Ἡ τρίτη φαναριώτικη προδοσία τῆς Μακεδονίας

(Μέρος Α΄)

Γράφει ὁ κ. Δημήτριος Λαμπρόπουλος

(Μέρος Α΄)

Τὸ ζήτημα τῶν Σκοπίων παραμένει ἀνοικτόν, ὅσον παραμένει ἀνοικτὴ ἡ ἐπίλυσις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος. Ὁ Πατριάρχης Κων/λεως ἔσπευσε νὰ προλάβη τὸ Πατριαρχεῖον Σερβίας ἄνευ συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ μὲ τὰς ὑπολοίπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράξη ἔγκλημα κατὰ τῶν Μακεδονομάχων, παραχωρῶν -ὡς νὰ ἦτο ὁ ἴδιος ὁ κατέχων τὰ δικαιώματα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας- τὴν ὀνομασίαν «Ἀχρίδος». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ κατοχυρώνει ἔτι περαιτέρω τὴν καπηλείαν τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ ἐπευλογεῖ τὰ σχέδια τῶν πρωτουργῶν τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι ὡραματίσθησαν τὸ 1945 διὰ μέσου μιᾶς ψευδωνύμου «Ἐκκλησίας» μὲ τὴν ὀνομασίαν «Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος» τὴν δημιουργίαν ἑνὸς ἀνυπάρκτου «μακεδονικοῦ ἔθνους»! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια δι’ ὅποιον ἔχει μελετήσει τὴν ἱστορίαν καὶ αὐτὴν ὑπηρετεῖ τώρα ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος.

Εἶναι ὅμως ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν Πατριάρχης Κων/λεως ἀρνεῖται τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν; Ὄχι, βεβαίως. Τὸ αὐτὸν ρόλον διεδραμάτισε καὶ κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῶν Μακεδονομάχων ἕτερος Πατριάρχης. Εἰς ὁμιλίαν του τῆς 5ης Νοεμβρίου 2022 εἰς τὴν Ἑταιρείαν Μακεδονικῶν Σπουδῶν σχετικῶς μὲ τὸν Μακεδονικὸν Ἀγῶνα ὁ Μητρ. Μεσσηνίας ἐξέφρασεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀλήθειαν μὲ διπλωματικὸν τρόπον, λέγων:

«Τρίτος παράγοντας (σ’ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴ ἀποδυνάμωση τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν) ἡ διαμάχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν ἐπίσημη ἑλληνικὴ πολιτική, ὡς πρὸς τὸν χειρισμὸ τοῦ ὅλου θέματος. Τὸ Πατριαρχεῖο, σύμφωνο πρὸς τὸν πανορθόδοξο καὶ οἰκουμενικό του χαρακτήρα, δὲν μποροῦσε νὰ ὑπακούσει στὶς πολιτικὲς παρεμβάσεις καὶ ὑποδείξεις τῶν ἀθηνοκεντρικῶν κυβερνήσεων καὶ νὰ ἀποτελέσει ὄργανο ἄσκησης τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς».

Τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἔχει ἤδη διατυπώσει ὁ Κωνσταντῖνος Βακαλόπουλος καὶ μόνον μὲ τὴν συμπλήρωσιν ὅσων ὁ ἴδιος λέγει εἶναι δυνατὸν νὰ ρίψη κανεὶς φῶς εἰς τὸ τί συνέβαινε:

«Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἦταν δυνατὸν ν’ ἀποτελεῖ ὄργανο τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὅπως θεωροῦσαν οἱ Ἕλληνες διπλωματικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονταν πρωταρχικὰ γιὰ τὴν προώθηση τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνες τὶς περιοχές, ποὺ θεωροῦνταν ὁριστικὰ χαμένες γιὰ τὸν ἑλληνισμό.»

Αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθίσταται σαφὲς εἶναι ὅτι τὸ Φανάρι δὲν ἐπρόκειτο καὶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ συνταχθῆ μὲ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἂς περιγράψη ὅμως καὶ πάλι ὁ Βακαλόπουλος τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ Φανάρι ἐφήρμοσε τὴν πολιτικήν του:

«Ἡ σερβικὴ πολιτικὴ ἐνεργοποιήθηκε πολὺ ἀργὰ στὴ Μακεδονία (ἀπὸ τὸ 1890 καὶ ἔπειτα), ὅταν Βούλγαροι καὶ Ἕλληνες ἀποτελοῦσαν τὶς δύο μεγάλες χριστιανικὲς ἐθνότητες τοῦ μακεδονικοῦ χώρου. Χωρὶς νὰ διαθέτει καθόλου ἐρείσματα καὶ μέσα σὲ συμπαγεῖς βουλγαρικοὺς πληθυσμοὺς ἡ σερβικὴ κίνηση πάλεψε νὰ φθείρει τὸ ἐξασθενημένο ἑλληνοβλαχικὸ στοιχεῖο τῆς Πρισρένης, τῶν Σκοπίων, τῶν Βελεσῶν, τοῦ Τετόβου καὶ τοῦ Κιρτσόβου, ν’ ἁρπάξει αὐθαίρετα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὶς ἐκκλησίες καὶ νὰ δημιουργήσει «ἐκ τοῦ μηδενὸς» σερβικὸ στοιχεῖο στὸν μακεδονικὸ χῶρο… Ὁ ἑλληνισμὸς τῶν Σκοπίων ἀντέταξε σθεναρὴ ἄμυνα καὶ ὅταν οἱ Σέρβοι προσπάθησαν νὰ καταλάβουν μὲ βίαια μέσα τὶς ἑλληνικὲς ἐκκλησίες καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἀποκρούσθηκαν μὲ ἐπιτυχία…».

Ἀλλά, ὡς καταγράφεται, ὁ τότε Πατριάρχης εἶχε τὴν ἀντίθετον γνώμην ἀπὸ αὐτὴν τῶν Ἑλλήνων:

«Στὰ Σκόπια ὁ Μητροπολίτης Παΐσιος ἐπέτρεψε στὶς ἀρχὲς τοῦ 1891 τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας στὸν ἀριστερὸ χορὸ τῆς ἑλληνικῆς ἐκκλησίας στὴ σλαβικὴ γλώσσα, ἔπειτα βέβαια ἀπὸ σχετικὲς ὁδηγίες τοῦ Πατριαρχείου. Ἡ ἀπάντηση τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας Σκοπίων πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο ὑπῆρξε ἄμεση καὶ συμπυκνώνεται στὸ παρακάτω μνημειῶδες ἔγγραφο, ποὺ ἔχει συνταχθεῖ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1891:

Ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ἐπροξένησεν ἡμῖν ἡ ἐν τῇ συνεδρίᾳ τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἀνάγνωσις τοῦ ὑπὸ ἡμερομηνίαν δύο Ἀπριλίου ἐ.ἔ. καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν 1564 Ἱεροῦ γράμματος, δι’ οὗ ἡ Ὑ. Παναγιότης ἐντέλλεται τῷ Σεβαστῷ ἡμῶν Μητροπολίτῃ, κ. Παϊσίῳ, ὅπως ὁριστικῶς καὶ ἀμεταθέτως συμμορφωθῆ τοῖς ὑπὸ τῆς Ὑ. Παναγιότητος καὶ τῆς Ἐκκλησίας κελευομένοις. Πρωτάκουστο ἀληθὲς καὶ πρωτοφανές, Παναγιότατε, ἐν τοῖς χρονικοῖς τῆς Ἐκκλησίας εἶνε τὸ ὑπὸ τῆς μητρὸς τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἡμετέραν κοινότητα νῦν ἐφαρμοζόμενον μέτρον. Ἅπασαι αἱ ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν Ὀρθόδοξοι κοινότητες κατὰ τὸν δεινὸν ὑπερεικοσαετῆ πρὸς τοὺς πονηροὺς καὶ ἀχαρίστους Σλάβους ἀγῶνα οὐ μόνον δὲν παρεκελεύοντο ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὰ συμφέροντα καὶ τὴν γλῶσσαν μετ’ αὐτῶν συνδυάσωσιν, ἀλλὰ τουναντίον λόγῳ τε καὶ ἔργῳ τε ἐνεθαρρύνοντο, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπέχωσι καὶ ἀποχωρίζωνται ἀπὸ τὸ ὕπουλον καὶ πανοῦργον γένος πρὸς φρούρησιν καὶ διάσωσιν τῶν τιμαλφεστάτων τῷ ἀνθρώπῳ, τῆς θρησκείας δηλονότι καὶ τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως καὶ τιμῆς. Τὸν γενικὸν τοῦτον καὶ σωτήριον κανόνα ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόση καὶ ἀσάλευτον νὰ τηρήση καὶ ἡ ἡμετέρα κοινότης. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα δυστυχῶς τὰς εὐλαβεῖς καὶ εὐγενεῖς αὐτῆς διαθέσεις ματαιοῦσι τὰ ἀλλεπάλληλα τῆς Ἐκκλησίας γράμματα, δι’ ὧν αὕτη ἐγκρίνει ὡς ἀπαιτεῖ τὴν μετὰ τῶν Σλάβων συνεργασίαν καὶ συνταύτισιν καὶ τῶν Ἱερωτάτων ἡμῶν πραγμάτων. Τίνι ὅμως ἀνάγκῃ καὶ λόγῳ καὶ ποῦ βασιζομένη ἡ Ὑ. Παν­αγιότης ἐντέλλεται, ὅπως ἡ καθαρὰ καὶ ἀμιγὴς Ἑλληνικὴ ἡμῶν κοινότης δεχθῆ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐτῆς τοὺς Σλαβόφωνους ἱερεῖς, ὡς καὶ ἐν τῷ ἀριστερῷ χορῷ τὴν Σλαβωνικὴν ἀντὶ τῆς Ἑλληνικῆς; Ὁ λόγος ὅτι τοιοῦτο ἦτο τὸ πρώην καθεστὼς μέχρι τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους διακαινησίμου ἑβδομάδος οὐδὲν σημαίνει, οὐδ’ εἶναι δίκαιος καὶ ἰσχυρός, διότι εἶνε γνωστὸν βεβαίως καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὅτι, ἂν τὸ πλημμελὲς ἐκεῖνο καθεστὼς διετηρήθη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχίσματος μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους, διετηρήθη ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἤθελον παρακινηθῆ νὰ ἐπανακάμψωσιν οἱ ἀποσκιρτήσαντες εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς αὐτῶν, ἀφ’ ἧς ἀπεχωρίσθησαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπομεν ὅτι αἱ ἐλπίδες ἠμῶν αὗται ὑπῆρξαν οὐ μόνον φροῦδαι, ἀλλὰ καὶ ἄσκοποι, πρὸς τί ἡ κοινότης ἡμῶν νὰ ἀποτελῆ ἀληθῆ τραγέλαφον καὶ νὰ μὴ ᾖ καθαρῶς Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ σχολεῖα, ὡς εἶνε καθαρῶς Ἑλληνικὸν καὶ τὸ αἴσθημα καὶ τὸ στοιχεῖον, ὅπερ ἐπὶ τόσα ἔτη διέπει καὶ συντηρεῖ ταῦτα πάντα καὶ ὡς καὶ ἀπὸ τῆς Σεβαστῆς ἡμῶν Κυβερνήσεως ἀνέκαθεν ἀνεγνωρίσθη; Καὶ πάλιν, ὡς καὶ ἄλλοτε, διαβεβαιοῦμεν τὴν Ὑ. Παναγιότητα ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἡμῶν Ὀρθόδοξος Κοινότης ἀποτελεῖται ἐκ δύο μόνο στοιχείων, ἤτοι ἐκ τῶν καθαρῶς παρεπιδημούντων ἢ μονίμως ἐγκαθισταμένων Ἑλλήνων καὶ ἐκ τῶν Ἑλληνοβλάχων. Σλαβόφωνους δὲ ὀρθοδόξους δὲν γνωρίζομεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινότητι… Διὰ ταῦτα καθῆκον φρονοῦμεν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἦτο, ὅπως ἀποστείλη Ἔξαρχον καὶ ἐπιτοπίως ἐξέταση τὸ ζήτημα, ὡς τοῦ­το πολλάκις καὶ ὁ Σεβαστὸς ἡμῶν Μητροπολίτης καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ὁπότε καὶ ἤθελεν καταδειχθῆ ὅτι ταῦτα πάντα ἐνεργοῦνται παρὰ τῶν ξένων καὶ μισαρῶν ὀργάνων τῆς Σερβικῆς προπαγάνδας, ἥτις πρὸ καιροῦ μὴ δυναμένη νὰ στήριξη τὰ ἑαυτῆς συμφέροντα, αἰτιᾶται ἀφρόνως καὶ μαίνεται κατὰ τῆς ἡμετέρας κοινότητος ζητοῦσα νὰ ἁρπάση παρὰ τῶν χειρῶν αὐτῆς πᾶν ὅ,τι ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ὀρθοφροσύνη διὰ μυρίων θυσιῶν καὶ μόχθων προσεκτήσατο… Διὰ ταῦτα, διαβεβαιοῦμεν τὴν Ὑ. Παναγιότητα ὅτι ποτὲ δὲν θὰ τυφλώσωμεν αὐτοὶ ἑαυτούς, ὥστε ἐν γνώσει νὰ ἐμπέσωμεν εἰς τὰς δολίας πλεκτάνας τῶν Σλάβων, ἀλλὰ τουναντίον πιστοὶ καὶ ἀκράδαντοι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους θὰ ἐμμείνωμεν μέχρι τέλους…

Στὰ μέσα Ἰουλίου τοῦ 1891 ὁ Μητροπολίτης Σκοπίων Παΐσιος, ἀντιλαμβανόμενος τὴ λανθασμένη στάση τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀφοῦ πρῶτα εἶχε δελεασθεῖ ἀπὸ τοὺς Σέρβους, μὲ ἀντάλλαγμα τὴν καταβολὴ ἰσόβιας ἐπιχορήγησης, παραιτήθηκε καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος συνέχισε νὰ ὑποστηρίζει μὲ πολὺ μεγαλύτερη δραστηριότητα τὰ σερβικὰ συμφέροντα στὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ στὸ ἐκπαιδευτικὸ πεδίο σ’ ὁλόκληρο τὸν βόρειο μακεδόνικο χῶρο. Ὁ ἀγώνας ὀξυνόταν ὁλοένα καὶ περισσότερο στὰ Σκόπια ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ καὶ στὴ σερβικὴ κοινότητα. Ἡ ἐπίσημη ἑλληνικὴ πολιτικὴ ὑπῆρξε ἐξαγριωμένη ἀπὸ τὴ στάση τοῦ Μεθοδίου καὶ ζητοῦσε τὴν ἀντικατάστασή του. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Στέφανος Δραγούμης ἐπέμενε στὰ 1892 στὴν ὁριστικὴ διασαφήνιση τῆς στάσης τοῦ Πατριαρχείου ἀπέναντι στὸ Σερβικὸ Ζήτημα, γιὰ νὰ ἦταν δυνατὸν ἀργότερα, ὅταν θὰ ὑλοποιοῦνταν ἡ ἑλληνοσερβικὴ προσέγγιση, νὰ καθορίζονταν οἱ ἑλληνικὲς ἐδαφικὲς διεκδικήσεις στὸν γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Μακεδονίας. Οἱ συνεχιζόμενες συστάσεις τοῦ Πατριαρχείου πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου νὰ ὑποστηρίζουν τὶς σερβικὲς ἐνέργειες καὶ νὰ συν­εργάζονται μὲ τὰ σερβικὰ προξενεῖα, καθιστοῦσαν ἀκόμη περισσότερο ἐπιφυλακτικὴ τὴν ἑλληνικὴ διπλωματία».

Τὰ ὅσα παρετέθησαν θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ λάβουν καὶ τὸν τίτλον «ὁ ἀντεθνικὸς ρόλος τοῦ Πατριαρχείου». Ὡστόσον, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐθνικὸν ἀλλὰ ἐκκλησιαστικόν, καθὼς ὅταν ἡ «ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ» ἀρνῆται νὰ ἀποδεχθῆ τὴν βούλησιν τοῦ αἰχμαλώτου ποιμνίου καὶ ἐπιβάλλη εἰς αὐτὴν ἀλλοφύλους, διὰ νὰ ὑπηρετήση τὰ ἰδικά της συμφέροντα, τότε εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δρᾶ ἐθνοφυλετικά, ὄχι ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν ἀλλὰ ξένων συμφερόντων, εἰσάγουσα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴν τὴν ἀντίθεον ἀρχὴν ὅτι ἡ ἰδιοτέλεια τοῦ ἔχοντος ἐξουσίαν εἶναι ἀνωτέρα τῆς καθολικότητος τῆς τοπικῆς ἐπισκοπῆς.Ὁ ἀναγνώστης ὅμως, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ τὴν θεολογίαν θὰ ἀντιληφθῆ τὸ προφανές: τὸν ὑπονομευτικὸν διὰ τὰ δίκαια τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων ρόλον τινῶν Πατριαρχῶν τῆς Κων/λεως. Ὡστόσον, ἡ ἱστορία δὲν σταματᾶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, καθὼς τὸ Φανάρι συνέχισε καὶ μετέπειτα τὴν ἀσυμβίβαστον μὲ τὸν πόθον τῶν Ἑλλήνων δι’ ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας πολιτικήν του.

(Μέρος Β΄)

  Ἂς παύσουν νὰ ἐθελοτυφλοῦν ὅσοι θεωροῦν ὅτι τὸ Φανάρι εἶναι τὸ «Πατριαρχεῖον τοῦ Γένους». Ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ προδοσία τῶν Σκοπίων εἶναι πλέον ἡ τρίτη, καθὼς ἡ πρώτη ἦτο τό 1891 (ὡς ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ Α΄ Μέρος τοῦ παρόντος) καὶ ἡ δευτέρα τὸ 1902, ὡς ἀκολούθως περιγράφει καὶ πάλιν ὁ Κωνσταντῖνος Βακαλόπουλος (Τὸ Μακεδονικὸ Ζήτημα, Θεσσαλονίκη 1993):

  «Χωρὶς ἀμφιβολία, ἡ ὀξύτερη μορφὴ τῆς ἑλληνοσερβικῆς διαπάλης μετὰ τὸ 1894 ἐξελισσόταν στὰ Σκόπια, ὅπου οἱ ἐντεινόμενες σερβικὲς πιέσεις εἶχαν δημιουργήσει στὴν πόλη μία μόνιμη ἑστία ἀναταραχῆς. Στὰ 1896 ζοῦσαν στὰ Σκόπια 350 ἑλληνικὲς οἰκογένειες, οἱ ὁποῖ­ες συντηροῦσαν 1 πεντατάξιο ἀρρεναγωγεῖο, 1 παρθεναγωγεῖο καὶ 1 νηπιαγωγεῖο. Οἱ ἀλλεπάλληλες συγκρούσεις ἀνάμεσα στὴ σερβικὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ κοινότητα εἶχαν δημιουργήσει μία ἀφόρητη κατάσταση, καθὼς οἱ Ἕλληνες ἀρνοῦνταν νὰ δεχθοῦν τὴν τέλεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας στὸν ἀριστερὸ χορὸ τῆς ἑλληνικῆς μητρόπολης στὰ σλαβικά, καταφέρονταν κατὰ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ μητροπολίτου Μεθοδίου καὶ ζητοῦσαν τὴν ὁριστικὴ λύση τοῦ ζητήματος. Ἡ παρέμβαση τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν συνέβαλε στὴν ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τῆς ἑλληνικῆς μητρόπολης καὶ στὴ δημιουργία ἀλλεπάλληλων ἐπεισοδίων.

  Τὰ γεγονότα ἐξελίχθηκαν ραγδαῖα μετὰ τὴν ἄνοιξη τοῦ 1896, τὴν προσωρινὴ ἀπομάκρυνση τοῦ μητροπολίτη Μεθοδίου καὶ τὴν ταυτόχρονη σχεδὸν ἄφιξη τοῦ Σέρβου ἀρχιμανδρίτη Φιρμιλιανοῦ, ἐνέργεια πού φανέρωνε καθαρὰ τόσο τὶς προθέσεις τοῦ Πατριαρχείου ὅσο καὶ τῆς ἐπίσημης σερβικῆς πολιτικῆς. Ὅταν στὰ τέλη τοῦ 1896 διορίσθηκε νέος μητροπολίτης Σκοπίων ὁ ἄλλοτε μητροπολίτης Πρεσπῶν καὶ Ἀχριδῶν Ἀμβρόσιος, ἡ κατάσταση ἐκτραχύνθηκε ἀκόμη περισσότερο καὶ ἡ ἀναταραχὴ ἀνάμεσα στὶς δύο κοινότητες πῆρε τόσο μεγάλες διαστάσεις πού ἐπηρέασε μοιραῖα καὶ τὶς ἐπίσημες ἑλληνοσερβικὲς διπλωματικὲς σχέσεις. Οἱ προσπάθειες τοῦ Φιρμιλιανοῦ νὰ ἐπαναφέρει στὴν ἑλληνικὴ μητρόπολη τὸ σύστημα τῆς ἐκ περιτροπῆς τέλεσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ σλαβικὰ ἀποτύχαιναν μόνιμα μπροστὰ στὶς ἑλληνικὲς ἀντιδράσεις τῆς ντόπιας κοινότητας, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀμβρόσιος, πού εἶχε προσωρινὰ ἀπομακρυνθεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀρνοῦνταν νὰ συγκατατεθοῦν στὸν διορισμὸ τοῦ Φιρμιλιανοῦ ὡς μητροπολίτη Σκοπίων παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ Πατριαρχείου.

  Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίσημη ἑλληνικὴ πολιτική, διαμέσου τοῦ Ἕλληνα πρέσβη στὴν Κωνσταντινούπολη Ν. Μαυροκορδάτου, πίεζε τὸ Πατριαρχεῖο νὰ μὴ ἐνδώσει στὶς σερβικὲς ἀξιώσεις καὶ νὰ μὴ διόριζε τὸν Φιρμιλιανὸ μητροπολίτη στὰ Σκόπια μέχρις ὅτου ἐπιλύονταν οἱ ἑλληνοσερβικὲς διαφορὲς στὴ μεσαία καὶ στὴ βόρεια γεωγραφικὴ ζώνη τῆς Μακεδονίας. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, τὸ Πατριαρχεῖο δεχόταν ἀφόρητες πιέσεις καὶ ἀπὸ τὴ Ρωσία, ἐνῶ ὁ σουλτᾶνος εἶχε δεσμευθεῖ ἐπίσημα πρὸς τὸν Σέρβο βασιλιὰ Ἀλέξανδρο μὲ τὸν διορισμὸ τοῦ Φιρμιλιανοῦ στὰ Σκόπια. Μάλιστα εἶχε διατάξει τὴν Πύλη νὰ μὴ ἐπιλύεται κανένα ζήτημα, πού ἀφοροῦσε τὸ Πατριαρχεῖο πρὶν νὰ ἔδινε τὸ ἴδιο τὴν ἔγκριση γιὰ τὴν τοποθέτηση Σέρβου μητροπολίτη στὰ Σκόπια.

  Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1901 σημειώθηκε νέα τροπὴ τῆς κατάστασης, ὅταν ἔφθασε στὰ Σκόπια ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Πατριαρχείου Ἀρχιμανδρίτης Εἰρηναῖος, γιὰ νὰ συμβάλλει στὸν διακανονισμὸ τῆς ἑλληνοσερβικῆς διαφορᾶς. Ἀντίθετα, ὅμως, κινητοποίησε ἐνεργὰ ὁλόκληρο τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο τῶν Σκοπίων καὶ γενικεύθηκαν πάλι οἱ ἑλληνοσερβικὲς συγκρούσεις.

  Ἡ σερβικὴ δραστηριότητα εἶχε ἐντείνει στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα τὶς ἐνέργειές της γιὰ τὸν διορισμὸ τοῦ Φιρμιλιανοῦ στὰ Σκόπια. Οἱ προσ­πάθειές της εἶχαν ἀποτύχει νὰ καρποφορήσουν, τόσο στὴ νότια ζώνη ὅσο καὶ στὴ Μέση Μακεδονία ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ὅπως στὸν Περλεπέ, στὴν Ἀχρίδα, στὸ Μοναστήρι, ὅπου λειτούργησαν ἐλάχιστα σερβικὰ σχολεῖα. Ἀνάλογο ἀποτέλεσμα εἶχαν οἱ σερβικὲς ἐνέργειες στὴν Ἀνατολικὴ καὶ στὴ Βορειοανατολικὴ Μακεδονία. Πάντως, ἡ δυναμικὴ στάση τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας Σκοπίων ἀπέναντι στὸ μητροπολιτικὸ ζήτημα προκάλεσε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1901 τὰ ἔντονα διαβήματα τοῦ Σέρβου πρέσβη πρὸς τὴν ἑλληνικὴ κυβέρνηση. Ἀκόμη καὶ ἡ ρωσικὴ πρεσβεία διαμαρτυρήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸν Πατριάρχη, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1901, γιὰ τὴν ἄκαμπτη στάση τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Εἰρηναίου καὶ τοῦ Ἕλληνα προξένου τῶν Σκοπίων Ραφαήλ, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν Ρώσων διπλωματικῶν, ὑπονόμευαν τὴ θέση τοῦ Σέρβου ἐπισκόπου Φιρμιλιανοῦ. Μεγάλη ἀνησυχία ἔδειξε καὶ ἡ βουλγαρικὴ πλευρὰ ἀπέναντι στὰ διαδραματιζόμενα γεγονότα.

  Ὁ ἐπικείμενος διορισμὸς τοῦ Σέρβου ἐκκλησιαστικοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου στὴ θέση τοῦ μητροπολίτη Σκοπίων εἶχε θορυβήσει ἰδιαίτερα τὴν ἐπίσημη βουλγαρικὴ πολιτική, κυρίως, ὅταν ὁ σουλτᾶνος δήλωσε, στὶς ἀρχὲς τοῦ 1902, πρὸς τὸν Βούλγαρο ἔξαρχο, ὅτι εἶχε ἀποφασίσει νὰ προχωρήσει ὁριστικά, μετὰ τὶς ἀλλεπάλληλες ρωσικὲς πιέσεις, στὸν διορισμὸ Σέρβου ἐκκλησιαστικοῦ ἐκπροσώπου. Μάλιστα, ὁ σουλτᾶνος τὸν παρακάλεσε νὰ συγκρατήσει τὰ ὀξυμμένα βουλγαρικὰ πνεύματα στὴν περιοχὴ Σκοπίων, ἀλλὰ ὁ Βούλγαρος ἔξαρχος θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς Πύλης ἔβλαπτε ἄμεσα τὰ βουλγαρικὰ συμφέροντα ὄχι μόνο στὰ Σκόπια, ἀλλὰ μακροπρόθεσμα καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸν μακεδονικό χῶρο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπείλησε νὰ παραιτηθεῖ καὶ σύστησε στὸν Βούλγαρο μητροπολίτη Σκοπίων Σινέσιο νὰ παρακινήσει τὸν ντόπιο βουλγαρικὸ πληθυσμὸ νὰ στείλει ἔντονες διαμαρτυρίες πρὸς τὴν Πύλη.

  Παρὰ τὶς ἀλλεπάλληλες βουλγαρικὲς κινητοποιήσεις στὰ Σκόπια, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπαφὲς τοῦ Βουλγάρου πρέσβη Γκέσωφ στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὸν Ἕλληνα ὁμόλογό του, ἡ ἐπίσημη ἑλληνικὴ πολιτικὴ εἶχε πεισθεῖ πιὰ γιὰ τὰ τετελεσμένα γεγονότα. Ἐπιδίωκε τώρα μόνο νὰ διαφυλάξει τὰ συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας Σκοπίων καὶ νὰ διατηρήσει στὴν κατοχὴ της τὴν ἑλληνικὴ μητρόπολη Σκοπίων τοῦ Ἁγ. Σωτῆρος, τὴν ὁποία διεκδικοῦσαν καὶ οἱ Σέρβοι, γιὰ νὰ προβάλλουν βάσιμες ἐδαφικὲς ἀξιώσεις στὸν βόρειο μακεδονικό χῶρο.

  Ὅταν τὸν Μάιο τοῦ 1902 ἐπισημοποιήθηκε ὁ διορισμὸς τοῦ Φιρμιλιανοῦ στὴ θέση τοῦ μητροπολίτη Σκοπίων, ἡ κατάσταση εἶχε φθάσει στὸ ἀπροχώρητο, ἔπειτα ἀπὸ ἀλλεπάλληλες συμπλοκὲς Ἑλλήνων καὶ Σέρβων στὰ Σκόπια. Ἀκόμη μεγαλύτερες διαστάσεις πῆρε ἡ τεταμένη αὐτὴ κατάσταση, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου νὰ χειροτονηθεῖ ὁ Φιρμιλιανὸς στὴ Θεσσαλονίκη. Μόλις διέρρευσε ἡ πληροφορία αὐτὴ στὴν πόλη, προκάλεσε τὴν ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΣΥΣΣΩΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ καὶ ἀπέτρεψε τελικὰ τὴ χειροτονία τοῦ Σέρβου ἐπισκόπου. Τελικά, ὁ Φιρμιλιανὸς χειροτονήθηκε στὶς 15 Ἰουνίου τοῦ 1902 στὴ μονὴ τῆς Σκαλωτῆς τῆς ἐπαρχίας Αἴνου καὶ ἔφτασε στὶς 21 τοῦ ἴδιου μήνα στὰ Σκόπια.

  Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου αὐξανόταν ἡ πίεση τοῦ Πατριαρχείου στὴν ἑλληνικὴ κοινότητα Σκοπίων γιὰ τὴν παραχώρηση τῆς ἑλληνικῆς μητρόπολης Σκοπίων ἀντὶ 40.000 φράγκων καὶ τὴν ἐκ περιτροπῆς τέλεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ σλαβικά. Οἱ νέες ἀξιώσεις τῶν Σέρβων προκάλεσαν τὸ κλείσιμο τῆς ἑλληνικῆς μητρόπολης καὶ τὶς σφοδρὲς ἀντιδράσεις τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας Σκοπίων, ἡ ὁποία τελικὰ ὑπέκυψε τόσο στὶς πιέσεις τοῦ Πατριαρχείου ὅσο καὶ τῆς ἐπίσημης ἑλληνικῆς πολιτικῆς. Μὲ τὴν ἄμεση ἀνάκληση τοῦ δυναμικοῦ ἀρχιμανδρίτη Εἰρηναίου, τὴν ἄφιξη τοῦ νέου πατριαρχικοῦ ἐξάρχου στὰ Σκόπια, Ἱερόθεου Ἀνθουλίδη, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1902, τὴν ἐκλογὴ νέας ἐφοροδημογεροντίας καὶ τὴ σύνταξη νέου κοινοτικοῦ κανονισμοῦ, ἀναγνωρίσθηκε ὁ νέος Σέρβος μητροπολίτης Σκοπίων ὡς πνευματικὸς ἀρχηγὸς τῆς ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς κοινότητας. Ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα Σκοπίων θὰ διατηροῦσε τὴν αὐτονομία καὶ τὴν αὐτοτέλειά της μὲ δικό της προϊστάμενο, ἀλλὰ ὑποχρεώθηκε νὰ παραχωρήσει στοὺς Σέρβους τὴν ἑλληνικὴ μητρόπολη τοῦ Ἁγ. Σωτῆρος ἀντὶ 40.000 φράγκων.

  Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἡ πολιτικὴ κατάσταση παρέμεινε στὰ Σκόπια ρευστή, ἀφοῦ λίγο ἀργότερα οἱ Σέρβοι πρόβαλαν καὶ πάλι νέες ἀξιώσεις στὴν κτηματικὴ περιουσία τῆς μητρόπολης Σκοπίων, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ κτισθεῖ ἡ νέα ἑλληνικὴ ἐκκλησία τοῦ Ἁγ. Μηνᾶ. Συχνότατες ὑπῆρξαν ἀκόμη καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς διαμάχες ἀνάμεσα στὸ ἑλληνικὸ καὶ στὸ σερβικὸ στοιχεῖο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 1903 καὶ ἀλλεπάλληλες ἦταν οἱ διαμαρτυρίες τοῦ Φιρμιλιανοῦ καὶ τῆς σερβικῆς πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὸν Πατριάρχη».

  Δὲν εἶναι ἀπαραίτητα τὰ συμπεράσματα, ὅταν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα βοοῦν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπογραμμισθῆ εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν Ἅγιοι Πατριάρχαι, οἱ ὁποῖ­οι ἐθυσιάσθησαν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ Πατριάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἄλλοτε αὐτὴ ἦτο ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων, ἄλλοτε τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλοτε τῆς Οὐκρανίας. Πῶς ἑπομένως νὰ ἐμπιστευθῆ κανεὶς μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὴν σημερινὴν στάσιν τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος πρὶν στεγνώση ἡ μελάνη τῆς λεγομένης «Συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν» ἀπεκάλει ἤδη τὰ Σκόπια «Βόρεια Μακεδονία»;

   Δὲν χρειάζεται νὰ ἐμπιστευθῶμεν κανένα Πατριάρχην, διότι ἂν εἴχομεν ὀρθὸν ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα, τότε θὰ ἀντιλαμβανώμεθα ὅτι ἡ ὀνομασία μιᾶς σχισματικῆς Ἐκκλησίας ὡς αὐτῆς τῶν Σκοπίων δὲν εἶναι προνόμιον τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως. Ὅπως ὅλαι αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἱδρύθησαν ἐπειδὴ δὲν ἀνέχονταν πλέον νὰ ἀποτελοῦν παίγνια τοῦ ἑκάστοτε φαναριώτου Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ εὐαρεστήση τὴν μωαμεθανικὴν «Πύλην» δὲν ᾐσχύνετο νὰ χειροτονῆ Σλάβον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας, Θεσσαλονίκην! Τοιουτοτρόπως καὶ σήμερα δὲν ἐμπίπτει εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ τί δεῖ γενέσθαι εἰς τὰ Σκόπια. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες ὁρίζουν ὡς ἀπαράβατον προϋπόθεσιν τὴν μετάνοιαν τῶν σχισματικῶν. Αἱ ἀρχαὶ καλῆς γειτονίας ἐπιβάλλουν ἐπιπροσθέτως τὸν σεβασμὸν εἰς τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς ἱστορίας τῆς Μακεδονίας.

  Δυστυχῶς, πλεῖστοι(;) ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐνθυμίζουν εἰς οὐδὲν τοὺς ἐνδόξους Μακεδονομάχους Ἱεράρχας, ἀλλὰ τοὺς δωσιλόγους ἐκείνους τῆς ἱερωσύνης, οἱ ὁποῖοι ἐκράδαιναν πρὸς τοὺς πιστοὺς τὴν δουλικὴν κατ’ ὄνομα ὑπακοὴν πρὸς τὴν «Αὐτοῦ Παναγιότητα» ὡς μέσον ἐξασφαλίσεως τῆς οἰκονομικῆς ἀφαιμάξεως τῶν ἑλληνικῶν ὀρθοδόξων κοινοτήτων, τὰς ὁποίας προέδωσαν καὶ ἔρριψαν εἰς χεῖρας τῶν Σλάβων.  Πικρὴ δι’ ὅλους μας ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία μᾶς θέτει ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν μας καὶ κατέναντι τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτακτικὰ ἀπαιτεῖ ἀπάντησιν: τώρα ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, τί ὀφείλω νὰ πράξω; Νὰ ἀντιδράσω!

Advertisement

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ἡ τρίτη φαναριώτικη προδοσία τῆς Μακεδονίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.