειούσθω, ή εν νόσοις προσκαλείσθω, και ιατρείας παρ΄ αυτών λαμβανέτω, ή εν βαλανείοις τούτοις παντελώς συλλουέσθω· ει δέ τις τούτο πράξαι επιχειροίη, ει μέν κληρικός είη, καθαιρείσθω· ει δέ λαικός, αφοριζέσθω» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., τ.2, σ.σ. 328-329). Ο κανόνας αυτός παρατίθεται για τον λόγο ότι πρέπει να επισημανθή η αυστηρότητα των Αγίων Πατέρων ως πρός την παντοία κοινωνία των Ορθοδόξων μετά αλλοθρήσκων και αιρετικών.
Η συμπροσευχή είναι, όπως ήδη ελέχθη, μυστήριο κοινωνίας «εν Χριστώ». Δεν είναι δυνατόν να κοινωνή ο Ορθόδοξος μετά του αιρετικού ή του αλλοθρήσκου μέσω της προσευχής ή του συνεορτασμού ή της ανταλλαγής δώρων ή συλλουόμενος ή ιατρευόμενος υπ΄ αυτών. Ο Βαλσάμων επισημαίνει «Σημείωσαι τον παρόντα κανόνα δια τους Λατίνους, τους εορτάζοντας μετά αζύμων, και δια τους ιατρευομένους παρά Ιουδαίων, και παρά αιρετικών· πάντες γαρ ούτοι αφωρισμένοι εισίν» (Αυτόθι).
Για να κατανοηθή δεόντως ο προαναφερθείς κανόνας είναι αναγκαίο ο μελετητής να γνωρίζη ότι αυτή η κοινωνία και συνύπαρξη «εν τη προσευχή» διασπάται απο την αίρεση. Η αίρεση είναι ολική ή μερική άρνηση της αποκαλυφθείσης αληθείας, που στην πράξη εκφράζεται ως κατάλυση της εν Χριστώ αγαπητικής κοινωνίας (Ο Όσ. Εφραίμ ο Σύρος συμβουλεύει «Μηδέποτε συμφιλιάσης μετά αιρετικών· μη συμπίης, μη συνοδοιπορήσης. Μη εισέλθης εις οίκον αυτών, μηδέ εις εκκλησίαν· πάντα γαρ όσα εισίν, ακάθαρτα εισίν…» Έργα 5, 116).
Θα ήθελα στο σημείο τούτο να επεκταθώ λίγο, πέρα απο το διαπραγματευόμενο θέμα μου, στα δύο Μυστήρια, του Βαπτίσματος και του Γάμου, ενδεικτικώς και όχι αναλυτικώς. Άλλωστε η συμπροσευχή εντάσσεται στο μυστήριο.
Η Ορθοδοξία διακηρύσσει ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι άκυρα, για τον λόγο ότι δεν επιδρά η άκτιστη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η ενότητα στην πίστη, όχι σε οποιαδήποτε πίστη, αλλά στην Ορθόδοξη πίστη, είναι η πρωταρχική βάση για την intercommunio (δια-κοινωνία), για την πλήρη μυστηριακή κοινωνία μετά των αιρετικών.
Κατα τον ΞΗ΄ κανόνα των Αγίων Αποστόλων «τους γαρ παρά των τοιούτων (των αιρετικών δηλαδή) βαπτισθέντας, ή χειροτονηθέντας, ούτε πιστούς, ούτε κληρικούς είναι δυνατόν» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., σελ. 87). Σχολιάζων ο Ζωναράς τον προαναφερθέντα κανόνα, μεταξύ άλλων λέγει «…ούτε γαρ βάπτισμα αιρετικών δύναταί τινα ποιήσαι Χριστιανόν, ούτε χειροτονία τούτων κληρικόν εργάσαιτο άν» (Αυτόθι- Άς δώσουν προσοχή οι Ορθόδοξοι εκείνοι, κληρικοί και λαικοί, οι οποίοι ομιλούν θετικώς περί της εγκυρότητος του βαπτίσματος των αιρετικών Ρωμαιοκαθολικών. Βλ. για το θέμα αυτό τους Ζ΄ και Ε΄ κανόνες των Β΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικών Συνόδων αντίστοιχα, καθώς και τους Α΄ και ΜΖ΄ του Μ. Βασιλείου).
Ο Μ. Βασίλειος επιμένει στο του Αποστόλου των Εθνών Παύλου «Είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. Δ΄ 5) και απορρίπτει παντελώς το βάπτισμα των αιρετικών. Στον Α΄ κανόνα του το διασαφηνίζει «…το μεν των αιρετικών (βάπτισμα) παντελώς αθετήσαι» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., τ.4, σελ. 89).
Επίσης, οι Άγιοι Πατέρες οι συγκροτήσαντες την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, με τον ΟΒ΄ κανόνα τους απαγορεύουν την σλυναψη γάμου μεταξύ Ορθοδόξου και αιρετικού «Μη εξέστω ορθόδοξον άνδρα αιρετική συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μήν αιρετικώ ανδρί γυναίκα ορθόδοξον συζεύγνυσθαι· αλλ΄ ει και φανείη τι τοιούτον υπό τινος των απάντων γινόμενον, άκυρον ηγείσθαι τον γάμον, και το άθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· ου γαρ χρή τα άμικτα μιγνύναι ουδέ τώ προβάτω λύκω συμπλέκεσθαι, και τη του Χριστού μερίδι τον των αμαρτωλών κλήρον· ει δέ παραβή τις τα παρ΄ ημών ορισθέντα, αφοριζέσθω» (Ράλλη – Πότλη, ένθ. ανωτ., τ.2, σελ. 471). Ο Ζωναράς στα σχόλιά του λέγει μεταξύ των άλλων «Οι της συνόδου ταύτης ιεροί και θείοι Πατέρες…απαγορεύουσι τάς τοιαύτας συζυγίας (ορθοδόξων και αιρετικών) και γενομένας δέ, διασπάσθαι κελεύουσιν» (Αυτόθι).
Όλοι οι προαναφερθέντες Κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, αλλά και οι κανόνες των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων δεν επιτρέπουν την συμπροσευχή και την μυστηριακή κοινωνία των Ορθοδόξων μετά των αιρετικών και αλλοδόξων, για τον λόγο ότι η αίρεση επιζητεί να καθυποτάξη την εκκλησιαστική αλήθεια στον τεμαχισμένο μεταπτωτικό τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου. Η Ορθόδοξος πιστη είναι η έκφραση της αποδοχής της αποκαλυφθείσης αληθείας και άρα μόνο εκείνος ο οποίος έχει ενταχθή σ΄ αυτή την κοινωνία της Ορθοδόξου πίστεως είναι αποδεκτός στην συμπροσευχή και την μυστηριακή κοινωνία και ενότητα. Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος αναφωνεί «Τοιγαρούν παραιτού την κοινωνίαν των σχισματικών και αιρετικών» (Έργα 6, 176).
Η κοινωνία είναι σχέση και η σχέση προυποθέτει αυθυπέρβαση και ταύτιση. Υπερβαίνει ο Ορθόδοξος χριστιανός τον υποκειμενισμό του και ταυτίζεται με την εν Χριστώ αντικειμενική αλήθεια. Εάν δεν συμβαίνη το αυτό και με τον συμπροσευχόμενο καθίσταται αδύνατος και α-νόητος η συμπροσευχή.
Οι Αποστολικοί κανόνες, οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας, τους οποίους προαναφέραμε, απαγορεύουν ρητώς την συμπροσευχή μετά αιρετικών και αλλοθρήσκων. Και τούτο γιατί επιδιώκουν να απομακρυνθούν τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κληρικοί και λαικοί, απο μία αισθηματο-εξωτερική αντίληψη της κοινωνίας και ενότητος κατά την ώρα της προσευχής και να αποδεχθούν την συμπροσευχή ως πράξη οντολογικο-πνευματική εντός του χώρου της ορθής πίστεως.
Η διαφορετική στάση απέναντι στην συμπροσευχή φανερώνει μία αλλοτριωμένη αντίληψη περί της εν Χριστώ κοινωνίας, η οποία δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθή απο την Ορθόδοξο Εκκλησία. Ο ιερός Χρυσόστομος, ομιλών περί της κοινωνίας μετά των αιρετικών, συμβουλεύει τα εξής «Φεύγε των τοιούτων (αιρετικών) τας συνουσίας ως των φαρμάκων τα δηλητήρια. Και γαρ εκείνων ούτοι χαλεπώτεροι· εκείνα μεν γαρ μέχρι του σώματος ίστησι την βλάβην, ούτοι δέ αυτή τή σωτηρία της ψυχής λυμαίνονται» (Catecheses ad illuminados 1, p198).
Οι ιεροί Κανόνες εμπεριέχουν, ως γνωστόν, ερμηνευμένη την αποκαλυφθείσα αλήθεια. Ώς εκ τούτου εκφράζουν το θέλημα του Θεού. Ο Ζωναράς γράφει «Οι ιεροί κανόνες εκτίθενται υπό των Συνόδων εις κατάστασιν εκκλησιαστικήν και ωφέλειαν πιστών» (Αμ. Αλιβιζάτου, Οι ιεροί Κανόνες, Αθήναις 1949, σελ. 120). Για τον λογο αυτό και οι ανωτέρω κανόνες περί συμπροσευχής πρέπει να τύχουν της δεούσης προσοχής και εκ μέρους των λαικών μελών της Εκκλησίας, αλλά κυρίως εκ μέρους των κληρικών – ποιμένων της.
Η συμπροσευχή σήμερα
Δεν θα ήταν λάθος να
αποδοθή η αδυναμία κατανοήσεως και αποδοχής των ιερών Κανόνων στο επικρατούν πνεύμα του »ανθρωπισμού» και »φιλελευθερισμού», αλλά και του εκνομικισμού – πιετισμού, τα οποία τους απογυμνώνουν απο το σωτηριολογικό και λυτρωτικό νόημά τους. Για να γίνη κατανοητό το ιερό και αιώνιο νόημα των ιερών Κανόνων είναι ανάγκη να παύσωμε να κινούμαστε στον χώρο της διανοητικής θεολογίας και ζωής και να ομολογήσουμε με ταπείνωση και απλότητα «Λάλει Εκκλησία μου και ο δούλος σου (κληρικός ή λαικός) ακούει». Εάν συμβή τούτο, τότε η μελέτη των ιερών Κανόνων θα αποτελεί όχι αντικείμενο κριτικής, αλλά μέτρο κρίσεως του μελετητού και οδός «εν ή πορευσόμεθα». Η οδός, την οποία υποδεικνύουν οι ιεροί Κανόνες να πορευθούμε είναι η Θεανθρώπινη οδός. Ο όρος «έδοξε τώ Αγίω Πνεύματι και ημίν» δεσπόζει σε όλες τις Συνόδους και τούτο γιατί εκφράζουν «εν τόπω και χρόνω» την θεανθρώπινη βούληση της Αγίας μας Εκκλησίας. Η χρήση, άρα, των ιερών Κανόνων συνεπάγεται την αυθεντική συνέχιση της αποστολής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, αφού εκφράζουν την αποκαλυφθείσα αλήθεια. Αυτήν την θέση αποδέχονται de facto και στην σημερινή εποχή όλες οι αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. «Φρονούμε ότι δεν θα υπήρχε ομαλή πορεία της όλης Εκκλησίας, εαν παραθεωρούνταν οι ιεροί Κανόνες, οι οποίοι οριοθετούν, όπως προαναφέρθηκε, την Εκκλησία και υποδεικνύουν το χάος, όπου θα πέση εκείνος, ο οποίος θα θελήση να εξέλθη των ορίων αυτών» (Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστόπουλου, εργασία μεταπτυχιακή, εκφωνηθείσα στο θεολογικό συνέδριο στην Ρόδο το 1988). Για τον λόγο αυτό ο Όσιος Νικόδημος με τρόπο γλαφυρό προειδοποιεί «Καθώς η παντουργική αγία Τριάς τον πρώτον και υλικόν τούτον κόσμον δημιουργήσασα με διαφόρους φυσικούς Κανόνας των στοιχείων αυτόν συνηρμόσατο… Τοιουτοτρόπως η αυτή Τριάς και τον δεύτερον τούτον και νοητόν κόσμον της Καθολικής εκκλησίας κατασκευάσασα, με τους ιερούς τούτους και θείους Κανόνας συνέδησεν ευτόν και συνέπηξεν… Έκβαλε τους ιερούς τούτους κανόνας απο την εκκλησίαν, και παρευθύς επεισέρχεται η αταξία, και εκ της αταξίας άπασα η ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται» (Ιερόν Πηδάλιον, Αθήναι 1957, σελ. ιστ). Ο δέ Μ. Βασίλειος, ως ένας απο τους θεμελιωτές του Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου, πίστευε ότι οι ι. Κανόνες ρυθμίζουν τον βίο της Εκκλησίας και καθορίζουν τη διοικητική της διάρθρωση, όπως και τα πνευματικά πλαίσια, εντός των οποίων πρέπει να κινούνται οι μετέχοντες στην εκκλησιαστική κοινωνία, για να δύνανται να υφίστανται ως οντολογικά μέλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό αναφωνεί «Πάνυ με λυπεί, ότι επιλελοίπασι λοιπόν οι των Πατέρων κανόνες, και πάσα ακρίβεια των εκκλησιών απελήλαται· και φοβούμαι μή κατά μικρόν της αδιαφορίας ταύτης οδώ προιούσης, εις παντελή σύγχυσιν έλθη τα της εκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων, τ.4, Αθήνησιν 1854, σελ. 275). Εάν δεν τηρούνται επακριβώς οι ιεροί Κανόνες, κατά τον οικουμενικό διδάσκαλο Βασίλειο, περιπίπτουν σε σύγχυση οι εκκλησιαστικές υποθέσεις και ουδέν πρόβλημα λύεται κατά το θέλημα του Θεού. Πολύ δέ περισσότερο όταν τολμούμε και αλλοιώνουμε αυτούς, προσθέτωντας ή αφαιρούντας κατά το δοκούν. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρει «ουκ έστιν ούν…ούτε την καθ΄ ημάς εκκλησίαν ούτε ετέραν παρά τους κειμένους νόμους και κανόνας ποιείν τι. επεί, ει τούτο δοθείη, κενόν το ευαγγέλιον, εική οι κανόνες, και έκαστος κατά τον καιρό της οικείας αρχιερωσύνης, επειδή έξεστιν αυτώ ως δοκεί μετά των σύν αυτώ πράσσειν, έστω νέος ευαγγελιστής, άλλος απόστολος, έτερος νομοθέτης. αλλ΄ ουδαμώς· παραγγελίαν γαρ έχομεν εξ΄ αυτού του αποστόλου, παρ΄ ό παρελάβομεν, παρ΄ ό οι κανόνες των κατά καιρούς συνόδων καθολικών τε και τοπικών εάν τις δογματίζη ή προστάσση ποιείν ημάς, απαράδεκτον αυτόν έχειν μηδέ λογίζεσθαι αυτόν εκ κλήροω αγίων» (Theodori Studitae, Epist. 2, vol. 1-2, De Gruyter, Berolini 1992). Στην συνοδική πράξη του 1828 διατυπώθηκε υπό του Κωνσταντινουπόλεως Αγαθαγγέλου το κοινό για την Ορθόδοξο Εκκλησία φρόνημα «…των δογματικών και όσα οι ιεροί κανόνες διακελεύονται περί εκείνων ούτε φρονησαί τι εναντίον όλων ημίν δυνατόν, ούτε προσθήκην, ή αφαίρεσιν μέχρι και της κεραίας αυτής διαπράξαι θεμιτόν» (Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα εκκλησιαστικής οικονομίας, Αθήναι 1972, σελ. 69). Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πως παρέχεται η δυνατότητα σε κληρικούς και λαικούς να καταπατούν τους προαναφερθέντας ιερούς Κανόνες, τους αναφερομένους στην συμπροσευχή μετά αιρετικών και αλλοθρήσκων και να κάμνουν τα αντίθετα απο όσα αυτοί διακελεύουν; Πως τολμούν Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Αρχιερείς, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι ή και λαικοί να κοινωνούν μέσω των Μυστηρίων και της προσευχής; Δύναται να υπάρχη κοινωνία »εν Χριστώ» άνευ του Παναγίου Πνεύματος; Ο καθηγητής Ανδρέας Θεοδώρου γράφει επ΄ αυτού «Επί τη βάσει της αρχής των Πατέρων «ubi Ecclesia, ibi et Spiritus Sanctus» δηλαδή όπου η Εκκλησία εκεί το Πνεύμα το Άγιο, η ορθόδοξη θεολογία δέχεται την Εκκλησία ως την μόνη ταμειούχο της θείας χάριτος κιβωτό. Επομένως ό, τι υπάρχει έξω απ΄ αυτή, δεν μπορεί να μεταδώσει την λυτρωτική χάρη του Κυρίου. Οι αιρετικοί που είναι έξω απο την Εκκλησία δεν μπορούν να μεταδώσουν τη χάρη, την οποία έχασαν. Δίδει κανείς εκείνο το οποίο έχει, όχι εκείνο που δεν έχει» (Αν. Θεοδώρου, Βασική δογματική διδασκαλία, Αθήνα 2006, σελ. 215). Τους κοινωνούντας και συμπροσευχομένους μετά αιρετικών Επισκόπους, οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν κηρύσσουν «γυμνή τη κεφαλή» αίρεση και οι οποίοι απο τους προαναφερθέντας Κανόνες καθαιρούνται, ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου χαρακτηρίζει «ψευδεπισκόπους» και «ψευδοδιδασκάλους» και καλεί τους πιστούς, κληρικούς και λαικούς, να διακόπτουν την κοινωνία μετ΄ αυτών (Ράλλη – Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων…τ.2, σσ. 692-693). Επομένως, η συμπροσευχή και η μυστηριακή κοινωνία μετά των αιρετικών απαγορεύεται ως αντι-κανονική και ο συμπροσευχόμενος, εάν είναι κληρικός, καθαιρείται, εάν δέ είναι λαικός, αφορίζεται. Είναι αδήριτος ανάγκη να γίνη κάποτε κατανοητό ότι η πιστή τήρηση των όσων διακελεύουν οι ιεροί Κανόνες είναι μαρτυρία υπακοής στην Εκκλησία και σημείο υποταγής της ατομικότητος στην κοινή μετοχή όλων των πιστών στην αποκαλυφθείσα αλήθεια.
ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ »Η ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗΣ» ΣΕΛ. 73-92 ΚΑΙ 107-111
πηγη.ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

Ποιος εμπαιζεται; Ο Θεος ή οι ανθρωποι;…….«Ο γνωστός άγνωστος Πατριάρχης Βαρθολομαίος»

«Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ»

Πορφυρίτης

Εἶναι τουλάχιστον, ἄξιος προβληματισμοῦ, ὁ τρόπος σκέψης καί γραφῆς κάποιων συνανθρώπων μας, καί προκαλεῖ λογικά ἐρωτηματικά στούς καλοπροαίρετους ἀναγνῶστες. Διαβάζουμε: «Συμπληρώθηκαν ‘‘Χάριτι Θεοῦ’’ 26 συναπτᾶ ἔτη ἀπό τῆς ἐκλογῆς τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄ (1991) στόν μαρτυρικό Ἀποστολικό, Πατριαρχικό καί Οἰκουμενικό Θρόνο τῆς Μητρός Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας. 

Μέ ἀφορμή τό εὐλογημένο αὐτό γεγονός γιά ὁλόκληρο τόν Ὀρθόδοξο κόσμο ἀναδημοσιεύουμε κάποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό τό πόνημα τοῦ λογίου Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμ. π. Δοσιθέου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας, ὑπό τόν τίτλο: «Θέλω νά πιῶ ὅλο τόν Βόσπορο». Τά ἀποσπάσματά αὐτά σκιαγραφοῦν ἐν πολλοῖς ἄγνωστες γιά τόν πολύ κόσμο πτυχές τῆς προσωπικότητος τοῦ Πρωτοθρόνου Πρωτεπισκόπου τῆς Ὀρθοδοξίας, Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄.

… Τό τρίτο πραγματικό γεγονός ἀφορᾶ τήν σθεναρή στάση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἔναντι τῆς Παπικῆς Οὐνίας. Τό περιστατικό ἔχει ὡς ἐξῆς: ‘‘Τό 1995 συνέβη ἕνα συνταρακτικό γεγονός πού οὔτε στά «ψιλά» τῶν ἐφημερίδων δέν πέρασε: Μόλις χθές διέρρευσε ἡ πληροφορία πώς τήν τελευταία στιγμή ἀπεφεύχθη σοβαρό ἐπεισόδιο κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίσημης συνάντησης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μέ τόν Πάπα Ἰωάννη- Παῦλο Β΄ στόν Καθεδρικό ναό τοῦ Ἁγίου Πέτρου, τήν 29 Ἰουνίου.

Τήν ἡμέρα αὐτή καί κατά τήν διάρκεια ἐπίσημης λειτουργίας, στήν ὁποία παρίστατο ὁ Πατριάρχης, εἶχε προγραμματισθεῖ νά δοθεῖ ἀπό τά χέρια τοῦ Πάπα σέ τριάντα Ρωμαιοκαθολικούς Ἀρχιεπισκόπους τό Pallium, τό μάλλινο ὕφασμα, τό ὁποίο τούς διακρίνει ἀπό τούς ἄλλους ἐπισκόπους

Τελικά ἐδόθη στούς 29. Ὁ τριακοστός τό παρέλαβε ἀπό τόν Πάπα τήν προηγούμενη ἡμέρα, κατά τήν διάρκεια ἰδιωτικῆς τελετῆς. Ἐπρόκειτο περί τοῦ οὐνίτου Judson Michall Procyk, Ἀρχιεπισκόπου στό Πίτσμπουργκ τῶν ΗΠΑ. Ὁ Πατριάρχης εἶχε τήν πρόνοια νά ζητήσει τόν κατάλογο τῶν 30 Ἀρχιεπισκόπων καί ὅταν διεπίστωσε ὅτι μέσα σ’ αὐτόν περιλαμβανόταν καί ὁ ὡς ἄνω οὐνίτης δήλωσε κατηγορηματικά ὅτι θά ἀποχωρήσει τῆς τελετῆς. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Πάπας ὑποχώρησε καί ἡ τελετή διεξήχθη ὁμαλά’’» [1].

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος  Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, γράφει[2] γιά «de facto ἀναγνώριση τῆς Οὐνίας παρὰ τὶς λεκτικὲς καταδίκες» ἀπό τό Πατριαρχεῖο, καίτό τεκμηριώνει μέ τά ἐξῆς παραδείγματα: «Φαναριώτικα “κατορθώματα” μὲ τοὺς Οὐνίτες, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ τραγικὰ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανὸς ὅταν ἒγραψε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι «καταντήσαμε Οὐνίτες»:

α) ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπέδωσε ἅγιο Ποτήριο στὸν Οὐνίτη πρώην “Ἀρχιεπίσκοπο” ἐν Ἀθῆναις  Δημήτριο Σαλάχα, ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ του[3] (!),  ἐνῶ ἀπέστειλε εὐχαριστήριο ἐπιστολὴ στὸν Οὐνίτη “Ἀρχιεπίσκοπο” Οὐκρανίας γιὰ τὶς εὐχές του γιὰ εὐόδωση τῶν ἐργασιῶν τῆς Πανορθοδόξου! Τὸ Πατριαρχικὸ εὐχαριστῶ ἦρθε μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα… κατεδίκασε τὴν Οὐνία…

β) Ὁ Μητρ. Προύσης Ἐλπιδοφόρος κατὰ τὴ διάρκεια “ἀρχιερατικῆς Λειτουργίας” Οὐνιτῶν στὴν Ἰταλία (25.10.2015) ἀπήγγειλε τὸ «Πιστεύω», ἀντάλλαξε λειτουργικὸ ἀσπασμὸ μὲ τὸν οὐνίτη “ἐπίσκοπο”  καὶ τὸν ἄκουσε στὴ Μ. Εἴσοδο  νὰ μνημονεύει τοῦ «πάπα Φραγκίσκου καὶ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου». Στὸ τέλος, ὁ κ. Ἐλπιδοφόρος ἀπὸ Ὡραίας Πύλης στὴν προσφώνησή του πρὸς τὸν Οὐνίτη “ἐπίσκοπο” εἶπε τὰ ἑξῆς ἀδιανόητα γιὰ Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο: «Σήμερα ἔγινε μεγάλη χαρὰ στὸν οὐρανό, καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν μὲ τὰ φτερά τους, πετώντας πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας! Γιατὶ ἀκόμη μία φορὰ ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαῖος, ἔστειλε στὰ παιδιά του τὰ ἀγαπημένα, σὲ σᾶς ὅλους, ἕνα Ἱεράρχη τῆς Κωνσταντινούπολης. (Δὲν ἀκούγεται  εὐκρινῶς) … χρησιμοποιοῦμε δύο Πατέρες μας, τόν πάπα Φραγκίσκο καὶ στὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ Θεὸς νὰ τοὺς δίδει ὑγεία, νὰ τοὺς δίδει χρόνια πολλά, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν, ὅλους μας, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἀγάπης! Τὴν χαρά μας αὐτὴ τὴν ὀφείλομε καὶ στὴν ἀδελφικὴ πρόσκληση τοῦ θεοφιλεστάτου ἀδελφοῦ, τοῦ ἀγαπημένου Ἐπισκόπου Μύρων κ. Δονάτου, ὁ ὁποῖος ποιμαίνει αὐτὴν τὴν ἐπαρχία σὰν ἄγγελος Κυρίου[4]».

Τί συμβαίνει τελικά, τό ἀγαπητό μας Πατριαρχεῖο, καταδικάζει τήν οὐνία ἤ τήν ἐπιδοκιμάζει; Ἄς μᾶς ἀπαντήσει κάποιος χριστιανός, πού δέν εἶναι «ἀνίερος φαναριομάχος»[5]! Ἡ ἐπιστήμη σηκώνει τά χέρια ψηλά…! Ἤ ὁ γυαλός εἶναι στραβός, ἤ κάποιοι στραβά ἀρμενίζουν!

Ὁ ὑπερβολικός ἐγκωμιασμός τοῦ «Πρωτοθρόνου Πρωτεπισκόπου τῆς Ὀρθοδοξίας», καταλήγει στό συμπέρασμα, ὅτι «ἄνθρωπος πού προσεύχεται δέν προδίδει τήν πίστη του»(!!!) καί ἡ ἀπόδειξη; Ὅτι  «γονατίζει καί προσεύχεται!»[6]!!!

Πορφυρίτης

……………………………………………………..

[1] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ», http://fanarion.blogspot.gr/2017/12/blog-post_78.html

[2] Πρωτοπρ. Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου, «Τὸ Ἅγιο Ὅρος καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης. Παρατηρήσεις στό ἀπό 17/30.6.2017 ‘‘Μήνυμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης ἐν Κρήτῃ Συνόδου’’», http://aktines.blogspot.gr/2017/07/173062017.html

[3] ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ: «Τήν ἐνέργεια τοῦ νῦν Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου νά προσφέρει στόν Οὐνίτη «ἐπίσκοπο» τῶν Ἀθηνῶν κ. Δημήτριο Σαλάχα τόν Μάϊο τοῦ 2008 ἕνα ἅγιο Ποτήριο ὡς συμβολικό δῶρο,  μέ τό ὁποίο ἀποδεικνύει στήν πράξη, ὅτι ὄχι μόνο ἀμνηστεύει ἀλλά καί πανηγυρικά ἀναγνωρίζει τήν Οὐνία.», Βλ. τό δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος Ἐλεύθερος Τύπος,  26.5.2008http://www.katanixis.gr/2014/04/blog-post_5280.html,

[4] (βλ. www.youtube.com/watch?v=zp15aaXPCWM καί https://www.youtube.com/watch?v=bVghw-sjp5Y)

 

5] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ», http://fanarion.blogspot.gr/2017/12/blog-post_78.html

[6] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ … «Γράφει λοιπόν ὁ π. Δοσίθεος: ‘‘…Βρέθηκα ἀρκετές φορές πίσω ἀπό τόν Πατριάρχη καί εἶδα καί τά τακούνια καί τίς σόλες ἀπό τά παπούτσια του. Πού σημαίνει ὅτι γονατίζει καί προσεύχεται. Καί ἄνθρωπος πού προσεύχεται δέν προδίδει τήν πίστη του’’».