ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ  ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αυγουστίνος Μύρου

    Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ. Θ.

   Οἱ ἐξελίξεις στὸ ἰδιαίτερα κρίσιμο ἐθνικὸ ζήτημα τῶν ἡμερῶν μας, στὸ λεγόμενο «Σκοπιανό», ἔδωκαν σὲ πολλοὺς, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ σὲ ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες, τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμη τους, καὶ νὰ κρίνουν πρόσωπα καὶ γεγονότα, ὅπως φυσιολογικὰ μπορεῖ νὰ συμβαίνει σὲ μία δημοκρατικὴ χώρα. Χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἀποτελοῦν δύο πολὺ ἐμπεριστατωμένα ἀντιστασιακὰ κείμενα ἐνάντια στὴν γνωστὴ «Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν». Τὸ ἕνα εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ὑπογράφουν οἱ 4 Σεβ. Μητροπολίτες τῆς  Δυτικῆς Μακεδονίας, καὶ τὸ ἄλλο, τὸ πιὸ πρόσφατο, εἶναι αὐτὸ, ποὺ ὑπογράφουν ἅπαντες, οἱ 22 Σεβ. Μητροπολίτες ὅλης τῆς Μακεδονίας.

 

Ὑπάρχει, ὅμως, μία μερίδα συνανθρώπων μας, συμπατριωτῶν μας, οἱ ὁποῖοι ἐξανίστανται, ὅταν πληροφοροῦνται ὅτι φορεῖς τῆς  Ἐκκλησίας, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, θεολόγοι, μεταφέρουν δημόσια τὸν λόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιστέκονται μὲ ἐπιχειρήματα σὲ πρωτοβουλίες, ἀποφάσεις καὶ νομοσχέδια τῆς κρατικῆς ἐξουσίας γιὰ διάφορα ζητήματα, κοινωνικά, οἰκογενειακά, ἐργασιακά, ἐκπαιδευτικά ἤ καὶ ἐθνικά. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ διακηρύττουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ ποιμένες της δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν μία κοινωνία, ἀλλὰ νὰ περιορίζονται στὰ καθαρὰ πνευματικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ. Νὰ ἔχουν λόγο γιὰ την  τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, τῶν Μυστηρίων τῆς Βάπτισης, τοῦ Γάμου, τοῦ Εὐχελαίου, γιὰ τὶς κηδεῖες καὶ τὰ μνημόσυνα. Νὰ μὴν ἔχουν κανένα λόγο γιὰ τὸ πῶς θὰ ρυθμίζεται ἀπὸ τὸ Κράτος ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὴν κοινωνία, στὴν οἰκογένεια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στὰ δικαστήρια, ἤ ἀκόμη, καὶ πολὺ περισσότερο, νὰ μὴν ἔχουν λόγο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἐθνικῶν ζητημάτων.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς τίθεται τὸ καίριο ἐρώτημα: Ἔχει ἤ δὲν ἔχει ἡ Ἐκκλησία λόγο γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα, ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν ὡς πρόσωπα καὶ ὡς ὀργανωμένη κοινωνία, ἑπομένως καὶ στὰ ἐθνικά;

Γιὰ νὰ δοθῆ ὀρθὴ ἀπάντηση στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ἐρώτημα, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ σωστὴ βάση. Τὴ βάση αὐτὴ τὴν ἔχουμε, ὅταν ἐξακριβώσουμε πρωτίστως τὶ εἶναι στὴν οὐσία της ἡ Ἐκκλησία.

Τὴν ὀρθὴ ἀπάντηση στὸ ἐν λόγῳ ἐρώτημα δὲν θὰ τὴν βροῦμε βέβαια στὶς ὑποκειμενικὲς καὶ ἀστήρικτες ἀντιλήψεις κάποιων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὴν  Ἐκκλησία ὡς ἕνα Σωματεῖο, ἕναν ἀνθρώπινο Ὀργανισμό.Θὰ τὴν βροῦμε στὴν αὐτοσυνειδησία τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ καταγράφεται στὰ ἐπίσημα διαπιστευτήριά της, στὶς  Ἅγιες Γραφές, στὶς ἀποφάσεις τῶν κανονικῶν Συνόδων της, καὶ στὴν ζωὴ τῶν ἁγίων της, ὅπως αὐτὰ παραδίδονται ἀπαράλλαχτα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι σήμερα.

Ὅλα αὐτὰ μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας ζωντανὸς Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος στὴν οὐσία του ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ τὰ περιορισμένα ὅρια τοῦ γνωστοῦ μας κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ αὐτὰ μαθαίνουμε ὅτι ἡ  Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως ἡ βάση καὶ τὸ κέντρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος. Στὴν προσπάθειά μας νὰ προσεγγίσουμε καὶ νὰ γνωρίσουμε τὴν Ἐκκλησία δὲν ξεκινοῦμε ἀπὸ τὰ μέλη της, τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδή, ποὺ πιστεύουν στὸν Χριστό, ἀλλὰ ξεκινοῦμε ἀπὸ τὴν Κεφαλή, τὸν Θεάνθρωπο, ὁ ὁποῖος προσλαμβάνει στὸ Σῶμά του ὅσους τὸ θελουν καὶ τὸν ἀποδέχονται.

Ἡ βασικὴ αὐτὴ ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση καὶ στὸ ἐρώτημα, ποὺ θέσαμε ἐνωρίτερα.

Ἐὰν, λοιπόν, ὁ  Ἰησοῦς Χριστός, ὡς ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἡ Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει λόγο γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, τότε καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸν ἴδιο λόγο, διότι  ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.  Ἀρκεῖ μόνον ὁ λόγος, ποὺ ἐκφέρεται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴν εἶναι δικός τους, ἀνθρώπινος λόγος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ γνήσιος καὶ αὐθεντικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ.

Πιὸ συγκεκριμένα τώρα, γιὰ τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο γιὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν στὸ ἔθνος καὶ στὴν πατρίδα, γίνεται φανερὸ  ἀπὸ τὴ στάση ἀπέναντι στὴν πατρίδα, τόσον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ὅσον καὶ τῶν προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων διαβάζουμε τὴν ὁμιλία, ποὺ ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν Ἄρειο Πάγο στὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μεταφέρει τὴν ἀποκάλυψη ὅτι «ὁ Θεὸς δημιούργησε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο ὅλα τὰ ἐθνη τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς ἐγκατέστησε ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ὅρισε πόσον καιρὸ θὰ ὑπάρχουν καὶ σὲ ποιὰ σύνορα θὰ κατοικοῦν» (Πρξ. 17,26).

 Ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεία ἀποκάλυψη μαθαίνουμε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους καί τῆς πατρίδος εἶναι ἐντεταγμένη μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Προνοίας. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὅρισε νὰ ὑπάρχουν ἔθνη καὶ πατρίδες.

Μέσα σὲ τέτοιες πατρίδες ἔζησαν οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικὰ, οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι, οἱ πατέρες. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχαν λόγο, τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέφρασαν τὴν γνώμη τους δημόσια γιὰ ποικίλα σοβαρὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἤλεγξε τὴν βασίλισσα Ἰεζάβελ διότι σφετερίστηκε τὸ χωράφι τοῦ φτωχοῦ Ναβουθαί. Ὁ προφήτης Νάθαν ἤλεγξε τὸν βασιλιὰ Δαυῒδ γιὰ τὸν φόνο τοῦ στρατηγοῦ Οὐρία, ποὺ ἔγινε ἐξ αἰτίας του, καὶ γιὰ τὴν μοιχεία μὲ τὴν γυναίκα τοῦ Οὐρία, τὴ Βηρσαβεέ, ποὺ διέπραξε ὁ ἴδιος.

Ὁ προφήτης Ἠσαῒας μίλησε πολὺ σκληρὰ καὶ μὲ βαρύτατους χαρακτηρισμοὺς γιὰ τοὺς ἄνομους ἄρχοντες καὶ γιὰ τὸν λαὸ τῆς Ἰερουσαλήμ, ὅπως φαίνεται στὴν παρακάτω  ἀποστροφὴ τοῦ λόγου του: «Πῶς ἔγινε πόρνη ἡ πιστὴ πόλη Σιών; Πῶς ἡ Ἰερουσαλήμ, ἡ πόλη, ποὺ κάποτε ἀναπαυόταν ἡ δικαιοσύνη, κατάντησε σήμερα πόλη τῶν φονιάδων; Τὸ χρῆμά σου, Ἰερουσαλήμ, εἶναι πλαστό. Οἱ οἰνοπῶλες νοθεύουν τὸ κρασὶ μὲ νερό. Οἱ ἄρχοντές σου δὲν πιστεύουν, συνεργάζονται μὲ τοὺς κλέφτες, ἀγαποῦν νὰ παίρνουν δῶρα, ἐπιδιώκουν νὰ δωροδοκοῦνται καὶ δὲν ἀποδίδουν δικαιοσύνη στὰ ὀρφανὰ καὶ στὶς χῆρες» (Ἠσ. 1,21-23).

Θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἰσχυρισθῆ ὅτι ὁ προφητικὸς αὐτὸς λόγος εἶναι καθαρὰ πολιτικὸς, ξένος πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἐκπροσώπου. Κι ὅμως ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι λόγος τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν, λόγος τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής εἶχε τὴν παρρησία νὰ ἀπευθυνθῆ δημόσια στὸν πανίσχυρο Ἡρώδη καὶ νὰ τοῦ πῆ: «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχης τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου».

Γιὰ πολλοὺς συγχρόνους μας τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ ἐθεωρεῖτο αὐστηρὰ προσωπικό καὶ ὅλοι αὐτοὶ θὰ διαφωνοῦσαν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀσχολῆται μὲ τέτοιου εἴδους ζητήματα. Κι ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο καὶ γιὰ τὴν παράνομη σχέση ἑνὸς ἄρχοντα. Καὶ τὸν λόγο αὐτὸν τὸν ἐκφράζει μὲ τὸ στόμα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους ἁγίους της, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ.

Αὐτὰ εἶναι μερικὰ μόνον ἀπὸ τὰ πάμπολλα παραδείγματα, ποὺ ἐπιβεβαιώνουν ἱστορικὰ τὴν θεολογικὴ θέση ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα, ποὺ ἀφοροῦν τὰ πρόσωπα καὶ τὴν κοινωνία. Τὰ ἄλλα σὲ ἑπόμενο σημείωμα.

Εἶναι ἀμέτρητα τὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκησίας μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους μας, ποὺ βεβαιώνουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὄχι ἁπλῶς λόγο γιὰ ζητήματα, ποὺ ἀφοροῦν στὸ ἔθνος καὶ στὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ χρέος νὰ ὁμιλῆ καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται γι αὐτά. Ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀνέφερα σὲ προηγούμενο σημείωμά μου, παραθέτω καὶ τὰ ἑπόμενα.

Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε τὰ δάκρυα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνθρωπίνως πικρή ἀπογοήτευσή του γιὰ τὴν πώρωση τῆς Πατρίδας του Ἰερουσαλήμ, νὰ ἀρνεῖται μονίμως τὸ πατρικό χάδι τῆς ἀγάπης  του: «Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἐσὺ ποὺ σκοτώνεις τοὺς προφῆτες καὶ λιθοβολεῖς αὐτοὺς ποὺ σοῦ στέλνει ὁ Θεός! Πόσες φορὲς θέλησα νὰ συνάξω τὰ παιδιά σου ὅπως ἡ κλώσα τὰ κλωσόπουλά της κάτω ἀπὸ  τὶς φτεροῦγές της, ἀλλὰ σεῖς δὲν τὸ θελήσατε!» (Λουκ.13,34).

Οὔτε μποροῦμε ἐπίσης νὰ παραβλέψουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμίλησε δημόσια γιὰ τὸν γάμο, γιὰ τὴ μοιχεία, γιὰ τὸ διαζύγιο, γιὰ τὸν ὅρκο, ἐνῶ ἤλεγξε δριμύτατα τὴν ὑποκρισία τῶν ἀρχόντων, τῶν Γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων.

 

Τὸ ἴδιο φρόνημα τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὴν πατρίδα ἐγκολπώνεται καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸ δηλώνει, ὅταν  γράφη, «ἄν κάποιος δὲν φροντίζη γιὰ τοὺς συγγενεῖς του, καὶ ἰδιαίτερα γιὰ ἐκείνους ποὺ μένουν στὸν ἴδιο τόπο, αὐτὸς ἔχει ἀρνηθῆ τὴν πίστη καὶ εἶναι χειρότερος ἀπὸ ἕναν ἄπιστο» (ΑΤιμ.5,8).

Τόση, δὲ, εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ συμπάθεια τοῦ   ἀποστόλου Παύλου γιὰ τοὺς συμπατριῶτες – ὁμοεθνεῖς του, ἔστω καὶ ἐάν πολύ τὸν ταλαιπώρησαν στὴν ἱεραποστολική του δράση, ὥστε νὰ γράφη : «Φθάνω στὸ σημεῖο νὰ εὔχομαι νὰ χωριζόμουν ἐγὼ ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀρκεῖ νὰ πήγαιναν κοντά του οἱ ὁμοεθνεῖς ἀδελφοί μου») (Ρωμ. 9,3). Πρόκειται γιὰ θαυμαστὴ  αὐτοθυσιαστική φιλοπατρία!

Στό πνεῦμα καὶ στὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ, τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα ἐντάσσεται ἡ ἐντολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «τήν πατρίδα, ποὺ ἔχουμε, νὰ τὴν τιμοῦμε ὅπως καὶ τοὺς γονεῖς μας». Αὐτήν τὴν ἐντολὴ τὴν ἀπέδωσε μέ ἐκλαϊκευμένο τρόπο ὁ ἁγιορείτης  ἅγιος Παΐσιος λέγοντας: «Καί ἡ πατρίδα εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια».

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου μ. Χ. αἰῶνα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐξαπέλυσε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα καυστικὸ λόγο κατὰ τῆς πανίσχυρης βασίλισσας Εὐδοξίας γιὰ ἐνέργειες ἀδικίας καὶ ἀσέβειας. Ὅλοι σχεδὸν γνωρίζουν τὰ τολμηρὰ λόγια τοῦ μεγάλου ἱεράρχη, «Πάλιν Ἠρωδιὰς μαίνεται, πάλιν ταράττεται».

Ἕνας ἄλλος ἱεράρχης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, ἐπίσκοπος Μεδιολάνων, ἤλεγξε αὐστηρότατα τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο καὶ τὸν ἐμπόδισε νὰ μπῆ στὸν ναό, ἐπειδὴ εἶχε διατάξει τὴν ἔφοδο στὸν ἱππόδρομο τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ τὴν ὁποία σκοτώθηκαν ἑπτὰ χιλιάδες ἀθῶοι ἄνθρωποι.

Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, τὴν ἴδια ἐποχή, ἔδειξε ἔντονο ἐνδιαφέρον καὶ πόνο πολὺ γιὰ τὴν ἐπέλαση τῶν Βανδάλων στὸν Ἱππώνα, τὴν ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς του, ἐνῶ συνέβαλε ἀποτελεσματικὰ στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κινδύνου.

Ἰδιαίτερα στὴν πατρίδα μας, στὴν Ἑλλάδα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δικαιοῦται νὰ ἔχη λόγο, καὶ μάλιστα μὲ ἰσχύ, διότι κυρίως στὴν δική της συμβολὴ ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του τὸ σύγχρονο ἐλεύθερο Ἑλληνικὸ Κράτος. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχε Ἑλληνικὸ Κράτος. Ὑπῆρχε μόνον ἡ Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μὲ τὶς ἀμέτρητες θυσίες της συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν ἐπανίδρυση τοῦ Κράτους.

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας καί τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος τοῦ ἔθνους μας δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμᾶ ἤ μισεῖ τά ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν ἐμεῖς δείχνουμε τὴν ἀγάπη πρός τούς γονεῖς μας, αὐτὸ δέν σημαίνει ὅτι μισοῦμε τούς γονεῖς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος λυπόταν ποὺ ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶχε ἡγέτες σὰν τοὺς «Μακκαβαίους» μὲ ἰδανικά, ἀνιδιοτέλεια, παλληκαρ­ιά καὶ θυσία. Ὁ ἴδιος, ὡς «γνήσιο τέκνο τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ὀρθόδοξη εὐαισθησία καὶ ἁγιοπατερικὴ ἀκρίβεια», θεωροῦσε ὅτι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες ἦταν ἡ πνευματική ὑποδούλωσή τους. Ἀνησυχοῦσε πολύ βλέποντας τήν ὅλο καὶ μεγαλύτε­ρη ἐπίδραση τοῦ κοσμικοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ πνεύματος ἀκόμη καὶ σὲ πνευματικοὺς ἀνθρώπους.

Αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον μὲ τὴν γνήσια χριστιανικὴ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα ἐκδηλώνουν καὶ οἱ 22 Μητροπολίτες τῆς Μακεδονίας, μὲ τὴν Ἐπιστολή τους, ποὺ ἀπευθύνουν σὲ ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἰδιαίτερα δὲ στὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καὶ στὸν Πρωθυπουργό.

 Μεταξὺ ἄλλων γράφουν: «Ἐκφράσαμε τήν ἀνησυχία μας καί τούς φόβους μας ὡς Ἕλληνες Μακεδόνες, ὡς Μητροπολίτες πού διακονοῦμε ἕναν λαό ὁ ὁποῖος ἀνησυχεῖ καί ἀγωνιᾶ γιά τήν ἔκβαση τῆς κρισίμου αὐτῆς ὑποθέσεως γιά τήν πατρίδα μας καί τή Μακεδονία μας.

Διατυπώσαμε ἐπιχειρήματα, ὑψώσαμε τή φωνή μας, κατηγορηθήκαμε γι᾽αὐτό, παρότι εἴχαμε τονίσει πώς δέν θέλουμε νά ἀναμιχθοῦμε σέ θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πού χειρίζεται ἡ ἑλληνική κυβέρνηση, ἀλλά δικαιούμεθα νά ἐκφράζουμε τήν ἄποψή μας ὡς πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας γιά ἕνα ζήτημα πού μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα καί μᾶς πονᾶ πολύ».

Ἰδιαίτερα δὲ μνημονεύω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κύκνειο ἆσμα τοῦ μακαριστοῦ πλέον Μητροπολίτου Σισανίου καὶ Σιατίστης, κυροῦ Παύλου:

«Ξέρω την ἀντίδραση τοῦ ἐξουσιαστικοῦ κατεστημένου. «Κάνεις πολιτική, δεν σοῦ ἐπιτρέπεται». Ἡ συκοφαντία ἦταν πάντα το ὅπλο τῶν ἐξουσιαστῶν. Μέ τήν γραφίδα μου ὑπερασπίζομαι τήν Πατρίδα μου, αὐτό κάνω. Γίνομαι ἡ φωνή τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ἀνθρώπων τοῦ ποιμνίου μου. Ἴσως με ἐρωτήσετε: «Και ἐμεῖς εἴμαστε προδότες;».

Σᾶς ἀπαντῶ λοιπόν εὐθέως. Σήμερα πιστεύω ὅτι ἔχετε κάνει μεγάλο λάθος με αὐτή τή συμφωνία τῶν Πρεσπῶν. Πιστεύω ὅτι εἶσθε σέ λάθος δρόμο. Σᾶς τό φωνάζει ὅλος ὁ λαός.  Ἄν ὅμως τήν ψηφίσετε και αὐτά πού φοβόμαστε ὅλοι ἐμεῖς ἔλθουν στήν Πατρίδα μας, τότε θα σᾶς το ποῦμε ξεκάθαρα ὅτι ὑπογράψατε μιά συμφωνία προδοτική για τήν Πατρίδα.

Ἐμεῖς σᾶς προτείνουμε νά μοιραστεῖτε την εὐθύνη τῆς ἀπόφασης με τόν Λαό. Σᾶς προτείνουμε Δημοψήφισμα, ἐδῶ καί τώρα. Δεν εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς γειτονικῆς Χώρας ὡριμότεροι τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλοιῶς ἐκφράζετε περιφρόνηση ἀπέναντι στό λαό. Μακάρι νά σᾶς φωτίσει ὁ Θεός αὐτή την ἔσχατη ὥρα».

 Θὰ κλείσω  τὴν παρεμβασή μου αὐτὴ μὲ ἕνα λόγο, ἀτόφιο χρυσάφι, τοῦ μακαριστοῦ κύρ Φώτη Κόντογλου, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο, «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»:

«Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.

Ἁγιασμένη Ἑλλάδα! Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη. Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου. Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη, τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.

Γιὰ τοῦτο πίστη καὶ πατρίδα εἴχανε γίνει ἕνα καὶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, κ᾿ ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθούσανε (οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ ‘21) δὲν ἤτανε μοναχὰ ἡ λευτεριὰ ποὺ ποθοῦνε ὅλοι οἱ ἐπαναστάτες, ἀλλὰ ἡ λευτεριὰ νὰ φυλάξουνε τὴν ἁγιασμένη πίστη τους, ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἐλπίζανε νὰ σώσουνε τὴν ψυχή τους…

Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν Παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη»

Advertisements

Η ΝΕΑ ΡΩΜΗ ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ;

Νικολάου Μάννη, εκπαιδευτικού

«σὺ δὲ εἶπας ἐν τῇ διανοίᾳ σου· εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι,

ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον μου,

καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ, ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ τὰ πρὸς Βοῤῥᾶν,

ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ»

(Ησ. ιδ΄ 13-14)

H κύρια και μεγαλύτερη αιτία, που οδήγησε σταδιακά την Τοπική Εκκλησία της Παλαιάς Ρώμης στο Σχίσμα και την Αποστασία από την Εκκλησία του Χριστού, και την μετέτρεψε σε αντιχριστιανική συναγωγή[1], ήταν το δόγμα περί «Πρωτείου του Πάπα Ρώμης»[2].

Μια χαρακτηριστική εκδήλωση της παράλογης αυτής αξίωσης είχαμε και στην περίπτωση του «Βουλγαρικού ζητήματος» (864-879). Ο Ηγεμόνας των Βουλγάρων Βόρις, ο οποίος είχε βαπτισθεί το 864 χριστιανός με το όνομα Μιχαήλ, ζήτησε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (οι ιεραπόστολοι του οποίου είχαν εκχριστιανίσει την Βουλγαρία) την ίδρυση δικού τους Βουλγαρικού Πατριαρχείου, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μέγα Φώτιο. Έτσι οι Βούλγαροι στράφηκαν προς τον τότε Πάπα Ρώμης Νικόλαο τον Α΄, ο οποίος απέστειλε δύο Εξάρχους (τους Επισκόπους Ποπουλανίας Παύλο και Πόρτο Φόρμοζο) και θα είχε εγκαθιδρύσει Πατριαρχείο Βουλγαρίας αν δεν προέκυπτε διαφωνία ανάμεσα σε αυτόν και τον Ηγεμόνα Βόρις-Μιχαήλ ως προς το πρόσωπο του νέου Πατριάρχου. Η εισπήδηση αυτή στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, η οποία ήταν κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως[3], αν και έγινε προσπάθεια να δικαιολογηθεί με το αιτιολογικό ότι η Βουλγαρία ανήκε στο Ανατολικό Ιλλυρικό (την εποπτεία του οποίου είχε αποσπάσει ξανά ο Πάπας Ρώμης κατά την περίοδο της Εικονομαχίας), ήταν όμως ουσιαστικά μία έκφραση των περί του «Πρωτείου του Πάπα Ρώμης» σχετικών αντιλήψεων. Η Εκκλησία αντιμετώπισε συνοδικά το «Βουλγαρικό ζήτημα» και αποφάνθηκε πως η Εκκλησία της Βουλγαρίας ανήκει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως[4].

Στην εποχή μας έμελλε δυστυχώς να ζήσουμε μία όχι απλά παρόμοια, αλλά εντελώς όμοια περίπτωση, με άγνωστη μέχρι στιγμής κατάληξη. Μόνο που σε αυτήν την επανάληψη της Ιστορίας αρνητικός πρωταγωνιστής είναι το τότε θύμα, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως…

Έτσι έχουμε το λεγόμενο «Ουκρανικό ζήτημα», το οποίο έχει εξελιχθεί ως εξής: Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρος Ποροσένκο, χωρίς να απευθυνθεί στο Πατριαρχείο Μόσχας (στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται τους τελευταίους αιώνες η Εκκλησία της Ουκρανίας) ζήτησε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο την απονομή Αυτοκεφαλίας όχι όμως για την κανονική Εκκλησία της Ουκρανίας, αλλά για σχισματικές ομάδες που σφετερίζονται τον τίτλο της. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αρχικά απέστειλε δύο Εξάρχους (τους Παμφίλου Δανιήλ και Έντμοντον Ιλαρίωνα) και τελικώς επέδωσε αντικανονικώς «Τόμο Αυτοκεφαλίας». Η εισπήδηση αυτή στην Εκκλησία της Ουκρανίας, η οποία είναι κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Μόσχας[5], αν και έγινε προσπάθεια να δικαιολογηθεί με το αιτιολογικό ότι η Ουκρανία ανήκε κάποτε (ως Μητρόπολη Κιέβου) στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί όμως ουσιαστικά μία έκφραση των περί του «Πρωτείου του Οικουμενικού Πατριάρχου» νεοφανών, εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, αντιλήψεων.

Αντιλήψεις σαν και αυτές είχαν εκφρασθεί σποραδικά και στο παρελθόν, από μεμονωμένα πρόσωπα (όπως τον Μακάριο Αγκύρας και τον Νικόλαο Μεθώνης), με σκοπό τότε να πολεμήσουν το «Πρωτείο του Πάπα Ρώμης», ουδέποτε όμως έγιναν από τους Ορθοδόξους αποδεκτές, αλλά κατακρίθηκαν ως υπερβολικές και «μακρὰν τῆς ἀληθείας»[6].

Στην εποχή μας όμως επιχειρείται θεολογική θεμελίωση της κακοδοξίας αυτής. Κύριος εκφραστής της ο, αποκληθείς «δεξιός βραχίων» του Κωνσταντινουπόλεως, Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας. Αυτός ισχυριζόμενος ότι και στην Αγία Τριάδα υπάρχει τάχα «Πρωτείο του Θεού Πατρός» (θέση που ούτε οι παπικοί δεν τόλμησαν να εκφράσουν) προσπάθησε να θεμελιώσει έναν ιδιότυπο επισκοποκεντρισμό, ο οποίος αλλοιώνει τον καθαρά χριστοκεντρικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, αφού θεμελιώνει την ενότητα Της «ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἐπισκόπου» και όχι του Χριστού, κακοδοξία που έρχεται σε αντίθεση με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων[7]. Η θεωρία αυτή επεκτείνεται ακόμη περισσότερο, αφού εκτός του Πρώτου-Μονάρχη της κάθε Τοπικής Εκκλησίας-Επισκοπής πρέπει να υπάρχει και ένας «Πρώτος ανάμεσα στους πρώτους (και μάλιστα όχι ως μεταξύ ίσων)», όπως επισημαίνει λόγιος Αγιορείτης ιερομόναχος αναλύοντας την κακοδοξία αυτή[8].

Δυστυχώς, η παραπάνω κακοδοξία δεν αποτελεί απλά μια προσωπική γνώμη ενός θεολόγου, αλλά έχει γίνει αποδεκτή όχι μόνο από αρκετούς ορθοδόξους (;) θεολόγους[9], αλλά εκφράζεται επισήμως και από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εκχώρηση της Αυτοκεφαλίας δήλωσε τα εξής: «Αυτήν την υψίστην ευθύνην την έχει εκ των Θείων και Ιερών Κανόνων μόνον η πρωτόθρονος Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, αφού αυτής ο Προκαθήμενος είναι ο Πρώτος εις τους Ορθοδόξους»[10].

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως απορρίπτει ως αιρετικές τέτοιες θέσεις. Διότι πολεμώντας πάνω από χίλια χρόνια την έννοια του «Πρωτείου» εν τω προσώπω του Πάπα, δεν το έπραξε επειδή έτρεφε αντιπάθεια προς αυτόν[11]· όποιος Επίσκοπος και αν αποφάσιζε (είτε ο Ρώμης, είτε ο Κωνσταντινουπόλεως, είτε ο Ιεροσολύμων, είτε οποιοσδήποτε άλλο) να εξυψώσει τον εαυτό του στην θέση του Πρώτου, θα τον κατέκρινε και θα τον απέρριπτε.

Όταν τον ΙΣΤ΄ αιώνα οι Λουθηρανοί θεολόγοι της Τυβίγγης απευθύνθηκαν για το θέμα στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία τον Β΄ τον Τρανό, φοβισμένοι μήπως συναντήσουν και στην Ανατολή κάποιον αντίστοιχο Πάπα, ο αοίδιμος Πατριάρχης τους απάντησε καθησυχάζοντάς τους: «Ἔστι δὲ καὶ ἰσότης μεταξὺ τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν, ὡς ἀληθῶς χριστιανικοῖς ποιμέσι προσήκουσα. Οὐδεὶς γὰρ τούτων κατεπαίρεται τῶν ἄλλων, οὐδὲ καθόλου κεφαλὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀξιοῖ τις ἐκείνων καλεῖσθαι»[12].

Και ο Άγιος Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, στο περίφημο έργο του «Περὶ τοῦ τὶς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ποία ἐστὶν ἡ γνησία καὶ ἀληθὴς κεφαλὴ αὐτῆς καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα τῆς Ῥώμης» εξηγεί γιατί το Πρωτείο στην Εκκλησία το έχει μόνο ο Χριστός κατακρίνοντας εκείνους που έλεγαν ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος που να υπερέχει έναντι των άλλων[13].

Όπως δε σημειώνει ο μακαριστός Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης: «Ἡ παραδοχὴ πρωτείου δικαιοδοσίας ἐπὶ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὸ νὰ εἶναι ἕνας ἐπίσκοπος κεφαλὴ καὶ ἀρχὴ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω ἐπιφορτισμένος μὲ ἕνα ρόλο διακονίας, εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς μοναδικῆς Κεφαλῆς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρωτεῖο δικαιοδοσίας συνιστᾶ ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὑπεράνω πάντων τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Σὲ αὐτὴν προεκάθητο μὲν ἐν ἀγάπῃ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης ὡς ἴσος τῶν συνεπισκόπων του, ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῶν ἐπισκόπων ἐτοποθετεῖτο τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ὡς σύμβολο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς μοναδικῆς Κεφαλῆς τῆς καθόλου Ἐκκλησίας»[14].

Δεν χρειάζεται να είναι προφήτης κανείς για να διαπιστώσει που θα οδηγήσει η εμμονή στο «Πρωτείο του Οικουμενικού Πατριάρχου». Εκεί που οδήγησε τον Εωσφόρο και τον Πάπα της Ρώμης η ίδια εμμονή: στην πτώση και την απώλεια.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

[1] «Ἡ γὰρ παλαιὰ τῆς Ῥώμης σύναξις ἦτο ἀποστολική, ὀρθόδοξος, καὶ καθολικὴ ἐκκλησία, ἡ δὲ νέα ἐστὶν ἀποστατική, ἑτερόδοξος, αἱρετική, καὶ ἀντιχριστιανική συναγωγή» (Νικολάου Δαμαλά (Καθηγητού Πανεπιστημίου), Περί αρχών, Λειψία, 1865, σ. 163). «Τὸ σύστημά του ἤτανε ἕνας Χριστιανισμὸς ὄχι ὅπως τὸν δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλὰ παραμορφωμένος κι᾿ ἀγνώριστος ὁλότελα, μέχρι ποὺ νὰ μοιάζη μὲ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου» (Φώτης Κόντογλου, Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής [εφ. «Ἐλευθερία», 15-3-1964, σ. 5]).

[2] «Τὸ κύριο αἴτιο τοῦ μεγάλου σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως (1054) πρέπει νὰ ἀναζητηθῆ τόσο στὸ παπικὸ πρωτεῖο, τὸ ὁποῖο ἐνισχύθηκε μὲ τὶς ψευδο-Ἰσιδώρειες Διατάξεις, ὅσο καὶ στὴν παπικὴ ἀξίωση ἐπιβολῆς του σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία» (Βλασίου Φειδά [Καθηγητού Πανεπιστημίου], Εκκλησιαστική Ιστορία Β΄, Αθήνα, 1994, σ. 95).

[3] Μιας και η Βουλγαρία επεκτεινόταν κυρίως στην παλαιά Διοίκηση της Θράκης, η οποία είχε υπαχθεί στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με τον ΚΗ΄ Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

[4] Αυτό μάλιστα δεν το αποδέχτηκαν και διακήρυξαν μόνο οι επί Μεγάλου Φωτίου Σύνοδοι (Ενδημούσα του 867, Η΄ Οικουμενική του 879), αλλά και η παράνομη Σύνοδος του 869!

[5] Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης (Καθηγητής Πανεπιστημίου), Η Ουκρανία είναι κανονικό έδαφος της Εκκλησίας της Ρωσίας (https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/24301-i-oukrania-einai-kanoniko-edafos-tis-ekklisias-tis-rosias).

[6] Αγίου Νικοδήμου, Πηδάλιον (Υποσημείωση στον Θ΄ Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου).

[7] «Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ ἐν τῷ ένιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν ἀποστόλων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας» (Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του σχίσματος, Αθήνα, 1911, σ. 69).

[8] Ιερομόναχος Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός, Το Πρόσωπο και το Πρωτείο (http://koutloumous.com/el/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF/).

[9] Ο Δρ. Ιατρικής (και μαθητής στα θεολογικά του π. Ιωάννου Ρωμανίδη) κ. Γεώργιος Καραλής, σε σχετικά με το θέμα μας κείμενά του, τους αποκαλεί εύστοχα «πρωτειομανείς» (https://georgioskaralis.com/).

[10] Οικουμενικός Πατριάρχης: »Η δύναμις της Μεγάλης Εκκλησίας δεν είναι κοσμική» (https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/24638-oikoumenikos-patriarxis-i-dunamis-tis-megalis-ekklisias-den-einai-kosmiki).

[11] «Καὶ μηδεὶς κατ᾿ ἀπέχθειαν τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐλῆς ταῦτα λελέχθαι ἡμῖν νομιζέτω. Ἀλλὰ τὰς καινοτομίας καὶ τοὺς ὅσαι ἡμέρας νεωτερισμοὺς μετὰ παρρησίας ἐλέγχομέν τε καὶ ἀποστρεφόμεθα» (Αγίου Μελετίου του Πηγά, «Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος» ΝΖ΄ (1975), σ. 621).

[12] Καρμίρη Ιωάννου (Καθηγητού Πανεπιστημίου), Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμος ΙΙ, έκδ. β΄(επηυξ.), Αυστρία, 1968, σ. 560.

[13] «Ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν διακόνων καὶ ἐν αυτοῖς τοῖς διακόνοις, ἔνα (φησί) τινὰ ὑπερέχει δεῖ ἀπάντων, καὶ δὴ καὶ διακονικὴν κεφαλὴν καλοῦσιν. Ἀλλὰ καὶ τούτων μόνος Χριστός ἐστι πάντων ἀρχὴ καὶ κεφαλή, ἵνα Χριστὸς κατὰ τὸν Ἀπόστολον ᾖ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πρωτεύων» (Τόμος Χαράς, 1705, σ. 577).

[14] Τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα (http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_grhgoriaths/ravenna2007_text_and_papal_primacy.htm).

ΠΗΓΗ.ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Αντίθετη με τους ύμνους της σημερινής εορτής η βιοτή των Ποιμένων!

Ανώνυμο-1

Οἱ Ἅγιοι «τὰς ψυχοβλαβεῖς γλωσσαλγίας αἱρετικῶν διήλεγξαν»· «ἐξέτεμον κακοδοξίας,  αἱρετικῶν»· «ἀπεδίωκον τοὺς νοητοὺς λύκους», «ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυαν Νεστορίου» καὶ Ἀρείου«κακόνοιαν ἤλεγξαν, καθεῖλον ὀφρύν, ἀκαθέκτων αἱρέσεων»· «πλάνην ἐξώρισαν Ἀρείου τὴν ἄθεον».

Οἱ Ἅγιοι, λοιπόν, ὡς «ποιμένες ἀληθινοὶ τὴν Ἐκκλησίαν κύκλῳ ἐτείχισαν», νικοῦσαν «ὀλεθρίους αἱρέσεις», διατράνωναν ἀναντιρρήτως, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν», «τὴν Ποίμνην» τους«ἀσεβείας διέσωζαν κακοδόξων, ἐκτρέποντες αἱρετικῶν μηχανήματα(καὶ δὲν βοηθοῦσαν, ὅπως οἱ σύγχρονοι Ποιμένες μὲ τὴν ἀνοχή-σιωπή τους τοὺς αἱρετικοὺς στὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως), καὶ«θεοφθόγγοις διδάγμασι τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὑπεστήριξαν», γι’ αὐτὸ καὶ ἦσαν «ὀρθοδοξίας προϊστάμενοι»!

Αὐτὸ τὸ στήριγμα, ποιός Ἐπίσκοπος δίδει σήμερα στοὺς πιστούς; Διότι μὲ τὴν αἵρεση, ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοί, δηλ., παραπαίουν, κρημνίζονται, ἀλλοιώνεται ἡ πίστη τους ἡ σωτήριος καὶ χρειάζονται βοήθεια καὶ στήριγμα.

Γι’ αὐτὴ τὴ δράση τους «πολλοὺς «διωγμοὺς καὶ κινδύνους ὑπέμειναν».

Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μυστικὸ τῆς ἀποτυχίας τῶν συγχρόνων Ἐπισκόπων: Δὲν θέλουν νὰ διωχθοῦν!

Οἱ σύγχρονοι ποιμένες, λοιπόν, καὶ Ἐπίσκοποι (θλιβερὴ καὶ τραγικὴ ἡ διαπίστωση) κάνουν τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ψάλλονται στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες στὶς ὁποῖες προΐστανται. Ὡσὰν νὰ μὴ εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι παρόντες σ’ αὐτές, ὥστε νὰ ἀκούουν τὰ ψαλλόμενα, ὡσὰν νὰ ἀνήκουν ὅσα ψάλλονται στὶς ἐκκλησίες μας σὲ ἄλλες ἐποχές, σὲ ἄλλους λαούς.

Τιμοῦν, ὑμνοῦν καὶ προβάλλουν τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν (εἰδικὰ τῶν, κατὰ  μῆνα Ἰανουάριο, Ἁγίων Ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν). Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ὅμως, ἡ ἀπόλυτη ἀντιστροφή!

Οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι, δηλαδή, ὄχι μόνο δὲν ἀγωνίζονται ἐναντίον τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλά, α) δὲν ἐνημερώνουν τοὺς πιστοὺς γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  β) ἀποτρέπουν τοὺς πιστοὺς νὰ ἐφαρμόσουν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς,  γ) οἱ ἴδιοι δέ, ὑποδέχονται -πλήρη ἀνακολουθία τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων- μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς «πνευματικές» τοὺς αἱρεσιάρχες τῶν ἡμερῶν μας, βεβηλώνοντας ἔτσι καὶ τοὺς ὕμνους, ἀφοῦ οἱ ὕμνοι αὐτοὶ ἁρμόζουν στὸ Σωτῆρα Χριστό. Ὁ Πατριάρχης π.χ. καὶ ἡ παρέα του, ὑποδέχτηκαν τὸν Πάπα Βενέδικτο μὲ τὸν ὕμνο:«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»! Μὲ τὸν ἴδιο ὕμνο ὑποδέχτηκαν καὶ οἱ ΒορειοΕλλαδίτες Ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες, τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο!!!

81

Παρουσιάζουμε κάποιους ὕμνους-τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου. Εἶναι οἱ δύο Ἅγιοι ποὺ πολέμησαν τὸν Ἀρειανισμὸ καὶ τὸν Νεστοριανισμό, αἱρέσεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὑποδεέστερες ἀπὸ τὴν αἵρεση τῆς ἐποχῆς μας, τὸν Οἰκουμενισμό, διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς καταλύει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀναμειγνύοντάς την καὶ μὲ τὶς ἄλλες αἱρέσεις καὶ μὲ τὶς θρησκεῖες!

Αὐτὲς οἱ θέσεις δὲν εἶναι δικές μας. Μᾶς τὶς ἔχουν διδάξει πολλοὶ Ἱεράρχες καὶ θεολόγοι, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, τὸν π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο, τὸν π. Σπυρίδωνα Μπιλάλη, τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Ἀνδρέα Θεοδώρου, τὸν ἀείμνηστο ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο Καντιώτη, ἀλλὰ καὶ οἱ σύγχρονοι καθηγητὲς Πατρολογίας π. Θεόδωρος Ζήσης, Δογματικῆς Δημήτριος Τσελεγγίδης κ.λπ. Ὁ Οἰκουμενισμὸς γι’ αὐτούς, εἶναι αἵρεση χειρότερη ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμὸ καὶ τὸν Νεστοριανισμό, αἵρεση τῶν ἐσχάτων καί, ἄρα, Παναίρεση. Εἶναι σημαντικὸ νὰ σημειώσουμε ὅτι, τὴ θέση ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, τὸ παραδέχτηκε ἀκόμα καὶ ὁ Οἰκουμενιστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος(ὑποκριτικὰ καὶ διπλωματικά, ἢ ἐν ἐπιγνώσει, Κύριος οἶδε)· εἶπε: «ὁ Οικουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει»!

Καὶ οἱ μὲν Ἐπίσκοποι ποὺ δὲν δέχονται ὅτι εἶναι αἵρεση (ὅπως ὁ Δημητριάδος, ὁ Μεσσηνίας, ὁ Σύρου) ἀνήκουν σ’ αὐτή· τὸ μεγάλο πρόβλημα εἶναι οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι, οἱ θεωρούμενοι εὐσεβεῖς καὶ «καλοί»· αὐτοὶ τὶ κάνουν;

Ἐφόσον, λοιπόν, εἶναι ἡ χειρότερη καί, μάλιστα, ἐκτιμᾶται ὅτι εἶναι ἐσχατολογικὴ αἵρεση, σημαίνει ὅτι ἐπηρεάζει τοὺς πιστούς, τοὺς ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια (ὅπως ὅλες οἱ αἱρέσεις) γι’  αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχει ἀνάλογη ἀντιμετώπιση μὲ τὶς μεγάλες αἱρέσεις, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός ποὺ πολέμησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀσχέτως ἂν ἀκόμα δὲν ἔχει καταδικασθεῖ.

Εἶναι ὁλοφάνερο καὶ αὐτονόητο, ὅτι μία αἵρεση ἐπηρεάζει ὀλιγότερον τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καταδικάζεται. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει καὶ συνυπάρχει μὲ τὴν ὀρθὴ Δόξα (τὴν Ὀρθοδοξία) μέσα στὴν Ἐκκλησία, πρὶν δηλαδὴ καταδικασθεῖ, ἐπηρεάζει περισσότερο, γιατὶ τότε οἱ φορεῖς της ἐκλαμβάνονται ὡς Ὀρθόδοξοι ἀπὸ τὸ λαό. Γιὰ τοῦτο ὀφείλουν οἱ ὀρθοδοξοῦντες Ἐπίσκοποι, ποιμένες καὶ ὅσοι λαϊκοὶ γνωρίσουν καὶ μποροῦν, νὰ καταδεικνύουν καὶ νὰ καταπολεμοῦν τὴν αἵρεση. Παραδείγματα ἄφθαστα μέν, ἀλλὰ καθοδηγητικὰ οἱ σήμερον ἑορταζόμενοι Ἅγιοι.

Ἂς ἐξετάσουμε κι ἂς συγκρίνουμε, τί ἔκαναν οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Ἐπίσκοποι καὶ Ἅγιοι Ἀθανάσιος καὶ Κύριλλος, καὶ τί κάνουν οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι, καὶ κατόπιν, ἂς πράξουμε τὸ καθῆκον μας:

Ἂς ἀπαιτήσουμε ἐπιτακτικὰ ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους μας, νὰ μιμηθοῦν τοὺς Ἁγίους. Εἶναι γιὰ μᾶς εὐθύνη, καθῆκον,  θέμα σωτηρίας. Εἶναι τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ κάνουμε.

Βλέπετε γιὰ τὴν Πατρίδα (καὶ πολὺ καλά, ἄρισταν ἔκαμαν) ξεσηκώθηκαν δεκάδες Ἐπίσκοποι καὶ Ποιμένες, καὶ ἐναντιώνονται στοὺς Προδότες πολιτικούς, γιατὶ αὐτὸ δὲν ἔχει κόστος, ἀντίθετα, τοὺς ἡρωωοποιεῖ στὰ μάτια τῶν πιστῶν.  Γιὰ τοῦ «Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία»,  ὅμως, ἐπειδὴ ἡ ἀντίδραση κοστίζει (θὰ χάσουν τό …θρόνο «τους»), τώρα αὐτοὶ προδίδουν τὴν Πίστη, ἐπιτρέποντας τὴν ἐπικράτηση τῶν Παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν!

Διαβάζουμε ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸν Ὄρθρο τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἁγίων καὶ ἐπισημαίνουμε μὲ μπλὲ χρῶμα, αὐτὰ ποὺ ἔκαναν οἱ Ἅγιοι καὶ δὲν κάνουν οἱ «διάδοχοί» τους:

«λεθρίους αἱρέσεις, Πάτερ ἐθριάμβευσας λόγοις καὶ γράμμασι, τὴν ποικίλην πλάνην, ἐξορίζων σοφαῖς ἀποδείξεσιν, ἐκ τῆς οἰκουμένης,διατρανῶν ἀναντιρρήτως, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν μακάριε».

«ρθοδοξίας φυτεύσας τὰ δόγματα, κακοδοξίας ἀκάνθας ἐξέτεμες, πληθύνας τὸν σπόρον τῆς πίστεως,… αἱρετικῶν τὰς ψυχοβλαβεῖς, πάσαςγλωσσαλγίας, οἷά τις πέλυξ ἐξέτεμες, προρρίζους, ὡς ἀκάνθας, καὶ τὸν σπόρον τοῦ λόγου, ἐπαρδεύων σοφῶς ἐγεώργησας».

«Διωγμοὺς ἐκαρτέρησας, καὶ κινδύνους ὑπέμεινας, θεορρῆμον Ὅσιε Ἀθανάσιε, ἕως τὴν πλάνην ἐξώρισας, Ἀρείου τὴν ἄθεον· καὶ ὡς ποιμὴν ἀληθινός, τὴν Ποίμνην τῆς αὐτοῦ, ἀσεβείας διέσωσας· Χαίροις σοφὲ Ἀθανάσιε, ὁ τὸν ληρώδη Ἄρειον, καθάπερ λύκον ἐκσφενδονήσας τῆςποίμνης τοῦ Χριστοῦ, τῇ ἐλαστικῇ σφενδόνῃ τῶν θεοσόφων δογμάτων σου. Διὰ τοῦτο, συνελθόντες σε τιμῶμεν, μελῳδικῶς ἀγαλλόμενοι».

«Τοῖς πυρίνοις σου δόγμασι, τῶν αἱρέσεων ἅπασα, φρυγανώδης φλέγεται ὕλη Πάνσοφε Κύριλλε, τῶν κακοδόξων, ἐκτρέπων μηχανήματα».

«Τῆς Χριστοῦ ἀπεδίωξας, νοητοὺς λύκους Κύριλλε, Ἐκκλησίας σκίμπωνι τῶν δογμάτων σου· καὶ ταύτην κύκλῳ ἐτείχισας, λόγων ὀχυρώμασι, παραστήσας τῷ Χριστῷ, ἀσινῆ καὶ ἀλώβητον, ὃν ἱκέτευε, ἐκ φθορᾶς καὶ κινδύνων λυτρωθῆναι, τοὺς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας, τὴν ἀεισέβαστον μνήμην σου».

«ς ζήλου καὶ παρρησίας ἔμπλεως, Κύριλλε ἔνδοξε, τὰς θεομάχους πάσας ἀψευδῶς, γλωσσαλγίας διήλεγξας, τῶν δυσσεβῶν αἱρέσεων,ὀρθοδοξίας προϊστάμενος».

«…τὰς μηχανὰς τοῦ σκολιοῦ δράκοντος, γνώμῃ στερρὰ Κύριλλε, ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυσας, τὴν Νεστορίου κακόνοιαν ἤλεγξας, καὶ Θεοτόκον κυρίως ἐτράνωσας…».

«θανάσιον ὕμνοις, καὶ Κύριλλον ὁμοῦ ἐπαινέσωμεν πάντες, τοὺς θείους θεράποντας, καὶ προμάχους τῆς πίστεως, τοὺς τοῖς βάθεσι, τῶν εὐσεβῶν νοημάτων, στρατὸν ἔκφρονα, αἱρετικῶν ἀπειθούντων, ἀξίωςβυθίσαντας.

Καὶ πρὸς τοὺς δύο μαζί, ψάλλουμε:

«Χαίροις Ἱεραρχῶν ἡ Δυάς, τῆς Ἐκκλησίας τὰ μεγάλα προπύργια, οἱ στῦλοι τῆς εὐσεβείας, ὁ τῶν πιστῶν ἑδρασμός, τῶν αἱρετιζόντων ἡ κατάπτωσιςΧριστοῦ οἱ ποιμάναντες, τὸν λαὸν θείοις δόγμασι…».

«ργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταὶ τροπαιοφόροι γεγόνατε…».

«Δεῦτε φιλέορτοι πάντες πανηγυρίσωμεν, τὴν μνήμην τῶν ἐνδόξων, Διδασκάλων τιμῶντες, ἐν Πνεύματι γὰρ θείῳ καθεῖλον ὀφρύν,ἀκαθέκτων αἱρέσεων, καὶ θεοφθόγγοις διδάγμασι τὴν Χριστοῦ,Ἐκκλησίαν ὑπεστήριξαν».

(Αὐτὸ τὸ στήριγμα, ποιός Ἐπίσκοπος δίδει σήμερα στοὺς πιστούς; Διότι μὲ τὴν αἵρεση, ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοί, δηλ., παραπαίουν, κρημνίζονται, ἀλλοιώνεται ἡ πίστη τους ἡ σωτήριος).

Δεῦτε τῶν πιστῶν ἡ ὁμήγυρις, ᾄσμασιν ἐγκωμίων στέψωμεν, τὴν ἀεισέβαστον δυάδα τῶν Διδασκάλων ἡμῶν, οὗτοι γὰρ πάντα ζόφον κακίστης αἱρέσεως, πᾶσαν ἀπάτην τῶν δυσμενῶν, νεανικῶςκαθελόντες, τῇ ἀηττήτῳ τοῦ Πνεύματος ἰσχύϊ, τὸν κόσμον κατηύγασαν, θεογνωσίας ἐλλάμψεσι».

Ταῖς ἱκεσίαις τῶν θείων Ἱεραρχῶν σου Χριστέ, ἐπίσκεψαι ἐξ ὕψους, ἐκλογάδα σου ποίμνην, ἐν μέσῳ νεμομένην λύκων δεινῶν, ὧν τὰ θράση κατάβαλε, οὗ γὰρ ἐπαύσατο ἔτι καὶ νῦν ἰδού, τῶν αἱρέσεων τὰ σκάνδαλα. 

ΠΗΓΗ.ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Εξ Αγίου Όρους «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ»

Ὑπογράφουν οἱ κατωτέρω Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, μὲ τὶς συνοδεῖες τους:

   Ἱερομόναχος Γρηγόριος, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Καρυές

   Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, Ἱερὸν Κελλίον Γενεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές

   Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, Ἱερὰ Καλύβη Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, Καψάλα

Τὸν τελευταῖο καιρὸ γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὸ θέμα τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας σὲ γλώσσα περισσότερο προσιτὴ στὸν σημερινὸ κόσμο. Στὸ μικρὸ αὐτὸ ἄρθρο ἐξετάζεται κατὰ πόσον μιὰ ἐνδεχόμενη μετάφραση τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων θὰ βοηθήση ἢ θὰ βλάψη, καὶ ἂν ἑπομένως εἶναι σκόπιμη ἢ καὶ θεμιτὴ ἡ προσπάθεια αὐτή.

Ἀκούγεται συχνὰ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι ἀδυνατοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴ λα­τρεία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αἰτία εἶναι ἡ λειτουργικὴ γλῶσσα. Δὲν ὑπάρχει βέβαια καμ­μία ἀμφιβολία ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι, δεχόμενοι τὴ σύγχρονη «ἐκπαίδευση τῆς ἀμάθειας», εἶναι γλωσσικὰ ὑπανάπτυκτοι καὶ ἀποκομμένοι

ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους. Χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἐδῶ τὰ αἴτια τῆς θλιβερῆς αὐτῆς πραγματικότητας, συμφωνοῦμε κατ᾽ ἀρχὴν ὅτι θὰ πρέπη νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὅσο μποροῦμε, ὥστε νὰ κατανοοῦν καὶ αὐτοὶ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ νὰ συμμετέχουν στὴν θεία Λατρεία.

.   Θεωροῦμε ὅμως ὅτι εἶναι μεγάλο λάθος ἡ “λύση” τῆς μεταγλωττίσεως τῶν ἱερῶν κειμένων. Διότι, ὅπως ἔχει ἀποδειχθῆ, «ἡ ὅποια μετάφραση θὰ προδώση δραματικὰ τὴ νοηματικὴ ἐμβέλεια τοῦ πρωτοτύπου καὶ θὰ δυσχεράνη σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν διανοητικὴ κατανόησή της ἀντὶ νὰ τὴν διευκολύνη». Οἱ λόγοι εἶναι πολλοί: Ἡ δημοτικὴ ὑστερεῖ σὲ ἐκφραστικὲς δυνατότητες σὲ σχέση μὲ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ λόγο. Ἀδυνατεῖ ἐπίσης νὰ ἀποδώση μὲ τὴν ἴδια νοηματικὴ πυκνότητα τὶς μετοχὲς καὶ τὰ ἀπαρέμφατα ὅπως καὶ τὶς λεπτὲς ἐννοιο­λογικὲς ἀποχρώσεις τῶν ἐμπρόθετων προσδιορισμῶν (Βλ. Φώτης Σχοινᾶς, Λειτουργικὴ Γλῶσσα, ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», σελ. 43-5).

.   Τὸ κυριώτερο ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδοση τῶν δογματικῶν ἐκφράσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφραστοῦν οἱ ὅροι οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρό­σωπον, ἐνέργεια, κλπ. χωρὶς τὸν κίνδυνο τῆς αἱρετικῆς ἀποκλίσεως; Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ποὺ ὑπέστησαν διωγμοὺς καὶ μαρτύρια γιὰ νὰ κρατήσουν ἀνόθευτη τὴν πίστη, διατύπωσαν τοὺς ὅρους αὐτοὺς μὲ θεῖο φωτισμό. Καὶ θὰ προσ­πα­θήσουμε ἐμεῖς νὰ ἐπαναδιατυπώσουμε τὴν πίστη μὲ ἄλλους ὅρους πιὸ “σύγχρονους”; Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς γλωσσικῆς ἀλλαγῆς στοὺς δογματικοὺς ὅρους: «Ἐπὶ τοῦ θείου δόγμα­τος οὐκέτι ὁμοίως ἀκίνδυ­νος ἡ διάφορος χρῆσις τῶν ὀνομάτων. Οὐ γὰρ μικρὸν ἐνταῦθα τὸ παρὰ μι­κρόν» (PG 45, 120C). Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε πόσες αἱρέσεις μποροῦν νὰ παρεισφρύσουν μέσα στὰ πλήρως μεταφρασμένα λειτουργικὰ κείμενα, τὶς ὁποῖες κανεὶς δὲν θὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθῆ. Ὁ ἁπλὸς πιστὸς μάλιστα, δὲν θὰ εἶναι πλέον σὲ θέση νὰ διακρίνη ἀνάμεσα σὲ ἕναν μεταφρασμένο ὕμνο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, σὲ ἕναν νεοσύνθετο (διότι θὰ ὑπάρξουν καὶ τέτοιοι), καὶ στὰ προτεσταν­τικὰ τραγούδια (ποὺ κυ­κλο­φοροῦν ἀνωνύμως).

.  Ἄν, πάλι, πρόκειται νὰ ἀφήσουμε τοὺς θεολογικοὺς ὅρους ἀνέπαφους (ὅπως διατείνον­ται κάποιοι συντηρητικότεροι), τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεως θὰ εἶναι ὁ ψι­λὸς κλιτικὸς ἐκ­δη­μοτικισμός τους καὶ ἡ συντακτικὴ ἁπλοποίηση τῆς προτάσεως. Δηλα­δή, χωρὶς νὰ βοηθοῦμε οὐσιαστικὰ στὴν κατανόηση τοῦ κειμένου, ἐξοστρακίζουμε ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ χρήση τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ γλώσσα, μὲ ὅλες τὶς βαρύτατες συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται.

.     Ἀντί, λοιπόν, νὰ προσπαθοῦμε νὰ “διευκολύνουμε” τοὺς νέους, κα­τεβάζοντας τὸ ὑψηλὸ γλωσσι­κὸ ἐπίπεδο τῆς Λατρείας, εἶναι προτιμότερο νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὥστε μὲ ἐλάχιστο κόπο νὰ μποροῦν νὰ κατανοοῦν τὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου, ἀναβαθμίζοντας ἔτσι καὶ τὸ γλωσσικό τους ἐπίπεδο. Ὅσοι αἰσθάνονται δυσκολία στὴ γλωσσικὴ κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας -ἡ ὁποία θεωρεῖται καὶ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας- ἂς ἀφιερώσουν λίγο χρό­νο ἰδιωτικὰ στὴ με­λέτη της, δηλαδὴ τὴ μετάφραση καὶ ἑρμηνεία της, καὶ ἂς παραμείνη ἡ τέλεσή της στοὺς Ναοὺς ὡς ἔχει, στὴν παραδεδομένη γλωσσικὴ μορφή.

.     Τὸ Ἑλληνόπουλο, πέρα ἀπὸ τὴ γνώση τῆς νεοελληνικῆς, θὰ πρέπη νὰ ἐξοικειωθῆ στὴν κατανόηση (ὄχι βέ­βαια στὴν πλήρη ἐκμάθηση) καὶ παλαιοτέρων μορφῶν τῆς ἑνιαίας ἑλ­ληνικῆς γλώσσας. Εἶναι ἀπαράδεκτο, νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήση, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποστρέφεται, τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Παπαδιαμάντη, κλπ. Τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζη ὅλους, καὶ νὰ ἀποτελῆ μέ­ριμνα τῆς πολιτείας ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.

.    Ἐδῶ θὰ θέλαμε νὰ ἐπισημάνουμε πολὺ ἐπιγραμματικά: α) ὅτι ἡ λειτουργικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι ἡ καθ᾽ αὑτὸ ἀρ­χαία ἑλληνικὴ γλώσσα ἀλλὰ ἁπλούστερη μορφή της, πλησιέστερη στὴ νεοελληνική, καὶ β) ὅτι γιὰ τὴν κατανόησή της δὲν χρειάζονται σπουδὲς φι­λολογίας. Ἀρκεῖ ὁ συχνὸς ἐκκλησιασμὸς μὲ λίγο ἐνδιαφέρον καὶ προσοχή. Ἡ συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενη μορφή της, μάλιστα, εἶναι ἕνα ἐπιπλέον στοιχεῖο ποὺ διευκολύνει τὴν κατανόησή της.

.   Ἡ ἐξοικείωση μὲ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα (ὅπως καὶ μὲ κάθε ἀντικείμενο μαθήσεως) ἀπαιτεῖ τὴ συνεχῆ τριβὴ μὲ αὐτήν. Ὅπως ἔχει λεχθῆ πολὺ σωστά, ὁ ἀραιὸς ἐκκλησιασμὸς δὲν ὀφείλεται στὸ “ἀ­κατανόητον” τῆς λειτουργικῆς γλώσσης, ἀλλὰ ἀντίστροφα: δὲν κατανοοῦμε τὴ λειτουργικὴ γλῶσσα ἐπειδὴ δὲν ἐκκλησιαζόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια, καὶ μάταια προσ­παθοῦμε νὰ θεραπεύσουμε ἕνα κακὸ μὲ λανθασμένη διάγνωση καὶ μὲ ἀ­κόμη πιὸ λανθασμένη θεραπεία. Θὰ ἑλκύσουμε τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας νέους, ὅταν τοὺς πλησιάσουμε μὲ πραγματικὴ ἀγάπη, καὶ ὄχι ὅταν ἀλλοιώσουμε τὴν γλώσσα τῆς θείας Λα­τρείας. Κάτι τέτοιο προσπάθησε νὰ κάνη καὶ ἡ Ἀγγλικανικὴ ἐκκλησία καὶ πέτυχε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο (Βλ. Γέροντος Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 375).

.    Ὅσο γιὰ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους πιστούς, ἀρκεῖ τὸ ἐμπνευσμένο κήρυγμα τοῦ Ἱερέως στὴν θεία Λειτουργία. Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει καὶ ἔχει ζῆλο καὶ καλὴ διάθεση, ἀκόμη καὶ ἀγράμματος νὰ εἶναι, ὁ Θεὸς θὰ τὸν φωτίση καὶ θὰ τὸν ὁδηγήση στὴν βίωση τῆς θείας Λατρείας, κάτι πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κατανόησή της. Οἱ παπποῦδες μας -ἄνθρωποι κατὰ κανόνα ὀλιγογράμματοι- ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν λειτουργικὴ γλῶσσα. Αἰ­σθά­νονταν μάλιστα ὡς ζωτικὴ ἀνάγκη τὸν συχνὸ ἐκκλησιασμό. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τοὺς τραβοῦ­σε στὴν Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον δὲν “καταλάβαιναν” τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ λεγόμενα;

.  Ἀξίζει νὰ προσέξη κανεὶς τὸ Κολλυβαδικὸ κίνημα, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑπῆρξε ἕνα κίνημα πνευματικῆς καὶ λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως. Ἡ ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν, γλωσσικὰ τουλάχιστον, σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ τὴ σημερινή, ἀφοῦ ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἦ­ταν τελείως ἀπαίδευτος καὶ σχεδὸν δὲν μιλοῦσε πιὰ τὰ Ἑλληνικά. Οἱ Κολλυβάδες Πα­τέρες ὅμως, ποὺ ἐργάστηκαν σὲ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, ποτὲ δὲν ἔθεσαν θέμα ἁπλοποιήσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, μέγας Πατὴρ τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Γένους, ἂν καὶ μετέφρασε ἁγίους Πατέρες, ποτὲ δὲν μετέφρασε λειτουργικὰ κείμενα· μόνο τὰ ἑρμήνευσε. Ἀνάλογη ὑπῆρξε καὶ ἡ δράση ὅλων τῶν Κολλυβάδων Πατέρων καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε τόσο πολὺ στὴν ἵδρυση σχολείων.

.     Τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων μᾶς καθοδηγῆ ἀπλανῶς στὸ σκοτάδι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ὅπου τὰ πάντα κρίνονται καὶ κοσκινίζονται ἀπὸ τὴν τετράγωνη λογικὴ τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς διδάσκει ὅτι, ἡ κατανόηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων δὲν εἶναι ζήτημα γλωσσικῆς ἁπλοποιήσεως, ἀλλὰ ἑρμηνευτι­κῆς ἐμβαθύνσεως, συνειδητῆς εὐλαβείας καὶ θείου φωτισμοῦ.

.   Οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες εἴμαστε φορεῖς μακραίωνης παραδόσεως καὶ ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη νὰ τὴν διατηρήσουμε. Καὶ μόνο γιὰ τὴν γλώσσα μας, θὰ πρέπη νὰ θεωροῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε Ἕλληνες ὡς μία μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ καθόλου σωβινισμό. Ἁπλῶς ἀναγνωρίζουμε τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ συνειδητοποιοῦμε τὴν εὐθύνη μας. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα. Γράφει σχετικὰ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Ὑπῆρχε τόσο λίγη “συμ­πτωματικότητα” στὴν “ἐκ­λογὴ” τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅση ὑπῆρχε στὸ γε­γονὸς ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν (Ἰωάν. δ΄, 22)… Ἡ Ἐκκλησία στὸν καθορισμὸ τῶν δογμάτων ἐξέφρασε τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας» (Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, σ. 35-6). Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἐπὶ τό­σους αἰῶνες στὴν Λατρεία εἶναι ἡ καλύτερη γιὰ νὰ ἀποδώση τὰ λειτουργικὰ κείμενα, λόγω τῆς ἱεροπρεπείας, τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς λογικότητός της (θέματα ποὺ ἡ ἀνάλυσή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἄρθρου).

.      Οἱ μεταφράσεις στὶς ξένες γλῶσσες εἶναι ἀπαραίτητο φυσικὰ νὰ γίνουν, παρόλη τὴν ἀναπόφευκτη φθορὰ καὶ πτώχευση ποὺ ἐπέρχεται. Καὶ στὶς περιπτώσεις ὅμως αὐτές, ὁ μεταφραστὴς θὰ πρέπη νὰ μὴν ἀρκῆται στὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειότερη ἀνθρώπινη γνώση, ἀλλὰ νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ εἶχαν οἱ Πα­τέρες οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν τὶς θεῖες Λειτουργίες, ὥστε νὰ μὴν ἀδικήση τὸ κείμενο καὶ τοὺς πιστούς. Ὅσο γιὰ τὴν μεταγλώττιση στὴ νέα ἑλληνική (ποὺ σημειωτέον εἶναι πολὺ πλησιέστερη στὴ λειτουργικὴ γλώσσα ἀπ’ ὅτι οἱ σλαβικὲς γλῶσσες στὰ ἀρχαῖα σλαβονικά), θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὄχι μόνο περιττὴ ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιζήμια.

.     Ἔχει ἀποδειχθῆ ὅτι οἱ Πατέρες τοῦ Δ´ αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι καὶ συνέγραψαν τὶς ἱερὲς Λειτουργίες ποὺ τελοῦμε μέχρι σήμερα, δὲν χρησιμοποίησαν τὴ δημώδη γλώσσα τοῦ καιροῦ τους ἀλλὰ ἐπέλεξαν συνειδητά, τόσο γιὰ τὴν κηρυγματικὴ ὅσο καὶ (πολὺ περισσότερο) γιὰ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα, τὴν ἀρχαιότροπη γλωσσικὴ ἔκφραση. Ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, δὲν ἦταν τόσο ἡ ἀνωτερότητα τῆς γλωσσικῆς αὐτῆς ἐκφράσεως (διότι καὶ ἡ τότε ὁμιλουμένη δὲν εἶχε χάσει ὅπως ἡ νεοελληνικὴ τὸ ἀπαρέμφατο καὶ τὴ μετοχή, καὶ συνεπῶς διατηροῦσε τὴν ἀκρίβεια, λιτότητα καὶ σαφήνειά της). Πιστεύουμε πὼς ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ὅτι ἤθελαν νὰ προσδώσουν μιὰ ἱεροπρέπεια στὰ λειτουργικὰ κείμενα μὲ ἕναν γλωσσικὸ τύπο ποὺ δὲν ἐχρησιμοποιεῖτο γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἁπλῆς κα­θημερινότητας. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ πρέπη νὰ λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν τους οἱ σημερινοὶ ὀπαδοὶ τῆς μεταγλωττίσεως, ἂν δὲν θέλουν νὰ δημιουργοῦν ἀνεπιθύμητους συν­ειρμοὺς στοὺς πιστούς, καὶ νὰ τοὺς προξενοῦν διάσπαση καὶ εὐθυμία μέσα στὸν ἱερὸ Ναό! Κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, θὰ γεννῶνται «ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νοΐ τῶν παρευρισκομένων ἀντιδράσεις κατωτέρου ἐπιπέδου» (Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 376).

.   Ἐὰν ἡ σημερινὴ τάση μεταγλωττίσεως καὶ ἁπλοποιήσεως τῶν πάντων ὑπῆρχε στὰ χρό­νια τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε βάσιμα νὰ ὑποθέσουμε, ἀπὸ ὅσα προαναφέρθηκαν, ὅτι θὰ εἶχε καταδικασθῆ. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἴσως θὰ ἐπανάλαμβανε: «Οὐδὲ σοφίας ἀνθρωπίνης δεῖται ἡ θεία Γραφὴ πρὸς τὴν κατανόησιν τῶν γε­γραμ­μένων, ἀλλὰ τῆς τοῦ Πνεύματος ἀποκαλύψεως» (PG 53, 175). Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὅμως δὲν λείπει ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἐκ­­κλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, καὶ οἱ σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες καὶ φωτισμένοι Γέ­ρον­τες ἔχουν ἐκφρασθῆ ἤδη γιὰ τὸ θέμα αὐτό.

.  Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Σωφρόνιος, στὸ γνωστὸ κεφάλαιο «Περὶ τῆς λειτουργικῆς γλώσσης» τοῦ βιβλίου του Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, ἀναιρεῖ μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο τοὺς «ἄτοπους ἰσχυρισμοὺς περὶ τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου» τῆς λειτουργικῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καὶ καλεῖ νὰ μείνουμε πιστοὶ σ᾽ αὐ­τήν. Λέγει μεταξὺ ἄλλων ὁ Ρῶσος(!) αὐτὸς Πατήρ: «Ἡ Λειτουργία, ὡς τὸ κορυφαῖον μέ­σον ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ὡς ἐκφραστικὸν ὄργανον τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειοτέραν γλῶσσαν (ἐνν. τὴν ἀρ­χαία ἑλληνική)… Ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καὶ καθαγιασθεῖσα γλῶσσα τῆς θείας Λειτουργίας… εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῇ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας».

.   Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ἦταν καὶ αὐτὸς σαφῶς ἀντίθετος μὲ τὴ σημερινὴ “λειτουργικὴ ἀναγέννηση”. Ἔλεγε ὅτι μὲ τὶς μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων θὰ ἀ­ποκοπῆ ὁ λαός μας ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδοθοῦν πλήρως οἱ ὅροι καὶ οἱ ἔννοιες τῶν κειμένων αὐτῶν στὴ δημοτική, πολὺ περισσότερο ἀπὸ μὴ ἁγίους. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ ὅτι, ὅταν τὸ 1982 ἐπρόκειτο νὰ κυκλοφορήση τὸ βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου Ἡ Θεία Λειτουργία, Σχό­λια, ὁ Γέροντας δὲν ἐπέτρεψε νὰ τυπωθῆ παράλληλα καὶ ἡ ἑτοιμασμένη μετάφραση τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς ἁπλὸ ἑρμηνευτικὸ βοήθημα, διότι αὐτή, ἔλεγε, «μπορεῖ κάποτε νὰ χρησιμοποιηθῆ ὡς ἀ­φορ­μὴ γιὰ μεταφράσεις στὰ λειτουργικὰ κείμενα»! Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε ἂν ζοῦσε σήμερα;

.    Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Πορφύριος, ἐνῶ ἦταν τελειόφοιτος μόλις Α´ Δημοτικοῦ, χάρη στὸν ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, ἔμαθε ἀνάγνωση καὶ θεολογία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή (τῆς ὁποίας πολλὰ κεφάλαια εἶχε ἀποστηθίσει), τὴν Παρακλητικὴ καὶ τὰ Μηναῖα. Ἔφτασε νὰ γίνη δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ξεπεράση στὴ σοφία πολλοὺς θεολόγους καὶ ἐπιστήμονες. Συνιστοῦσε τὴν προσεκτικὴ καὶ διαρκῆ μελέτη τῶν ἁγιογρα­φι­κῶν καὶ ὑμνολογικῶν κειμένων, τὴν χρήση τοῦ λεξικοῦ καὶ τὴ σύγκριση μὲ ἄλλα τροπάρια, γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῆς ἔννοιας μιᾶς ἄγνωστης λέξης. Καὶ βέβαια, παρ’ ὅλη τὴν εὑρύτητα τοῦ πνεύματός του, ποτὲ δὲν μίλησε γιὰ ἀνάγκη μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων.

.   Πολὺ σωστὰ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι «ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἀπότοκος τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ πιστοῦ καὶ καθόλου ὑπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων καὶ Ἐπιτροπῶν. Τελεσιουργεῖται στὸ ἔνδον τῆς καρδίας τοῦ πιστοῦ κατόπιν πνευματικοῦ μόχθου καὶ ἐσωτερικῶν στεναγμῶν, συνεπικουρούσης βεβαίως ἀπαραιτήτως καὶ τῆς θείας Χά­ρι­τος». Στὴν θεία Λειτουργία «“κατανοοῦμε”, μὲ τὴν πατερικὴ σημασιολογικὴ ἐκδοχὴ τῆς λέ­ξεως, τόσο ὅσο μᾶς ἐπιτρέπει ἡ καθόλου πνευματικὴ κατάστασή μας. Ἑπομένως τὸ καιρίως ζητούμενο γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἡ διὰ τῆς μετανοίας καὶ τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ προσωπική μας ἀναγέννηση» (Σχοινᾶς, ἔνθ. ἀν. σ. 47 καὶ 110). Καὶ ἡ ποιμαν­τικὴ προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας σὲ αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση τῶν πιστῶν θὰ πρέπη κυρίως νὰ στοχεύη.

.    Συνοψίζοντας, θεωροῦμε ὅτι τὸ θέμα τῆς μεταγλωττίσεως τῶν κειμένων στὴν θεία Λατρεία εἶναι πολὺ σοβαρό, διότι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ἱεροπρέπειας ποὺ προξενεῖται, θραύεται ὁριστικὰ ἡ μακραίωνη συνέχεια τῆς λειτουργικῆς γλώσσης, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Καὶ εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι τὸ ὅλο κίνημα “λειτουργικῆς ἀναγέννησης” δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό (γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται ὅτι γίνεται), ἀλλὰ ἀπὸ κά­ποιους καθηγητές, ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους. Μποροῦν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ στεροῦν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα νὰ δοξολογήση, νὰ εὐχαριστήση καὶ νὰ ἱκετεύση τὸν Τριαδικὸ Θεό, μὲ τὶς ἴδιες λέξεις ποὺ χρησιμοποίησαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες μας; Πολὺ φοβούμαστε ὅτι θὰ ὁδηγήσουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ σὲ διχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα.

.     Ὁ ἁπλὸς λαὸς στὴν πλειονότητά του δὲν ἐπιθυμεῖ τὶς μεταφράσεις, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβη καλὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ποὺ ὥριζε νὰ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μεταφρασμένο στὴν θεία Λειτουργία, δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῆ λόγῳ τῆς ἀντιδράσεως τοῦ κόσμου.

.    Ἕνα ἄλλο πρακτικὸ ζήτημα, στὸ ὁποῖο ἴσως δὲν ἔχει δοθῆ ἡ ἀπαιτούμενη προσοχή, εἶναι ὅτι, ἅπαξ καὶ ἀνοίξη ἡ θύρα γιὰ τὶς μεταφραστικὲς προσπάθειες, θὰ ἀρχίση ἀμέσως καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ διχασμὸς μεταξὺ τῶν ἐπιδόξων μεταφραστῶν. Ἤδη σὲ μία Μητρόπολη εἶναι γνωστὸ ὅτι κυκλοφοροῦν δύο μεταφράσεις τῆς Θείας Λειτουργίας, μὲ πολλὲς καὶ μεγάλες διαφορὲς μεταξύ τους. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μία μετάφραση νὰ ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλο τὸν ἑλληνικὸ χῶρο -πρᾶγμα ἀδύνατον-, μετὰ ἀπὸ παρέλευση μιᾶς δεκαετίας περίπου θὰ ἐθεωρεῖτο πλέον ξεπερασμένη, σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τῶν ὀπαδῶν τῆς μεταγλώττισης, λό­γῳ τῆς ἐξέλιξης τῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι ἀπρόβλεπτες ὅλες οἱ συνέπειες τῆς ἀπώλειας τῆς καθιερωμένης λειτουργικῆς γλώσσας, τὴν ὁποία θέλει νὰ ἐπιφέρη ὁ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν με­ταρρυθμιστικὸς ζῆλος.

.     Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν δύο ἀνωτέρω μεταφράσεων τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀναφέρουμε μὲ πολλὴ λύπη μας, ὅτι σ’ αὐτὲς (καθὼς καὶ σὲ ἄλλες μεταφράσεις λειτουργικῶν καὶ ἁγιογραφικῶν κειμένων τῆς ἴδιας Μητροπόλεως) ὑπάρχουν δυστυχῶς πολλὰ καὶ σοβαρότατα λάθη. Ἡ ὑπόδειξή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ παρόντος ἄρθρου. Θεωροῦμε ὅμως ὅτι τὸ σοβαρότερο λάθος εἶναι αὐτὴ ἡ ὅλη τάση γιὰ μεταγλώττιση τῶν ἱε­ρῶν κειμένων (διότι τὰ ἐπὶ μέρους γραμματικά, συντακτικά, τυπογραφικά, παρανοήσεως, ἢ καὶ θεολογικά, λάθη μπορεῖ κάποτε νὰ διορθωθοῦν).

.      Τὸ θλιβερότερο ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ μεταφράσεις ἐπιβάλλονται δυστυχῶς μὲ δυναστικὸ τρόπο νὰ τελοῦνται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως. Καὶ βέβαια δὲν ρωτήθηκε καθόλου τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν. Δικαιολογημένα λοιπὸν τίθεται τὸ ἐρώτημα: Γιὰ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα δὲν θὰ ἔπρεπε πρῶτα νὰ λάβη ἀπόφαση ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς (ἂν ὄχι Παν­ορθόδοξη Σύν­ο­δος, τουλάχιστον τὸ Οἰκουμενικὸ Πα­τριαρχεῖο, ἢ ἔστω ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος); Μπορεῖ ὁ καθένας ποὺ θεωρεῖ ἀκατανόητη καὶ ξεπερασμένη τὴ λειτουργικὴ γλῶσσα νὰ συντάσση μία μετάφραση καὶ νὰ τὴν ἐκδίδη; Ὁπωσδήποτε αὐτὸ εἶναι θέμα ποὺ ὑπερβαίνει τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς Μη­τροπόλεως καὶ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες.

.    Στὴν ἱστορία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας παρουσιάστηκαν ἀνάλογα φαινόμενα, τὸ 1834 (ὅταν ἡ Βιβλικὴ Ἑταιρεία ἐξέδωσε τὴν Ἁγία Γραφὴ σὲ μετάφραση τοῦ Νεοφύ­του Βάμβα) καὶ τὸ 1901 (τὰ λεγόμενα Εὐαγγελικά). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπέρριψε τὶς μεταφράσεις. Ἡ σχετικὴ ἀπόφαση πέ­ρασε στὸ ἑλληνικὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 (ἄρ­θρο 2, παράγρ. 2) καὶ τροποποιήθηκε στὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος τὸ 1976 ὡς ἑξῆς: «Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφραση σὲ ἄλ­λο γλωσσικὸ τύπο ἀπαγορεύεται χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στὴν Κωνσταντινούπολη» (ἄρθρο 3, πα­ράγρ. 3). Τί περισσότερο χρειάζεται γιὰ νὰ πεισθοῦν γιὰ τὴν ἔλλειψη νομιμότητος ὅσοι προβαίνουν σὲ αὐθαίρετες μεταφράσεις (ὄχι μόνο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλλὰ καὶ τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν ἄλλων ἱερῶν κειμένων), τὶς ἐκδίδουν καί, τὸ χειρότερο, τὶς ἐπιβάλλουν;

.   Μὲ πόνο ψυχῆς παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο νὰ λάβη κάποια ἀπόφαση ποὺ θὰ θέση τέρμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἀναρχία καὶ θὰ πάρη μία ξεκάθαρη θέση στὴν ὁλοένα αὐ­ξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Ἂς ἀποσυρθῆ κάθε εἴδους μετάφραση ἀπὸ τὴν θεία Λατρεία, καὶ ἂς χρησιμοποιηθῆ μόνο ὡς ἑρμηνευτικὸ βοήθημα στὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχηση. Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, μὲ τὴν ὁποία προσευχήθηκαν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, στὴν θεία Λατρεία -ὅπου εἶναι ἡ τελευταία περιοχὴ ζωντανῆς χρήσεώς της- θὰ σημάνη τὴν ὁριστικὴ ἀποκοπὴ τῶν συγχρόνων Ἑλ­λήνων ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς παραδόσεώς μας, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Ἡ εὐθύνη ὅλων μας εἶναι μεγάλη.

περ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ», τ. 46, ΙΑΝ. – ΜΑΡΤ. 2010

Πηγή

Ειδική αποστολή στην Ουκρανία

(Στα χρόνια της δουλείας, αλλά επίκαιρη όσο ποτέ…)
Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ
Οι Άγιοι είναι οι πνευματικοί μας οδοδείκτες. Τον δρόμο του Θεού, αυτοί μας τον δείχνουν. Και μας τον δείχνουν όχι βεβαίως ακαδημαϊκά, αλλά μέσα από την πνευματική τους εμπειρία. Με τις διδαχές τους και προπάντων με την ίδια τους την ζωή.
Οι Άγιοι, δηλαδή οι Άνθρωποι του Θεού, είναι οι δάσκαλοί μας και οι βοηθοί μας στον αγώνα για την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Οι αγώνες τους οι πνευματικοί και οι διδασκαλίες τους έχουν ισχύ διαχρονική και ο λόγος τους είναι πάντοτε σύγχρονος, ακέραιος και ασφαλής.
Είναι θαυμαστό, το πόσο επίκαιροι αναδεικνύονται κάθε φορά, που καλούνται να δώσουν απαντήσεις σε προβλήματα είτε προσωπικά είτε γενικά της ζωής της Εκκλησίας μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικαιρότητας του λόγου και των έργων των Αγίων μας αποτελεί ένας Άγιος καταγόμενος από την καρδιά της Μακεδονίας μας, από την Θεσσαλονίκη. Τον γιορτάζουμε στις 27 Νοεμβρίου και ονομάζεται Δαμασκηνός. Είναι ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης.
Γεννήθηκε το 1520 στην Πόλη του Αγίου Δημητρίου. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εκάρη μοναχός στην Αδελφότητα των Στουδιτών και στα 1560 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης. Το σύγγραμμά του με τον τίτλο »Θησαυρός» στήριξε αποφασιστικά το δούλο Γένος και απέτρεψε τον εκτουρκισμό των Ορθοδόξων Βουλγάρων.
Ο Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ, μολονότι εχθρικός προς την Ορθοδοξία, μας βεβαιώνει, ότι ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης ήταν ένας από τους τρεις πιο μορφωμένους Ορθοδόξους Κληρικούς της εποχής του και μάλιστα ο πιο επαινετός »λόγω της ιδιαιτέρας μετριοφροσύνης, ολιγάρκειας και των άλλων αρετών του».(1)
Και πώς, αυτός ο »λαμπράς παιδείας και άμετρης ταπεινοφροσύνης Επίσκοπος», από τα μέρη του Λαγκαδά βρέθηκε στα μέρη της Μικράς Ρωσσίας, στην σημερινή Ουκρανία, δηλαδή;
Βρέθηκε εκεί ως ειδικός απεσταλμένος και έμπιστος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την αντιμετώπιση ενός πολύ μεγάλου και σοβαρού προβλήματος.
Και ποιο ήταν το εξαιρετικό αυτό πρόβλημα, για το οποίο στάλθηκε στην Ουκρανία, ως έξαρχος, ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης;
Από ποιόν κίνδυνο, έσπευσε ο Άγιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, να σώσει τους Ορθοδόξους της Ουκρανίας;
Ο κίνδυνος προερχόταν από τους παπικούς και από την διάδοση της παναίρεσης του παπισμού. Μισσιονάριοι του πάπα διασκορπίστηκαν τότε σε ολόκληρη την χώρα και βάλθηκαν να παρασύρουν τους Ουκρανούς Ορθοδόξους διαδίδοντας τις ολέθριες κακοδοξίες τους.
Η αποστολή του Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτη ήταν να αντιμετωπίσει την δράση των αιρετικών Λατίνων και να προστατέψει τους Ορθοδόξους Ουκρανούς από τις πλάνες του Βατικανού.
Ο αγώνας δεν ήταν εύκολος. Ο Άγιος είχε να παλέψει με τους ικανότερους και πλέον επιτήδειους συνεργάτες του πάπα. Το Πατριαρχείο το εγνώριζε αυτό πολύ καλά, γι΄αυτό και δεν απέστειλε τον οποιοδήποτε, αλλά διάλεξε προς τούτο την »σοφία των Ελλήνων».
Ο αγώνας για την αντιμετώπιση της αιρετικής προπαγάνδας των παπικών κράτησε για τον Επίσκοπο Δαμασκηνό επτά ολόκληρα χρόνια. Από το 1565 έως το 1572. Η κατάρτισή του, οι αρετές του και προπάντων η αγιότητά του έσωσαν τους Ορθοδόξους Ουκρανούς από την αίρεση του ρωμαιοκαθολικισμού και έδωσαν ένα καλό μάθημα στους μέχρι σήμερα αμετανόητους παπικούς.
Η επικαιρότητα του βίου και των διδαχών του Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτου, Επισκόπου Λητής και Ρεντίνης, είναι τόσο φανερή και κατανοητή, που καθιστούν τις εξηγήσεις εντελώς περιττές.
Το συμπέρασμα είναι, ότι οι αγώνες του και η διδασκαλία του, αναφορικά με τα τεκταινόμενα αυτές τις ημέρες στην Πόλη των Ονείρων μας, δεν μπορεί παρά να ορίσουν, ως Ορθοδόξων, και την δική μας στάση.
Η Εκκλησία μας, άλλωστε, το τονίζει καθαρά: »Εορτή Αγίου, μίμησις Αγίου». Και ο νοών, νοήτω.
___________________________________
27/11/2014