Αρχιμ. Αθανάσιος Μετεωρίτης: Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, Τό χρονικό μιᾶς προμελετημένης ἐκτροπῆς

 

Η «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ

Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου,Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου.

 

Α΄. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στήν μακραίωνη πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ὁ θεματοφύλακας καί ὑπερασπιστής τῆς ἀληθείας τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας· εἶναι ὁ ἔσχατος κριτής τῆς ὀρθότητος καί τῆς ἐγκυρότητος τῶν ἀποφάσεων ὁποιασδήποτε Συνόδου· εἶναι αὐτός, πού μέ τήν γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστική καί δογματική του συνείδηση ἐπικυρώνει ἤ ἀπορρίπτει αὐτά πού ἀποφαίνονται οἱ Σύνοδοι1.

Κατά ἀνάλογο τρόπο κρίνεται καί ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης. Καλούμαστε ὅλοι, ὡς πιστά μέλη τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας, νά τήν ἀποτιμήσουμε. Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νά μήν σιωπήσουμε. Εἶναι καθῆκον μας νά ἐκφράσουμε τήν ἱερατική καί μοναχική μας συνείδηση, νά καταθέσουμε ἁπλά καί ταπεινά τόν λογισμό μας, νά ἐκφράσουμε τήν ἄποψή μας ἐνώπιον τῶν Ποιμένων μας. Εἶναι καθῆκον μας νά ἀναλάβουμε τό μερίδιο τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ἀλλά καί τῆς εὐθύνης μας ἔναντι τῶν πνευματικῶν μας τέκνων καί πολλῶν πιστῶν, πού μᾶς ἐμπιστεύονται τήν ἀγωνία, τήν ἀνησυχία, ἀλλά καί τήν ἱερή ἀγανάκτησή τους γιά τά συμβάντα στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.

Τά γραφόμενά μας στό παρόν τεῦχος, ὅπως καί ἄλλα σχετικά πού προηγήθηκαν καί ὅσα, σύν Θεῷ, θά ἀκολουθήσουν, συνιστοῦν τήν ἐλάχιστη ἀνταπόκρισή μας στά αὐτονόητα τῆς πίστεώς μας, στήν παρακαταθήκη τῶν ἁγίων Πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, κληρικῶν, ὁσίων μοναχῶν, καί λαϊκῶν ὁμολογητῶν τῆς πίστεώς μας, στό καθῆκον μας πρός τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία μας. Συνιστοῦν τήν ἐπιβαλλόμενη ὑπακοή μας στούς Ἁγίους Πατέρες μας, πού μᾶς τονίζουν στά θέματα τῆς πίστεως νά ἐκφέρουμε λόγο. Ὄχι λόγο καί ἀπόψεις ἀτομικές, ἀλλά τόν διαχρονικό ἁγιοπνευματικό λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, τόν αὐθεντικό καί ζωντανό λόγο τῶν συγχρόνων γερόντων μας καί ὅλων ὅσων παραμένουν πιστοί στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί πορεύονται «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».

  1. Συνηγορία τῶν Ἁγίων καί συγχρόνων Ἐπισκόπων, Κληρικῶν καί Καθηγητῶν Θεολογίας

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης τονίζει κατηγορηματικά ὅτι: «Εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου νά μή σιωπᾶμε ὅταν κινδυνεύει ἡ Πίστη… ὅταν πρόκειται γιά τήν πίστη, δέν μποροῦμε νά ποῦμε· Ἐγώ ποιός εἶμαι; Εἶμαι ἱερέας; Ὄχι. Ἄρχοντας; Οὔτε. Στρατιώτης; Ἀπό ποῦ; Γεωργός; Οὔτε καί αὐτό. Εἶμαι φτωχός, ἐξασφαλίζοντας μόνο τήν καθημερινή μου τροφή. Δέν ἔχω λόγο, οὔτε ἐνδιαφέρον γιά τό θέμα αὐτό. Ἀλλοίμονο! Οἱ πέτρες θά κράξουν, καί σύ μένεις σιωπηλός καί ἀδιάφορος;… Ὥστε ἀκόμα καί ὁ φτωχός τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως δέν θά ἔχει καμμιά δικαιολογία, ἄν τώρα δέν μιλᾶ, γιατί θά κριθεῖ καί μόνο γι’ αὐτό»2.

Ἰδιαιτέρως δέ γιά τήν μαρτυρία τῶν μοναχῶν στά ζητήματα τῆς πίστεως, ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης τόνιζε ὅτι «ὅταν ἡ πίστις εἶναι τό διακινδυνευόμενον, τότε οἱ λογιώτεροι ἐκ τῶν μοναχῶν, καί μάλιστα ὅσοι εἶναι ἐμπεπιστευμένοι τήν διαποίμανσι μοναχῶν, γιά τήν ὀρθή καθοδήγησι τῶν ὁποίων τόσο στήν πνευματική ζωή, ὅσο καί στά δόγματα τῆς εὐσεβείας, ἔχουν εὐθύνη, ὀφείλουν νά ὁμιλοῦν, ὄχι γιά νά διδάξουν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά γιά νά ὁμολογήσουν τήν πίστι των κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου: “Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς” (Ματθ. ι΄, 32).  Ἡ Ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ὑπηρεσιακό ἔργο, ἀλλά ἔκφρασις ζωῆς. Ὁ Χριστός δέν λέγει “ὅστις ὁμολογήσει με” ἀλλά “ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί”. Ἡ ὁμολογία λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἔκφρασις τῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό ἤ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή ἔχει ὡς φυσική συνέπεια τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. Καί οἱ μοναχοί ζώντας ἐν Χριστῷ ὁμολογοῦν καί ἔτσι διδάσκουν τούς χριστιανούς. Τό κάνουν ταπεινά, ὄχι γιά νά διδάξουν, ἀλλά γιά νά ὁμολογήσουν. Αὐτή εἶναι παράδοσις στόν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό ἱστορικά δικαιωμένη»3.

Οἱ ἐμπνευστές καί ὀργανωτές αὐτῆς τῆς «Συνόδου» ἐπεχείρησαν μέ βίαιο καί ἐξουσιαστικό τρόπο νά ἀνατρέψουν αὐτή τήν ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά ἀναβιβάσουν, ἀπροϋπόθετα, σέ ἀπόλυτη αὐθεντία μόνον τό συνοδικό θεσμό. Κύρια ἐπιδίωξή τους εἶναι ἡ ἑδραίωση ἑνός συγκεντρωτικοῦ ἐπισκοποκεντρικοῦ κατεστημένου -παπικοῦ τύπου καί προδιαγραφῶν- ὥστε ἀνεμπόδιστα καί ἀνεξέλεγκτα νά θεσπίσουν τίς καινοφανεῖς ἑτεροδιδασκαλίες τους, τήν ἐκκλησιαστικοποίηση, δηλαδή, τῶν αἱρέσεων μέ ἀπώτερο σκοπό τήν «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν», πού θά ὁδηγήσει τελικά στήν πανθρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Πάνω σέ αὐτό τό μονομερές καί συγκεντρωτικό σύστημα ἀποφάσεων ὀργανώνεται, ἐπίσης, ἡ θεμελίωση ἑνός Πρώτου -ἄνευ ἴσων- καί στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Αὐτή ἡ συγκεντρωτική τακτική ἐκφράζεται στό Κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὅπου ἀναφέρεται ὅτι: «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων»4.

Σύμφωνα μέ τόν Καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, μέ τόν τρόπο αὐτό: «ἡ Μέλλουσα νά συνέλθει Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος προδικάζει τό ἀλάθητο τῶν ἀποφάσεών της… Τό Συνοδικό Σύστημα ἀπό μόνο του δέν διασφαλίζει μηχανιστικά τήν ὀρθότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Αὐτό γίνεται μόνο, ὅταν οἱ Συνοδικοί Ἐπίσκοποι ἔχουν μέσα τους ἐνεργοποιημένο τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τήν Ὑποστατική Ὁδό, τό Χριστό δηλαδή, ὁπότε ὡς Συν-Οδικοί (ὡς αὐτοί δηλαδή πού πηγαίνουν ἐπί τῆς Ὁδοῦ πού εἶναι ὁ Χριστός, μαζί μέ τόν Χριστό) εἶναι στήν πράξη καί “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι”»5.

Αὐτό τό ἐπισκοποκεντρικό συγκεντρωτικό σύστημα εἶναι τελείως ξένο πρός τήν Ὀρθοδοξία. Τό ἴδιο ξένη, αὐθαίρετη καί παραπλανητική εἶναι ἡ ἐντύπωση, πού ἐσκεμμένα καλλιεργεῖται, ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μέ τό ὄργανο Διοίκησής της, πού εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι. Ἔχει, ἔτσι, ἐπικρατήσει ἡ συνήθεια νά ἐπαναλαμβάνουν πολλοί καί νά ἐπικαλοῦνται τήν λανθασμένη θέση «ὅ,τι πεῖ ἡ Ἐκκλησία» ἤ «ἐμεῖς θά κάνουμε ὑπακοή στήν Ἐκκλησία» ἐννοώντας τούς Ἐπισκόπους ἤ τήν Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων, ἀκόμη καί ὅταν αὐτοί φρονοῦν ἤ ἀποφασίζουν ἀντίθετα πρός τήν Ὀρθόδοξη πίστη.

Σύμφωνα μέ τόν Καθηγητή τῆς Δογματικῆς κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη «ὑπάρχει σαφής διάκριση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, -ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ- καί τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζει πράγματι τήν Ἐκκλησία, μόνον ὅμως ὑπό συγκεκριμένες καί σαφεῖς προϋποθέσεις»6.

Ὅπως παρατηρεῖ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «τήν πλήρη ἱκανότητα νά διδάσκη δέν τήν ἔχει λάβει ὁ ἐπίσκοπος ἀπό τό ποίμνιό του, ἀλλά ἀπό τό Χριστό, μέσω τῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἀλλ’ ἡ πλήρης αὐτή ἱκανότης, πού ἔχει δοθῆ σ΄ αὐτόν, εἶναι ἱκανότης τοῦ νά φέρη τή μαρτυρία τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας. Περιορίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία αὐτήν. Ἑπομένως, σέ ἐρωτήματα περί πίστεως, ὁ λαός πρέπει νά κρίνη ἀνάλογα μέ τή διδασκαλία του. Τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς παύει νά ἰσχύη, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ξεφεύγη ἀπό τό καθολικό πρότυπο, ὁπότε ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά τόν κατηγορήση ἀκόμη καί νά τόν καθαιρέση»7.

Καί ἐπισημαίνει, ἐπίσης, ὁ μεγάλος αὐτός θεολόγος, ὅτι «ὁ ἐπίσκοπος πρέπει ν΄ ἀγκαλιάση μέσα του ὅλη του τήν Ἐκκλησία· πρέπει νά ἐκδηλώση, νά φανερώση τήν ἐμπειρία καί τήν πίστι της. Δέν πρέπει νά ὁμιλῆ ἀφ’ ἑαυτοῦ ἀλλά ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας, ‟ex consensu ecclesiae”». Καί καταλήγει ὅτι «τὸ ὅλο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαληθεύη, ἤ, γιὰ νὰ εἴμαστε περισσότερο ἀκριβεῖς, τὸ δικαίωμα, καὶ ὄχι μόνο τό δικαίωμα, ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς ‟ἐπιβεβαιώσεως”. Μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἔγραφαν στὴ γνωστὴ Ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τοῦ 1848 ὅτι «ὁ λαὸς ὁ ἴδιος ἀπὸ μόνος του ὑπῆρξεν ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας»8

Ὁ Σεβασμιώτατος  Μητροπολίτης  Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ὁριοθετεῖ μέ ἀπόλυτη σαφήνεια τόν ρόλο τῶν λαϊκῶν στίς Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας: «… καί οἱ λαϊκοί εἶναι μάρτυρες τῆς ἀληθείας, εἶναι ποιμένες (ἐμμέσως) τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι συνεργοί τῶν Ποιμένων, ἀκόμα συμμετέχουν ὡς σύμβουλοι στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἐπί πλέον δέχονται ἤ ἀπορρίπτουν τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ λαός (κλῆρος καί λαϊκοί) δέν δέχθηκαν τήν ἕνωση τῶν “Ἐκκλησιῶν” πού ἔγινε στή Φερράρα-Φλωρεντία»9.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θέτει μέ ἀπόλυτη σαφήνεια τά ὅρια τῆς ὑπακοῆς τῶν πιστῶν στούς Ἐπισκόπους σέ θέματα ἀντίθετα πρός τήν πίστη μας: (μετάφραση) «Πῶς λοιπόν ὁ Παῦλος λέγει, ‘νά ὑπακοῦτε καί νά ὑποτάσσεσθε στούς προϊσταμένους σας’; Ἀφοῦ εἶπε προηγουμένως, ‘νά ἀναλογίζεσθε τήν ὅλη πορεία τῆς ζωῆς τους καί νά μιμῆσθε τήν πίστι τους’, κατόπιν πρόσθεσε, ‘νά ὑπακοῦτε καί νά ὑποτάσσεσθε στούς προϊσταμένους σας’. Τί λοιπόν θά συμβῆ, λέγει, ὅταν εἶναι κακός καί δέν τόν ὑπακοῦμε; Κακός, πῶς τό ἐννοεῖς; ἐάν εἶναι τέτοιος ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως, ἀπόφευγέ τον καί ἀπομακρύνσου ἀπ’ αὐτόν, ὄχι μόνο ἄν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλά κι’ ἄν ἀκόμη εἶναι ἄγγελος πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό· ἐάν ὅμως εἶναι κακός ὡς πρός τήν ἰδιωτική του ζωή, μήν ἀσχολῆσαι μ’ αὐτήν. …ἀφοῦ καί τό, ‘μή κρίνετε, γιά νά μή κριθῆτε’, ἀναφέρεται στόν τρόπο ζωῆς, κι’ ὄχι στήν πίστι· … Βλέπεις ὅτι ὁ λόγος δέν γίνεται γιά δόγματα, ἀλλά γιά τρόπο ζωῆς καί πράξεως;»10.

Ἀναφερόμενος, ἐπίσης, ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν «ἀνθρωπίνην διαίρεσιν» τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος σέ «πρόβατα καί ποιμένες», παρατηρεῖ: «πρόβατα καί ποιμένες πρός τήν ἀνθρωπίνην εἰσί διαίρεσιν, πρός δέ τόν Χριστόν πάντες πρόβατα καί γάρ οἱ ποιμαίνοντες καί οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ’ ἑνός, τοῦ ἄνω Ποιμένος, ποιμαίνονται»11.

Καί ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης ἔγραφε γιά τό ἴδιο ζήτημα: «Ὅσον ἀφορᾷ δέ εἰς τήν διοίκησιν καί τήν διδασκαλίαν, ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ εἶναι θεμελιώδης, ἐφ’ ὅσον οὗτος, χαρισματοῦχος ὤν καί διδακτός Θεοῦ, ἀποτελεῖ μετά τοῦ κλήρου τήν ἀγρυπνοῦσαν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις μαρτυρεῖ (κρίνει, διακρίνει, ἐγκρίνει καί ἀποδέχεται, ἤ κατακρίνει καί ἀπορρίπτει) τήν διδασκαλίαν καί τάς πράξεις τῆς ἱεραρχίας, ὡς ἀπεφάνθησαν καί οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἐν τῇ Ἐγκυκλίῳ αὐτῶν τῆς 6ης Μαΐου 1848»12.

  1. Οἱ τεχνικές τῆς ὁμάδας κρούσης τῶν Οἰκουμενιστῶν

Αὐτός ὁ λαός, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοί, ἀκόμη καί ἡ πλειοψηφία τῶν Ἐπισκόπων παραθεωρήθηκαν, παραγκωνίστηκαν, περιθωριοποιήθηκαν, ἀγνοήθηκαν καί ἐξαπατήθηκαν ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Φιμώθηκαν, λοιδορήθηκαν, ὑβρίστηκαν, χλευάστηκαν καί ἀπειλήθηκαν.

Εἶναι χαρακτηριστική καί ἄκρως ἀποκαλυπτική τοῦ πνεύματος πού κυριάρχησε σέ αὐτή τήν «Σύνοδο» ἡ μαρτυρία πού καταθέτει ἕνας ἀπό τούς συμμετέχοντες Ἐπισκόπους, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: «Τοὐλάχιστον ἐγώ προσωπικά δέχθηκα σοβαρή πίεση καί ὑβριστική ἀντιµετώπιση ἀπό Ἱεράρχες γιά τήν στάση µου, πληροφορήθηκα δέ ὅτι πιέσεις δέχθηκαν καί ἄλλοι Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας µας. Καί ἐπειδή πάντοτε ἐνεργῶ µέ ψυχραιµία, νηφαλιότητα καί ἐλευθερία, δέν µποροῦσα νά ἀποδεχθῶ τέτοιες ὑβριστικές πρακτικές»13.

Εἶναι πραγματικά πρωτοφανής ἡ ἐκστρατεία συκοφάντησης καί τρομοκράτησης, στήν ὁποία ἐπιδίδονται οἱ γνωστοί κύκλοι καθ’ ὅλο τό διάστημα πρίν, ἀλλά καί μετά τήν «Σύνοδο». Πρόκειται γιά τό γνωστό κατεστημένο, τήν ὁμάδα κρούσης, πού δρᾶ στίς παρυφές τοῦ Φαναρίου καί τῶν λοιπῶν οἰκουμενιστικῶν κέντρων, καί ἔχει ἀναλάβει ἐργολαβικά τήν ἐπιχείρηση προώθησης καί προπαγάνδισης ὅλων τῶν καινοφανῶν ἀντιλήψεων καί τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν πού εἰσβάλλουν στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι αὐτή ἡ κλειστή ὁμάδα, πού ἀποτελεῖ τόν κύριο φορέα καί ἐκφραστή μιᾶς ἐγκεφαλικῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, στοχαστικῆς, ἀλειτούργητης, ἀκοινώνητης, ἀμέτοχης στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπνευμάτιστης καί τελικά ἀθεολόγητης∙ μιᾶς θεολογίας τῶν συνεδρίων καί τῶν «ἡμετέρων», ἀποκομμένης ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα∙ μιᾶς θεολογίας δυτικότροπης, ἐκκοσμικευμένης, νεωτεριστικῆς, μεταπατερικῆς.

Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι τά μέλη αὐτῆς τῆς κλειστῆς ὁμάδας τά συναντᾶμε κάθε φορά νά ὑπερασπίζονται καί νά ἐκπροσωποῦν τίς πιό διαλυτικές καί διαβρωτικές τοῦ Ὀρθοδόξου Ἤθους καί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας ἀντιλήψεις. Προτείνουν τήν δόλια λειτουργική «ἀνανέωση», τήν μετάφραση καί ἀνάγνωση τῶν λειτουργικῶν κειμένων στήν δημοτική, τήν ἀλλαγή τοῦ χαρακτήρα (θρησκειολογοποίηση) καί τήν σταδιακή κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στά σχολεῖα.

Παρέχουν στήριξη καί προβάλλουν τά δῆθεν αἰτήματα γιά τήν «ἀναβάθμιση τῆς θέσης τῆς γυναίκας στήν Ἐκκλησία», ὥστε νά ὁδηγηθοῦμε, σταδιακά, καί στήν χειροτονία γυναικῶν, ὅπως στόν Προτεσταντισμό. Ὑποθάλπουν τίς διάφορες κινήσεις ποικίλων ὁμάδων γιά τό ὑποτιθέμενο «δικαίωμα στήν διαφορετικότητα» καί τόν ἐλεύθερο σεξουαλικό προσδιορισμό καί τήν ἀντιβιβλική κατοχύρωση τῆς ὁμοφυλοφιλίας.

Τά ἴδια αὐτά πάντα πρόσωπα -Ἐπίσκοποι, κληρικοί, ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι- τοποθετοῦνται ὡς ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν στούς Θεολογικούς Διαλόγους καί στίς Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Ἀλλά καί τά γνωστά φερέφωνα, οἱ προσκείμενοι, οἱ διαχειριστές ἱστοσελίδων, οἱ χειροκροτητές, πού κατακλύζουν τά συνέδρια, τίς ἡμερίδες, τά συμπόσια, τά διεθνῆ fora καί τό διαδίκτυο μέ ἀναρτήσεις, εἰσηγήσεις καί ἀρθρογραφία.

Καί ἀποτελεῖ πράγματι ἀπόλυτη παραδοξότητα καί καταφανή πρόκληση τό γεγονός, ὅτι αὐτοί, πού μέ τά οἰκουμενιστικά ἀτοπήματά τους ἔχουν καταστήσει προβληματική τήν θέση τους μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐγκαλοῦν τό εὐσεβές πλήρωμα καί ὅλους ὅσους ἀντιστέκονται στήν οἰκουμενιστική τους διολίσθηση. Αὐτοαναγορεύονται σέ κριτές καί τιμητές τῶν πάντων, καταλογίζουν παραβάσεις, ἀποφαίνονται γιά καθαιρέσεις καί ἐκδίδουν ἀφοριστήρια! Καλοῦν μάλιστα ὅλους ὅσους ἀρνοῦνται νά ἀπαρνηθοῦν τήν πίστη τῶν Ἁγίων μας καί τῶν Πατέρων μας «νά ἐγκαταλείψουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά ἀποτειχιστοῦν»14. Ἄς γνωρίζουν, λοιπόν, ὅτι ματαιοπονοῦν. Ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦν κάτι ἀνάλογο, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, θά διαψευσθοῦν.

Δέν ὑποκύπτουμε σέ ἀπειλές, δέν τρομοκρατούμαστε, δέν σιωποῦμε, δέν ὑποχωροῦμε, δέν ἐκχωροῦμε καί δέν τούς παραδίδουμε τά τιμαλφῆ τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Παραμένουμε, σύν Θεῷ, πιστοί καί ἀμετακίνητοι στήν Ἁγία μας Ἐκκλησία∙ παραμένουμε «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», σθεναροί καί σταθεροί στίς ἐπάλξεις τοῦ ἀγώνα ὑπέρ τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας, ἄχρι θανάτου.

Φωτεινός ὁδοδείκτης μας ὁ μεγάλος σύγχρονός μας Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης πού τόνιζε μέ προφητικό καί ἀποκαλυπτικό τρόπο: «Ἄς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί»15. Καί σέ ἄλλο σημεῖο διεκήρυσσε μέ ἀπόλυτο καί ξεκάθαρο τρόπο ὁ ἴδιος ἅγιος: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει, δέν εἶναι Ναός, πού χτίζεται ἀπό πέτρες, ἄμμο καί ἀσβέστη ἀπό εὐσεβεῖς καί καταστρέφεται μέ φωτιά βαρβάρων, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. ‘‘Καί ὁ πεσών ἐπί τόν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ’ ὅν δ’ ἄν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν’’16»17.

Β΄. ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ ΚΑΙ  ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΗ  ΕΠΙΛΟΓΗ

Βασική προϋπόθεση γιά τήν ὁποιαδήποτε ἀποτίμηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης εἶναι ὁ ἐντοπισμός τῶν ἰδιαιτεροτήτων της, πού τήν διαφοροποιοῦν πλήρως ἀπό κάθε ἄλλη Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Ἡ συγκεκριμένη «Σύνοδος» πραγματοποιήθηκε ὄχι γιά νά καταδικάσει κάποια αἵρεση, ἀλλά γιά νά παράσχει ἐκκλησιαστικότητα στίς αἱρέσεις∙ ὄχι γιά νά ἐπιλύσει κανονικά ζητήματα, ἀλλά γιά νά παραβιάσει συνειδητά τούς κανόνες καί νά λάβει ἀντικανονικές ἀποφάσεις∙ ὄχι γιά νά ἐνισχύσει καί ἀναδείξει τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά γιά νά ἐπιβάλει τήν κατασκευασμένη «ἑνότητα» μέ τούς αἱρετικούς!!

Καί ὅπως πολύ ὀρθά παρατηρεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ: «Σύνοδος ἡ ὁποία δὲν διαστέλλει «ἀναμέσον βεβήλου καὶ ἁγίου» (Ὅρος τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς), τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ πλάνη, νομιμοποιώντας ἐκκλησιαστικὰ τὴν αἵρεση, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικὰ Ὀρθόδοξη, ἀλλὰ ἐκπίπτει σὲ ψευδοσύνοδο»18.

Ἡ «Σύνοδος» δέ αὐτή ἦταν ἐξαρχῆς ἐνταγμένη στό συνολικό ἐγχείρημα γιά τήν ἀποδόμηση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἐγχείρημα αὐτό, πού ξεκίνησε, τῇ συνεργίᾳ τοῦ πονηροῦ, ἀπό τίς ἀρχές ἀκόμη τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, εἶναι πολυεπίπεδο καί καταλαμβάνει διαφόρους τομεῖς. Κινεῖται δέ σέ δύο κεντρικούς ἄξονες: α) τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους καί β) τίς Διορθόδοξες Συναντήσεις καί Διασκέψεις (πού συστηματοποιοῦνται ἀπό τό 1961 καί ἐντεῦθεν) στήν πορεία τους πρός τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο». Ἡ κοινή συνισταμένη καί τῶν δύο αὐτῶν ἀξόνων εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός.

  1. Τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός

Ὁ Οἰκουμενισμός ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰ. στόν αἱρετικό προτεσταντικό χῶρο ὡς προσπάθεια προσεγγίσεως καί συνεργασίας ὅλων τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν.

Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ., μέ ἀποκλειστική εὐθύνη καί πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Οἰκουμενισμός κυοφορεῖται, προβάλλεται καί σταδιακά ἐπιβάλλεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὡς ἡ κίνηση αὐτή, πού ἔχει στόχο της, σύμφωνα μέ τούς πρωταγωνιστές της, «τήν ἐπανένωση τῶν διηρημένων Χριστιανῶν καί τῶν ἐκκλησιῶν». Πρόκειται γιά μιά προσπάθεια «ἐπανένωσης», πού ἐπιχειρεῖται χωρίς θεολογικές προϋποθέσεις, παραβλέποντας τίς δογματικές διαφορές, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί πρακτική τῶν Ἁγ. Πατέρων, τίς ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί τούς ἱερούς Κανόνες. Μιά προσπάθεια «ἐπανένωσης» πού βασίζεται κυρίως στά «ἑνοῦντα», στά κοινά σημεῖα, θεολογικά καί μή, κοινωνικά καί πολιτικά, καί πού γιά τό λόγο αὐτό «διολισθαίνει ὅλο καί περισσότερο σέ συμβιβαστικές–συγκρητιστικές τακτικές πού ἀναιροῦν θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας»19 καί ἀναιροῦν τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

Τό «οἰκουμενιστικό ὅραμα» στήν προέκτασή του δέν περιορίζεται μόνο στήν «ἕνωση τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» (Ὀρθόδοξοι, Παπικοί, Προτεστάντες, Ἀντιχαλκηδόνιοι), ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στίς «θρησκεῖες τοῦ κόσμου». Σέ πρώτη φάση ξεκινᾶ ἀπό τίς λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκεῖες (Χριστιανισμός, Ἰουδαϊσμός, Ἰσλάμ) μέ προοπτική νά ἐπεκταθεῖ καί στίς ὑπόλοιπες (Ἰνδουισμό, Βουδισμό κ.ἄ.). Ἔχουμε, ἔτσι, ἐκτός ἀπό τόν διαχριστιανικό Οἰκουμενισμό, καί τόν διαθρησκειακό Οἰκουμενισμό.

Ὁ Οἰκουμενισμός προβάλλεται, ἐνεργεῖ καί ἐπιβάλλεται μέ τούς ὅρους, τά μέσα καί τίς πρακτικές τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἡ ἰδιαιτερότητά του σέ σχέση μέ τίς ἄλλες γνωστές αἱρέσεις πού ἔχουν ἐμφανισθεῖ, εἶναι πώς ὁ Οἰκουμενισμός περικλείει μέσα του ὅλες τίς ἄλλες αἱρέσεις, γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς χαρακτήρισε πολύ εὔστοχα τόν Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση. «Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν Παπισμό. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»20.

Ὁ Οἰκουμενισμός δέν προσβάλλει, ἁπλά καί μόνο, μία συγκεκριμένη ἀλήθεια, ἀλλά τό συνολικό οἰκοδόμημα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, χωρίς ὅμως φαινομενικά νά τό ἀμφισβητεῖ. Ἡ οὐνιτίζουσα μάλιστα διάσταση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία παγιώθηκε στίς μέρες μας, στηρίζεται σέ καθαρά νεοεποχίτικη λογική. Δέν θίγει ἐξωτερικά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τήν ἀπογυμνώνει ἀπό τόν ἀποκαλυπτικό καί σωτηριολογικό της χαρακτήρα, καθώς τήν ἐξομοιώνει μέ τήν αἵρεση, τήν ὁποία ἀναγνωρίζει ὡς μία ἄλλη ἐκδοχή τῆς ἀληθείας.

Οἱ αὐθαίρετες τακτικές καί ἐπιλογές τῶν συγχρόνων οἰκουμενιστῶν, οἱ ἀντορθόδοξες καί προδοτικές τῆς πίστεως ἐνέργειές τους συντείνουν καί ὁδηγοῦν στήν κατάλυση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τήν προώθηση καί ἐπιβολή ἑνός Πρώτου -ἄνευ ἴσων- καί στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, τήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας στούς αἱρετικούς, τήν ἐπιβολή τῆς ἰδέας τῆς ψευδοενότητος, πού θά ὁδηγήσει τελικά στήν λεγόμενη «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», μέ ἀπώτερη κατάληξη τήν πανθρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Ὅλες αὐτές οἱ προσπάθειες τῆς ἀποδόμησης τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐκβάλει θεσμικά καί κατά ἀποδεικτικό τρόπο στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ Κανονική, Ἐκκλησιολογική καί, κατά συνέπεια, δογματική ἐκτροπή τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης δέν ἦταν μόνον μία ἐσφαλμένη δογματικά ἀπόφαση∙ δέν προέκυψε ξαφνικά καί ἀναπάντεχα κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν της. Ἀντίθετα, ἀποτελοῦσε συγκεκριμένη ἐπιλογή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν δορυφόρων του∙ ἦταν μία προμελετημένη, καλά ὀργανωμένη καί μεθοδικά στοχευμένη ἐκτροπή στά πλαίσια τοῦ ἐγχειρήματος, πού περιγράψαμε παραπάνω.

  1. Ἡ προετοιμασία τῆς «Συνόδου»

Ἡ ἐπίτευξη ὅλων αὐτῶν τῶν στόχων ἀπαιτοῦσε καλά μελετημένους χειρισμούς. Γι’ αὐτό καί διήρκησε ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια ὅλη αὐτή ἡ προσπάθεια∙ ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια γεμάτα αὐθαιρεσίες, μονομερεῖς ἐνέργειες καί ἐπιβολές∙ γεμάτα τακτικισμούς, μεθοδεύσεις, ἴντριγκες, μηχανορραφίες∙ γεμάτα ἀδιαφάνεια, μυστικοπάθεια, ἀπειλές, ἐκφοβισμούς καί ἐκβιασμούς.

Μέ τέτοιες πρακτικές προετοιμάζονται καί ὁλοκληρώνονται, ἐδῶ καί ἕναν αἰώνα, -βῆμα πρός βῆμα- ὅλες οἱ ἀπαιτούμενες κινήσεις, ὥστε νά λάβει πανορθόδοξο κῦρος καί ἀναγνώριση ἡ οἰκουμενιστική ἐκτροπή τοῦ Φαναρίου, πού ξεκίνησε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά καί χωρίς κανένα ἀπολύτως θεολογικό ἔρεισμα.

Οἱ Πατριαρχικές ἐγκύκλιοι τοῦ 1902, 1904 καί 1920 μετέβαλαν καθοριστικά τήν στάση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν τῆς Δύσεως, ἀνατρέποντας ριζικά καί καταπατώντας τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.

«Αὐτό πού αἰφνιδιάζει», παρατηρεῖ ὁ π. Γ. Μεταλληνός, «εἶναι ἡ χρησιμοποιούμενη στό κείμενο αὐτό γλώσσα. Χωρίς καμμία, καί στό ἐλάχιστο, κίνηση ἐπιστροφῆς τοῦ προτεσταντικοῦ κόσμου στήν ἐκκλησιαστικότητα, καί ἐνῶ 32 χρόνια πρίν εἶχε δογματισθεῖ τό παπικό ἀλάθητο στήν Α΄ Βατικανή (1870), οἱ χριστιανικές αἱρέσεις τῆς Δύσεως καλοῦνται ‘αἱ δύο μεγάλες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδες’»21.

Ἡ Πατριαρχική ἐγκύκλιος τοῦ 1902 ἐστάλη πρός ὅλες τίς Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ζητοῦσε τίς ἀπόψεις τους γιά τήν δυνατότητα προσεγγίσεως μέ τούς παπικούς. Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἦταν ἀρνητικές ὡς πρός αὐτή τήν δυνατότητα. Παρά τήν ἀρνητική αὐτή ἀπάντηση, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐπανέρχεται μέ τήν νέα ἐγκύκλιό του τό 1920 «πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» «φρονοῦσα ὅτι ἡ τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν προσέγγισις πρός ἀλλήλας καί κοινωνία οὐκ ἀποκλείεται ὑπό τῶν ὑφισταμένων μεταξύ αὐτῶν δογματικῶν διαφορῶν»22.

Τά κριτήρια πού τίθενται ἀπό πλευρᾶς Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γι’ αὐτή τήν «προσέγγιση» εἶναι ἀποκλειστικά κοινωνικά καί πολιτικά. Κάθε θεολογική ἀναφορά ἀπουσιάζει καί ὁ θεολογικός λόγος παραχωρεῖ τήν θέση του στήν κοινωνική πολιτική καί διπλωματία. Ὡς βασική ἀναγκαιότητα πού ἐπιβάλλει τόν οἰκουμενικό διάλογο καί τήν «συνεργασία τῶν ἐκκλησιῶν» ὁρίζονται τά δεινά πού προκάλεσε ὁ πρόσφατος τότε πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος.

Παρά τήν παντελή ἔλλειψη θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος προτείνει τήν σύσταση τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» -πρόδρομο τοῦ ΠΣΕ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν)- στά πρότυπα τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν», πού μόλις εἶχε ἱδρυθεῖ. Διατυπώνει δέ ἕντεκα βασικά σημεῖα βάσει τῶν ὁποίων θά οἰκοδομηθοῦν οἱ ἀπαραίτητες καλές σχέσεις καί ἡ φιλία μεταξύ τῶν «ἐκκλησιῶν». Εἶναι χαρακτηριστικό καί ἀποκαλυπτικό τῶν προθέσεων καί τῶν μεθοδεύσεων πού ὑπῆρχαν τό γεγονός ὅτι τά ἕντεκα αὐτά σημεῖα ἀπετέλεσαν τίς βασικές «σταθερές» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀκολουθήθηκαν -βῆμα πρός βῆμα- μέ ἀπόλυτη πιστότητα μέχρι καί τίς μέρες μας. Κάθε φορά δέ πού ἕνα ἀπό αὐτά τά βήματα ὁλοκληρώνεται, ξεκινᾶ ἡ προετοιμασία γιά τήν πραγματοποίηση καί τοῦ ἑπόμενου. Τά σημεῖα αὐτά περιγράφονται στήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο ὡς ἑξῆς:

«α) διά τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου πρός ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπό πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, β) διά τῆς ἀνταλλαγῆς ἀδελφικῶν γραμμάτων κατά τάς μεγάλας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἐνιαυτοῦ ἑορτάς, ἐν αἷς εἴθισται, καί ἐν ἄλλαις ἐκτάκτοις περιστάσεσι, γ) διά τῆς οἰκειοτέρας συσχετίσεως τῶν ἑκασταχοῦ εὑρισκομένων ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, δ) διά τῆς ἐπικοινωνίας τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καί τῶν ἀντιπροσώπων τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης καί διά τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν ἑκάστῃ Ἐκκλησίᾳ ἐκδιδομένων θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν περιοδικῶν καί συγγραμμάτων, ε) διά τῆς ἀποστολῆς νέων χάριν σπουδῶν ἀπό τῆς μιᾶς εἰς τάς σχολάς τῆς ἄλλης Ἐκκλησίας, στ) διά τῆς συγκροτήσεως παγχριστιανικῶν συνεδρίων πρός ἐξέτασιν ζητημάτων κοινοῦ πάσαις ταῖς Ἐκκλησίαις ἐνδιαφέροντος, ζ) διά τῆς ἀπαθοῦς καί ἐπί τό ἱστορικώτερον ἐξετάσεως τῶν δογματικῶν διαφορῶν ἀπό τῆς ἕδρας καί ἐν ταῖς συγγραφαῖς, η) διά τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ τῶν κρατούντων ἐν ταῖς διαφόροις Ἐκκλησίαις ἠθῶν καί ἐθίμων, θ) διά τῆς παροχῆς ἀμοιβαίων εὐκτηρίων οἴκων καί κοιμητηρίων διά τάς κηδείας καί τήν ταφήν τῶν ἐν τῇ ξένῃ ἀποθνησκόντων ὀπαδῶν τῶν ἑτέρων Ὁμολογιῶν, ι) διά τοῦ διακανονισμοῦ μεταξύ τῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν τοῦ ζητήματος τῶν μικτῶν γάμων, ια) διά τῆς πρόφρονος τέλος ἀμοιβαίας ὑποστηρίξεως τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τοῖς ἔργοις τῆς θρησκευτικῆς ἐπιρρώσεως, τῆς φιλανθρωπίας καί τοῖς παραπλησίοις»23.

Ὅλο αὐτό τό ἐγχείρημα, λοιπόν, πού ὀργανώθηκε καί ξεκίνησε τίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἡ μετάλλαξη, δηλαδή, τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, πού ἔκτοτε καλλιεργήθηκε καί ἑδραιώθηκε συστηματικά, ἀποζητοῦσε καί ἐπεδίωκε, ἐπί ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια, τήν πανορθόδοξη θεσμική κατοχύρωσή της, ὥστε νά προβάλλεται καί νά χρησιμοποιεῖται ἀπό τούς οἰκουμενιστές ὡς πανορθόδοξη ἀπόφαση. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν θεσμική καταξίωση παρεῖχε ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης: προσέδωσε ἐκκλησιαστικότητα στίς αἱρέσεις, τίς ἀναγνώρισε, δηλαδή, ὡς «Ἐκκλησίες».

Πρόκειται οὐσιαστικά γιά τήν ἐκτέλεση ἑνός προσυμφωνημένου συμβολαίου, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὅλα ὅσα διαδραματίστηκαν στήν διάρκεια τῶν ἑκατό αὐτῶν χρόνων ἦταν σέ ἀπόλυτη συμφωνία καί στενή συνεργασία μεταξύ Φαναρίου καί Βατικανοῦ καί ἐνταγμένα στά γενικά πλαίσια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.

Ἡ ἐκκλησιολογική μετάλλαξη μέ τήν θέσπιση μίας νέας ἐκκλησιολογίας, πού θά παρέχει ἐκκλησιαστικότητα στίς αἱρέσεις, θά τίς ἀναγνωρίζει δηλαδή ὡς «Ἐκκλησίες», ἦταν, ἤδη, προαποφασισμένη καί προσυμφωνημένη. Ἐξίσου προαποφασισμένη καί προσυμφωνημένη εἶναι καί ἡ τόσο προβαλλόμενη καί πολυδιαφημιζόμενη «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν». Παρουσιάζονται, ὅμως, καί κοινοποιοῦνται τμηματικά καί μέ προσεκτικά βήματα, ὥστε νά μήν ὑπάρχουν πολλές καί μεγάλες ἀντιδράσεις ἀπό τό ὀρθόδοξο πλήρωμα καί νά ἀφομοιώνονται πιό εὔκολα ἀπό τούς ἀνυποψίαστους πιστούς.
Στίς γραμμές πού θά ἀκολουθήσουν, θά ἐπιχειρήσουμε, ἐντελῶς συνοπτικά, νά ἐκδιπλώσουμε καί νά παρουσιάσουμε ἕναν-ἕναν τούς κρίκους αὐτῆς τῆς ἁλυσίδας, πού ἐδῶ καί ἕναν αἰώνα -μεθοδευμένα καί συστηματικά- περισφίγγει ἀπειλητικά τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία.

  1. Οἱ πρῶτες ἀπόπειρες γιά τήν σύγκληση Πανορθόδοξης Συνόδου

Ἡ πρώτη ἀπόφαση γιά τήν σύγκληση τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» λήφθηκε τό 1923 στό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῶ ἀπουσίαζε ἡ πλειοψηφία τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐπί πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη, ὁ ὁποῖος, βέβαια, εἶναι γνωστός γιά τόν τεράστιο καί ἀνεπανόρθωτο διχασμό πού προκάλεσε στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν κατάφωρα παράνομη ἀπόφαση καί ἐπιβολή τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου.

Τότε ξεκίνησε καί ἡ κατάρτιση τοῦ καταλόγου μέ τά θέματα τῆς Συνόδου. Ἀρχική ἐπιδίωξη ἦταν νά πραγματοποιηθεῖ μία νέα «Οἰκουμενική Σύνοδος» τό 1925, μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο 1600 ἐτῶν ἀπό τήν πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Νίκαια τό 325. Αὐτό τελικά δέν κατέστη ἐφικτό καί εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς ἀσυμφωνίας καί τῶν ἀντιρρήσεων πού ὑπῆρχαν ἀνέκαθεν γιά τήν συγκεκριμένη Σύνοδο. Ἡ σύγκληση τῆς Συνόδου συζητήθηκε, ἐκ νέου, στά πλαίσια τῆς «Προκαταρκτικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», τό 1930 στό Ἅγιον Ὄρος, χωρίς καί πάλι νά ὑπάρξει κάποιο ἀποτέλεσμα.
Ἡ εἴσοδος στό δεύτερο μισό τοῦ 20οῦ αἰώνα ἐπέφερε μία κατακόρυφη αὔξηση καί μία ἰδιαίτερη ἄνθηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού συνδέεται μέ συγκεκριμένα πρόσωπα καί γεγονότα.

Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) τό 1948 καί τήν ἀναρρίχηση στούς θρόνους τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως δύο ἀνδρῶν μέ προϊστορία καί προσωπική γνωριμία μεταξύ τους, μέ κοινούς στόχους καί κοινή ἐπικοινωνιακή τακτική. Ὁ Καρδινάλιος Angelo Roncalli ἐκλέγεται Πάπας τό 1958, γνωστός ὡς Πάπας Ἰωάννης ΚΓ΄ καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρας ἐκλέγεται Οἰκουμενικός Πατριάρχης τό 1948.

Τήν ἴδια ἀκριβῶς περίοδο ἔχουμε τήν ἐμπλοκή τῆς πολιτικῆς, καί ἰδιαίτερα τοῦ ἀμερικανικοῦ παράγοντα, στά ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Εἶναι ἡ ἐποχή πού κορυφώνεται ὁ Ψυχρός Πόλεμος καί οἱ ΗΠΑ ἐνισχύουν ἐνεργά τό Φανάρι ὡς τό ἀντίπαλον δέος στήν ἐπιρροή πού ἐπιθυμοῦν νά ἀσκήσουν οἱ Σοβιετικοί, μέσω τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, στίς ὁμόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Στό πλαίσιο αὐτό οἱ δυτικές Κυβερνήσεις ὑποστηρίζουν καί ἐνισχύουν τόν «οἰκουμενικό διάλογο» καί τίς προσπάθειες γιά τήν «σύσφιγξη τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως».

Τό 1948 ἀνατρέπεται βίαια ἀπό τόν Οἰκουμενικό Θρόνο ὁ Πατριάρχης Μάξιμος ὁ Ε΄, καθώς τοῦ ἀποδόθηκαν φιλορωσικά αἰσθήματα καί κινήσεις. Οἱ ΗΠΑ ἀποφασίζουν νά δράσουν ἀποφασιστικά καί ἐπιθυμοῦν νά ἐγκαταστήσουν στό Φανάρι ἕνα ἰσχυρό πρόσωπο τῆς ἐμπιστοσύνης τους, ἱκανό νά ἀνταποκριθεῖ στίς ἀνάγκες πού προαναφέραμε καί νά ἐκπληρώσει τούς συγκεκριμένους στόχους.

Ἐν ὄψει τῆς ἐκλογῆς νέου Πατριάρχη, ἡ τουρκική κυβέρνηση διαγράφει ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν κατάλογο ὑποψηφίων κι αὐτό γιατί, μέ τήν σύμφωνη γνώμη καί τῆς ἑλληνικῆς καί τῆς ἀμερικανικῆς κυβέρνησης, ἐκλεκτός ὑποψήφιος ἦταν ὁ Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρας.

  1. Ἡ ἐπιβολή «Πρώτου» καί στήν Ὀρθοδοξία

Ἔκτοτε, οἱ ΗΠΑ παρέχουν -ὡς μέσο ἐξουδετέρωσης τοῦ ρωσικοῦ παράγοντα ἐπιρροῆς- τήν ὑποστήριξή τους στήν πάγια ἐπιδίωξη τοῦ Φαναρίου γιά τήν ἐγκαθίδρυση τοῦ Πρωτείου του στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Τό ὅλο ζήτημα προβάλλεται συστηματικά ἀπό κορυφαίους ἐκπροσώπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ Μητροπολίτης Προύσης Ἐλπιδοφόρος μάλιστα ἔφτασε μέχρι τό σημεῖο νά καταδικάζει ὡς αἱρετικούς ὅσους δέν ἀποδέχονται τήν ἐπιβολή τοῦ Πρωτείου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνός πρωτείου τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐνσαρκώσει παρά κάποιος Πρῶτος –τοὐτέστι κάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό προνόμιο νά εἶναι ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων– συνιστᾷ αἵρεση. Εἶναι ἀπαράδεκτο αὐτό πού συνήθως λέγεται ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων διασφαλίζεται εἴτε ὑπό μιᾶς κοινῆς πίστεως καί λατρείας εἴτε ὑπό τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί οἱ δύο αὐτοί παράγοντες εἶναι ἀπρόσωποι, ἐνῷ στήν ὀρθόδοξη θεολογία μας ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητάς μας εἶναι πάντοτε ἕνα πρόσωπο. Πράγματι, ὅπως στό ἐπίπεδο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητας δέν εἶναι ἡ θεία οὐσία, ἀλλά τό πρόσωπο τοῦ Πατρός (ἡ «μοναρχία» τοῦ Πατρός), ἔτσι καί στό ἐκκλησιολογικό ἐπίπεδο, στήν τοπική ἐκκλησία, τό σημεῖο τῆς ἑνότητας δέν εἶναι τό πρεσβυτέριο ἤ ἡ κοινή λατρεία τῶν χριστιανῶν, ἀλλά τό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου. Ἑπομένως, ἐπί πανορθοδόξου ἐπιπέδου ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητας δέν μπορεῖ νά στηρίζεται ἐπί μιᾶς ἰδέας ἤ ἑνός θεσμοῦ, ἀλλά πρέπει νά εἶναι κάποιο πρόσωπο, ἄν βέβαια θέλουμε νά παραμείνουμε συνεπεῖς στή θεολογία μας»24.

Εἶναι ἐμφανές πώς οἱ ἀπόψεις αὐτές τοῦ Μητροπολίτη Προύσης ἀναπαράγουν τήν θεολογία τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου περί προσώπου. Σύμφωνα μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου «ἡ ὅλη προβληματική περί τοῦ προσώπου ἀποτελεῖ, χωρίς νά κινδυνολογῶ, μιά αἵρεση, συνέχεια τοῦ ἀρειανισμοῦ, τοῦ μονοθελητισμοῦ καί εἶναι ἐπηρεασμός ἀπό τήν ὑπαρξιστική φιλοσοφία…»25. «Ἡ Ἐκκλησία, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, εἶναι Σῶµα Χριστοῦ, ἡ βάση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Χριστοκεντρική καί ὄχι Τριαδοκεντρική, ἀφοῦ ὁ Χριστός ”ὁ εἷς τῆς Τριάδος” ἐνηνθρώπησε, δηλαδή προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν θέωσε.

Ὅταν χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία ”εἰκών” ἤ ”κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”, τότε ἀπό αὐστηρῆς θεολογικῆς πλευρᾶς γίνεται σύγχυση µεταξύ θεολογίας καί οἰκονοµίας καί σύγχυση µεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ. Ἐπί πλέον, στήν διατύπωση τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐµφαίνονται πολλοί προβληµατισµοί ὡς πρός τόν συσχετισµό µεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωµάτων τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος!!!»26.

Εἶναι, ἄλλωστε, χαρακτηριστικό ὅτι μέ τήν θεολογία του περί προσώπου καί περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τήν χρήση αὐτῆς τῆς θεολογίας γιά τήν ὑποστήριξη τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Πρωτείου, ὁ Μητροπολίτης Περγάμου ξεπέρασε ἀκόμη καί τούς παπικούς θεολόγους! Στήν Συνεδρία τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2014, ἐξέπληξε ἀκόμη καί τούς παπικούς ἀντιπροσώπους. «Οἱ τελευταῖοι στά διαλείμματα τῶν συνεδριάσεων [τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου] ἀπελογοῦντο στούς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί δήλωναν ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ποτέ δέν στήριξε τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα στά ἐπιχειρήματα πού ἐξέθεσε ὁ Μητροπολίτης Περγάμου! Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί σημείωσαν ὅτι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Πάπας εἶναι διάδοχος στήν ἐξουσία ἐπί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πέτρου, ἀλλά ὅτι ποτέ δέν ἐξέφρασαν τήν ἄποψη ὅτι ὁ Πάπας εἶναι, κατ’ ἀναλογίαν, στήν θέση τοῦ Θεοῦ Πατρός στήν Ἁγία Τριάδα, θέση πού ὑποστήριξε γιά τόν Ρώμης καί γιά τόν Κωνσταντινουπόλεως ὁ Μητροπολίτης Περγάμου!…»27.

Δυστυχῶς, οἱ ἀπόψεις τοῦ ΜητροπολίτηΠεργάμου περιλαμβάνονται καί στό Κείμενο τῆς Ἐγκυκλίου τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης καί στό Κεφάλαιο I «Ἡ Ἐκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος». Σκοπός, ἄλλωστε, ἐξαρχῆς τῆς «Συνόδου» ἦταν, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί ἡ καθιέρωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὡς Πρώτου, ἄνευ ἴσων, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ μονομερεῖς, ἄλλωστε, ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στά θέματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ παραμερισμός, ἡ ὑποτίμηση, ἡ ὑποβάθμιση καί ὁ παραγκωνισμός ὅλων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, δημιούργησαν καί καθιέρωσαν de facto τήν ὑπεροχική αὐτή θέση τοῦ Φαναρίου. Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Φαναρίου, ἀκολουθώντας παγίως μία μονομερή τακτική καί ἐπιβάλλοντας κάθε φορά τίς δικές τους ἐπιλογές καί ἀποφάσεις ὑπερέβησαν συστηματικά καί ἐξακολουθητικά τόν συντονιστικό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στούς Θεολογικούς Διαλόγους καί τίς Διορθόδοξες Διασκέψεις. Προκάλεσαν, ἔτσι, τήν δίκαιη ἀντίδραση ἐκ μέρους τῶν ὑπολοίπων Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἀνατρέχοντας καί πάλι στό παρελθόν, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προέβαλε πάντοτε σθεναρή ἀντίσταση ἔναντι τῶν ἐπιβουλῶν τοῦ Φαναρίου καί ἀρνεῖτο νά ἀποδεχθεῖ καί νά ἀναγνωρίσει τήν μονοκρατορία, πού αὐτό ἐπεδίωκε νά ἐγκαθιδρύσει ἔναντι τῶν ἄλλων Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἀρνεῖτο, δηλαδή, νά ἀναγνωρίσει τήν ἐπιβολή ἑνός Πρώτου, ὄχι μεταξύ ἴσων, ἀλλά ἄνευ ἴσων∙ τήν ἐπιβολή ἑνός Πρωτείου ἐξουσίας καί ὄχι Πρωτείου τιμῆς μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τήν σφοδρή ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν σπουδή τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα νά συγκαλέσει ἐσπευσμένα τήν Πανορθόδοξη Διάσκεψη τό 1963 καί τήν προσπάθειά του γιά τήν ἐγκαθίδρυση τῆς πρωτοκαθεδρίας του ἔναντι τῶν ὑπολοίπων Ὀρθοδόξων.

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «κατεδίκασεν ὁμοφώνως τόν ἔξω πάσης Κανονικῆς δεοντολογίας τρόπον, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ συγκρότησις τοῦ περί οὗ πρόκειται Διορθοδόξου Συνεδρίου, κωλυομένη ἐκ τῶν Ἱ. Κανόνων νά ἀναγνωρίσῃ μονοκρατορίαν, εἰς οἱονδήποτε τῶν Πρωτοκαθέδρων Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας»28. Ἀπευθυνόμενη δέ πρός τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα τοῦ δηλώνει ὅτι «ἀπέληξεν εἰς τήν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ὅπως μή μετάσχῃ τῆς ὑπό τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καί μόνον ἀποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ἧς αἱ ἐπιπτώσεις θέλουν ἀσφαλῶς κατεργασθῆ τήν καταρράκωσιν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας ἡμῶν»29.

  1. Ἡ πατριαρχία Ἀθηναγόρα – συμφωνία γιά τήν «ἕνωση»

Ἡ πατριαρχία Ἀθηναγόρα, τά ἀναπάντεχα καί ἀνεξέλεγκτα οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα, ἡ ἀνείπωτη καί ἀχαρακτήριστη περιφρόνηση καί καταπάτηση τῶν κανόνων καί τῆς τάξης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ παράτολμη καί καθ’ ὅλα ὑπερβολική, «ἄνευ ὅρων καί ὁρίων», σύμφωνα μέ τόν ἴδιο, προσέγγισή του πρός τούς παπικούς, ἡ ἀνεκδιήγητη ἱλαροτραγωδία καί ἡ ἀκατάσχετη ἀγαπολογία στίς συναντήσεις μαζί τους, τά ἐπικοινωνιακά τεχνάσματα καί ὁ πόλεμος τῶν ἐντυπώσεων, ἦταν μία διαρκής πρόκληση γιά τό ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί, ὅπως ἦταν φυσικό, δέν εἶχε σέ καμμία περίπτωση τήν συγκατάθεση τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Μέσα στήν συνολική πληθωρική οἰκουμενιστική του δραστηριότητα ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἦταν ἑπόμενο νά ἐντάξει τήν ἀνακίνηση τῶν διαδικασιῶν γιά τήν σύγκληση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. Ἀναδεικνύεται, ἔτσι, μέ τόν πλέον ἐμφαντικό τρόπο, ἡ ἄμεση συνάρτηση τῆς λεγόμενης Μεγάλης Συνόδου μέ τούς στόχους καί τίς ἐπιδιώξεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Μέ τήν ἀναρρίχησή του στόν Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ξεκίνησε ἐπίσημες καί μυστικές ἐπαφές μέ τό Βατικανό. «Ὁ Ἀθηναγόρας ἐπί συνεχῆ ἔτη διαπραγματεύεται παρασκηνιακῶς μέ τό Βατικανό τήν συνάντησί του μέ τόν Πάπα.

Διαμεσολαβητής εἶναι ὁ Ρουμάνος Ἀρχιμανδρίτης Σκρίμα, διαπρεπής θεολόγος, καί διάφορες προσωπικότητες τοῦ καθολικοῦ κόσμου»30.
Οἱ στενές σχέσεις καί οἱ ἐπαφές, πού εἶχε ἀναπτύξει ἀπό ἐτῶν μέ τόν Καρδινάλιο Angelo Roncalli, μετέπειτα Πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄, εἶχαν ὁδηγήσει σέ ἀποφάσεις γιά τήν προώθηση, ἀπό κοινοῦ, τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν».

Γιά τόν Πάπα Ἰωάννη «ἡ ἕνωσις θά εἶναι ἕνωσις καρδιῶν. Ἕνωσις προσευχῆς. Ἕνωσις – καρπός ἀναζητήσεως τοῦ ἑνός ὑπό τοῦ ἄλλου»31 καί θά πρέπει νά στηριχθεῖ στίς ἀρχές τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. «Ἐάν δέν ἐπικρατήση τό σύνθημα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως: ἐλευθερία, ἰσότης, ἀδελφότης, οὔτε εἰρήνη θά ὑπάρξη μεταξύ τῶν ἐθνῶν, οὔτε ἕνωσις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν»32.

Τήν μυστική αὐτή ἀπόφαση μεταξύ Φαναρίου καί Βατικανοῦ γιά τήν προώθηση τῆς «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀκολούθησαν συγκεκριμένες κινήσεις καί πρωτοβουλίες μέ τεράστιο συμβολικό καί ἐπικοινωνιακό χαρακτήρα. Πρόκειται γιά τήν πολύκροτη συνάντηση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα μέ τόν μετέπειτα Πάπα Παῦλο ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα τό 1964. Ἦταν πραγματικά μία πρωτόγνωρη καί ἀναπάντεχη ἀπόφαση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, πού ἀνέτρεψε μέσα σέ μιά στιγμή κάθε δεδομένο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἱερούς Κανόνες, συνοδικότητα, ἁγιοπατερική παράδοση, δογματική καί ἐκκλησιαστική συνείδηση καί τόσα ἄλλα. Καί νά σκεφτεῖ κανείς πώς ἐπρόκειτο γιά ἀποφάσεις ἑνός καί μόνο ἀνδρός, χωρίς καμμία προηγούμενη πανορθόδοξη ἀπόφαση ἐπ’ αὐτῶν! «Αἱ ἄνω ἀπόψεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου… ἐδημιούργησαν παρά τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀλγεινήν ἐντύπωσιν… Τό ἀποφασιστικόν τοῦτο καί ἀπρόοπτον βῆμα τοῦ Πατριαρχείου, ἔδει νά καταστῇ ἀντικείμενον κοινῆς συσκέψεως καί ἀποφάσεως τῶν κατά τόπους ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»33, κατήγγειλε καί πάλι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ συνάντηση Πάπα-Πατριάρχη ἐπένδυσε συστηματικά στήν δύναμη τῆς εἰκόνας, τοῦ συμβολισμοῦ καί τῶν ἐντυπώσεων. Ἐπικοινωνιακή τακτική, πολύκροτες δηλώσεις καί μιά ἀκατάσχετη ἀγαπολογία κυριάρχησε στήν διαβόητη συνάντηση ἔτσι, ὅπως μᾶς τήν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Ταυτόχρονα, ὅμως, περιελάμβανε καί ἰδιαίτερες συναντήσεις καί τήν σύναψη μυστικῶν συμφωνιῶν μεταξύ Πάπα καί Πατριάρχη: «Ἐπήγαμε οἱ δύο μας χέρι μὲ χέρι εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ εἴχαμεν μίαν μυστικὴν ὁμιλίαν οἱ δύο μας. Τί εἴπαμεν; Ποιὸς ξέρει τί λέγουν δύο ψυχὲς ὅταν ὁμιλοῦν! Ποιὸς ξέρει τί λέγουν δύο καρδίαι, ὅταν ἀνταλλάσσουν αἰσθήματα!… Τί εἴπαμεν; Ἐκάμαμε κοινὸν πρόγραμμα, μὲ ἰσοτιμίαν ἀπόλυτον, ὄχι μὲ διαφοράν»34.

Αὐτό τό «κοινό πρόγραμμα» ἐφαρμόζεται σταδιακά -βῆμα πρός βῆμα- μέχρι καί σήμερα. Ἡ «ἕνωση» εἶναι προδιαγεγραμμένη καί προαποφασισμένη ἀπό τότε. Ὑπῆρξε σαφής συμφωνία γιά «ἕνωση στό κοινό ποτήριο», ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποκαλύπτεται ὅτι αὐτή ἦταν ἡ ἀρχική ἐπιθυμία τῶν δύο μερῶν. «Καὶ εἴπαμεν ὅτι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ὁδὸν εἰς Ἐμμαούς», συνεχίζει στήν περιγραφή του ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, «καὶ πηγαίνομεν νὰ μᾶς συναντήση ὁ Κύριος ἐν τῷ κοινῷ ἁγίῳ Ποτηρίῳ. Ὁ Πάπας ἀπαντῶν μοῦ προσέφερε ἅγιον Ποτήριον. Δὲν ἤξευρεν ὅτι ἐγὼ θὰ μιλοῦσα δι’ Ἅγιον Ποτήριον, οὔτε ἤξερα ὅτι θὰ μοῦ προσέφερεν Ἅγιον Ποτήριον! Τί εἶναι; Συμβολισμὸς τοῦ μέλλοντος»35.

Αὐτή ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» ἐπιχειρήθηκε μέ τήν περίφημη «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» μεταξύ Βατικανοῦ καί Φαναρίου, πού πραγματοποιήθηκε στά τέλη τοῦ 1965, μέ μονομερή ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Χαρακτηριστική ἦταν ἡ ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία «μέ πολλήν δυσμένειαν ἐπληροφορήθη τήν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παν. Ἀθηναγόρα. Οὐδείς ἔχει τό δικαίωμα νά προβαίνῃ εἰς παρομοίας πράξεις. Τό δικαίωμα ἔχει μόνον ὁλόκληρος ἡ Ὀρθοδοξία»36.

Στό λατινικό μάλιστα κείμενο τῆς «ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων» ὑπάρχει ὁ ὅρος excommunicatio=ἀκοινωνησία, ὁ ὁποῖος στήν ἐπίσημη μετάφραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μεταφράζεται ὡς «ἀναθέματα»37. Τό κείμενο, δηλαδή, μιλοῦσε γιά «ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας». Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ μακαριστός πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Ρωμανίδης, «οἱ New York Times μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελίαν τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρσιν τοῦ excommunicatio (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τήν πρώτην σελίδα, ὡς τό τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καί ὡς τήν ἐπανέναρξιν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας πού εἶχε τότε δῆθεν διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς ὅτι τό Ἑλληνικόν κείμενον πού ἀναγγέλλει τήν ”ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων” ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»38.

Ἐπιβεβαιωτικό τῆς συμφωνίας πού εἶχε ἐπέλθει γιά τήν ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας εἶναι καί τό γεγονός ὅτι «ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ πρίν ἐπισκεφθεῖ τό Φανάρι (30-11-1979)… ἐξέφρασε τή βεβαιότητά του ὅτι ἡ ἑνότητα ἔχει ἀποκατασταθεῖ στήν πράξη (In Tat war der wiederhesteung der Einheit der Christen)»39.

Αὐτή ἦταν καί ἡ βαθειά πεποίθηση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὅτι ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» δέν θά ἀργοῦσε νά ἔλθει καί ὅτι τήν «ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανῶν» θά ἀκολουθοῦσε καί ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν θρησκειῶν, ἡ πανθρησκεία, δηλαδή, τῆς Νέας Ἐποχῆς. «Πιστεύω, ὅτι θὰ ἔλθη. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔλθη, διότι ἤδη ἔρχεται. Διότι ἤδη εἰς τὴν Ἀμερικὴν μεταλαμβάνετε πολλοὺς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ποτήριον καὶ καλὰ κάνετε! Καὶ ἐγὼ ἐδῶ, ὅταν ἔρχωνται Καθολικοὶ ἤ Προτεστάνται καὶ ζητοῦν νὰ μεταλάβουν, τοὺς προσφέρω τὸ Ἅγιον Ποτήριον! Καὶ εἰς τὴν Ρώμην τὸ ἴδιο γίνεται καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἤδη ἔρχεται μοναχό του. Ἀλλὰ δὲν κάνει νὰ ἔλθη ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς. Πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Ἱεραρχία καὶ ἡ Θεολογία. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν προσπαθοῦμε νὰ ἔχωμεν καὶ θεολόγους μαζί, διὰ νὰ ἔλθη αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονός, τοῦ Παγχριστιανισμοῦ. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονός, θὰ ἔλθη μίαν ἡμέραν τὸ ὄνειρόν μας τῆς Πανανθρωπότητος»40.

Εἶναι χαρακτηριστικό πώς ὅ,τι ἀποφασίστηκε στίς μυστικές συναντήσεις καί ἐπαφές τῶν ἀντιπροσωπειῶν τῶν δύο πλευρῶν (Βατικανοῦ καί Φαναρίου) τό συναντοῦμε νά ἀναπτύσσεται ὡς σχεδιασμός καί νά ἐφαρμόζεται σταδιακά μέσα ἀπό ἀνάλογες ἐπιλογές καί πρακτικές. Αὐτό δηλώνεται ἀπό ὅλους τούς ὑπέρμαχους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἐπιβε-βαιώνουν πώς «πράγματι οἱ ἀρχηγοί τῶν Ἐκκλησιῶν μας τίς τελευταῖες δεκαετίες, μέχρι καί τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, δέν ἐκφράζουν μόνον μέ λόγια τήν θέλησή των πρός ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Κυρίου πρός ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά προβαίνουν καί σέ συγκεκριμένες ἐλπιδοφόρες καί ἀδελφικές πράξεις μέ πλήρη ἀγάπη καί ἀλληλοεκτίμηση, πράξεις, οἱ ὁποῖες ἀποδεικνύουν τήν πραγματική καί εἰλικρινή θέλησή των»41.Ἡ ἀνάγκη «νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Ἱεραρχία καὶ ἡ Θεολογία»42, τήν ὁποία διαπιστώνει ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἔπρεπε νά δρομολογηθεῖ καί νά ὁλοκληρωθεῖ, ὥστε ἡ ἀπόφαση γιά τήν «ἕνωση» νά ὑλοποιηθεῖ λαμβάνοντας καί θεσμικό χαρακτήρα, νά ἐπικυρωθεῖ, δηλαδή, ἀπό Πανορθόδοξο Σύνοδο.
Γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καί παράλληλα μέ τόν «διάλογο τῆς ἀγάπης» εἶχε σχεδιασθεῖ ἡ σύγκληση μίας «Μεγάλης Συνόδου» ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί μία ἀπό τούς Παπικούς. Οἱ δύο αὐτές «Σύνοδοι» ἦταν ἀπαραίτητες γιά νά θεσμοθετήσουν τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις καί τίς ἀλλαγές πού ἔπρεπε νά ἐπέλθουν, ὥστε νά προχωρήσει ἡ «ἕνωση».

Στόν χῶρο τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ἔχουμε τήν ἐξαγγελία, προετοιμασία καί πραγματοποίηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου. Στήν Ὀρθόδοξη πλευρά ἀκολουθήθηκε ἡ διαδικασία τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων ὡς στάδια στήν προπαρασκευή τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου».

Σέ μυστικές συναντήσεις του μέ ἐκπροσώπους τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ Πάπας Ἰωάννης ΚΓ΄ ἀποκαλύπτει τίς προθέσεις τοῦ Βατικανοῦ ἐν ὄψει τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου πού ἐπρόκειτο νά ξεκινήσει τίς ἐργασίες της. «Σκοπός τῆς νέας Συνόδου εἶναι ἡ ἐπανένωσις τῆς Ἐκκλησίας»42, δηλώνει. Στίς 25 Ἰανουαρίου 1959 ἐξαγγέλλεται ἡ πραγματοποίηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου. Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου πραγματοποιοῦνται σέ 178 συνεδριάσεις καί διαρκοῦν τέσσερα ἔτη (1962-1965).

Τό 1961, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο συγκαλεῖ στήν Ρόδο τήν Α΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη. Θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλες Πανορθόδοξες (1961, 1963, 1964, 1968), καθώς καί Προσυνοδικές Διασκέψεις (1976, 1982, 1986, 2009, 2015), πού τηροῦν τήν ἴδια μεθοδολογία μέ αὐτή τῆς Β΄ Βατικανῆς. Ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὡς Μητροπολίτης Φιλαδελφίας, ἀπό τό 1977 ἀκόμη, ἀπεκάλυπτε τόν χαρακτήρα τῆς σχεδιαζόμενης τότε Συνόδου σέ συνέντευξή του στό Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter, ὅπου δήλωνε ὅτι: «οἱ δικοί μας στόχοι εἶναι ἴδιοι μέ αὐτούς τοῦ Πάπα Ἰωάννου ΚΓ΄, νά ἐκσυγχρονίσουμε τήν Ἐκκλησία καί νά προωθήσουμε τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἡ Σύνοδος θά σημάνει, ἐπίσης, τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στίς μή χριστιανικές θρησκεῖες καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Αὐτό σημαίνει μία νέα στάση ἔναντι τοῦ Ἰσλάμ, τοῦ Βουδισμοῦ, τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ καί ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπιδιώξεις γιά ἀδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις … μέ ἄλλα λόγια θά σημάνει τό τέλος δώδεκα αἰώνων ἀπομόνωσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»43!!!

Αὐτοί ἦταν ἐξ ἀρχῆς οἱ στόχοι, αὐτή ἦταν ἡ φιλοσοφία, αὐτό ὑπηρέτησε καί αὐτό παρήγαγε ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης. Εἶναι ἐκκλησιολογικά ἀπαράδεκτο καί ὑπερβαίνει κάθε ἐκκλησιαστική λογική νά διατυπώνονται τέτοιες ἀντορθόδοξες θέσεις ἀπό ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα, πού κατέχει μάλιστα τό κορυφαῖο ἀξίωμα στήν Ἱεραρχία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αὐτό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι πραγματικά ὀδυνηρό καί ἀδιανόητο, ἀλλά αὐτό πού ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὁραματιζόταν ὡς «τό τέλος δώδεκα αἰώνων ἀπομόνωσης», δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τό τέλος στήν πιστότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας(!)∙ τό τέλος στήν ἁγιοπνευματική παράδοση καί ἐμπειρία(!). Εἶναι ἡ πραγματική «ἀπομόνωση» ἀπό τήν ζῶσα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.!!!

Ἀνάλογες θέσεις ἐπιβεβαιώνουν τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία, περί Οἰκουμενισμοῦ, τοῦ  μακαριστοῦ Γέροντα Ἐφραίμ Κατουνακιώτη καί ἀποκαλύπτουν τόν εἰσηγητή πάσης πονηρίας…

  1. Ἡ αἵρεση τῆς νέας Ἐκκλησιολογίας

Ἡ μεγαλύτερη ἀλλαγή τήν ὁποία ἔπρεπε νά ἐπιβάλουν οἱ δύο αὐτές Σύνοδοι καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» ἦταν ἡ ἀναγνώριση, ἑκατέρωθεν, τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Ἔπρεπε, δηλαδή, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί νά ἀναγνωρίσουν τούς Ὀρθοδόξους ὡς Ἐκκλησία καί ἀντίστροφα οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀναγνωρίσουν, ὡς Ἐκκλησία, τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Γιά τόν σκοπό αὐτό «ἀνακαλύφθηκε» καί ἐπιβλήθηκε μία νέα ἐκκλησιολογία, οἰκουμενιστικῆς προελεύσεως καί προδιαγραφῶν. Γιά τήν θεμελίωση αὐτῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, μάλιστα, προηγήθηκε καί ἡ ἀπαραίτητη στροφή ἀπό τόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐπιστροφῆς» στόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐνσωμάτωσης»44.

Ὡς τελευταία κίνηση, πρίν τήν συγκεκριμένη στροφή, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ πρώτη, μετά τήν ἐκλογή του, ραδιοφωνική ὁμιλία τοῦ Πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1958, καί ἡ πρόσκληση πού ἀπηύθυνε πρός τούς Ὀρθοδόξους νά ἐπιστρέψουν «στόν οἶκο τοῦ κοινοῦ μας Πατρός».

«Προσευχόμαστε, ἔλεγε, νά ἐπιστρέψουν ὅλοι οἰκειοθελῶς, καί εἴθε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά γίνει τοῦτο πολύ σύντομα…»45. Αὐτό τό «κάλεσμα σέ ἐπιστροφή» φάνηκε νά ἐνόχλησε τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος στό πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του τοῦ 1959 ἀνέφερε ὅτι ἡ προσέγγιση τῶν δύο «Ἐκκλησιῶν» θά πρέπει νά γίνει «ἐν πνεύματι ἰσότητος, δικαιοσύνης, ἐλευθερίας πνευματικῆς καί ἀλληλοσεβασμοῦ»46.

Τήν ἑπόμενη διετία, τό κλίμα διαμορφώθηκε κατάλληλα καί μέ τήν Β΄ Βατικανή, πού ἀκολούθησε, θεμελιώθηκε ὁ «οἰκουμενισμός τῆς ἐνσωμάτωσης»47 καί ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Βατικανοῦ. Ὁ «οἰκουμενισμός τῆς ἐνσωμάτωσης» βασίζεται στήν θεωρία πού ἀνέπτυξε τό 1939 ὁ Γάλλος Δομινικανός θεολόγος Congar. Σύμφωνα μέ τήν θεωρία αὐτή κάποια αὐτόνομα ἐκκλησιαστικά «στοιχεῖα», ὅπως εἶναι τό Βάπτισμα, μποροῦν νά ἀποσπῶνται ἀπό τό σύνολο τῆς  Ἐκκλησίας, ἀλλά νά συνεχίζουν νά παρέχουν τήν χάρη καί νά «”ἐπιφέρουν στήν ψυχή τοῦ σχισματικοῦ χριστιανοῦ μία πνευματική ἐνσωμάτωση (voto) στήν Ἐκκλησία”, καθιστώντας τόν σχισματικό μέλος τῆς Ἐκκλησίας»48.

Ὁ θεολόγος καί ἑρμηνευτής Johannes Feiner μᾶς δίνει μία σαφή περιγραφή αὐτῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας (communio) τῆς Β΄ Βατικανῆς: «ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία “communio” ἤ “μία σύνθετη πραγματικότητα μέ τήν μορφή μίας κοινωνίας, ἡ ἑνότητα τῆς ὁποίας ἔχει ἐπέλθει ἀπό πολλούς καί ποικίλους παράγοντες, εἶναι ἀνοιχτή ἡ πιθανότητα τά συστατικά στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας νά εἶναι παρόντα ἀκόμη καί σέ χριστιανικές κοινότητες ἐκτός τῆς Καθολικῆς ἐκκλησίας καί νά μποροῦν νά προσδίδουν σ’ αὐτές τίς κοινότητες τόν χαρακτήρα Ἐκκλησίας. Συνεπῶς ἡ μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι παροῦσα ἐκτός τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι πράγματι παροῦσα”»49.

Στά ἴδια ἀκριβῶς πρότυπα καί στήν ἴδια φιλοσοφία στηρίχτηκε καί ἡ πολύχρονη προπαρασκευή τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία καθιέρωσε αὐτή τήν νέα ἐκκλησιολογία καί στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας.

  1. Κύρια σημεῖα τῆς νέας Ἐκκλησιολογίας

Ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία στηρίζεται στήν ἀντίληψη ὅτι ἡ Ἀ­λή­θεια τῆς Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Πί­στε­ως, ἢ ἕνα μέ­ρος αὐ­τῆς, δι­α­σώ­ζε­ται καί σὲ ἄλ­λες χρι­στι­α­νι­κὲς ἐκ­κλη­σί­ες καὶ ὁ­μο­λο­γί­ες. Ἀναιρεῖται, ἔτσι, ἡ ἴδια ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας∙ ἀναιρεῖται ἡ ταυτότητα καί ἡ αὐτοσυνειδησία της.
Μέ τήν ἀποδοχή τῆς νέας ἐκκλησιολογίας ἔχουμε τήν ἐπέκταση τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας μέ συνέπεια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά μήν ταυτίζεται ἀποκλειστικά μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.

Φτάνουμε, ἔτσι, νά διακηρύσσουμε καί νά ὁμολογοῦμε, ἀπό κοινοῦ μέ τήν πανσπερμία τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν καί ἀμφιλεγόμενων κοινοτήτων τοῦ ΠΣΕ, ὅτι «κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες […] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»50.

Ὅπως εἶναι φανερό, ἡ νέα ἐκκλησιολογία περικλείει ταυτόχρονα ὅλες τίς δυτικογενεῖς ἀντορθόδοξες θεωρίες περί ἀοράτου ἐκκλησίας, περί διηρημένης ἐκκλησίας, τήν θεωρία τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν καί τήν μεταπατερική θεολογία.

Τήν πρώτη ἐπίσημη θεμελίωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας ἔχουμε στήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο καί συγκεκριμένα στό «Δι­ά­ταγ­μα πε­ρί Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ», ὅπου ὑ­πάρ­χει εἰ­δι­κό κε­φά­λαι­ο μέ τί­τλο «Οἱ σχέ­σεις τῶν χω­ρι­σμέ­νων ἀ­δελ­φῶν μέ τήν Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α». Ἐκεῖ ἀ­να­φέ­ρε­ται συγ­κε­κρι­μέ­να: «Μέ­σα σ’ αὐ­τή, τή μί­α καί μο­να­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἐμ­φα­νί­σθη­καν ἀ­πό μιᾶς ἀρ­χῆς με­ρι­κά σχί­σμα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­δο­κι­μά­ζει αὐ­στη­ρά καί κα­τα­δι­κά­ζει ὁ Ἀ­πό­στο­λος· κα­τά τούς ἑ­πό­με­νους αἰ­ῶ­νες προ­κλή­θη­καν εὐ­ρύ­τε­ρα σχί­σμα­τα, καί ὁ­λό­κλη­ρες Κοι­νό­τη­τες ἀ­πο­χω­ρί­στη­καν ἀ­πό τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή κοι­νω­νί­α τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, με­ρι­κές φο­ρές ὄ­χι χω­ρίς ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­νο­χή καί ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές. Ὅ­σοι γεν­νι­οῦν­ται σή­με­ρα σ’ αὐ­τές τίς Κοι­νό­τη­τες καί ζοῦν ἐ­κεῖ τήν πί­στη τους στό Χρι­στό δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά κα­τη­γο­ρη­θοῦν γιά τό ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ σχί­σμα­τος καί ἡ Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τούς ἀγ­κα­λιά­ζει μέ ἀ­δελ­φι­κό σε­βα­σμό καί στορ­γή»51.

Εἶναι πραγματικά ἐντυπωσιακή ἡ πιστότητα μέ τήν ὁποία οἱ Ὀρθόδοξοι Οἰκουμενιστές ἀντιγράφουν τήν Β΄ Βατικανή γιά τήν καθιέρωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας καί στήν Ὀρθοδοξία. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ταυτισμένος ἀπόλυτα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Κάτι αὐτονόητο, πού ὅμως εὔκολα παραθεωροῦν ἀρκετοί Ὀρθόδοξοι, εἶναι ὅτι οἱ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι δέν ἐπέλεξαν, μέ διάθεση νά προσχωρήσουν σέ αἵρεση, τή χριστιανική ὁμολογία στήν ὁποία σήμερα ἀνήκουν, ἀλλά γεννήθηκαν σέ χώρα στήν ὁποία ἐπί αἰῶνες ἡ ὁμολογία αὐτή ἐπικρατεῖ. Π.χ. ὁ Νορβηγός στή Λουθηρανή Ἐκκλησία, ὁ Σκωτσέζος στήν Πρεσβυτεριανή. Πῶς τούς κρίνουμε διότι δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι;»52
Τό «Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ» θεμελιώνει, ἐπίσης, τήν βαπτισματική θεολογία καί τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν».

Ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Πραγ­μα­τι­κά, ὅ­σοι πι­στεύ­ουν στό Χρι­στό καί ἔ­λα­βαν ἔγ­κυ­ρα τό βά­πτι­σμα βρί­σκον­ται σέ κά­ποι­α κοι­νω­νί­α μέ τήν Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­στω καί ἄν ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή εἶ­ναι ἀ­τε­λής… Ὡ­στό­σο, ἔ­χον­τας λά­βει στό βά­πτι­σμα τή δι­καί­ω­ση ἀ­πό τήν πί­στη, εἶ­ναι ἐν­σω­μα­τω­μέ­νοι στό Χρι­στό, καί ἑ­πο­μέ­νως δί­και­α φέ­ρουν τό χρι­στι­α­νι­κό ὄ­νο­μα καί πο­λύ σω­στά ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται ἀ­πό τά παι­διά τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σάν ἀ­δελ­φοί “ἐν Κυ­ρί­ῳ”»53.

Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τοῦ ἴ­διου δι­α­τάγ­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται: «…Δέν εἶ­ναι ἐ­πί­σης λί­γες οἱ ἱ­ε­ρές πρά­ξεις τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς θρη­σκεί­ας, πού τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ τούς χω­ρι­σμέ­νους ἀ­δελ­φούς μας, οἱ ὁ­ποῖ­ες μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους, ἀ­νά­λο­γα μέ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση κά­θε Ἐκ­κλη­σί­ας ἢ Κοι­νό­τη­τας, μπο­ροῦν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα νὰ με­τα­δί­δουν πραγ­μα­τι­κά τὴ ζω­ὴ τῆς χά­ρης, καὶ πρέ­πει νὰ ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν ἱ­κα­νές νά ἀ­νοί­γουν τὴν εἴ­σο­δο πρός τήν κοι­νω­νί­α τῆς σωτηρίας»54.

Οὐσιαστικά, ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος ἔθεσε, ἀπό τήν πλευρά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, τά θεμέλια γιά τήν ἕνωση τῶν παπικῶν ἰδιαιτέρως μέ τούς Ὀρθοδόξους θέτοντας ὡς ἐμπροσθοφυλακή τόν νέο Οἰκουμενισμό. Ἡ ἴδια βάση τέθηκε καί ἀπό τούς ὀρ­θο­δό­ξους οἰ­κου­με­νι­στές σέ ὅλη τήν μακροχρόνια προπαρασκευή τῆς Μεγάλης Συνόδου.

  1. Ἡ πορεία πρός τήν ἐκκλησιολογική ἐκτροπή

Σταθερός στόχος ὅλης αὐτῆς τῆς προπαρασκευῆς ἦταν ἡ σταδιακή ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί ἡ ἀντικατάστασή της μέ τήν νέα ἐκκλησιολογία πού προαναφέραμε. Γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ στόχου ἦταν ἀπαραίτητο νά πραγματοποιηθοῦν κάποια συγκεκριμένα βήματα. Σέ γενικές γραμμές τά βήματα αὐτά εἶναι:

α) ὁ ἐπαναπροσδιορισμός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας,

β) ὁ ἐπαναπροσδιορισμός τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας καί αὐτοσυνειδησίας,

γ) ἡ προσαρμογή τους πρός τήν κατεύθυνση τῆς προσεγγίσεως καί τῆς ἑνώσεως μέ τούς ἑτεροδόξους, πού εἶναι καί τό τελικό ζητούμενο,

δ) ἡ ἀποδοχή τῆς ἐγκυρότητας τοῦ Βαπτίσματος, σέ πρώτη φάση, καί συνολικά τῶν μυστηρίων τῶν παπικῶν καί τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων.

Πάνω σέ αὐτούς τούς κεντρικούς ἄξονες κινήθηκε ἡ πολυετής προπαρασκευή τῆς Μεγάλης Συνόδου. Στό διάστημα αὐτό, σύμφωνα μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, «… τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον συνεκάλεσε τέσσαρας Πανορθοδόξους Διασκέψεις … διά νά προβληθοῦν τά καθιερωμένα κανονικά κριτήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς καί ὁ καθορισμός τῶν ὁρίων τῆς σχέσεως αὐτῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν»55.

Ἡ ἀνάγκη αὐτή γιά ἕναν σαφή καί ξεκάθαρο ἐπανακαθορισμό τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, πού θά πρέπει νά λάβει καί πανορθόδοξη ἔγκριση, τονίζεται ἀπό τούς οἰκουμενιστές. Ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ἐπισημαίνει πώς «πρέπει ἡ Ὀρθοδοξία, αὐτή πρώτη καί μέ δική της εὐθύνη, νά ξεκαθαρίσει τίς θέσεις της καί τίς τοποθετήσεις της στό χῶρο αὐτό τῶν σχέσεών της πρός τούς ἔξω, ὥστε νά μή χωροῦν ἀμφιβολίες, νά μήν ὑπάρχουν ἀμφιλογίες, νά μή γεννῶνται ὑποψίες στούς ἄλλους γιά τίς ἀπόψεις της, νά εἶναι ἀναμφίλεκτες καί ἀπό κοινοῦ εἰλημμένες οἱ ἀποφάσεις πού θά παίρνονται καί νά ἀπηχοῦν πανορθόδοξη συναίνεση καί ἀποδοχή. Μόνο ἔτσι θά καταστήσουμε ἀκουστή καί σεβαστή τή φωνή μας»56.

Στό ἄρθρο 20 τοῦ Κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» πού ἐγκρίθηκε ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἀναφέρεται: «Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως»57.
«Διά τῆς παρούσης παραγράφου», παρατηρεῖ ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, «προσδιορίσθη­σαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί “κατ’ οἰκονομίαν” ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἀκριβείας»58!

Μέ τόν ὅρο «διαμορφωμένη ἐκκλησιαστική παράδοση» τῆς παραγράφου 20 δέν ἐννοεῖται, βεβαίως, ἡ δισχιλιετής ἁγιοπνευματική, ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά αὐτή πού διαμορφώθηκε κατά τόν τελευταῖο αἰώνα στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως καί κυρίως τά τελευταῖα 50 χρόνια.

Αὐτή ἡ νέα «διαμορφωμένη ἐκκλησιαστική παράδοση» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προϋποθέτει ἐκ τῶν πραγμάτων καί τήν ἀποδοχή καί καθιέρωση τῆς ἀντορθόδοξης βαπτισματικῆς θεολογίας κι αὐτό γιατί ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἔχει ἀποφασιστική σημασία γιά τήν ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους.

Μέ βάση αὐτή τήν ἴδια οἰκουμενιστική ἀντίληψψη, ὁ Ἐπίσκοπος Ἀβύδου κ. Κύριλλο ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ βαπτίσματος ἑτεροδόξων, ὅταν πρωτίστως ἀποστῆ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀποκλειστικότητα δὲν ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»59.

Τό ἴδιο καί ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ καί μέλος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διαχριστιανικῶν Ὑποθέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κ. Στ. Τσομπανίδης, θέτει ὡς ἕναν ἀπό τούς πρωταρχικούς στόχους τῆς Μεγάλης Συνόδου τό «νά καθορίσει πιό πειστικά καί πιό ὁριστικά τή θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσα στό σύγχρονο οἰκουμενικό διάλογο καί νά πεῖ σέ αὐτούς μέ τούς ὁποίους διαλέγεται πῶς βιώνει ἡ Ὀρθοδοξία τή σχέση της μέ αὐτούς καί τί εἶναι αὐτοί γιά τήν Ὀρθοδοξία… Ἀποτελεῖ ἀποστολή τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας, μέσω τῆς προσεχοῦς Συνόδου της, νά ἐπιβεβαιώσει τήν ὀρθόδοξη βούληση νά συμπορευθεῖ μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες στό δρόμο πού ὁδηγεῖ πρός τή χριστιανική ἑνότητα»60!

Στό ἴδιο πνεῦμα κινήθηκαν καί οἱ περισσότεροι ἀπό ὅσους συμμετεῖχαν στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί ἰδιαιτέρως ὅσοι διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στήν περαιτέρω προώθηση καί προβολή τῶν νέων αὐτῶν ἀντιλήψεων.

Κάποιοι, μάλιστα, ἐντεταλμένοι ἀνέλαβαν νά λειτουργήσουν ὡς προπομποί, ὡς ὁμάδα κρούσεως, δημιουργώντας ἕνα συγκρουσιακό κλίμα καί ἐπιτιθέμενοι μέ προπέτεια καί ἀμετροέπεια σέ ὅσους παραμένουν πιστοί στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ γνωστή ἐπιθετική τακτική, πού ἐπιχειρεῖ νά καλύψει τήν δική της ἐνοχή προκαλώντας τήν ἐνοχοποίηση τοῦ ἄλλου. Στήν προκειμένη περίπτωση ἔχουμε τόν στιγματισμό καί τήν καταδίκη τῶν ἀντιδρώντων ὡς ζηλωτῶν, φανατικῶν, ἀκραίων, φονταμενταλιστῶν, ἐγωκεντρικῶν, ψυχοπαθῶν, ἀκόμη καί ὡς αἱρετικῶν.

Ὁ Μητροπολίτης Χριστουπόλεως κ. Μακάριος, «Εἰδικός Σύμβουλος τοῦ Πατριάρχη», σέ συνέντευξή του λίγες μέρες πρίν τήν ἔναρξη τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ἀναφέρει: «Μιλοῦν κάποιοι γιά τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ … μήπως θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ἀσχοληθεῖ καί μέ μιά ἄλλη, νέας μορφῆς, αἵρεση, πού ἔχει δημιουργηθεῖ σήμερα, τήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ; … Αὐτοί πού φοβοῦνται τόν Οἰκουμενισμό προσχωροῦν στήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ»61.

Στό ἴδιο μῆκος κύματος καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, πού στήν ὁμιλία του κατά τήν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς «Συνόδου» σημείωσε: «Ὁρισμένοι ἔθεσαν τό ἐρώτημα: Στίς μεγάλες Ὀρθόδοξες Συνόδους ἀντιμετωπίστηκε κάποια αἵρεση. Ποιά αἵρεση πρόκειται νά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Ἡ μεγαλύτερη αἵρεση, ἡ μητέρα τῶν αἱρέσεων, ὁ ἐγωκεντρισμός. Προσωπικός, ὁμαδικός, φυλετικός, τοπικιστικός, ἐκκλησιαστικός κ.λπ., πού δηλητηριάζει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί κάθε μορφή ἁρμονικῆς καί δημιουργικῆς συνύπαρξης»62.

Ἀλλά καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος στήν ἴδια συνεδρίαση σχολίασε γιά τούς ἀντιφρονοῦντες ὅτι «ὁ ἀγρός τῆς Ἐκκλησίας παράγει καί ζιζάνια πού ἔσπειρε ὁ ἐχθρός»63.

Ὁ μεταπατερικός θεολόγος Γεώργιος Βλαντῆς, ἐπιστημονικός συνεργάτης τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, σέ ἕνα πλεόνασμα χολῆς καί εἰρωνείας εἰς βάρος τῶν ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως, γράφει γι’ αὐτούς: «ἀνίκανοι νά ζήσουν τήν Ἐκκλησία ὡς δρόμο, οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς “Ὀρθόδοξοι” φονταμενταλιστές εἶναι καταδικασμένοι νά τή βιώνουν ὡς πεζοδρόμιο… Τά πλέον κραυγαλέα σχετικά παραληρήματα χρήζουν ὄχι θεολογικῆς ἀντίκρουσης, ἀλλά ψυχιατρικῆς ἀντιμετώπισης… Σέ κάθε περίπτωση, περισσότερο ἐνδιαφέρον ἀπό τίς ἐξάρσεις τοῦ θυμικοῦ τῶν παραφρόνων καί τῶν ἀναλφάβητων παρουσιάζει μιά ὑποκρυπτόμενη αἵρεση, χαρακτηριστική τοῦ φονταμενταλισμοῦ…»64.

Μία σειρά παρόμοιων ἀναφορῶν καί σχολιασμῶν, τό ἀκατάσχετο ὑβρεολόγιο τῶν ὁποίων δέν θα μεταφέρουμε στό κείμενό μας, ἀποκαλύπτουν τό ὕφος καί τό ἦθος τῶν ἐντολοδόχων τοῦ Φαναρίου.

Ἄλλωστε, οἱ ὕβρεις, οἱ πιέσεις, οἱ ἀπειλές καί οἱ ἐκφοβισμοί ἀποτελοῦν πάγια τακτική του στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀντιφρονούντων.

Ἀναφέρουμε, ἐντελῶς ἐνδεικτικά, τήν πίεση πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν ἀπειλή τῶν Νέων Χωρῶν καί τήν καταγγελία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ὅτι «ὑπονομεύεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος»65. Ἀνάλογες πιέσεις ἀσκοῦνται καί μέ ἀφορμή τήν οὐκρανική κρίση, καθώς τό Φανάρι ἐπισείει, ὡς ἀπειλή εἰς βάρος τῆς Μόσχας, τήν ἀνακήρυξη τῆς αὐτονομίας τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας στήν Οὐκρανία.

Χαρακτηριστική εἶναι, ἐπίσης, ἡ δίωξη μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους λόγῳ τῆς ἐκπεφρασμένης ἀντίθεσής τους στά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα καί τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Ἐσχάτως, μάλιστα, ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ὅτι ἀνάλογες πιέσεις -ὑπό τήν ἀπειλή τῆς ἄρσης τοῦ αὐτοδιοίκητου- ἀσκοῦνται καί πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὥστε νά μήν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις γιά τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου».
Δέν εἶναι, ἄλλωστε, ἡ πρώτη φορά πού τό Φανάρι ἐπιχειρεῖ νά παραβιάσει τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ σκοπό νά φιμώσει τούς μοναχούς καί νά ἀποτρέψει τίς ἀντιδράσεις καί τόν ἔλεγχο τῶν οἰκουμενιστικῶν ἐκτροπῶν του. Κάτι ἀνάλογο συνέβη καί τό 1994, μετά τήν προδοτική συμφωνία τοῦ Balamand, πού ξεσήκωσε θύελλα ἀντιδράσεων στό ὀρθόδοξο πλήρωμα καί στό Ἅγιον Ὄρος, καθώς καί τόν διάλογο μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους. Γιά τήν καταστολή αὐτῶν τῶν ἀντιδράσεων τό Φανάρι ἀπέστειλε Πατριαρχική Ἐξαρχία ἀποτελούμενη ἀπό τρεῖς Μητροπολίτες μέ τήν ἀξίωση αὐτοί νά λάβουν μέρος στήν Διπλῆ Σύναξη τῶν Ἡγουμένων καί Ἀντιπροσώπων τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κάτι πού σαφῶς ἀπαγορεύεται καί παραβιάζει τό αὐτοδιοίκητο. Προχώρησε μάλιστα καί στήν ἐπιβολή ποινῶν, «ἄνευ δίκης καί ἀπολογίας», καί κήρυξε ἔκπτωτους ἀπό τό ἀξίωμά τους ἡγουμένους καί ἀντιπροσώπους Ἱερῶν Μονῶν «ἐπί ἀπειθείᾳ καί πνεύματι στασιαστικῷ ἔναντι τῆς Μητρός Ἐκκλησίας»66!!

  1. Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ὅλα αὐτά, βέβαια, μπορεῖ, ὡς ἕνα βαθμό, νά ἐξηγοῦν τήν στάση της, ἀλλά σίγουρα δέν ἀπαλλάσσουν τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τήν ἀφωνία καί τήν ἐκκωφαντική σιωπή, τήν ὁποία τηρεῖ στά θέματα τῆς πίστεως καί ἡ ὁποία εἶναι διαμετρικά ἀντίθετη μέ τό ὁμολογιακό φρόνημα καί τήν μαρτυρία πού διαχρονικά ἔδιδε τό Ἅγιον Ὄρος.

Ἀναμένουμε, ὅλοι, τήν στάση πού θά κρατήσει τό Ἅγιον Ὄρος σχετικά μέ τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, στήν ὁποία ἤδη παρεῖχε τήν νομιμοποίησή του μέ τήν συμμετοχή ἐκπροσώπου του σέ αὐτή, τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ἀναμένουμε τήν ἀντίδραση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας στό γεγονός ὅτι ὅσες προτάσεις κατέθεσε γιά ἀλλαγή τῶν προσυνοδικῶν Κειμένων ἀπορρίφθηκαν καθ’ ὁλοκληρία ἀπό τήν «Σύνοδο».

Ποιά εἶναι τελικά ἡ θέση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τούς ἑτεροδόξους; Τούς ἀναγνωρίζουν ὡς «Ἐκκλησίες», σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» ἤ τούς ἀποδέχονται ὡς «χριστιανικά δόγματα καί ὁμολογίες»67, ὅπως ἀναφέρουν στήν Ἐπιστολή-Ὑπόμνημά τους τῆς 12ης/25ης Μαρτίου 2016 πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο;

Παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό παλαιότερες τοποθετήσεις τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τό συγκεκριμένο ζήτημα, οἱ ὁποῖες ἐξέφραζαν μέ ξεκάθαρο καί αὐθεντικό τρόπο τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία καί αὐτοσυνειδησία, πού καταστρατηγήθηκε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί ἀναμένουμε τήν ἐπαναβεβαίωση τῶν θέσεων αὐτῶν καί ἀπό τούς σύγχρονους ἁγιορεῖτες.

Ἀνακοινώσεις Ἁγίου Ὄρους

1980: «…ἡ πα­ραί­τη­σις ἀ­πό τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ας καί ἡ υἱ­ο­θέ­τη­σις τῆς κα­κο­δο­ξί­ας, ὅ­τι τήν Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἐκ­κλη­σί­α ἀλ­λά τά δύ­ο ”τμή­μα­τα” αὐ­τῆς, ἤ­τοι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί ὁ Ρ/Κα­θο­λι­κι­σμός,… πεί­θει ἡ­μᾶς, ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­σις ἔ­χει πο­λύ χει­ρο­τε­ρεύ­σει καί ὅ­τι ἡ de facto Ἕ­νω­σις εὑ­ρί­σκε­ται ἐ­πί θύ­ραις, ὡς ἐ­σχε­δί­α­σε καί ἐ­προ­γραμ­μά­τι­σεν ἡ Β΄ Βα­τι­κά­νει­ος Σύ­νο­δος»68.

1981: «Οἱ Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται ἔ­χουν γα­λου­χη­θῆ πα­ρά τῶν Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων μας καί τοῦ Σε­πτοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου νά φρο­νοῦν ὅ­τι ὁ Πα­πι­σμός συ­νι­στᾷ αἵ­ρε­σιν, αἵ­ρε­σιν ὁ­μοί­αν μέ τόν Ἀ­ρει­α­νι­σμόν…»69.

1987: «Τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὡ­σαύ­τως δέν συμ­με­ρί­ζε­ται τήν ἄ­πο­ψιν, ὅ­τι ἐ­κτός τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ὑ­πάρ­χου­σιν ”Ἐκ­κλη­σί­αι”. Ὑ­πάρ­χου­σι μό­νον κοι­νό­τη­τες αἱ­ρε­τι­κῶν καί σχι­σμα­τι­κῶν, ὁ­μο­λο­γούν­των πί­στιν εἰς τόν Χρι­στόν, πλήν ὅ­μως ἑ­τέ­ρως κα­θ’ ὅ ὁ­μο­λο­γεῖ ἡ Ἁ­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­α, ἥ­τις εἶ­ναι Μί­α, καί ταυτίζε­ται μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξον Ἐκ­κλη­σί­αν. Οἱ Ρ/κα­θο­λι­κοί εἶ­ναι σχι­σμα­τι­κοί καί Αἱρε­τι­κοί, ἄ­νευ ἐγ­κύ­ρων μυ­στη­ρί­ων καί Θεί­ας χά­ρι­τος»70.

1994: «Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι, χά­ριν καί τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου, διά τούς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­νό­θευ­τος Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­σχά­τη ἐλ­πίς, οὐ­δέ­πο­τε νά ἀ­πο­δε­χθῶ­μεν ἕ­νω­σιν, ἤ χα­ρα­κτη­ρι­σμόν τῆς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς “ἀ­δελ­φῆς Ἐκ­κλη­σί­ας”»71.

1995: «Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἴ­με­θα ἀ­δελ­φαί Ἐκ­κλη­σί­αι, ὅ­ταν ἔ­χω­μεν δογ­μα­τι­κάς δι­α­φο­ράς καί ὅ­ταν δέν ἔ­χω­μεν μυ­στη­ρια­κήν κοι­νω­νί­αν; Πρό­κει­ται διά μί­αν κα­τά­στα­σιν ἀν­τι­φα­τι­κήν, πρω­το­φα­νῆ εἰς τήν ἱ­στο­ρί­αν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ σκο­πι­μό­της δέν δύ­να­ται νά κα­τα­νο­η­θῆ. Εἴ­με­θα δέ ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι κα­τ’ ἐ­πι­τα­γήν τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας νά δη­λώ­σω­μεν ὅ­τι δέν ἀ­πο­δε­χό­με­θα τήν πε­πλα­νη­μέ­νην θε­ω­ρί­αν πε­ρί ”ἀ­δελ­φῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν”»72.

  1. Ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Ἀπό τήν ἀρχή ἀκόμη τῆς λεγόμενης Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε πάντοτε φειδωλή σέ ἀνοίγματα πρός τούς ἑτεροδόξους τηρώντας σαφεῖς ἀποστάσεις ἀπό τίς παρεκτροπές τοῦ Φαναρίου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀπαντήσει ἐξαρχῆς ἀρνητικά στήν γνωστή Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1902, πού ἐξέδωσε ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ καί ἀπέστειλε πρός ὅλες τίς Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ζητώντας τίς ἀπόψεις τους γιά τό ἄν μπορεῖ νά προχωρήσει τό ζήτημα τῆς «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν». Σθεναρή ὑπῆρξε καί ἡ ἀντίδραση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου) στά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τήν δεκαετία τοῦ 1960, μέ τόν ὁποῖο ἦρθε σέ σφοδρή ἀντιπαράθεση. Ἐξίσου παραδοσιακή ὑπῆρξε καί ἡ στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τήν σύγκρουσή του μέ τήν Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλῆ γιά τήν ἵδρυση Νουντσιατούρας (πρεσβείας τοῦ Βατικανοῦ) στήν Ἀθήνα τό 1979.

Ἱστορικό, ὅμως, ἔμεινε τό γνωστό ἐρώτημα πού διετύπωνε κάθε φορά πού γινόταν λόγος περί «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν». «Εἶναι Ἐκκλησία τό Βατικανό;»73, διερωτᾶτο, ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ ἀπό τήν συνάφεια τῶν ἀπαντήσεών του ὅτι δέν ἀποτελεῖ Ἐκκλησία, ἀλλά κρατική ὀντότητα κοσμικοῦ χαρακτήρα.

Ἡ παραδοσιακή αὐτή στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἄρχισε σταδιακά νά μεταβάλεται καί νά διολισθαίνει σέ οἰκουμενιστικές πρακτικές μέ ἀποκορύφωμα τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου τοῦ Β΄ στήν Ἀθήνα τό 2001 καί τήν ἀντίστοιχη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου στό Βατικανό τό 2006.

Ἔχουμε, ἔτσι, σταδιακά τήν στελέχωση τῶν σχετικῶν συνοδικῶν ἐπιτροπῶν μέ οἰκουμενιστές Ἱεράρχες καί Ἀκαδημαϊκούς Θεολόγους. Τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι μέ ποιά κριτήρια ἐπιλέγονται κάθε φορά οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στούς θεολογικούς διαλόγους, στό Π.Σ.Ε. καί τίς διορθόδοξες διασκέψεις. Ὑ­πάρ­χει ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τοῦ ἔρ­γου τους καί πῶς ἀ­πο­τι­μᾶ­ται αὐ­τό; Τά κείμενα τῶν διαλόγων ἐγκρίνονται ἀπό τήν Ἱεραρχία; Ἀφοῦ, ὅπως προβλέπεται,  ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ 2009 αὐτά «τελοῦν ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀναφορᾶς καί ἐγκρίσεώς τους ἀπό τίς κατά τόπους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες»74. Ἀποτελεῖ, πραγματικά, τεράστια πρόκληση γιά τό ὀρ­θό­δο­ξο αἴ­σθη­μα τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ ἡ ἐπιμονή πλέον τῆς Συ­νό­δου νά ὁρίζει τούς συγκεκριμένους ἀν­τι­προ­σώ­πους στούς δι­α­λό­γους, ἐνῶ γνωρίζει τίς δε­δο­μέ­νες καί ἐκ­πε­φρα­σμέ­νες οἰ­κου­με­νι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις τους. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν οἱ Μη­τρο­πο­λί­τες Μεσ­ση­νί­ας κ. Χρυ­σό­στο­μος καί Δη­μη­τριά­δος κ. Ἰ­γνά­τιος.

Πολύ περισσότερο δέ αὐτό ἀποτελεῖ πρόκληση μετά καί ἀπό ὅσα διαδραματίστηκαν στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί τήν ἀνατροπή τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας γιά τήν τροποποίηση τοῦ Κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ ἐξέλιξη τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἀνέδειξε μέ τόν πλέον ἐμφαντικό τρόπο τήν ἀπόλυτη ἀδιαφάνεια, τά στεγανά καί τήν ἐπιβολή τετελεσμένων στήν ὁποία στηρίχτηκε ἡ προπαρασκευή τῆς συγκεκριμένης «Συνόδου». Μιά δράκα ἀνθρώπων, μιά κλειστή καί ἐπιλεκτική ὁμάδα ἐκλεκτῶν, ἕνας σκληρός πυρήνας ἐμπίστων καί προθύμων, μιά ὀλιγαρχία Ἀρχιερέων καί λαϊκῶν θεολόγων κατάφερε νά ἐπιβάλει τήν θέλησή της σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία.
Εἰδικά σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν καί τό εὐσεβές πλήρωμα συνολικά ἔμειναν ἐπί σειρά ἐτῶν παντελῶς ἀπληροφόρητοι, ἀνυποψίαστοι γιά ὅλα ὅσα ἐπί δεκαετίες συντελοῦνταν ἐν κρυπτῷ. Ὅπως ἀνέφερε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, «ἡ Ἐκκλησία μας δέν προετοιμάσθηκε ἐπαρκῶς γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἀντίθετα μάλιστα, Ἱεράρχες πού ἀσχολήθηκαν μέ τά θέματα αὐτά μᾶς καθησύχαζαν ὅτι δέν θά δημιουργηθοῦν προβλήματα στήν Ἐκκλησία ἀπό τά κείμενα. Ὅμως, ὄντως ὑπάρχουν θεολογικά προβλήματα»75. Σέ ἄλλη ἐπιστολή του πρός τόν Μακαριώτατο ἔθετε μία σειρά ἀπό ἐρωτήματα ἀπό τά ὁποῖα προέκυπτε ὅτι δέν δόθηκαν ποτέ στούς Ἀρχιερεῖς «οἱ ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων πρός τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, καί τυχόν κατευθυντήριες γραμμές πού ἔδωσαν οἱ κατά καιρούς Διαρκεῖς Σύνοδοι πρός τήν Ἐπιτροπή Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν σχέσεων γιά τήν βελτίωση τῶν κειμένων»76.

Πρέπει, ἔστω καί τώρα, νά δοθεῖ μία ξεκάθαρη ἀπάντηση καί νά εἰπωθεῖ ὅλη ἡ ἀλήθεια. Ἄν δέν πληροφορήθηκαν ἐγκαίρως οἱ Ἱεράρχες τό περιεχόμενο τῶν κειμένων, ὅπως διατείνονται πολλοί ἀπό αὐτούς, ποιός εἶναι ὑπεύθυνος γι’ αὐτό; Ποιός εὐθύνεται πού ἀπεκρύβησαν ἀπό τήν Ἱεραρχία τόσο σημαντικά κείμενα; Ἀναζητήθηκαν εὐθύνες γιά τήν ἀπόκρυψη τῶν κειμένων; Ἄν ναί, σέ ποιόν ἀποδόθηκαν;

Ἄν ἰσχύει ἡ ἄλλη περίπτωση, ὅτι, δηλαδή, εἶχε ἐνημερωθεῖ ἐγκαίρως ἡ Σύνοδος καί γνώριζαν οἱ Ἱεράρχες τό περιεχόμενο τῶν κειμένων, γιατί δέν ἀντέδρασαν ἐγκαίρως, ὥστε νά εἶναι καί πιό ἀποτελεσματική ἡ ἀντίδρασή τους αὐτή; Γιατί δέν εἰπώθηκε οὔτε μιά λέξη γι’ αὐτό τό τόσο σημαντικό ζήτημα; Γιατί δέν ὑπῆρξε οὔτε μία δημόσια ἀναφορά, δέν γράφτηκε οὔτε ἕνα κείμενο, δέν ἐκφράσθηκε οὔτε μία ἀντίρρηση, οὔτε μία παρατήρηση, δέν εἰπώθηκε ἀπολύτως τίποτε πρός τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι προφανές πώς ἡ ὅλη διαδικασία πού τηρήθηκε εἶχε ὡς μοναδικό σκοπό τήν διαμόρφωση καί ἐπιβολή τετελεσμένων ἀποφάσεων, ἐρήμην τῆς Ἱεραρχίας καί τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος.

Στήν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς 25ης Μαΐου 2016 εἴχαμε μία ἔντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα καί μία συζήτηση σέ ὑψηλούς τόνους καί ἀντιπαραθέσεις, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας, φυσικά, δέν ἀνακοινώθηκε ποτέ. Χαρακτηριστικό τῆς ἀδιαφάνειας καί τῆς μυστικότητας πού τηρήθηκε εἶναι τό γεγονός ὅτι στά Δελτία Τύπου, τά Ἀνακοινωθέντα καί τήν Ἐγκύκλιο πρός τόν Λαό, πού ἐκδόθηκαν ἀπό τήν Ἱεραρχία, δέν ἀναφέρεται πουθενά τί ἀκριβῶς ἀποφάσισε καί ποιές ἦταν οἱ τροποποιήσεις πού θά πρότεινε στήν Μεγάλη Σύνοδο.

Οὐσιαστικά, λοιπόν, ποτέ κανείς δέν ἔμαθε ποιές ἤταν τελικά οἱ τροποποιήσεις τῶν κειμένων, πού προτάθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γιά τίς ὁποῖες τόσος λόγος ἔγινε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Οἱ μόνες πληροφορίες πού ἔχουμε εἶναι ἀπό τίς ἀναφορές τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου στά κείμενα πού ὁ ἴδιος δημοσίευσε καί ἀπό ὅσα διέρρευσαν στά ΜΜΕ.

Τό πρῶτο ἐρώτημα πού προκύπτει ἀπό τίς ἀποφάσεις καί τίς ἀνακοινώσεις τῆς Ἱεραρχίας εἶναι πῶς ἑρμηνεύεται ἡ φράση «ἡ τελική ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας (…) θά ὑποστηριχθεῖ ἀπό τόν Μακαριώτατο κατά τίς συνεδριάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου»77.

Τί ἀκριβῶς ὑποστήριξε ὁ Μακαριώτατος στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί μέ βάση ποιά ἐπιχειρηματολογία; Ποία ἦταν ἡ θεολογική βάση πάνω στήν ὁποία ἐπρόκειτο νά στηρίξει τήν ἐπιχειρηματολογία του; Ἀναπτύχθηκε ποτέ ἐπαρκῶς αὐτή ἡ ἐπιχειρηματολογία;

Καί τό ἄλλο σημαντικό ἐρώτημα εἶναι ἄν οἱ Ἱεράρχες πού μετεῖχαν στήν ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχαν υἱοθετήσει πραγματικά καί ἀποδέχονταν τίς τροπολογίες πού ἀνέλαβαν νά ὑποστηρίξουν ἤ ἄν, κάποιοι ἀπό αὐτούς, ἁπλά ἀναδιπλώθηκαν γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι οἱ τροπολογίες αὐτές δέν θά γίνονταν τελικά δεκτές στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.

Σύμφωνα, ἄλλωστε, μέ τήν παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῆς Συνόδου, «… αἱ μή ὁμοφώνως ἀποδεκταί γενόμεναι τροπολογίαι δέν ἐγκρίνονται»78.

Συμβιβασμός καταδικασμένος νά ἀποτύχει

Σέ κάθε περίπτωση, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ξεκάθαρο ὅτι ἡ πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦσε οὐσιαστικά μία κίνηση τακτικῆς καί ἕναν συμβιβασμό, πού ἐπεχείρησε νά ἑνώσει τά διεστῶτα καί νά συνθέσει τίς ἀντίθετες ἀπόψεις πού εἶχαν κατατεθεῖ ἀπό πολλούς Ἱεράρχες. Ἐπρόκειτο, ἐπίσης, γιά μία προσπάθεια κατευνασμοῦ τῶν σφοδρῶν ἀντιδράσεων μεταξύ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐκφρασθεῖ μέσα ἀπό σωρεία ἄρθρων, ἀνακοινώσεων, ἐπιστολῶν, ἐντύπων κ.ἄ.

Εἶναι ὅμως γνωστό ὅτι στά θέματα τῆς πίστεως δέν μπορεῖ νά γίνει συμβιβασμός. Γι’ αὐτό καί εἶχε τονιστεῖ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι τό Κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» θά ἔπρεπε νά ἀπορριφθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου, καθώς ἦταν ἐκ θεμελίων προβληματικό καί δέν ἐπιδεχόταν βελτιώσεις.

Κατά συνέπεια, ἡ πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη σέ ἀποτυχία. Θά μποροῦσε, ὅμως, κάποιος καλόπιστα νά παρατηρήσει ὅτι, παρά ταῦτα, ἡ Ἱεραρχία εἶχε τήν πρόθεση καί τήν διάθεση νά ἐπιφέρει βελτιώσεις στό κείμενο. Εἶναι, ὅμως, ἔτσι;

Ἡ ὑπονόμευση ἐκ τῶν ἔσω

Ἐλάχιστες ἡμέρες μετά τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά προτείνει τροποποιήσεις στό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὁ Συνοδικός της Ἀντιπρόσωπος στίς Προσυνοδικές Διασκέψεις Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ἔδωσε, στίς 7-6-2016, συνέντευξη στήν ἰταλική ἐφημερίδα La Stampa (στήν ἠλεκτρονική της ἔκδοση). Ἐκεῖ, μεταξύ ἄλλων, ὁ δημοσιογράφος Andrea Tornielli τοῦ ζήτησε νά σχολιάσει τίς πληροφορίες ὅτι μερικοί Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ζητοῦν νά  ἀκυρωθεῖ ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» για τούς «Καθολικούς» καί τοῦ ἀπευθύνει τήν ἐρώτηση: «Ἀλλά, μέχρι στιγμῆς, οἱ Καθολικοί ἔχουν θεωρηθεῖ μιά ἀληθινή Ἐκκλησία γιά τούς Ὀρθόδοξους, δέν εἶναι ἔτσι;». «Βέβαια, ἔτσι εἶναι», ἀπαντᾶ ὁ Σεβασμιώτατος κ. Χρυσόστομος καί συνεχίζει: «ἡ Καθολική Ἐκκλησία θεωρεῖται πάντα μιά Ἐκκλησία. Ἡ πρόταση γιά τήν ὁποία μιλᾶτε εἶναι, ἀπό ὁρισμένους συντηρητικούς, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά βάλουν στό ἴδιο ἐπίπεδο τίς δύο Ἐκκλησίες. Ἀλλά, πιστεύω, ὅτι θά εἶναι δύσκολο νά περάσει. Ὑπάρχουν πολλοί ἄλλοι πού δέν δέχονται αὐτή τήν τροπολογία»79.

Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ἀμέσως μετά τήν ὑποτιθέμενη ὁμοφωνία τῆς Ἱεραρχίας γιά τίς προτεινόμενες τροποποιήσεις, ὁ ἴδιος ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στίς Προσυνοδικές Διασκέψεις ἀποστασιοποιεῖται ἐπίσημα ἀπό τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας του. Στιγματίζει ὡς «συντηρητικούς» συνεπισκόπους του καί σπεύδει νά καθησυχάσει τό παπικό ἀναγνωστικό κοινό ὅτι αὐτή ἡ πρόταση δέν θά ἐγκριθεῖ στήν Κρήτη. Προδικάζει δέ ὁ ἴδιος καί προαναγγέλλει τήν ἀπόρριψη τῆς πρότασης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ ἀνατροπή τῆς ἀπόφασης τῆς Ἱεραρχίας

Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, δέν ἄργησαν νά πέσουν οἱ μάσκες καί νά ἀποκαλυφθεῖ τό ἀληθινό πρόσωπο τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, μέλους τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «τήν Παρασκευή πού συζητεῖτο τό συγκεκριµένο κείµενο ἡ συζήτηση ἔφθασε σέ ἀδιέξοδο στήν ἕκτη παράγραφο, ὅπου γινόταν λόγος  γιά τήν ὀνοµασία τῶν Ἑτεροδόξων… Σέ εἰδική σύσκεψη τῆς ἀντιπροσωπείας µας τήν Παρασκευή τό µεσηµέρι ἀποφασίσθηκε νά παραµείνουµε σταθεροί στήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας καί νά προταθοῦν ἐναλλακτικές λύσεις, ἤτοι νά γραφῆ “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ὕπαρξιν ἑτεροδόξων” ἤ “ἄλλων Χριστιανῶν” ἤ “µή Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν”»80.

Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συνῆλθε καί πάλι τό πρωί τοῦ Σαββάτου, ὅπου προτάθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο νά κατατεθεῖ μία νέα πρόταση, ἤτοι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν»81.

Σύμφωνα μέ ὅσα διέρρευσαν στά ΜΜΕ «εἶχε προηγηθεῖ ἕνα ὁλονύκτιο “παζάρι” μεταξύ τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»82. Σ’ αὐτές τίς ὁλονύκτιες διεργασίες συμμετεῖχαν καί ὁ Μητροπολίτης Νέας Ἰωνίας κ. Γαβριήλ μέ τόν Καθηγητή κ. Βλάσιο Φειδᾶ, οἱ ὁποῖοι φέρονται καί ὡς συντάκτες τῆς νέας πρότασης πού ἀνέτρεψε τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας.

Στήν ψηφοφορία πού ἀκολούθησε ὑπερψηφίστηκε αὐτή ἡ νέα πρόταση ἀπό ὅλους τούς παρόντες, πλήν τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος διαφώνησε καί ἀποφάσισε νά μήν ὑπογράψει τό κείμενο καί νά ἐπέχει ἀπό τήν «περαιτέρω συζήτηση τοῦ θέματος χάριν τῆς ἑνότητος»83.
Αὐτό πού συνέβη τελικά στήν Κρήτη ἦταν ἡ πλήρης ἀνατροπή τόσο τῆς οὐσίας ὅσο καί τοῦ συνολικοῦ πνεύματος τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαΐου τοῦ 2016. Καί αὐτό γιατί ἡ ὅλη ὑπόθεση πού ἀπασχόλησε κυρίως τήν Ἱεραρχία ἦταν τό ἄν θεωροῦνται ἤ ὄχι Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξοι. Στήν πολύωρη καί γεμάτη ἀντεγκλήσεις συζήτηση πού πραγματοποιήθηκε ἀποφασίστηκε νά γίνει ἡ πρόταση «νά ἀντικατασταθοῦν ὅλες οἱ φράσεις πού χαρακτηρίζουν ὡς “Ἐκκλησίες” καί ἀναφέρονται στίς σχέσεις μέ τούς ρωμαιοκαθολικούς καί τούς προτεστάντες. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση-πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στά πρός ἐπικύρωση κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου, ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξη “Ἐκκλησία” καί ἀναφέρεται στούς ρωμαιοκαθολικούς καί στούς προτεστάντες, θά πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ καί νά γίνει “ὁμολογία” ἤ “χριστιανική κοινότητα”»84.

Τήν πρόταση αὐτή μάλιστα ἡ Ἱεραρχία ἀπεφάσισε νά τήν ὑποστηρίξει σθεναρά καί χωρίς ὑποχωρήσεις. «Ἅς μείνουμε μόνοι. Μοναδικοί κήρυκες τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνήσιοι ἐκφραστές»85, διεκήρυσσε ὁ Μητροπολίτης Ἠλείας, κύριος εἰσηγητής τοῦ θέματος στήν Ἱεραρχία, δίνοντας τό στίγμα αὐτῆς τῆς ἀπόφασης. Ὁ στόχος, λοιπόν, καί ἡ δέσμευση πού ἔθεσε ἡ Ἱεραρχία μέ τήν ἀπόφασή της στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί τούς Ἀρχιερεῖς, πού συναποτελοῦσαν τήν ἀντιπροσωπεία πού τόν συνόδευε, ἦταν σαφής: νά μήν γίνεται ἀναφορά τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» σέ σχέση μέ τούς ἑτεροδόξους.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί οἱ Ἀρχιερεῖς πού μετεῖχαν στήν ἀντιπροσωπεία προχώρησαν σέ μία ὠμή παραβίαση τῆς ἐντολῆς πού εἶχαν λάβει. Λειτούργησαν μέ ἀπόλυτα ἀντισυνοδικό τρόπο, ὑπερβαίνοντας τήν ἐξουσιοδότηση πού εἶχαν λάβει ἀπό τό ἀνώτατο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ Ἱεραρχία. Κι αὐτό γιατί ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση δέν περιελάμβανε καμμία ἀπολύτως πρόβλεψη γιά τήν δυνατότητα ἀλλαγῆς τῶν προτάσεων.

Αὐτήν τήν κατάλυση τῆς συνοδικότητας, τήν παραβίαση κάθε δεοντολογίας καί κάθε ἀρχῆς δημοκρατικῆς ἐκπροσώπησης, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος τήν θεωρεῖ καί τήν προβάλλει ὡς ἔνδειξη ἑνότητας! Σύμφωνα μέ τόν Μητροπολίτη, «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, ἀπέδειξε ὅτι μπορεῖ νά πορευθεῖ ἑνωμένη, νά συνθέσει τίς ἀπόψεις τῶν προσώπων πού τήν ἀπαρτίζουν καί νά συμβάλει στή σαφήνεια καί τήν αὐθεντικότητα τῆς διατύπωσης τοῦ μηνύματος τῆς Ὀρθοδοξίας»86.

Ὁ ἴδιος Μητροπολίτης, ἄλλωστε, σέ ἄρθρο του στήν ἐφημερίδα Καθημερινή, λίγες μέρες πρίν τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἔγραφε, μεταξύ ἄλλων, ὅτι «… οἱ ἀποφάσεις θά ληφθοῦν, ὅπως ἡ παράδοσή μας ὁρίζει: “Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν”. Τίς ἀποφάσεις, ὅμως, τίς παίρνουν οἱ παρόντες»87.  Αὐτή εἶναι μιά δήλωση πού ἐπιδέχεται πολλές ἑρμηνεῖες καί γεννᾶ πολλά ἐρωτηματικά. Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαΐου 2016 δέν ἦταν «ὅπως ἡ παράδοσή μας ὁρίζει»; Δέν ἦταν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» οἱ προτάσεις τῆς Ἱεραρχίας, πού παραβιάστηκαν στήν Κρήτη;

Καί τελικά ἄν «τίς ἀποφάσεις τίς παίρνουν οἱ παρόντες» (ἐνν. στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης), ὅπως ὑποστηρίζει ὁ κ. Ἰγνάτιος, τότε τί νόημα εἶχαν οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας πού προηγήθηκαν; Οἱ παρόντες, δηλαδή στήν Κρήτη, ἀντιπρόσωποι δέν ἐκπροσωποῦσαν τήν Ἱεραρχία τους; Δέν ἀντιπροσώπευαν καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς; Ἔχουμε, δηλαδή, ἀποκλεισμό ὅλων τῶν ὑπολοίπων Ἀρχιερέων καί διαχωρισμό σέ Ἐπισκόπους δύο ταχυτήτων, αὐτῶν πού θά ἀποφασίζουν καί αὐτῶν πού θά ἀποδέχονται τίς ἀποφάσεις; Ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἱερώνυμος, στίς προκλήσεις πού δέχτηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου, ἀπήντησε ὅτι «ἐμεῖς ἔχουμε Σύνοδο 80 ἀρχιερέων»88.

Μετά ἀπό ὅλα αὐτά ἀναμένεται μέ τεράστιο ἐνδιαφέρον ἡ προσεχής σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου, ὥστε νά πληροφορηθοῦμε ὅλοι, πῶς θά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς ἡ ἀνατροπή τῆς ἀποφάσεώς τους. Τί θά πράξουν οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς; Θά συνεχίσουν νά κωφεύουν καί νά ἀδιαφοροῦν; Θά συνεχίσουν νά ἀποδέχονται τά πραξικοπήματα μιᾶς ἐπισκοπικῆς ὀλιγαρχίας, πού ἐπί σειρά ἐτῶν ἐπιβάλλει συστηματικά καί μεθοδευμένα τίς οἰκουμενιστικές ἀντιλήψεις κατέχοντας κατ’ ἐξακολούθηση καίριες θέσεις στίς Συνοδικές Ἐπιτροπές καί στούς διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους; Θά συνεχίσουν νά γίνονται συνυπεύθυνοι καί συνένοχοι στά ἐγκλήματα πού συντελοῦνται κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας;

  1. Ἀποτίμηση

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, ὄχι μόνο δέν ἀνέδειξε καί δέν προέβαλε τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως διεκήρυσσε, ἀλλά ἀντιθέτως τήν ἔθεσε σέ μία ὀδυνηρή δοκιμασία. Ἀντί νά σφυρηλατήσει τήν ἑνότητα, ἀνατροφοδότησε διχοστασίες καί ἀντιθέσεις, ἀντιπαλότητες καί ἀνταγωνισμούς. Τά πολιτικά παιχνίδια τῶν Προκαθημένων, ἄν καί δέν ἀνέδειξαν κανένα νικητή, ζημείωσαν συντριπτικά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁδηγώντας την σέ μία ἔντονη ἐσωτερική περιδίνηση μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Ἡ ἀπουσία τεσσάρων Πατριαρχείων, πού πληθυσμιακά μάλιστα ἐκπροσωποῦν περισσότερους ἀπό τούς μισούς ὀρθοδόξους παγκοσμίως, ἐπέφερε θανάσιμο πλήγμα στήν εἰκόνα τῆς ἑνότητας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς «Συνόδου».

Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀναλυτής Victor Gaetan «ἡ ἄρνηση τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο ματαίωσε τό ὄνειρο τοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου νά προβάλει τήν ὑπ’ αὐτόν παγκόσμια ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί σημειώνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή «προκαλεῖ περισσότερα ἐρωτήματα παρά ἀπαντήσεις»89.

Τό εὔλογο καί μείζονος σημασίας ἐρώτημα πού γεννᾶται καί πού τό ὑποβάλλει ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν σχολιαστῶν, παρατηρητῶν καί ἀναλυτῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης εἶναι γιατί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἐπέδειξε τόση ἐπιμονή στήν πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς «Συνόδου».

Γιατί ἐπέμεινε νά πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ Συνόδος–παρωδία μέ τήν συμμετοχή μιᾶς ἰσχνῆς μειοψηφίας Ἀρχιερέων, πού δέν ἀντιπροσώπευσαν οὔτε στό ἐλάχιστο τό Σῶμα τῶν Ἐπισκόπων, πού δέν εἶχαν κἄν δικαίωμα ψήφου καί ἀδιαφόρησαν πλήρως γιά τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὀρθόδοξο πλήρωμα;

Γιατί ἐπέμεινε τόσο πολύ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης νά πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ Σύνοδος–τραγέλαφος, ὅπου ἄλλοι ἀρνήθηκαν νά προσέλθουν, ἄλλοι διετύπωσαν σοβαρές ἐπιφυλάξεις, ἄλλοι ἀρνήθηκαν νά ἀποδεχθοῦν καί νά ὑπογράψουν τά Κείμενα πού ἀποφασίστηκαν καί ἄλλοι ὑπέγραφαν ἀντ’ αὐτῶν, ὅπως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, πού ὑπέγραψε ἀντί γιά τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας του, πού ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν -χωρίς φυσικά τήν ἔγκρισή τους- καταλύοντας κάθε ἀρχή δημοκρατικῆς ἔκφρασης καί ἐκπροσώπησης, ἀκόμη καί μέ τήν κοσμική της ἔννοια;

Γιατί ἐπέμεινε τόσο πολύ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς «Συνόδου», πού ἀμαύρωσε τήν εἰκόνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐξέπεμψε διχαστικά μηνύματα καί λειτούργησε διαλυτικά ἐπηρεάζοντας ἀρνητικά τήν συνοχή μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν;

Καί τελικά γιατί προτίμησε νά ὑποστεῖ μία τέτοια στρατηγική ἥττα, γιατί ἀποδέχτηκε τόν ἐπικοινωνιακό αὐτοχειριασμό καί τήν κατάρρευση ἑνός τόσο μεγαλεπίβουλου σχεδιασμοῦ, πού ἐπί μισό τουλάχιστον αἰώνα πρωτοστατοῦσε στήν ὀργάνωση καί τήν ἐκπλήρωσή του;

Ἡ ἀπάντηση, μετά ἀπό ὅλα ὅσα ἔχουμε ἀναπτύξει, εἶναι προφανής. Οἱ στόχοι τῆς «Συνόδου» ἦταν ἄλλοι∙ ἦταν αὐτοί πού περιγράψαμε ἀναλυτικά καί ἡ ἐπίτευξη τῶν ὁποίων προετοιμαζόταν μέ ἐπιμέλεια, μεθόδευση καί πονηρία, ἐπί ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια καί ἰδιαίτερα τήν τελευταία πεντηκονταετία∙ ἦταν ἡ ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς «ἐκκλησιῶν», ἡ ἐπίσπευση τῶν διαδικασιῶν πρός τήν τελική «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» καί διά τοῦ «κοινοῦ Ποτηρίου», ἡ ὁποία εἶναι προαποφασισμένη, καί ἡ ἰσχυροποίηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὡς Πρώτου, ἄνευ ἴσων, μέσα στήν Ὀρθοδοξία.

Καί ὅπως ἀποδείχθηκε, μπροστά στήν ἐπίτευξη αὐτῶν τῶν κυρίαρχων καί στρατηγικῶν γιά τούς οἰκουμενιστές στόχων, ὅλα τά ἄλλα τίθενται σέ δεύτερη μοίρα. Ὅπως τέθηκε σέ δεύτερη μοίρα, ἀγνοήθηκε καί ἀπορρίφθηκε ἡ ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγιοπνευματική ὀρθόδοξη θεολογία μας. Ὅπως ἀγνοήθηκαν καί καταπατήθηκαν μία σειρά ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους, πού ἔχουν καταδικάσει ἀπερίφραστα, ὡς αἱρετικές, ποικίλες πλάνες, τίς ὁποῖες πρεσβεύουν, ἀκόμη καί σήμερα, ὅλοι αὐτοί -παπικοί καί προτεστάντες- πού ἀναγνωρίστηκαν ὡς «ἐκκλησίες» ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Γι’ αὐτό καί παρατηρεῖ πολύ εὔστοχα ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, «ἡ παραθεώρηση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τούς ἁγίους αὐτούς, γιά νά βρεθοῦν μερικά κοινά σημεῖα μέ τόν δυτικό Χριστιανισμό, εἶναι προδοσία τῆς πίστεως. Δέν μπορῶ νά βρῶ ἄλλον εὐγενέστερο χαρακτηρισμό»90.

Παραθέτουμε ἐνδεικτικά μόνο κάποιες ἀπό αὐτές τίς Συνόδους, πού καταπατήθηκαν ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης:

Ἡ Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (381) ἀπαγόρευσε τίς προ­σθα­φαι­ρέ­σεις στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως. Τήν ἀπαγόρευση αὐτή ἐπαναλαμβάνουν καί ὅλες οἱ μετέπειτα Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Ἡ Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (879-880) ἐπί Μεγάλου Φωτίου, κατεδίκασε ρητά τίς παπικές αἱρέσεις τοῦ Filioque καί τοῦ πρωτείου. Ἡ Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (1341-1351) κατεδίκασε τίς παπικές πλάνες περί κτιστῆς χάριτος καί κτιστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Τοπική Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ (649) καί ὅλες οἱ Τοπικές Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 867, 1009, 1054, 1089, 1170, 1273, 1282, 1285, 1484, 1642, 1722, 1727, 1755, 1838 καί 1895. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1324 ἐν Νυμφαίῳ, τοῦ 1441 ἐν Ρωσίᾳ, τοῦ 1443 ἐν Ἱεροσολύμοις. Ἡ Ἀπάντηση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τόν Πάπα Πίο τόν Θ΄ τό 1848 καί τό Πανορθόδοξο Συνέδριο στήν Μόσχα τό 1948.

Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν καταδικάζει τόν παπισμό. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας πατέρας καί σύγχρονος ἁγιασμένος Γέροντας, ἀπό τούς παλαιότερους μέχρι καί τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, πού νά μήν καταδικάζει τίς παπικές πλάνες. Εἶναι ὁμόφωνη, ὁμόθυμη καί διαχρονική ἡ ἀπόρριψη καί ἡ καταδίκη τῶν δοξασιῶν τοῦ παπισμοῦ. Ὅλες αὐτές τίς Συνοδικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων μας διαχρονικά παραβίασε καί κατεπάτησε βάναυσα ἡ «Σύνοδος»τῆς Κρήτης.

Δ΄ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης καταστρατήγησε τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, κατέλυσε τήνσυνοδικότητα, κατεπάτησε βάναυσα ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων,ἀγνόησε καί ἀπέρριψε τήν ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί τήνἁγιοπνευματική ὀρθόδοξη θεολογία μας.Γι’ αὐτό καί ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἄκυρη καί οἱ ἀποφάσεις της δέν ἔχουν δεσμευτικό χαρακτήρα γιά τούς πιστούς. Γι’ αὐτό καί ἡ γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας ἀρνήθηκε νά ἀποδεχθεῖ τά τετελεσμένα αὐτῆς τῆς «Συνόδου». Γι’ αὐτό καί τήν ἀκύρωσε ἤδη στήν πράξη. Εἶναι σίγουρο ὅτι μιά μελλοντική πραγματικά Πανορθόδοξη Σύνοδος θά καταδικάσει ὅλες αὐτές τίς κακοδοξίες καί θά ἀποκαταστήσει τήν ἀλήθεια.

Ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἤδη ἀνύπαρκτη στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὡς μή γενομένη, ἐπειδή ἔρχεται σέ φανερή ἀντίθεση μέ τήν βιούμενη ἁγιοπνευματική ἑνότητά Της, ἡ ὁποία καθιστᾶ τελικῶς ἀνίσχυρες τίς ἐνέργειες τοῦ πονηροῦ καί τῶν συνεργατῶν του, καθιστᾶ μάταια τά σχέδια καί τίς ραδιουργίες τῶν Οἰκουμενιστῶν.

Οἱ ἐμπνευστές καί ὀργανωτές τῆς «Συνόδου» θά συνεχίσουν τό πονηρό τους ἔργο γιά τήν ἐπίτευξη καί τοῦ τελικοῦ τους στόχου, πού εἶναι ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» καί ἐν συνεχείᾳ ἡ πανθρησκεία. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει, σέ καμμία περίπτωση, νά ὑπάρξει ἀδράνεια, χαλάρωση, ἐφησυχασμός, φόβος ἤ δειλία ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Ἀπαιτεῖται ἀνδρεῖο καί ὁμολογιακό φρόνημα, θάρρος, πνευματική λεβεντιά, ἐπαγρύπνηση, κινητοποίηση, πληροφόρηση καί παρεμβάσεις τέτοιες, πού θά σταθοῦν ἀνάχωμα στόν οἰκουμενιστικό ὀλετήρα καί θά ἀναχαιτίσουν τίς ὀλέθριες ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν.

Ἀπαιτεῖται συσπείρωση, συντονισμός καί ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν ἐνημέρωση τῶν Ἐπισκόπων μας, τῶν κληρικῶν, τῶν μοναχῶν, τῶν θεολόγων καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, πού «ἔ­χει τὸ δι­καί­ω­μα (…) καὶ ὄ­χι μό­νο τό δι­καί­ω­μα, ἀλ­λὰ τὸ κα­θῆ­κον τῆς “ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σε­ως”»91 τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων.

Οἱ γρηγοροῦντες, κατά τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, πιστοί παραμένουμε –εὐγνωμόνως– ἀκλόνητοι στήν Ἐκκλησία μέ τόν διαχρονικό Νικητή Χριστό.

Ὁ Χριστός, διά τῆς Ἐκκλησίας, «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»92. Οἱ ἐμπνευστές καί διοργανωτές τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ἀλλά καί ὅποιοι ἄλλοι ἐπιχειροῦν τήν ἀποδόμηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά γνωρίζουν, ὅτι «σκληρόν πρός κέντρα λακτίζειν»93.

Ἄς μείνουμε, λοιπόν, ὅλοι σταθεροί καί ἀμετακίνητοι ἐν Χριστῷ. Ἄς ἐναποθέσουμε σ’ Ἐκεῖνον τήν ἀγωνία καί τήν ἀνησυχία μας γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἐκκλησία Του. Ἄς ἐντείνουμε τήν προσευχή μας καί τήν μετάνοιά μας, τήν ἄσκηση, τήν ἐγκράτεια, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του στήν ζωή μας, ὥστε νά γίνουμε δεκτικοί τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους Του γιά νά θεραπευθοῦν τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρωθοῦν τά ἐλλείποντα.
Τελικά, ἡ πολυδιαφημιζόμενη καί πολυπροβαλλόμενη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» ἀποδείχθηκε ἕνα πυροτέχνημα καί κατέληξε σέ συντριπτική ἥττα τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐμπνευστῶν της.

Εἶναι πλέον βέβαιο, ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης γιά τήν συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὡς μή γενομένη. Ζῆ Κύριος ὁ Θεός!
Υποσημειώσεις:

  1. Βλ.σχ. ἀπόσπασμα ἀπό τήν Ἐγκύκλιο τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς (1848): «Παρ’  ἡ­μῖν οὔ­τε Πα­τριά­ρχαι οὔ­τε Σύ­νο­δοι ἐ­δυ­νή­θη­σάν πο­τε εἰ­σα­γα­γεῖν νέ­α, δι­ό­τι ὁ ὑ­πε­ρα­σπι­στὴς τῆς θρη­σκεί­ας ἐ­στὶν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἤ­τοι αὐ­τὸς ὁ λα­ός, ὅ­στις ἐ­θέ­λει τὸ θρή­σκευ­μα αὐ­τοῦ αἰ­ω­νί­ως ἀ­με­τά­βλη­τον καὶ ὁ­μο­ει­δὲς τῷ τῶν Πα­τέ­ρων αὐ­τοῦ», Ἰ­ω. Καρ­μί­ρη, Τὰ Δογ­μα­τι­κὰ καὶ Συμ­βο­λι­κὰ Μνη­μεῖ­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τ. Ι­Ι, G­r­az-A­u­s­t­r­ia 1968, σελ. 920[1000]­.
  2. Ἁγ. Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Στου­δί­του, Ἐ­πι­στο­λή πα΄, Φι­λο­κα­λί­α 18Γ, σελ. 77.
  3. Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ἡγουμένου τῆς Ἱ.Μ.Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Συνέντευξη στόν Ὀρθόδοξο Τύπο, 14 Μαρτίου 1997.
  4. Κείμενο Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, Ἄρθρο 22, https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world
  5. Κα­θη­γη­τῆ Δογ­μα­τι­κῆς τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ. κ. Δη­μη­τρί­ου Τσε­λεγ­γί­δη, Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἱ­ε­ράν Σύ­νο­δον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, 10-2-2016.
  6. Κα­θη­γη­τῆ Δογ­μα­τι­κῆς τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ. κ. Δη­μη­τρί­ου Τσε­λεγ­γί­δη, Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἱ­ε­ράν Σύ­νο­δον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, 30-8-2016.
  7. π. Γ. Φλω­ρόφ­σκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1989, σελ. 207.
  8. π. Γ. Φλω­ρόφ­σκυ, ὅ.π.
  9. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἀνατολικά, Τόμος Α΄, ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 1993, σελ. 94.
  10. Ὑ­πό­μνη­μα εἰς τήν πρός Ἑ­βραί­ους Ἐ­πι­στο­λήν, Ὁ­μι­λί­α ΙΔ΄,1, Ε­ΠΕ 25, σ. 372, «Πῶς οὖν ὁ Παῦ­λός φη­σι· ‘πεί­θε­σθε τοῖς ἡ­γου­μέ­νοις ὑ­μῶν καί ὑ­πεί­κε­τε’; Ἀ­νω­τέ­ρω εἰ­πών, ‘ὧν ἀ­να­θε­ω­ροῦν­τες τήν ἔκ­βα­σιν τῆς ἀ­να­στρο­φῆς μι­μεῖ­σθε τήν πί­στι­ν’, τό­τε εἶ­πε, ‘πεί­θε­σθε τοῖς ἡ­γου­μέ­νοις ὑ­μῶν καί ὑ­πεί­κε­τε’. Τί οὖν, φη­σίν, ὅ­ταν πο­νη­ρός ᾖ, καί μή πει­θώ­με­θα; Πο­νη­ρός, πῶς λέ­γεις; εἰ μέν πί­στε­ως ἕ­νε­κεν, φεῦ­γε αὐ­τόν καί πα­ραί­τη­σαι, μή μό­νον ἄν ἄν­θρω­πος ᾖ, ἀλ­λά κἄν ἄγ­γε­λος ἐξ οὐ­ρα­νοῦ κα­τι­ών· εἰ δέ βί­ου ἕ­νε­κεν, μή πε­ρι­ερ­γά­ζου.­.­. ἐ­πεί καί τό, ‘μή κρί­νε­τε, ἵ­να μή κρι­θῆ­τε’, πε­ρί βί­ου ἐ­στίν, οὐ πε­ρί πί­στε­ως· τό γοῦν ἐ­πα­γό­με­νον τοῦ­το δη­λοῖ. ‘Τί γάρ βλέ­πει­ς’, φη­σί, ‘τό κάρ­φος τό ἐν τῷ ὀ­φθαλ­μῷ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ σου, τήν δέ δο­κόν τήν ἐν τῷ σῷ ὀ­φθαλ­μῷ οὐ κα­τα­νο­εῖς;­’. ‘Πάν­τα οὖν ὅ­σα ἄν λέ­γω­σιν ὑ­μῖ­ν’, φη­σί, ‘ποι­εῖν, ποι­εῖ­τε’ (τό δέ ποι­εῖν ἔρ­γων ἐ­στίν, οὐ πί­στε­ως), ‘κα­τά δέ τά ἔρ­γα αὐ­τῶν μή ποι­εῖ­τε’. Ὁ­ρᾷς ὅ­τι οὐ πε­ρί δογ­μά­των ἐ­στίν ὁ λό­γος, ἀλ­λά πε­ρί βί­ου καί ἔρ­γων;
  11. Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 52,784.
  12. Ἀρ­χιμ. Γε­ωρ­γί­ου Κα­ψά­νη, Ἡ ποι­μαν­τι­κή δι­α­κο­νί­α κα­τά τούς ἱ­ε­ρούς Κα­νό­νας, Πει­ραι­εύς 1976, σ. 110-112.
  13. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Γιατί δέν ὑπέγραψα τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον»,http://parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-239/4555-2016-06-30
  14. Καθ. Π. Βασιλειάδη, Ἡ διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία,http://www.amen.gr/article/i-diakonia-tou-oikoumenikou-patriarxi-stin-orthodoksi-ekklisia.

15.http://aktines.blogspot.gr/2016/07/blog-post_353.html.

  1. Ματθ. κα΄, 44-45.
  2. http://aktines.blogspot.gr/2016/07/blog-post_353.html
  3. Ἀνακοινωθέν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, 2 Μαρτίου 2016.
  4. Ὑπόμνημα περί Οἰκουμενισμοῦ, Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004.
  5. Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ.Μ.Ἀρχαγγέλων Τσέλιε, Βάλιεβο-Σερβία, σ. 224.
  6. Πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καί Οἰ­κου­με­νι­σμός, Πρα­κτι­κά Δι­ορ­θό­δο­ξου Ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου: Οἰ­κου­με­νι­σμός, Γέ­νε­ση-Προσ­δο­κί­ες-Δι­α­ψεύ­σεις, Τό­μος Α΄, ἐκδ. Θε­ο­δρο­μί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008, σελ. 237-238.
  7. Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 2, Ἀθήνα 1953, σελ. 957
  8. Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σελ. 958-959.
  9. Ἐπίσκεψις, τ. 698, 31/3/2009, σελ. 25.
  10. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Παρατηρήσεις γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο κατά τήν σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-236/4447-2016-03-18
  11. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Μετά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-240/4566-2016-07-09-ligo-meta-amsoe
  12. Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου, Μεταδοτικό μικρόβιο τό παπικό πρωτεῖο…,http://aktines.blogspot.gr/2014/11/blog-post_899.html
  13. Χρυσοστόμου Β΄, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, Τά Πεπραγμένα ἀπό 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, σελ. 18-19.
  14. Χρυσοστόμου Β΄, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, ὅ.π., σελ. 19-20.
  15. Κα­θ. Δ. Τσά­κω­να, Ἀ­θη­να­γό­ρας ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός τῶν Νέ­ων Ἰ­δε­ῶν, Ἀθῆναι 1976, σελ. 93.
  16. Κα­θ. Δ. Τσά­κω­να, ὅ.π. σελ. 95.
  17. Κα­θ. Δ. Τσά­κω­να, ὅ.π. σελ. 95.
  18. Δήλωση Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου, ἐφημ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Νοέμβριος 1965.
  19. Πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, Ἡ προσ­λα­λι­ά τοῦ Ἀ­θη­να­γό­ρου – Οἱ δι­ά­λο­γοι χω­ρίς προ­σω­πεῖ­ον [Ἀ­νά­τυ­πο ἐκ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πα­ρα­κα­τα­θή­κη], σελ. 4.
  20. Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, ὅ.π., σελ. 4.
  21. Δή­λω­ση τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­θη­νῶν Χρυ­σο­στό­μου, ἐ­φημ. Ὀρ­θό­δο­ξος Τύ­πος, Νο­έμ­βρι­ος 1965.
  22. Τά πρωτότυπα κείμενα εἶναι δημοσιευμένα στό Τό­μος Ἀ­γά­πης, V­a­t­i­c­an-P­h­a­n­ar (1958-1970), R­o­me- I­s­t­a­n­b­ul 1971, σελ. 288-289.
  23. π. Ἰ­ω. Ρω­μα­νί­δου, Ὀρ­θό­δο­ξος καί βα­τι­κά­νει­ος συμ­φω­νί­α πε­ρί Οὐ­νί­ας,http://www.romanity.org/htm/rom.e.14.orthodoxi_kai_vatikani

a_sumfonia_peri_ounias.01.htm.

  1. Ἀντ. Πα­πα­δό­που­λου, Θε­ο­λο­γι­κός Δι­ά­λο­γος Ὀρ­θο­δό­ξων καί Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν (Ἱ­στο­ρί­α-Κεί­με­να-Προ­βλή­μα­τα), ἐκδ. οἶ­κος ἀ­δελ­φῶν Κυ­ρι­α­κί­δη, Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀ­θή­να 1996, σελ. 40.
  2. Πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, Ἡ προσ­λα­λι­ά τοῦ Ἀ­θη­να­γό­ρου, ὅ.π., σελ. 5.
  3. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ἡ νέα μορφή ἐπικοινωνίας Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως – Πάπα Ρώμης καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Συνέχειες ή ἀσυνέχειες; http://blogs.auth.gr/moschosg/
  4. Καθ. Δ. Τσάκωνα, Ἀθηναγόρας ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ἰδεῶν, σελ. 95.
  5. “Council coming for Orthodox”, interview by Desmond O’ Grady, The National Catholic Reporter, in the January 21, 1977.Βλ. καί π. Πέτρου Heers (Χίρς), Ἀπό τήν Β΄ Βατικανή (1965) στήν Πανορθόδοξη Σύνοδο (Κρήτη 2016), http://www.romfea.gr/images/hirs.pdf
  6. Βλ. σχ. π. Πέτρου Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας,http://aktines.blogspot.gr/2016/03/heers.html.
  7. Ἡ ἐκλογή τοῦ Πάπα 23ου,http://www.kathimerini.gr/806488/article/epikairothta/kosmos

/h-eklogh-toy-papa-iwannh-23oy

  1. Ἡ ἐκλογή τοῦ Πάπα 23ου, ὅ.π.
  2. Βλ. σχ. Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ, Πρακτικά Β΄ Βατικανῆς Συνόδου.
    48. Βλ. σχ. π. Πέτρου Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας,http://aktines.blogspot.gr/2016/03/heers.html.
  3. π. Πέτρου Heers, ὅ.π.
  4. Κείμενο Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στό Porto Alegre, Φεβρουάριος 2006.
  5. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 10.
    52. Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου, Ἡ σχέση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς ἄλλους χριστιανούς, http://panorthodoxcemes.blogspot.gr/2016/06/2007.html
  6. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 10-11.
  7. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 11.
  8. Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, Ἐπιστολή πρός τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀναφορικά μέ τήν Μεγάλη Σύνοδο, ἀριθ. πρωτ. 755, 16-2-2016
  9. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ «ἄλλοι», Εἰσήγηση στήν ἡμερίδα τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Θείας λατρείας καί Ποιμαντικοῦ Ἔργου, Πεντέλη, 4.6.2010.
  10. Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world
  11. Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τάς λοιπάς χριστιανικάς ἐκκλησίας και ὁμολογίας ἐπί τῇ βάσει τῶν Πανορθοδόξων ἀποφάσεων, http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/08
  12. Ἀβύδου Κυρίλλου, Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον, http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/8579-abudou-kurillos-empisteuomai-tin-ekklisia
  13. Στυλιανοῦ Τσομπανίδη, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Οἰκουμενική Κίνηση: Μιά ἐκκλησιολογική προσέγγιση καθ’ ὁδόν πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/17.
  14. Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου, Συνέντευξη στόν δημοσιογράφο κ. Νίκο Παναγιωτόπουλο, http://flashnews.gr/post/272241/apokleistikh-synenteyksh-toy-ep-xristoypolews-sto-flashnews-meros-a
  15. Ὁμιλία Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, Ἐναρκτήρια Συνεδρίαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, 19 Ἰουνίου 2016, https://www.holycouncil.org/-/opening-archbishop-anastasios
  16. Ὁμιλία Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου, Ἐναρκτήρια Συνεδρίαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, 19 Ἰουνίου 2016, https://www.holycouncil.org/-/opening-archbishop-chrysostomos
  17. Γιώργου Βλαντῆ, Ὁ φόβος μπροστά στό Πνεῦμα, Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί οἱ φονταμενταλιστές, http://fanarion.blogspot.gr/2016/06/blog-post_78.html
  18. http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/6311-i-ixiri-apantisi-tis-athinas-sto-fanari
  19. Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ.φ. 1064, 25.2.1994.
  20. Ἐπιστολή Ἱερᾶς Κοινότητος Ἁγίου Ὄρους, 12/25 Μαΐου 2016.
  21. Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ.φ. 426, 10-10-1980.
  22. ὅ.π., ἀρ.φ. 440, 16-1-1981.
  23. ὅ.π., ἀρ.φ. 772, 15-1-1988.
  24. ὅ.π., ἀρ.φ. 1067, 18-3-1994.
  25. ὅ.π., ἀρ.φ. 1154, 22-12-1995.
  26. Συνέντευξη στόν Δημοσιογράφο Γιῶργο Τράγκα, στήν ἐκπομπή «Χωρίς ἀναισθητικό», https://www.youtube.com/watch?v=2Sg6uZnPtFw
  27. Ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 16/10/2009, http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/anakoinothenta.asp?id=1120&what_sub=announce
  28. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου,http://www.parembasis.gr/images/anakoinoseis/2016/NAYPA

KTOY_DIS_PARATHRHSEIS_M_

SYNODO-MAR2016.pdf

  1. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π.
  2. http://www.ecclesia.gr/epikairotita/main_epikairotita_next.asp?id=1819
  3. Κανονισμός Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, https://www.holycouncil.org/-/procedures
  4. Συνέντευξη Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου,http://www.lastampa.it/2016/06/07/vaticaninsider/eng/inquiri

es-and-interviews/the-panorthodox-council-is-an-historic-event-no-one-must-be-absent-WTlAVSXZ3omyacCGvpoJiO/pagina.html

  1. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Γιατί δέν ὑπέγραψα τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-239/4555-2016-06-30
  2. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π
  3. Μαρία Αντωνιάδου, Ὁλονύκτιο «παζάρι» γιά τή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, http://www.tovima.gr/society/article/?aid=810672
  4. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π.
  5. Μαρία Ἀντωνιάδου, Τό παρασκήνιο τῆς Συνόδου πού ἐξόρισε τούς Καθολικούς, http://www.tovima.gr/society/article/?aid=803331
  6. ὅ.π., http://www.tovima.gr/society/article/?aid=803331
  7. Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, Ἡ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἀρχή, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=812280
  8. Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, Ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος,http://www.kathimerini.gr/863416/opinion/epikairothta/politi

kh/h-panor8odo3os-synodos

  1. http://orthodoxia.info/news/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7/
  2. Victor Gaetan, Pan-Orthodox Council: Russian Absence Saves Ecumenical Patriarchate’s Status — for Now, http://www.ncregister.com/daily-news/pan-orthodox-council-russias-absence-saves-patriarchate-of-constantinoples/
  3. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Λίγο πρίν τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο,http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-240/4530-2016-06-11-amsoe
  4. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1989, σελ. 207.
  5. Ἀποκ. 6, 2.
  6. Πξ. 26,14

 

ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ: http://epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr/2016/09/blog-post_82.html

Advertisements

  Υπογραφές ορθοδόξων και αιρε- τικών: Αποδεχόμαστε κοινό βάπτισμα

     
Το 2007 υπογράφθηκε στο Μαγδεμβούργο της Γερμανίας η αναγνώριση του Βαπτίσματος τωναιρετικών καθώς και η μοναδικότητα και μη επανάληψη του από 11 «Εκκλησίες», δηλαδή όλες οι «ορθόδοξες» Επισκοπές της Γερμανίας μαζί με τιςαιρετικές ομάδες που οι «ορθόδοξοι» Οικουμενιστές αποκαλούν Εκκλησίες!

Και μια ερώτηση: Θα τολμήσουν οι ως άνω να υποστηρίξουν ότι ηαναγνώριση του βαπτίσματος των αιρετικών, αποτελεί αναγνώριση μόνομε την ιστορική του σημασία; Ποιόν δουλεύουν οι Οικουμενιστές και οι πεμπτοφαλαγγίτες «αντι-οικουμενιστές»;

Παραθέτουμε μεταφρασμένο απόσπασμα από την «Αλληλοαναγνώριση του Βαπτίσματος»  «ορθοδόξων»  και «αιρετικών “εκκλησιών”.

Μαγδεμβούργο 2007

«Σαν ένα σημάδι της ενότητας όλων των Χριστιανών ενώνει το Βάπτισμα με το Θεμέλιο αυτής της ενότητας, τον Ιησού Χριστό. Παρά τις διαφορές μας στην κατανοήση του τί εστι Εκκλησία, υπάρχει μεταξύ μας μία θεμελιώδης κατανόηση περί του Βαπτίσματος.

Γι’  αυτόν τον λόγο αναγνωρίζουμε κάθε Βάπτιση, που τελείται με βάση την Εντολή του Χριστού στον όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είτε με τη σημαδιακή πράξη της κατάδυσης είτε μεράντισμα και χαιρόμαστε για κάθε άνθρωπο που βαπτίζεται. Αυτή η αλληλοαναγνώριση του Βαπτίσματος είναι έκφραση  της βασισμένης στον Χριστό ενότητας (Εφ. 4, 4-6. Αυτό το αναγνωρισμένο Βάπτισμα είναι μοναδικό και δεν μπορεί να επαναληφθεί.

Ομολογούμε με το έγγραφο της Λίμα: Το ένα Βάπτισμα μας είναι «μία κλήση στις Εκκλησίες, να ξεπεράσουν τον χωρισμό τους και να κοινοποιήσουν ορατά την ενότητά τους» (Επιτροπή του Π.Σ.Ε. για την πίστη και το εκκλησιαστικό πολίτευμα, βάπτισμα, Ν. 6)»

Υπογράφουν:

Αιθιοποική-ορθόδοξη Εκκλησία της Γερμανίας

Αγγλικανική-επισκοπική Εκκλησία της Γερμανίας

Αρμένικη-Αποστολική Εκκλησία της Γερμανίας

Ευαγγελική-Παλαιομεταρρυθμισμένη Εκκλησία της Γερμανίας

Ευαγγελική-Αδελφότητα Χερρχουτερ της Γερμανίας

Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας

Ευαγγελική-Μεθοδική Εκκλησία της Γερμανίας

Παλαιοκαθολική Εκκλησία της Γερμανίας

Επιτροπή των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Γερμανίας (Πατριαρχεία Κων/πόλεως, Μόσχας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Αντιοχείας, Σερβίας, Γεωργίας, Εκκλησία της Ελλάδος.)

Ρωμαιοκαθολική εκκλησία της Γερμανίας

Αυτόνομη ευαγγελική-Λουθηρανική Εκκλησία της Γερμανίας

Οι υπογραφές:

Στο επόμενο έγγραφο η «Εργασιακή Ομάδα Εκκλησιών της Γερμανίας»λυπάται για το γεγονός «ότι Κουάκεροι, αντβεντιστές, Μεννονίτες καιάλλες μη βαπτισματικές Εκκλησίες δεν συμμετείχαν στην αναγνώριση»αλλά ελπίζει ότι θα βρεθεί λύση στο μέλλον!

Στο καταστατικό της «Εργασιακής  Ομάδας Εκκλησιών της Γερμανίας» διαβάζουμε επίσης τα ακόλουθα:

Από το καταστατικό της εργασιακής ομάδας χριστιανικών εκκλησιών Γερμανίας http://www.oekumene-ack.de/:

«Στην εργασιακή ομάδα χριστιανικών εκκλησιών της Γερμανίας συμμετέχουν οι εκκλησίες και οι εκκλησιαστικές κοινότητες, οι οποίες αναγνωρίζουν τον Χριστό με κριτήριο την Αγία Γραφή ως Θεό και σωτήρα και επιθυμούν μαζί, να εκπληρώσουν την αποστολή τους προς τιμήν του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κέντρο βάρους της εργασίας τους είναι η κοινή προσευχή (οικουμενική πνευματικότητα), η θεολογική ανάκλαση και ο θεολογικός συλλογισμός , η πρακτική της πίστης (η κινητοποίηση για την δικαιοσύνη, την ειρήνη και την προστασία του περιβάλλοντος), όπως και η επαφή με άλλες οικουμενικές οργανώσεις. »  Το διοικητικό συμβούλιο αποτελούν … ένας ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος,ένας ορθόδοξος Πρωτοπρεσβύτερος, (ο π. Κωνσταντίνος Μύρων, σύμβουλος του Πατριάρχη στο Κολυμπάρι), δύο ευαγγελιστές επίσκοποι (και για να μην χαλάσουμε το μήνυμα ισότητας)  και μία ευαγγελική επίσκοπος (την οποία το ορθόδοξο μέλος σίγουρα λόγω καταστατικού αναγνωρίζει ως κληρικό). Στα μέλη αυτής της οργάνωσης ανήκουν ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικούς και Ορθόδοξους οι Κόπτες, οι Αρμένιοι, οι κάθε είδους Προτεστάντες, οι Αγγλικανοί, οι Παλαιορωμαιοκαθολικοί, και σαν επισκέπτες μέλη ο σύνδεσμος ελευθέρων προτεσταντικών εκκλησιών, οι Μεθοδιστές, οι Πεντηκοστιανοί, οι Αντβεντιστές, οι Κουακέροι κλπ.».

………………………………………………………………………………..

Δ.Π.

ΠΗΓΗ.ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο οικουμενισμός ως προσπάθεια προσεγγίσεως είναι μία φενάκη.

——————————————–
Οι πρακτικές επιστήμες έχουν κάποια φυσιολογία ως βάση τους, η οποία είναι κοινή και αποδεκτή από όλους. Ένα σπίτι για να κατασκευασθεί χρειάζεται υλικά κάποιας αντοχής. Όπως και να σχεδιαστεί, από όποιον και να κατασκευασθεί, ότι υλικά και να χρησιμοποιηθούν κινούνται εντός ωρισμένων πλαισίων και λαμβάνουν υπ΄όψιν την φυσιολογία των υλικών. Τα ανθρώπινα όργανα έχουν μια φυσιολογία. Ότι και να προταθεί ιατρικώς για το συκώτι, από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη, λαμβάνει υπ΄όψιν του αυτήν την φυσιολογία η οποία είναι κοινή σε όλους.
Η ορθόδοξη χριστιανική φυσιολογία στηρίζεται στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση της διδασκαλίας των Πατέρων.
Η ρωμαιοκαθολική χριστιανική φυσιολογία στηρίζεται στον Πάπα.
Η προτεσταντική χριστιανική φυσιολογία στηρίζεται στον άνθρωπο και στην ατομική σχέση με τον Θεό.
Μπορεί να χρησιμοποιούν οι οικουμενιστές ίδιες λέξεις -Αγ. Γραφή, Εκκλησία, Βάπτισμα, Χάρις- είναι όμως μιας διαφορετικής φυσιολογίας.
Άλλη φυσιολογία έχει η Ορθόδοξη Αγ. Γραφή, άλλη η ρωμαιοκαθολική, άλλη η προτεσταντική (Εάν έρθει κανείς σε επαφή με ξένους θεολόγους βλέπει αυτήν την διαφορά).
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε σε ίδια βάση και ας λέμε ίδιες λέξεις. Άλλη η φυσιολογία ενός σάρκινου συκωτιού, άλλη η φυσιολογία ενός μεταλλικού συκωτιού, άλλη η φυσιολογία ενός πήλινου συκωτιού. Δεν υπάρχει η ίδια χριστιανική φυσιολογία.
Είναι έγκλημα να μην λέγονται αυτά από αυτούς που μετέχουν στους διαλόγους. Εύκολα τα καταλαβαίνει κανείς σε επαφές με ξένους. Πολύ περισσότερο να τους δωρίζουμε χαρακτηριστικά της Ορθοδόξου χριστιανικής φυσιολογίας, τα οποία άλλωστε οι ίδιοι δεν τα θέλουν, όπως έγινε στην Κρήτη. Κανείς ρωμαιοκαθολικός δεν θέλει να αφήσει την δική του φυσιολογία, ούτε προτεστάντης την δική του κατά τους διαλόγους. Τι νόημα έχει όταν συζητούν χρόνια με ίδιες λέξεις, για διαφορετικής φυσιολογίας πράγματα. Καμία απολύτως, αλλά και το χειρότερο μπολιάζουν την ορθόδοξη φυσιολογία με αλλότριες, όπως φαίνεται σε όσα υπογράφουν και δέχονται σε διαλόγους, καταστρέφοντας την αρτιότητα και της ορθοδόξου φυσιολογίας και όσων τυχόν τους ακολουθήσουν.

AΠΟΣΤΟΛΗ ΜΕ e-mail.Φ.Μ.

Παποκεντρικός Οικουμενισμός εις το περιβόλι της Παναγίας

PANAGIA PATRIOTISSA

Του κ. Παναγιώτου Κατραμάδου

Ο Οικουμενισμός κερδίζει νέο έδαφος, αυτή τη φορά στο Περιβόλι της Παν­αγίας, το Άγιον Όρος. Η Ορθόδοξος μαρτυρία νεκρά εν πολλοίς, η προς το χείρον άμβλυνσις της συνειδήσεως ανεπαισθήτως εξαπλούται υφάλως, ο συγκρητιστικός δούρειος ίππος του Οικουμενισμού εισήχθη εντός των τειχών, ο πολυμήχανος Οδυσσεύς Συνοδική μαγγανεία φιμώσας, εκπορθήσαι πειράται Αγίων το σύστημα, ο εστίν Εκκλησία· πλην και νυν, ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν, ότι «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν», τις ποτέ Χριστόν νενίκηκεν; Ολίγον καιρόν έχουσιν οι ματαιόδοξοι και όψονται του λόγου το πλήρωμα υπό του ακρογωνιαίου λίθου συντετελεσμένον επ’ αυτοίς, ήτοι «εφ’ ον δ᾽ αν πέση, λικμήσει αυτόν»· κοσμικής δόξης γλιχόμενοι λησμονούσιν ότι «δια δε τους εκλεκτούς κολοβωθήσονται αι ημέραι εκείναι» και τα έργα αυτών, ως γέγραπται. Τι δε το αναμένον αυτούς μετά το πικρόχαρον του θανάτου; Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος.

Ως έγινε γνωστόν, ήδη κυκλοφορεί και εντός Αγίου Όρους βιβλίον με τίτλον ο “Άγιος της Πολιτικής”. Το βιβλίον αυτό αναφέρεται εκ πρώτης όψεως εις τον πρώτον Κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά εσωτερικά επεκτείνεται και σε πλείστα Εκκλησιολογικά θέματα, περιέχον ποικίλη ύλη, με πολλά επώνυμα πρόσωπα και εικόνες σχετικά με την ανάγκη προβολής ενός πολιτικού ηγέτου σύμφωνα με το πρότυπο του Ιωάννου Καποδίστρια.

Ταυτόχρονα, με παράλληλη ανάπτυξη προβάλλει σταδιακά Οικουμενιστικές θέσεις όπως η “άρσις των αναθεμάτων του 1965”, η απόφανσις της Β’ Βατικανής Συνόδου με την γνωστή επωδό “ίνα ώσιν εν”, λόγους του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’ περί ενότητας των Εκκλησιών και τις γνωστές αξιολογικές κρίσεις του Οικουμενισμού όπως: “αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού, υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054”.

Ομιλεί με την γνωστή γλώσσα περί διασπασμένης Εκκλησίας με διατυπώσεις όπως: “Διάσπαση του Χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του Ίδιου του Σώματος του Χριστού”.

Περιέχει πολλές εικόνες της Αναγεννήσεως και άλλες Ορθόδοξες χωρίς διαφοροποίηση μεταξύ αιρέσεως και Ορθοδόξου ευσεβείας, αρκετές από αυτές είναι απαράδεκτες Εκκλησιολογικά η και βλάσφημες, εξ αυτών δε μία είναι της Παναγίας  με τι­τλο “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα”, μία καινοφανής απεικόνισης της Θεοτόκου ως κηρύττουσα την ένωση Ορθοδόξου Εκκλησίας και Βατικανού, στη θεολογική βάση του διατά­γματος περί Οικουμενισμού της Β’ Βατικανής Συνόδου, περί αποκαταστάσεως της «κοινωνίας των διϊσταμένων αδελφών με τον διάδοχο του Πέτρου, ίνα πάντες εν ώσιν!».

Αυτό δε το κήρυγμα του παποκεντρικού Οικουμενισμού, καθώς λέγουν μετ’ εμφάσεως οι συγγραφείς του βιβλίου, είναι δέησις της Θεοτόκου προς τον Χριστόν και μάλιστα είναι και εσχατολογική “παρακαταθήκη” του Χριστού, αλλά ταυτόχρονα και “παρακαταθήκη” του αγίου γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου και συνάμα “παρακαταθήκη” του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια.

Το βιβλίο αυτό είναι μία έκδοσις της εταιρείας ΕΛΑΙΑ Α.Μ.Κ.Ε με έδρα τον Πειραιά και διεύθυνση:

Πατριάρχου Ιωακείμ 39 Τ.Κ. 18539 Πειραιάς.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ο κ. Ιωάννης Κορνιλάκης διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΕΛΑΙΑ και πρόεδρος αυτής ο Αγιορείτης ιερομόναχος π. Γεώργιος Αλευράς με τόπο διαμονής την Ι. Σκήτη Καυσοκαλυβίων της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους. Η εικόνα αυτή βρίσκεται στο προσκυνητάρι της Καλύβης Ζωοδόχου Πηγής Καυσοκαλυβίων, όπου και αυτός διαμένει.

Η έμπνευση και ο σκοπός της πρωτοφανούς “εικόνος” σύμφωνα με το συναφές σύγγραμμά τους “ο Άγιος της Πολιτικής”, αποδίδεται από τους ιδίους συνοπτικά στο απόσπασμα: (σελίδα 694, του βιβλίου).

“Η εξαιρετική και ιστορική ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ  στὶς 12 Σεπτέμβρη 2006, την οποίαν αγνοούσαμε, πήρε την ολοκληρωτική της μορφή ενάμιση μήνα αργότερα στις 30 Νοέμβρη 2006, στο κοινό ανακοινωθέν που εκφωνήθηκε κατά την επίσημη συνάντησή του στη Κωνσταντινούπολη, με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο: Προτρέπομεν τους πιστούς ημών να αναλάβουν ενεργόν ρόλον, εις την διαδικασία προς την πλήρη ενότητα, δια της προσευχής και δια σημαντικών ενεργειών.

Η εικόνα σύμβολο της Παναγίας Ίνα ώσιν Εν της Πατριώτισσας και παρακαταθήκη του Χριστού, του Ιωάννη Καποδίστρια και του Γέροντα Πορφυρίου είναι προσευχή και η ενασχόληση και δραστηριότητα απέναντι σε αντίξοες συνθήκες, για την ανάδειξη της παγκόσμιας Αγίας μορφής του Ιωάννου Καποδίστρια, ας μη αμφιβάλει κανείς ότι είναι μία σημαντική ενέργεια”.

Η Βατικάνειος ερμηνεία της φράσης “ίνα ώσιν εν” εκφαίνεται με σαφήνεια τόσο στην εικόνα όσο και σε αποσπάσματα, όπως:

“Η πρώτη του και ταυτόχρονα τελευταία επιστολή του Καποδίστρια προς τον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ήταν στις 25 Νοέμβρη 1827 με το παλαιό ημερολόγιο και 7 Δεκέμβρη 1827 με το νέο. Εκατό τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 7 Δεκέμβρη 1965 με το νέο ημερολόγιο, Ανατολή και Δύση, Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, Ανατολική Ορθόδοξη εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική, Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και Πάπας Παύλος ΣΤ’, κάνουν το πρώτο βήμα προς το ευαγγελικό, Ίνα ώσιν εν, αίροντας τα ένθεν κακείθεν αναθέματα των δύο εκκλησιών από το 1054 (σελ. 186).

Η Οικουμενιστική αιρετική θεώρηση της Εκκλησίας ως διηρημένης, αποδίδεται με σαφή και κατηγορηματικό λόγο, στο απόσπασμα:

“Τα σύμβολα της Χριστιανοσύνης είναι προσευχή και εργασία ταυτόχρονα. Προσευχή εις Χριστόν και εργασία δια Χριστόν. Αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού, υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054. Ο συμβολισμός του τρομαχτικός. Διάσπαση του Χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του Ίδιου του Σώματος του Χριστού (σελ. 691).

Στην εικόνα “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” εικονίζεται στην δεξιά χείρα της Θεοτόκου το Βατικανό ως “Άγιος Πέτρος Ρώμης” και στη αριστερά η Ορθόδοξος Εκκλησία ως “Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολη” και άνωθεν ο Χριστός επευλογών την ένωση των “Εκκλησιών” με την φράση: «ίνα ώσιν εν».

Το “δεξιά” ασφαλώς, δηλώνει σαφώς το παπικό πρωτείο, δηλαδή ένωση υπό τον διάδοχο του Πέτρου, δηλαδή με αρχηγό τον Πάπα. Η οποία είναι και η μόνη, πρώτη βασική προϋπόθεση που θέτουν οι Παπικοί, όλα τα άλλα γι’ αυτούς είναι δεύτερα.

Στο κέντρο της εικόνος παριστάνεται ο χάρτης της Ελλάδος και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ως συνευδοκών!, ο προφητικώς ειπών «τον Πάπα να καταράσθε, ότι αυτός θα είναι η αιτία». Εδώ έχομε την γνωστή τακτική του Οικουμενισμού να εγκολπώνεται τα πάντα ψευδοϋποκριτικώς, ως ποικίλον δέρμα παρδάλεως.

Εμφανίζονται επίσης επί της εικόνος ο Τίμιος Πρόδρομος, ο προφήτης Ηλίας, οι Άγιοι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Γεώργιος και Δημήτριος. Όλοι μαζί κηρύττουν: Παπισμός – Ορθοδοξία – “ίνα ώσιν εν”!

Το βιβλίο αυτό και η εικόνα “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” διαμοιράζεται από την ΕΛΑΙΑ ΑΜΚΕ σε πλείστα όσα Εκκλησιαστικά, πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα, αλλά και στον πρέσβυν του Βατικανού στην Αθήνα.

Οι συγγραφείς έχουν μία εργώδη δραστηριότητα σε Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Μόσχα, Κύπρο, Ελλάδα και αλλού· αλλά και στο διαδίκτυο (όπως site Ρομφαία, η άλλα).

Μέσα στο βιβλίο αυτό μεταξύ των άλλων υπάρχει και ένα απόσπασμα μνημειώδους κακοδόξου ερμηνευτικής αποδόσεως του χωρίου «ίνα ώσιν εν».

“Ίνα ώσιν εν, προσευχή του Χριστού προς τον Πατέρα, Ίνα ώσιν εν, στάση ζωής από τον πρώτο μας Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, Ίνα ώσιν εν, Τάμα του Έθνους – Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρα Χριστού στο Μήλεσι Αττικής, Ίνα ώσιν εν, Άξιόν Εστι Οδυσσέας Ελύτης – Μίκης Θεοδωράκης. Τα πάντα είναι ένα, όλα ένα είναι, όλα προς το ένα κυλάνε, όλα προς το ένα τείνουν, όλα στο ένα θε να συν­αντηθούνε. Από τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη, τον Μωυσή, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Χριστό, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Ελύτη, τον Θεοδωράκη, Εσάς, Εμένα, τους Επόμενους, Άξιόν Εστι, Γένεση, Πάθη. Δοξαστικόν μέρη τρία κι όμως ένα Άξιόν Εστι, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, ο μελωδός και ο “αγιογράφος”, δυό κι όμως μία δημιουργία αχώριστη στον αιώνα. Ταύτιση μορφής και ψυχής, ύλης και πνεύματος, Ίνα ώσιν εν. Οι μνήμες να επανέλθουν, οι αιώνες να προβληθούν ξανά, οι ψυχές ν’ αφυπνισθούν, να μη χαθούν, να γίνουν ένα με το Ρωμαίϊκο νταού­λι και το Ευαγγέλιο, και να χορέψουν και για τους καημούς που μας ολοκληρώνουν, αλλά και για τις ελπίδες που χαρίζουν όραμα, τη δύναμη για ένα βήμα παρακάτω με Χριστό, Ιωάννη Καποδίστρια, Γέροντα Πορφύριο, Ελύτη, Θεοδωράκη” (Απόσπασμα από την σελ. 655).

Καθώς προκύπτει από το σύγγραμμά τους, έχουν βαθειά πεποίθηση ότι εργάζονται προς “δόξαν Θεού” και θεωρούν τον προς αυτούς ορθόδοξον αντίλογον ως πλάνη η και αίρεση! ως ρητώς υπαινίσσονται, αντιλέγουσα στην “παρακαταθήκη” του Χριστού, του γέροντος Πορφυρίου και του Καποδίστρια για την επίτευξη του “ίνα ώσιν εν”, ως εσχατολογική προϋπόθεση για την εποίκησιν της Άνω Ιερουσαλήμ, καθώς λέγουν.

«(εγώ ειμί η οδός), λιμάνι σωτηρίας η Άνω Ιερουσαλήμ και μέσο η ενότητα της ανθρωπότητας, Ίνα ώσιν Εν. Μία ενότητα κατά τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ , που καθοριστική συμβολή θα έχει η κατανόηση και εφαρμογή του Ορθού αρχαιοελληνικού Λόγου των Ευαγγελίων. Υπό του πρίσματος αυτού η εικόνα σύμβολο, και ταυτόχρονα παρακαταθήκη Παναγία Ίνα ώσιν Εν η Πατριώτισσα, ενδεχομένως προσλαμβάνει αιώνιες διαστάσεις απ’ τη Δημιουργία και τον αποχωρισμό του ανθρώπου απ’ τον κήπο της Εδέμ, και ίσως ακόμη και εσχατολογικές προεκτάσεις. Υποδηλώνει την εσωτερική ενότητα όλων των λαών της γης σε όλες τις επίγειες Πατρίδες, και στην συνέχεια στην εξωτερική ενότητα όλων των λαών μέσα από την κοινή αλήθεια της πίστης στον Λόγο, που θα αποβλέπει στον ουράνιο λιμένα, στην ουράνια Πατρίδα, στην κοινή Πατρίδα όλων την Άνω Ιερουσαλήμ, την οποίαν θα εποικίσουμε όταν επιτευχθεί το, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν. “Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη, τώρα πορεύομαι” (Άξιόν Εστι, Οδυσσέα Ελύτη). (Απόσπασμα από την σελ. 695).

Σε όλους εμάς τους πιστούς που προσβλέπουμε στο Άγιον Όρος, το σεβόμεθα και το αγαπούμε ως προμαχώνα και στυλοβάτη επί αιώνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τα παραπάνω δυσσεβή, εύλογα γεννώνται πολλά ερωτηματικά, που η ορθόδοξος συνείδησις αδυνατεί να ερμηνεύση η να ατενίση καταφατικά.

Μπορεί άραγε ο καθένας να εικονογραφή μία νέα εικόνα της Θεοτόκου και του Κυρίου με ένα νέο θεολογικό περιεχόμενο που έχει ως δική του οραματική έμπνευση, πριν η μετά την ομιλία προτροπή ενός Πάπα;

Τότε πως μπορεί να υπάρξη η Ιερή παράδοση εικονογραφίας της Εκκλησίας, η οποία διατηρήθηκε 2000 χρόνια ως τώρα χωρίς αλλοίωση, εάν αποδεχθούμε μια τέτοια καινοφανή αντιπαραδοσιακή εικόνα στο προσκυνητάρι ιερών ναών;

Η εικόνα αυτή της Θεοτόκου σαφώς ομιλεί περί Εκκλησιών, περί διασπασμένης (διηρημένης) Εκκλησίας, περί Ενώσεως της Εκκλησίας μετά του Παπισμού.

Δεν είναι άραγε, η αίρεσις του Οικουμενισμού που επίσης ομιλεί περί Εκκλησιών, περί διασπασμένης (διηρημένης) Εκκλησίας, περί “Ενώσεως”, περί της “των πάντων Ενώσεως”; Δεν είναι δηλαδή ένα και το αυτό κήρυγμα;

Κήρυξ του Οικουμενισμού καθίσταται άρα η Θεοτόκος; Ψευδοπροφήτης!

Είναι η Θεοτόκος στέργουσα προς την εικόνα αυτή; αληθώς, δηλαδή, δέεται η Θεοτόκος να ενωθούμε με τους Παπικούς;

Διότι εάν, ως και βεβαίως, η Θεοτόκος δεν αναπέμπει τέτοια δέηση, τι είδους ψεύδος είναι αυτό; Να εμφανίζεται η Θεοτόκος κήρυξ του Οικουμενισμού!

Ψεύδος επί της παναμώμου Παρθένου, της Παγκοσμίου δόξης της Εκκλησίας; και ως τοιούτον ψεύδος πως γίνεται να υπάρχει στο προσκυνητάρι της Εκκλησίας και μάλιστα στο «ιερό» του Αγίου Όρους, στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων;

Δεν θεωρεί πλέον η Θεοτόκος τους Παπικούς, εχθρούς του Υιού της και Εαυτής, τώρα δηλαδή οι εχθροί της έγιναν Εκκλησία;

Ασφαλώς τότε οι Ζωγραφίται Οσιομάρτυρες, οι Βατοπαιδινοί, οι Ιβηρίτες, ο Άγιος Οσιομάρτυς Κοσμάς μαρτύρησαν από πλάνη!; Διότι οι Παπικοί δεν αναίρεσαν καμμία αίρεσή τους, αλλά απεναντίας και προσθέτουν συνεχώς.

Πόθεν έλαβον οι εμπνευστές της εικόνος την πληροφορία αυτήν, ότι η Θεοτόκος αναπέμπει τέτοια δέηση προς τον Κύριον;

Τον Αύγουστο του 2006, ως λέγουν, λίγο πριν την “βαρυσήμαντη και ιστορική σε περιεχόμενο ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’ στις 12 Σεπτέμβρη 2006” (σελ. 692 του βιβλίου); Πριν το 2006 δεν ανέπεμπε αυτήν την δέηση η Θεοτόκος; Τι άλλαξε το 2006; περίμενε η Θεοτόκος την ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’;

Εάν όχι, πότε άρχισε αυτήν την δέηση;

Προ των ημερών του Πατριάρχου Βέκκου; μετά το αιρετικό δόγμα των Παπικών περί ασπίλου συλλήψεως και άνευ θανάτου ενσωμάτου αναλήψεώς της; Άραγε μήπως μετά την λεγομένη “άρση των αναθεμάτων” του 1965;

Ποιά τα φοβερά “θεολογικά” μηνύματα που εκπέμπει η “εικόνα” αυτή;

Είναι το Βατικανό Εκκλησία; (διότι το εικονίζει ως Εκκλησία, δεξιά με πρωτείον)

Είναι διηρημένη η Εκκλησία; (διότι εικονίζει δύο Εκκλησίες)

Δεν ισχύει πλέον το ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως: «Εις μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν εκκλησίαν»; Το μίαν σημαίνει αδιαίρετον.

Εάν ισχύη ακόμη, τότε ασφαλώς η μία εκ των δύο εικονιζομένων στην εικόνα αυτή είναι αιρετική εκκλησία. Πως λοιπόν, αιρετική εκκλησία στην δεξιά χείρα της Θεοτόκου;

Δεν έχουμε άρα εκπλήρωση και εδώ του προφητικού λόγου της Αγίας Γραφής· «το βδέλυγμα της ερημώσεως, εστώς εν τόπω αγίω»; Δεν είναι τόπος άγιος αι χείραι της Θεοτόκου; Δεν είναι η αίρεσις βδέλυγμα της ερημώσεως;

Προσκυνείται το βδέλυγμα της ερημώσεως; Συμπροσκυνείται μετά της Θεοτόκου;

Και όλα αυτά τα επευλογεί ο Χριστός; και μάλιστα με τον ποιό επιτακτικό τρόπο ως δική του εσχατολογική “παρακαταθήκη” – «ίνα ώσιν εν». Αυτό το τελευταίο ψεύδος ασφαλώς είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, διότι τίθεται νοηματικά στην εικόνα ως νεοπροφητικός λόγος: «τάδε λέγει Κύριος, ενωθείτε με τους Παπικούς»;!.

Μετενόησαν οι Παπικοί; Έδειξαν δείγματα μετανοίας; Ασπάσθησαν την Ορθοδοξίαν; Αναθεμάτισαν την αίρεσή τους; Ουδαμώς, αντιθέτως πανταχού και γυμνή τη κεφαλή κηρύττουν την Πανθρησκεία. Δεν είναι αυτός λόγος του Ψευδοπροφήτου; Δεν είναι ο Παπισμός Ψευδοπροφήτης και νυμφαγωγός εις Αντίχριστον; Ποιά εικόνα σκιαγραφεί ο Παποκαισαρισμός, το πρωτείον, το αλάθητον, η αίρεσις (ψεύδος)· δεν είναι αυτά ο χαρακτήρ του θηρίου;

Πως άρα η “εικόνα” αυτή με βάση το θεολογικό της περιεχόμενο είναι αποδεκτή η προσκυνητή;

Εάν δεν είναι προσκυνητή, πως εικών της Θεοτόκου; και εάν εικών της Θεοτόκου πως μη προσκυνητή; προς ποίους τότε ίσταται το ανάθεμα της Ζ’ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, επί των βεβηλούντων τας σεπτάς και αγίας εικόνας;

Πόθεν άραγε προέκυψαν όλα αυτά τα ερωτήματα;

Αναμφιβόλως, διότι οι συγγραφείς είχον την «εκ βαθέων» “έμπνευση”, να αναμείξουν τα άμεικτα, τα μη δεχόμενα μηδαμώς μείξιν, κατά τον λόγον της Αγίας Γραφής· «τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου; τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;»

Μπορεί επομένως αυτή η “εικόνα” να τεθή εντός ιερού ορθοδόξου Ναού, όπου τελείται θεία Λειτουργία;

Θα κατέβει το Πνεύμα το Άγιον να καθαγιάση τα Τίμια Δώρα;

Η Θεοτόκος αρνείται να εισέλθη στο κελλίον του Αββά Κυριακού της Λαύρας του Καλαμώνος, λέγουσα προς αυτόν, «τον εχθρόν μου έχεις εντός και θέλεις να εισέλθω;»· καθότι αγνοών είχε ο αββάς εντός του κελλίου του δύο λόγους του Νεστορίου. Εάν λοιπόν δεν εισέρχεται η Θεοτόκος, όπου υπάρχουν αιρετικά βιβλία πως θα κατέλθει η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις ναόν, όπου υπάρχει αυτή η εικόνα Παποκεντρικού Οικουμενισμού υπό της Θεοτόκου!. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εσφαλμένα χαρακτήρισε τον Οικουμενισμό Παναίρεση; Εάν ναι, πως υπάρχει η εικόνα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στον ιερό ναό του Αγίου Ανδρέου στην ομώνυμη Σκήτη του Αγίου Όρους;

Εάν όχι, πως υπάρχει η “εικόνα” “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” στην Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής Καυσοκαλυβίων, Οικουμενισμόν κηρύττουσα; Η παναίρεσις του Οικουμενισμού έχει αναθεματισθή υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεραφείμ Πειραιώς, την Κυριακή της Ορθοδοξίας 2012.

«Τοις κηρύσσουσι και διδάσκουσι την παναίρεσιν του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητιστικού Οικουμενισμού, ανάθεμα». Εφόσον λοιπόν η παναίρεσις του διαχριστιανικού συγκρητιστικού Οικουμενισμού έχει αρχιερατικόν ανάθεμα πως γίνεται να εμφανίζεται ως δέησις της Θεοτόκου; Γραφικώς, «απορώ και εξίσταμαι»· φοβερόν γαρ το λογοθέσιον εν Ημέρα δικαιοκρισίας Θεού, εκεί όπου μόνον η Αλήθεια μπορεί να ίσταται, συγκαταβάσει δε Θείου ελέους και η αληθινή προ του θανάτου μετάνοια παρίσταται, πάντα τα λοιπά αστέκτω πυρί ετασθήσονται, τρόμος και κλόνος τότε αδιήγητος προς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος, τακήσονται γαρ ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Άραγε οι άλλοι Αγιορείτες μοναχοί γνωρίζουν αυτά που συμβαίνουν στο Περιβόλι της Παναγίας; Διότι εάν αυτά συμβαίνουν στο Περιβόλι της εν επιγνώσει και αδιαμαρτύρητα, τότε μήπως πνευματικώς εγγύς ίσταται η πρόρρησις της Παναγίας Πορταϊτίσσης; «Απορώ και εξίσταμαι»· εντός Αγίου Όρους από Αγιορείτες μοναχούς στο Περιβόλι της Θεοτόκου την οποίαν πάντες οι Αγιορείτες έχουν ως Έφορον και Δέσποινα Υπέρμαχον προστάτιδα, οίτινες νυκτός και ημέρας διαπαντός εν προσ­ευχαίς αδολεσχούσι επί τω αγίω ονόματι αυτής. Αλλά ιστορικώς ουκ άπορον το γεγονός ότι και εν αποστόλοις ου πάντες απόστολοι, αλλά και ψευδαπόστολοι και Ισκαριώται. Αληθώς και κυρίως έρχεται εις τον νουν, η φράσις του Κυρίου: «ει ουν το φως το εν σοι σκότος εστι, το σκότος πόσον;».

Ευχόμεθα να φωτίζη πάντας ημάς η Θεοτόκος εις αυτογνωσίαν έκαστον και ποία είναι αληθώς τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών, προ πάντων δε να φυλάττη ημάς από πάσης πλάνης και απατηλής μεθοδείας του διαβόλου, όστις σερβίρει το δηλητήριόν του πάντοτε με ωραίον περιτύλιγμα, ίνα ευπαράδεκτον γίνεται. Στον Οικουμενισμό το ωραίον αυτό περιτύλιγμα είναι η “ειρήνη”, η “αγάπη”, η “ενότης των λαών” σε “μία πίστη”, σε “μία θρησκεία”, σε ένα “πατέρα”, σε ένα “θεό”. Το δηλητήριον όμως είναι ότι αυτός ο ένας “θεός” δεν είναι ο αληθινός Θεός και η προς αυτόν αληθινή πίστις, αλλά ο διάβολος εν προσώπω του ερχομένου Αντιχρίστου. Γρηγορείτε, καλή μετάνοια, εγγύς γαρ ο καιρός της δικαίας οργής επί πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. Τέλος του μυστηρίου της ανομίας η Πανθρησκεία, ο έσχατος Αντίχριστος και η γέεννα του πυρός της αιωνίου κολάσεως. Τέλος του μυστηρίου της ευσεβείας η αιώνιος ζωή της βασιλείας του Θεού, Πατρός Υιού και Πνεύματος Αγίου. Αμήν.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

MaximosOmologitis_IdikiMas

Εἶναι ἄξιον προσοχῆς καί πρέπει νά ἀναφερθῆ ὅτι ὅλη σχεδόν ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἦτο ἕνας συνεχής ἀγῶνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί μία διαρκής ἀποτείχισις ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του. Ἀπέθανε δέ στήν ἐξορία ἀπό τίς κακουχίες καί τά μαρτύρια, ἐνῶ τοῦ εἶχαν κόψει τό δεξί χέρι καί τήν θεολόγον γλῶσσαν καί ἐνῶ τόν εἶχαν καθαιρέσει καί ἀναθεματίσει λόγῳ τῆς ἀδιαλλαξίας του νά μή δεχθῆ νά ὑπογράψη τόν λεγόμενον «Τύπον», ὁ ὁποῖος ἦτο μία ἔκθεσις πίστεως ἡ ὁποία εὐνοοῦσε καί ὑπέθαλπε τήν αἵρεσι τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου καί τό ὅτι δέν ἤθελε καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Πατριάρχη καί τή Σύνοδο ἦτο κάτι πού ἐξόργιζε τούς ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς ἄρχοντες, διότι μέ τήν στάσι του αὐτή παρέσυρε πολλούς νά τόν μιμηθοῦν καί νά μήν ὑποταχθοῦν στήν αἵρεσι καί τοιουτοτρόπως ἐγίνετο ὁδηγός τῶν Ὀρθοδόξων ἐν λόγοις καί ἔργοις. Αὐτό εἰπώθηκε καθαρά ἀπό τούς ἄρχοντες στή συζήτησί των μέ τόν ὅσιο προσπαθῶντας νά τόν πείσουν νά ἀλλάξη γνώμη: «Ὁ δέ κῦρις Σέργιος εἶπεν αὐτῷ ὅτι πολλάκις ἦλθον εἰς τό κελλίον σου εἰς Βέββας καί ἠκροασάμην τῆς διδασκαλίας σου, καί ὁ Χριστός ἔχει βοηθῆσαί σοι καί μή ἀγωνιάσῃς. Εἰς ἕν δέ μόνον λυπεῖς πάντας, ὅτι πολλούς ποιεῖς χωρισθῆναι τῆς κοινωνίας τῆς ἐνταῦθα Ἐκκλησίας. »Ἔστι τις ὁ λέγων, εἶπεν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶπον, Μή κοινωνήσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Βυζαντίων; »Ἀπεκρίθη ὁ κῦρις Σέργιος · αὐτό τοῦτο, τό σε μή κοινωνεῖν, μεγάλη πρός πάντας ἐστί φωνή, μή κοινωνῆσαι. »Καί εἶπεν ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος · Οὐδέν βιαιότερον συνειδότος κατηγοροῦντος, καί οὐδέν τούτου συνηγοροῦντος παρρησιαστικώτερον» (ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 15Γ, 96). Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι μόνη ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου ἦτο παράδειγμα πρός μίμησι καί χαλινός τῆς αἱρέσεως, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος, ὅπως ἀναφέρει, δέν τό ἔλεγε μέ τά λόγια.

Σέ ἄλλη συζήτησι προσπαθῶντας οἱ ἄρχοντες νά τόν μεταπείσουν κάνουν μέ τόν ὅσιο τήν ἑξῆς συζήτησι: «Τότε λέγει πρός αὐτόν ὁ ἔπαρχος · Κοινωνεῖς τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν ὧδε, ἤ οὐ κοινωνεῖς; »Ἀπεκρίθη καί εἶπεν · Οὐ κοινωνῶ.

»Λέγει αὐτῷ · Διά τί;

»Ἀπεκρίθη ·Ὅτι ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους.

»Καί εἶπεν · Ἐάν ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους, πῶς εἰς τά δίπτυχα ἀναφέρονται;

»Καί λέγει · Καί τίς ὄνησις ὀνομάτων, τῶν δογμάτων ἐκβεβλημένων;

»Καί δύνασαι, ἔφη, τοῦτο δεῖξαι;

»Καί εἶπεν · Ἐάν λάβω ἄδεια καί κελεύετε, δειχθῆναι ἔχω τοῦτο πάνυ εὐχερῶς.

»Καί σιωπησάντων αὐτῶν, λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος · Διατί ἀγαπᾷς τούς Ρωμαίους, καί τούς Γραικούς μισεῖς;

»Ἀποκριθείς ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος, εἶπε · Παραγγελίαν ἔχομεν, τοῦ μή μισῆσαί τινα. Ἀγαπῶ τούς Ρωμαίους ὡς ὁμοπίστους, τούς δέ Γραικούς ὡς ὁμογλώσσους.

»Καί πάλιν λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος · Πόσων ἐτῶν λέγεις ἑαυτόν;

»Ἀπεκρίθη: Ἑβδομήκοντα πέντε» (Φιλοκαλία 15Γ, 102).

Οἱ συζητήσεις αὐτές μέ τούς αἱρετικούς πού προαναφέραμε ἐγίνοντο εἰς τά ἀνάκτορα εἰς τά ὁποῖα μετέφερον κάθε τόσο τόν ὅσιο ἀπό τήν φυλακή, μετά δηλαδή τήν πρώτη ἐπάνοδό του ἀπό τήν ἐξορία. Ἀπό τήν ἐξορία τόν μετέφεραν διά νά ἰδοῦν ἄν ἐπείσθη νά ὑπακούση στίς βασιλικές καί πατριαρχικές ἐντολές. Θά μεταφέρωμε μία ἀκόμη πολύ χαρακτηριστική συζήτησι τοῦ ὁσίου ἀπό αὐτήν τήν περίοδο, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ «ὡς δρόσος Ἀερμών» γιά τίς ἡμέρες μας, ἄν βεβαίως εἴχαμε κάτι ἐλάχιστο ἀπό τό φρόνημα τοῦ ἁγίου: «Kαί τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ περί τήν αὐτήν ἀφήν τοῦ λύχνου, Τρώϊλος ὁ πατρίκιος καί Σέργιος ὁ Εὐκρατᾶς, ὁ ἐπί τῆς τραπέζης τῆς βασιλικῆς, παρεγένοντο πρός τόν δοῦλον Θεοῦ τόν γέροντα, καί καθίσαντες ἐκέλευσαν καί αὐτόν καθίσαι, καί εἶπον πρός αὐτόν · Εἰπέ ἡμῖν, κῦρι ἀββᾶ, τήν μεταξύ σοῦ καί Πύρρου γενομένην ἐν Ἀφρικῇ καί Ρώμῃ περί τῶν δογμάτων κίνησιν, καί ποίοις αὐτόν ἔπεισας ἀναθεματίσαι τό δόγμα τό ἴδιον, καί τῷ σῷ συνθέσθαι. Καί ἀφηγήσατο αὐτοῖς πάντα καθεξῆς, ὅσα ἡ μνήμη ἀνέσωσε.

»Καί τοῦτο εἶπεν, ὅτι Ἐγώ δόγμα ἴδιον οὐκ ἔχω, ἀλλά τό κοινόν τῆς Ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς. Οὐ γάρ ἐκίνησα φωνήν τήν οἱανοῦν, ἵνα ἴδιόν μου λέγηται δόγμα.

»Καί μετά τήν ἀφήγησιν λέγουσιν αὐτῷ · Οὐ κοινωνεῖς τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως;

»Καί εἶπεν · Οὐ κοινωνῶ.

»Διά ποίαν οὐ κοινωνεῖς αἰτίαν; εἶπον.

Ἀπεκρίθη · Ὅτι τάς ἁγίας τέσσαρας συνόδους ἐξέβαλον διά τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενομένων ἐννέα κεφαλαίων, καί διά τῆς ἐν ταύτῃ τῇ πόλει γενομένης παρά Σεργίου Ἐκθέσεως, καί διά τοῦτο προσεχῶς ἐπί τῆς ἕκτης ἰνδικτιῶνος ἐκτεθέντος Τύπου, καί ὅτι, ἅπερ ἐδογμάτισαν διά τῶν κεφαλαίων, διά τῆς Ἐκθέσεως κατέκριναν · καί ἅπερ ἐδογμάτισαν διά τῆς Ἐκθέσεως, διά τοῦ Τύπου ἠκύρωσαν, καί καθεῖλαν ἑαυτούς τοσαυτάκις. Οἱ τοίνυν ὑφ’ ἑαυτῶν κατακριθέντες καί ὑπό τῶν Ρωμαίων, καί τῆς μετά ταῦτα ἐπί τῆς ὀγδόης ἰνδικτιῶνος γενομένης συνόδου καθαιρεθέντες, ποίαν ἐπιτελέσουσι μυσταγωγίαν · ἤ ποῖον πνεῦμα τοῖς παρά τῶν τοιούτων ἐπιτελουμένοις ἐπιφοιτᾷ;

…………………………………………………………………

»Καί λέγουσιν αὐτῷ · Σύ μόνος σώζῃ καί πάντες ἀπόλλυνται;

»Καί εἶπεν · Οὐδένα κατέκριναν οἱ τρεῖς παῖδες μή προσκυνήσαντες τῇ εἰκόνι, πάντων ἀνθρώπων προσκυνούντων. Οὐ γάρ ἐσκόπουν τά τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἐσκόπων ὅπως ἄν αὐτοί μή ἐκπέσωσι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας. Οὕτω καί Δανιήλ βληθείς εἰς τόν λάκκον τῶν λεόντων, οὐ κατέκρινέ τινα τῶν μή προσευξαμένων τῷ Θεῷ κατά τό θέσπισμα Δαρείου, ἀλλά τό ἴδιον ἐσκόπησε · καί εἵλετο ἀποθανεῖν καί μή παραπεσεῖν τῷ Θεῷ καί ὑπό τῆς ἰδίας μαστιγωθῆναι συνειδήσεως, ἐπί τῇ παραβάσει τῶν φύσει νομίμων. Κἀμοί οὖν μή δῷ ὁ Θεός κατακρῖναι τινα, ἤ εἰπεῖν, ὅτι ἐγώ μόνος σώζομαι. Αἱροῦμαι δέ ἀποθανεῖν, ἤ θρόησιν ἔχειν κατά τό συνειδός ὅτι περί τήν εἰς Θεόν πίστιν παρεσφάλην καθ’ οἱονδήποτε τρόπον.

»Λέγουσιν αὐτῷ · Καί τί ἔχεις ποιῆσαι, τῶν Ρωμαίων ἑνουμένων τοῖς Βυζαντίοις; Ἰδού γάρ χθές ἦλθον οἱ ἀποκρισιάριοι Ρώμης, καί αὔριον τῇ Κυριακῇ κοινωνοῦσι τῷ πατριάρχῃ, καί πᾶσι δῆλον γίνεται, ὅτι σύ διέστρεφες τούς Ρωμαίους · ἀμέλει, σοῦ ἀπαρθέντος ἐκεῖθεν, συνέθεντο τοῖς ἐνταῦθα.

»Καί εἶπε πρός αὐτούς · Οἱ ἐλθόντες, οἱονδήποτε πρόκριμα τῷ θρόνῳ Ρώμης, κἄν κοινωνήσωσιν, ἐπάν οὐκ ἤγαγον πρός τόν πατριάρχην ἐπιστολήν, οὐ ποιοῦσι · καί οὐ πείθομαι πάντως ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἑνοῦνται τοῖς ἐνταῦθα, εἰ μή ὁμολογήσωσι τόν Κύριον ἡμῶν καί Θεόν, καθ’ ἑκατέραν τῶν ἐξ ὧν, ἐν οἷς τε καί ἅπερ ἐστίν, εἶναι φύσει θελητικόν τε καί ἐνεργητικόν τῆς ἡμῶν σωτηρίας.

»Καί λέγουσιν · Εἰ δέ συμβιβασθῶσι τοῖς ἐνταῦθα οἱ Ρωμαῖοι, τί ποιεῖς;

»Καί εἶπε · Τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμα τι νομοθετοῦντας» (ΕΠΕ Φιλοκαλία 15Γ, σελ. 88).

Ἐδῶ ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι ὅτι μετά τήν ἐμμονή τοῦ ὁσίου νά μήν ἔχη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς Πατριαρχικούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ἄρχοντες τοῦ ὑποβάλλουν τήν ἐρώτησι: «Σύ μόνος σώζῃ καί πάντες ἀπόλλυνται;». Εἶναι ὄντως πολύ ὕπουλη ἡ ἐρώτησις καί τίθεται κατά κόρον καί σήμερα. Ὁ ὅσιος ἀπαντᾶ ὅτι ἡ κρίσις δέν εἶναι ἰδική του ὑπόθεσις ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Ἰδική του εὐθύνη εἶναι νά ἀποθάνη χάριν τῆς ἀληθοῦς πίστεως καί νά μήν προδώση. Στήν ἐρώτησι, ἐπίσης, διά τό τί θά κάνη ὁ ὅσιος ἐάν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης συμβιβασθῆ μέ τόν λεγόμενο «Τύπο» καί προσχωρήση εἰς τόν Μονοθελητισμό, ὁ ὅσιος δίδει μεγαλοπρεπῆ ἀπάντησι, χωρίς νά ἀναφέρη τίποτε ἰδικό του: «Τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμά τι νομοθετοῦντας». Δηλαδή καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης μέ τήν ἀποδοχή τῆς αἱρέσεως θά εἶναι ἀναθεματισμένη καί ὁ ἴδιος φυσικά δέν θά ἔχη καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί της.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΑ  ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΛΑΥΡΙΩΤΕΣ

 

 

ΕΠΟΜΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΤΥΜΠΑΝΙΑΙΩΝ ΛΑΥΡΙΩΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΠΙ

ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΕΚΚΟΥ

 

 

         Ἐκεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη (Ἅγ. Ἰωσήφ, Πατρ. Κων/λεως)

 

         Ἐν πρώτοις, εὐχαριστοῦμεν τόν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν, πού μᾶς ἀξιώνει νά ὁμολογοῦμεν τήν πίστην μας ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα νά διωκόμαστε καί νά ἐξοριζόμαστε δι’ αὐτήν. Καί γι’ αὐτό, εὐχαριστοῦμε καί τούς Λαυριῶτες πατέρες πού, παρά τοῦ ὅτι ἀποδεικνύουν ἑαυτούς ἀρνητές τοῦ Χριστοῦ καί ἀλλότριους Αὐτοῦ, μέ τόν διωγμό πού κινοῦν ἐναντίον μας, μᾶς καταστοῦν, ἄν καί ἀνάξιοι καί ἁμαρτωλοί, ὁμολογητές.

         Πολλοί θά θεωρήσουν αὐτήν τήν ἐπιστολή σκληρή καί ἀκραία. Καί ὅμως, ἐγράφη ἐν ἀληθείᾳ καί ἀγάπη, διότι ὅταν ἡ ἀρρώστια εἶναι σέ τελικό στάδιο τότε τό νυστέρι πρέπει νά εἰσχωρήσει μέχρι τό κόκκαλο μήπως καί ἐπέλθει ἡ ἐπιθυμητή ἴασις. Ἄν καί νομίζω πώς οἱ ἀγαπητοί, κατά τ’ ἄλλα, Λαυριῶτες πατέρες, ἤδη ἐνεκρώθηκαν ὡς πρός τήν πίστιν καί «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ Λαυριώτην εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν», (πρβ Μάρκ. Ι, 25). Ἀλλά ποιός ξέρει, γίνονται καί σήμερα θαύματα.

         Οἱ πατέρες τῆς Ἱ.Μ.Μ. Λαύρας ξεπέρασαν κάθε μέτρο, λαμβάνοντας θέση διωκτῶν ἔναντι στούς πατέρες πού ἀγωνίζονται γιά τήν πατροπαράδοτη ἀποστολική μας πίστη καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔγιναν ἀρνητές τῆς Ὀρθοδοξίας καί προδότες τοῦ Χριστοῦ.

         Ὑποστηρίζουν, ἀνοικτά πλέον, πώς ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι «ἅγιος» ἄνθρωπος, πώς ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά τόν φθάσουμε οὔτε στό μικρό του δακτυλάκι, πώς ὅποιος εἶναι ἀντίθετος μέ αὐτόν καί μέ αὐτά πού κάνει ὑπακούει τόν σατανά καί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας καί σωτηρίας!!!

         Δέν διαβάσατε ποτέ, ταλαίπωροι Λαυριῶται, πώς «Ὁ φθείρων τὴν πίστιν ἐν τῇ κακῇ διδασκαλίᾳ, ρυπαρὸς γενόμενος εἰς πῦρ ἄσβεστον χωρήσει ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ;» (Ἅγιος Ἰγνάτιος Θεοφόρος, P.G, 5,657)

Δέν καταλαβαίνετε πώς ἀθετεῖτε τήν παράδοση τῶν Ἀποστόλων ἀκολουθώντας καί μνημονεύοντας τόν μασόνο, αἱρετικό καί ἀντίχριστο πολέμιο τοῦ Χριστοῦ μας, Ἀρχοντώνη καί κατά συνέπεια ἀθετεῖτε τόν ἴδιον τόν Κύριον; Δέν διαβάσατε ποτέ, ἄθλιοι, στό Εὐαγγέλιο τά λόγια τοῦ Σωτῆρος πού μᾶς λέει: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. Ι, 16);

Δέν διαβάσατε ποτέ σας τούς βίους τῶν Ἁγίων μας, ὅπου ΟΛΟΙ ΜΑ ΟΛΟΙ οἱ Ἅγιοι διέκοπταν τήν κοινωνία μέ τούς ἀκρίτους ἀκόμη αἱρετικούς;    

Δέν γνωρίζετε πώς «ὅστις βούλεται σωθῆναι, πρό πάντων χρή αὐτῷ τήν καθολικήν κρατῆσαι πίστιν, ἥν εἰ μή τις σώαν καί ἄμωμον τηρήσειεν, ἄνευ δισταγμοῦ, εἰς τόν αἰῶνα ἀπολεῖται» (Μ. Ἀθανάσιος); Δέν καταλαβαίνετε πώς ὁδηγεῖτε ἐσᾶς καί αὐτούς πού σᾶς ἀκολουθοῦν, στήν κόλαση τῶν τυμπανιαίων Λαυριωτῶν;

Μήπως ἐκαθεύδετε, ὅταν διαβάζαμε τό συναξάρι τῶν 26 ὁσιομαρτύρων Ζωγραφιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰδοποιήθηκαν γιά τήν ἔλευση τοῦ αἱρετικοῦ φιλενωτικοῦ αὐτοκράτορος ἀπό τόν ὅσιο Γαβριήλ, κατόπιν τοῦ ὁράματος ὅπου εἶχε ἀπό τήν Παναγία καί ἡ ὁποία τοῦ εἶπε τά ἐξῆς: «Ἄπελθον ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ». Καί ἐνῶ ἔχουμε χειρότερον τοῦ Βέκκου, τόν Βαρθολομαῖο, ἐσεῖς συντάσσεσθε μέ αὐτόν. Τόν ἐχθρόν τῆς Παναγίας μας. Καί θέλατε νά σᾶς ἀκολουθήσωμεν, ὅταν μοῦ γράφατε νά ξαναμνημονεύσω τό « σεπτόν ὄνομα τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχη » πού τόσο ἀγωνίζεται γιά τήν Ὀρθόδοξον πίστιν μας!!!!!

         Καί τώρα, τολμᾶτε νά διώκετε τόν Γέροντα Εὐστράτιο Ἱερομόναχο, πού πραγματικά δέν μπορεῖτε νά τόν φθάσετε οὔτε στό μικρό του δακτυλάκι, διότι ἐτόλμησε καί ὁμολόγησε τήν ἀλήθεια, διακόπτοντας τό μνημόσυνο τοῦ ἀντίχριστου Βαρθολομαίου; Τόν διώκετε καί τόν διώχνετε ἀπό τό μοναστήρι, μετά ἀπό 50 χρόνια ἀόκνου διακονίας καί ἀμέμπτου βίου, τήν στιγμή πού ὑπάρχουν ἄνθρωποι στό μοναστήρι πού ντροπιάζουν μέ τήν ζωή τους τό Εὐαγγέλιο; (Θοῦ Κύριε φυλακήν τό στόματί μου!)

         Ὁ Γέροντας Εὐστράτιος, ἀκολουθώντας τούς ἁγίους Πατέρες, διακόπτει τό μνημόσυνο διότι «Πᾶς ὁ λέγων παρὰ τὰ διατεταγμένα ἤ πράσσων κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ φθορὰν προβάτου κατεργαζόμενος» (Ἅγιος Ἰγνάτιος Θεοφόρος P.G.5, 912). Ἐνῶ ἐσεῖς προτιμᾶτε τίς θεσοῦλες σας, εὐαρεστοῦντες τήν «κεφαλή σας» τόν Ἀρχοντώνη καί ὄχι τόν Χριστό, κερδίζοντας μία θέση στήν κόλαση μέ τούς λοιπούς αἱρετικούς καί τούς φίλους σας ἐξωμότες τυμπανιαίους Λαυριῶτες ἐπί Βέκκου.        

          Διώκετε ὅλους ἐμᾶς πού ἀκολουθοῦμε τίς παραδόσεις καί τίς ἐπιταγές τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, λέγοντας ὅτι δημιουργοῦμε σχῖσμα καί πώς βγάζουμε ἑαυτούς ἐκτός Ἐκκλησίας, πώς ἔχουμε ἄκυρα μυστήρια, βλασφημώντας ἔτσι κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μόνο καί μόνον ἐπειδὴ διακόπτουμε τὴν κοινωνία μέ τούς αἱρετικοὺς καὶ δὲν τοὺς ἀκολουθοῦμε στὴν ἀπώλεια τῆς αἱρέσεως. Ἐμεῖς τὸ πτωχὸ καὶ μικρὸ ποίμνιο προτιμοῦμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν διαχρονικὴ ἱερὰ παράδοση τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, γενόμενοι «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσι».

         Τά πανηγύρια καί τά κονδύλια τῶν Ἑβραιομασόνων, δέν σᾶς ἄφησαν χρόνο νά διαβάσετε πώς: «Ὁ σιωπῶν ἐν καιρῷ ἀσεβείας εἶναι ἔνοχος γιά τὸ αἷμα τῶν ἁμαρτανόντων» (Μ.Βασιλείου P.G.31,1257) καί πώς: «Εἰ δὲ τις προσποιεῖται ὁμολογεῖν μὲν ὀρθήν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις τόν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιαύτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφὸν· ἐὰν δὲ φιλονίκως ἐπιμένῃ τὸν τοιοῦτον παραιτῆσθε»(Ε.Π.Ε. 12,400,31). Δηλαδή, «ὅποιος προσποιεῖται ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλὰ ἔχει ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία καὶ μὲ τοὺς αἱρετίζοντες, δηλ. μὲ αὐτοὺς ποὺ κοινωνοῦν καὶ συμπροσεύχονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς, ὅπως εἶναι σήμερα οἱ οἰκουμενιστὲς, αὐτὸν ἀρχικὰ νὰ τὸν προτρέπετε νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὴ τὴν συνήθεια τῆς κοινωνίας· καὶ ἐὰν μὲν σταματὴσει ἄς τὸν ἔχετε ὡς ἀδελφὸν· ἐὰν ὅμως ἐπιμένει νὰ φιλονικεῖ, (ἐμεῖς τοιαύτην συνήθεια δὲν ἔχουμε), τότε ἄς τὸν παρατήσετε» (καὶ ἄς τὸν λυπηθεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου νὰ τοῦ δώσει μετάνοια).

          Ἀποδεικνύεστε ἁγιομάχοι, διότι ὄχι μόνον δέν δέχεσθε τά τῶν Ἁγίων, ἀλλά πράττετε καί τά ἀντίθετα μέ αὐτούς. Ἔτσι ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης μᾶς λέγει πώς: «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ κοινωνοῦντες μὲ αἱρετικοὺς» (Ἅγιος Χρυσόστομος PG.99,1048), ἐσεῖς μνημονεύετε τόν Βαρθολομαῖο ὡς ὀρθοτομοῦντα τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Ἀλήθεια, πατέρες, ὑπῆρξε ποτέ ἄνθρωπος πού ἔχει ξεστομίσει τόσες καί τέτοιες βλασφημίες, ὅπως ὁ Βαρθολομαῖος; Ἐκτός τοῦ ὅτι εἶναι γνωστές σέ ὅλους, τίς εἶχα καταθέσει καί στά πρακτικά τῆς Μονῆς ὡς Προϊστάμενος.

          Ὁ Ἅγιος Συμεών, ἐνῶ μᾶς δίνει ἐντολή, «Κάθε κληρικὸ τοῦ ὁποίου ἡ πίστις, οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔργα δὲν συμφωνοῦν μέ τὶς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων νὰ μὴν τὸν δεχόμαστε στὴν οἰκία μας. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποστρεφόμεθα καὶ νὰ τὸν μισοῦμε ὡς δαίμονα, ἔστω κι ἄν ἀνασταίνει νεκροὺς καὶ κάνει μύρια θαύματα» (Ἁγίου Συμεὼν Ν.Θεολόγου, Λόγος 6ος), ἐσεῖς τούς αἱρετικούς οἰκουμενιστές τούς δέχεσθε ὡς πατέρες καί δεσπότες σας. Ἄς εἶναι! Νά ξέρετε πώς μέ αὐτόν τόν τρόπο προσκυνεῖτε τόν Σατανά.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ καί Λαυριώτης, μᾶς λέγει πώς «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί» (Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Συγγραμ. Β’, 627), «μηδέ γάρ προσώποις τόν Χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα». (Ἔνθ’ ἀν.). Ἐσεῖς σπιλώνετε τήν μνήμη του, ἐνῶ νομίζετε πώς τόν τιμᾶτε, πράττοντας ἀκριβῶς τά ἀντίθετα μέ αὐτά πού μᾶς διδάσκει.

         Ἐμεῖς, «κοινωνοῦμεν οὕς μνημονεύομεν καὶ μνημονεύομεν οἷς κοινωνοῦμεν» (Δοσίθεος Ἱεροσολύμων). Διότι «Οἱ μὲν αἱρετικοὶ τέλεον περί τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δὲ εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεμποτίσθηκαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται»  (Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, P.G. 99, 1116A). Γιά ἐμᾶς, «ἡ ἐξωτερικὴ ἀκοινωνησία προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀλλοτριότητα» (Ἁγίου Νεκτάριου Αἰγίνης, Περὶ σχέσεως μὲ αἱρετικοὺς, ἔκδ. Παναγόπουλος).

          Κάναμε χρήση τοῦ 15ου κανόνος τῆς ΑΒ Συνόδου ἐπί Ἁγίου Φωτίου, καί τοῦ 31ου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά ἀμφιβάλλω ἄν ξέρετε κἄν ὅτι ὑπάρχουν τέτοιοι κανόνες. Θεολογικά δέν τολμῶ νά σᾶς μιλήσω, διότι τό μόνον πού ξέρετε εἶναι νά φωνασκεῖτε, νά καταριέστε καί νά συκοφαντεῖτε. Αὐτό μάθατε νά κάνετε μία ζωή, μέσα στό Μοναστήρι.

           Αὐτά τά γνωστοποιῶ δημοσίως, γιά νά μήν μπορεῖ κάποιος νά μέ κατηγορήσει περί ψεύδους, ἀφοῦ μπορεῖτε κάλλιστα νά τά διαψεύσετε. Ἄν προσπαθήσετε ὅμως νά τό κάνετε, σᾶς περιμένει μία μεγάλη ἔκπληξη. Δέν τήν λέμε γιατί τότε παύει νά εἶναι ἔκπληξη.

         Γνωρίζω ὅτι λέτε πώς ἐσεῖς κατέχετε τήν ἀλήθεια καί ὅτι βρίσκεστε ἐντός Ἐκκλησίας καί δέν πλανᾶσθε καί πώς ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι πλανεμένοι ἐκτός ἀπό ἐσᾶς. Νά ξέρετε πώς τά λόγια πού ταιριάζουν ἀπόλυτα σέ ἐσᾶς, εἶναι τοῦ Κυρίου μας: «ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾿ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς» (Ἀποκ. κεφ. 3, 17-18).

 

         Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς καθημερινῶς προσεύχομαι γιά τήν ἀνάνηψή σας καί τήν ἐπιστροφή σας στήν Ὀρθόδοξον Πίστη μας. Ἀλλά ἄν, παρ’ ἐλπίδα, ἀκολουθήσετε τήν πορεία πού ἔχετε χαράξει, τότε σᾶς συμβουλεύω νά διαθέσετε καί ἕνα ἐβραιομασονικό κονδύλιον γιά τήν διάνοιξη τῆς σπηλιάς, ὅπου ἔχουν βάλει τούς τυμπανιαίους, τούς ἐξωμόσαντας ἐπί Βέκκου, διότι δέν νομίζω νά σᾶς χωρέσει ὅλους μαζί.

Μετά ἀληθείας καί εἰλικρινοῦς ὁμολογίας,

Γέροντας Σάββας,  Ὀρθόδοξος Λαυριώτης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΗΛΟΧΩΡΙΟΥ ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΦΙΛΩΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΜΗΝΥΣΗ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΤΙΣ 31-7-2017

…………………………

Προς την «Διαρκή Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος»

(με ένσταση ελλείψεως δικαστικής δικαιοδοσίας κατά της παρούσας σύνθεσής της, η οποία αποδέχεται τις κακόδοξες αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης, και όλων των επόμενων συνθέσεών της με το αυτό χαρακτηριστικό)

–          Δια του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Θεοκλήτου (κατά την κατωτέρω αναφερόμενη έννοια) –

ΚΑΙ

Προς την Πανορθόδοξη Σύνοδο, στην οποία θα έχουν αυτοτελές αποφασιστικό δικαίωμα ψήφου όλοι οι Ποιμενάρχες Αρχιερείς – μέλη των αντιπροσωπειών των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, και όχι οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (δεδομένου ότι, αν οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη, τότε δεν υφίσταται Σύνοδος με αποφασιστική εξουσία, αλλά Συνέδριο Εκκλησιών με γνωμοδοτική αρμοδιότητα), δια των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών που δεν συμμετείχαν στην Ψευδο-σύνοδο της Κρήτης, στους Αρχιερείς των οποίων θα αποσταλεί και κατ’ ιδίαν

……………………………………………………………

ΚΑΝΟΝΙΚΗ  ΜΗΝΥΣΗ

Του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου Πτολεμαϊδας, Γέροντα Αρχιμανδρίτη Μαξίμου Καραβά,

Των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου: 1) Αρχιμανδρίτη π. Ιγνατίου Καλαϊτζοπούλου, και 2) Μοναχού π. Ευδοκίμου Χούντρη,

ως εκπροσώπων της Αδελφότητας της Ιεράς μας Μονής.

ΚΑΤΑ

Του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Θεοκλήτου

(εφόσον εν μετανοία επιστρέψει στην ορθοτόμηση του Λόγου της Αληθείας, δηλαδή του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού,

ως προς το Σώμα Του που είναι η Εκκλησία των Αποστόλων και όχι η Νεοφανής Ψευδο-Εκκλησία του Οικουμενισμού  ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Γνωστικισμού (ο οποίος είναι Παναίρεση ήδη καταδικασμένη από τους Αποστόλους (και ιδίως τους Αποστόλους Ιωάννη και Παύλο), από τις Οικουμενικές Συνόδους και από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας), με τα Νεοφανή της Δόγματα που περιέχονται στην ψευδο-συνοδική παναιρετική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και τις λοιπές πέντε (5) αποφάσεις της, η οποία Νεοφανής Ψευδο-Εκκλησία ιδρύθηκε από μόνες τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που μετείχαν στο Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, και οι οποίες εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθόδοξων πιστών

ήτοι ιδίως ως προς τα Άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν  βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών»,

όπως

ο καταδικασθείς σε καθαίρεση και αφορισμό, στη Σύνοδο του 1344 από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, Αγιορείτης ιερομόναχος Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο μαθητής του μοναχός Ιωσήφ ο Καλόθετος απάντησαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα το 1344 (δηλαδή πριν την καθαίρεση αυτού του τελεταίου το 1347) για την καινοτομία στην Ορθόδοξη Πίστη που αφορά τη λατινόφρονη αίρεση της κτιστής Χάριτος, δηλαδή  ότι ο τότε Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, αποδεχόμενος την εν λόγω καινοτομία, ίδρυσε την Νεοφανή Ψευδο-εκκλησία του με τα νεοφανή του δόγματα, και δεν μπορεί να αφορίσει από την Εκκλησία του Χριστού τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον μαθητή του μοναχό Ιωσήφ Καλόθετο, οι οποίοι διώχθηκαν από τον Πατριάρχη Καλέκα επειδή παραμένουν στην Εκκλησία των Αποστόλων ως Σώμα Χριστού)

……………………………………………………..

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ 

`               Το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της αιρέσεως στοιχειοθετείται με την εκ προθέσεως 1) απόκλιση από την Ορθόδοξη πίστη, δηλαδή από τους Όρους πίστεως που διατύπωσαν οι Ορθόδοξοι Σύνοδοι Επισκόπων και οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από το πλήρωμα της Εκκλησίας, ή 2) προσχώρηση σε δογματική διδασκαλία καταδικασμένη ως αιρετική από τους Αποστόλους, τις Συνόδους ή τους Πατέρες της Εκκλησίας, ή 3) εκδήλωση επικοινωνίας (intercommunio) με ετερόδοξη ομολογία που κηρύσσει δογματική διδασκαλία που αποκλίνει από την Ορθόδοξη πίστη.

Το αδίκημα της αιρέσεως προβλέπεται ιδίως από τους εξής Κανόνες: 45, 46 και 64 Αγίων Αποστόλων, 6 Γ΄ Οικουμενικής, 2 Αντιοχείας, 32 και 33 Λαοδικείας, 1, 5 και 20 Μεγάλου Βασιλείου.

Ο κηρυσσόμενος ένοχος διαπράξεως του αδικήματος της αιρέσεως τιμωρείται, αν είναι κληρικός, με την ποινή της καθαίρεσης και του μεγάλου αφορισμού, αν είναι λαϊκός ή μοναχός, με την ποινή του μεγάλου αφορισμού.

Η ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ

Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν, την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός, Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός, είναι Νεο-γνωστικισμός ή Θρησκευτικός Συγκρητισμός, και αναμειγνύει την Ορθοδοξία με αιρέσεις, με θρησκεύματα, με φιλοσοφικά συστήματα, με τον Σατανισμό. Τον πολέμησαν σθεναρά οι Απόστολοι, όπως ο Ιωάννης και ο Παύλος, και οι Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως ο Άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνου (σημερινής Λυών της Γαλλίας) στο έργο του «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», αλλά και μεταγενέστεροι Πατέρες, όπως ο Μέγας Φώτιος με τους τέσσερις (4) λόγους του κατά Μανιχαίων. Διότι ανατρέπει συνολικά την Ορθόδοξη πίστη, μέσω της αντιπατερικής ή μεταπατερικής θεολογίας, η οποία αλλοιώνει τους θεολογικούς όρους με δαιμονικές και ορθολογιστικές ερμηνείες τους.

Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» δεν είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά Ψευδο-Σύνοδος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον. Αυτή η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε ουσιαστικά από το Υπουργείο Εξωτερικών  των ΗΠΑ δια στόματος της κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου, αξιωματούχου του ίδιου Υπουργείου και Ειδικής Συμβούλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο.

Οι λόγοι για τους οποίους η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» είναι Ψευδο-Σύνοδος είναι οι ακόλουθοι:

1 – Δεν καταδίκασε την Παναίρεση του Οικουμενισμού, αλλά την εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν.

2 – Στην Ψευδο-Σύνοδο δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα (10), που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ τέσσερις (4) Αυτοκέφαλες δεν συμμετείχαν που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων.

3 – Η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε χωρίς έγκυρη απόφαση σύγκλησης, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.

4 – Λειτούργησε χωρίς έγκυρο κανονισμό, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.

5 – Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού», το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών.

6 – Μέλη με αποφασιστική ψήφο στην Ψευδο-Σύνοδο δεν ήταν οι συμμετέχοντες Αρχιερείς, αλλά οι δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες [τόσο κατά το πρότυπο του Συνεδρίου Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης του 1923 επί Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη), το οποίο επέτρεψε στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να εισάγουν καινοτομίες (νέου εορτολογίου, δευτέρου γάμου κληρικών κλπ.) όσο και κατά το πρότυπο του λεγόμενου Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών], ενώ όλα τα είδη Ορθοδόξων Συνόδων έχουν ως μέλη τους μόνον Αρχιερείς με αποφασιστική ψήφο, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και κατά το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο. Τούτο συνιστά εκκλησιολογική αίρεση.

7 – Η Ψευδο-Σύνοδος αυτοαναγορεύθηκε σε ανώτατη αυθεντία σε θέματα πίστης, πράγμα το οποίο συνιστά αίρεση, ενώ η ανώτατη αυθεντία σε σχέση με το απλανώς θεολογείν (ή το αλάνθαστο σε θέματα πίστης) ανήκει μόνο στο Σώμα της Εκκλησίας (δηλ. στις Συνόδους των Συνοδικών Αρχιερέων, εφόσον οι αποφάσεις τους σε θέματα πίστης εκ των υστέρων εγκρίνονται από τους λοιπούς Αρχιερείς και γίνονται δεκτές από τους λοιπούς κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαïκούς, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.

8 – Στις «συνοδικές» (ή δεσμευτικές) αποφάσεις της η Ψευδο-Σύνοδος απαρνήθηκε την Ορθόδοξη μέθοδο επιστημονικής θεολογίας, και υιοθέτησε την αντιπατερική ή μεταπατερική δαιμονική θεολογία, η οποία συνδυάζει την αλήθεια με το ψεύδος, ως μέθοδο δήθεν «Ορθόδοξης» θεολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ δια στόματος της ανωτέρω αναφερόμενης κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου.

9 – Η συμμετοχή στην Ψευδο-Σύνοδο όχι του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, αλλά του Ιερώτατου Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, διότι αντικανονικώς και αυθαιρέτως η λεγόμενη «Πανορθόδοξη Αγία και Ιερά Σύνοδος» αποφάσισε στις 24-5-2005 την έκπτωση του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, κατόπιν πολιτικής παρέμβασης, χωρίς κατηγορητήριο και χωρίς δίκη, και χωρίς να υφίσταται κανονική παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο.

10 – Ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος, με το υπ’ αριθ. 86/20-6-2015 Διάγγελμά του προς το Ποίμνιό του, τους Αγιοταφίτες, τους Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών και το Χριστεπώνυνο Πλήρωμα της ανά την Οικουμένη Ορθοδοξίας, καθιστά σαφές ότι καταψηφίζει τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, οι οποίες εισάγουν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού, και κατά συνέπεια, 1) δεν είναι έγκυρη η θετική ψήφος για τις εν λόγω αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, αλλά είναι έγκυρη η αρνητική ψήφος του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, και 2) δεν ελήφθησαν εγκύρως οι αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, διότι δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των δέκα (10) Αυτοκεφάλων που συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο (όπως ορίζει ο, κατά τα ανωτέρω, μη έγκυρος Κανονισμός της), δεδομένου ότι ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος καταψήφισε τις αποφάσεις της ίδιας Ψευδο-Συνόδου.

11 –  Δεν είναι έγκυρη η ψήφος του Πατριάρχη Σερβίας κ. Ειρηναίου, διότι παραβιάζει τον Κανονισμό της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης (άρθρο 12 παρ. 3), επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των Μητροπολιτών που αποτελούσαν την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας, δηλαδή δεκαεπτά (17) από τους είκοσι πέντε (25), ήταν αντίθετη στην ψήφο του Πατριαρχείου Σερβίας υπέρ της δογματικής απόφασης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», όπως προκύπτει από το γεγονός ότι οι εν λόγω δεκαεπτά (17) Μητροπολίτες δεν υπέγραψαν την συγκεκριμένη δογματική απόφαση.

12 – Ενώ αναγνωρίζει τις αιρετικές ομάδες ως Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο «Εκκλησιών» ως διαχριστιανικό οργανισμό που προάγει την «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ως την δήθεν Καθολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, αποφεύγει να αναγνωρίσει τυπικά ως Οικουμενικές Συνόδους τις ήδη αναγνωρισμένες στη συνείδηση του Χριστεπωνύμου Πληρώματος της Εκκλησίας – Σώματος Χριστού, Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως έπρατταν, κατά πάγια πρακτική, οι Άγιες και Μεγάλες ή Οικουμενικές Σύνοδοι σε σχέση με τις προηγηθείσες.

Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη «συνοδικώς» μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά τα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον … το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Διότι:

Α – Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο  «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη σχολαστική νεοπλατωνική αυγουστίνεια θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ

Β – Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν».

Γ – Αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του και τους σκοπούς του, ήτοι:

1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. όταν μια Εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική), γίνει μέλος του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζει ως Εκκλησίες τις λοιπές ορθόδοξες ή προτεσταντικές Εκκλησίες – μέλη.

2) Ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» (του Κειμένου Β.Ε.Μ. της Λίμα – Περού του 1982 για μερική αποδοχή των ετερόδοξων τελετών βαπτίσματος, ευχαριστίας και ιερωσύνης), δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν  «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».

Το εκκλησιολογικό κείμενο «Προσκεκλημένοι να είμαστε η Μία Εκκλησία (= του Οικουμενισμού) (Called to be theOne Church)» της 23-2-2006 της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας το 2006, το οποίο αποδέχθηκε η πλειονότητα των Ορθόδοξων εκπροσώπων, αμφισβητεί και προσβάλλει δογματικά το άρθρο της Πίστεως «Εις Μίαν… Καθολικήν… Εκκλησίαν» και συγκεκριμένα τις ιδιότητες της «Μίας» (δηλ. της ενότητας στην πίστη των τοπικών ορθόδοξων εκκλησιών) και της «Καθολικής» (δηλ. της πληρότητας της πίστης). Διότι οι εν λόγω Ορθόδοξοι εκπρόσωποι αποδέχθηκαν το εν λόγω κείμενο το οποίο προβλέπει:

1 – Η Ορθόδοξη Εκκλησία, της οποίας δώδεκα (12) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε., δεν αποτελεί καθ’ εαυτήν την Καθολική Εκκλησία, αλλά η Καθολική Εκκλησία ταυτίζεται με την «Εκκλησία του Οικουμενισμού». Κατά την παρ. 6 του εν λόγω εκκλησιολογικού κειμένου, «… Κάθε εκκλησία (είτε ορθόδοξη είτε προτεσταντική) είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά δεν είναι το σύνολο αυτής. Κάθε εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική) εκπληρώνει την καθολικότητά της σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Επιβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ορατά στη συμμετοχή στη θεία κοινωνία και σε αμοιβαία αναγνωρισμένους και συμφιλιωμένους (δηλ. χωρίς ακριβή Ορθόδοξη πίστη) κληρικούς (“… Each church isthe Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry”).

2 – Είναι θεμιτή η ύπαρξη ποικιλίας δογμάτων μέσα στην «Εκκλησία του Οικουμενισμού», δηλαδή η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα των πίστεων (unity in diversity), ήτοι η περιεκτικότητα των πίστεων (comprehensiveness) αντί της αποκλειστικότητας της ακριβούς Ορθόδοξης πίστης (exclusiveness). Κατά την παρ. 5 του ίδιου εκκλησιολογικού κειμένου, «… Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και ένα φάσμα απόψεων για τη σχέση της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» με τις εκκλησίες (μέλη του Π.Σ.Ε., ορθόδοξες ή προτεσταντικές). Μερικές διαφορές εκφράζουν … την καλοσύνη… Άλλες διαφορές διαιρούν την  «Εκκλησία του Οικουμενισμού», αυτές πρέπει να υπερπηδηθούν.. έτσι ώστε ο χωρισμός και η απόκλιση να μην έχουν την τελευταία λέξη…». (… We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. Some differences express … goodness… Other differences divide the Church, these must be overcome… so that separation and exclusion do not have the last word”).

Και το εκκλησιολογικό κείμενο «Δήλωση Ενότητας – Αναθεωρημένη (Unity Statement – Revised)» της 10ηςΓενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πουσάν της Νοτίου Κορέας (8-11-2013), το οποίο αποδέχθηκαν επίσης οι περισσότεροι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι, αναφέρεται σε «διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και μέσα σε αυτές (divisions among and within our churches)” (παρ. 14), δηλ. δεν αναφέρεται σε αιρετικές αποσχίσεις των αιρετικών από την Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία. Η παρ. 15 του ίδιου κειμένου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Σε πιστότητα προς την κοινή κλήση μας, θα επιζητήσουμε μαζί με την πλήρη ορατή ενότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας όταν θα εκφράσουμε την ενότητά μας γύρω από τη μία Τράπεζα του Κυρίου (in faithfulness to this our commoncalling, we will seek together the full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church when we shall express ourunity around one Table of the Lord)». Επιβεβαιώνεται δηλ., μετά το ανωτέρω κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε, και σε αυτό το κείμενο του Πουσάν,  ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν είναι η Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά η νέα «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ή Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά, ο οποίος είναι ο «Κύριος» αυτού του κειμένου και η προγραμματιζόμενη Τράπεζά του είναι η «Τράπεζα των δαιμονίων».

Μια σύντομη αναφορά των αιρέσεων και λοιπών αιρετικών θέσεων τις οποίες εισήγαγε επίσημα η Ψευδο-σύνοδος, είναι η εξής:

1 – Αναγνώρισε τους αιρετικούς ως «Εκκλησίες», χωρίς αυτοί να απαρνηθούν τις πλάνες τους και να δεχθούν την Ορθόδοξη Αλήθεια.

2 – Αναγνώρισε επίσης το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» και επιτρέπει τη συμμετοχή σε τούτο των Ορθόδοξων Εκκλησιών, αν και αυτό έχει την Αιρετική Εκκλησιολογία, κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά μόνο ένα τμήμα της, ενώ τα άλλα τμήματά της είναι οι Παπικοί και Προτεστάντες.

3 – Κατάργησε το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, επειδή δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι 10 προκαθήμενοι και όχι όλοι οι ποιμενάρχες επίσκοποι που συμμετείχαν.

4 – Άλλαξε το δογματικά κατοχυρωμένο αλάθητο σε θέματα πίστεως, επειδή το ταύτισε αποκλειστικά με τις αποφάσεις της, ενώ κατά την ορθόδοξη δογματική, το αλάθητο υπάρχει όταν οι δογματικές αποφάσεις της Συνόδου γίνουν αποδεκτές από τους επισκόπους που δεν ήταν μέλη της, και από τους λοιπούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς.

5 – Επέβαλε την αίρεση της δεσποτοκρατίας, κατά την  οποία όπου βρίσκεται ο επίσκοπος, έστω και αν διδάσκει αιρέσεις, εκεί δήθεν βρίσκεται η Εκκλησία.

6 – Καθιέρωσε την αίρεση της εκκοσμίκευσης, επειδή αρνήθηκε τον σταυρικό χαρακτήρα του Ευαγγελίου, διδάσκοντας ένα ψευδο-ευαγγέλιο άνετο για τα πάθη των ανθρώπων, διδάσκοντας τον συσχηματισμό με τον κόσμο.

7 – Διέστρεψε την ορθόδοξη ανθρωπολογία, η οποία έχει ως πρότυπό της τον Θεάνθρωπο Χριστό, αντικαθιστώντας το με ουμανισμό που, στο επίκεντρό του, τοποθετεί τον εμπαθή άνθρωπο.

8 – Αποδέχθηκε τη συμπροσευχή με τους αιρετικούς, προσκαλώντας τους ως παρατηρητές, σε πλήρη αντίθεση προς τους σχετικούς ιερούς κανόνες.

9 – Εξουσιοδότησε τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να επιτρέπουν τους μικτούς γάμους, για να διευκολύνει, μέσω των μικτών γάμων, την άμβλυνση των συνειδήσεων προς το σκοπό της αποδοχής της πλήρους ένωσης των Ορθοδόξων με τους αιρετικούς στη νέα Ψευδο-Εκκλησία του Οικουμενισμού.

10 – Εξουσιοδότησε επίσης τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να σχετικοποιήσουν τη νηστεία, η οποία είναι η αναλλοίωτη βάση της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

11 – Αρνήθηκε να ονομαστεί «Οικουμενική Σύνοδος», επειδή δεν λάμβαναν μέρος ως μέλη της παπικοί και προτεστάντες.

12 – Αρνήθηκε να επικυρώσει τις αντιπαπικές Η΄και Θ΄ Συνόδους ως Οικουμενικές, αν και στη συνείδηση του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας αυτές οι Σύνοδοι είναι τέτοιες.

13 – Διέγραψε από τη θεολογική ορολογία τη λέξη «αιρετικός», αν και αυτός ο όρος είναι θεμελιώδης σε όλες τις προγενέστερες Συνόδους.

Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΤΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ, ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Η Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, είναι ήδη κατεγνωσμένη:

α) από τους Αποστόλους και ενδεικτικά τον Απόστολο Ιωάννη (Α΄ Καθολική Επιστολή του , Αποκάλυψη κλπ.) και τον Απόστολο Παύλο (Επιστολές του προς Κολασσαείς, προς Τιμόθεο Α΄ και Β΄, προς Τίτο κλπ.),

β) από τις Οικουμενικές Συνόδους και ενδεικτικά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 7, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει μεταξύ των αιρέσεων τους Γνωστικούς Μοντανιστές), την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο [η οποία καταδίκασε το δόγμα του Γνωστικού Απελλή, μαθητή του Γνωστικού Μαρκίωνα (κατά τον οποίο «όθεν και έφασκε μη δειν όλως εξετάζειν τον λόγον, αλλ’ έκαστον, ως πεπίστευκε, διαμένειν. Σωθήσεσθαι γαρ τους επί τον εσταυρωμένον ηλπικότας απεφαίνετο, μόνον εάν εν έργοις αγαθοίς ευρίσκωνται», δηλ. «γι’ αυτό έλεγε ότι δεν είναι καθόλου ανάγκη να εξετάζουμε τους λόγους, αλλά καθένας να παραμείνει στις πεποιθήσεις του. Διότι ισχυριζόταν ότι θα σωθούν οι ελπίζοντες στον εσταυρωμένο, μόνον αν βρεθούν πράττοντας αγαθά έργα», βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, κεφάλαιο 13, στίχος 5) μαζί με τους Μαρκιωνιστές (βλ. Μελετίου Καλαμαρά, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Κεφάλαια δογματικά, ΙΒ΄ Κεφάλαιον, Αθήναι 1985, σελ. 592-593)], την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 95, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει στους αιρετικούς τους Γνωστικούς Μανιχαίους, Ουαλεντιανούς, Μαρκιωνιστές),

γ) από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ενδεικτικά τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου (στο έργο του με τίτλο «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως»), τον Άγιο Ιππόλυτο Ρώμης (στο έργο του με τίτλο «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος», P.G., τομ. 16, ΙΙΙ, σελ. 3017-3454), Μέγα Φώτιο (στο έργο του με τίτλο «Διήγησις περί της Μανιχαίων Αναβλαστήσεως», Λόγοι 4, ΕΠΕ, Μ. Φώτιος, τομ. 4, σελ. 10-337)

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ (ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΝΝΟΙΑ) ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΔΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ

Ο Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας (με την ανωτέρω έννοια):

Α. ΟΥΔΕΠΟΤΕ αποδοκίμασε και ΟΥΔΕΠΟΤΕ απέρριψε, ως ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ, τις αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης, οι οποίες εισάγουν ψευδο-συνοδικά τόσο την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Γνωστικισμού, όσο και άλλες αιρέσεις που προαναφέρθηκαν.

Β. Παραβίασε, μετά την Ψευδο-σύνοδο της Κρήτης, όλες τις Ορθόδοξες θέσεις τις οποίες είχε εκφράσει στο από 4-4-2016 Υπόμνημά του προς την Διαρκή Σύνοδο και τις οποίες ανέφερε στην εκπομπή «Αυτοψίες» του δημοσιογράφου Κώστα Μαυρίδη στην τηλέόραση FLASH TV, και οι οποίες ήταν οι εξής:

1 – Να κρατηθεί ατόφια η Ορθοδοξία και να μην θιγεί.

2 – Οι άλλες ομολογίες να μην ονομάζονται «Εκκλησίες», διότι λέει το Σύμβολο της Πίστεως «Ομολογώ… εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» που είναι η Ορθόδοξος.

3 –Να αναγνωριστούν δύο Μεγάλες Σύνοδοι που καταδίκασαν τον Παπισμό: η 8η και η 9η, που ο λαός τις ονόμασε Οικουμενικές. Είθισθαι, όταν γίνεται μια Μεγάλη Σύνοδος, να αναγνωρίζει τις αποφάσεις των προηγούμενων Μεγάλων Συνόδων.

4 – [Στη Μεγάλη Σύνοδο] Έπρεπε ο καθένας [Αρχιερεύς] να έχει ψήφο.  Αυτοί δεν δίνουν ψήφο. Είναι μια ψήφος [μόνο] του αρχηγού [της αντιπροσωπείας της κάθε Εκκλησίας].

5 – Είμαστε κατά του Παπισμού και κατά της παγκοσμιοποιήσεως. Τέρμα: Κόκκινη γραμμή! Ήμασταν ένα δένδρο και αυτοί [οι Παπικοί] αποκόπηκαν».

6 – Εκεί [στην Πανορθόδοξη Σύνοδο] δεν θα μπορούσα να πω κα τίποτα. Τί να κάνω; Γλάστρες θα είμαστε εκεί!» (http://aktines.blogspot.gr/2016/04/blog-post_974.html & Σάλπιγξ Ορθοδοξίας, τευχ. 95 του 2016, σελ. 28-29).

Γ. Στις 6-8-2016 στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του χωριού Σωτήρ του Αμυνταίου παρουσίασε στο εκκλησίασμα τον Αρχιερατικό Επίτροπο Αμυνταίου, Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανό Τοπάλη, ως υπεύθυνο της Μητροπόλεως για την εφαρμογή των ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ αποφάσεων της λεγόμενης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης.

Δ.  Δεν κατήγγειλε, ως Ψευδή και Παραπλανητική, την Εγκύκλιο της λεγόμενης «Διαρκούς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος» προς τον Λαό, με την οποία αυτή προπαγανδίζει ως ΔΗΘΕΝ Ορθόδοξη την Ψευδο-σύνοδο της Κρήτης (http://www.amen.gr/article/iera-synodos-pros-to-lao-gia-tin-agia-kai-megali-synodo-tis-kritis), εξαπατώντας τον Λαό, επειδή η Εγκύκλιος αυτή περιλαμβάνει ένα Ορθόδοξο κείμενο το οποίο, όμως, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις έξι (6) αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης, όπως αποκάλυψε και ο Καθηγητής Θεολογίας του Graz Αυστρίας, ο οποίος είναι οπαδός του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης, ο οποίος ενδεικτικά έγραψε: «… Το Ανακοινωθέν (δηλ. η Εγκύκλιος αυτή) κάνει μη ακριβή απόδοση του Μηνύματος της Συνόδου εκείνης… Σχολιάζει και παραποιεί, θα έλεγα μάλλον διαστρεβλώνει, αποφάσεις και συμπεράσματα της Συνόδου ή αναφέρει μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά τμήματα μόνο των συμπερασμάτων του Μηνύματος, χωρίς να λαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα Κείμενα υπ’ όψη του! Το Ανακοινωθέν αναφέρει απόψεις των Αρνητών της Συνόδου και τις εμφανίζει ως αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης, ενώ εκείνη δεν τις έκανε αποδεκτές…» (http://www.amen.gr/article/gia-poia-agia-kai-megali-synodo-pliroforei-to-anakoinothen-tis-isynodou-tis-ekklisias-tis-ellados).

Ε. Τον Νοέμβριο του 2016 απέστειλε, στις ενορίες για ανάγνωση σε δύο συνεχόμενες κυριακάτικες λειτουργίες αντί κηρύγματος, την υπ’ αριθ. 1151/27-10-2016 μητροπολιτική εγκύκλιό του, με θέμα τη μνημόνευση του αρχιερέως, για να διακηρύξει δημόσια την ΑΙΡΕΤΙΚΗ διδασκαλία του Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, όπου παρουσιάζεται ανάγλυφα ότι η Θεία Λειτουργία γίνεται στο όνομα του Επισκόπου (ανεξάρτητα από το αν αυτός διακηρύσσει αίρεση ή όχι) και την τελεί μόνον ο Επίσκοπος τη Λειτουργία και, ως εκ τούτου, οι ιερείς δεν την τελούν έγκυρα αν δεν μνημονεύουν σε κάθε περίπτωση το όνομά του. Αυτήν την κακόδοξη διδασκαλία του Μητροπολίτη Φλωρίνης (με την ανωτέρω έννοια) αναίρεσαν θεολογικά 1) ο Μοναχός Επιφάνιος Καψαλιώτης και 2) ο Μοναχός  Παϊσιος Καρεώτης, Καθηγητής της Αθωνιάδος  Σχολής, με δημοσιεύματά τους στην εκκλησιαστική εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», ο μεν πρώτος με τίτλο «Θεολογικόν Σχόλιον εις την Εγκύκλιον της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης», 20-1-2017, σελ. 1 και 7, ο δε δεύτερος με τον τίτλο «’Θεολογική’ τραγωδία Αρχιερέως» (http://orthodoxostypos.gr/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%89%CF%82/) αντιστοίχως. Δηλαδή ο Μητροπολίτης Φλωρίνης (με την ανωτέρω έννοια) διακήρυξε δημόσια και την αίρεση της δεσποτοκρατίας, κατά την  οποία όπου βρίσκεται ο επίσκοπος, έστω και αν διδάσκει αιρέσεις, εκεί δήθεν βρίσκεται η Εκκλησία. Σημειωτέον ότι η αίρεση της δεσποτοκρατίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή της Παναίρεσης της Οικουμενισμού.

ΣΤ. Ο Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας (με την ανωτέρω έννοια) δεν κατήγγειλε τις κακοδοξίες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες αποδελτιώνονται στο βιβλίο των Αγιορειτών Πατέρων με τίτλο «Άγιο Όρος – Διαχρονική μαρτυρία στους αγώνες υπέρ της Πίστεως», έκδοση Αγιορειτών Πατέρων – Άγιον Όρος 2014 (http://www.filoumenos.com/download/periodiko.pdf),  και, παρά ταύτα, εξακολούθησε να κοινωνεί με τους εκάστοτε ιθύνοντες το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ζ. Υποδέχθηκε επίσημα στη Φλώρινα το 2005 τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο, ο οποίος ηγείται της Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Γνωστικισμού από την ανάδειξή του στον πατριαρχικό θρόνο, ως ΔΗΘΕΝ Ορθόδοξο Πατριάρχη και ο οποίος πρωτοστάτησε στη σύγκληση και την διεξαγωγή της Ψευδο-συνόδου, παρά την άρνηση συμμετοχής των ως άνω τεσσάρων Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, οι οποίες εκπροσωπούν τα  δύο τρίτα των Ορθόδοξων πιστών.

Η. Γνωστοποίησε στην Ιερά μας Μονή το υπ’ αριθ. 866/14-7-2017 έγγραφό του, με το οποίο – ΧΩΡΙΣ ΠΛΕΟΝ ΝΑ  ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΑΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΑΡΝΗΣΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ  Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ, ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΣ ΤΙΣ ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟΥ 2016 – παύει από τις πνευματικές θέσεις τους τον Ηγούμενο, Γέροντα Αρχιμανδρίτη Μάξιμο Καραβά, και τα δύο μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, με την εξής ΨΕΥΔΗ ΠΡΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΕΙΑ: «… καθότι άπαντες, παρά τας προηγηθείσας πατρικάς ημών επιστολάς, αντιδεοντολογικώς πλέον δεν συνεργάζεσθε μετά της προϊσταμένης αρχής σας, την Ιεράν Μητρόπολιν, και εδηλώσατε επισήμως ότι αποτειχίζεσθε από την επίσημον Εκκλησίαν και την Ιεράν Μητρόπολιν εις ήν ανήκετε πνευματικώς και διοικητικώς, ως και το Νομικόν Πρόσωπον του Μοναστηρίου υμών».

Κατόπιν των ανωτέρω, μηνύουμε κανονικώς τον Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας (με την ανωτέρω έννοια) για διάπραξη του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος της αιρέσεως, η οποία προκάλεσε την αιρετική απόσχισή του από την Εκκλησία των Αποστόλων ως Σώμα Χριστού [που είναι άσπιλη και άμωμη από οποιαδήποτε αίρεση («και πύλαι Άδου ού κατισχύσουσιν αυτής», Ματθ. 16, 18)], και η οποία αίρεση τιμωρείται με καθαίρεση και μεγάλο αφορισμό για κληρικό (Κανόνες 45, 46 και 64 Αγίων Αποστόλων, Κανόνας 1 Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνας 2 Αντιοχείας, Κανόνες 32 και 33 Λαοδικείας, Κανόνες 1, 5 και 20 Μεγάλου Βασιλείου, σε συνδυασμό με τον Κανόνα 2 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου), ενώπιον των ως άνω αρμόδιων εκκλησιαστικών δικαστηρίων με ξεχωριστό δικόγραφο κανονικής μηνύσεως, για να δικαστεί όταν τα εν λόγω αρμόδια εκκλησιαστικά δικαστήρια έχουν Ορθόδοξη συνοδική σύνθεση, όπως συνέβη με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο που δίκασε τους εικονομάχους επισκόπους.

Επειδή, συνακόλουθα, η συμπεριφορά του μηνυομένου πληροί τη νομοτυπική μορφή (ή την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση) του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος της αιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΜΗΝΥΟΥΜΕ τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Θεόκλητο (με την ανωτέρω έννοια) για την αποδοχή και διάδοση της Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, και ζητούμε την, κατά τους Ιερούς Κανόνες, εκκλησιαστική ποινική του δίωξη και επιβολή των προβλεπόμενων κανονικών κυρώσεων.

Συνήγορό μας διορίζουμε τον κ. Κυριάκο Κυριαζόπουλο, Καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜ-ΔΣΘ 7232) και Θεολόγο.

Εξουσιοδοτούμε τον Πανοσιολογιώτατο Καθηγούμενο της Ιεράς μας Μονής Γέροντα Αρχιμανδρίτη Μάξιμο Καραβά, να υπογράψει την παραγγελία προς αρμόδιο δικαστικό επιμελητή για την επίδοση της παρούσας κανονικής μηνύσεως προς τον Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας (με την ανωτέρω έννοια), προκειμένου αυτός να την διαβιβάσει προς την «Διαρκή Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος», για τα περαιτέρω.

Εξουσιοδοτούμε τον συνήγορό μας να διαβιβάσει την παρούσα κανονική μήνυση προς τις τέσσερις (4) Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες αρνήθηκαν ρητά να συμμετάσχουν στην Ψευδο-σύνοδο της Κρήτης του 2016, καθώς και σε όλους τους Αρχιερείς αυτών, προκειμένου να υποβάλλουν την παρούσα κανονική μήνυση προς την Πανορθόδοξη Σύνοδο των Δεκατεσσάρων (14) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών για εκδίκαση αυτής.

Πτολεμαϊδα, 24-07-2017

Οι μηνυτές

1 – Ο ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣ

(υπογραφή – σφραγίδα)

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

2 – ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΚΑΛΑΪΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

3 – ΜΟΝΑΧΟΣ π. ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΧΟΥΝΤΡΗΣ

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ

Αρμόδιος δικαστικός επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει την παρούσα κανονική μήνυση προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Θεόκλητο, Ιερά Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας, Φλώρινα, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, καθώς και προκειμένου εκείνος να την διαβιβάσει προς την «Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Πτολεμαΐδα, 24-7-2017

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου

Γέροντας Αρχιμανδρίτης π. Μάξιμος Καραβάς