Ο Άγιος Ραφαήλ και τα συλλείτουργα των ημερών μας

Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ, ἰατρός

Δεκατρία χρόνια μετά τήν προδοτική ψευτοσύνοδο τῆς Φερράρας, ὁ συνυπογραφείς ἑνωτικός ὅρος ἐφαρμόζεται πλέον καί στήν πράξη: Ἀπεσταλμένοι τοῦ πάπα ἔρχονται στήν Κωνσταντινούπολη καί στίς 12 Δεκεμβρίου 1452 (πέντε μῆνες πρίν ἀπό τήν Ἅλωση) συλλειτουργοῦν μέ τούς δικούς μας μέσα στήν Ἁγιά Σοφιά.

Ἡ ὑβριστική αὐτή ἑνωτική λειτουργία σήμανε καί τό τέλος τῆς χιλιόχρονης Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ προδοσία τῆς Πίστεως, ὅπως μαθαίνουμε ἀπό τά Βιβλία μας τά Ἱερά, ποτέ δέν μένει ἀτιμώρητη. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σηκώθηκε ἀπό τήν Πόλη καί ἀντ’ αὐτῆς ἐγκαταστάθηκε ἡ χατζάρα τοῦ Τούρκου.

Στήν συγκεκριμμένη, ὅμως, ἀποστασία (συλλείτουργο μέ αἱρετικούς), κάποια παλληκάρια τῆς Πίστεώς μας διαμαρτυρήθηκαν καί ἀντέδρασαν σθεναρά. Ἀνάμεσά τους καί ὁ γνωστός σέ ὅλους μας θαυματουργός Ἁγιος τῆς νήσου Λέσβου, ὁ Ἅγιος Ραφαήλ.

Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ ἦταν διορισμένος ἀπό τόν ἵδιο τόν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο ὡς σύμβουλός του καί πρωτόπαπας. Στήν κρίσιμη, ὅμως, ὥρα (τήν ὥρα τοῦ προδοτικοῦ συλλείτουργου) δέν ὑπολόγισε οὔτε ἀξιώματα οὕτε φιλίες αὐτοκρατορικές. Κινούμενος στήν ἴδια ἐκκλησιολογική καί πνευματική γραμμή μέ τόν Γεννάδιο, συμβουλεύει τόν αὐτοκράτορα νά σταματήσουν κάθε σχέση μέ τούς παπικούς. Προτείνει στόν βασιλιᾶ νά ἀγωνιστοῦν γιά τήν σωτηρία τῆς Πόλης καταφεύγοντας ὅχι στήν δῆθεν βοήθεια τοῦ ἀντίχριστου Βατικανοῦ, ἀλλά στήν δοκιμασμένη κραταιά προστασία τῆς Παναγιᾶς μας.

Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ, ἐνῷ ἦταν καλεσμένος ἀπό τόν ἵδιο τόν αὐτοκράτορα, δέν πάτησε τό πόδι του στό προδοτικό συλλείτουργο. Στοιχημένος στήν ἁγιοπατερική μας Παράδοση, ἀρνήθηκε νά συμπροσευχηθεῖ μέ τούς ἑνωτικούς λατινόφρονες καί μέ τούς ἐκπροσώπους τοῦ ἀρχιαιρεσιάρχη, δηλαδή τοῦ πάπα. Ὁ βασιλιᾶς, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἐξοργίστηκε μέ τήν σθεναρά Ὀρθόδοξη στάση τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ καί ἔδωσε ἀμέσως διαταγή νά ἐξοριστεῖ. Νά πῶς βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας στήν Λέσβο, ὅπου καί ἀργότερα μαρτύρησε: Ἐξορισμένος στό νησί γιά τά ἀνόθευτα Ὀρθόδοξα φρονήματά του καί τήν προσήλωσή του στήν Ἁγιοπατερική μας Παράδοση.

Στίς ἡμέρες μας, σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, τό ἔμπρακτο παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ ἀποδεικνύεται, δυστυχῶς, ὅτι δέν ἔχει πέραση. Σήμερα, οἱ ἴδιοι ἐκκλησιαστικοί ἀξιωματοῦχοι, οἱ ὁποῖοι λένε ὅτι σεμνύνονται τόν Ἅγιο Ραφαήλ, ὅχι μονάχα δέν ἀντιδροῦν στήν συμπροσευχητική παρουσία καρδιναλίων καί παστόρων μέσα σέ Θεία Λειτουργία στό Φανάρι, στό Κολυμπάρι καί ἀλλαχοῦ ἐν Εὐρώπῃ καί Ἀμερικῇ, ἀλλά τοὐναντίον ἐπιχαίρουν καί καυχῶνται γιά τά προδοτικά τους αὐτά ‘’κατορθώματα’’.

Ἀπόδειξη, τά ἀτελείωτα πάρε-δῶσε μέ τήν πανσπερμία τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ἀλλοπίστων, ἡ ἐνυπόγραφη ‘’συνοδική’’ ἀναγνώριση τῶν άντιχρίστων ἀποφάσεων τοῦ λεγόμενου παγκοσμίου συμβουλίου ἐκκλησιῶν, τά ἐντατικά μαθήματα ἱερωμένων γιά τήν ἐμπέδωση τῶν ἀποφάσεων τῆς ψευτοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μετάλλαξη τῶν περισσοτέρων ἀντιαιρετικῶν γραφείων σέ κέντρα συνεργασίας μέ ‘’ἑτεροδόξους ἀδελφούς’’,  ἡ μετατροπή Ἱερῶν Μονῶν σέ ἄντρα ‘’μεταπατερικῆς θεολογίας’’ καί διδασκαλεῖα ‘’σύγχρονων φιλοσοφικῶν θεωριῶν’’, καί πάνω ἀπ’ ὅλα τό μένος ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἀξιωματούχων ἐναντίον κάθε Ρωμηοῦ ρασοφόρου (παπᾶ ἤ μοναχοῦ), πού δηλώνει ἐλάχιστος μιμητής τοῦ νεοφανοῦς καί θαυματουργοῦ Ἀγίου μας, τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, τοῦ μαρτυρήσαντος στήν νῆσο Λέσβο.

Ἡ ἀποστασία μας ἀναμφιβόλως ἔχει λάβει τεράστιες διαστάσεις.

Οἱ ὑψηλά ἱστάμενοι, στήν συντριπτική τους πλειονότητα, ὑπηρετοῦν χωρίς συστολή τήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, εἴτε μέ τήν σιωπή τους εἴτε  μέ τά ἔργα τους. Εἶναι παραλογισμός –γιά νά μήν ποῦμε καθαρή ὑποκρισία- ἀπό τήν μιά μεριά νά διδάσκεις, ὅτι ‘’ἑορτή Ἁγίου ἴσον μίμησις Ἀγίου’’ καί ἀπό τήν ἄλλη νά βάζεις στά ἕξι μέτρα κάθε πιστό (παπά ἤ λαϊκό), πού προσπαθεῖ μέ φιλότιμο νά ἐφαρμόσει τήν Χρυσοστομική παρότρυνσή σου.

Οἱ πιό κάτω (τίμιοι παπάδες καί εὐλαβεῖς μοναχοί), ζῶντας ὑπό καθεστώς ὁμηρίας καί τρομοκρατίας, σιωποῦν περιμένοντας τάχα εὐνοϊκότερες ἡμέρες γιά νά ἀντιδράσουν.

Ἐνῷ οἱ πιστοί, ὡς ἀνεπίσκοποι πλέον, καταλήγουν στήν ἀδιαφορία ἤ στήν σύγχυση.

Θά βγοῦν ἐπιτέλους μπροστά μερικοί Ἐπίσκοποι, μέ ἔψιλον κεφαλαῖο, γιά νά πιάσουν ὄντως σκοπιά, νά φυλάξουν τό ποίμνιο καί νά κρατήσουν ἀνόθευτη τήν πολυτίμητη Ὀρθοδοξία μας; Ἤ θά συνεχίσουμε τόν ἴδιο ἐκκοσμικευμένο (οἰκουμενιστικό) χαβά, περιγράφοντας τά δεινά τοῦ λαοῦ μας ἁπλῶς καί μόνον ὡς ‘’κρίση’‘ καί ’’ἀκραῖα καιρικά φαινόμενα’’, καί ὅχι ὡς θεομηνία καί Θεία Δίκη γιά τά τεκταινόμενα στόν χῶρο τῆς Πίστεως;

18.11.2017

Advertisements

Συγκλονιστικὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος κατὰ τῶν Παπικῶν

12 Νοεμβρίου 1716 –
Ὁ Ἅγ. Σπυρίδων ἀποτρέπει τοὺς Παπικοὺς (Ρωμαιοκαθολικοὺς)
ἀπ’ τὸ νὰ χτίσουν ἀλτάριο στὸν ναό του!

Τὸ 1716 οἱ Τοῦρκοι πολιόρκησαν στενὰ τὴν Κέρκυρα. Πενήντα χιλ. στρατὸς καὶ ἀρκετὰ καράβια κύκλωσανε τὸ νησὶ καὶ τὸ ἀπειλοῦσαν ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα. Τὰ βαρβαρικά στρατεύματα εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸ ἀκρότειχος τῆς πόλεως. Ὁ Πιζιάνης, ποὺ ἦταν ἀρχηγὸς κατὰ τὴν πολιορκία ἐκείνη τῶν δυνάμεων τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας, περίμενε τὴν μεγάλη ἐπίθεση τῶν ἔχθρων.

Τὰ ξημερώματα ὅμως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦταν 11 Αὐγούστου τοῦ 1976, παρουσιάζεται στὰ βαρβαρικὰ στίφη ὁ Ἅγιος Σπυρίδων. Στὸ δεξὶ χέρι κρατοῦσε ἀστραφτερὸ ξίφος. Μὲ θυμὸ τοὺς ἔδιωξε καὶ τοὺς τρομοκράτησε. Τὰ ἔχασαν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ ἐκείνη παρουσία καὶ ὁρμὴ τοῦ Ἁγίου. Ἄφησαν ὅπλα καὶ ζῶα καὶ ἔφυγαν πανικόβλητοι. Σε λίγο ἔμαθαν ὅλοι ὅτι εἶχε συμβεῖ τὸ μεγάλο θαῦμα.

Πῆγαν ἀκολούθως στὸ στρατόπεδο τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ εἶδαν, ὅτι ἐκεῖνοι ἀπὸ βιασύνη τῆς φυγῆς τῶν, τὰ εἴχανε ἐγκαταλείψει ὅλα. Βρῆκαν 120 κανόνια, ἄφθονα ζῶα, ἀρκετὸ ὁπλισμὸ καὶ πολλὰ πυρομαχικὰ καὶ τρόφιμα.

Μετὰ τὸ ζωντανό, ἐκπληκτικὸ καὶ ὁλοφάνερο αὐτὸ θαῦμα τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, ὁ Ἀνδρέας Πιζάνης, ποὺ ἦταν Ἐνετός, καὶ ἐξουσίαζε τὴν Κέρκυρα, θέλησε, σὰν παπικὸς που ἦταν, νὰ κτίση μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὴν Κέρκυρα καὶ παπικὸ «ἀλτάριον», δηλ. Ἁγίαν Τράπεζαν. Σ’ αὐτὸ τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς καὶ ὁ παπικὸς Ἐπίσκοπος τῆς νήσου..

Φανερώθηκε ὅμως στὸν Πιζάνη καθ’ ὕπνον ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καὶ τοῦ εἶπε:
– Γιατί μὲ ἐνοχλεῖς; Εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ «ἀλτάριον» τῆς ἰδικῆς σου πίστεως εἰς τὸν Ναόν μου.

Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἦταν φαντασία τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ τὸν ἐμποδιση ἀπὸ τὸ καλὸν ἔργον… Ὁ Πιζάνης πῆρε ἀπὸ αὐτὸ θάρρος. Διέταξε ἀμέσως νὰ ἑτοιμάσουν τὰ ὑλικά, τὰ μάρμαρα, τὸν ἀσβέστη κ.λ.π. γιὰ νὰ κτίσουν τὸ «ἀλτάρι». Τὰ σώριασαν ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.

Ὅταν εἶδαν αὐτὸ οἱ ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες προύχοντες τῆς νήσου, στενοχωρήθηκαν. Παρουσιάσθηκαν στὸν διοικητὴ Πιζάνη καὶ τὸν παρακαλεσαν νὰ τὸ σταματήσει καὶ νὰ μὴ τὸ κάνη αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι διοικητὴς καὶ εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ κάμει.

Τότε οἱ Ὀρθόδοξοι γύρισαν καὶ παρακάλεσαν θερμὰ τὸν Ἅγιο, νὰ σταματήσει τὸ ἀνοσιούργημα.

Τὴν ἴδια ἐκείνη νύχτα παρουσιάζεται στὸν διοικητὴ πάλιν ὁ Ἅγιος σὰν καλόγερος καὶ τοῦ λέγει:
– Σοῦ εἶπα νὰ μὴ μὲ ἐνοχλῆς. Ἂν τολμήσης νὰ κάνης αὐτό, ποὺ ἀποφάσισες, θὰ μετανοιώσης πικρά, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.

Τὸ πρωὶ τὰ ἀνεκοίνωσε αὐτὰ ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν ἐπέπληξε ὡς ἄτολμο καὶ ὀλιγόπιστον. Τότε ὁ διοικητὴς ξαναπῆρε θάρρος καὶ διέταξε ν’ ἀρχίση τὸ κτίσιμο τοῦ «ἀλταρίου» μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου. Οἱ Παπικοὶ πανηγυριζαν ἀπὸ τὴν χαρά τους καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐλυποῦντο κατάκαρδα. Εἶχαν πένθος καὶ λύπη ἄφατη καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς φυλάξει ἀπὸ τὴν παπικὴ βεβήλωση…

Ὁ Ἅγιος τοὺς ἄκουσε καὶ ἐπενέβη ἀποφασιστικὰ καὶ κεραυνοβόλα. Τὴν νύχτα ἐκείνη ξέσπασε φοβερὴ θύελλα μὲ κεραυνούς. Ἡ θύελλα καὶ οἱ κεραυνοὶ ἔπληξαν κυρίως τὸ φρούριο «Καστέλι». Ἐκεῖ ἤτανε καὶ τὸ διοικητήριο τοῦ Πιζάνη καὶ οἱ πυριτιδαποθῆκες. Αὐτὰ ἔγιναν παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ἀπὸ τὴν ἔκρηξη σκοτωθήκανε 900 ἄνθρωποι, στρατιῶτες καὶ πολίτες, ὅλοι παπικοί, διότι ἀπαγόρευαν νὰ κατοικοῦν καὶ νὰ διανυκτερεύουν Ὀρθόδοξοι μέσα στὸ Κάστρο.

Ὁ Πιζάνης βρέθηκε νεκρός, μὲ σφηνωμένο τὸν λαιμό του μεταξὺ δύο δοκῶν. Τὸ πτῶμα τοῦ παπικοῦ Ἐπισκόπου βρέθηκε ἐκτιναγμένο σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, ἔξω ἀπὸ τὸ φρούριο, ἐκεῖ ποὺ χύνονταν τὰ ἀπόβλητα τῆς πόλεως.

Τὸ δὲ καταπληκτικότερο εἶναι ὅτι τὴν ἴδια νύχτα καὶ τὴν ἴδια ὥρα, ἄλλος κεραυνὸς ἔπεσε στὴν Βενετία, στὸ μέγαρο τοῦ Πιζάνη καὶ κατέκαψε τὸν ζωγραφικὸ πίνακα μὲ την προσωπογραφία τοῦ Πιζάνη, χωρὶς νὰ βλάψει κανένα ἄλλο πράγμα, ἐνῶ καὶ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου ἔπεσε κάτω τὸ καντήλι ποὺ εἶχε δωρήσει ὁ Πιζάνης εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος τῆς ἀπομακρυνσεως τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ νησὶ (τὸ σημάδι ἀπὸ τὴν πτώση φαίνεται καὶ σήμερα).

Ὁ φρουρὸς τῆς πυριτιδαποθήκης, πρὸ τῆς καταστροφῆς, εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ τὸν πλησιάζει μὲ ἀναμμένη δάδα, καὶ νὰ τὸν μεταφέρει, χωρὶς γρατσουνιά, κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἐσταυρωμένου.

hristospanagia3.blogspot.com (ἀπὸ proskynitis.blogspot.com)

Χριστιανική Βιβλιογραφία

Ὁ ἅγιος Γεννάδιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ο θαυμαστός βίος ενός άγνωστου Πατριάρχη: Αγώνας για την προφύλαξη του ποιμνίου από τους αιρετικούς. –Εγκύκλιος κατά των Σιμωνιακών!

 

«Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δὲ δόξαν οὐδείς» λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σὰν θέλουν νὰ τονίσουν τὴν τεράστια δύναμη ποὺ τὰ κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ψυχή του, ξεπέρασε τὸ μεγάλο καὶ ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καὶ νίκησε. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς σταθμοὺς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀλλὰ καὶ μία προσεκτικὴ μελέτη τούτων θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐκτιμήσουμε περισσότερο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του.

    Ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δὲν γνωρίζουμε οὔτε καὶ ποιὰ ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς αὐτὸς ἤκμασε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καὶ μὲ τὸ ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.). Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιὴλ τοῦ Στυλίτη, ποὺ ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ. Ὁ σεμνὸς ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πὼς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας». Καὶ ἀκόμη πὼς στὴν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ξακουστὴ Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπὸ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ βίου του, μὰ καὶ τὴ μεγάλη του ἐξυπνάδα καὶ ἀρετή. Τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὁσίων της Ἐκκλησίας μας ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ μὲ προσοχὴ μελετοῦσε, πολὺ τὸν συγκινοῦσε καὶ μὲ πόθο βαθὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ αὐτὸς στὸν Θεὸ καὶ νὰ βαδίσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἠθικὴ τελειότητα. Τὸ εὐαγγελικὸ «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδὴ ἀγωνισθεῖτε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καὶ ἔντονα στὴν σκέψη του. Καὶ τὸν συγκινοῦσε. Καὶ τὸν γοήτευε. Καὶ τὸν παρορμοῦσε νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιὰ νὰ προχωρεῖ κάθε μέρα καὶ πιὸ πετυχημένα στὴν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καὶ τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καὶ πιὸ πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στὴν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερὰ καὶ ἡ ἀρετή του σὰν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καὶ παντοῦ τὴν λάμψη καὶ τὴν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καὶ ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νὰ τὸν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καὶ παντὸς κάλου».

    Αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸν ὑπέροχο χαρακτήρα του καὶ τὴν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, (ὥστε Βασιλιὰς καὶ Σύγκλητος καὶ κλῆρος καὶ λαὸς σ’ αὐτὸν νὰ στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καὶ αὐτὸν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ

καλέσουν ὡς τὸν μόνο κατάλληλο, γιὰ ν’ ἀναλάβει στὰ στιβαρὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καὶ δικαιώθηκαν.

    Στὴν ἅγια μορφὴ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τὸν ἄξιο καὶ στοργικὸ ποιμένα του. Γιὰ δέκα τρία χρόνια καὶ δυὸ μῆνες (458 – 471) ὁ συνετὸς καὶ φλογερὸς Ἱεράρχης ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε ἕνα σταθερὸ καὶ ἀσταμάτητο ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τὴν φύλαξή του ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων. Στὸ πρόσωπό του εἶδαν καὶ βρῆκαν ὅλοι τὸν ἀκούραστο καὶ ἄγρυπνο πατέρα, ποὺ ἤξερε νὰ ἀναλίσκεται σὰν λαμπάδα γιὰ νὰ φωτίζει μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θερμαίνει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ γλυκαίνει μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς περιποιήσεις του τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του.

    Τὸ χριστιανικὸ καὶ βιβλικὸ κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους. Καὶ ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο πρὸς τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο λαό, ποὺ μὲ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια οἰκοδομῆς καὶ παρηγοριᾶς, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικὸ καὶ αὐστηρὸ σ’ ἐκείνους ποὺ παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦταν αὐτοί, καὶ ζητοῦσαν νὰ κατασκανδαλίσουν τὸν ἀθῶο καὶ πονεμένο λαό.

    Ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τὸ ποίμνιό του τὸν συνεῖχε μέρα καὶ νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καὶ δική του. Πολλὲς φορὲς ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ κλείσει τὰ βλέφαρά του, σὰν θυμόταν πὼς μερικὰ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του δὲν εἶχαν τὸ ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀγάπης. Ἢ σὰν ἄκουε πὼς κάποιος αἱρετικὸς εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς του καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τοὺς παρασύρει καὶ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καὶ πολύπειρος ἱεράρχης, πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλὰ ξένα σώματα στὸ καθαρὸ καὶ ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρετικοὶ μὲ πεῖσμα καὶ φανατισμό, μὰ καὶ ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπὸ καιρὸ νὰ σπείρουν τὰ ζιζάνια τῆς πλάνης τους στὸν ἀγρὸ τῆς«μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καὶ φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ θεοῦ, ποὺ εἶχε βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καὶ μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ δίδασκε κάθε μέρα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὡς δόκιμος καὶ καλὸς γεωργὸς φρόντιζε νὰ περιποιεῖται καὶ νὰ κρατᾶ τὸ «γεώργιόν» του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν κακῶν γεωργῶν, ποὺ σὰν λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νὰ σκορπίσουν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἀγρό.

     Τέτοιοι κακοὶ γεωργοὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὑπῆρξαν μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ ὀπαδοὶ τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπὸ κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σὰν εἶδε ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη νὰ μεταδίδουν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στοὺς νεοβαπτισθέντας χριστιανοὺς τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καὶ πρόσφερε χρήματα πολλὰ στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτὸν τοῦτο τὸ χάρισμα. Στὴν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μὲ καυστικὴ δριμύτητα καὶ τὸν ἔδιωξε. Ἀπὸ τότε ὅσοι ζητοῦν μὲ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καὶ ἡ πράξη τους «σιμωνία». Οἱ πρῶτοι μὲ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθὸ δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν τὸ ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μὲ χρήματα. Γιὰ τοὺς πρώτους, ὁ καλὸς ποιμένας ἀνέλαβε συνεχὲς κήρυγμά των, γιὰ νὰ διαφωτίσει τὸ ποίμνιό του γιὰ τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση αὐτή. Γιὰ τοὺς δεύτερους κυκλοφόρησε τὴν γνωστὴ θεόσοφο Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν πράξη καὶ ἀπαγορεύει στοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμὴς ἀναξίους ἐργάτες γιὰ τὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου.

     Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μὰ καὶ πολὺ αὐστηρή. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καὶ βασιλίδι μετὰ τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν…, ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καὶ προφάσεως καὶ σοφίσματος τὴν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καὶ βδελυρὰν (ἐννοεῖ τὴν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καὶ καθαρὸς τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρὸς γινομένης, ἄνωθεν καὶ ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροὶ τὸν χειροτονούμενον, καὶ μὴ συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διὰ χρημάτων τῆς χειρὸς μολυνθείσης δεῖ γὰρ τοὺς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ πράτας τοῦ Πνεύματος καὶ χάριν εἶναι τὴν χάριν καὶ μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διὸ ἔστω τοὶ νῦν καὶ ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καὶ τὴν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καὶ ὁ διδοὺς αὐτὴν (τὴν ἱερατικὴ ἐξουσία) διὰ χρημάτων»… Λόγια φοβερά. Ἀλλὰ καὶ λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ τελοῦν τὶς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καὶ ὄχι ἔμποροι…

    Μεγάλη ὑπόθεση τὸ μυστήριό της ἱεροσύνης. Πολὺ μεγάλη. Ὅπως λέγει καὶ κάποιος σύγχρονος θεολόγος, ξεχωριστὸς δάσκαλος τοῦ θείου λόγου καὶ δόκιμος χειριστὴς τοῦ καλάμου. «Ἡ ἱεροσύνη δὲν εἶναι ἀξίωμα, ποὺ προμηθεύει ματαίαν δόξαν δὲν εἶναι θέσις ποὺ ἐξασφαλίζει προσόδους δὲν εἶναι ἐπάγγελμα βιοτικόν, ἀλλὰ κλῆσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ τοὺς ἀγαπώντας Αὐτόν. Εἶναι παρακαταθήκη ἱερά, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρὺ καὶ κοπιῶδες αὐτὸ ἔργον εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸς Αὐτὸν ἀγάπης». Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, «εἶναι οἱ δοῦλοι οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ καθιερωμένοι, διὰ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν κυβερνοῦν ὄχι ὡς ἀπόλυτοι δεσπόται, ἀλλὰ ὡς οἰκονόμοι, ὡς ὑπερούσιοι καὶ ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς κύριοι, ἀλλὰ ὡς ὁδηγοὶ ὄχι διὰ νὰ χαράξουν νέους δρόμους εἴτε εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἴτε εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ ζωὴν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καθοδηγήσουν εἰς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸν δρόμον ποὺ ἐχάραξεν ὁ Χριστός». Τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία.

     Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἱεροσύνη. Ἔτσι τὴν εἶδε καὶ ὁ εὐλαβὴς ἱεράρχης. Κλήση Χριστοῦ. Διακονία χάριν τοῦ λαοῦ. Διακονία μέχρι Θυσίας. Θυσίας ὄχι μόνον κόπων καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ θυσίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους γιὰ τὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν.

    Γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐφοδιασμὸ τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στὸ καθῆκον ἱεράρχης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγὴ φρόντισε καὶ ἱδρύθηκε τοῦτο τὸν καιρὸ (463) στὴν Πόλη ἡ ξακουστὴ ἀργότερα Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ὁ πάνσεπτος ναὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μὲ τ’ ὄνομα Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Γιὰ τοῦτο τὸν ναὸ οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος ἔφεραν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐναπέθεσαν σ’ αὐτὸν τὴν ἱερὴ ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως καὶ οἰκοδομῆς.

   Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὅμως ἀπὸ τὴ γόνιμη ἀρχιερατεία του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ τὸν αὐστηρὸ τρόπο ἀσκήσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ ὁ καλὸς ποιμήν, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ ἀνταλλάξει κάποτε τὴν αἴγλη καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀθόρυβη ζωὴ τοῦ μονάχου. Ἔτσι, ἀφοῦ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἔσπευσε νὰ χειροτονήσει καὶ ν’ ἀφήσει γιὰ διάδοχό του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ. Φόρεσε τὸν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στὸ κορμί του σίδερα καὶ ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τὴν Πόλη. Μὲ συνοδὸ ἕναν εὐλαβὴ μοναχό, τὸν Νεῖλο, τράβηξε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καὶ προσκύνησε τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιὰ τὴν Κύπρο. Ἔφτασε στὴν Πάφο καὶ χωρὶς καμιὰ χρονοτριβὴ ἀφῆκε ἐκεῖ τὸν συνοδό του Νεῖλο καὶ αὐτὸς μόνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ὄρος, ὅπου παλιὰ εἶχε στήσει τὴν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.

    Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τὴν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τὰ χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρὶν νὰ φτάσει, ἄρχισε νὰ νυκτώνει καὶ νὰ πέφτει χιονόνερο. Γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἀπ’ τὴν θύελλα, τάχυνε τὸ βῆμά του πρὸς τὸ χωριὸ Κισσόπτερα, ποὺ εἶναι κοντὰ καὶ ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μὲ τὰ δυὸ παιδιά της. Κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλὲς φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὸ συμπεράνουμε. Ἀπὸ τὸ δυνατὸ κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν οἱ χωριανοὶ νεκρό. Τὴν ἄπονη δὲ χήρα καὶ τὰ παιδιά της μισοπεθαμένους καὶ ξεπαγιασμένους.

    Ἕνας ἀπὸ τὸ χωριὸ μετέφερε στὸν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τὸ μήνυμα. Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν λαϊκὸ μαζί, γιὰ νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρὸς ἱεράρχης. Ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἱερέα τὸν ὁποῖο καὶ περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει καὶ φοβισμένος νὰ γυρίσει πίσω, γιατί ἀντὶ τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καὶ ἀπέραντο ποταμό. Σὲ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔτρεξε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ ἀνέφερε, πὼς ὁ ἱερέας δὲν εἶχε πάει καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη προσῆλθε καὶ ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε σταλεῖ καὶ ἐξήγησε πὼς ὁ λόγος ποὺ δὲν πῆγε στὸ χωριὸ ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνὸς πολὺ μεγάλου ποταμοῦ, ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ χωριό. Τὰ λόγια αὐτὰ κίνησαν τὴν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πλήθη λαοῦ πρὸς τὸ χωριό. Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὴ βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μὲ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντὶ τῆς βρύσης ὄχι μόνο τὸν τεράστιο ποταμό, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι πάνω ἀπ’ τὸ νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πὼς ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας κοινὸς μοναχός, ἀλλὰ κάποιος μεγάλος Ἅγιος καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀπὸ ἀναξιότητα δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπὸ ἐκτενὴ καὶ κατανυκτικὴ παράκληση ὁ ποταμὸς ἐξαφανίστηκε, τὸ σκοτάδι διαλύθηκε καὶ φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτὴν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινὸ νερό) τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Μωρὸν Νερόν.

    Μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν λαὸ προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ νεκρός. Σὰν ἔφτασε προσκύνησε μὲ εὐλάβεια τὸ δερμοφόρο καὶ σιδηροφόρο σκήνωμα καὶ διέταξε νὰ φέρουν καὶ νὰ βάλουν κοντὰ σ’ αὐτὸ τὴν ἀκίνητη καὶ μισοπαγωμένη χήρα μὲ τὰ παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβὴς ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστὰ στὸ λείψανο καὶ προσευχήθηκε. Ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τὸν ξένο μοναχὸ νὰ τὴν συγχωρήσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει πάλι τὴν ὑγεία της.

    Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καὶ τὰ παιδιά της ζωντάνεψαν στὴ στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξέσπασαν σὲ φωνὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς δόξασαν τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σὲ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ τὰ γειτονικὰ μέρη ποὺ ἄκουσαν τὰ γενόμενα, ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ μικρὸ χωριό, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν θαυματουργὸ μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἦταν καὶ ὁ συνοδὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος. Σκηνὴ πολὺ συγκινητικὴ διαδραματίστηκε τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς ἀντίκρισε τὸν νεκρὸ ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στὸ ἅγιο λείψανο καὶ μὲ κλάματα καὶ φωνὲς θρηνοῦσε τὸν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τὸν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τὸν Νεῖλο καὶ ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοῦ πεῖ τὴν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχὸς Νεῖλος ἀρνιόταν στὴν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τὸ μυστήριο:

   – Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχὸς αὐτός, ὁ ξένος καὶ ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

   Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καὶ βαθιὰ συγκινημένος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν νεκρὸ τὸ ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τὸ ἅγιο λείψανο, μὲ ὕμνους καὶ θυμιάματα, τὸ σήκωσαν καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ἄλλην ἱερὴ δορυφορία τὸ μετέφεραν γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴν ἐπισκοπή. Μόλις οἱ ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦσαν τὸ φέρετρο προχώρησαν καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καὶ ἀπέθεσαν τὸ φέρετρο γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νὰ τὸ σηκώσουν πάλι καὶ νὰ προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τὸ φέρετρο δὲν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανεὶς πὼς εἶχε ριζώσει στὴ γῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοὺς ἔκαμε νὰ καταλάβουν, πὼς ὁ Ἅγιος ἤθελε στὸν τόπο ἐκεῖνο νὰ ταφεῖ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν καὶ ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα ναὸ στὴ μνήμη του.

     Στὴν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοὶ ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγὴ ἰαμάτων. Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ κρυολογήματα καὶ ἀπὸ τὸν βήχα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο ἀπέθανε.

    Ἂν καὶ ὁ Βηχιανὸς ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἁγίων τοῦ νησιοῦ μας, μερικοὶ φρονοῦν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ Βησσιανὸς ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγια, ποὺ βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καὶ τὴν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σὲ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητὲς εἰκόνες στὰ Ἀνάγια, σὲ ναοὺς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καὶ ἀλλαχοῦ.

   Αὐτὴ μὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὑπῆρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ μεγάλου τούτου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζωὴ ἀγωνιστική. Μὰ καὶ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ θυσίας.

   Ταῖς τοῦ Ἁγίου Γενναδίου πρεσβείαις Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.


  ρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποιμὴν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Αντίχριστος έρχεται, από τον ανοιγμένο ουρανό: Αυτή είναι η εικόνα του Αντιχρίστου που υπάρχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών;

Στην αίθουσα συνεδριάσεων του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), δηλαδή στο Kέντρο το οποίο εργάζεται και συντονίζει την ενoποίηση όλων των εκκλησιών, υπάρχει τεραστίων διαστάσεων ταπισερί με την εικόνα του Αντιχρίστου, ο οποίος θα έρθει για να ενώσει τους πάντες και τα πάντα.

Πριν αναλυθεί η εικόνα του Αντιχρίστου, ας δούμε το έμβλημα του ΠΣΕ το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και αυτό γιατί το τροποποίησαν. Στο προηγούμενο έμβλημα ήταν σχεδιασμένη μια βάρκα στο νερό η οποία για κατάρτι είχε τον σταυρό, και στην κορυφή της παράστασης υπήρχε η λέξη “OIKOUMENE” που είναι η ελληνική «ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ». Τώρα, η βάρκα με το νερό αντικαταστάθηκαν από το φίδι. Το φίδι αναπαριστά η τεθλασμένη γραμμή, όπως φαίνεται καθαρά στα δύο άκρα της, που είναι το κεφάλι και η ουρά. Η κυρίαρχη ελληνική λέξη OIKOUMENE – ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ, η οποία υπονοεί τον οικουμενισμό και την πανθρησκεία, παρέμεινε σταθερή.

Στο τεραστίων διαστάσεων χαλί τώρα, η εικόνα είναι υφαντή και όχι ζωγραφισμένη, που φέρει την μορφή του Αντιχρίστου, υπάρχει στην αριστερή πλευρά η άμπελος και στην δεξιά η συκιά. Σ’ ένα καταπράσινο κομμάτι γης το οποίο κυκλώνεται από νερό (το φίδι που τρώει την ουρά του), υπάρχουν όλες οι εκκλησίες οι οποίες χαρακτηρίζονται από ναούς που είναι σχεδιασμένοι με το ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχήμα του καθενός.

Στο επάνω μέρος της ταπισερί, η οποία είναι εμβαδού περίπου 50 τετραγωνικών μέτρων, δεξιά και αριστερά του Αντιχρίστου, σχηματίζονται δύο γράμματα. Το «Χ» και το «C». Τα δύο αυτά γράμματα είναι το όνομα του Χριστού όπως αυτό γράφεται στις εικόνες. Ο Αντίχριστος ξεπροβάλει ανάμεσά τους διαλύοντας το όνομα του Χριστού. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο κείμενο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου όπου το όνομα του θηρίου είναι «χξς». Το «ξ», που συμβολίζει οπτικά το φίδι, χωρίζει το όνομα του Χριστού, «χς».

Ο Αντίχριστος, ως αντί του Χριστού, θα τα κάνει όλα αντίθετα! Επομένως και οι άγγελοί του αντίθετα θα συμβολίζονται. Στην ταπισερί υπάρχουν δύο άγγελοι. Ο ένας είναι άνδρας και ο άλλος γυναίκα. Αριστερά είναι ο άνδρας και δεξιά η γυναίκα διότι ο δεξιά κείμενος έχει μικρότερο κεφάλι από τον αριστερά, έχει επίσης και προεξέχων στήθος. Τα δε δάκτυλα των ποδιών των αγγέλων είναι φυσιολογικά, ενώ τα αντίστοιχα του Αντιχρίστου, όπως θα δειχθεί παρακάτω, δεν είναι.

Στο κέντρο των εικονιζομένων εκκλησιών είναι γραμμένο στα ελληνικά «ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ».Η φράση είναι παρμένη από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη Κεφ. ΙΖ΄,21, και το «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» σημαίνει «για να είναι όλοι ένα». Δηλαδή, παγκοσμιοποίηση με έναν παγκόσμιο άρχοντα, που θέλει να πάρει την θέση του Χριστού στην πίστη των ανθρώπων, τον Αντίχριστο.

Συνεχίζω την περιγραφή της εικόνος, και στο τέλος θα περιγράψω το σώμα του Αντιχρίστου, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Φαίνεται στην ταπισερί ότι ο Αντίχριστος έρχεται, από τον ανοιγμένο ουρανό. Δεν έρχεται από τον ουρανό, εμείς το νομίζουμε αυτό επειδή έχουμε στο μυαλό μας την εικόνα του Χριστού, αλλά από κάτι άλλο πιο κοινό. Αν ήταν ουρανός, ο ουρανός από πίσω του θα ήταν καθαρός και φωτεινός και όχι με σκιές. Το σχήμα από το οποίο ξεπροβάλει ο Αντίχριστος είναι… Θα το περιγράψω όπως το περιγράφει ο D. Brown. Είναι αυτό που χαρακτηρίζει την «θηλυκότητα, τη γυναικεία φύση και τη γονιμότητα». Διότι η ΝΤΠ θέλει να «αναστήσει» το Ιερό Θηλυκό, την Μεγάλη Θεά, την Θεά των Ιχθύων , την Σεκινά, και όλα όσα άλλα ονόματα έχει. Γι αυτό και η κεντρική είσοδος των καθολικών καθεδρικών ναών έχει το σχήμα αυτό. Αυτά τα γράφει ο D. Brown που ξέρει τι γράφει. Ακόμη και σήμερα, για μην φαίνεται γελοίο κάτι τέτοιο, υπάρχουν θρησκείες που τιμούν ιδιαίτερα το τμήμα αυτό του γυναικείου σώματος τιμώντας έτσι την παλιά θεά, όπως π.χ. στην Ινδία.

Ο Αντίχριστος, που θα τα κάνει όλα αντίθετα, θα έχει μητέρα, επειδή ο Χριστός έχει Πατέρα.

Βλέπουμε επίσης στην ταπισερί ένα πτηνό, πάνω από τον Αντίχριστο, το οποίο κατέρχεται με ταχύτητα «μπηχτοκέφαλα» (όπως φαίνεται και στον σταυρό του Πάπα), που παραπέμπει στο περιστέρι που είναι σύμβολο του Αγίου Πνεύματος. Στην προκειμένη εικόνα όμως το πτηνό δεν είναι περιστέρι, διότι τα περιστέρια δεν έχουν ψαλιδωτή ουρά. Περισσότερο με ψάρι με φτερά μοιάζει παρά με περιστέρι. Στο στόμα του το «περιστέρι» κρατάει κάτι το οποίο είναι η Λίλιθ, ο Νιμπίρου ή ποιός ξέρει τι άλλο; Αυτό προκύπτει συνειρμικά διότι αυτό που φαίνεται ως φωτοστέφανο στο κεφάλι του Αντιχρίστου δεν είναι φωτοστέφανο αλλά είναι δύο μισά τμήματα του Ηλίου και της Σελήνης. Ο γνωστός διπολικός συμβολισμός που υπάρχει σε κάποιες αίθουσες. Τίποτα δεν προκύπτει κατά τύχη.

Τώρα, θα δούμε τα χαρακτηριστικά του σώματος του Αντιχρίστου. Ο Αντίχριστος είναι ερμαφρόδιτος, αρσενικοθήλυκος, όπως άλλωστε ερμαφρόδιτος είναι και ο Γιαχβέ. Τυχαία νομίζετε ότι η ΝΤΠ καταστρέφει την φυσιολογική εμφάνιση των ανθρώπων μέσω του συρμού (μόδα, στα ελληνικά) επιστρατεύοντας διαφόρους «λεχρέμπιτις»; Η εξωτερική εμφάνιση, η ενδυμασία, οι συμπεριφορές, οι πλαστικές επεμβάσεις, που αλλοιώνουν την φυσιολογική εμφάνιση των ανθρώπων γίνονται βάσει σχεδίου με σκοπό την «κατ’ εικόνα και ομοίωση» προς τον νέο θεό.

Το βασικό χαρακτηριστικό του σώματος του Αντιχρίστου είναι ότι είναι ασύμμετρο, έχοντας αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά. Μπορεί με την πρώτη ματιά να φαίνεται συμμετρικό, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ας δούμε τα χαρακτηριστικά αυτά ξεκινώντας από τα πόδια και πηγαίνοντας προς τα πάνω.

Στο πόδι που προβάλει πρώτο, το δεξί, τα τρία μεσαία δάκτυλα προεξέχουν των δύο ακριανών. Είναι μεγαλύτερα. Δεν υπάρχει άνθρωπος με τέτοιου είδους πόδια. Στην δε τέχνη τα πόδια των ανθρώπων είναι συγκεκριμένα και τέτοιου είδους πόδια πρώτη φορά εμφανίζονται. Άρα πρόκειται για κάποιον μοναδικό άνθρωπο.

Στην περιοχή του ισχίου η δεξιά του πλευρά παρουσιάζει σχετικά οξεία εξοχή λίγο πιο κάτω από την μέση. Στην αριστερή πλευρά το ισχίο παρουσιάζει πιο αμβλυμμένη, πιο καμπυλωτή, αλλά ογκωδέστερη εξοχή, η οποία βρίσκεται χαμηλότερα από αυτήν της δεξιάς πλευράς, στοιχείο που παραπέμπει σε θηλυκό σώμα. Στην δεξιά του πλευρά είναι το αρσενικό σώμα και στην αριστερή του το θηλυκό.

Στον κορμό, οι καμπύλες του γυμνού σώματος από την μασχάλη και κάτω, μέχρι το ισχίο, διαφέρουν ως προς την καμπυλότητά τους. Δεξιά είναι η ανδρική πλευρά και αριστερά η θηλυκή. Αυτό γίνεται για να υποστηριχθούν και οι μαστοί. Στην δεξιά πλευρά είναι ο ανδρικός μαστός και στην αριστερή ο γυναικείος.

Οι ώμοι είναι επίσης διαφορετικοί. Ο δεξιός είναι καμπυλωτός που σημαίνει είναι γυναικείος, ενώ ο αριστερός είναι περισσότερο διογκωμένος και δυνατός όπως συμβαίνει στους άνδρες. Τα δε δάκτυλα αριστερού χεριού, του ανδρικού, είναι μεγαλύτερα και στιβαρότερα του άλλου χεριού. Η κοτσίδα των κυματιστών μαλλιών, που παραπέμπουν σε συγκεκριμένη φυλή, βρίσκεται στην πλευρά της Σελήνης και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι σύμπτωση.

Τα μάτια του τώρα… Τα μάτια του Αντιχρίστου διαφέρουν το ένα από το άλλο (όπως συμβαίνει και στον εικονιζόμενο στον σταυρό του Πάπα). Το δεξί μάτι είναι στρογγυλό εν αντιθέσει με το άλλο που είναι επίμηκες. Η διαφορετικότητα των ματιών είναι από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της εμφάνισης του Αντιχρίστου. Ο προφήτης Έσδρας μας κατατοπίζει σχετικά με την εμφάνιση του Αντιχρίστου, σε βιβλίο που δεν πρέπει να γνωρίζουμε, γράφοντας ότι το δεξιό μάτι του Αντιχρίστου θα είναι όπως το αστέρι που ανατέλλει το πρωί και το άλλο ασάλευτο, δηλαδή παγερό.

«Ως αστήρ το πρωί ανατέλλων» έγραψε ο προφήτης. Ο ισχυρός αυτός συμβολισμός βρίσκεται μπροστά μας σχεδόν κάθε μέρα. Οι Καθολικοί ονομάζουν το Πάσχα “Εaster” και “East” είναι η ανατολή, το μάτι των illuminati, Χρυσή Αυγή, φωτογραφίες διασήμων που κρύβουν το ένα τους μάτι, κλπ κλπ.

Είναι απορίας άξιον. Τι να αισθάνονται άραγε οι ιερωμένοι λειτουργοί των Εκκλησιών του Χριστού όταν πάνε στο ΠΣΕ και βλέπουν αυτήν την εικόνα;

Χρήστος Μαντζιάρης

Η επιστολή απάντηση του αγίου Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄

Χαρακτηριστικότατη ιστορική πηγή βάσει της οποίας καταδεικνύετε η ελληνικότητα της Ρωμανίας, η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού καθώς και η εθνική αξιοπρέπεια του Διδυμοτειχίτη βασιλιά, αποτελεί η επιστολή απάντηση που απέστειλε προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄στα μέσα της δεκαετίας του 1230.

Η επιστολή σε νεοελληνική απόδοση

Ιωάννης εν Χριστό το Θεό βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας, τω αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίω. Ας έχω τας σωτηρίους ευχάς σου.

Αυτοί, που εστάλησαν από την αγιότητα σου και μου έφεραν αυτή την επιστολή σου, επέμεναν ότι είναι γράμμα της αγιότητάς σου. Όμως εγώ, ο βασιλιάς, αφού διάβασα όσα είναι γραμμένα, αρνήθηκα να πιστέψω ότι είναι δικό σου γράμμα, αλλά θεώρησα ότι το ΄γραψε ένας άνθρωπος με χαμένα πέρα για πέρα τα μυαλά του, που όμως ο ψυχικός του κόσμος είναι φουσκωμένος από αλαζονεία και αυθάδεια, διότι πως θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε διαφορετική γνώμη για τον γράψαντα, τη στιγμή που απευθύνεται στη βασιλική μου δύναμη θεωρώντας με σαν ένα ανώνυμο και άδοξο και ασήμαντο ανθρωπάκι; Δεν σου μίλησε κανείς για το μέγεθος της εξουσίας και της δυνάμεως μας;

Δε χρειαζόμασταν ιδιαίτερη σοφία για να γνωρίσουμε καλά ποιος είναι ο δικός σου θρόνος. Αν βρισκόταν πάνω στα σύννεφα ή ήταν κάπου ¨μετέωρος¨, ίσως έπρεπε να έχουμε μετεωρολογικές γνώσεις για να τον βρούμε, αλλ΄ επειδή στηρίζεται στη γη και δε διαφέρει καθόλου από τους υπολοίπους θρόνους, όλος ο κόσμος τον ξέρει.

Μας γράφεις ότι από το δικό μας, το Ελληνικό γένος, άνθησε η σοφία και τα αγαθά της και διαδόθηκε στους άλλους λαούς. Αυτό σωστά το γράφεις. Πως όμως αγνόησες ή και αν υποτεθεί ότι δεν το αγνόησες, πως ξέχασες να γράψεις ότι, μαζί με τη σοφία, το γένος μας κληρονόμησε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και τη βασιλεία; Ποιος αγνοεί ότι τα κληρονομικά δικαιώματα της διαδοχής πέρασαν από εκείνον στο δικό μας γένος και ότι εμείς είμαστε οι νόμιμοι κληρονόμοι και διάδοχοι;

Έπειτα, συ απαιτείς να μην αγνοήσουμε το θρόνο σου και τα προνόμιά του. Αλλά και εμείς έχουμε να ανταπαιτήσουμε να δεις καθαρά και να αναγνωρίσεις τα δικαιώματα μας επί της εξουσίας και του κράτους της Κωνσταντινούπολης, το οποίο, από τον Μέγα Κωνσταντίνο, διατηρήθηκε για μια χιλιετία και έφτασε σε μας. Οι γενάρχες της βασιλείας μου, είναι από το γένος των Δουκών και των Κομνηνών, για να μην αναφέρω εδώ και όλους τους άλλους βασιλείς που είχαν ελληνική καταγωγή και για πολλές εκατοντάδες χρόνια κατείχαν την βασιλική εξουσία της Κωνσταντινούπολης. Αυτούς όλους, και η εκκλησία της Ρώμης και οι ιεράρχες της, τους προσκυνούσαν ως αυτοκράτορες των Ρωμαίων. Πως λοιπόν εμείς φαινόμαστε στα μάτια σου ότι δεν εξουσιάζουμε και δε βασιλεύουμε σε κανένα τόπο, παρά χειροτόνησες λες κι είναι επίσκοπος σου τον εκ Βρυέννης Ιωάννη βασιλιά στην Πόλη; Ποιο δίκαιο επρυτάνευσε στη συγκεκριμένη αυτή περίσταση; Πως κατάφερε η τιμία σου κεφαλή και επαινεί το άδικο της πλεονεξίας και βάζει στη μοίρα του δικαίου τη ληστρική και αιμοχαρή κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους;

Εμείς εξαναγκαστήκαμε από την πολεμική βία και φύγαμε από τον τόπο μας, όμως δεν παραιτούμαστε από τα δικαιώματα μας της εξουσίας και του κράτους της Κωνσταντινούπολης. Και να ξέρεις ότι αυτός που βασιλεύει είναι άρχοντας και κύριος έθνους και λαού και πλήθους, δεν είναι άρχοντας και αφεντικό σε πέτρες και ξύλα, με τα οποία χτίστηκαν τα τείχη και οι πύργοι.

Το γράμμα σου περιείχε και τούτο το παράξενο, ότι η τιμιότητά σου έστειλε κήρυκες που διήγγειλαν το κήρυγμα του σταυρού σε όλο τον κόσμο, και ότι πλήθη πολεμιστών έσπευσαν για να διεκδικήσουν την Αγία Γή. Σαν μάθαμε αυτή την είδηση, χαρήκαμε και γεμίσαμε με ελπίδες. Ελπίζαμε δηλαδή ότι αυτοί οι διεκδικηταί των Αγίων Τόπων θα άρχιζαν τη δίκαιη δουλειά τους από τη δική μας πατρίδα και ότι θα τιμωρούσαν αυτούς που την αιχμαλώτισαν, γιατί βεβήλωσαν τις αγίες εκκλησίες, τα ιερά σκεύη και διέπραξαν κάθε είδος ανοσιουργίες κατά των Χριστιανών. Επειδή όμως το γράμμα σου ονόμαζε τον Ιωάννη Βρυέννιο που απεβίωσε εδώ και πολύν καιρό βασιλιά της Κωνσταντινούπολης, και φίλο και τέκνο της τιμιότητας σου, και επειδή οι νέοι σταυροφόροι σου στέλνονται για να τον βοηθήσουν, γελούσαμε αναλογιζόμενοι την ειρωνεία και τα παιχνίδια που παίζονται κατά των Αγίων Τόπων και του Σταυρού.

Επειδή όμως η τιμιότητά σου, με το γράμμα που έστειλες, μας παρακινεί να μην παρενοχλούμε τον φίλο σου και υιόν Ιωάννη Βρυέννιο, γνωρίζουμε και εμείς στην τιμιότητά σου, ότι δεν ξέρουμε σε ποιο μέρος της γης ή της θάλασσας βρίσκεται η επικράτεια αυτού του Ιωάννη. Εάν όμως εννοείς την Κωνσταντινούπολη, καθιστούμε γνωστό και στην αγιότητά σου και σε όλους τους χριστιανούς ότι ποτέ δε θα πάψουμε να δίνουμε μάχες και να πολεμούμε αυτούς που την κατέκτησαν και την κατέχουν, γιατί αλήθεια, πως δε θα διαπράτταμε αδικία απέναντί στους νόμους της φύσης, και στους θεσμούς της πατρίδας μας, και στους τάφους των προγόνων μας, και στα θεία και ιερά τεμένη, αν δεν πολεμήσουμε γι΄ αυτά με όλη τη δύναμή μας ;

Ωστόσο, αν είναι κανείς που αγανακτεί για τούτη τη θέση μας, και μας δυσκολεύει, και εξοπλίζεται εναντίον μας, έχουμε τον τρόπο να αμυνθούμε εναντίον του : πρώτα πρώτα με τη βοήθεια του Θεού, και μετά, με τα άρματα και το ιππικό που έχουμε, και με πλήθος αξιόμαχων πολεμιστών, οι οποίοι πολλές φορές πολέμησαν τους σταυροφόρους. Τότε και συ, από τη μεριά σου, σαν μιμητής, που είσαι, του Χριστού, και σαν διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, έχοντας μάλιστα τη γνώση για το τι είναι θείο και νόμιμο και για το τι επιβάλλεται από τους ανθρώπινους θεσμούς, τότε λέω, θα μας επαινέσεις, αφού δίνουμε τη μάχη για την πατρίδα και για τη σύμφυτη με αυτήν ελευθερία.

Και αυτά βέβαια θα συμβούν κατά το θέλημα του Θεού. Η βασιλεία μου θέλει πολύ και ποθεί να διασώσει τον σεβασμό που αρμόζει προς την αγία Εκκλησία της Ρώμης, και να τιμά το θρόνο του κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου και, απέναντι της αγιότητάς σου, να έχει τη σχέση και την τάξη του υιού, και να αποδίδει σ΄ αυτή την αρμόζουσα τιμή και αφοσίωση. Αυτό θα γίνει όμως, μόνο εάν και η δική σου αγιότητα δεν παραβλέψει τα δικαιώματα της δικής μας βασιλείας, και αν δεν γράφει σε μας γράμματα με τέτοια επιπολαιότητα και απαξίωση.

Ωστόσο να ξέρει η αγιότητά σου, ότι υποδεχτήκαμε χωρίς λύπη το αγροίκο ύφος του γράμματός σου, και φερθήκαμε με ηπιότητα στους κομιστές του, μόνο και μόνο για να διατηρήσουμε την ειρήνη μαζί σου.

Η πρωτότυπη επιστολή

Ιωάννης εν Χριστώ τω Θεό πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας, τω αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγόριω σωτηρίας και ευχών αίτησιν.

Οι αποσταλέντες παρά της σης αγιότητος κομισταί του γράμματος τούτου διετείνοντο ότι είναι της σης αγιότητος, αλλά η βασιλεία μου, αναγνούσα τα γεγραμμένα, δεν ηθέλησε να πιστεύση ότι είναι σον, αλλ’ ανθρώπου ζώντος εν εσχάτη απονοία, έχοντος δε την ψυχήν πλήρη τύφου και αυθαδείας, διότι πώς να μη υπολάβωμεν τοιούτον τον γράψαντα απευθυνόμενον εις την βασιλεία μου, ως εις ένα των ανωνύμων και αδόξων και αφανών, μη διδαχθέντα περί του μεγέθους τους αρχής ημών και της δυνάμεως;

Δεν είχομεν χρείαν σοφίας ίνα διαγνώσωμεν τις και ποίος είναι ο σος θρόνος. Εάν έκειτο επί των νεφελών ή μετέωρος που, ίσως υπήρχεν ανάγκη σοφίας μετεωρολογικής τους ανευρεσίν του, αλλ΄επειδή είναι εστηριγμένος επί της γής, και ουδόλος διαφέρει των λοιπών θρόνων, η τούτου γνώσης πρόχειρος είναι τοίς πάσιν.

Και ότι μέν από του ημετέρου γένους η σοφία και το εκ ταύτης αγαθόν ήνθησεν και εις άλλους διεδόθη, καλώς είρηται. Πως όμως ηγνοήθη ή και μη αγνοηθέν, πως εσιγήθη, ότι μετά της σοφίας είναι προσκεκληρωμένη εις το γένος ημών παρά του μεγάλου Κωνσταντίνου και η βασιλεία; Τις αγνοεί ότι ο κλήρος της διαδοχής εκείνου εις το ημέτερον διέβη γένος, και ότι ημείς είμεθα οι τούτου κληρονόμοι και διάδοχοι;

Έπειτα συ απαιτείς να μην αγνοήσωμεν τον σον θρόνον και τα τούτου προνόμια, αλλά και ημείς έχομεν να ανταπαιτήσωμεν όπως διαβλέψης και γνωρίσης τα δικαιώματα ημών επί της αρχής και του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως, όπερ, από του μεγάλου Κωνσταντίνου επί χιλιετηρίδα παραταθέν, έφθασεν άχρις ημών. Οι γενάρχαι της βασιλείας μου, οι από του γένους των Δουκών και Κομνηνών, ίνα μη τους λέγω, τους από γενών Ελληνικών άρξαντας επί πολλάς εκατοστύας ετών την αρχήν κατέσχον της κωνσταντινουπόλεως, ους και η της Ρώμης εκκλησία και οι ιεράρχαι προσηγόρευον Ρωμαίων αυτοκράτορας. Πως λοιπόν ημείς φαινόμεθα σοι ότι ουδαμού άρχομεν και βασιλεύομεν, εχειροτονήθη δε παρά σου ο Ιωάννης εκ Βρυέννης (Πρετούρας) ; Τίνος δίκαιον επρυτάνευσεν εν τη περιστάσει ταύτη ; Πως η ση τιμία κεφαλή επαινεί την άδικον και πλεονεκτικήν γνώμην, και την ληστρικήν και μιαιφόνον κατάσχεσην υπό των Λατίνων της Κωνσταντινουπόλεως εν μοίρα τίθεται δικαίου ;

Ημείς βιασθέντες μετεκινήθημεν του τόπου, αλλά δεν παραιτούμεθα των δικαιώματα ημών επί της αρχής και του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βασιλεύων άρχει και κρατεί έθνους και λαού και πλήθους, ούχι λίθων τε και ξύλων, άτινα αποτελούσι τα τείχη και τα πυργώματα.

Το γράμμα σου περιείχε και τούτο, ότι κήρυκες της σης τιμιότητος το του σταυρού διήγγειλαν κήρυγμα εις όλον τον κόσμον, και ότι πλήθος ανδρών πολεμιστών έσπευσαν εις εκδίκησιν της Αγίας Γής. Τούτο μαθόντες εχάρημεν και ελπίδων μεστοί γεγόναμεν ότι ούτοι οι εκδικηταί των αγίων τόπων ήθελον αρχίσει την εκδικίαν από της ημετέρας πατρίδος, και ότι ήθελον τιμωρήσει τους αιχμαλωτίστας αυτής, ως βεβηλώσαντας αγίους οίκους, ως ενυβρίσαντας θεία σκεύη, και πάσαν ανοσιουργίαν διαπράξαντας κατά χρισιανών. Επειδη όμως το γράμμα ωνόμαζε βασιλέα τον Ιωάννη Βρυέννιον της Κωνσταντινουπόλεως και φίλον υιόν της σης τιμιότητος, αλλ΄οστις προ πολλού απεβίωσε, και προς βοήθειαν τούτου εστέλοντο οι νέοι σταυροφόροι, εγελώμεν αναλογιζόμενοι την των αγίων τόπων ειρωνίαν και κατά του σταυρού παίγνια.

Επειδή δε η ση τιμιότης δια του γράμματος παρακινεί να μην παρενοχλώμεν τον σον φίλον και υιόν Ιωάννην Βρυέννιον, καθιστώμεν γνωστόν εις την σήν τιμιότητα ότι δεν γνωρίζουμεν που γής ή θαλάσσης είναι η επικράτεια αυτού του Ιωάννου. Εάν δε περί Κωνσταντινουπόλεως είναι ο λόγος, δήλον καθιστώμεν και τη ση αγιότητι και πάσι τοις χριστιανοίς ¨ως ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες τοις κατέχουσι την κωνσταντινούπολιν. Η γαρ αν αδικοίημεν και φύσεως νόμους και πατρίδος θεσμούς και πατέρων τάφους και τεμένη θεία και ιερά, ει μη εκ πάσης τους ισχύος, τούτων ένεκα, διαγωνισόμεθα¨.

Εάν δε τις δια τούτο αγανακτή δυσχεραίνη και οπλίζεται καθ΄ημών, έχομεν πως κατά τούτου να αμυνθώμεν, πρώτον μεν διά της βοηθείας του θεού, έπειτα δε διά των υπαρχόντων και παρ΄ ημίν αρμάτων και  ίππων και πλήθους ανδρών μαχίμων και πολεμιστών, οίτινες πολλάκις επολέμησαν τους σταυροφόρους. Συ δε, ως Χριστού μιμητής, και του των Αποστόλων κορυφαίου διάδοχος, και γνώσιν έχων θείων τε νομίμων, και των κατ΄ ανθρώπους θεσμών, θα επαινέσης ημάς υπερμαχούντας της πατρίδος και της εγγένους αυτή ελευθερίας.

Και ταύτα μεν θα συμβώσι κατά το δοκούν τω θεώ. Η βασιλεία μου πάνυ ορέγεται και ποθεί να διασώση το προς την αγίαν της Ρώμης Εκκλησίαν προσήκον σέβας, και να τιμά τον θρόνον του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, και εις την σην αγιότητα να έχη σχέσιν και τάξιν υιού, και κάμνη όσα εις τιμήν και θεραπείαν αφορώσιν αυτής, μόνον εάν και η ση αγιότης μη παρίδη τα δικαιώματα της ημετέρας βασιλείας, και μη γράφη προς ημάς ούτως αφερεπόνως και ιδιωτικώς. Όπως δε διακείμεθα εν ειρήνη τπρος την σην αγιότητα, την του γράμματος απαιδευσίαν αλύπως υπεδέχθημεν και προς τους κομιστάς αυτού ηπίως προσηνέχθημεν.

ΠΗΓΗ.ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Μοναχού Σεραφείμ, Γιατί είναι αιρετική η Σύνοδος του Κολυμπαρίου (συνοπτικώς)

02-1.jpg
Γιατί εἶναι αἱρετική ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (συνοπτικῶς)
τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ
Πρίν ἀπό ἑνάμισυ περίπου χρόνο (Ἰούνιο 2016) ἔλαβε χώρα ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, ὅπως εἶχε προγραμματισθεῖ, καί προκάλεσε μέγα διχασμό στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία ἦταν, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἐπισημοποίησε καί ἐπικύρωσε αἱρετικές ἀπόψεις κυρίως ὡς πρός τήν ἐκκλησιολογία (τήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία) τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπόψεις οἰκουμενιστικές.
Στόν περιορισμένο χῶρο ἑνός ἄρθρου, θά προσπαθήσω νά συνοψίσω χάριν τοῦ εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ μερικά ἀπό τά τεκμήρια τῆς προδοτικῆς παρεκκλίσεως τῆς Συνόδου αὐτῆς (στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς «Τό Κολυμπάρι»).
● Τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός καί τί γενικῶς ἡ αἵρεση
Μέ τόν ὅρο «Οἰκουμενισμός» ἐννοεῖται ἡ (παν)αἵρεση ἡ ὁποία ἐπιδιώκει μία τεχνητή, ἐξωτερική, ἕνωση διαφορετικῶν θρησκευτικῶν πίστεων, ὄχι μέ ἐπιστροφή τῶν αἱρετικῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (τήν μόνη Ἐκκλησία), ἀλλά μέ ἀμοιβαῖες θεολογικές ὑποχωρήσεις, τόσο τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσο καί τῶν χριστιανῶν αἱρετικῶν (ἤ τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀργότερα), ὥστε νά μειωθοῦν ὅλοι σέ ἕνα – τό κατά δύναμιν – κοινά ἀποδεκτό παρονομαστή θρησκευτικῆς πίστεως ἤ πρακτικῆς. Ἡ αἵρεση αὐτή ἐπικαλύπτεται μέ τήν πρόφαση τῶν «θεολογικῶν διαλόγων».
Πρέπει πρωτίστως νά γίνει ξεκάθαρο, ὅτι «αἵρεση» συνίσταται στήν ἐντός τοῦ χώρου τοῦ Χριστιανισμοῦ παραμικρή ἔστω ἀπόκλιση ἀπό τά Ὀρθόδοξα Δόγματα, καί ὄχι, ὅπως λένε οἱ Οἰκουμενιστές (π.χ. ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης), στήν ἀπόκλιση μόνον ἀπό τά βασικά δόγματα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως (τοῦ «Πιστεύω»). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέει π.χ. ὅτι «ὅποιος δέν πιστεύει ὅπως ἡ Παράδοση τῆς Καθολικῆς [δηλ. Ὀρθοδόξου] Ἐκκλησίας εἶναι ἄπιστος» (PG 94, 1128a), ἐνῷ καί ὁ βυζαντινός νομικός Κώδικας συνοψίζοντας τήν κοινή ἀντίληψη αὐτή ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων λέει, ὅτι«εἶναι αἱρετικός αὐτός πού παρεκκλίνει ἔστω καί λίγο ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη» (Ράλλη-Ποτλῆ, Α΄ 261).
● Τό Κολυμπάρι ἀποδέχθηκε τόν ὅρο «Ἐκκλησία» γιά τούς αἱρετικούς
Τό ἐπίμαχο κείμενο τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου («Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον») ὀνομάζει τίς χριστιανικές αἱρέσεις «Ἐκκλησίες»: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορική ὀνομασία τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν πού δέν εὑρίσκονται σέ κοινωνία μέ αὐτήν» (παρ. §6). Αὐτό ἔρχεται σέ εὐθεῖα ἀντίθεση μέ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπου ὁμολογεῖται ἡ πίστη μας «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»· στό «Πιστεύω» θεωρεῖται αὐτονόητο, σέ συνάρτηση μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Παράδοση, ὅτι στή Μία Ἐκκλησία μας αὐτή ὑπάρχει «ἕνας Κύριος, μία Πίστη, ἕνα Βάπτισμα» (Πρός Ἐφεσίους 4, 5). Ἀντιθέτως, αὐτοί τούς ὁποίους τό Κολυμπάρι ὀνόμασε «Ἐκκλησίες» (Μονοφυσῖτες, Παπικοί, Προτεστάντες κ.ἄ.) ἔχουν δόγματα καταδικασμένα ὡς αἱρετικά ἐπί αἰῶνες ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τό 451 ἕως τό 879 καί ἕως τό 1895 (ἄρα δέν ἔχουμε «μία πίστη», τήν ἴδια – γι΄ αὐτό ἄλλωστε λέγονται καί ἑτερόδοξοι, «ἑτέρου δόγματος»). Ἔχουν ἀκόμη καί διαφορετικό τρόπο βαπτίσματος (ράντισμα, δῆθεν νοητή ἐπιφοίτηση κ.ἄ.).
Ἀπό τούς Οἰκουμενιστές προβλήθηκε ἡ δικαιολογία, ὅτι ἡ λέξη αὐτή («Ἐκκλησία») εἶναι ἐδῶ «προσφώνηση εὐγενείας» ἤ «τεχνικός ὅρος» καί δέν ἔχει τήν κυριολεκτική της σημασία. Ὅμως αὐτό εἶναι ἀναληθές. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἐπισήμαναν, ὅτι πρέπει νά ἀναζητοῦμε τό νόημα πού κρύβουν οἱ αἱρετικοί πίσω ἀπό μία διφορούμενη ἤ ἐπιφανειακῶς σωστή ὁρολογία (π.χ. Μ. Ἀθανάσιος PG 25, 545c.560ab). Οἱ ὑπόλοιπες ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου (ὅπως θά δείξουμε παρακάτω) δείχνουν ὅτι τά μέλη τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου πιστεύουν, ὅτι στίς αἱρέσεις ἐνεργεῖται ἡ σωτηρία· συνεπῶς δέν τίς θεωροῦν αἱρέσεις, ἀλλά «Ἐκκλησία», ἔστω καί «διαφορετική» ἤ «κάπως ἐλλιπῆ».
Ἐπίσης, ἀκόμη καί ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» χρησιμοποιήθηκε ὡς «προσφώνηση εὐγενείας» ἤ «τεχνικός ὅρος», καταχρηστικῶς, καί πάλι αὐτό ἀποδεικνύει αἱρετικό φρόνημα, διότι οἱ Ἅγιοι Πατέρες προειδοποιοῦν, ὅτι οἱ αἱρετικοί προσπαθοῦν νά «θολώνουν» τήν ὁρολογία, ἐνῷ οἱ Ὀρθόδοξοι προσπαθοῦν πάντοτε νά τήν διαλευκαίνουν καί νά τήν κάνουν «μονοσήμαντη» (νά ἔχει μία μόνον ἔννοια), ὥστε νά μή ξεγελῶνται οἱ ἀκατάρτιστοι (Μ. Ἀθανάσιος PG 25, 561a & PG 26, 773d-776a).
● Τό Κολυμπάρι ἀποδέχθηκε τήν «Δήλωση τοῦ Τορόντο»
Στό ἐπίμαχο κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου («Σχέσεις…») ἀναφέρεται ὀνομαστικά καί ἐπαινετικά ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ἕνα κείμενο πού συμφωνήθηκε τό 1950 ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (τοῦ ΠΣΕ, πού ἱδρύθηκε τό 1948, ὅπου συμμετέχουν Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες). Λέγεται στό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου (παρ. §19) ὅτι: «Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες-μέλη […] ἔχουν βαθειά τήν πεποίθηση ὅτι οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto […] εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν Ὀρθόδοξη συμμετοχή στό Συμβούλιο», δηλ. στό ΠΣΕ.
Στή «Δήλωση τοῦ Τορόντο», μολονότι γίνονται καί κάποιες ὀρθές ἐκκλησιολογικές διευκρινίσεις, ὡστόσο λέγεται μεταξύ ἄλλων πλανῶν, ὅτι: «Οἱ Ἐκκλησίες-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό νά ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς δικῆς του Ἐκκλησίας» (κεφ. 4, §3). Συνεπῶς, ἡ «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» δῆθεν δέν περιορίζεται ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ὑπάρχει Ἐκκλησία (δηλ. σωτηρία) καί ἐκτός Ὀρθοδοξίας, στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως, σύμφωνα μέ τή «Δήλωση τοῦ Τορόντο».
● Τό Κολυμπάρι ἐπικύρωσε τίς αἱρέσεις τῶν Συνάξεων Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν, Μπαλαμάντ κ.ἄ.
Τό Κολυμπάρι, μέσῳ τοῦ ἰδίου παραπάνω κειμένου («Σχέσεις…»), ἐπαινεῖ τούς μέχρι τώρα θεολογικούς διαλόγους Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, διότι λ.χ. «ἐκτιμᾷ θετικῶς τά θεολογικά κείμενα πού ἐκδόθηκαν ἀπό αὐτήν [τή σχετική Ἐπιτροπή τοῦ ΠΣΕ…], τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογο βῆμα στήν Οἰκουμενική Κίνηση γιά τήν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν» (παρ. §21).
Ἡ ἔμμεση αὐτή ἐπικύρωση, ἀκόμη καί ἄν δέν κατονομάζει τίς εἰδικότερες θέσεις τῶν κειμένων αὐτῶν, ὅμως τά ἐπικυρώνει συλλογικῶς. Ἄλλωστε, μή ξεχνᾶμε ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι Πενθέκτη (β΄ Κανών) καί Ἑβδόμη (α΄ Κανών) ἔδωσαν οἰκουμενικό κῦρος στούς ἱερούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν Συνόδων, χωρίς νά ἀναφέρονται λεπτομερῶς σέ αὐτούς.
Μιά προσεκτική ματιά δείχνει τί ἀπαράδεκτα καί αἱρετικά ἔχουν γραφεῖ, δυστυχῶς, στά σημαντικότερα ἀπό τά κείμενα τῶν «Θεολογικῶν Διαλόγων».
Τό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (ΠΣΕ, Βραζιλία, 2006) λέγει (παρ. §§6-7) ὅτι«Κάθε Ἐκκλησία [εἴτε ἡ  Ὀρθόδοξη εἴτε οἱ προτεσταντικές κ.λπ. τοῦ ΠΣΕ] εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη. Κάθε Ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν Καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες […] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλον εἴμαστε πτωχευμένοι» καί ὅτι (§5) «ἐνδέχεται νά ὑπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή δέν βλάπτει ἡ διαφοροποίηση τῶν δογμάτων !
Τό κείμενο τοῦ Πουσάν (ΠΣΕ, Νότιος Κορέα, 2013) λέγει μεταξύ πολλῶν ἄλλων πλανῶν, ὅτι «μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν», οἱ ὁποῖες ὑπονομεύουν «τή μαρτυρία μας γιά τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (παρ. §14). Μέ ἄλλα λόγια, μετανοοῦμε πού οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἔσωσαν ἀπό τίς αἱρέσεις, ἀποκόπτοντάς τις ἀπό τήν Ἐκκλησία !
Ἡ Συμφωνία τοῦ Balamand (Λίβανος, 1993) μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν Παπικῶν, λέει (παρ. §§13-14) ὅτι: «Καί ἀπό τίς δύο πλευρές ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτό πού ὁ Χριστός ἐμπιστεύθηκε στήν Ἐκκλησία Του […] δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται σάν ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπό τίς Ἐκκλησίες μας. Στά πλαίσια αὐτά εἶναι προφανές ὅτι κάθε εἴδους ἀναβαπτισμός ἀποκλείεται». Ἐπίσης, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία ἀναγνωρίζονται ἀμοιβαῖα ὡς “ἀδελφές Ἐκκλησίες”, ὑπεύθυνες ἀπό κοινοῦ γιά τήν διατήρηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στήν πιστότητα πρός τό Θεῖο Σχέδιο, πολύ ἰδιαίτερα δέ σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν ἑνότητα»· ἀλλοῦ, διακηρύσσεται (παρ. §30) ὅτι «οἱ εὐθῦνες γιά τόν χωρισμό εἶναι μοιρασμένες» μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν!
        Παρά ταῦτα, ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (ὡς μιά «καθώς πρέπει» (“decent”) αἱρετική Σύνοδος) διακήρυξε παραπλανητικῶς, ὅτι «οἱ διάλογοι πού διεξάγονται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὐδέποτε σήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ ὁποιονδήποτε συμβιβασμό σέ ζητήματα πίστεως. Οἱ διάλογοι αὐτοί εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας» (Ἐγκύκλιος, VII, §20).
● Τό Κολυμπάρι ἀπέρριψε ὀρθόδοξες βελτιωτικές προτάσεις
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος συμμετέσχε στή Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, ἀλλά δέν ὑπέγραψε τό ἐν λόγῳ προβληματικό κείμενο, σέ εἰδική ἀνάλυσή του («Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν ΑκΜΣ καί ἡ κατάληξή τους»), μαρτυρεῖ ὅτι στό Κολυμπάρι ἀπορρίφθηκαν (προσοχή!) οἱ ἑξῆς διορθωτικές (ὀρθόδοξες) προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (βλ. «Θεοδρομία», ΙΗ΄ 3.4 [Ἰολ –Δεκ 2016] 416-436):
(α) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν δέχεται τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων (αἱρετικῶν), ἀσχέτως ἀπό τόν τρόπο πού τούς ἐντάσσει στήν Ἐκκλησία, ὅταν μεταστραφοῦν.
(β) Τήν «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» ἡ Ὀρθοδοξία τήν κατανοεῖ μόνον ὡς ἐπιστροφή («ἐπισυναγωγή») τῶν ἄλλων στήν Ὀρθοδοξία.
        (γ) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν βλέπει τόν ἑαυτό Της ὡς μέρος «τοῦ διαιρεμένου χριστιανικοῦ κόσμου», δηλ. σάν θραῦσμα ἑνός ἑνιαίου μείγματος Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως.
Ἡ ἀπόρριψη ὅλων τῶν παραπάνω διευκρινίσεων «φωτίζει» τό τί πραγματικῶς ἐννοεῖ τό Κολυμπάρι ὀνομάζοντας «Ἐκκλησίες» τούς ἑτεροδόξους-αἱρετικούς. Τούς θεωρεῖ «Ἐκκλησία», ὅπως εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι.
● Τό Κολυμπάρι ἀρνήθηκε τήν ἱεραποστολή μας στούς αἱρετικούς
        Στό ἴδιο κείμενο τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, γράφεται ὅτι οἱ διάλογοι διεξάγονται ἐνῷ ταυτοχρόνως «ἀποκλείεται κάθε πράξη προσηλυτισμοῦ, οὐνίας ἤ ἄλλης προκλητικῆς ἐνέργειας ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ» (παρ. §23).
Ἄς προσεχθεῖ ἐδῶ, ὅτι δέν γίνεται λόγος περί «βιαίου προσηλυτισμοῦ» (“forcible conversion”), ἄρα ἐννοεῖται καί ἡ ἁπλῆ προσπάθειά μας νά φέρουμε κάποιον στήν Ὀρθοδοξία. Μάλιστα, ἡ προσθήκη τῆς φράσεως «κάθε ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ», καθιστᾷ καταφανές, ὅτι ἀπαρνούμαστε γενικῶς τό καθῆκον νά ὁδηγοῦμε τούς ἄλλους στήν Ὀρθοδοξία, ἐπικρίνοντας τίς αἱρέσεις τους κ.λπ.!
Ἀντιθέτως, οἱ θεόπνευστοι ἱεροί Κανόνες ἐπιτάσσουν, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος δέν προσπαθεῖ νά μεταστρέψει τούς αἱρετικούς στήν Ὀρθοδοξία πρέπει νά τιμωρεῖται (Καρθαγένης ρλα΄ καί ρλβ΄).
● Τό Κολυμπάρι ἀρνήθηκε τήν ὀρθόδοξη ἀντιρρητική θεολογία τῆς τελευταίας χιλιετίας
        Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ «Στῦλος γεγονώς Ὀρθοδοξίας», θεωρεῖ προβληματική ὁποιαδήποτε Σύνοδο δέν συντελεῖ στήν ἐπίλυση εἴτε κάποιου ἐπείγοντος λειτουργικοῦ θέματος εἴτε κάποιας αἱρέσεως, καί προσθέτει: «Οἱ σύνοδοι ὅμως πού τώρα ὑποκινοῦνται ἀπό αὐτούς ποιά εὔλογη αἰτία ἔχουν; Ἄν μέν ἔχει προκύψει κάποια ἄλλη νεότερη αἵρεση […] νά ποῦν ποιές εἶναι οἱ ἐπινοήσεις στήν ὁρολογία καί ποιοί οἱ εἰσαγωγεῖς της» (PG 26, 689a). Ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου δέν εἶχε οὔτε τήν ἀγάπη οὔτε τήν φώτιση γιά νά ἐπιλύσει τό παλαιοημερολογιτικό πρόβλημα· καί δέν καταδίκασε τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἤ πολύ περισσότερο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος τίς περιλαμβάνει καί τίς ἀθωώνει ὅλες· δέν ἐπικύρωσε π.χ. οὔτε δέχθηκε ὡς 8η καί 9η Οἰκουμενικές τίς σχετικές προηγηθεῖσες Συνόδους τοῦ 879-880 καί τῶν μέσων τοῦ 14ου αἰ. (Ἡσυχαστικές). Ταιριάζει σχετικῶς τό τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «Αὐτοί πού ἀπαξιώνουν τήν Σύνοδο πού ἔγινε ἐναντίον της [τῆς αἱρέσεως], δηλαδή ἐκείνην τῆς Νικαίας, τί ἄλλο θέλουν ἀπό τό νά ἐπικρατήσουν τά φρονήματα τοῦ [αἱρετικοῦ] Ἀρείου; Γιά ποιό ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἄξιοι λοιπόν παρά νά καλοῦνται Ἀρειανοί καί νά ἔχουν τό ἴδιο ἐπιτίμιο μέ ἐκείνους;» (PG 26,1032a).
Ἑπομένως, καί στήν ἐποχή του, ὅπως καί σήμερα, οἱ αἱρετικοί δέν ἐπιδίωκαν τήν καταδίκη τῆς Ὀρθοδόξου Α΄ (Οἰκουμενικῆς) Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀλλά τήν σιωπηλή προσπέραση-ἀντικατάστασή της καί τοῦ Συμβόλου της ἀπό ἄλλη, αἱρετική, σύνοδο καί ἀπό διφορούμενο σύμβολο πίστεως (Μ. Ἀθανάσιος PG 25,549a-c & 26,808d). Καί ἐδῶ ἀντιστοίχως, ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ὄχι μόνον ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νά καταδικάσει τίς πρόσφατες αἱρέσεις, ἀλλά ἐπιπλέον τίς ὀνόμασε καί «ἐκκλησίες», καί ἔτσι διαρρήδην ἀποδεικνύεται ἐξ ἴσου αἱρετική !
Ἀντί ἐπιλόγου
Ἀπό ὅσα ἀναπτύχθηκαν γίνεται ἀντιληπτό τό μέγεθος τῆς αἱρέσεως τοῦ Κολυμπαρίου. Οἱ παραπάνω αἱρετικές θέσεις εἶχαν ἀκουσθεῖ καί νωρίτερα, ὅμως τώρα ἔχουμε ἐπισημοποίησή τους ἀπό Σύνοδο, μέ ταυτόχρονη ἐκτόξευση διωγμῶν καί ἀπειλῶν ἐναντίον ὅσων δέν τίς δεχόμαστε. Ἔτσι ἰσχύουν ὅσα λέγει γιά  τήν κλιμάκωση τῆς αἱρέσεως ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: Πῶς λέγεται, ὅτι δέν κηρύσσουν οὔτε διδάσκουν αἵρεση, «μολονότι διδάσκουν κάθε μέρα ἐμπράκτως αὐτό πού διακήρυξαν συνοδικῶς καί πού τό ἐπιβεβαίωσαν ἀναθεματίζοντας ἐκείνους πού ἀντιδροῦν στήν ἀπόφαση, δηλ. στήν “συγκατάβαση” αὐτῶν [τῶν αἱρετικῶν];» (PG 99,1072b).
(ΠΗΓΗ: «Στῦλος Ὀρθοδοξίας», 14 Ὀκτωβρίου 2017)

Ἡ φωνή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦὉμολογητοῦ

maximos omologitis.png

Φώτης Μιχαήλ, Ἡ φωνή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

 

(ποιος δέχεται τούς αρετικούς, δέχεται τόν διάβολο)

Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ, ἰατρός

Τόν τελευταῖο καιρό, δέν περνάει οὔτε μέρα σχεδόν, πού νά μή δημοσιεύεται τοὐλάχιστον μία συνάντηση Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωματούχων μέ ἀντίστοιχους αἱρετικούς ‘’συναδέλφους’’ τους!

Καί δέν φτάνουν οἱ αἴθουσες συνεδριάσεων καί τά χαλαρά τραπεζώματα γιά δαῦτες τίς δημοσιοσχετίστικες συναντήσεις, ἀλλά καταλήγουμε δυστυχῶς καί μέσα στίς ἁγιασμένες μας ἐκκλησιές, νά προσευχόμαστε παρέα μαζί τους! Μέ ποιούς; Μέ τούς αἱρετικούς!

Καί τούς βάζουμε μάλιστα στό κέντρο τῆς ἐκκλησιᾶς μας, δίπλα καί ἀπέναντι ἀπό τό Δεσποτικό, σέ πολυτελεῖς πολυθρόνες καί θρόνους περικαλεῖς καί ὑψηλούς!

Καί, ὧ τῆς ὕβρεως καί τῆς παρανομίας: Γίνεται ἡ Μεγάλη Εἴσοδος, περνᾶνε ἀπό μπροστά τους (μπροστά ἀπό τούς αἱρετικούς)τά Τίμια Δῶρα καί κανένας, μά κανένας ἀπό τούς δικούς μας παρισταμένους ἐκκλησιαστικούς ἀξιωματούχους δέν βγάζει ἄχνα διαμαρτυρίας!

Μήπως δέν ἐκφωνήθηκε τό ‘’τάς θύρας, τάς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν’’; Μήπως ἔπαψε στίς ἡμέρες μας νά ἰσχύει ἡ ἱερά αὐτή προτροπή γιά ἀπομάκρυνση τῶν μή μυημένων ἀπό τόν χῶρο τῆς Θείας Λατρείας; Ἀπό ποῦ λάβαμε τό δικαίωμα νά κουβαλᾶμε μέσα στήν Θεία Λειτουργία γνωστούς ἀμετανόητους αἱρετικούς καί αἱρεσιάρχες;

Εἶναι ἤ δέν εἶναι, οἱ παπικοί καί οἱ προτεστάντες -οἱ guest star τῶν ἱερῶν μας πανηγύρεων- σέ Φανάρι, Ἀθῆνα, Κολυμπάρι καί Ὁμογένεια, ἀμετανόητοι αἱρετικοί;

Τί λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τίς περιπτώσεις αὐτές;

Τί προβλέπεται ἀπό τούς Ἱερούς μας Κανόνες; Τί γράφει τό Ἱερό μας Εὐαγγέλιο; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τί μᾶς ἔχουν διδάξει πάνω στό θέμα αὐτό;

Εἶναι νά ἀναρρωτιέται κανείς: Στίς ἡμέρες μας, πού οἱ περισσότεροι τῶν ἱερωμένων μας εἶναι κάτοχοι τίτλων πανεπιστημιακῶν σχολῶν, πῶς νά ἀποδώσεις αὐτή τήν κατ’ ἐξακολούθηση ἐκκλησιολογική καί δογματική ἐνδοτικότητα, ἁπλά καί μόνον στήν ἄγνοια; Φαίνεται, ὅτι στήν πραγματικότητα συμβαίνει κάτι ἄλλο καί μάλιστα πολύ πιό βαρύ.

Καί ἐπί τοῦ προκειμένου, ὁ παρακάτω σχετικός λόγος τοῦ μεγάλου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἔρχεται νά βεβαιώσει γιά πολλοστή φορά, ὅτι ὄντως κάτι ἄλλο συμβαίνει, τό ὁποῖο σχετίζεται ὅχι βεβαίως μέ τήν ἄγνοια, ἀλλά μέ τήν περιφρόνηση τῶν Ἁγίων μας Πατέρων καί τῆς Ἱερᾶς μας Παραδόσεως. Καί τοῦτο, διότι οἱ ἀσφαλεῖς γνώμονες καί κανονάρχες τῆς Πίστεώς μας, δηλαδή οἱ Ἅγιοι, εἶναι πάντοτε διαθέσιμοι, εὐκόλως προσβάσιμοι καί πάντοτε σαφεῖς καί ἐπίκαιροι. Γι’ αὐτό καί ἡ εὐθύνη μας ἀπέναντι στήν ζωή καί τό δόγμα τῆς πολυτίμητης Ὀρθοδοξίας μας εἶναι μοναδική καί παμμέγιστη.

Γράφει  γιος Μάξιμος  μολογητής:

‘’Ψευδαποστόλους δέ, καί ψευδοπροφήτας, καί ψευδοδιδασκάλους μόνους νο τούς αρετικούς. ν ο λόγοι καί ο λογισμοί διεστραμμένοι εσίν’’.(*)

Δηλαδή: Ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφτες καί ψευδοδιδασκάλους θεωρ μόνο τούς αρετικούς. Τν ποίων ο λόγοι καί ο λογισμοί εναι διεστραμμένοι.

‘’σπερ ον  τούς ληθες ποστόλους, καί προφήτας, καί διδασκάλους δεχόμενος, Θεόν δέχεται, οτως καί  τούς ψευδαποστόλους, καί ψευδοπροφήτας, καί ψευδοδιδασκάλους δεχόμενος, τόν διάβολον δέχεται’’.(*)

πως, λοιπόν, ατός πού δέχεται τούς πραγματικούς ποστόλους καί Προφτες καί Διδασκάλους, δέχεται τόν Θεό, τσι καί ποιος δέχεται τούς ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφτες καί ψευδοδιδασκάλους, δέχεται τόν διάβολο.

___________________

(*) (Περί τῶν πραχθέντων ἐν Βιζύῃ…, ΕΠΕ 15Γ,25. PG 90, 144-145) ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ, Βενεδίκτου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου, τόμος Α’, σελ. 157.