Πολυκίνδυνος κακοδοξία περί τῶν Ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν

 Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σὲ ἄρθρο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, ποὺ τιτλοφορεῖται «Αἱρετικὸς κατὰ τὴν ΔΙΣ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς;!», τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε στὶς 9/4/2021, γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἄρθρο τοῦ Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Ταμπακοπούλου μὲ τίτλο «Ἡ θεολογικῶς ἀποκλίνουσα ἀντίληψη τοῦ Γρηγορίου Ἀκίνδυνου γιὰ τοὺς ἀγγέλους», τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὸ τεῦχος 91.4/Ὀκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2020. Μεταξὺ ἄλλων στὸ ἄρθρο αὐτὸ σημειώνονται τὰ ἑξῆς ἀπαράδεκτα ἀπὸ τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Χριστόδουλο Ταμπακόπουλο: «Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς εὐθὺς ἐξαρχῆς τὴν ὑπεροχὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Ἀκίνδυνου ἔναντι τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιατί ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς δὲν ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἔναντι τῶν Ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ…Ἔχουμε πολλὲς Ἄκτιστες Θεότητες, ὅσες καὶ οἱ θεούμενοι. Αὐτὸ δὲν εἶναι αἵρεση, δὲν εἶναι παραλογισμός; Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ὁδηγήθηκε σὲ αὐτὰ τὰ παράλογα συμπεράσματα, γιατί δέχθηκε μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν Ἀγγέλων στὶς Ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ».

Δὲν διαβάλλεται μόνο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ μεγάλος αὐτὸς Ὁμολογητὴς Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Χριστόδουλο Ταμπακόπουλο, ἀλλὰ πολεμεῖται καὶ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ τῶν Ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν. Λησμονεῖ ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιμανδρίτης ὅτι ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀποτελεῖ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας;

«Ὁ Ἅγιος Βασίλειος διακρίνει τὴν οὐσία ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τονίζει τὸ ἀπρόσιτον τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ κατεβαίνουν σέ μᾶς. «Αἱ μὲν γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος» (Ἁγίου Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 234). Αὐτὸ ποὺ τονίζει ὁ Ἅγιος Βασίλειος τί καταδεικνύει; Γιὰ ποιὸ λόγο διακρίνει ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὴν οὐσία ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ; Δὲν συμπεραίνει κανεὶς ἐμφανέστατα ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτος, ἐνῷ αὐτὸ δὲν συμβαίνει γιὰ τὶς Ἄκτιστες Θεῖες ἐνέργειες;»

«Ἡμεῖς δὲ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτοῦ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (Ἁγίου Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 234). Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τονίζει τὸ ἀπρόσιτον τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ ἀναφέροντας ὅτι «τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτοῦ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα». Γιατί δὲν ἀναφέρει τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος Βασίλειος; Ἐμεῖς γνωρίζουμε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητεῖται τὸ ἄκτιστο τῶν θείων ἐνεργειῶν, διὰ τῶν ὁποίων γνωρίζουμε τὸν Θεό;

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἰς τὸν «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» (Λόγον 3,1), τονίζει τὸ ἑξῆς: «προοίμιον τῆς ἐν δόξῃ ὁρατῆς Θεοῦ θεοφανείας ἡ ἐν Θαβωρίῳ τοῦ Κυρίου Μεταμόρφωσις). Αὐτὸ ἀναφέρει καὶ ὁ Ἅγιος Βασίλειος, τὸ ὁποῖο σημειώνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Διὸ καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος προοίμιον εἶπε τῆς ἐν τῇ Δευτέρᾳ παρουσίᾳ τοῦ Χριστοῦ δόξης τὸ ἐν Θαβωρίῳ λάμψαν ἐν τῇ Μεταμορφώσει τοῦ Κυρίου φῶς» («Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων»- Λόγος 3,1). Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀναφέρεται σὲ κτιστὸ φῶς;

Σύμφωνα μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ αὐτὸν τοῦ ἐν λόγῳ Ἀρχιμανδρίτη ἀμφισβητεῖται ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ. Ἀδίκως λοιπὸν μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας «δεῦτε…θεασώμεθα τὴν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως αὐτοῦ»; Ἦταν κτιστὸ τὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ; Κάτι τέτοιο ἀντιστρατεύεται τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ θέμα τοῦτο.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στὴν Β’ Ἐπιστολὴ του ἀναφερόμενος στὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ λέγει ὅτι στὸ Θαβὼρ ἔγιναν ἐπόπτες τῆς μεγαλειότητας τοῦ Χριστοῦ. «Ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος» (Β΄ Πέ. 1, 16), λέγει o Ἀπόστολος Πέτρος. Εἶναι βλασφημία νὰ προβάλλεται ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ Ἄκτιστο Φῶς τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ εἶναι δῆθεν κτιστό.

«Διονυσίῳ μὲν γὰρ Ἀρεοπαγίτῃ τῷ ἐν Θαβωρίῳ φανέντι τοῦ Χριστοῦ φωτὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων ἐπὶ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος κοσμεῖσθαι τε καὶ περιαστράπτεσθαι σαφῶς εἴρηται» λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Πῶς τὸ Ἄκτιστον Φῶς τοῦ Φωτοδότου Χριστοῦ, κτιστὸν ἔχει κληθεῖ; «Συνήκας ὅτι τὸ περιαστράψαν φῶς ἐν Θαβὼρ τοὺς ἀποστόλους, οὐκ αἰσθητὸν ἦν;’’ (Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» (Λόγος 3,1).

Γιατί δικαιώνεται ὁ κακόδοξος Ἀκίνδυνος; Ἂν ἀνατρέξει κανεὶς στὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, δὲν θὰ βρεῖ τὸ ὄνομα Ἀκίνδυνος. Δικαιώνεται ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιμανδρίτης, τοῦ ὁποίου τὴν κακοδοξία ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὀρθοδόξως πολέμησε; Καὶ ὅμως γίνεται ἀναφορὰ στὸν κακόδοξο Ἀκίνδυνο. Πολυκίνδυνος καλεῖται ὁ Ἀκίνδυνος στὸν Ὄρθρο τῆς Δευτέρας Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, ἀποδίδοντας τοιουτοτρόπως τὴν πραγματικὴ ἐννοιολογικὴ σημασία τοῦ προβλήματος ποὺ δημιουργοῦν οἱ κακοδοξίες του. Ἡ Ἐκκλησία μας καὶ διὰ τῆς Ὑμνολογίας της δίνει τὴν ἀπάντηση στὸ «πολυκίδυνον» τοῦ κακόδοξου Ἀκίδυνου. «Ἡττᾶται τρανῶς καὶ κινδυνεύει, τὸ ἄθροισμα τοῦ Πολυκινδύνου τῇ παλάμῃ σου καὶ σοφοῖς σου ρήμασιν ἔνδοξε Γρηγόριε», ψάλλουμε στὸν Ὄρθρο τῆς Δευτέρας Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ τῶν Ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν πολεμεῖται καὶ ἐπικρατεῖ σιωπή; Ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία γιατί προτιμᾶ τὴ σιωπή. Θεραπεία πάντως δὲν θὰ εἶναι μόνο ἡ ἀνασκευή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπαίτηση νὰ ἀκολουθήσει ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιμανδρίτης τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ ζήτημα τοῦτο. Τοιουτοτρόπως θὰ δώσει ἕνα τέλος ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία στὴν πολυκίνδυνο αὐτὴ κακοδοξία.

«Ο.Τ.»

Αποτελεί ‘’Θεοσημείον’’ η μεγάλη ανατροπή στην Ουκρανία;

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_________________________

Σε κείμενο του καθηγητή κ. Αριστείδη Πανωτή που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο ‘’Φως Φαναρίου’’, το οποίο τιτλοφορείται ‘’Ένα «θεοσημείο» επιβεβαιωθέν μετά εκατονταετία με την ανασύσταση της Ουκρανικής Αυτοκεφαλίας’’ (28/3/2021), αναφέρεται στην κληθείσα ‘’Ενωτική Σύνοδο’’ του έτους 2018 στην Αγία Σοφία Κιέβου.

Mεταξύ άλλων ο κ. Αριστείδης Πανωτής ανέφερε το εξής : ‘’Κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση το συσταθέν «Κοινοβούλιο» της Ουκρανίας επεδίωξε ανασύσταση της κρατικής οντότητας της Ουκρανίας ως εντελώς ανεξάρτητο κράτος από το κράτος της Μόσχας.  Στις 9 Νοεμβρίου 1917 συνέρχεται στο Κίεβο το «Γ’ Πανουκρανικό Συνέδριο» και τα μέλη του ομόφωνα ενέκριναν «Ψήφισμα υπέρ της ανασυστάσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας».

Θεώρησε μάλιστα ο κ. Πανωτής, ως ‘’Θεοσημείο’’ την κληθείσα ‘’Ενωτική Σύνοδο’’ του έτους 2018 με τα εξής λόγια : ‘’Φαίνεται πλέον καθαρά ότι ο Παράκλητος, αποστρέφεται τα ανευλόγητα δρώμενα του Πατριαρχείου της Μόσχας για την υφαρπαγή της Εκκλησίας του Κιέβου και ζει Κύριος ο Θεός εκφραζόμενος δια «Θεοσημείου», όπως τώρα με τα ιερά συμβάντα στον ναό της Αγίας Σοφίας του Κιέβου το 2018 μετά εκατονταετία’’. 

Κατ’ αρχή ορθά τοποθέτησε ο κ. Πανωτής τη λέξη ‘’Θεοσημείο ’’ εντός εισαγωγικών.  Μια πράξη η οποία έγινε αιτία κλονισμού της εκκλησιαστικής ενότητας, μπορεί να αποτελεί ‘’Θεοσημείο;  Ο κλονισμός της εκκλησιαστικής ενότητας αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που δημιούργησε η κληθείσα ‘’Ενωτική Σύνοδος’’.

‘’Μία απόφασις συναντώσα την αντίδρασιν της συντριπτικής πλειοψηφίας των Επισκόπων, και αν ακόμα δεν  είνε εξ αυτής άκυρος, ποίον κύρος δύναται να έχει δια την Εκκλησίαν;  Ουδέν!  Καταργείται de facto’’*, σημειώνει ο Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος.  Είναι ξεκάθαρο τι εννοεί ο π. Επιφάνιος και γίνεται αντιληπτό με το, ‘’και αν ακόμα δεν  είνε εξ αυτής άκυρος’’, ότι δεν υπάρχουν περιθώρια αμφισβήτησης του εκκλησιαστικού γεγονότος ότι η πλειοψηφία των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν έχει συναινέσει στη μονομερή εκχώρηση Αυτοκεφαλίας στα δύο σχισματικά μορφώματα της Ουκρανίας.  Για πιο ‘’Θεοσημείο’’ μπορεί να ομιλεί κανείς;  

Όσον αφορά το περί  ‘’υφαρπαγής της Εκκλησίας του Κιέβου’’, που χαρακτηριστικά τονίζει ο κ. Πανωτής, αποτελεί  ‘’διαπίστωση’’  με πολεμική χροιά.   Τα 300 και πλέον χρόνια πνευματικής σχέσης των Εκκλησιών Ρωσίας και Ουκρανίας, δεν αποτελούν σχέση επικυριαρχίας και φυσικά είναι μεγάλο λάθος να ομιλεί κανείς για ‘’υφαρπαγή της Εκκλησίας του Κιέβου’’. Τόσοι αγιασμένοι ασκητές υπήρξαν στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και δεν πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό τους. 

Τουναντίον αυτοί που προσπάθησαν να ‘’υφαρπάσουν την Εκκλησία του Κιέβου’’, είναι οι προβατόσχημοι ουνίτες της Ουκρανίας.  Είναι ιστορικό γεγονός ότι μετά την ουνιτική σύνοδο του Μπρεστ, οι ουνίτες πολλάκις προσπάθησαν να υφαρπάσουν τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Την  απαρχή μάλιστα είχε η προδοτική προσχώρηση από τον τότε Μητροπολίτη Κιέβου Μιχαήλ στους ουνίτες και η παρεπόμενη αντιεκκλησιαστική προσπάθεια του να υφαρπάσει τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, φυσικά με την συνέργεια του τότε Πάπα Κλήμη.  Η αρπαγή  πολλών Ιερών Ναών Ορθοδόξων με βίαιο τρόπο από τους ουνίτες είναι γεγονός.  Στις μέρες μας το έργο της αρπαγής Ιερών Ναών της μόνης αναγνωρισμένης από την πλειοψηφία των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, είναι γνωστό ποιοι το έχουν αναλάβει. 

Δεν είναι υπερβολή, αλλά ειλικρινής αναγνώριση, να πούμε ότι το Πατριαρχείο Μόσχας στάθηκε αρωγός στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, από την ουνιτική λαίλαπα.  Το περίεργο είναι ότι αυτά που προβάλλουμε τώρα, τα πρόβαλλαν όλοι μέχρι το 2018.  Αίφνης οι πνευματικές σχέσεις έγιναν για όσους επιμένουν στην μονομερή εκχώρηση Αυτοκεφαλίας προσπάθειες υφαρπαγής.  Δεν μπορεί να μεθερμηνεύεται η πνευματική σχέση τριών και πλέον αιώνων, των Εκκλησιών Ρωσίας και Ουκρανίας, ως στάση επικυριαρχίας.

Αν προστρέξει κανείς στα χρόνια πριν την κληθείσα ‘’Ενωτική Σύνοδο’’, η οποία έγινε αφορμή διάσπασης της Εκκλησιαστικής ενότητας, θα παρατηρήσει ότι συναντούσε κανείς κατ’ αποκλειστικότητα σε διαδικτυακούς ιστότοπους Ουνιτών αλλά και Παπικών γενικότερα, μια τέτοια πολεμική στάση απέναντι στο Πατριαρχείο Μόσχας.  Είχαν όμως ‘’δίκαιο’’΄, γιατί το Πατριαρχείο Ρωσίας υπήρξε το μεγάλο εμπόδιο για την Ουνία στην  Ουκρανία.  Κατά ένα πολύ περίεργο τρόπο, που όμως έχει την ερμηνεία του, Ουνίτες και γενικότερα Παπικοί, μετά την κληθείσα ‘’Ενωτική Σύνοδο’’ του έτους 2018, έχουν σιγήσει. 

‘’Αυτό το γεγονός φαίνεται πως είναι απάντηση του Ουρανού κακεντρέχεια εκείνων που «ενορχηστρώνουν» κατηγορίες περί «καθηρημένων»¨και «αχειροτονήτων», ενώ στην πραγματικότητα είναι τα θύματα εκείνων που άλλοτε δέσποζαν στην εκκλησιαστική ζωή ως εντολοδόχοι των Μυστικών Υπηρεσιών του Κρεμλίνου’’, σημειώνει επίσης ο κ. Πανωτής. 

Δεν μπορούμε να συγχέουμε την δυναστική στάση του αντίθεου καθεστώτος, με την στάση της Εκκλησίας της Ρωσίας.  Και εκεί ακόμα που υπήρξαν Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ρωσίας που η στάση τους δεν ήταν η πρέπουσα στις σχέσεις τους με το αντίθεο και απάνθρωπο καθεστώς, αποτελούσαν μεμονωμένες περιπτώσεις και δεν μπορεί να τις θεωρεί ως εκφράζουσες το Πατριαρχείο Μόσχας. Είναι γνωστό ότι η στάση του κομμουνιστικού καθεστώτος δεν είχε εθνικά ελατήρια αλλά κομματικά.  Σκοπός των δικτατόρων του κομμουνισμού ήταν η συνοχή της ΕΣΣΔ.  Λανθασμένα επικαλείται μεμονωμένες συμπεριφορές ο κ. Πανωτής προς δικαιολόγηση του εγκλήματος του σχίσματος στην Ουκρανία.  Επικροτείται με αυτόν τον τρόπο και η θρασύτατη αμετανοησία για το έγκλημα του σχίσματος.

Δεν έχει επίσης ενορχηστρώσει κανείς κατηγορίες περί «καθηρημένων»¨και «αχειροτονήτων», όπως σημειώνει ο κ. Πανωτής.  Ολίγον πριν το 2018 Πανορθοδόξως αναγνωρίζοντο οι καθαιρέσεις των σχισματικών στην Ουκρανία. 

Πάμπολλοι πιστοί έχουν σκανδαλισθεί με τον θλιβερό κλονισμό της εκκλησιαστικής ενότητας εξ αφορμής του ‘’Ουκρανικού’’ ζητήματος και η απροθυμία σύγκλησης Πανορθόδοξης Συνόδου οξύνει το πρόβλημα, χωρίς να αποκλείονται και πιο δυσάρεστες συνέπειες. 

Θα αρκεστούν στην Εκκλησιαστική διάσπαση, ελπίζοντας ότι σταδιακά θα επικυρωθεί η Αυτοκεφαλία από τις υπόλοιπες Εκκλησίες;  Η Εκκλησία θα αποφασίσει για το ζήτημα της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία. Το ‘’ουχ ενός είναι τούτο Πατριάρχου (ει μη τη Παλαιά Ρώμη επανακολουθείν έγνωκεν η Νέα) αλλά Συνόδου και Συνόδου Οικουμενικής (των Ορθοδόξων δηλαδή)’’, που έγραφε ο Άγιος Μελέτιος Α΄ ο Πηγάς στον Οικουμενικό Πατριάρχη   Ιερεμία Β΄, ας γίνει αφορμή για Συνοδική επίλυση του προβλήματος.

*‘’Τα δύο άκρα’’,  Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος.

Το προνόμιον εκχωρήσεως Αυτοκεφάλου, το πρώτον δώρον εις τον Πάπαν

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_______________________

Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ‘’vimaorthodoxias.gr’’ (21/2/2021), το οποίο τιτλοφορείται ‘’Ιεράρχης του Φαναρίου : Οι Ορθόδοξοι δεν έχουν πρόβλημα να αναγνωρίσουν το πρωτείο της Ρώμης’’, σημειώνονται μεταξύ άλλων τα εξής : ‘’Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωβ Γέτσα στο συνέδριο, που ήταν αφιερωμένο στο διάλογο Ορθοδόξων, δήλωσε ότι το πρόβλημα δεν είναι το πρωτείο του Πάπα, αλλά το πώς θα εφαρμόζεται αυτό το πρωτείο’’.

Είναι απορίας άξιο το γιατί και κάποιοι από αυτούς που επέλεξαν τη μονομέρεια στο λεγόμενο ‘’Ουκρανικό ζήτημα’’, διαμαρτύρονται γι’ αυτό.  Τόσα δώρα έχουν προσφέρει  στον Παπισμό με τις παρερμηνείες και τα ανυπόστατα που πρόβαλαν για να προσδώσουν εξουσιαστικότητα στα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου, τώρα γιατί διαμαρτύρονται;   Μήπως ανασκευάζουν αλλοτρόπως την εμμονή τους;

Ο Πάπας  θα έχει το δικαίωμα επέμβασης σε άλλες  κατά τόπους Εκκλησίες όταν του το ζητούν.  Αυτό εξήραν ενθουσιαστικά.  Πάντοτε ο Πάπας θα συμμετέχει στις αποφάσεις όλων των ζητημάτων και θα ρυθμίζει όλα τα θέματα της Εκκλησίας, επειδή θα έχει τα πρωτεία τιμής.  Αυτό εκθείασαν.  Και με ποια αιτιολογία;  Επειδή πάντοτε πρέπει να υπάρχει κάποια ‘’ανωτέρα αρχή’’. Αυτό επιδοκίμασαν.  Πάντοτε θα συμμετάσχει στις αποφάσεις όλων των ζητημάτων και θα ρυθμίζει όλα τα θέματα της Εκκλησίας, επειδή θα έχει τα πρωτεία τιμής’’. Πάντοτε κάποιος θα υπάρχει πάνω από όλους και θα ρυθμίζει τα εκκλησιαστικά θέματα.  Αυτό ενθουσιαστικά επιδοκίμασαν.  

Αφού καθόλου δεν έχουν αναφερθεί στον Πάπα, πως συμβαίνει να έχουν προβάλει κάτι τέτοιο;  Έχουν επιδοκιμάσει αυτό ‘’έθος’’, στην προσπάθειά τους να προσδώσουν εξουσιαστικότητα στα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου, εξ αφορμής του ‘’Ουκρανικού’’.

Να θυμίσουμε τους επαίνους για το πρόσφατο άρθρο του Ιερομονάχου Νικήτα Παντοκρατορινού, που καθ’ υπερβολήν εκθείασαν οι επιλέξαντες τη μονομέρεια στο ‘’Ουκρανικό’’, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο ‘’Φως Φαναρίου’’ και τιτλοφορείται ‘’Η αδελφική συνάντηση στο Αμμάν και η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας’’ (3/6/2020).  Αναφέρει λοιπόν μεταξύ άλλων ο π. Νικήτας τα εξής : ‘’Στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας βλέπουμε ποιος ήταν ο ρόλος του Πάπα Ρώμης (προ του σχίσματος).  Επενέβαινε δυναμικά στις υποθέσεις άλλων τοπικών Εκκλησιών, ακόμα και της Κωνσταντινουπόλεως.  Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βλέπουμε στον βίο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπου ο Πάπας Ρώμης Άγιος Ιννοκέντιος, έβαλε επιτίμιο στον αυτοκράτορα, αλλά και σε όποιον κληρικό θα μεταδώσει την Θεία Κοινωνία σε αυτόν.  Δηλαδή σε κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως κυρίως, αλλά και γενικότερα σε όλους τους κληρικούς όλων των Πατριαρχείων που θα έκαναν κάτι τέτοιο.  Αλλά και σε βίους άλλων Αγίων βλέπουμε τις επεμβάσεις του Πάπα Ρώμης (που είχε τα πρωτεία τιμής), σε άλλες κατά τόπους Εκκλησίες όταν του το ζητούσαν.  Πάντοτε συμμετείχε στις αποφάσεις όλων των ζητημάτων και ρύθμιζε όλα τα θέματα της Εκκλησίας επειδή είχε τα πρωτεία τιμής.  Αυτά είναι λίγα δείγματα από την αρχαία Εκκλησία, ότι πάντοτε υπήρχε κάποια ανωτέρα αρχή.  Πάντοτε κάποιος ήταν πάνω από όλους και ρύθμιζε τα εκκλησιαστικά θέματα.  Ως πρώτος μεταξύ ίσων’’. 

Για ποιο λόγο τώρα διαμαρτύρονται; Όταν αυτά ελέγοντο για να προσδώσουν εξουσιαστικότητα στα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου, αυτά επιβράβευαν. Όλα τα αναφερόμενα ‘’προνόμια’’ από τον π. Νικήτα, ήταν γι’ αυτούς ‘’ακίνδυνα’’, καθότι  ‘’πλούτιζαν’’ τα επιχειρήματά τους και ως εκ τούτου μπορούσαν να αποδοθούν στον Οικουμενικό Πατριάρχη, αφού τώρα ‘’δεν έχομε Πάπα’’.  Με το συνήθη γι’ αυτούς νικητήριο τρόπο τα πρόβαλαν εκθειάζοντάς τα.  Δεν κατάλαβαν ότι όλα τούτα   ‘’μετακυλίονται’’ και πάλι στον Πάπα μέσω των διαλόγων με τους Παπικούς;

Το πρώτο δώρο στον Πάπα όσον αφορά το καλούμενο ‘’παπικό πρωτείο’’, έχει ήδη δοθεί από τους επιλέξαντες τη μονομέρεια στο ‘’Ουκρανικό’’.  Το προνόμιο της μονομερούς εκχώρησης Αυτοκεφάλου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς τη συναίνεση των άλλων Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, που με τόση σπουδή, παρερμηνείες και ανυπόστατα στήριξαν, τώρα ‘’μετακυλίεται’’ στον Πάπα.  Αυτό αποτελεί και το πρώτο δώρο στον Πάπα από τους επιλέξαντες  τη μονομέρεια στο λεγόμενο ‘’Ουκρανικό ζήτημα’’.  Αυτό κι αν δεν έγινε αντιληπτό, αργά ή γρήγορα θα γίνει. 

Τι κι αν τονίζει ο Άγιος Μελέτιος Α΄ ο Πηγάς, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας στην επιστολή του προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β΄, το ‘’ουχ ενός είναι τούτο Πατριάρχου (ει μη τη Παλαιά Ρώμη επανακολουθείν έγνωκεν η Νέα), αλλά Συνόδου και Συνόδου Οικουμενικής (των Ορθοδόξων δηλαδή)’’*.

Η διαμαρτυρία αυτή του Αγίου Μελετίου, ως γνωστό έγινε αφορμή να συγκληθεί στην Κωνσταντινούπολη Πανορθόδοξη Σύνοδος το έτος 1593μ.Χ.  ‘’Δια της επιστολής ταύτης ετίθετο επί της Κανονικής αυτού βάσεως το θέμα της ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου και της ανυψώσεως Μητροπόλεως τινός εις Πατριαρχικήν αξίαν, γεγονός ενέχον μεγάλην σημασίαν δια την πορείαν της Εκκλησίας», σημειώνει ο μ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος στη μελέτη του που τιτλοφορείται ‘’Μελέτιος ο Πηγάς – Κεφάλαιον Γ΄ : Ο Μελέτιος ως Πατριάρχης Αλεξανδρειας’’*.   Ο τονισμός ότι απετέλεσε ‘’γεγονός ενέχον μεγάλην σημασίαν δια την πορείαν της Εκκλησίας’’, επεξηγεί αυτό που επιμένουν να μην καταλαβαίνουν.

Οι επιλέξαντες  τη μονομέρεια στο λεγόμενο ‘’Ουκρανικό ζήτημα’’, επέμεναν και επιμένουν στο  ‘’ενός είναι τούτο Πατριάρχου’’.  Ποιο είναι το κέρδος από την επιμονή τους αυτή;  Ο λυπηρός κλονισμός της εκκλησιαστικής ενότητας που ακολούθησε, ο οποίος ήταν εκ των προτέρων γνωστός, καθώς και το ότι η εξουσιαστικότητα την οποίαν προσέδωσαν στα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου, με παρερμηνείες και ανυπόστατα, αποτελούν ‘’εν δυνάμει’’ δώρα στον Παπισμό.

Δεν ήθελαν να είναι τούτο έργο ‘’Συνόδου και Συνόδου Οικουμενικής (των Ορθοδόξων δηλαδή)’’, που τόνισε ο Άγιος Μελέτιος και τώρα που το ‘’ενός είναι τούτο Πατριάρχου’’ στο οποίο εμμένουν, θα ‘’μετακυληθεί’’ στον ‘’ένα Πάπα’’ δια των διαλόγων και έτσι θα αντιληφθούν την εμμονή τους.  

Περί ποιών ιστορικοκανονικών αξιώσεων μπορεί κανείς να ομιλεί κανείς, εκθειάζοντας το προαναφερθέν κείμενο του π. Νικήτα;  Το γεγονός ότι προς χάρη της ενότητας παρετηρείτο η ανοχή από την Εκκλησία για την εξουσιαστική στάση Παπών, αυτό ποσώς δεν αποτελεί ιστορικοκανονικό προηγούμενο.  ‘’Ηνείχετο η Εκκλησία τον Παπισμόν’’ τονίζει ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ‘’και θα τον ηνείχετο και άλλο ακόμη, εάν ο Παπισμός δεν απέκοπτε μόνος του τον εαυτόν του από την Εκκλησία’’**  Το ‘’ηνείχετο’’, σαφέστατα δεν αφήνει περιθώρια ιστορικοκανονικού ‘’προηγούμενου’’.

Γιατί διαμαρτύρονται για τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Ιώβ και αυτοί που βιάστηκαν και πάλι να ομιλήσουν περί ολοκληρωμένης μελέτης για το κείμενο του π. Νικήτα, αλλά και τόσων άλλων παρερμηνειών που ‘’διατρανώνουν’’ εξουσιαστική υπεροχή στα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου;  Δεν αναλογίστηκαν  την ‘’προέκταση’’ της διαπίστωσης τους αυτής, την οποία εξήραν για την ιστορικοκανονικότητά της; 

Σκέφτηκαν άραγε, ότι αν οι Παπικοί στους διαλόγους προβάλουν τέτοια αξίωση (που ήδη προβάλλουν), τη σημασία της διαπίστωσης αυτής;  Μια ματιά να ρίξει κανείς στις κατηχήσεις του Παπισμού που καταγράφουν τις πρωτειακές αξιώσεις των και θα προβληματιστεί.  Δεν αντιλαμβάνονται ότι όλα τούτα ‘’μετακυλίονται’’ και πάλι στον Πάπα μέσω των διαλόγων με τους Παπικούς;

*www.myriobiblos.gr ‘’Μελέτιος ο Πηγάς – Κεφάλαιον Γ΄ : Ο Μελέτιος ως Πατριάρχης Αλεξανδρειας’’

**‘’Τα δύο άκρα’’,  Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος.

Δεν είναι ‘’παιδαριώδης’’ η ανασκευή των στρεβλώσεων της Δήλωσης του Τορόντο

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στη Romfea.gr (6/2/2021), το οποίο τιτλοφορείται «Αβύδου Κύριλλος : ‘’Μερικές παρατηρήσεις στις απόψεις του κ. Ιλαρίωνα’’», παρατίθεται επιστολιμαίο κείμενο του Θεοφιλεστάτου Αβύδου Κυρίλλου (νυν Σεβασμιωτάτου Κρήνης)  προς το Εκκλησιαστικό πρακτορείο ειδήσεων Romfea.gr με τίτλο ‘’Σχολιασμός συνέντευξης του Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίωνα’’, μεταξύ άλλων αναφέρεται και στην θεολογική κριτική των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης, την οποία χαρακτηρίζει ‘’παιδαριώδη’’.     

Σε άλλο κείμενο του Θεοφιλεστάτου Αβύδου Κυρίλλου (νυν Σεβασμιωτάτου Κρήνης), που τιτλοφορείται ‘’Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης : Νέα Εκκλησιολογία ή Πιστότητα στην Παράδοση;’’ (Romfea.gr, 4/7/2017), ιδιαιτέρως και εκτενώς αναφέρεται στη Σύνοδο της Κρήτης, μιας Συνόδου που καθ’ υπερβολή μπορεί να σεμνύνεται κανείς για τη δημοκρατικότητά της, με τις απαράδεκτες ‘’αντ’ αυτού’’ υπογραφές, οι οποίες αφαιρούσαν ακόμα και το δικαίωμα της άτυπης υπογραφής.  Στο κείμενο αυτό ο νυν Σεβασμιώτατος Κρήνης, αναφέρεται και στις κληθείσες ‘’εκκλησιολογικές προϋποθέσεις’’ της ‘’Δήλωσης του Τορόντο’’, την ανασκευή των οποίων θεωρεί  αποτέλεσμα παρερμηνείας.

Στην προλογική αναφορά της ‘’Δήλωσης του Τορόντο’’, σχετικά με τη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε., επισημαίνεται ότι ‘’δεν σχετικοποιεί τις εκκλησιολογικές αντιλήψεις των μελών του’’.  Ενώ στην προλογική αναφορά σημειώνεται ότι το (Π.Σ.Ε.), δεν πρέπει να γίνει ποτέ υπερ-εκκλησία, πιο κάτω σε καλούμενη ‘’εκκλησιολογική προϋπόθεση’’ τονίζεται ότι, «οι εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος  μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι περιεκτικότερο από το να αποτελεί  μέλος της ίδιας του της εκκλησίας»*. 

Κατ’ ουσία η καλούμενη αυτή ‘’εκκλησιολογική προϋπόθεση’’, όχι μόνο σχετικοποιεί την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων, αλλά και την αναιρεί με ένα περίεργο τρόπο, καθότι  υποδεικνύει καθοδηγητικά με τον τονισμό ‘’περιεκτικότερο’’  (more inclusive), σε ποια Εκκλησία έχει μεγαλύτερη σημασία να αποτελούμε μέλη.  Υπογράφοντας μια τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ότι δεν έχει τόση σημασία να ανήκομε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά είναι περιεκτικότερο να ανήκουμε στην Εκκλησία του Χριστού, λες και η Εκκλησία του Χριστού είναι άλλη από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αναιρεί ή δεν αναιρεί η προϋπόθεση – παραδοχή, την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων;

Το ότι αυτή η προϋπόθεση έρχεται σε αντίθεση με την προλογική αναφορά είναι ολοφάνερο. Αυτό που επισημαίνεται με το «περιεκτικότερο» (more inclusive), σαφέστατα υποβαθμίζει το γεγονός να ανήκεις στην ίδια σου την εκκλησία.  Μπορούμε με τέτοια καθοδηγητική υπόδειξη να ομιλούμε για ανασκευή που οφείλεται σε παρερμηνεία ή έστω παρεξήγηση; 

Αυτομάτως με την παραδοχή της προϋπόθεσης αυτής ως Ορθόδοξοι παραδεχόμαστε, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού. Η προλογική αναφορά ότι,  η κάθε ‘’εκκλησία – ομολογία’’ μπορεί να έχει τη δική της εκκλησιολογική θεώρηση, δεν αναιρείται ή τουλάχιστον δεν σχετικοποιείται με αυτή την προϋπόθεση;

Στην παράγραφο 5 της ‘’Δήλωσης του Τορόντο’’ σημειώνεται ότι, «οι εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε.  αναγνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες στοιχεία της αληθούς εκκλησίας*».  Για ποια αναγνώριση στοιχείων αληθούς εκκλησίας μπορούμε να ομιλούμε αναφερόμενοι στις συγκροτημένες αιρετικές κοινότητες  του Π.Σ.Ε.;  Πότε η Εκκλησία ή κάποιος Άγιος της Εκκλησίας μας, αναγνώρισε στοιχεία αληθούς εκκλησίας σε συγκροτημένες αιρετικές κοινότητες που αυτοαποκαλούνται ‘’εκκλησίες’’;

Μπορούμε για παράδειγμα να αναγνωρίσουμε στοιχεία αληθούς εκκλησίας στις συγκροτημένες αιρετικές κοινότητες  του Π.Σ.Ε.,  των Μεννονιτών, των Μεθοδιστών, των Πεντηκοστιανών, των Πρεσβυτεριανών, των ποικίλων αιρετικών κοινοτήτων της Μεταρρύθμισης, των ‘’Βαπτιστών’’ κλπ; 

Μπορούμε επίσης ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί να ισχυριστούμε ότι η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού οικοδομείται από τις ‘’πνευματικές’’ σχέσεις που εισέρχονται οι ‘’εκκλησίες-μέλη’’ του Π.Σ.Ε. και ως εκ τούτου ανακαινίζεται η ζωή των ‘’εκκλησιών-μελών’’ του;  Κι όμως στην παράγραφο 8 της «Δήλωσης του Τορόντο», αναφέρεται σαφέστατα, ότι «οι εκκλησίες-μέλη εισέρχονται σε πνευματικές σχέσεις για να οικοδομηθεί το Σώμα του Χριστού και να ανακαινισθεί η ζωή των εκκλησιών»*.  Πότε στην ιστορία της Εκκλησίας έχει ειπωθεί τέτοιος λόγος;  Θα μπορούσε ποτέ κανείς εκ των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, να δεχθεί ότι το Σώμα του Χριστού θα οικοδομηθεί από τις πνευματικές σχέσεις με συγκροτημένες αιρετικές κοινότητες; 

Το εκκλησιολογικό άτοπο των εκκλησιολογικών αυτών στρεβλώσεων είναι ολοφάνερο.  Οι λεγόμενες ‘’εκκλησιολογικές προϋποθέσεις’’, αποτελούν το καταστάλαγμα του συγκρητιστικού συνονθυλεύματος του Π.Σ.Ε., και σκοπό είχαν να καταγράψουν προϋποθέσεις που υπηρετούν τη  συγκρητιστική ‘’συνύπαρξη’’ εντός αυτού. Ποια η χρεία συνοδικής κατοχύρωσης τέτοιων προϋποθέσεων, που αναμφίβολα αποτελούν ‘’εκκλησιολογικές στρεβλώσεις’’;

*«Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη)

Ο Άγιος Ευτύχιος, ένας εξορισμένος Πατριάρχης χάριν της Πίστεως

agios eutuxios

6 Απριλίου

    Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἐγεννήθηκε τό ἔτος 512 μ.Χ. καί ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α´ τοῦ Μεγάλου[1].

    Καταγόταν ἀπό τήν πόλη Θεία Κώμη τῆς Φρυγίας[2] καί ἦταν υἱός τοῦ Ἀλεξάνδρου, σχολαρίου ὑπό τόν στρατηγό Βελισσάριο, καί τῆς Συνεσίας. Ἐδιδάχθηκε τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί ἐβαπτίσθηκε Χριστιανός ἀπό τόν ἱερέα Ἡσύχιο, ὁ ὁποῖος ἦταν παπποῦς του καί ἐλειτουργοῦσε στήν Ἐκκλησία τῆς Αὐγουστοπόλεως.

    Σύμφωνα μέ τό Συναξάρι ὁ Ἡσύχιος εἶχε τό ὀφφίκο τοῦ σκευοφύλακος καί λόγῳ τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου του εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας. 

    Ὁ Ἅγιος ἐχειροθετήθηκε ἀναγνώστης ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Ἀμασείας στό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Οὐρβικίου. Στή συνέχεια χειροτονεῖται διάκονος καί πρεσβύτερος καί εἰσέρχεται σέ μονή τῆς Ἀμασείας πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς Μελέτιο καί Σέλευκο, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀνεδείχθη καί ἡγούμενος. 

    Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν δέν ἦσαν εἰρηνικά γιά τήν Ἐκκλησία λόγῳ τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν πού ἐδίδασκαν νέοι Ὠριγενιστές καί κρυπτομονοφυσίτες.

     Οἱ ἔριδες τῶν μοναχῶν τῆς Παλαιστίνης περί τοῦ Ὠριγένους ἀποτελοῦν τήν τρίτη καί τελευταία φάση τῶν ὠριγενιστικῶν ἐρίδων.

     Προοίμιο αὐτῶν ὑπῆρξε ἡ διάσταση λογίων μοναχῶν τῆς Μεγάλης Λαύρας πρός τήν ἡγούμενο αὐτῆς, τόν Ὅσιο Σάββα τόν Ἡγιασμένο, κατά τό ἔτος 507 μ.Χ., πού ἔφυγαν ἀπό τή Λαύρα καί ἵδρυσαν, περί τό 514 μ.Χ., τή Νέα Λαύρα, ἡ ὁποία κατέστη κέντρο τοῦ ὠριγενισμοῦ.

    Οἱ ἀντιωριγενιστές μοναχοί ἔκαναν ἔκκληση πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, γιά νά καταδικάσει τόν Ὠριγένη. Τήν αἴτηση αὐτή ὑπεστήριξε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς.    

     Ἔτσι, τό ἔτος 543 μ.Χ., συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶ, μέ σκοπό τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν.

     Διά διατάγματος, πού ἐκδόθηκε τό ἔτος 543 μ.Χ., ὁ Ἰουστινιανός ἐστράφη κατά τῶν αἱρετικῶν. Κατεδίκασε τίς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένους, ἐθεώρησε τά συγγράμματα αὐτοῦ κακόδοξα καί κατεδίκασε καί αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Ὠριγένους.

      Διά τρίτου διατάγματος, ὁ Ἰουστινιανός, τό ἔτος 544 μ.Χ. κατεδίκασε τά «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή: α) τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας καί τά αἱρετικά του συγγράμματα, β) τά κατά τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὑπέρ τοῦ Νεστορίου συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, καί γ) τήν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρός τόν Πέρση Μάρη. 

     Ὅταν τό ἔτος 552 μ.Χ. ἐκοιμήθηκε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς, ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἦλθε ἀπό τήν Ἀμάσεια στή βασιλεύουσα καί ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

     Οἱ ταραχές ὅμως τῶν αἱρετικῶν συνεχίζονταν καί ἐταλάνιζαν τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ε´ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 553 μ.Χ., ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου, ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου καί προέβη στήν καταδίκη τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων»[3].

     Ὁ σκοπός τῆς καταδίκης τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» δέν ἐπετεύχθη, διότι οἱ μονοφυσίτες ἐνέμεναν στήν ἀπόσχιση καί στίς αἱρετικές δοξασίες τους. Ἕνεκα τούτου ὁ Ἰουστινιανός ἐξέδωσε τό ἔτος 564 μ.Χ. διάταγμα, διά τοῦ ὁποίου ἐπέβαλε τόν ἀφθαρτοδοκητισμό. Ἡ διδασκαλία αὐτή εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τόν καταφυγόντα στήν Αἴγυπτο μονοφυσίτη Ἐπίσκοπο Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανό. Συγκεκριμένα, ὁ Ἰουλιανός ἐδίδασκε ὅτι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἤδη ἀπό τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως Αὐτοῦ ἀπηλλάγη τῆς φθορᾶς καί ἑπομένως τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν (πείνας δίψας, καμάτου, ἱδρῶτος, δακρύων κτλ. (τῶν λεγομένων «ἀδιαβλήτων παθῶν») καί μόνο «κατ’ οἰκονομίαν» καί «κατά χάριν» ἐφαινόταν ὑποκείμενο σέ αὐτά.

     Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος καί οἱ λοιποί Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνθηκε, δέν ἐδέχθησαν τό δυσσεβές διάταγμα. Γιά τό λόγο αὐτό ὁ Ἅγιος, τό ἔτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο ὑπό Συνόδου ἐρήμην, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά παρουσιασθεῖ, καί ἐξορίσθηκε ἀρχικά στήν Πρίγκηπο. Στό Συναξάρι του ἀναφέρεται, ὅτι μετά κατέφυγε σέ μοναστήρι τῆς Ἀμασείας στό ὁποῖο ἐζοῦσε ἀσκητικά καί ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἐπιτελεῖ θαύματα.

     Μετά δώδεκα χρόνια ἐξορίας, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος ὁ Β´, τό 577 μ.Χ., ἀποθανόντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου τοῦ Γ´, ἐπανέφερε μέ τιμή καί δόξα τόν Ἅγιο στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχεία του ὁ Ἅγιος μέ τήν προσευχή του ἔσωσε τό λαό πού μαστιζόταν ἀπό θανατηφόρα ἐπιδημία. Τό ὀρθόδοξο φρόνημά του καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τόν ὁδήγησαν σέ ἀντίθεση πρός τόν ἀποκρισάριο τῆς Ρώμης Γρηγόριο, τόν μετέπειτα Πάπα, λόγῳ τῶν δοξασιῶν του περί ἀναστάσεως σαρκός.

    Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 582 μ.Χ. Τό ἱερό λείψανό του ἐναποτέθηκε στό θυσιαστήριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τήν κρηπῖδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπου κατέκειντο καί τά ἱερά λείψανα Ἀνδρέου, Τιμοθέου καί Λουκᾶ τῶν Ἀποστόλων[4].   

    Σώζονται ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου αὐτοῦ «Περί εὐχαριστίας», «Ἐπιστολή πρός Πάπαν Βιγίλιον περί τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» καί «Συνοδική Ἐπιστολή». Τρία ἄλλα ἔργα αὐτοῦ ἐχάθησαν, ἤτοι τό «Περί ἀναστάσεως σαρκός», τό «Κατά Ἀφθαρτοδοκητῶν» καί τό «Κατά τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τό Βίο τοῦ Ἁγίου συνέταξε ὁ  μαθητής του Εὐστράτιος[5].

[1] Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός ἐγεννήθηκε τό 482 μ.Χ., ἀνῆλθε στό θρόνο τό 527 μ.Χ. καί ἀπέθανε τό 565 μ.Χ.

[2] Ἡ περιοχή τῆς Φρυγίας περιελάμβανε τό μεσογειακό τμῆμα τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς μισῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τή νότια ἀκτή τῆς Προποντίδος μέχρι τόν Ἑλλήσποντο.

[3] Ἀπό ὁρισμένους ἐρευνητές θεωρεῖται ὅτι οἱ 15 Κανόνες τῆς Συνόδου καί ἡ ἐπιστολή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ  πρός τή Σύνοδο, 

ὑπό τόν τίτλο «Γράμμα τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ πρός τήν ἁγίαν σύνοδον περί Ὠριγένους καί τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῦ», 

ἔχουν σχέση, ὄχι μέ τήν ΕΟἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά μέ τήν ἐπί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶ Ἐνδημοῦσα Σύνοδο (543 μ.Χ.). 

Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἰουστινιανοῦ, συγκρινόμενη πρός τό διάταγματοῦτο, δεικνύει, ὅτι ἐγράφη ἀργότερα (553 μ.Χ,), βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σελ. 238.

[4] Syn. Eccl. Cp., coll 589-590.

[5] P.G. 86, 2273-2390.

Πηγὴ ἐδῶ.

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως- (Κήρυγμα π. Αθανασίου Μηνά)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

ΚΗΡΥΓΜΑ

π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

   Ἀσπαζόμενοι σήμερα τό πάνσεπτο σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, ἀποδεχόμαστε τήν ἀλήθεια καί πιστεύουμε ὅτι τρόπαιο καί σημαία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Τίμιος Σταυρός, τοῦ ὁποίου τήν προσκύνησιν, ἑορτάζομεν.

Αὐτός ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ καί προτοῦ γίνει τό πρωτότυπο, πολύ δοξάστηκε ἀπό τούς προφῆτες καί τούς πατέρες στήν Π.Διαθήκη, στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή, ἀλλά καί κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, θά προηγεῖται αὐτή ἡ μεγάλη καί φρικτή σημαία, τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ μέ πολλή δύναμη, λαμπρότητα καί δόξα.

Γνωρίζουμε ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, κεφ.5, στίχος 17, ὅτι ἡ σάρκα ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρός τό πνεῦμα καί τό πνεῦμα ἀντίθετα πρός τή σάρκα. Γεννᾶται αἴφνης τό ἐρώτημα: Πῶς τό πνεῦμα μας, τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, ψυχή, νοῦς, λόγος, θά μποροῦσε νά ἁγιασθεῖ καί νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν Χριστό χωρίς τήν προσπάθεια νά καταργηθεῖ ἡ ἁμαρτία καί ἡ ζωή κατά σάρκα; Ἡ ἀπάντηση δίνεται ἀπό τούς Ἁγίους· Λέγουν: « Ἀνανεώνεται ἡ ψυχή μας μέ τήν θεία μέθεξη τῆς ἀγαθότητος καί ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπόκτηση κάθε χριστιανικῆς ἀρετῆς, τῇ δυνάμει τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ».

Γι’ αὐτήν τήν παραπάνω ἀλήθεια πρῶτα ἀπ’ ὅλα μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος Ἰησοῦς: « Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν ».[1] Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀκολουθώντας τόν Χριστόν, κήρυξαν καί κηρύττουν: « δι’ ἐμοῦ κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ ». Δέν εἶναι ἄραγε τοῦτος ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου δείκτης, δάκτυλος Θεοῦ ὅτι ὁ Τίμιος Σταυρός μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἁγία ἀγάπη, τήν σταυρική ἀγάπη τήν Πατρική ἀγάπη καί ἔτσι φυγαδεύεται ντροπιασμένος ὁ διάβολος; Ναί ἀδελφοί μου.

Διότι, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὡς δύναμις Θεοῦ καί σοφία, μᾶς ἐνισχύει τήν θέληση, τήν βούληση, νά σταυρώσουμε τό σαρκικό φρόνημα μαζί μέ τά παθήματα καί τίς ἐπιθυμίες.[2] Ἀπό τήν Π. Διαθήκη ἀκόμη, γνωρίζουμε ὅτι τό μυστήριον τοῦ Σταυροῦ ἐνεργοῦσε στούς προπάτορες καί πατριάρχες πού μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες βγῆκαν δυνατότεροι στήν πίστη, ταπεινότεροι στό  φρόνημα, ἁγιότεροι στό  βίο. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε ἐδῶ τόν πατέρα μας Ἀβραάμ, πού τό ὄνομά του ταυτίστηκε μέ τόν παράδεισο καί  ἔγινε πατέρας πολλῶν ἐθνῶν. Ποιός εἶναι ὁ πρῶτος λόγος πού ἄφησε πρός αὐτόν ὁ Θεός; «Βγές ἀπό τήν γῆ σου καί τή συγγένειά σου καί ἔλα στή γῆ πού θά σοῦ δείξω».[3] Αὐτός ὁ λόγος ἀδελφοί μου φέρει μέσα του, τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ· διότι εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν καυχᾶται καί γράφει: « Γιά μένα ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ»[4]. Ταυτίζεται ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Ἀβραάμ ἀπό τήν πατρίδα καί τούς κατά σάρκα συγγενεῖς του μέ τήν καύχηση τοῦ Ἀποστόλου:

« Γιά μένα ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ ».

Ἀς ἔλθουμε τώρα καί στόν Μέγα Μωϋσῆ, πού ἡ ἐκκλησία τόν ἀποκαλεῖ θεόπτη : Τί λέει ὁ πρῶτος λόγος τοῦ Θεοῦ;

« Λῦσαι τό ὑπόδημα ἀπό τά πόδια σου ».[5] Αὐτό εἶναι ἄλλο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ πού ἀκολουθεῖ τό προηγούμενο· διότι σημαίνει νά ἀποθέσεις τούς δερματίνους χιτῶνας πού σέ ἐνέδυσε ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραώ, τουτέστιν τήν ἁμαρτία πού ἐνεργεῖ στά μέλη σου καί σέ ἀπομακρύνει ἀπό τήν Ἁγία γῆ. Δηλαδή νά σταυρώσεις τόν ἑαυτό σου γιά τόν κόσμο. « ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ ».

Ἐμεῖς τώρα, σεβαστή γερόντισσα, πού ζοῦμε στήν Καινή Διαθήκη τί νά ποῦμε; Ἄς ἀκούσουμε τούς θεοφόρους πατέρες μας, πού διαχρονικά μᾶς δίδαξαν καί μᾶς διδάσκουν: « Φρόντισε μέ κάθε τρόπο ὥστε ἡ ἐσωτερική σου ἐργασία, νά εἶναι κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί θά νικήσεις καί τά ἐξωτερικά πάθη. Τίποτα νά μή γίνεται χωρίς τήν γνώση, ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι παρών, πανταχοῦ καί πάντοτε. Μιά ζωή γιά μιά στιγμή. Μιά στιγμή γιά μιά αἰωνιότητα ».

Μέ τήν συνείδηση ἐν ἐγρηγόρσει ἐν Πεύματι Ἁγίῳ, μέρα καί νύχτα, ἄς εἶναι τό καύχημά μας ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. Ἐξάλλου, ἀψευδής βεβαιότητα εἶναι αὐτό πού αἰσθανόμαστε κατά τήν διάρκεια τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα. Ὄχι μόνον λύνονται τά ὅποια προβλήματα, μέ τήν ὑπακοή, ἀλλά ἐπιπλέον νιώθουμε ἀνάπαυση καί εἰρήνη, ὑγεία στήν ψυχή καί στό σῶμα, δῶρα οὐράνια μέσῳ τῆς καταλλαγῆς. Ὄντως μέγα τό μυστήριον.

Δηλωτική ἐπίσης τῆς δύναμης τοῦ μυστηρίου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, εἶναι καί ἡ σημασία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ὅπου ἔλεγε: « Ὅποιος δέν παίρνει τόν σταυρό του, γιά νά μέ ἀκολουθήσει δέν εἶναι ἄξιός μου ».[6] Γνωρίζουμε τό φοβερό γεγονός πού συνέβη ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, τόν παρακαλοῦσε νά ἀποφύγει ὁ Ἰησοῦς τόν Σταυρό, τό μαρτύριο. Τότε ὁ Κύριος τόν ἐπετίμησε σφόδρα καί τόνισε μέ νόημα: « Ὅποιος θέλει νά σώσει τήν ψυχή του ζώντας κοσμικά, θά τήν χάσει, ὅποιος ὅμως χάσει τήν ψυχή του, ἐξαιτίας μου καί τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτός θά τήν σώσει». Σαφήνεια καί ἀκρίβεια ὁ λόγος Του, δέν ἐπιδέχεται παρερμηνεῖες.

Ἑπομένως ἀγαπητοί μου τό νά σταυρώσει κανείς τήν σάρκα μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες, τό νά καταστεῖ ἀδρανής σέ κάθε τί πού δέν ἀρέσει στόν Θεό, αὐτός εἶναι ἐφ’ ὅρου ζωῆς, ὁ στόχος. Ὁ  ἄνθρωπος ὀφείλει εἰς τέλος νά ἀγωνίζεται, ὥστε νά ἀνεβάζει πάντοτε τό σῶμα καί τήν ψυχή στό ὕψος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Αὐτός εἶναι ὁ τελικός σκοπός.

Ἐμεῖς σήμερα, ἀδελφοί μου, προσκυνοῦμε τό Τίμιο Ξύλο καί κηρύσσομε , Χριστόν Ἐσταυρωμένον, πού εἶναι γιά τούς Ἰουδαίους σκάνδαλο καί στούς εἰδωλολάτρες – παγανιστές, μωρία. Ἀντίθετα σέ μᾶς, τούς προσκεκλημένους φίλους καί ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ, ὁπωσδήποτε Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία.[7] Ἀναμένοντας μέ ἐλπίδα τήν μέλλουσα παρουσία καί ἐπιφάνεια τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου μέ πολλή δύναμη καί δόξα, πιστεύουμε ἀκραδάντως, ὅτι τήν φοβερά ἐκεινη ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά προηγηθεῖ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τό φοβερό καί φριχτό.

Ὁ γλυκύς μας Σωτήρας Ἰησοῦς, γεύθηκε τόν πόνο καί τήν πικρία τοῦ Σταυροῦ καί τό πανάχραντο σῶμα Του κατέστη μιά πληγή γιά νά γιατρέψει τό πληγωμένο πλάσμα του, τόν ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ-παγγενῆ. Ὅταν λοιπόν εἶναι καιρός εἰρήνης κατά τήν εὐσέβεια, ὁ ὀρθόδοξος πιστός νεκρώνοντας μέ τήν ἀρετή, τά πονηρά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες, σηκώνοντας τόν Σταυρό του, ἀκολουθεῖ τόν Κύριο. Ὅταν ὅμως εἶναι καιρός διωγμοῦ, περιφρονώντας τή ζωή του καί δίνοντας τήν ψυχή του ὑπέρ τῆς εὐσεβείας, σηκώνει τόν Σταυρό καί, ὡς ὁμολογητής ἀμετακίνητα, ἀκολουθεῖ ἐπάξια τόν Ἰησοῦν κληρονομώντας σύν Αὐτῷ τήν αἰώνιον ζωήν μή φειδόμενος κόπων καί θυσιῶν.

Ἀδελφοί μου, γνωρίζουμε ἀπό τούς ἁγίους πατέρες μας, ὅτι ὁ διάβολος μπορεῖ νά λάβει κατά φαντασία, πολλές μορφές καί εἰκόνες καί νά κάνει τέρατα καί σημεῖα γιά νά μᾶς ξεγελάσει, εἰ δυνατόν. Ἀλλά ποτέ δέν μπορεῖ νά προσλάβει τήν μορφήν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἐγγύηση, ἀλλά καί ἡ μόνη ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἀντίχριστος καί τά ὄργανά του, οἱ σημερινοί, ἀλλά καί οἱ αὐριανοί διῶκτες τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως δέν μποροῦν ποτέ νά μᾶς ξεγελάσουν  διότι φρίττουν καί τρέμουν τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ, ὁ ὁποῖος διαλύει κάθε πλάνη, κάθε πειρασμό, καθετί τό πονηρό. Ἀποκαλύπτεται ἔτσι ἡ κακία του ἀλλά καί ἡ ἀδυναμία του· ἐπιπλέον, οἱ ἐν λόγῳ διῶκτες δέν δύνανται νά κτυπήσουν καί νά καταστρέψουν τήν ἁγίαν ὀρθόδοξον ἐκκλησία, οὔτε ὡς ἄνθρωποι, ἀλλά οὔτε καί ὡς δαίμονες, ποτέ, ποτέ, ποτέ !!!

Αὐτοί θά χαθοῦν καί θά ὁδηγηθοῦν στήν αἰωνία ἀπώλεια, ἡττημένοι. Ἀντίθετα ὁ Τίμιος Σταυρός καί ἡ ἁγία ὀρθόδοξος ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διά τῶν φριχτῶν παθῶν καί τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως μένουν στόν αἰώνα.

Εὐλογημένη ἡ συνέχεια τῆς νηστείας μας, εὐλογημένο τό στάδιο τῶν ἀρετῶν, καλή καί λαμπροφόρα Ἀνάσταση. Ἀμήν.    


[1] ( Ἰωάν.δ’, 21—29)

[2] « …οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις». (Γαλ. ε΄,24)

[3]( Γένεσις, ιβ΄,1)

[4] « ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μή ἐν τῶ σταυρῶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῶ κόσμῳ ».(Γαλ.στ΄, 14)

[5] (Ἔξοδος,γ΄,5)

[6] Ματθ.,ι΄,38

[7] Ἀ’ Κορ.1,23

Αι ολίγαι πλουτούσαι Ιεραί Μοναί αρωγοί εις ενορίας που πένονται

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Οι εξαιρετικά δύσκολες μέρες λόγω κορωνοϊού και για το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος του λαού, συνεπακόλουθα δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα και στις περισσότερες ενορίες.  Το μεγάλο πρόβλημα της ταμειακής ρευστότητας μαζί με την ιδιόμορφη ανεργία λόγω καραντίνας, έχουν διαλύσει οικονομικώς τα περισσότερα νοικοκυριά.  Φυσικό επακόλουθο είναι και οι ενορίες να αντιμετωπίζουν υπερβολικές οικονομικές δυσκολίες.

Πρόσφατα είδαμε να καταγράφεται σε διαδικτυακούς ιστότοπους εκκλησιαστικών ειδήσεων, η αγωνία ενοριών αναφορικά με τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν λόγω των ακραίων μέτρων που έχουν επιβληθεί στις ενορίες εξ αφορμής του κορωνοϊού.  Το οικονομικό πρόβλημα αρκετών ενοριών είναι τεράστιο.

Αυτό που Άγιος Μάξιμος ο Γραικός αναφέρει ασκών κριτική για τη μεγάλη κατοχή γης από Ιερές Μονές, θα μπορούσε αναμφίβολα να ειπωθεί και για τον χρηματικό πλούτο.  Στις μέρες μας η αναφορά του Αγίου Μαξίμου του Γραικού για τη γαιοκτησία Ιερών Μονών, καθίσταται ακόμα πιο σημαντική και επίκαιρη.

Είναι ευκολότερο για τις ολίγιστες Ιερές Μονές με μεγάλο χρηματικό πλούτο, να δωρίσουν ικανό μέρος αυτού στην Εκκλησία, από εκείνες που η περιουσία τους αφορά ιδιαιτέρως μεγάλη γαιοκτησία. Η ευχέρεια της ταμειακής ρευστότητας είναι που παρέχει τη μεγάλη δυνατότητα να δοθεί ικανό μέρος του πλούτου στην Εκκλησία.  Η ευκολία αυτή καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη, αν ο πλούτος είναι αποτέλεσμα μεγαλοδωρεών.  Ακολούθως η Εκκλησία, μπορεί να διαχειριστεί το θέμα συνοδικώς, για να βοηθηθούν ισόρροπα οι ενορίες που αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα.  Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, το ζήτημα της κατοχής μεγάλου πλούτου από ελάχιστες  Ιερές Μονές, απαιτεί τον εκκλησιαστικό τρόπο επίλυσής του. 

Ποια η χρεία να κατέχεται τόσος πλούτος από  Ιερές Μονές, τη στιγμή που ενορίες Ιερών Μητροπόλεων πένονται;  Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός, ότι δίνονται δωρεές φιλανθρωπίας από  τις ολίγιστες αυτές Ιερές Μονές που πιθανόν να κατέχουν εξαιρετικά μεγάλο χρηματικό πλούτο. 

Το να δίδονται φιλανθρωπίες σε Ιερές Μητροπόλεις κατά το δοκούν,  δεν αποτελεί την ουσιαστική άβλυνση του προβλήματος, καθότι δεν μπορεί να αποτελέσει η ενέργεια αυτή ισόρροπη διαχείριση του πολύ μεγάλου οικονομικού προβλήματος των ενοριών.  Δεν συντρέχει κανείς λόγος να κατέχεται μεγάλος πλούτος από ολίγιστες Ιερές Μονές, τη στιγμή μάλιστα που ενορίες πένονται. 

Που είναι το ‘’είχον άπαντα κοινά’’ που αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, το οποίο την απαρχή είχε στον τρόπο που δίδαξε ο Χριστός με τους δώδεκα μαθητές του;   ‘’Πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά’’ (Πραξ. 2,44), αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων, καθώς και το ότι ‘’τα κτήματα και τας υπάρξεις επίπρασκον και διεμέριζον αυτά πάσι καθότι αν τις χρείαν είχε’’ (Πραξ. 2,45).  Αυτό το κάλλος του ‘’είχον άπαντα κοινά’’, θα δώσει τη λύση του εξαιρετικά μεγάλου οικονομικού προβλήματος των ενοριών.  Δεν είναι δίκαιο, ενορίες Ιερών Μητροπόλεων να πένονται και πιθανότατα ανισομερώς μεγάλος πλούτος να κατέχεται από ελάχιστες Ιερές Μονές.  Ας παραδοθεί λοιπόν ικανό μέρος του πλούτου των στην Εκκλησία, για να επιτευχθεί η ισόρροπη εκκλησιαστική διαχείριση του προβλήματος.  Τοιουτοτρόπως θα αποφευχθεί και άλλη χροιά των δωρεών αυτών, που έστω και ακουσίως λαμβάνουν.

Αυτό φυσικά δεν μπορεί να απαιτηθεί ετσιθελικά.  Όπως σε δύσκολες στιγμές του Γένους η Εκκλησία πρωτοστάτησε σε παρόμοια αρωγή, έτσι και στις δύσκολες αυτές μέρες που πολλές ενορίες αντιμετωπίζουν εξαιρετικά μεγάλα οικονομικά προβλήματα και πένονται, οι ολίγιστες αυτές Ιερές Μονές που πιθανότατα κατέχουν πολύ μεγάλο χρηματικό πλούτο, ας δώσουν ικανό μέρος αυτού στην Εκκλησία και συνοδικώς ας αποφασισθεί η ισόρροπη κατανομή του.  Τι τελικά όμως θα γίνει;  Είναι αλήθεια πολύ σκληρό όταν εκ των προτέρων γνωρίζεις την έκβαση μιας τέτοιας παράκλησης.

Αν προσμετρηθεί και το πρόβλημα του σκανδαλισμού των πιστών, για τον πολύ μεγάλο πλούτο που κατέχουν ολίγιστες Ιερές Μονές, καθιστά επιτακτικότερο το δόσιμο ικανού μέρους αυτού στην Εκκλησία. Θα καταγράψω απλά το παράπονο – παρατήρηση ενός απλού ανθρώπου, για να δειχθεί το μέγεθος του προβλήματος του σκανδαλισμού των πιστών. Κατά τον πρώτο εκείνο καιρό της οικονομικής κρίσης και των άδικων μνημονίων, Ηγούμενος μιας τέτοιας Ιεράς Μονής που πιθανότατα κατέχει πολύ μεγάλο χρηματικό πλούτο, αναφέρθηκε στην οικονομική κρίση, τονίζοντας το ‘’στην οικονομική κρίση που μας βρήκε’’.  Αυτές οι τρεις λέξεις ‘’που μας βρήκε’’, έκαναν τον απλό εκείνο άνθρωπο να τις επαναλάβει με ερωτηματικό τρόπο και με κάποιο παράπονο. 

Ο μ. Γέροντας Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης για την περίπτωση Ιεράς Μονής που σκανδάλισε τους πιστούς με τη διαχείριση και επαύξηση του πλούτου της, είπε με το συνηθισμένο απλούστατο ύφος του, ‘’έν έν πράματα τούτα για μοναχούς’’ (δεν είναι πράγματα αυτά για μοναχούς).  

Η σκέψη να γραφεί ένα τέτοιο κείμενο, προσέκρουε στον προβληματισμό της αναδημοσίευσης του κειμένου αυτού και από εκείνους που έχουν εθισθεί σε ύβρεις και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, απρέπεια την οποία συνήθως εγκαταλείπουν για ιδιοτελείς σκοπιμότητες, όπως τούτο είχε συμβεί προς χάριν του ‘’Ουκρανικού‘’ ζητήματος.  Το κείμενο δεν γράφεται για θίξει, αλλά  για να ευαισθητοποιήσει στις δύσκολες αν όχι τραγικές μέρες που αντιμετωπίζουν αρκετές ενορίες, τις ολίγιστες Ιερές Μονές που πιθανότατα κατέχουν πολύ μεγάλο χρηματικό πλούτο, να δωρίσουν ικανό μέρος αυτού στην Εκκλησία, για να επιτευχθεί η ισόρροπη κατανομή του με βάση τις ανάγκες των ενοριών. 

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΚΕΛΛΙΩΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΑΪΟΥ- ΜΑΣΚΕΣ (ΦΙΜΩΤΡΑ) – ΕΛΕΓΧΟΣ (ΤΕΣΤ)

Mount Athos - Άγιον Όρος

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΚΕΛΛΙΩΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ                              Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει

                                                                            10 Φεβρουαρίου 2021 π.ἡμ.

                                                                            Μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου

                                                                    Ἱερομάρτυρος   Χαραλάμπους

Πρὸς τὴν Σεβαστὴν Ἱεράν Κοινότητα  Ἁγίου Ὄρους Ἄθω,

Πανοσιολογιώτατοι, σεβαστοὶ Πατέρες καὶ ἀδελφοί,

     Μὲ πλήρη συνείδηση  τῶν πνευματικῶν μας ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνιζομένους ἀδελφούς προαγόμεθα διὰ τοῦ παρόντος Γράμματος νὰ  ἐκφράσωμεν τὴν ἀγωνία μας διὰ τὰ τεκταινόμενα στὴν ὑφήλιο καὶ, ἰδιαιτέρως, στὴν Πατρίδα μας, ἀφ’ ὅτου ἐνέσκηψεν ἀπό ἔτους καὶ πλέον ὁ διαβόητος κορώνα-ἰός καὶ,  ἐν συνεχείᾳ, τὸ κατ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλόμενον, ‘’ὅσον τάχος’’, ἐμβόλιο  ἐκ μέρους τῶν Κρατικῶν ἐξουσιῶν.  

     Κατὰ τὴν παρελθοῦσα  πρώτη φάση τῆς ὀνομασθείσης ‘’πανδημίας’’ οἱ Ναοὶ ἐσφραγίσθησαν, οἱ κώδωνες τῶν Ἐκκλησιών ἐσίγησαν, οἱ πιστοὶ ἐξωστρακίσθησαν ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ, ‘’ἐπὶ τῷ αὐτῷ’’, Σύναξη, τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὑβρίσθηκε   ἀπὸ  βέβηλα χείλη, οἱ χριστιανοὶ ἀποστερήθηκαν τοῦ Ζωηφόρου Ποτηρίου καὶ τὰ ἱερὰ Σκηνώματα, ἐντὸς τῶν ὁποίων, ἀπό τοὺς χρόνους ἀκόμη τῆς σκιᾶς τοῦ Νόμου,  ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ εἰς τὰ ‘’ἄψυχα’’, δηλαδὴ  στὰ ‘’ὕδατα καὶ τοὺς λίθους  καὶ τοὺς κίονας καὶ τὰ πέπλα  καὶ τὰ σιδήρια’’,  κατὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν Θεσσαλονίκης, μὲ  βαρλααμιτικὴ σκέψη, θεωρήθηκαν ὡς μολυσματικὲς  ἑστίες. 

    Καὶ ὡς μὴ ὤφελε, κατὰ τὴν ἀκολουθήσασαν δευτέρα φάση τῆς ‘’πανδημίας’’, νέα καταιγίδα  ἐνέσκηψε, μὲ τὴν ἐπίμονη  προώθηση τοῦ ἐμβολίου κατὰ τοῦ κορώνα-ἱοῦ στὸν  χριστώνυμον λαὸν τῆς Πατρίδος μας.

      Α. Ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπιστήσουμε τὴν προσοχήν σας,  σὲ δύο καίρια σημεῖα πάνω στὸ ἐμβόλιο, τὰ ὁποῖα θεωροῦμε, ὅτι ἀποτελοῦν καὶ τὸ μέτρον ἐλέγχου τῆς ἀξίας ἢ ἀπαξίας του.

 1. Ἀποτελεῖ κοινὸν καὶ ἀδιαμφισβήτητον τόπον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐργαστηριακή  ἐπεξεργασία καὶ προπαρασκευὴ τοῦ ἐμβολίου,  πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς του στὴν κλινικὴ πράξη, ‘’κυοφορήθηκε’’ σὲ   ἀνθρώπινη ἐμβρυϊκὴ κυτταρικὴ σειρά, ἡ ὁποία προέκυψε  ἀπὸ ἄμβλωση θήλεως ἐμβρύου ἀνθρώπου, δηλαδή ἀπό προμελετηθεῖσα  δολοφονία, ὡς οἰονεὶ θυσία, ποὺ προσφέρθηκε στὸν Μολὼχ  τῆς  ‘’ἐπιστημονικῆς’’ λαγνείας.

      Ἡ χρήση ἐκτρωθέντος ἐμβρύου  μὲ σκοπὸ  τὴν προώθηση ‘’φαρμακευτικῶν’’ ἐν γένει προϊόντων εὑρίσκεται σὲ πλήρη ἀντίθεση πρὸς τὴν εὐθεῖαν τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας (Λουκ.1,31-46) καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ εἰκόνα  τῆς  ἀρρήτου θείας δόξης εὐτελίζεται σὲ  καταναλωτικὸ ‘’ἀγαθό’’  καὶ ὁ ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστροφὴ τοῦ αρχαίου λατίνου κωμωδιογράφου Πλαύτου, γίνεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο λύκος. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψη ἐξέθρεψε ὁ ἑσμός τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ ἀθεϊσμοῦ σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς νὰ ὁμιλεῖ γιὰ ‘’πολιτισμένη ἀνθρωποφαγία τῆς Δύσεως.’’

    Σύμφωνα μὲ τὸν Ὅρον πίστεως τῆς Δ’ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα»  καὶ ὁ Ἴδιος «ὁμοούσιος» μὲ ἡμᾶς κατὰ τὴν «ἀνθρωπότητα» πλὴν ἁμαρτίας. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐν Ἐφέσῳ ἐκδιδασκόμεθα ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος σαρκώθηκε καὶ ἐνανθρώπησε μέσα στὴν ἱστορία  ἐξ αυτῆς τῆς συλλήψεως ἤ, κατὰ τὴν διατύπωση τῆς Στ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, «ἐξ αὐτῆς ἄκρας  τῆς ἐν Παρθένῳ τῇ παναγίᾳ συλλήψεως».

   Μὲ δεδομένο λοιπόν,  ὅτι ὁ ἀϊδίως ὑπάρχων Θεὸς Λόγος,  ἀπὸ τῆς ἰστορικῆς συλλήψεώς Του στὴν θεοδόχο γαστέρα τῆς Παναχράντου Μητρὸς Του,  γίνεται καὶ τέλειος ἄνθρωπος,   ἀπὸ σῶμα καὶ λογικὴ ψυχή, ὁμοίως καὶ κάθε ἄνθρωπος ὑπάρχει ὡς τελεία ὕπαρξη ἀπὸ σῶμα καὶ λογικὴ ψυχή,  ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς προσωπικής, ἐξ ἄκρας συλλήψεώς του, εἰσερχόμενος στὸν ἰστορικὸ χρόνο.

     Μὲ ἁπλὰ λόγια, ὁ Ντοστογιέφσκυ, κορυφαία μορφὴ τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας,  στοὺς ἀδελφοὺς Καραμάζωφ, μιλάει για  τὴν μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὡς θείας εἰκόνας. Στὴν συζήτηση, ποὺ εἶχαν τὰ τρία ἀδέλφια καὶ τέθηκε τὸ ἐρώτημα, ἁν ἡ ἀνθρωπότητα θὰ μποροῦσε  νὰ γίνει εὐτυχισμένη θυσιάζοντας   ἕνα μωρό, ἡ ἀπάντηση ἦλθε ἀπὸ τὸν ἄθεο ἀδελφὸ Ἰβάν μὲ ἕνα ἀδιαπραγμάτευτο ΟΧΙ.

2. Οἱ  ἀρνητικὲς ἐπιπτώσεις τοῦ ἐμβολίου στὴν  ὑγεία τῶν ἀνθρώπων  δὲν φαίνεται νὰ εἶναι καθόλου  εὐκαταφρόνητες   (βλ. Θ’), καθ’ὅσον ἤδη ἡ παγκόσμια κοινότητα ἀπαριθμεῖ θανάτους, μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς πατρίδος μας. Μάλιστα, πλεῖστοι ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας  ταλανίζονται ‘’ἐπὶ κλίνης  ἀσθενείας’’, λόγῳ τῶν σοβαρῶν παρενεργειῶν, οἱ ὁποῖες προέκυψαν καὶ συνεχῶς προκύπτουν  ἀπὸ τὸ ἐμβόλιο αὐτό. 

    Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποτελεῖ μέγεθος στατιστικὸ οὔτε κρίνεται μὲ ὅρους σχολαστικισμοῦ. Ὁ  ὑποτιθέμενος ‘’ἀγαθὸς’’ σκοπὸς τοῦ ἐμβολίου, δηλαδὴ ἡ δημιουργία τείχους ἀνοσίας κατὰ τοῦ ἰοῦ  μὲ θυσία τελείων ἀνθρώπων, ἀφ’ἑνὸς μὲν βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ θείου θελήματος, ἀφ’ἑτέρου δὲ ἐπιφέρει ἀποτελέσματα ἀντίθετα πρὸς τὰ προσδοκώμενα, καθ΄ὅσον  «πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀπολοῦνται’’»(Ματθ.26,52).

   Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἰστορία τῆς ἰατρικῆς ὑπάρχει ἀνεξήγητη σπουδὴ γιὰ ταχύτατη παραγωγὴ καὶ διάθεση τοῦ ἐμβολίου μὲ τεχνική, ἡ ὁποία   ἀποκλίνει τῆς παραδοσιακῆς πρακτικῆς καὶ, μάλιστα, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχει ὑπάρξει ἐπίμονος ἔλεγχος   γιὰ τὴν ἀσφάλεια  τοῦ ἐμβολίου στὸν γενικὸ πληθυσμό. Καὶ, παρ’ὅτι ὑπάρχει ἡ δυνατότητα διαθέσεως ἐμβολίων, πού ‘’στήθηκαν’’ μὲ βάση τὴν κλασσικὴ τεχνική, ἡ ὁποία δὲν ἀπαιτεῖ χρήση  κυττάρων ἀπὸ ἐκτρωθέντα ἔμβρυα, δαιμονικῶς προκρίνονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γιὰ νὰ παραχθοῦν εὐτελίζουν τὴν ἀνθρώπινη ἀξία, προσβάλλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτό ‘’τὴν ἰδιάζουσαν τοῦ Θεοῦ καλλιτέχνησιν’’, τὸν ἄνθρωπον, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης.

Β.Ἡ ἐπιβολὴ χρήσεως- ἢ, ὀρθότερον  καταχρήσεως -προσωπίδας, κοινῶς μάσκας-φίμωτρου, ὡς δῆθεν προστατευτικοῦ ἐνδυματολογικοῦ ἐξαρτήματος ἀπὸ τὸν κορώνα-ἰὸ  στὸ θεοειδὲς πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, πολλῷ μᾶλλον ὅταν αὐτὸ συμβαίνει ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν, μᾶς βρίσκει σφόδρα ἀντιθέτους,  διότι ἔτσι καταργεῖται ἡ κοινωνία τῶν προσώπων  καὶ τό  ‘’ἀρκεῖ μοι τοῦ ὁρᾶν σε  Πάτερ’’ ἀκυρώνεται.

   Δὲν υποτιμοῦμε τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, καθ’ὅσον ὁ Θεὸς «ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ» (Σοφ.Σειρ. 38,6), ἀλλ’οὔτε καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦμε, διότι κινεῖται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πεπερασμένου. Αὐτὸ μάλιστα ἔγινε ἰδιαιτέρως καταφανὲς  ἀπὸ τὶς ἐπὶ ἕνα ἔτος  ἀλληλοσυγκρουόμενες καὶ ἀλληλοαναιρούμενες ἀπόψεις τῶν εἰδικῶν πάνω  στὸ ἀνακύψαν θέμα τοῦ κορώνα-ἰοῦ.

   Ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε τὴν κατὰ Θεὸν ἰατρικὴ τέχνη καὶ ἐπιστήμη, ἀλλὰ  πάνω ἀπ’αὐτήν παραθέτουμε τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβείαις τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους  Ὑπεραγίας Θεοτόκου  καὶ τῶν θαυματουργῶν ἁγίων μας.  

     Οἱ ἀγωνιζόμενοι Πατέρες στὰ ἱερὰ σκάμματα τοῦ Ἀγίου Ὀρους γνωρίζουν  ὅτι  στὰ θεῖα σκηνώματα τοῦ Ἄθω υπερκβλύζουν οἱ χάριτες τῆς Θεοτόκου. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὴν προσωπικὴ ὑπόσχεση-παρακαταθήκη τῆς Ἰδίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου πρὸς τὸν Ἅγιον Πέτρο Ἀθωνίτη, Ἐκείνη  θὰ εἶναι  Κηδεμών, Τροφεύς καὶ Ἰατρός ὅλων τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου.

     Ἄλλωστε κάθε τόπος ἀγιάσματος, σκέπεται ὑπὸ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. «Ἐάν τε ζῶμεν ἐὰν τε ἀποθνῄσκωμεν τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ.11,7), καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἀποστολικὴ πεποίθηση θὰ πορευόμαστε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν φόβο κάθε  φυσικῆς νομοτέλειας, ‘’ὅσον εἰς ἡμᾶς δύναμις.’’

Γ. Τέλος, ἡ ἀστυνόμευση μὲ τὴν  ὑποχρεωτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν μεθόδων δοκιμαστικοῦ ἐλέγχου (test)  γιὰ ἀνίχνευση τοῦ κορώνα-ἰοῦ (κατὰ τὴν εἴσοδό μας στὸ Ἅγιον Ὄρος), παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἀποτελέσματά  τους εἶναι ἕωλα, ἀφ’ἑνὸς μέν ἀντίκειται στὸν Κώδικα Ἰατρικῆς Δεοντολογίας,  σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον ἡ ἐκτέλεση ὁποιασδήποτε ἰατρικῆς πράξης ἀπαιτεῖ προηγούμενη ἐνημέρωση καὶ συναίνεση, (Κεφ. Γ’:Ἄρθρο 12),  ἀφ’ἑτέρου δέ προσβάλλει τὸ δώρημα τοῦ αὐτεξουσίου στὸν ἄνθρωπο. Θεωροῦμε ὅτι μᾶς ἐξωθοῦν σὲ   ἀνίερες  παραχωρήσεις στὸν δρόμο ζωῆς ποὺ ἐπιλέξαμε, τὶς ὁποῖες ἡ συνείδησή μας ἀρνεῖται κατηγορηματικά.  Δηλαδή, μᾶς στεροῦν βασικὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ὅταν μὲ τὴν εἴσοδό μας στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐξαναγκαζόμαστε παρανόμως καὶ παρὰ τὴν θέλησή μας  σὲ ὑποχρεωτικὸ ἔλεγχο (test), ἐνῶ τοῦτο εἶναι διεθνῶς καταδικαστέο (βλ. ΙΑ’). Ἡ κατάσταση αὐτή ἀκουσίως μᾶς βάζει λογισμοὺς γιὰ ὑποβόσκουσες σκοπιμότητες στυγνῆς χειραγώγησης καὶ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, καταλυομένης τῆς θεόθεν δοθείσης ἐλευθερίας μας μέσῳ ἑνὸς παγκοσμίου πειράματος.

      Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι Ἅγιον ὄχι γιὰ τὴν  μοναδικὴ παγκόσμια πολιτιστικὴ κληρονομιά, ποὺ βαστάζει στοὺς ὤμους τῆς ἱστορίας του, ἀλλά διότι παλεύει ἀπέναντι στὸν ἀποστατημένο ‘’κόσμο’’, ποὺ διεφθάρῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὑποδεικνύοντας ‘’πράξει τε καὶ θεωρίᾳ’’ τὴν πορεία πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 

      Ὅθεν εὐλαβῶς ἀπευθύνουμε παράκληση ‘’ἐκ μέσης καρδίας’’ πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους, ὅπως:

   α. παρέμβῃ ὀρθοδόξως, ὡς ὁρίζεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ, τοὺς Ὅρους τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων (consensus Patrum), μὲ σκοπὸ  νὰ καταπαύσει ὁ σάλος καὶ ὁ κλύδωνας, ποὺ  ἐπῆλθε  στὶς συνειδήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἑν ἀσκήσει ὄντων ἀδελφῶν μας ἑξ αἰτίαςτοῦ συσχηματισμοῦ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων  «τῷ αἰῶνι τούτῳ.» (Ρωμ. 12,2 καὶ Α’Πέτρ. 1,14)

   β.ἀνακαλέσῃ, τὸ ὑποχρεωτικὸν τοῦ ἐλέγχου-(test) κατὰ τὴν εἴσοδό μας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὡς ἔχουσα τὴν ἀρμοδιότητα, λόγῳ τοῦ Αὐτοδιοικήτου τοῦ Χώρου, ἐκτὸς καὶ ἐὰν αὐτὸ ἔχει ἤδη παραδοθεῖ, ὅπερ ἀπευκταῖον. (βλ. πρωτοσέλιδο τῆς ἐφημερίδος ‘’Ὀρθόδοξος Τύπος’’,  ἀρ. φύλ. 2340)

        Πρὸς τοῦτο Σᾶς ἀποστέλλουμε συνημμένως, σχετικὰ πρὸς τὸ θέμα αὐτό, λόγους Ἁγίων καὶ πνευματικῶν προσωπικοτήτων       (βλ. Β’-ΣΤ’) ἀλλὰ καὶ ἐπιστημονικὰ πειστήρια (βλ. Ζ’-ΙΒ’) ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀγωνία μας δὲν ἀποτελεῖ ἐξωπραγματικὴ  φαντασίωση,  ἀλλά, δυστυχῶς, πραγματικότητα.  Αὐτὴ  δὲ, σταθερῶς, ‘’ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ’’, τροφοδοτεῖται ἀπὸ πλῆθος τηλεφωνημάτων, ποὺ συνεχῶς πυκνώνουν καὶ διὰ τῶν ὁποίων, ἐν ἀπογνώσει οἱ Χριστιανοὶ ἐκζητοῦν ἀπαντήσεις, οἱ ὁποῖες θὰ εἶναι συμβατές, πρὸς τὴν ἀπ’αἰώνων κοινὴ συνείδηση τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας. 

         Ἀναμένοντας  ὡς Ἁγιορεῖτες  καὶ τὴν ἐπίσημη ἀπόφαση-ἀνακοίνωση  τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, πατέρες καὶ ἀδελφοί,  ‘’Στῶμεν καλῶς’’.                   

                                                                 Ἁγιορεῖτες Κελλιῶτες Πατέρες

                                                                                     Ὑπογραφές

Κοινοποίηση:

– Πανοσολογιωτάτους Καθηγουμένους

μετὰ  τῶν συνοδιῶν τῶν εἴκοσι

Ἱερῶν Μονῶν Ἁγίου Ὄρους.

-Προκαθημένους τῶν δεκατεσσάρων

Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

-Πρόεδρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου.

-Ἁρμόδια Ὑπουργεῖα Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.

-Πολιτικὴ Διοίκηση (Δ.Α.Ο.) Ἁγίου Ὄρους.

-Χριστεπώνυμο πλήρωμα ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.

Γέρων Γαβριὴλ μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Ὁσίου Χριστοδούλου ἐν Πάτμῳ.

Γέρων Παΐσιος μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Χαραλάμπους.

Γέρων Ἀντώνιος μοναχός, Ἱερὸν κελλίον  Κοίμηση Θεοτόκου.

Γέρων Μάξιμος Ἱερομόναχος, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Νικολάου.

Γέρων Ἰωσὴφ μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Μηνᾶ Βίγλα.

Γέρων Χαρίτων Ἱερομόναχος, Ἱερὸν κελλίον  Θ.Ἀναλήψεως.

Γέρων  Νικόλαος, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Δημητρίου.

Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, Ἱερὸν κελλίον Παναγούδα .

Μοναχὸς Ἠσαΐας, Ἱερὸν κελλίον Παναγούδα.                                                                                                          

Γέρων Κύριλλος μοναχόςἹερὸν Ἠσυχαστήριον Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου.                                                             

Μοναχὸς  Βλάσιος,  ξεροκάλυβο Βίγλας.

Γέρων Χερουβεὶμ μοναχός, Ἱερόν Κ. Ἀρχαγγέλων-Κουκουζέλη.

Γέρων Ἀθανάσιος μοναχός, Ἱερὸν Ἠσυχαστήριον Ἁγίου Σάββα Καρούλια.

Μοναχὸς Παΐσιος,  Ἱερὸν κελλίον Ἁγίων Ἀρχαγγέλων- Σαββαίων.

Γέρων Νικόδημος μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου.

Μοναχὸς Δοσίθεος,  Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Χριστοδούλου.

Γέρων Συμεὼν μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Παναγία Κανζάσκα, Καψάλα.

Γέρων  Νικόδημος μοναχός, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίου Νεκταρίου, Καψάλα.

 Μοναχὸς Παΐσιος, Ἱερὸν  Κουτλουμουσιανὸ  Ἠσυχαστήριον.

Μοναχὸς Ἀγάθων, Ἱερὸν κελλίον Ἁγίων Ἀρχαγγέλων-Σαββαίων.

Μοναχὸς Φλαβιανός, Ἱερὸν κελλίον Μεταμορφώσεως Σωτῆρος.

Μοναχὸς Παχώμιος, ἁγιορείτικο ξεροκάλυβον.

Μοναχὸς Ἰλαρίων Κουτλουμουσιανός, περιοχὴ Καρυῶν . Οἱ Ὑπογραφὲς συνεχίζονται

Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ. Σὰν τὰ ζῶα στὴ σειρά.

Εἶναι βαρὺ νὰ βλέπεις κληρικούς, πατριάρχες, ἐπισκόπους καὶ παπάδες νὰ ἐπιτελοῦν τὰ ἅγια μυστήρια καὶ νὰ κοινωνοῦν ἀνθρώπους φορῶντας τὸ φίμωτρο, τὴν μουρίδα, τὸ μουρόπανο· καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μέσα στὴν ἐκκλησία, νὰ φαίνονται μόνο τὰ φοβισμένα μάτια τους…

Εἶναι σίγουρο ὅτι οἱ περισσότεροι πιστεύουν ὅτι δὲν εἶναι καὶ τίποτα καὶ ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ προστατεύονται οἱ ἴδιοι καὶ προστατεύουν καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ποὺ τόσο ἀπασχολεῖ, τόσο διαφημίζεται, τόσο καθορίζει πλέον τὰ πάντα…

Δυστυχῶς ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι θέμα πίστεως καὶ αἰσθήσεως πνευματικῆς, ἀφοὺ δὲν ἀκοῦν καὶ δὲν λαμβάνουν ὑπ᾿ ὅψιν τους τοὺς ἁγίους Πατέρες ποὺ τόσα ἔχουν πεῖ, διδάξει καὶ πράξει γιὰ τὸ μυστήριο τῆς πίστεως καὶ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ναῷ, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀκούσουν τὸν ὁποιονδήποτε ἄλλον.

Ὁ φόβος, ὅμως, ποὺ καλλιεργεῖται εἶναι ἕνα αἴσθημα ποὺ δὲν μένει σταθερό, ἀλλὰ συνεχῶς αὐξάνει μέχρι νὰ κυριεύσῃ ὅλον τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίσῃ ἐντελῶς καὶ ταυτοχρόνως μεταδίδεται σὰν τὴν σαπίλα στὰ φροῦτα. Ὁ κημός, τὸ φίμωτρο, τὸ μουρόπανο ἀνέκαθεν ἦταν σύμβολο δουλείας καὶ ὑποταγῆς. Σύμβολο ξεπεσμοῦ καὶ ζωώδους τυραννικῆς καταστάσεως. Αὐτὸ φαίνεται ξεκάθαρα στὰ κείμενα τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν πατέρων.

Παρατηρῶ ὅτι στὸν σημερινὸ προοδευτικὸ ἐκσυγχρονισμένο ἄνθρωπο καὶ μάλιστα τὸν «πιστό», ὅλα αὐτὰ φαίνονται παραλληρήματα μανιακῶν ὀπισθοδρομικῶν καὶ φανατικῶν καὶ αὐτὸ ἐκφράζεται εὐθέως, ἀκόμα καὶ ἀπὸ χείλη ποιμένων, ὅταν χαρακτηρίζουν ὅσους ἐκφράζουν τἐτοιες ἀπόψεις φανατικούς, ψεκασμένους καὶ συνωμοσιολόγους…

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι πολυσυλλεκτικὸ κόμμα ὅπου ἡ κάθε τάσις διεκδικεῖ μέρος τῆς ἀληθείας τὸ μόνον ἀσφαλὲς εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν ἁγίων πατέρων. Οὔτε ἡ παπιστικὴ ἐξουσιαστικὴ αὐθαιρεσία τῶν ποιμένων, οὔτε ἡ προτεσταντικὴ ἀτομικὴ ἄποψις τοῦ κάθε ποιμαινομένου.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς οἱ πατέρες ἔχουν μιλήσει γιὰ τὰ φίμωτρα-μουρίδες-μουρόπανα.

Κατ᾿ ἀρχὴν δὲν εἶναι μάσκες, βέβαια, οὔτε «μασκοῦλες», ὅπως ἀρέσκονταν νὰ λένε –καὶ συνεχίζουν– πολλοὶ ποιμένες μας. Ἡ μάσκα κρύβει κυρίως τὰ μάτια ἢ καὶ ὅλο τὸ πρόσωπο ἐξ οὗ καὶ προσωπίς. Τὸ προτεινόμενο ὡς προστατευτικὸ ὕφασμα (ἢ ἄλλο ὑλικό) καλύπτει τὴν μύτη καὶ τὸ στόμα. Ἐχρησιμοποιεῖτο ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων στὰ ζῶα καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Στὰ ζῶα γιὰ νὰ μὴ δαγκάνουν τοὺς ἀνθρώπους ἢ νὰ μὴν τρῶνε τὸν καρπὸ ὅταν ἀλώνιζαν. Στοὺς ἀνθρώπους εἴτε σὰν προστατευτικὸ κατὰ τὴν ἐργασία τους, εἴτε ὡς σύμβολο δουλείας καὶ ὑποταγῆς.

Ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης λέει ὅτι τὸ χρησιμοποιοῦσαν οἱ μυλωνάδες γιὰ νὰ μὴν πέφτει μέσα στὰ ἀλέσματα ὁτιδήποτε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὴν μύτη καὶ τὸ στόμα τοῦ άνθρώπου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀναπνέουν τὴν σκόνη ἀπὸ τὸ ἀλεύρι. Ὀνομαζόταν κημὸς καὶ ἦταν ἕνα κομμάτι λινοῦ ὑφάσματος ποὺ ἐκαλυπτε τὴν μύτη καὶ τὰ χείλη.

«ὁ δὲ κημὸς ἰδοὺ καὶ ἐπὶ ἀνθρώπου, ἔξω δηλαδὴ περὶ τὰ χείλη κείμενος·… κόμμα τι λίνεον προβέβληται τῶν τε χειλέων καὶ τῆς ῥινός» ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ.

Τὸ νὰ φορᾶ κανεὶς μουρόπανο ἦταν δείγμα δουλείας καὶ αἰχμαλωσίας. «Συνελήφθη καὶ τὸν ὁδήγησαν μέσα σὲ κλουβὶ μὲ φίμωτρο στὴ μούρη»:

«Ἐν διαφθορᾷ αὐτῶν συνελήφθη εἰς γῆν Αἰγύπτου· καὶ ἔθεντο αὐτὸν ἐν κημῷ καὶ ἐν γαλεάγρᾳ» (γελεάγρα εἶναι ἡ παγίδα, τὸ κλουβὶ τῶν φυλακισμένων)  (ΙΕΖΕΚΙΗΛ 19, 8-9).

Δερμάτινα φίμωτρα ἔβαζαν στοὺς δούλους, λέει ὁ Θεοδώρητος ἐπίσκοπος Κύρου: «Αὐτοὶ τοῖς οἰκέταις περιτιθέασι τοὺς ἐκ δερμάτων κημούς» (ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ PG 81 400).

Εἶναι ἀπόδειξις ὅτι κάποιος ἄλλος σὲ ἐλέγχει καὶ ἔχει ἀπόλυτη κυριότητα καὶ δικαίωμα ἐπάνω σου. Ὅταν ἐλέγχεις τὴν ἀναπνοὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐλέγχεις τὴν ζωή του. Ἂν τοῦ στερήσεις τὴν ἀναπνοή, τοῦ στερεῖς τὴν ζωή:

«Τὴν γὰρ ζωήν, φησίν, ἐν ταῖς ἀναπνοαῖς ἔχουσι κἄν ταύτας ἀποφράξῃς, ἀποστερήσαις αὐτοὺς ζωῆς». (ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ PG 81 244).

Εἶναι σαφὲς πιστεύω ὅτι τὸ νὰ φορῇ κανεὶς τέτοιο πράγμα στὸ πρόσωπο εἶναι σύμβολο ἐλέγχου, ὑποτέλειας καὶ δουλείας γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τὰ ζῶα δὲν χρειάζεται, νομίζω, συζήτησις.

Ὑπάρχει καὶ ἡ προφητικὴ ρήσις τοῦ προφητάνακτος Δαυΐδ:

«Μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαι τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ». (Ψαλμὸς 31ος).

Πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ χωρίον ἔχουν μιλήσει πολλοὶ Πατέρες καὶ τὰ λόγια τους θεωρῶ ὅτι (πρέπει νὰ) εἶναι ἡ βάσις γιὰ κάθε προβληματισμό.

Ὁ φόβος, εἶναι μεθύσι, («Φόβος ἑτέρα μέθη», ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG 31, 181, «Μεθύων γὰρ ἀπὸ τοῦ φόβου», ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ 50,735) εἶναι τύφλωσις («Ὑπὸ τοῦ φόβου δὲ τυφλουμένους» ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG60 291), εἶναι ἀπόδειξις ἐσχάτης ἄννοιας. («Καὶ γὰρ ἐσχάτης ἀνοίας φοβεῖσθαι τὰ μὴ ἄξια φόβου». ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG 55,226). Σκοπίμως προηγήθηκε, καλλιεργήθηκε ὁ φόβος καὶ μετὰ ἦρθαν τὰ μουρόπανα καὶ ἀκολούθως τὰ ἐμβόλια.

Αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ τέτοια κατάστασι καὶ ἔχουν διαφθείρει τὸ λογικὸ τους, τοὺς χρησιμοποιοῦν σὰν ἄλογα ζῶα. Τοὺς δείχνουν ὅτι ἔχουν δουλικὴ φύσι καὶ τοὺς ἀπειλοῦν νὰ τοὺς βάλουν τὸ φίμωτρο ὅπως τὸ βάζουν στοὺς δούλους:

«Ὡς ἀλόγῳ κέχρηται τῷ τὸ λογικὸν διαφθείραντι· «Ἐν χαλινῷ» γάρ φησι «καὶ κημῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξεις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρός σε». Ἔδειξεν αὐτὸν καὶ δουλικὴν ἔχοντα φύσιν· ἐπειδὴ γὰρ αὐτοὶ τοῖς οἰκέταις περιτιθέασι τοὺς ἐκ δερμάτων κημούς, εἰκότως ὡς οἰκέτῃ πονηρῷ ἠπείλησεν αὐτῷ τὸν κημὸν περιθήσειν» (ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ PG 81 400).

Γίνονται οἱ ἄνθρωποι ἐνεργούμενα τῶν ἀφεντάδων τους, ὅπως τὰ βόδια ποὺ ἀλωνίζουν στὸ ἀλώνι φορῶντας τὸ φίμωτρο καὶ μόνο βλέπουν χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἀκουμπήσουν· καὶ ὅπως οἱ μάγειροι καὶ οἱ ὑπηρέτες, ποὺ φροντίζουν γιὰ τὴν εὐχαρίστησι τῶν πλουσίων χωρὶς νὰ γεύονται τίποτα ἀπὸ ὅσα ἐτοιμάζουν:

«ὡς τῷ βοῒ τὰ γεννήματα τῷ μετὰ κημῶν ἐπιστρεφομένῳ τὴν ἅλωνα …ταὐτὸν πάσχομεν τοῖς ὀψοποιοῖς τε καὶ ὑπηρέταις, οἳ τὴν ἐπιτραπέζιον τῶν πλουσίων τρυφὴν ἄλλοις ἡδύνουσιν, οὐδενὸς αὐτοὶ τῶν παρεσκευασμένων μετέχοντες» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ, ΕΠΕ τομ 109, σελ. 22-23).

Ἡ εἰκόνα αὐτὴ, τοῦ φιμωμένου ἀνθρώπου, ἀφορᾶ καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀπειθοῦν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ:

«Τοῖς δὲ ἀπειθοῦσι τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ εἴρηται· Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG55 700).

Ἂν δὲν πεισθῆτε, θὰ δεχθῆτε χαλινάρι καὶ φίμωτρο σὰν τὰ ζῶα. Μὲ τὰ λόγια ἐτούτα δηλώνει τὶς τιμωρίες ποὺ τοὺς περιμένουν:

«Εἰ δὲ μὴ πείθεσθε, δέξεσθε χαλινὸν καὶ κημὸν τούτοις παραπλησίως. Διὰ δὲ τούτων τὰς παιδείας δηλοῖ» (ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ PG 80 1092).

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος χρησιμοποιεῖ τὸ χωρίον γιὰ ὅσους ἁμαρτάνουν νὰ μὴν ὑποχωροῦν στὰ πάθη τους, καὶ ὅσους δὲν θέλουν νὰ μετανοήσουν νὰ βρῇ τρόπο, ὁ Κύριος ἐννοεῖται, νὰ τοὺς κάνει νὰ ἐπιστρέψουν:

«Μὴ γίνεσθαι ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις. Εἰσηγεῖται τοῖς ἁμαρτάνουσι, τοῖς ἀλόγοις μὴ ἐκδιδόναι αὐτοὺς πάθεσι. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξεις. Ὡς πρὸς τὸν Κύριον ὁ λόγος. Ὃ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Τοὺς μὴ βουλομένους μετανοεῖν οἷά τινι χαλινῷ ἐπίστρεψον πρὸς ἑαυτόν» (ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ PG27 164).

Αὐτοὶ ποὺ ἀπειθοῦν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν σωφρονίζονται μὲ τὸν ὀρθό λόγο ἐτιμωροῦντο καὶ ἐμαστιγώνοντο σὰν ἄλογα κτήνη, μπᾶς καὶ καταλάβουν τί συμβαίνει:

«Μαστιζόμενοι γὰρ καὶ κολαζόμενοι, κτηνῶν ἀλόγων δίκην αἴσθησιν ἀνελάμβανον τοῦ τύπτοντος, λόγῳ μὲν ὀρθῷ μὴ σωφρονιζόμενοι· πρὸς οὓς εἶπεν ἂν ὁ λόγος· Μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαι τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ» (ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΠΑΜΦΙΛΟΥ PG23 924).

Γιὰ νὰ μὴν γίνῃ πολὺ κουραστικὴ ἡ παράθεσις τῶν σχετικῶν χωρίων σταματῶ ἐδῶ.

Πιστεύω νὰ γίνεται φανερή, σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἡ τιμωρητικὴ, παιδευτική, ἐλεγκτικὴ καὶ δουλικὴ φύσι τῆς χρήσεως τοῦ κημοῦ-φίμωτρου-μουρόπανου.

Ἂν γιὰ ἰδιαίτερες περιπτώσεις εἶναι κατανοητὴ καὶ ἀναγκαία ἡ χρῆσις τοῦ φιμώτρου, πχ στὰ χειρουργεῖα ἤ ἀπὸ ἀνθρώπους πάσχοντες ποὺ θεωρεῖται ὅτι τοὺς προστατεύει ἀπὸ κινδύνους, εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητο νὰ φοριέται ἀπὸ ὑγιεῖς ἀνθρώπους ποὺ περπατοῦν στοὺς δρόμους ἢ στὴν ἐξοχή ἢ ὁδηγοῦν τὸ ἁμάξι τους καὶ ἀπολύτως βλάσφημο ἐντὸς τῶν ναῶν καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἱερουργούς τοὺς τελοῦντας τὰ ἱερὰ μυστήρια.

Ὅπως εἴδαμε, ὅτι στὸ παρελθὸν ἦταν σύμβολο δουλείας καὶ φοριόταν σὲ ὑποτελεῖς καὶ αἰχμαλώτους ἔτσι καὶ τώρα, ὡς τέτοιο σύμβολο ἀπαιτεῖται ἀπὸ τοὺς νεοταξίτες σχεδιαστὲς τοῦ νέου κόσμου καὶ τοῦ νέου ἀνθρώπου. Ἡ προσπάθεια νὰ παρουσιαστῇ ὡς μέσον ὑγειονομικῆς προστασίας ἀποδεικνύει τὴν πονηρία καὶ τὴν δολιότητα τῶν σχεδιαστῶν. Αὐτοὶ καὶ τώρα κάνουν τὴν δουλειά τους, μὲ τὸν ἵδιο τρόπο ὅπως καὶ στὸ παρελθόν. Μὲ τὴν συνέργεια τῶν κακῶν ἤ ἀδιάφορων ποιμένων κατάφεραν καὶ ἐπέβαλλαν αὐτὴ τὴν κατάστασι καὶ μέσα στοὺς ναούς. Καὶ τώρα σοῦ λένε ὑποτιμητικά: «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ σκέφτεσαι καὶ λές, ὤ ψεκασμένε συνωμοσιολόγε; Εἶναι γιὰ τὴν προστασία τῆς ὑγείας σου καὶ τῶν ἄλλων συνανθρώπων σου».

Γιὰ θυμηθεῖτε τί ἔλεγαν καὶ γιὰ τὸ 666. Τὰ ἴδια ἔλεγαν. «Τί σᾶς πειράζει ποὺ ὑπάρχει στὸν γραμμωτό κώδικα ΕΑΝ13; Τί πειράζει ἂν θὰ μπῇ στὶς ταυτότητες;» Ἀναγκάστηκε ὁ ἅγιος Παΐσιος νὰ γράψει χειρογράφως τὸ σχετικὸ κείμενο «Σημεῖα τῶν καιρῶν», γιὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων ὥστε νὰ μὴν ἀφεθοῦν στὶς διαβεβαιώσεις τῶν πνευματικῶν, ὅτι δὲν τρέχει τίποτα. Γιατί τὸν πείραξε τὸν ἅγιο; Γιατὶ ἔβλεπε ποῦ καταλήγει ὁ σχεδιασμὸς καὶ ἡ μεθόδευσις. Γιατὶ τὰ εἶχε πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὴν Ἀποκάλυψι καὶ τόσοι ἄλλοι ἅγιοι.

Τὴν κατάστασι μὲ τὰ μουρόπανα μέσα στὸν ναό δὲν τὰ ἔχουν πεῖ οἱ Ἅγιοι σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα; Καὶ ἕνας καὶ δύο καὶ τρεῖς. Καὶ πάντα πρέπει νὰ ἐξετάζεται μὲ ὅλα τὰ συναφή. Κλείσιμο καὶ ἀποϊεροποίησι ναῶν, ἐμβόλια μὲ κύταρα ἐκτρωμένων ἀνθρωπίνων ἐμβρύων, γελοιοποίησις ἱερέων καὶ πιστῶν· καὶ εἶναι μόνον ἡ ἀρχή.

Τώρα ποὺ διαφεντεύουν τύραννοι, ὀλέθριοι τύραννοι, πολιτικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοί, παντελῶς ἀνίκανοι γιὰ τὸ καλὸ καὶ πολυμήχανοι γιὰ τὸ κακό, μὴν κάτσουμε νὰ μᾶς σέρνουν σὰν τὰ κτήνη μὲ μουρόπανα καὶ χαλινάρια καὶ νὰ μᾶς ἀποπλανοῦν:

«Μὴ δίκην κτηνῶν ἐν χαλινῷ καὶ κημῷ διελκώμεθα καὶ ἀποβουκολώμεθα παρὰ τῶν ὀλεθρίων τυράννων» (ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ἀπὸ τὸ TLG, Ann Arbor: University of Michigan Press, 1928, σελ. 87).

Αὐτοὶ τὴν δουλειά τους κάνουν καὶ ἀμείβονται. «Σε έκτακτη επιχορήγηση προς την Εκκλησία της Ελλάδος και προς λοιπούς θρησκευτικούς φορείς προχωρά η κυβέρνηση…» (1) Δὲν διασαφηνίζεται ἂν τὰ ἀργύρια εἶναι τριάκοντα ἢ περισσότερα…

Τζανάκης Γεώργιος. Ἀκρωτήρι Χανίων. Πρωταπριλιά 2021.

(1) https://www.romfea.gr/ekklisia-ellados/42727-ektakt

Η δικαιοσύνη τού Θεού (Δημήτρης Μαυρόπουλος)

Στοὺς περίφημους Μακαρισμοὺς τοῦ Κυρίου, ποὺ καταγράφονται στὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιο (Ματθ. 5,3-11) ὡς εἰσαγωγὴ στὴν «Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία», ὑπάρχουν δύο στίχοι ποὺ ἀναφέρονται στὴ δικαιοσύνη ὡς συνθήκη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται α) γιὰ τὸν στίχο 6: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται», καὶ β) γιὰ τὸν στίχο 10: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Στὸν πρῶτο στίχο φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἀναφέρεται ὁ Χριστὸς σὲ μιὰ δικαιοσύνη τῆς κοινωνίας, τῆς βιοτῆς δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ στὴ δεύτερη εἶναι σαφὴς ἡ ἀναφορά του σὲ μιὰ ἐσχατολογικὴ δικαιοσύνη.

Μέσα λοιπὸν ἀπὸ μιὰ εἰκόνα ποὺ περιγράφει τὴ φυσικὴ ἀνάγκη κάθε ἀνθρώπου, τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, εἰσάγει ὁ Ἰησοῦς τὸ μέγα θέμα τῆς δικαιοσύνης, τόσο ζωτικό, ὅσο τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τὸ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη, κατατίθεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο στὴν περιγραφὴ τῶν τριῶν πειρασμῶν ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστὸς καὶ ποὺ κατ᾽ οὐσίαν ὑφίσταται κάθε ἄνθρωπος. Ἂν οἱ ἀναγκαιότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης αἰχμαλωτίζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν παγιδεύουν σὲ ἐξαρτήσεις ἀπὸ ἀγαθὰ καὶ δυνάμεις τῆς κτιστότητας, ὁ Ἰησοῦς ὡς νέος Ἀδὰμ ἀπαντάει ὅτι «οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος», ὅτι δὲν ὑποτάσσεται σὲ θαυματουργικὲς καὶ ἄλογες δυνάμεις, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ βασίλεια τῆς γῆς. Αὐτὸ προβάλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὡς ἔκφραση τῆς ἐναρμόνισης τοῦ θελήματός του μὲ τὸ θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα του. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἐγκαινιάζεται στὴν ἱστορία, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ὡς πρότυπό της τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη τὴν ἀποκάλυψε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι τὴν περιγράφουν ὡς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὴν παράδοση τοῦ θείου νόμου στὸν Μωυσῆ, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ ὄνομά του: «Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός, καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας…» (Γέν. 34,6-7). Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν πιστότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κορυφώθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ του.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖται στὰ εὐαγγέλια ὡς δικαιοσύνη θυσιαστική. Ἀκόμη περισσότερο, σὲ κάθε πείνα καὶ δίψα δικαιοσύνης προτείνει ἕνα ἄλλου περιεχομένου χορτασμό: βρώση καὶ πόση τοῦ σώματός του καὶ τοῦ αἵματός του. «Λάβετε φάγετε…, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Θυμηθεῖτε ποιό νερὸ προσφέρει στὴ Σαμαρείτισσα: «ἐγώ εἰμι… Ὃς ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 4,14).

Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια δικαιοσύνης, ἀλλὰ γιὰ τὴ δικαιοσύνη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δίκαιος ὀνομάζεται ὁ Θεός, καὶ ἡ δικαιοσύνη του ταυτίζεται μὲ τὴν ἀγάπη τουὍλο τὸ ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ, ὅλες οἱ ἐνέργειές του, ἐκδηλώθηκαν-καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκδηλώνονται–ὡς θεία δικαιοσύνη. Μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ ἀποδεχθεῖ μιὰ τέτοια δικαιοσύνη ποὺ ἐκφράζεται ὡς ἀγάπη; Ἡ ἱστορία μᾶς λέει ὅτι δὲν μπορεῖ. Ὅπως διατυπώνεται στὴν Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολή, οἱ χριστιανοὶ «ἀγαπῶσι πάντας, καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται» (V).

Ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ ἀναπαύεται σ᾽ αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως μαρτυρεῖται στὶς ἁγιογραφικὲς πηγές, τὸ εἴπαμε ἤδη, αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη ταυτίζεται μὲ τὴν ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, δηλαδὴ εἶναι δίκαιος. Ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ δὲν προσφέρεται ὡς ἀτομικὴ ἐπιβράβευση. Ὑπάρχει οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ἐνεργεῖ στὸν πιστό, ἐὰν αὐτὸς ἔχει καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ τὴν ὑποδεχτεῖ. Αὐτὴ τὴν καλλιέργεια ὁ ποιητὴς τὴν ὀνομάζει «καθαριότητα τῶν χειρῶν μου» (Ψαλμ. 17,21). «Καθαριότητα τῶν χειρῶν» σημαίνει πράξεις. Αὐτὸ ποὺ ἀποδίδει ὁ πιστὸς στὸν Θεὸ εἶναι ἡ πίστη του καὶ ἡ παράδοση στὸ θέλημά Του. Αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀνταποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ παρουσία Του ὡς δικαιοσύνη, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀντικατάπεμψη, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἔκφραση «θεία χάρις». Θυμηθεῖτε τὴν εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ ἀναπέμπουμε στὸν Κύριο μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων δώρων: «Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτὰ […] ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αὐτὴ εἶναι ἡ δυναμικὴ σχέση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου: πέμψις καὶ ἀντικατάπεμψις.

Τὸ ἑβραϊκὸ κείμενο τῆς Γραφῆς παραδίδει τὴ λέξη «τσεδακά», ποὺ σημαίνει «δικαιοσύνη». Οἱ Ο´ ὅμως ὅταν μεταφράζουν ἔχουν ὑπόψη τους ὅλη τὴ σοφιολογικὴ γραμματεία ποὺ ἔχει ἀναπτυχθεῖ ἐν τῷ μεταξὺ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση, καὶ ξέρουν ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὸ ἔλεός του. Ἡ δικαιοσύνη, τελικά, εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεήμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη του. Γι’ αὐτὸ στοὺς Ο´ οἱ δύο λέξεις πολὺ συχνὰ ταυτίζονται. Σὲ πάρα πολλὰ σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀντὶ τῆς λέξης  «δικαιοσύνη» οἱ Ο´ χρησιμοποιοῦν τὴ λέξη «ἐλεημοσύνη». Ἑπομένως, ἡ εὐλογία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὅσους ἀποφασίζουν νὰ ἀνέβουν στὸν τόπο του.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται μὲ τὴν παρουσία του, καὶ παρουσία τοῦ Θεοῦ σημαίνει παρουσία τῶν θείων (ἀκτίστων) ἐνεργειῶν. Ἂν ἡ συνεχὴς πνευματικὴ ἄσκηση (τῆς σωματικῆς συμπεριλαμβανομένης) ἐπιτρέπει τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν θείων ἐνεργειῶν νὰ λειτουργοῦν ἐντός μας («ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι» – βλ. Λουκ. 17,21), ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου τούτου νικιέται. Ἡ προειδοποίηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής: «Ἀλλὰ θαρσεῖτε· ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 16,23).

Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ εὐσπλαχνία του. Μιὰ εὐσπλαχνία ποὺ προεικονίζεται στὴν προϊστορία τῆς Ἐκκλησίας, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δηλαδή, ἰδίως στοὺς προφῆτες – ὁ Ὠσηὲ εἶναι ὑπέροχος σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Μιὰ εὐσπλαχνία ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή, στὸ ὄρος Χωρὴβ ὁ Μωυσῆς μαθαίνει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» (στὴν ἑβραϊκὴ Βίβλο: εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι αὐτὸ ποὺ ἤμουν). Καὶ στὸ ὄρος Σινὰ τοῦ ἀποκαλύπτεται ἀναπτυγμένο αὐτὸ τὸ ὄνομα: Κύριος πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος καὶ ἀληθινός. Εἶναι τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὄνομα ὁδεύει ὡς σκιὰ μέσα στὴν ἱστορία. Θὰ φανερωθεῖ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη του, ψηλαφητὰ πλέον, ὅταν θὰ ἔχουμε τὸν ἴδιο τὸν Υἱό Του.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναπτύσσει αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἐνῶ ὅλοι ἔχουμε κάνει λάθος καὶ ὅλοι ὑστερούμαστε λόγῳ τοῦ λάθους περὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ὡστόσο δικαιωνόμαστε, ἔρχεται μιὰ δικαιοσύνη καὶ μᾶς δικαιώνει ἐξαιτίας τῆς χάριτος, μιᾶς χάριτος ποὺ μᾶς ἀπολύτρωσε, μᾶς ἔσωσε, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο μᾶς τὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς ὡς ἱλαστήριον, ὡς ἐξαγορὰ τῶν λαθῶν μας. Καὶ μὲ τὸ αἷμα του πέτυχε αὐτὴν τὴν ἀπολύτρωση, ὥστε νὰ φανεῖ ποιὰ εἶναι ἡ δικαιοσύνη Του: εἰς ἔνδειξη τῆς δικαιοσύνης. Τὴ δικαιοσύνη αὐτὴ τὴν ἀποκαλύπτει ὁ Υἱός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως» (Ρωμ. 3,26). Δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ εἶναι ὄνομα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ὁ Θεός. Μιὰ τέτοια δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ δικαιοσύνη ποὺ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀναπτύξει, νὰ περιγράψει, ἂν θέλετε νὰ ἐνεργοποιήσει στὴ ζωή του. Εἶναι μιὰ ἄλλης τάξεως δικαιοσύνη. Εἶναι ἡ δικαιοσύνη στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Ἠσαΐας: «δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τὴν γῆν» (Ἠσ. 26,9). Πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ δικαιοσύνη ποὺ δικαιώνει αὐτὸν ποὺ παραδίδεται στὸν Ἰησοῦ: «καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ» (Ρωμ. 3,26).

Ἔχει παίξει τεράστιο ρόλο στὴν ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸς ποὺ πρῶτος χαρακτηρίζεται δίκαιος εἶναι ὁ Ἀβραάμ. Καὶ χαρακτηρίζεται δίκαιος ὄχι γιατὶ ἔκανε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς θεωροῦμε δίκαια πράγματα, ἀλλὰ θεωρεῖται δίκαιος γιατὶ πίστεψε. Ἡ πίστη τὸν κάνει νὰ εἶναι δίκαιος, πίστη μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς παραδόσεως. Παραδίδεται, ἐμπιστεύεται αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Ἀβραὰμ ἔχουμε μιὰ κλήση: φύγε ἀπὸ καὶ πήγαινε πρός. Καὶ παραδίδεται ὁ Ἀβραὰμ σ’ αὐτὴ τὴν κλήση, δηλαδὴ ἀναπτύσσει σχέση ἐμπιστοσύνης μὲ αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ· σὲ αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ παραδίδεται μὲ ἐμπιστοσύνη. Αὐτὸ λέγεται πίστις. Θὰ θυμόσαστε ἴσως, πῶς ἀναπτύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτὸ τὸ θέμα τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραάμ. Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηριστικὰ λέει: «ἐπίστευσεν Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμ. 4,3), φράση ποὺ τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (βλ. Γέν. 15,6) – αὐτὴ ἡ πίστη μέτρησε ὡς δικαιοσύνη. Ταυτίζεται, δηλαδή, ἡ πίστη μὲ τὴ δικαιοσύνη.

Κατὰ τὸν Γρηγόριο Νύσσης (Κατὰ Εὐνομίου, 6, PG 45, 724D), ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου («οὐκοῦν οἱ διὰ τοῦ υἱοῦ σωθέντες τῇ δυνάμει τοῦ πατρὸς ἐσώθησαν»), καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐπίσης τὸ μέτρο διὰ τοῦ ὁποίου κρίνεται ὁ ἄνθρωπος («καὶ οἱ παρὰ τούτου κρινόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ τὴν κρίσιν ὑπέχουσιν»). Τελικά, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μᾶς τὴν ἀποκάλυψε ὄχι μόνον μὲ τὰ λόγια του ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πράξεις του («Χριστὸς γάρ ἐστιν ἡ τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνη ἡ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἀποκαλυπτομένη»). Μάλιστα, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Εἰς Ρωμαίους, 7, PG 60, 444), ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἡ δικαιοσύνη τοῦ Πατρός, δικαιώνει καὶ τοὺς ἐν ἁμαρτίαις εὑρισκομένους («μὴ μόνον αὐτὸν εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑτέρους ἐν ἁμαρτίαις κατασαπέντας ἐξαίφνης δικαίους ποιεῖν»).

Ὅταν λοιπὸν μιλᾶμε γιὰ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, «ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου», ἀναφερόμαστε στὴν παρουσία μιᾶς οὐσιώδους σχέσης. Τὸ λάθος τοῦ πρώτου ἀνθρώπου εἶναι ἡ διακοπὴ αὐτῆς τῆς σχέσης. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἐπανορθώσει αὐτὸ τὸ ἀρχικὸ λάθος, κάνοντας παροῦσα αὐτὴ τὴ σχέση. Τὸ κατορθώνει; Ἡ ἱστορία μᾶς λέει, ὄχι. Ἀκόμα καὶ μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ ἱστορία μᾶς λέει, ὄχι. Δὲν μποροῦμε νὰ κατορθώσουμε αὐτὴ τὴ σχέση. Μποροῦμε ὅμως νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴ δωρεὰ αὐτῆς τῆς παρουσίας. Εἶναι πολὺ διαφορετικό. Ἀποδεχόμαστε τὴ δωρεὰ αὐτῆς τῆς παρουσίας καὶ κατὰ τὸ μέτρο πιὰ τῆς ἄσκησής μας, τῆς διάθεσής μας, παραδιδόμαστε σ’ αὐτὴ τὴν παρουσία.

(Πηγή: agiazoni.gr)