Απάντηση στο κείμενο του π. Άγγελου Αγγελακόπουλου

      Τοῦ  Ἀδαμάντιου  Τσακίρογλου

Οἱ ἀκόλουθες σκέψεις γράφονται ὄχι μὲ διάθεση ἀντιπαράθεσης, ἀλλὰ κινούμενος ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἱερὴ ἀγανάκτηση, ποὺ καταλαμβάνει κάθε πιστό, ὅταν βλέπει ἡ ἀλήθεια νὰ ποδοπατεῖται, ἡ Πίστη νὰ εὐτελίζεται, οἱ ἀδελφοὶ νὰ συκοφαντοῦνται· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαίωμα ἔκφρασης σὲ θέματα Πίστεως τοῦ κάθε πιστοῦ καὶ πρὸς προβληματισμὸ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς θλίψης, τῆς ἀπορίας καὶ τῆς ἀγανάκτησης ποὺ προκάλεσε τὸ ὀγκῶδες κείμενο τοῦ π. Ἀγγέλου Ἀγγελακόπουλου.

Ἕνα κείμενο, ποὺ γράφτηκε τὴν στιγμὴ ποὺ ἀδελφοί του ἱερεῖς εἶναι ἄμισθοι γιὰ τὴν πίστη τους, ἐνῶ ἡ οἰκογένεια τους μετὰ βίας προσκομίζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, λειτουργοῦν σὲ ἀπομονωμένους καὶ ἀπομακρυσμένους ναοὺς καί, παράλληλα, μοναστήρια ἀγωνίζονται ὑπὲρ Πίστεως περικυκλωμένα ἀπὸ «λέοντες ὀρυώμενους», ἐνῶ αὐτὸς δὲν ἔχει κἂν ἀποτειχισθεῖ! Ἀντιθέτως ὑπερασπίζεται τὴν ὀρθότητα πίστεως σημερινῶν Ἐπισκόπων ποὺ σιγοντάρουν ἢ ἀνέχονται τὴν οἰκουμενιστικὴ συμφορά, καταδικάζοντας αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸν ἀκοῦν.

Ὁ Μ. Βασίλειος ὅμως ἀντιμιλᾶ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων στὸν τολμητία πρωτοπρεσβύτερο, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ἁγιοπνευματικὴ διδαχὴ τοῦ μεγάλου μας Ἁγίου, καὶ χαράζει μὲ τὸ ἄρθρο του αὐτὸ ἄλλη ξενίζουσα σὲ ὀρθόδοξα ὦτα ποιμαντικὴ διδαχή: «Μόνον μὴ ἐξαπατηθῆτε ταῖς ψευδολογίαις αὐτῶν ἐπαγγελομένων ὀρθότητα πίστεως. Χριστέμποροι γάρ οἱ τοιοῦτοι καὶ οὐ Χριστιανοί, τὸ ἀεί αὐτοῖς κατὰ τὸν βίον τοῦτον λυσιτελοῦν τοῦ κατ’ ἀλήθειαν ζῆν προτιμῶντες. (ἐπιστ. 240, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, ΕΠΕ 3, 226).

Ἕνα κείμενο, στὸ ὁποῖο ὁ π. Ἄγγελος μὴ σεβόμενος οὔτε κἂν τοὺς διωγμοὺς καὶ τὶς ἀπειλὲς ποὺ ἔχουν ὑποστεῖ χριστιανοὶ ἀδελφοί του ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, τοὺς ἔβαλε, ὡσὰν καθηγητής, βαθμὸ κάτω ἀπὸ τὴν βάση, ἀφήνοντας τους στὴν ἴδια τάξη καὶ προάγοντας μὲ λίαν ἄριστα μόνον τρεῖς: κατὰ σύμπτωση αὐτοὺς τοῦ περιβάλλοντός του, ἐκθέτοντάς τους μάλιστα στὸ ὑπόλοιπο ποίμνιο, γιατὶ δὲν θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἱερεῖς τοῦ ὑψίστου εὐλογοῦν τέτοιες συμπεριφορές.

Ἕνα κείμενο ποὺ διακατέχεται δυστυχῶς ἀπὸ τὶς ἀγιάτρευτες πληγὲς τῆς σύγχρονης ἐπιστημονικῆς ἔπαρσης, τῆς µαταιότητας, τῆς συμβατικότητας, τῆς φιλαυτίας, τῆς αὐτοδικαίωσης καὶ αὐτοανάδειξης, τῆς παραταξιακῆς νοοτροπίας, τῆς ἐπιβίωσης, τῆς στὴν Ἑλλάδα τόσο γνωστῆς μετριότητας, τοῦ ἐγκοσµίου προσανατολισµοῦ καὶ τοῦ πνευµατικοῦ παραλογισµοῦ.

Καὶ τὸ τραγικό· Ἕνα κείμενο ἀπὸ ἕναν ἱερέα ποὺ ὄχι μόνο μνημονεύει ἀλλὰ καὶ ὑπερασπίζεται σθεναρῶς ἕναν Ἐπίσκοπο ποὺ στέλνει δῶρα στὸν ἀρχιαιρεσιάρχη Βαρθολομαῖο, ποὺ συλλειτουργεῖ μὲ ὅλους τοὺς φορεῖς τῆς αἱρέσεως στὴν Ἑλλάδα, ποὺ ἄλλα λέει δημοσίως μπροστὰ στὴν κάμερα καὶ ἄλλα πράττει.
Ἕνα κείμενο ποὺ προβάλλει ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια αἴτια τῆς σημερινῆς θρησκευτικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς, πολιτιστικῆς καὶ ἐθνικῆς κατάπτωσης: Τὴν γραικυλικὴ καὶ νεοορθόδοξη «ἀγωνιστικότητα» ἄνευ κόστους, ἄνευ μαρτυρίου, ἄνευ σταυροῦ.
Ἕνα κείμενο ποὺ δὲν ἀναφέρεται οὔτε κατὰ διάνοια στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δεινὰ τῶν ἀντιδρούντων πιστῶν, στὰ πλήθη τῶν προβάτων ὁλόκληρης τῆς ποίμνης κι ὄχι μόνο τῆς ἐνορίας μας, ποὺ χάνονται

καθημερινά, καθὼς τὰ ρουφάει κυριολεκτικὰ ἡ δίνη τῆς αἱρέσεως, στὶς καθημερινὲς συνταρακτικὲς καὶ θλιβερὲς ἀποκαλύψεις, στὶς προσωπικὲς εὐθύνες γιὰ τὴν πολυετὴ καθιέρωση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τὶς λανθασμένες ἐνέργειες ὡς πρὸς τὸν ἀγώνα· καὶ –ὡσὰν ὁ γράφων καὶ οἱ τοῦ κύκλου του νὰ ἦσαν τέλειοι– δὲν γράφτηκαν ἀναφορὲς σὲ προσωπικὲς ἀδυναμίες, στὴν ἀμέτρητη ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει, ὅλους μας, ἀπὸ τὸ πνευματικὸ ὕψος τῶν Ἁγίων Πατέρων, Μαρτύρων καὶ Ὁμολογητῶν, σὲ λάθη, σὲ ἀναξιότητα ἐπαίνων, στην καταδίκη κολακειῶν καὶ ἐπικοινωνιακῶν αὐτοανυψώσεων, στὴν ταπείνωση, χωρὶς τὸ θεμέλιο τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ὁμολογίας δὲν κτίζεται.
Ὅμως, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στὸν πόλεμο γιὰ τὴν Ἀλήθεια κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅποια θέση κι ἂν κατέχει, νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, χρησιμοποιώντας δικά του νοητικὰ κατασκευάσματα, προσωπικὲς ἀδυναμίες καὶ ὀρέξεις καὶ ὑπηρετώντας ἀνθρώπινες σκοπιμότητες, ἀλλὰ νὰ λέει καὶ νὰ πράττει αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ θεῖοι καὶ σοφοὶ Πατέρες ὑπακούοντας συνεχῶς στὸν Θεὸ καὶ ὄχι σὲ ἀνθρώπους«πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πράξεις Ἀποστόλων 5, 29) καὶ θεωρώντας κάθε ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν πίστη ὡς προδοσία καὶ κατάργηση τῆς Ἀλήθειας.

Δὲν θὰ μιλήσω ἐδῶ γιὰ τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνα, τῆς ὁποίας ἡ ἀπόρριψη ἔχει ἀποδειχθεῖ πάμπολλες φορές. Ἡ ὑποχρεωτικὴ τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ μάλιστα σὲ θέματα Πίστεως εἶναι σαφέστατη, ὅτι κι ἂν ἰσχυρίζεται ὁ π. Ἄγγελος καὶ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ μία τήρηση συμβατικῶν Κανόνων συμπεριφορᾶς ποὺ θεσπίστηκαν ἀπρόσωπα ἢ ἀπὸ ἕνα γραφεῖο παραγωγῆς ἐντύπων ἐντυπώσεων, ἀλλὰ ὄχι οὐσίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ λειτουργοῦν γενικὰ ὡς Κανόνες συμβίωσης καὶ διαπροσωπικῆς γαλήνης καὶ εἰρήνης, ὥστε νὰ προσαρμόζονται στὴν θέληση καὶ δυνατότητα τοῦ κάθε πιστοῦ. Ἀντίθετα μὲ τὴν ἄποψη τοῦ π. Ἀγγέλου, ὁ ὑποχρεωτικὸς χαρακτῆρας τοῦ Κανόνα δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ὁποιουδήποτε κανονολόγου, ὅσο ὁμολογουμένως σεβαστὸς καὶ ἀείμνηστος κι ἂν εἶναι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διαχρονικὴ συμφωνία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ αἷμα ποὺ ἔδωσαν γιὰ τὴν τήρησή του.

Νὰ ἀναφέρω μόνο ἐδῶ, ὅτι οἱ ἐμπνευστὲς τῆς τάχα δυνητικότητας τοῦ Κανόνα, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀνακήρυξη τοῦ Κανόνα σὲ δυνητικό, τὸν ἀποσυνδέουν ἀπὸ τὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησία, τὶς ἁγιογραφικὲς μαρτυρίες, τὴν ἁγιοπατερικὴ πρακτική, τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ διατηρεῖται ζωντανὴ ἕως σήμερα. Θὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἀσέβεια ἐναντίον τῶν Ἁγίων ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τοὺς αὐτοεπαίνους καὶ τὶς ἀλληλοκολακεῖες καὶ τὶς δημόσιες κατηγορίες ἐναντίον ἐπίσης διωγμένων χριστιανῶν ἀδελφῶν, ἀπὸ τὶς ἀτέρμονες συνεχόμενες ἐπιστημονικὲς διαλέξεις καὶ ἡμερίδες ἄνευ ἔμπρακτης οὐσίας. Μία μικρὴ σύγκριση φθάνει.

Γράφει ὁ π. Ἄγγελος: «Ἡ καταπολέμηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἤδη γίνεται μέ τήν ἐνημέρωση κλήρου καί λαοῦ γιά τήν μεγάλη ἀπομείωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού ἔγινε στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, μέ τήν συγγραφή ἀντιοικουμενιστικῶν βιβλίων, κειμένων καί ἄρθρων, μέ αὐστηρό ἔλεγχο, μέ ἀνασκευή τῶν πεπλανημένων θεωριῶν καί μέ θεολογικά συνέδρια καί ἡμερίδες» (γιὰ ἀποτείχιση οὔτε κουβέντα).

Γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος:«Καταπεφρόνηται τὰ τῶν πατέρων δόγματα, ἀποστολικαὶ παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἐκκλησίαις ἐμπολιτεύεται τεχνολογοῦσι λοιπόν, οὐ θεολογοῦσιν οἱ ἄνθρωποι· ἡ τοῦ κόσμου σοφία τὰ πρωτεῖα φέρεται παρωσαμένη τὸ καύχημα τοῦ σταυροῦ. Ποιμένες ἀπελαύνονται, ἀντεισάγονται δὲ λύκοι βαρεῖς διασπῶντες τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ. Οἶκοι εὐκτήριοι ἔρημοι τῶν ἐκκλησιαζόντων, αἱ ἐρημίαι πλήρεις τῶν ὀδυρομένων» (Τοῖς ἁγιωτάτοις ἀδελφοῖς καί ἐπισκόποις τοῖς ἐν τῇ Δύσει, ΕΠΕ 2, 20).

Καύχημα τοῦ π. Ἀγγέλου ἡ ἡμερίδα. Καύχημα τοῦ Μ. Βασιλείου ὁ Σταυρός. Γεμᾶτες οἱ ἡμερίδες τῆς Μητροπόλεως Πειραιᾶ γιὰ τὸν π. Ἄγγελο, ἄδειες οἱ Ἐκκλησίες καὶ γεμᾶτες οἱ ἔρημοι γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο. Καλούμαστε νὰ διαλέξουμε, ποιόν θὰ ἀκολουθήσουμε. Ἂν ἐπιζητεῖ, λοιπόν, κάποιος τὴν σοφία τοῦ κόσμου, τὰ τοῦ κόσμου πρωτεῖα καὶ τὴν ἐκ τοῦ κόσμου ἀναγνώριση, κανεὶς δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ τὸ πράξει. Ὁ καθένας ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος δύναται νὰ ἐπιλέξει, ποιόν δρόμο θὰ ἀκολουθήσει. Ὅποιος ὅμως τὸ πράξει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα γιὰ τὴν δική του ἀδυναμία νὰ παραλλάσει γιὰ τὸ συμφέρον του τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι γιατὶ τὴν ἐκφράζω ἐγὼ σὰν Τσακίρογλου, ὅπως θὰ προτρέξουν νὰ συμπεράνουν κάποιοι, ἀλλὰ γιατὶ τὸ προστάζουν οἱ Ἅγιοί μας.

Γράφει ὁ π. Ἄγγελος: «Οἱ μή μνημονεύοντες κόπτουν τήν μνημόνευση καί τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μόνο μέ τόν αἱρετίζοντα Ἐπίσκοπο. Δέν παύουν, ὅμως, τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία οὔτε μέ τήν Τοπική Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, οὔτε πολύ περισσότερο μέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία».

Γράφει ὁ Μ. Βασίλειος:

«Κεφάλαιον δέ τοῦ κακοῦ οἱ λαοί, τοὺς τῶν προσευχῶν καταλιπόντες οἴκους ἐν ταῖς ἐρήμοις συνάγονται θέαμα ἐλεεινόν, γυναῖκες καὶ παιδία καί γέροντες καὶ οἱ ἄλλως ἀσθενεῖς ἐν ὄμβροις λαβροτάτοις καὶ νιφετοῖς καί ἀνέμοις καὶ παγετῷ τοῦ χειμῶνος, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν θέρει ὑπὸ τὴν φλόγα τὴν τοῦ ἡλίου, ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ταλαιπωροῦντες. Καὶ ταῦτα πάσχουσι διὰ τὸ τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μὴ καταδέχεσθαι» (Μ. Βασιλείου ἐπιστ. 242, Τοῖς Δυτικοῖς, ΕΠΕ 2, 28).

Καὶ ἀλλοῦ:

«ἐβεβηλώθη τὰ ἅγια, φεύγουσι τοὺς εὐκτηρίους οἴκους οἱ ὑγιαίνοντες τῶν λαῶν ὡς ἀσεβείας διδασκαλεῖα, κατὰ δὲ τὰς ἐρημίας πρὸς τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Δεσπότην μετὰ στεναγμῶν καὶ δακρύων τάς χεῖρας αἴρουσιν… » (Μ. Βασιλείου, ἐπιστ. 92, Πρός Ἰταλούς καί Γάλλους Ἐπισκόπους, ΕΠΕ 3, 86 ΒΕΠΕΣ 55, 122).

Στὶς ἐρημιὲς λοιπὸν καὶ στὰ δάση, κάτω ἀπὸ τὴν βροχή, τὸν καύσωνα καὶ τὸν δυνατὸ ἄνεμο οἱ πιστοί, μεγάλοι καὶ μικροί, νέοι καὶ γέροι, δυνατοὶ καὶ ἀδύναμοι στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ διωγμῶν καὶ αἱρέσεως καὶ ὁ Ἅγιος τοὺς ὑμνεῖ καὶ τοὺς ἀναγνωρίζει γιὰ τὴν ὁμολογία τους, δὲν τοὺς καταδικάζει ὅπως ὁ π. Ἄγγελος. Δὲν τοὺς προτείνει τὴν «ἀσφάλεια» «εὐσεβῶν», ὀρθοδοξοφανῶν ἱερέων, ποὺ σίγουρα ὑπῆρχαν καὶ στὴν ἐποχή του.
Δὲν ὑπάρχει πουθενὰ κανένας ὕμνος κανένα τιμητικὸ σχόλιο γιὰ αὐτοὺς ποὺ δὲν φεύγουν στὶς ἐρημιές, γιὰ αὐτοὺς ποὺ δὲν τηροῦν τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ παντελοῦς διακοπῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς σιγονταριστὲς τῆς αἱρέσεως.
Δὲν τίμησε ἡ Ἐκκλησία τοὺς συμβιβαζομένους —παρόλο ποὺ δὲν ἄλλαξαν τὸ χριστιανικό τους φρόνημα— μὲ τοὺς Ρωμαίους, μὲ τοὺς Ἕλληνες, μὲ τοὺς Λατινόφρονες, μὲ τοὺς Κομμουνιστές, ἀλλὰ τοὺς ὁμολογητές.

Σήμερα, στέλνουν οἱ «ἀντιοικουμενιστὲς» καὶ τὸ φερέφωνό τους, ὁ π. Ἄγγελος, τὸ ποίμνιο ὄχι στὰ δάση, ὄχι στὴν ἐρημιά, ὄχι στὶς σπηλιές, ἀλλὰ φεῦ, στοὺς αἱρετικοὺς ἢ στοὺς «εὐσεβεῖς» γιὰ νὰ λειτουργηθοῦν, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι, εἴτε δὲν διακόπτουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί τους εἴτε τὴν διακόπτουν ἐπιλεκτικῶς καὶ μετὰ τὴν συνεχίζουν, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ ἀφορᾶ στεγνὲς τελετουργικὲς παραδόσεις χωρὶς σωτηριολογικὸ περιεχόμενο, χωρὶς παράλληλα ἤ, καλύτερα, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ἕτοιμοι, νὰ πᾶνε στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ δάση.

Ἀλήθεια μιὰ ἐρώτηση -ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀπαντηθεῖ- εἶναι ἡ ἀκόλουθη: Ποιός ὁρίζει, ποιός εἶναι εὐσεβὴς ἱερέας; Ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ καθενὸς ἢ ἡ συμφωνία τοῦ ἱερέα μὲ τὴν διαχρονικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἑτοιμότητά του νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὰ πρόβατα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος;

Ὁ π. Ἄγγελος ὅμως μᾶς λέει, κατὰ παρόμοιο τρόπο μὲ τοὺς οἰκουμενιστές, ὅτι ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε τὸν Κανόνα μὲ ἀκρίβεια, ἂς τὸν ἀνακηρύξουμε δυνητικό. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς μὲ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ ὁμολογήσουμε εἰλικρινὰ καὶ μὲ ταπείνωση τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν, λέγοντας τὸ ἀνθρώπινο «ἥμαρτον ἀδελφοί, γνωρίζω τί πρέπει νὰ κάνω, ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ μπορῶ» καὶ οἱ ἄλλοι νὰ μὴν τὸν ἀποπάρουν, ἀλλὰ νὰ τὸν περιβάλουν καὶ νὰ τὸν στηρίξουν μὲ ἀγάπη, διότι αὐτὸ ἔγινε μεταξὺ Ἁγ. Θεοδώρου καὶ Ἁγ. Νικηφόρου, παρόλο ποὺ ὁ π. Ἄγγελος δὲν τὸ ἀναφέρει. Ὁ δὲ Ἅγ. Νικηφόρος ἐπέτρεπε στὸν Ἅγιο, ὡς φόρο τιμῆς καὶ ἀναγνώρισης, νὰ κάθεται δεξιά του. Τίποτε δὲν εἶναι δύσκολο, ὅταν θέλουμε καὶ τίποτε δὲν εἶναι εὔκολο, ὅταν δὲν θέλουμε. Ἡ τιμὴ ποὺ ἔκφρασε ὁ Ἅγ. Νικηφόρος καὶ ἐκφράζει ὁ 15ος Κανόνας γιὰ τοὺς ἀποτειχισμένους, ἐκφράζεται γιατὶ ἡ ἀποτείχιση εἶναι μαρτύριο, εἶναι ἀγώνας, εἶναι πόλεμος μὲ μὴ σίγουρη τὴν ἐν ζωῇ ἐμπειρία τῆς νίκης. Εἶναι τιμὴ ποὺ κερδίζεται μὲ θυσίες καὶ μὲ αὐταπάρνηση. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ οἱ Ἅγιοι μᾶς προειδοποίησαν γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἔσχατους καιρούς, μᾶς εἶπαν, ὅτι λόγῳ τῶν δυσκολιῶν θὰ δικαιωθεῖ, ὅποιος ἀντέξει, ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν μέχρι τέλους.

Θὰ μιλήσω γιὰ τὸ πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου μὲ ἀποτέλεσμα οἱ αἱρετικοὶ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Μ. Βασιλείου νὰ γελοῦν μαζί μας, βλέποντας μας, ἀντὶ νὰ στηρίζουμε, μὲ ἔλεγχο φυσικά, ἀλλὰ χωρὶς καταδίκη, τοὺς συναγωνιστές μας, νὰ τοὺς καταδικάζουμε ἐκτὸς ἀγῶνος. Ἡ σύγχρονη ζωὴ καὶ τὸ πνευματικὸ καὶ ψυχικὸ κενό, ποὺ ἐπέφεραν ἡ διαφθορά, ὁ καταναλωτισμὸς καὶ ἡ σύγχρονη τεχνολογία ἄμβλυναν τὴν χριστιανικὴ συνείδηση καὶ ἔδεσαν τὸν ἄνθρωπο στὶς χαρὲς καὶ τὴν ἀνάπαυση τῆς ἐφήμερης ζωῆς. Ἔκαναν πιὸ εὔκολη τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ μὲ τὸν δυνητισμὸ ἢ τὸν γνωστὸ ἐθελοντισμὸ ὁπότε ἐμφανίζεται ὡς μάταιη ἢ παράλογη ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς σταυρικῆς ζωῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε ἡ βαθμιαία ἀλλοίωση τῆς Πίστεως καὶ ἡ ἄρνηση νὰ ἀκολουθήσουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἀποστόλων Του. Δυό παραδείγματα φθάνουν:

Γράφει ὁ π. Ἄγγελος: «Μεταξύ μνημονευόντων καί μή μνημονευόντων πρέπει νά ὑπάρχει ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀρκεῖ οἱ μνημονεύοντες νά μνημονεύουν ὀρθόδοξο ὡς πρός τό φρόνημα Ἐπίσκοπο, νά εἶναι ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά εἶναι πολέμιοι τῆς ληστρικῆς, αἱρετικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί ὑπέρμαχοι τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἱεροκανονικοῦ δικαιώματος τῆς ἀποτειχίσεως» (Δὲν ἐξηγεῖ ὅμως πῶς συμβαίνει τὸ παράδοξο, αὐτοὶ οἱ «ὀρθόδοξοι» Ἐπίσκοποι νὰ μνημονεύουν ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι ὑπέρμαχοι τῆς ἀποτειχίσεως !!!).

Γράφει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 6, 24): «Οὐδεὶς δύναται δυσὶν κυρίους δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ».

Γράφει ὁ π. Ἄγγελος: «Ἡ ἀνωτέρω ὁμάδα τῶν καλουμένων «Ἀποτειχισμένων» (σσ. τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ. Τὰ ψεύδη τοῦ π. Ἀγγέλου δὲν τὰ ἀναφέρω ἐδῶ) ἔχει ἐσφαλμένες θέσεις περί ἀποτειχίσεως καί σχισματικές, ζηλωτικές τάσεις. Δέχονται α) τό ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, β) τήν θεωρία τῶν συγκοινωνοῦντων δοχείων, γ) τήν θεωρία τοῦ μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων, λόγῳ μνημόνευσης… στ) ἔχουν ὡς αὐτοσκοπό τήν διακοπή μνημοσύνου, ζ) κατηγοροῦν, κρίνουν καί ἐξουθενώνουν τούς μνημονεύοντες… ἔχουν διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, δηλ. βρίσκονται σε ἀκοινωνησία, μέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, τούς ὁποίους θεωροῦν αἱρετικούς καί οἰκουμενιστές, ἐπειδή δέν προχωροῦν στή διακοπή μνημοσύνου».

Γράφει ὁ Παῦλος (Β’ Κορ. 6, 17-18): «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ», (Β Κορ. 6, 15): «τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».

Διαβάζει ὁ π. Ἄγγελος ἄλλο Εὐαγγέλιο; Ἰδίως αὐτὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ὅτι δηλαδὴ δέν δύναται κάποιος νὰ δουλεύει καὶ νὰ ὑπηρετεῖ δύο κυρίους, δὲν ἔχει τὴν ἐφαρμογή της μόνο στὸ γεγονός, ὅτι δὲν δύνασαι συγχρόνως νὰ ὑπηρετεῖς τὸν Θεό καί τὸν μαμωνᾶ, ἀλλὰ ἀναφέρεται καὶ στὰ θέματα τῆς πίστεως. Δηλαδὴ δὲν δύναται κάποιος νὰ ὑπηρετεῖ συγχρόνως καὶ νὰ ἀκολουθεῖ καὶ τήν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν αἵρεση, νά ὁμολογεῖ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ συγχρόνως νὰ συντάσσεται καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τοὺς Οἰκουμενιστές καὶ τοὺς λειτουργούς τους, νὰ κατηγορεῖ τὸ Π.Σ.Ε. καί συγχρόνως νά ἀνήκει μέσῳ τῆς ἱεραρχίας του καὶ τῆς μνημονεύσεως της σ’ αὐτό. Ἀλήθεια π. Ἄγγελε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὺν τῷ μητροπολίτῃ σας ἀπεχώρησε ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε. τὸ ὁποῖο ἐσεῖς καταδικάζετε;

Γράφει ὁ π. Ἄγγελος, ὅτι ὅποιος μνημονεύει τὴν Ἱ. Σύνοδο δὲν ἁμαρτάνει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταδικάζουμε μία ὁλόκληρη Σύνοδο. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὅμως τὸν διαψεύδει. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ποὺ ἔλαβαν τὸν τιμητικὸ τίτλο «Ὁμολογητής», τὸν ἔλαβαν διότι σὲ καιρὸ ποὺ νόθευε ἡ σύνοδος, αὐτοὶ ὁμολογοῦσαν. Δὲν πρέπει νὰ ἔχει διαβάσει κανεὶς πολλὰ οἰκουμενιστικὰ κείμενα, γιὰ νὰ διακρίνει, ὅτι ὁ π. Ἄγγελος καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς χρησιμοποιοῦν τὸ ἴδιο ἐπιχείρημα. Δυστυχῶς ψεύδεται καὶ ψεύδεται συνειδητὰ ὁ π. Ἄγγελος. Ὁ Νορβηγὸς θεατρικὸς συγγραφέας Ἑρρῖκος Ἴψεν ἐφηῦρε γιὰ αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ ψεύδους τὸν ὅρο «ζωτικὸ ψεῦδος». Κάθε ζωτικὸ ψεῦδος ἀπαιτεῖ τεχνάσματα συγκάλυψης ποὺ ἐξυπηρετοῦν τοὺς σκοπούς μας καὶ ἀποσιωποῦν τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια. Αὐτὴ ἡ συγκάλυψη καὶ ἡ ὀνοματικὴ ἀπόκρυψη τοῦ ἐνόχου μᾶς καθιστᾶ αὐτομάτως ἐνόχους. Διότι ὁ ἔνοχος δὲν κατονομάζει τὸν ἔνοχο.

Ὁμοφυλοφιλία, ὁμοφυλοφιλική «οἰκογένεια», τρανσεξουαλικότητα, μητρικός δανεισμός, εὐθανασία, γονιδιακὴ ἐπανάσταση, ἐκμετάλλευση, φτώχεια, πείνα, μαγεία, παγανισμός, διεθνισμός, ἀνεκτικότητα Παγκοσμιοποίηση, μηδενισμός, ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς «Ἐκκλησία», Οἰκουμενισμός! Ποτὲ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία δὲν ἐμφανίστηκε τέτοια πτώση καὶ τόσο μηδαμινὴ ἀντίδραση ἀπὸ τὴν Ἰεραρχία. Ποτὲ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία δὲν συνυπῆρχαν σὲ μία Ἱερὰ Σύνοδο εἰρηνικὰ καὶ συλλειτουργοῦντες ἐπὶ δεκαετίες –ὅπως σήμερα– αἱρετίζοντες καὶ ὑποτιθέμενοι «ὀρθοτομοῦντες» Ἐπίσκοποι. Ποτὲ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία δὲν κώφευαν καὶ δὲν ὑπάκουαν οἱ ἱερεῖς σὲ μία βλάσφημη καὶ νοσηρὴ κατάσταση, ὅπως σήμερα. Ἄρα ὅλοι εἶναι συμμέτοχοι στὸ ἀνίερο ἔργο ποὺ λαμβάνει μέρος καὶ σ’ αὐτοὺς μᾶς συμβουλεύει ὁ π. Ἄγγελος νὰ πηγαίνουμε νὰ λειτουργούμαστε καὶ νὰ τοὺς μνημονεύουμε.

Αὐτοὺς τοὺς ἀσυνεπεῖς «ἀντιοικουμενιστές» ρωτάει ὁ Παῦλος: «λογίζῃ δὲ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε, ὁ κρίνων τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας καὶ ποιῶν αὐτά, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ;» (Πρὸς Ρωμ. 2, 3). Ὁ δὲ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς συμπληρώνει «αὐτοὶ ποὺ προσποιητὰ ὁμολογοῦν τὴν ὑγιῆ πίστη, ἔχουν ὅμως κοινωνία μὲ ὅσους φρονοῦν διαφορετικά, ἂν δὲν ἀκούσουν τὶς νουθεσίες μας,ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχουμε κοινωνία μαζί τους, ἀλλὰ οὔτε ἀδελφοὺς νὰ τοὺς ὀνομάζουμε….» (Ὁμολογία περὶ τῆς ὀρθῆς Πίστεως).

Ρωτάει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ποῦ λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ κατατάξουμε αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν καὶ συγχρόνως ἀρνοῦνται τὸν Θεό; Μὲ τοὺς πιστούς; Μὲ τὰ ἔργα ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Μὲ τοὺς ἀπίστους; Ἀλλὰ μὲ τὴν γλῶσσα τὸν ὁμολογοῦν… Ἀπὸ ποῦ θὰ διακρίνουμε τὸν πιστὸ ἀπὸ τὸν ἄπιστο τὸν φωτισμένο ἀπὸ τὸν ἀφώτιστο, μὲ ἄλλα λόγια, τὸν βαπτισμένο κατὰ Χριστὸν καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν ἀβάπτιστο καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν διάβολο; Ὄχι ἀπὸ τοὺς λόγους, ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα, ὄχι ἀπὸ τοὺς τρόπους;Ἐὰν λοιπὸν κάποιος ἐξομοιώνεται σ’ αὐτὰ μὲ τοὺς ἀφώτιστους, ἂν καὶ λέγει, ὅτι εἶναι βαπτισμένος κατὰ Χριστόν, εἶναι σαφές, ὅτι δὲν ἔχει πάψει νὰ ἀνήκει στὴν συμμορία ἐκείνων» (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁμιλία μὲ θέμα τοὺς τυφλούς).

Τελικὰ ἀπὸ ποιοὺς Ἁγίους διδάχθηκε ὁ π. Ἄγγελος αὐτὰ ποὺ γράφει; Τί εἴδους ὁμολογία κηρύττει: Ὁμολογία μόνο μὲ λόγια ἢ βαρύγδουπες δηλώσεις τοῦ εἴδους τῆς μητροπόλεως Πειραιᾶ ἄνευ ὅμως ἔργων; Ὁμολογία ποὺ εἶναι στηριγμένη σὲ δικανικὰ ἐφευρήματα μὲ τὴν συνοδεία αὐθαιρέτων καὶ διακατεχομένων ἀπὸ πάθη ἔργων; Ὁμολογία ἀνθρώπων, ποὺ ἐπιζητοῦν ἡγετικὸ ρόλο στὰ τῆς Πίστεως, ἐκφράζοντας σκανδαλώδεις ἀπόψεις πάνω σὲ θεμελιώδη θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀλλὰ καὶ στὸ θέμα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπὶ Βέκκου ἀποκρύπτει ὁ π. Ἄγγελος τὴν ἀλήθεια. Διότι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸ συνειδητὸ λάθος του ἀποκρύπτει τοὺς ἀκόλουθους λόγους τῶν Πατέρων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, μιᾶς καὶ ἀναιροῦν τὴν ἀπαράδεκτη ἐπιχειρηματολογία του περὶ μνημόνευσης:

«Εἰ τοῦτο καταδεξόμεθα, τὸ ὀρθόδοξον, καὶ ἐν ἑνὶ τὸ πᾶν ἀνατρέπομεν· καὶ ἐν ὅσοις οἱ ἀναξίως δεχόμενοι ἀνατρέπουσιν. Λέγουσι γὰρ καὶ οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες, «εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, ἀφοριζέσθω· καὶ ἀλλαχοῦ,ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητος ἔσται, ὡς συγχέων τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πάλιν· ὁ αἱρετικὸν δεχόμενος, τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». Ἐν ὅσοις γοῦν οὗτοι ἐγκαλούμενοι ὑπὸ εὐθύνας εἰσίν, τοῖς αὐτοῖς ἅπασι καὶ ἡμεῖς εἰ καταδεξοίμεθα, παρὰ τῶν θείων κανόνων τῶν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφαινομένων, ὑπόδικοι γενόμεθα· οὐκ ἔστι τοῦτο τοῦ πονηροῦ· ὃς σκότος ὤν, τὸ φῶς ὑποκρίνεται;·» (βλ. V. Laurent et J. Darrouzes, Dossier Grec de l’ Union de Lyon 1273-1277, Paris 1976 σελ. 395).

Ὅπως καὶ δὲν ἀναφέρει ὁ π. Ἄγγελος, ὅτι οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγ. Ὄρους ποὺ κράτησαν μέση γραμμή, δὲν τιμοῦνται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας:

«…Ὄθεν καὶ ἐν τῆ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Λαύρᾳ ἐλθών, οἱ ἐν αὐτῷ οἰκοῦντες φόβῳ καὶ δειλίᾳ, ὡς οὐκ ἔδει, ληφθέντες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν φιλοψυχήσαντες, καὶ προκρίναντες οἱ τάλανες τῶν αἰωνίων τὰ πρόσκαιρα, καὶ ὡς ὁ Δημᾶς ἀγαπήσαντες τὸν νῦν αἰῶνα, καὶ χωρίς βασάνων καὶ ἀπειλῶν θᾶττον ὑπέκυψαν προδόντες τὴν ἑαυτῶν εὐσέβειαν, καὶ μετὰ φώτων καὶ ὕμνων καὶ προπομπῆς τοῦτον ἐδέξαντο, ὡς τέκνα μωμητὰ, ὡς οἱ παράνομοι καὶ ἀλλότριοι τοῦ ἑαυτῶν πατρὸς [ἁγίου Ἀθανασίου], ἐν τῷ κυριακῷ ἱερουργήσαντες ἀνιέρωςμετὰ τῶν σὺν αὐτῷ Λατίνων καὶ λατινοφρόνων, τὴν ἀναφορὰν ἐποιήσαντο τῶν αἱρετιζόντων, τοῦ Πάπα λέγω δὴ καὶ τοῦ Πατριάρχου σὺν τῷ βασιλεῖ». (βλ. Ἀρχιμανδρίτου Ἀνδρονίκου. Δημητρακοπούλου «Ἡ Ἱστορία τοῦ Σχίσματος» ἐκδ. Τῆνος, 1996, σελ. 99).

Ἂν λοιπὸν ὁ π. Ἄγγελος δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσει καὶ νὰ χάσει δόξες, πλήθη, ἀναγνωρίσεις, διακρίσεις, δημοσιότητα καὶ ἀποδοχή, ἂς ἀφησει τὸ μικρὸ ποίμνιο τουλάχιστον νὰ προσπαθήσει νὰ ἐφαρμόσει, παρὰ τὶς ἁμαρτίες του, αὐτὰ ποὺπροστάζει ἡ Ἐκκλησία.

«Μικρόν μοι το ποίμνιον; Ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ κρημνῶν φερόμενον. Στενή μοι ἡ μάνδρα, πλὴν λύκοις ἀνεπίβατος, πλὴν οὐ παραδεχομένη ληστήν, οὐδὲ ὑπερβαινομένη κλέπταις καὶ ξένοις» (Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Σχισματικὸς καὶ ὁ Ἅγιος π. Ἄγγελε;

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλο

Advertisements

Ο Άγιος Ισίδωρος και οι 72 μάρτυρες.Τους έπνιξαν οι ρωμαιοκαθολικοί την ημέρα των Θεοφανείων επειδή δεν πρόδωσαν την πίστη τους

Αποτέλεσμα εικόνας για СВЯЩЕННОМУЧЕНИК ИСИДОР ЮРЬЕВСКИЙ, ПРЕСВИТЕР

Στις περιοχές όπου τα Θεοφάνεια το νερό παγώνει η διαδικασία αγιασμού των νερών είναι διαφορετικη.Πρώτα κόβεται ένα κομμάτι πάγου,συνήθως σε σχήμα σταυρού και έπειτα βυθίζεται ο σταυρός από τον επίσκοπο ή τον ιερέα.

*********

Την ίδια διαδικασία ακολούθησε και ο ιερέας Ισίδωρος στον ποταμό Ομόβζχα(σήμερα Εμαζόγκι)στο Γιούριεβ της Εσθονίας.
Μόλις αγίασε τα ύδατα του ποταμού κατά την ημέρα των Θεοφανείων συνελήφθη μαζί με τους ενορίτες που παρεβρέθηκαν στην ακολουθία.Σύνολο 73 άτομα.Η αιτία που τους συνέλαβαν ήταν ότι δεν ήθελαν να γίνουν ρωμαιοκαθολικοί.
 Ο ιερέας Ισίδωρος είχε από καιρό μπει στο στόχαστρο,επειδή  ενίσχυε τους ορθοδόξους για να μην προδώσουν την πίστη τους ακόμη και αν τους βασανίσουν.
Αφού τους φυλάκισαν τους έδωσαν ένα μικρό χρονικό περιθώριο.Εν τω μεταξύ ήρθε και η δικαστική απόφαση η οποία πάρθηκε στο Γιούριεβ παρουσία του ρωμαιοκαθολικού επισκόπου Ανδρέα και των ευγενών της πόλης.Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο π.Ισίδωρος είχε ενισχύσει ακόμη περισσότερο την πίστη των ενορίτών τους οποίους και κοινώνησε με τα τίμια δώρα που έφερε επάνω του.Μεταξύ τους βρισκόνταν και πολλές γυναίκες και παιδιά.

 Αφού είδαν την σταθερότητα της πίστης των ορθοδόξων,αποφάσισαν να τους πνίξουν.Τους χτύπησαν και τους έσυραν στο ποτάμι στο οποίο είχαν τελέσει τον αγιασμό και τους έσπρωξαν μεσά στην τρύπα σε σχήμα σταυρού που είχαν ανοίξει.

 Την άνοιξη,όταν οι πάγοι έλιωσαν εμφανίστηκαν τα λείψανα των 73 μαρτύρων τα οποία οι πιστοί άρχισαν να τιμούν.Η αγιοκατάταξή τους έγινε το 1897.
Όλα αυτά συνέβησαν το 1472.

Η μνήμη τους τιμάται στι 8 Ιανουαρίου.

Σημείωση-Παρότι το 1463 ο μεγάλος πρίγκηπας Ιωάννης ο 3ος της Μόσχας είχε υπογράψει ένα σύμφωνο με τους ιππότες της Livonia το οποίο έλεγε όπως να σεβαστούν την ελευθερία των ορθοδόξων και να μην τους επιβάλλουν τον ρωμαιοκαθολικισμό,οι γερμανοί καθολικοί ιππότες δεν το σεβάστηκαν.Απείλησαν και βασάνισαν τον ορθόδοξο λαό.Και ο πιο μεγάλος προστάτης της Ορθοδοξίας ήταν ο Άγιος ιερομάρτυρας Ισίδωρος.

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Συμβολή στο θέμα της διακοπής μνημοσύνου

Ἐν Πειραιεῖ 10-1-2018

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος, ἐφημ. Ἱ. Ν. Εἰσοδίων Θεοτόκου Παναγίας Ὀδηγητρίας, Λόφου Βώκου Πειραιῶς

Τό πιό φλέγον, καυτό καί ἐπίκαιρο θέμα, πούἀπασχολεῖ τήν ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα τόντελευταῖο καιρό, καί ἰδίως μετά τήν ψευδοσύνοδοτῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016), εἶναι αὐτό τῆςἐκκλησιαστικῆς, ἱεροκανονικῆς καί ἁγιοπατερικῆςὁδοῦ τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶνὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν ΠατριαρχῶνἈρχιεπισκόπωνΜητροπολιτῶν καί Ἐπισκόπων στίς ἱερέςἀκολουθίες καί στήν Θεία Λειτουργία. Γύρω ἀπ’αὐτό θά θέλαμε νά σημειώσουμε τά ἑξῆς :

Α) Ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων ὀφείλει νά ἐφαρμόζεται σύμφωνα μέ τήν ὀρθοδόξως ἑρμηνευόμενη Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὀρθῶς ἑρμηνευόμενη πράξη τῶν Ἁγίων Πατέρων, τόν ὀρθῶς ἑρμηνευόμενο 31ο Ἀποστολικό Ἱερό Κανόνα καί τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου.

Θά ρωτοῦσε κανείς˙ γιατί σέ ἕνα τόσο σοβαρό θέμα δέν ἐκδόθηκαν ἰδιαίτεροι Κανόνες, παρά μόνο οἱ ἀνωτέρω δύο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ ἁπλή. Δέν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, διότι ἀπό τα πρῶτα χριστιανικά χρόνια, ἡ διακοπή κάθε πνευματικῆς σχέσεως μέ οἱονδήποτε κήρυσσε αἵρεση ἦταν δεδομένη. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, αὐτός ὁ μεγάλος πρόμαχος της Ὀρθοδοξίας, σ’ ἕνα θαυμάσιο χωρίο του ἀναφέρει σχετικά : «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι, καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί, φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσιν καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι». Αὐτό εἶναι τό γενικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας, καί γι’αὐτό δέν ἀσχολήθηκαν εἰδικότερα οἱ ἱεροί Κανόνες.

Β) Ὁ 31ος Ἱερός Ἀποστολικός Κανών διορίζει ἐπακριβῶς ὅτι : «Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς συναγάγῃ, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ, μηδὲν κατεγνωκώς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος· τύραννος γάρ ἐστιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται· οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ ἐπισκόπου γινέσθω»[1].

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρμηνεύοντας τόν παραπάνω Ἱερό Κανόνα, ἀναφέρει : «Τάξις συνέχει καί τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον. Πρέπει, λοιπόν, ἡ εὐταξία πανταχοῦ μέν να φυλάττηται ὡς συνεκτική και συστατική, καί μάλιστα δέ εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χρέος νά γνωρίζωσιν ὁ καθείς τά ἰδικά των μέτρα, καί τά ὅρια τῆς οἰκείας τάξεως νά μή ὑπερβαίνουσιν. Ἀλλ’ οἱ μέν Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι καί κληρικοί πάντες νά ὑποτάσσωνται εἰς τόν ἰδικόν τους Ἐπίσκοπον˙ οἱ δέ Ἐπίσκοποι εἰς τόν ἰδικόν τους Μητροπολίτην˙ οἱ δε Μητροπολῖται εἰς τόν ἰδικόν τους Πατριάρχην. Διά τοῦτο καί ὁ παρών Ἀποστολικός κανών διορίζεται οὕτως ˙ Ὅποιος Πρεσβύτερος ἤθελε καταφρονήσῃ τόν ἰδικόν του Ἐπίσκοπον, καί χωρίς νά γνωρίσῃ αὐτόν πῶς σφάλλει φανερά ἤ εἰς τήν εὐσέβειαν ἤ εἰς τήν δικαιοσύνην˙ ταὐτόν εἰπεῖν, χωρίς νά γνωρίση αὐτόν πῶς εἶναι φανερά ἤ αἱρετικός ἤ ἄδικος, ἤθελε νά συμμαζώνῃ κατ’ἰδίαν τούς Χριστιανούς, καί κτίσας ἄλλην ἐκκλησίαν, ἤθελε λειτουργῇ εἰς αὐτήν ξεχωριστά, χωρίς τήν ἄδειαν καί γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου του, ὁ τοιοῦτος ὡς φίλαρχος, ἄς καθαίρηται˙ ἐπειδή ὡς τύραννος μέ βίαν καί τυραννίαν, ζητεῖ νά σφετερίσῃ τήν ἀνήκουσαν ἐξουσίαν τῷ Ἐπσικόπῳ του. Ἀλλά καί ὅσοι μέν ἄλλοι κληρικοί συμφωνήσουν μέ αὐτόν εἰς τήν τοιαύτην ἀποστασίαν, ἄς καθαίρωνται παρομοίως καί αὐτοί˙ ὅσοι δέ λαϊκοί, ἄς ἀφορίζονται. Ταῦτα ὅμως νά γίνωνται, ἀφ’ οὗ ὁ Ἐπίσκοπος παρακινήσῃ μέ γλυκάδα καί ἡμερότητα τρεῖς φοραῖς τούς ἀπ’αὐτοῦ χωρισθέντας νά λείψουν ἀπό τοιοῦτον κίνημα, καί αὐτοί σταθοῦν εἰς τό πεῖσμα των. Ὅσοι δέ χωρίζονται ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν τους πρό συνοδικῆς ἐξετάσεως, διατί αὐτός κηρύττει δημοσίᾳ κᾀμμίαν κακοδοξίαν καί αἵρεσιν, οἱ τοιοῦτοι, ὄχι μόνον εἰς τά ἀνωτέρω ἐπιτίμια δέν ὑπόκεινται, ἀλλά καί τήν πρέπουσαν εἰς τούς Ὀρθοδόξους τιμήν ἀξιώνονται, κατά τόν ιε΄ τῆς α΄ καί β΄».

Γ) Ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἐπί ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου Πατριάρχου Κων/λεως (861 μ.Χ.)διορίζει ἐπακριβῶς ὅτι : «Τά ὁρισθέντα περί πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν πολλῷ μᾶλλον ἐπί Πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε εἴ τις Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης τολμήσοι ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πατριάρχην κοινωνίας, καί μή ἀναφέροι τό ὄνομα αὐτοῦ κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον, ἐν τῆ θείᾳ Μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσοι· τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι εἴ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καί ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε καί ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καί σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γάρ δι’ αἵρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων, ἤ Πατέρων, κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς προς τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»[2].

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρμηνεύοντας τόν παραπάνω Ἱερό Κανόνα, ἀναφέρει : «Ἑκεῖνα ὁποῦ οἱ ἀνωτέρω Κανόνες (ιγ’ καί ιδ’) ἐδιώρισαν περί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, τά αὐτά διορίζει, καί πολλῶ μᾶλλον, ὁ παρών Κανών, περί Πατριαρχῶν, λέγων ὅτι, ὅστις Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης ἤθελε χωρισθῆ ἀπό τήν συγκοινωνίαν τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ, καί δέν μνημονεύη τό ὄνομα αὐτοῦ κατά τό σύνηθες (ὁ Μητροπολίτης δηλ. μόνος˙ ὁ γάρ Πρεσβύτερος τοῦ Ἐπισκόπου του τό ὄνομα μνημονεύει, ὁ δέ Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου του) πρό τοῦ νά φανερώσουν τά κατά τοῦ Πατριάρχου αὐτῶν εἰς τήν Σύνοδον καί παρά τῆς Συνόδου αὐτός νά κατακριθῆ˙ οὖτοι, λέγω, πάντες νά καθαίρωνται παντελῶς, οἱ μέν Ἐπίσκοποι καί Μητροπολῖται, πάσης Ἀρχιερατικῆς ἐνεργείας, οἱ δέ Πρεσβύτεροι, πάσης Ἱερατικῆς. Πλήν ταῦτα μέν νά γίνωνται, ἐάν δι’ ἐγκλήματα τινά, πορνείαν θετέον, ἱεροσυλίαν καί ἄλλα, χωρίζονται οἱ Πρεσβύτεροι ἀπό τούς Ἐπισκόπους των, οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τούς Μητροπολίτας των, καί οἱ Μητροπολίτες ἀπό τούς Πατριάρχας των». Μέ ὑποσημείωσι στό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει ὁ ἅγιος : «Ἀγκαλά καί ὁ λα΄ Ἀποστολικός ἀνεύθυνον κρίνει καί τόν χωριζόμενον, ἐάν γνωρίζει αὐτόν καί ἄδικον». Ἐάν δέ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί καί τήν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία… (Μέ ὑποσημείωσι στό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει ὁ ἅγιος : «Ἀπό τόν λόγον τοῦτον τοῦ Κανόνος φαίνεται ὅτι δέν πρέπει τινάς νά χωρίζηται, κατά τόν Βαλσαμῶνα, ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν του, ἐάν αὐτός ἔχη μέν καμμίαν αἵρεσιν, τήν φυλάττει, ὅμως, εἰς τό κρυπτόν καί δέν τήν κηρύττει˙ τυχόν γάρ αὐτός πάλιν ἀφ’ἑαυτοῦ μετά ταῦτα νά διορθωθῆ») …καί διά τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτούς ὑποκείμενοι, καί πρό τοῦ νά γένη ἀκόμη συνοδική κρίσις περί τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν».

Ὁ παραπάνω Ἱερός Κανών εἶναι σύμφωνος καί μέ ἄλλους Ἱερούς Κανόνες Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως ὁ λα΄ Ἀποστολικός, ὁ στ΄ τῆς ἐν Γάγγρα Τοπικῆς Συνόδου (340), ὁ ε’ τῆς ἐν Ἀντιοχεία Τοπικῆς Συνόδου (341), οἱ ι΄, ια΄ και ζβ΄ τῆς ἐν Καρθαγένη Τοπικῆς Συνόδου (419), ὁ ιη’ τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (451), οἱ λα΄ καί λβ΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκ. Συνόδου (691), καί οἱ ιβ΄, ιγ΄, ιδ΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου (861).

Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἀποτελεῖται ἀπό δύο μέρη.

Τό πρῶτο μέρος ἀρχίζει ἀπό τήν φράση «Τά ὁρισθέντα…» καί καταλήγει στήν φράση «…Ἐκκλησίας διασπώντων». Αὐτό τό μέρος εἶναι συνέχεια τῶν δύο προηγουμένων Ἱερῶν Κανόνων, τοῦ 13ου καί τοῦ 14ου, οἱ ὁποῖοι μιλοῦν γιά τήν ἀπαγόρευση διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Μητροπολίτου ἀπό τούς διακόνους καί πρεσβυτέρους καί τοῦ Ἐπισκόπου ἀπό τόν Μητροπολίτη. Ὁ 15ος Κανών τώρα ἀναφέρεται στήν ἀπαγόρευση διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου ἀπό τούς Μητροπολίτες καί τούς Ἐπισκόπους. Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή ἰσχύει «περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων» καί «πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως». Δηλ. ἀπαγορεύει ὁ Κανών τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου γιά θέματα διοικητικά καί ἠθικά πρό συνοδικῆς κατακρίσεώς του, διότι οἱ διακόπτοντες τήν μνημόνευση σχίσμα ποιοῦν καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διασποῦν.

Τό δεύτερο μέρος ἀρχίζει ἀπό την φράση «Οἱ γάρ δι’αἵρεσιν…» καί τελειώνει στήν φράση «…ἐσπούδασαν ρύσασθαι».

Δ) Σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας Βαλσαμῶνος, ἐκεῖνα πού διόρισαν οἱ ἀνωτέρω 13ος καί 14ος Κανόνες περί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, τά ἴδια διορίζει καί πολύ περισσότερο ὁ παρών Κανών (15ος) περί Πατριαρχῶν, λέγοντας ὅτι ὅποιος Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης τολμήσει νά χωρισθεῖ ἀπό τήν συγκοινωνία τοῦ Πατριάρχου του καί δέν μνημονεύει τό ὄνομά του κατά τό σύνηθες, προτοῦ φανερώσουν τά κατά τοῦ Πατριάρχου τους στή Σύνοδο καί ἀπό τήν Σύνοδο αὐτός νά καταδικασθεῖ, αὐτοί, λέγει, ὅλοι νά καθαιροῦνται παντελῶς. Τότε ρώτησε κάποιος ἀπό τούς Πατέρες˙ ἐάν γιά εὔλογη αἰτία, π.χ. γιά πρόφαση αἱρέσεως, κόψει κάποιος τό μνημόσυνο τοῦ ἀνωτέρου του, πρίν ἀναμείνει τήν συνοδική ἀπόφαση, γιατί αὐτός νά τιμωρεῖται μέ καθαίρεση; Τότε, εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι ὅλ’αὐτά, πού ὀρίσαμε, ἐννοοῦνται, ὅταν πρόκειται γιά κάποια ἐγκληματική ὑπόθεση, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας κάποιος ἀποσχισθεῖ ἀπό τόν ἀνώτερό του καί μ’αὐτόν τόν τρόπο διαρρήξει τήν ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν, ὅμως, ὄχι γιά ἐγκληματική αἰτία, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, γιά αἱρεση, πού ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, χωρισθεῖ κάποιος ἀπό τόν ἀνώτερό του, κόπτοντας τό μνημόσυνό του, ὁ ὁποῖος (ἀνώτερος) ἀνερυθριάστως διδάσκει διδάγματα ἀλλότρια ἀπό τό ὀρθό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, σ’αὐτόν ἐπιτρέπεται, ἐάν θέλει, νά ἀποχωρισθεῖ ἀπό τήν συγκοινωνία τοῦ ἀνωτέρου του, καί πρίν νά ἐκδοθεῖ συνοδική καταδικαστική ἀπόφαση, πολύ δέ περισσότερο καί μετά ἀπό αὐτήν˙ ὁπότε αὐτός, ὄχι μόνο δεν τιμωρεῖται μέ καθαίρεση, σύμφωνα μέ τήν γενική διάταξη τοῦ Κανόνος αὐτοῦ, ἀλλά θά τιμηθεῖ μάλιστα κτλ. Ἐν ὀλίγοις, λοιπόν, ὁ παρών κανών λέγει τά ἐξῆς :

Ἀπαγορεύεται στό ἑξῆς, γιά πρόληψη σχισμάτων, νά ἀποκόπτει ὁ κατώτερος τό μνημόσυνο τοῦ ἀνωτέρου του, πρίν γίνει Συνοδικό δικαστήριο καί ἐκδοθεῖ καταδικαστική ἀπόφαση κατά τοῦ ἀνωτέρου. Αὐτόν δέ, πού τολμᾶ νά παραβεῖ τήν διάταξη αὐτή, τιμωρεῖ μέ καθαίρεση. Ἐξαιρετικῶς τότε ἀφήνεται ἀτιμωρητί ἐλεύθερος στήν προαίρεσή του νά πράξει κατά τό δοκοῦν σ’αὐτόν, καί, ἐάν θέλει νά κόψει τό μνημόσυνο, χωρίς νά ἀναμείνει τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου, ὅταν πρόκειται γιά αἵρεση, ἀναγνωρισμένη ὡς τέτοια ἀπό τήν Ἐκκλησία (κατεγνωσμένην ὑπό τῶν Ἁγίων Συνόδων), τήν ὁποία διδάσκει ὁ ἀνώτερος αὐτός, ὁπότε αὐτός, πού στην περίπτωση αὐτή ἀποκόπτει τό μνημόσυνο, ὄχι μόνο δέν τιμωρεῖται, ἀλλά καί ἄξιος τιμῆς εἶναι˙ τό «ἐάν αὐτόν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἀπό τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ», σημαίνει τήν προαίρεση, δηλ. ἐάν θελήσει, καί ὄχι ἐπιβολή ἐκκοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Ἑπομένως, σέ περίπτωση αἱρέσεως, ὅπου ἀφήνεται στήν προαίρεση τοῦ καθενός, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν γενικό κανόνα, δηλ. αὐτός πού μνημονεύει μέχρι νά ἐκδοθεῖ Συνοδική ἀπόφαση, ἐντάξει εἶναι, καί αὐτός πού ἀποκόπτει τό μνημόσυνο, χωρίς νά ἀναμείνει τήν ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. πρίν ἐκδοθεῖ ἀπόφαση Συνοδική, καί αὐτός ἐντάξει εἶναι˙ μάλιστα ὁ τελευταῖος αὐτός καί τιμῆς ἄξιος εἶναι. Ὅλ’αὐτά γίνονται ἐξαιρετικῶς μόνο ὅταν πρόκειται γιά γνωστή αἵρεση, ἡ ὁποία ἔχει καταδικασθεῖ ὡς τέτοια ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ δέν διορίζει πουθενά ἀπαγορεύσεις μνημοσύνων καί αἰωνίους κολάσεις γιά ὅσους δέν διακόπτουν τήν μνημόνευση. Ὁ Κανών δέν θά μποροῦσε νά εἶναι τόσο ἄδικος καί νά ἀπειλεῖ αὐτομάτως, ἅμα τῇ παραβάσει, μέ καθαίρεση καί αἰώνια κόλαση, καί νά μήν λαμβάνει ὑπ’όψιν τήν ὡς ἐπί τό πλεῖστον μικρή παιδεία τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι, μή ἔχοντας τίς δέουσες θεολογικές γνώσεις, γιά νά διακρίνουν, ἄν ὁ ἀνώτερός τους, τόν ὁποῖο ἐξακολουθοῦν καί μνημονεύουν, ἀναμένοντας τήν κρίση τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι πράγματι αἱρετικός ἤ ὄχι. Σέ κανένα μέρος τοῦ Κανόνος αὐτοῦ δέν ὁρίζεται ἀπαγόρευση τοῦ μνημοσύνου καί αἰώνια κόλαση στούς μνημονεύοντες, ἔστω καί ἄν εἶναι αἱρετικός ὁ ἀνώτερός τους, πρίν ἡ Ἐκκλησία ἐκφέρει τήν ἀπόφασή της. Τότε, βέβαια, οἱ μνημονεύοντες θά ἦταν ὑπεύθυνοι, ἄν, μετά τήν καταδικαστική ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας, ἐξακολουθοῦσαν νά μνημονεύουν[3].

Σκόπιμο κρίνουμε ν΄ ἀναφέρουμε ἐδῶ τά ὅσα ὁ γνωστός Σέρβος κανονολόγος Ἐπίσκοπος Μίλας, μέ εἰδική μελέτη του στόν ἀνωτέρω Κανόνα καί ἐπί του σημείου αὐτοῦ, τονίζει : «Ἐάν ὁ Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης ἤ Πατριάρχης ἄρξηται νά διακηρύττῃ δημοσίᾳ ἐπ’ἐκκλησίας αἱρετικήν τινά διδαχήν, ἀντικειμένην πρός τήν Ὀρθοδοξίαν, τότε οἱ ὑποτασσόμενοι αὐτῷ κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καί χρέος νά ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα ἐκείνων, διό οὐ μόνον εἰς οὐδεμίαν θέλουσι ὑποβληθῆ κανονικήν ποινήν, ἀλλά θέλουσι καί ἐπαινεθῆ εἰσέτι, καθ’ὅσον διά τούτου, δέν κατέκριναν καί δέν ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τῶν νομίμων Ἐπισκόπων, ἀλλ’ἐναντίον ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων˙ οὔτε ἐδημιούργησαν τοιουτοτρόπως σχίσμα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλ’ἀντιθέτως ἀπήλλαξαν τήν Ἐκκλησίαν, ἐν ὅσῳ ἠδυνήθησαν μέτρῳ, τοῦ σχίσματος καί τῆς διαιρέσεως»[4].

Ε) Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς ΑΒ΄ Συνόδου (861), θέλοντας νά δώσουν ἕνα τέλος στά σχίσματα, πού συνετάραξαν τήν Ἐκκλησία κατά τόν 8ο καί 9ο αἰώ., νομοθέτησαν τούς Ἱερούς Κανόνες 13ο, 14ο καί 15ο, διά τῶν ὁποίων ἀπαγόρευαν αὐστηρά στούς Ὀρθοδόξους νά διακόπτουν τήν μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶς προϊσταμένων τους πρό συνοδικῆς κρίσεώς τους. Γιά νά μήν ἐννοηθεῖ, ὅμως, ὅτι, διά τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς, ἀφαιρεῖται τό δικαίωμα τῶν Ὀρθοδόξων νά διακόπτουν τήν μνημόνευση πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό ὅσους κηρύσσουν κάποια αἵρεση, οἱ σοφοί Πατέρες ἔθεσαν στό τέλος τοῦ 15ου Ἱεροῦ Κανόνος τήν ἑξῆς ἐπεξήγηση : Στά ἐπιτίμια τῶν Ἱερῶν Κανόνων δέν ὑπόκειται, ὅποιος ἀποσχίζεται πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό ἐπίσκοπο, πού κηρύσσει κάποια αἵρεση· ἀντιθέτως, εἶναι ἀξιέπαινος.

Τὸ οὐσιαστικὸ «ἀποτείχισις» παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἀποτειχίζω», τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὰ Λεξικὰ καί τό Μέγα Λεξικὸ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσας τῶν Liddell – Scott, σημαίνει «ὀχυρώνω, ἀποκλείω διὰ τείχους, ἐγείρω μεσότοιχον». Ἑπομένως, καὶ ἡ λέξη «ἀποτείχισις» σημαίνει «ἀποκλεισμὸς διὰ τείχους, ὀχύρωσις». Τὸ δὲ τεῖχος, ποὺ ὑψώνει κανεὶς, γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ, καλεῖται ἀποτείχισμα. Ἀποτείχισις δέν σημαίνει τὸ νὰ βγεῖ κάποιος ἐκτός τοῦ τείχους, ἐν προκειμένω τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐσφαλμένα πιστεύουν οἱ περισσότεροι. Ὁ ἀποτειχισθείς κληρικός, ἕνεκα τῆς φανερῆς αἱρέσεως τοῦ ἐπισκόπου του, φτιάχνει ἕνα τεῖχος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, μέχρι νὰ ἔρθει Ὀρθόδοξη Σύνοδος, νὰ καθαιρέσει τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, ἐὰν δὲν μετανοήσει.

Εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ χρήση τῆς λέξεως «ἀποτείχιση» προϋποθέτει ὅτι ὑπάρχει κάποιος κίνδυνος, κάποιος ἐχθρός, γιὰ τὴν προφύλαξη ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὑψώνει κανεὶς ἕνα τεῖχος. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα ἡ ἔννοια αὐτὴ τῆς ἀποτειχίσεως φραστικὰ εἰσάγεται ἀπὸ τὸν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπὶ Μ. Φωτίου (861), ὅπου εἶναι σαφέστατο καὶ ἡλίου φαεινότερο ποιός εἶναι ὁ κίνδυνος ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἀποτείχιση. Αὐτὸς εἶναι ἡ αἵρεση καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι.

Στὴν περίπτωση, λοιπόν, αὐτή παρέχεται ἡ δυνατότητα στόν κληρικό καὶ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως» νὰ ἀποτειχισθεῖ, νὰ ὑψώσει τεῖχος ἄμυνας, νὰ ἀποκλείσει τὴν αἵρεση, νὰ ὀχυρωθεῖ. Δεν ὑπάρχει, λοιπὸν, καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποτείχιση εἶναι ἀποτείχιση ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς ψευδεπισκόπους καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ἐπισκόπους. Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου δεν βγάζει ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ὁδηγεῖ σὲ σχίσμα.

Σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί τήν ὁμόφωνη ἁγιοπατερική διδασκαλία ἡ πρό συνοδικῆς κρίσεως διακοπή τοῦ μνημοσύνου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἀπό τούς ἐκκλησιαστικῶς προϊσταμένους ἐπιτρέπεται μόνο ὅταν ὑπάρχουν δογματικοί λόγοι, δηλαδή κηρύσσεται «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», δημόσια, μέ παρρησία, χωρίς ντροπή καί ἀνερυθριάστως στήν Ἐκκλησία κάποια αἵρεση. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἐπιτρέψει τήν διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας γιά λόγους «εὐσεβείας καί δικαιοσύνης». Ἡ λέξη «δικαιοσύνη» φυσικά μποροῦσε εὔκολα νά παρερμηνευθεῖ, μέ ἀποτέλεσμα νά συμβοῦν διάφορα σχίσματα γιά «ἰάσιμα» ζητήματα, καί ὄχι ἕνεκα δογματικῶν λόγων. Τελικά, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ΑΒ΄ Συνόδου (861) ἐπί Ἁγίου Φωτίου νομοθέτησαν τρεῖς ἀλλεπάλληλους κανόνες (ιγ΄, ιδ΄ καί ιε΄), διά τῶν ὁποίων ἀπαγόρευαν αὐστηρά τήν πρό συνοδικῆς κρίσεως διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν σέ ὁποιοδήποτε «ἔγκλημα», παρεκτός διακηρύξεως κάποιας αἱρέσεως. Μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ Πατέρες ἑρμήνευσαν τόν λα΄ Ἀποστολικό Κανόνα καί ἐξέφρασαν τό Ὀρθόδοξο φρόνημα, τό ὁποῖο κατά καιρούς διακηρυσσόταν μέ πλήρη ὁμοφωνία ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες.

Ἑπομένως, διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου γίνεται μόνον, ὅταν ὑπάρχει αἵρεση, μόνο γιά δογματικά ἐγκλήματα, καί ὄχι γιά ἠθικά (π.χ. πορνεία, ἱεροσυλία κ.ἄ.). Ἀπαγορεύεται ἡ διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἄνευ λόγων πίστεως. Βέβαια, ὁ 31ος Ἀποστολικός Κανών δίνει τό δικαίωμα ἀκόμη καί γιά θέματα δικαιοσύνης νά παύει ὁ ἱερεύς τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου του. Τόν τελευταῖο Κανόνα ἐφήρμοσε ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στήν γνωστή περίπτωση τῆς μοιχειανικῆς ἔριδος, καί μέ βάση αὐτόν διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως Ἰωσήφ. Πολύ ὀρθά ἔπραξε ὁ Ὅσιος, διότι στήν ἐποχή του ὑπῆρχε καί ἴσχυε μόνο ὁ 31ος Ἀποστολικός Κανών. Ὁ Ὅσιος γεννήθηκε τό 759 καί ἐκοιμήθη τό 826. Δέν εἶχε συγκληθεῖ ἀκόμη ἡ ΑΒ΄ Σύνοδος, γιά νά ἐκδώσει τόν 15ο Κανόνα της. Αὐτή συγκλήθηκε μετά ἀπό 35 χρόνια, τό 861. Ὁ Ὅσιος ἐφήρμοσε τήν ἀκρίβεια τοῦ πράγματος. Ὅμως, σύγχρονος τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου ἦταν καί ὁ ἅγιος Νικηφόρος μετέπειτα Πατριάρχης Κων/λεως, ὁ ὁποῖος ἐφήρμοσε τήν οἰκονομία τοῦ πράγματος καί δέν διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ, ἀλλά εἶχε κοινωνία μαζί του. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι στό θέμα τῆς διακοπῆς μνημοσύνου γιά θέματα δικαιοσύνης την ἐποχή ἐκείνη ἐφαρμόστηκαν καί ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονομία, πού εἶναι τά δύο κουπιά, μέ τά ὁποία προχωρᾶ τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία πάντως κανέναν ἀπό τούς δύο δέν ἐκάκισε, οὔτε τούς ἐπέβαλε ἐπιτίμια, ἀλλά ἀνεκήρυξε καί τούς δύο ὡς ἁγίους της. Σήμερα, πάντως, ἰσχύει ἡ πάγια θέση τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ὅτι διακοπή μνημοσύνου ἐπιτρέπεται ἀποκλειστικά καί μόνο γιά θέματα αἱρέσεως.

Θά πρέπει νά εἰπωθεῖ ὅτι κατ’ἀκρίβειαν ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων θά ἔπρεπε νά εἶναι γεγονός ἐδῶ καί καιρό, ἐξαιτίας τῆς κοινωνίας μέ τήν αἵρεση, μέσῳ τῶν συνεχῶν καί πυκνουμένων συμπροσευχῶν καί ἡμισυλλειτούργων. Κόκκινη γραμμή γιά τήν ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως εἶναι ἡ αἵρεση. Ἕνεκεν, ὅμως, τῆς ἀγνοίας, τῆς ἀμαθείας, τῆς ὀλιγωρίας, τῆς ἀπροθυμίας καί τοῦ φόβου, μέχρι τώρα ἐφαρμόζεται ἡ οἰκονομία κατ’ ἄκραν ἀνοχήν. Ἡ κόκκινη γραμμή, πού μέχρι πρότινος εἶχε τεθεῖ, ἡ σταγόνα, πού θά ξεχείλιζε τό ποτήρι γιά τήν ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων ἄνευ ἄλλης ἀναβολῆς, ἦταν τό κοινό συλλείτουργο καί τό κοινό ποτήριο Πάπα καί Πατριάρχη, δηλ. ἡ διαμυστηριακή κοινωνία, ἡ intercommunion. Σήμερα, ὅμως, μετά τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί τήν ἀποδοχή της ἀπό πλείστους ὅσους Ἐπισκόπους ἡ κόκκινη γραμμή γιά τήν ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων ἔχει μετατεθεῖ καί κατεβεῖ καί εἶναι ἡ συνοδική ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στούς αἱρετικούς, ἑτεροδόξους, πρᾶγμα πού ἔκανε ἡ Κολυμπάρια ψευδοσύνοδος. Ἡ μή καταδίκη τῶν αἱρέσεων εἶναι τό κακούργημα τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης.

ΣΤ) Σύμφωνα μέ τόν ἔγκριτο καί ἐξαίρετο κανονολόγο μακαριστό ἀρχιμανδρίτη π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο,ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου εἶναι δυνητικός καί ὄχι ὑποχρεωτικός. Δέν ἀξιώνει δηλ. ἀπαραιτήτως ἀπό τούς Κληρικούς νά παύσουν τό μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου, πού διδάσκει αἱρετικά, πρίν ἀπό τήν καταδίκη του, ἀλλά ἁπλῶς παρέχει σ’αὐτούς τήν δυνατότητα. Ἄν κάποιος Κληρικός, λέγει ὁ Κανών, ἀποκοπεῖ ἀπό τέτοιο Ἐπίσκοπο «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως», καθόλου δέν παρανομεῖ, γι’αὐτό καί δέν ὑπόκειται σέ ἐπιτίμηση, ἀλλά μᾶλλον εἶναι ἄξιος ἐπαίνου. Ἄν, ὅμως, ἄλλος Κληρικός δέν τό πράξει αὐτό, ἀλλά, χωρίς νά ἀσπάζεται τίς διδασκαλίες τοῦ Ἐπισκόπου, συνεχίσει τό μνημόσυνό του, ἀναμένοντας συνοδική διάγνωση καί καταδίκη, καθόλου δέν κατακρίνεται ἀπό τόν Ἱερό Κανόνα. Ὁ Κανών δέν νομοθετεῖ ὑποχρέωση, ἀλλά ἁπλῶς παρέχει δικαίωμα. Πουθενά δέν λέγει ὅτι ὀφείλουν οἱ Κληρικοί νά ἀποχωρίζονται ἀπό τέτοιο Ἐπίσκοπο πρίν ἀπό τήν καταδίκη του, οὔτε ὁμιλεῖ γιά κάποια τιμωρία ἤ καί ἁπλῶς ἔστω γιά μέμψη ἐναντίον αὐτῶν, πού δέν ἀποχωρίζονται, παρ’ὅλο πού εἶναι συνήθη στούς Ἱερούς Κανόνες τά «καθαιρείσθω» προκειμένου περί Κληρικῶν, πού δέν ἐκπληρώνουν στό ἀκέραιο τίς ὑποχρεώσεις τους. Ἁπλῶς λέγει ὅτι αὐτοί οἱ Κληρικοί, πού ἀποκόβονται ἀπό τέτοιο Ἐπίσκοπο, δέν εἶναι κατακριτέοι. Ὅτι αὐτό εἶναι ἀληθές πείθει καί τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ στήν μακρά ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καθαιρέθηκαν ἀμέτρητοι Ἐπίσκοποι γιά αἵρεση, οὐδέποτε καθαιρέθηκε κάποιος Κληρικός ἤ καί ἁπλῶς ἐπιτιμήθηκε γιά τόν λόγο ὅτι δέν ἔσπευσε νά ἀποσχισθεῖ πάραυτα ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ἀλλά ἀνέμενε τήν καταδίκη του ἀπό Σύνοδο[5].

Ζ) Εἶναι κατασταλαγμένο ἐκκλησιολογικὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, καὶ ὄχι ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχουν ἐπίσκοποι καὶ πατριάρχες αἱρετικοί, διότι ἡ Ἀλήθεια εἶναι πρόσωπο, ὁ Χριστός, πού εἶπε «ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια, ἡ ὀδός καί ἡ ζωή»[6]γι’αὐτό καί ἡ Ἀλήθεια καί εἷς στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ πλειοψηφία.

Παραθέτουμε δύο μόνο μαρτυρίες ἐπιφανῶν Ἁγίων, Πατέρων, Διδασκάλων καὶ Ὁμολογητῶν, γιὰ νὰ φανεῖ ποῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ποιοί φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὥστε οἱ μὲν αἱρετίζοντες Οἰκουμενισταὶ νὰ κλείσουν τὰ ἀπύλωτά τους στόματα καὶ τὴν τρομοκράτηση τῶν ἀγνοούντων μὲ τὸ φόβητρο τοῦ σχίσματος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ὀπαδοὶ τῆς σιγῆς καὶ τοῦ ἐφησυχασμοῦ νὰ σκεφθοῦν καλύτερα καὶ νὰ ἐνεργήσουν τολμηρότερα καὶ πατερικώτερα, νὰ φοβοῦνται, ὄχι τὴν ἀπομόνωση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὴν ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους.

Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τὸν 7ο αἰώνα, ἁπλὸς μοναχός, ἀλλὰ, λόγῳ τῆς τεράστιας μόρφωσης καὶ τοῦ θεϊκοῦ φωτισμοῦ, ὑπεροχώτερος καὶ ὑψηλότερος πολλῶν πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων[7], σήκωσε σχεδὸν μόνος τὸ βάρος τῆς ἀντίδρασης ἀπέναντι στὴν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει ὅλα τὰ πατριαρχεῖα, γιὰ κάποιο διάστημα καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ὅπως τώρα ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει καταλάβει τὴν πλειονότητα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν μὲ συνοδική του κατοχύρωση στὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Ἀκόμη καὶ οἱ αὐτοκράτορες εἶχαν πεισθῆ ὅτι, γιὰ νὰ ἐπικρατήσει εἰρήνη καὶ ἑνότητα καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ κράτος ἔπρεπε νὰ παύσει νὰ ἀντιδρᾶ ὁ Ὅσιος Μάξιμος, τὴν θεολογικὴ γραμμὴ τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε μεγάλο μέρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Ἔπρεπε εἴτε μὲ τὴν πειθὼ εἴτε μὲ τὴν βία νὰ δεχθεῖ τὸ συμβιβαστικὸ καὶ διπλωματικὸ κείμενο τοῦ «Τύπου», ὅπως ὀνομάσθηκε τὸ ἔγγραφο, ποὺ ἑτοίμασαν οἱ θεολόγοι τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος Β´, ἐγγονοῦ τοῦ Ἡρακλείου, στὶς αὐλὲς τῶν ἀνακτόρων καὶ τοῦ Πατριαρχείου, σὰν τὰ διπλωματικὰ κείμενα, ποὺ ἑτοίμασε ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε, ὄχι μὲ μία αἵρεση, ἀλλὰ συλλήβδην μὲ ὅλους τοὺς αἱρετικούς. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς τότε διπλωματικῆς θεολογίας σταλμένοι ἀπὸ τὸν πατριάρχη στὸν τόπο φυλακίσεως τοῦ Ὁσίου Μαξίμου προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἐκφοβίσουν ὅτι μὲ τὴν ἄκαμπτη καὶ ἀνυποχώρητη στάση του ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀποφάσισαν ὅλες οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες, μὲ τὴν διακοπὴ κοινωνίας, βγάζει τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς Ἐκκλησίας, φεύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι παραδειγματικὴ καὶ καθοδηγητικὴ διαχρονικὰ ἡ ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Θεολόγου καὶ Ὁμολογητοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν βρίσκεται ἐκεῖ, ποὺ βρίσκονται αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι τὴν διοικοῦν, οἱ πατριάρχες, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ σύνοδοι, ἀλλὰ ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχει ἡ σωτήρια ὁμολογία τῆς πίστεως. Τὶς συνόδους δὲν τὶς νομιμοποιεῖ ὁ συγκαλῶν καὶ οἱ συγκαλούμενοι, ἀλλά «ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης». Παραθέτουμε τὸ ἡρωϊκὸ ὁμολογητικὸ κείμενο : «Ἔφασκον δ᾽ οἱ ἀφιγμένοι πρὸς τοῦ πατριάρχου ἐστάλθαι· οἳ καὶ ταῦτα, ὡς εἶχον, προὔτειναν τῷ ἁγίῳ· “Ποίας εἶ, φασίν, ὦ οὗτος, Ἐκκλησίας;”. Αὐτοῖς γὰρ τοῖς ἐκείνων χρήσομαι ρήμασι· “Βυζαντίου, Ρώμης, Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων; Ἰδοὺ πᾶσαι μετὰ τῶν ὑπ᾽ αὐτὰς ἐπαρχιῶν ἡνώθησαν. Εἶ τοίνυν εἶ τῆς Καθολικῆς καὶ αὐτὸς Ἐκκλησίας, ἑνώθητι, μήπως ξένην ὁδὸν τῷ βίῳ καινοτομῶν, πάθῃς ἅπερ οὐ προσδοκᾶς”. Πρὸς οὓς ὁ μακάριος πῶς ἂν εἴποις ἐπικαίρως καὶ συνετῶς ἀποκρίνεται: “Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς πίστεως ὁμολογίαν, ὁ Κύριος εἶναι εἰπών, ἐπὶ τούτῳ καὶ Πέτρον καλῶς ὁμολογήσαντα, ἐμακάρισεν”»[8]. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἀνακρίσεως, λόγου γενομένου περὶ συνόδων καὶ περὶ τῆς κανονικῆς ἢ μὴ κανονικῆς συγκλήσεώς τους, ὁ Ὅσιος Μάξιμος ἔθεσε τὸ οὐσιαστικὸ κριτήριο, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ μία σύνοδος ὀρθόδοξη. Εἶπε ὅτι ὁ εὐσεβὴς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖ ἅγιες καὶ ἔγκυρες συνόδους ἐκεῖνες, ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῶν δογμάτων : «Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καὶ ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλησίας κανὼν, ἃς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν»[9]. Στὴν κατηγορία ὅτι μὲ τὴ στάση του προκαλεῖ σχίσμα, ὅπως κατηγοροῦν σήμερα ὅσους ἀπορρίπτουμε τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἀπήντησε λέγοντας μὲ ἐρωτηματικὸ λόγο : «Ἂν αὐτὸς, ποὺ λέγει ὅσα διδάσκουν ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες, σχίζει τὴν Ἐκκλησία, τί θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι διαπράττει εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας αὐτὸς, ποὺ ἀναιρεῖ τὰ δόγματα τῶν Ἁγίων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία»[10];

Στὴν ἴδια γραμμὴ βαδίζει μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ αἰῶνες, τὸν 14ο αἰώνα, ὁ μεγάλος Ἡσυχαστὴς καὶ Ὁμολογητής, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερος θεολόγος τῆς δεύτερης χιλιετίας. Μὲ βαρύτατους χαρακτηρισμούς, χωρὶς τὶς φράγκικες δυτικὲς ψευτοευγένειες, ἐπικρίνει ὡς ψεύτη τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἰγνάτιο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε ἕνα γράμμα πρὸς τὸν πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, ὅπου ἐπιβεβαίωνε τὴν ἀντίθεσή του πρὸς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, γεμᾶτο ἀπὸ ἀνακρίβειες καὶ ψεύδη. Στὸ γράμμα του ὁ πατριάρχης Ἰγνάτιος, ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἔγραφε ὅτι ἐπιστρέφει στὴν ἐκκλησία του, στὴν Ἀντιόχεια, τὴν ὁποία ἔλαβε ὡς κλῆρο, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὅπως νομίζουν καὶ ἰσχυρίζονται καὶ σήμερα ὅσοι καταλαμβάνουν ἐπισκοπικούς, ἀρχιεπισκοπικοὺς καὶ πατριαρχικοὺς θρόνους. Ἔγραφε : «Ἀπέρχεται ἡ μετριότης ἡμῶν εἰς τὴν ἐκκλησίαν αὐτῆς, ἣν Χριστοῦ Χάριτι γνησίως κεκλήρωται». Θυμωμένος ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γιὰ τὴν ὑποστήριξη τοῦ πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα καὶ τὶς ἐναντίον του ἀβάσιμες καὶ ἀθεολόγητες κατηγορίες, διερωτᾶται κατ᾽ ἀρχὴν ποιά σχέση, ποιά μερίδα στὴν Ἐκκλησία, ποιά διαδοχὴ καὶ κληρονομιὰ στὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ ἔχει αὐτός «ὁ συνήγορος τοῦ ψεύδους», διαδοχὴ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», καὶ ποὺ διαμένει διηνεκῶς ἀσφαλὴς καὶ ἀκράδαντη, στηριγμένη σταθερὰ πάνω σὲ ἐκεῖνα, ποὺ ἔχει στηριχθῆ ἡ ἀλήθεια. Ἀποφθεγματικὰ λέγει στὸν αἱρετίζοντα πατριάρχη ὅτι εἶναι ξένος πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διότι «οἱ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί». Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια· ὅσοι δὲν εἶναι μὲ τὴν ἀλήθεια εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Διαψεύδουν, λοιπὸν, τοὺς ἑαυτούς τους, λένε ψέμματα, ὅσοι ἀποκαλοῦν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ ἀλληλοεπικαλοῦνται ποιμένες καὶ ἀρχιποιμένες, ὅταν δὲν ὀρθοδοξοῦν. Γιατὶ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψιν τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως : «Μηδὲ γὰρ προσώποις τὸν Χριστιανισμόν, ἀλλ᾽ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»[11].

Εἶναι παραδειγματικὴ καὶ καθοδηγητικὴ ἡ παρρησία, ἡ τόλμη, ἡ σταθερὴ καὶ ἀνυποχώρητη στάση ἑνὸς ἁπλοῦ μοναχοῦ τοῦ Ὁσίου Μαξίμου, καὶ ἑνὸς ἁπλοῦ παπᾶ, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, πρὶν γίνει μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἀπέναντι στὴν πανίσχυρη ἐκκλησιαστικὴ καὶ πολιτικὴ ἡγεσία. Δέν ἀμφέβαλλαν καθόλου γιὰ τὸ ποῦ βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία, γιὰ τὸ ποιὸς φεύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ποιὸς προκαλεῖ σχίσματα. Πίστευαν ὅτι οἱ αἱρετικοὶ φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἐκφράσει, νὰ ἐκπροσωπήσει ἀκόμη καὶ ἕνας μοναχός, ἀκόμη καὶ ἕνας παπᾶς, ὅταν ἐκφράζουν καὶ ἐκπροσωποῦν τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.

Η) Διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στίς ἱερές ἀκολουθίες καί δή στήν κορωνίδα τῶν θεουργῶν μυστηρίων, τήν Θεία Λειτουργία, μπορεῖ νά κάνει μόνον ὁ ἱερεύς, καί ὄχι ὁ μοναχός ἤ ὁ λαϊκός, διότι ὁ ἱερεύς ἔχει, διά τῆς χειροτονίας, τήν μυστηριακή ἱερωσύνη. Ὁ ἱερεύς εἶναι αὐτός, πού τελεῖ ἀκολουθίες, ἱερά μυστήρια καί μνημονεύει τόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο˙ ὁπότε μόνον αὐτός μπορεῖ νά διακόψει τή μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου του στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τίς Θεῖες Λειτουργίες. Ἐπίσης, οἱ μή μνημονεύοντες ἱερεῖς ὄφείλουν νά μήν συλλειτουργοῦν καί νά μήν συμπροσεύχονται μέ Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους καί ἱερεῖς, νά μήν ἀσπάζονται τά χέρια τους, νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀλλά νά κρατοῦν ἀποστάσεις ἀπ’αὐτούς.

Ὁ μοναχός ἤ ὁ λαϊκός ἀνήκει μέν στό «βασίλειον ἱεράτευμα»[12], ὅμως δέν ἔχει τήν μυστηριακή ἱερωσύνη, δέν τελεῖ ἀκολουθίες, ἱερά μυστήρια, δέν μνημονεύει, ὁπότε δέν μπορεῖ νά κάνει διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου. Τό μόνο, πού μπορεῖ νά κάνει ὁ μοναχός ἤ ὁ λαϊκός, εἶναι ἡ διακοπή κάθε ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τούς Οἰκουμενιστές Ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, μοναχούς καί λαϊκούς. Αὐτό γίνεται α) μέ τό νά μήν ἐκκλησιάζεται ἐκεῖ, ὅπου λειτουργοῦν φιλοαιρετικοί, λατινόφρονες καί Οἰκουμενιστές ψευδεπίσκοποι ἤ ὁμόφρονές τους κληρικοί, ἀλλά νά ἐκκλησιάζεται, ὅπου ὑπάρχουν ὑγιεῖς, ὀρθοφρονοῦντες καί ὄντως Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, β) μέ τό νά μήν παίρνει τήν εὐχή τους, οὔτε νά ἀσπάζεται τά χέρια τους, γ) μέ τήν ἄμεση εἰρηνική ἀποχώρηση ἀπό τούς Ἱερούς Ναούς ἅμα τῇ ἐμφανίσει καί παρουσία Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ἱερέων, μοναχῶν καί λαϊκῶν, καί βεβαίως μέ τό νά ἐλέγχει αὐστηρά γραπτῶς καί προφορικῶς τούς αἱρετίζοντες Οἰκουμενιστές.

Γιά καθαρά ποιμαντικούς λόγους συνιστᾶται στούς πιστούς νά ἀποφεύγουν νά ἐκκλησιάζονται, ὅπου λειτουργοῦν ἤ μνημονεύονται φανεροί αἱρετικοί οἰκουμενιστές ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς. Νά προτιμοῦν νά πηγαίνουν ἐκεῖ, πού λειτουργοῦν ὀρθόδοξοι στό φρόνημα ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς, ἔστω καί ἄν γιά κάποιους λόγους δέν ἔχουν κόψει τό μνημόσυνο τῶν αἱρετιζόντων, καί αὐτό κατ’οἰκονομίαν. Τό ἄριστο καί ἐπαινούμενο κατά τήν κανονική ἀκρίβεια εἶναι νά ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ, πού δέν μνημονεύονται οἱ αἱρετίζοντες, ἐκεῖ δηλαδή πού οἱ ἱερεῖς ἔχουν προχωρήσει σέ διακοπή μνημοσύνου.

Θ) Ὁ ἱερεύς μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος, ὄχι ὁποιουδήποτε ἄλλου Ἐπισκόπου, ἀλλά μόνο τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, γιατί μόνο αὐτόν μνημονεύει στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τή Θεία Λειτουργία. Δηλ. δέν μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος κάποιου ἄλλου Ἐπισκόπου, στόν ὁποῖο δέν ἀνήκει ἐκκλησιαστικά, ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων δέν τόν μνημονεύει. Ὁ Μητροπολίτης μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος μόνο τοῦ οἰκείου Πατριάρχου ἤ Ἄρχιεπισκόπου ἤ τῆς οἰκείας Ἱερᾶς Συνόδου, στήν ὁποία ἀνήκει. Ὁ Ἐπίσκοπος μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος μόνο τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου. Ὁ ἱερεύς μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος μόνο τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἤ Ἐπισκόπου. Ὁ Πατριάρχης ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος ἄλλου Πατριάρχου ἤ Ἀρχιεπισκόπου, μή μνημονεύοντας τό ὄνομά του στά δίπτυχα.

Οἱ Ἀρχιεπίσκοποι καί Μητροπολίτες, πού ἀνήκουν ἐκκλησιαστικῶς στό Οἰκουμενικό Πατριαρχείο καί μνημονεύουν τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τήν Ἱερά Σύνοδο (ὅπως π.χ. οἱ Ἀρχιεπισκοπές καί Μητροπόλεις τῆς Διασπορᾶς καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης) μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οἱ ἱερεῖς, που διακονοῦν σέ Μητροπόλεις, πού ἀνήκουν ἐκκλησιαστικῶς στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅπου οἱ Ἐπίσκοποι μνημονεύουν τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη, μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου τους.

Το ἴδιο ἰσχύει, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, καί γιά τούς Μητροπολίτες καί ἱερεῖς, πού ἀνήκουν στά ἄλλα πρεσβυγενῆ ἤ νεώτερα Πατριαρχεία.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἑκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπος μπορεῖ νά διακόψει τήν μνημόνευση ἄλλου Πατριάρχου ἤ Ἀρχιεπισκόπου, μή μνημονεύοντας τό ὄνομά του στά δίπτυχα. Οἱ Μητροπολίτες τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, μνημονεύουν τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οἱ Μητροπολίτες τῆς λεγομένης παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, μνημονεύουν τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, πού μνημονεύουν τόν ἑκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπο, μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του. Οἱ ὑπόλοιποι ἱερεῖς μποροῦν νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος μόνο τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου τους.

Ι) Σέ περίπτωση, πού ὁ ἱερεύς διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, δέν θά πρέπει στή θέση του νά μνημονεύσει ἄλλον Ἐπίσκοπο ἤ τήν Ἱερά Σύνοδο ἤ τόν Χριστό ἤ ὁποιουσδήποτε ἄλλους. Ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου πουθενά δέν λέγει ὅτι αὐτός, πού παύει τό μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου του, προσκολλᾶται στόν πρῶτο τυχόντα Ἐπίσκοπο. Πολλῷ μᾶλλον δέν λέγει ὅτι προσκολλᾶται σέ Ἐπισκόπους, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐξεγείρονται δεινῶς οἱ Ἱεροί Κανόνες. Ὁ Κληρικός, πού παύει τό μνημόσυνο τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, ἀρκεῖται σ’αὐτό, ἀποφεύγει νά μνημονεύσει κάποιον ἄλλον καί ἀναμένει μέ ἡρεμία συνειδήσεως τήν κρίση τῆς Συνόδου. Αὐτό καί μόνο εἶναι τό νόημα τοῦ Κανόνος[13].

ΙΑ) Ἡ παύση μνημοσύνου τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου εἶναι τό ἔσχατο ὄριο, τό ὁποῖο ἐπιτρέπουν οἱ Ἱεροί Κανόνες. Δέν πρέπει ὁ Κληρικός, πού τό ἐφαρμόζει νά προχωρήσει περαιτέρω (δηλ. στήν ἀποδοχή μνημοσύνου ἄλλων Ἐπισκόπων), διότι τότε προσχωρεῖ σέ σχίσμα. Ἐφ΄ὅσον ἀρκεῖται σ’αὐτό καί συνεχίζει νά κοινωνεῖ μέ τήν Τοπική Ἐκκλησία καί μέ ὅλες τίς Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, στέκεται σέ ἔδαφος ἐκκλησιαστικῶς ἀσφαλές. Πρέπει νά προσέχει μόνο νά μήν σημειωθεῖ κι ἄλλο βῆμα. Ἐφ’ὅσον ἀρκεῖται σ’αὐτό καί δέν προβαίνει στήν ἀποκήρυξη τοῦ οἰκείου αἱρετίζοντος Ἐπισκόπου, δηλ. στήν διακήρυξη ὅτι αὐτός εἶναι πλέον ἔκπτωτος, ὅτι εἶναι καθηρημένος, ὅτι στερήθηκε τῆς Χάριτος, δέν τελεῖ ἔγκυρα Μυστήρια κλπ, δέν εἶναι δυνατόν νά κατηγορηθεῖ γιά Προτεσταντισμό. Ὁ 15ος Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας ἐπιτρέπει μέν στά ἄτομα τήν παύση τοῦ μνημοσύνου πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, δέν ἀναθέτει, ὅμως, στά ἄτομα τίς δίκες καί καταδίκες τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων. Αὐτό εἶναι ἔργο, ὄχι ἀτόμων, ἀλλά Συνόδου[14].

ΙΒ) Στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τήν Θεία Λειτουργία ἀντί τῆς αἰτήσεως «Ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν …», πρέπει νά λέει «Ὑπέρ πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἡ ἐκφώνηση τῆς Θείας Λειτουργίας «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν … ὅν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καί ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας», πρέπει νά λέγεται ὡς ἐξῆς : «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, τῶν ὀρθοτομοῦντων τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας». Ἀντικαθίσταται δηλ. τό «Ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν …» μέ τό «Ὑπέρ πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων…». Κατ’αὐτόν τόν τρόπο τελοῦσαν τίς ἱερές ἀκολουθίες καί τήν Θεία Λειτουργία οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες τῶν Ἱερῶν Μονῶν, τῶν σκητῶν καί τῶν κελιῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καθώς καί οἱ τρεῖς μακαριστοί Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν, οἱ Φλωρίνης κυρός Αὐγουστῖνος Καντιώτης[15], Παραμυθίας κυρός Παῦλος καί Ἐλευθερουπόλεως κυρός Ἀμβρόσιος, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ μασόνου καί μεγάλου Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου, τήν τριετία 1970-1973[16].

Τὸ «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, … ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῷον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας», ὅπως παρατηρεῖ ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς βεβαιώσεως ὅλων αὐτῶν· ἐκφράζει εὐχή, ὁ Κύριος νὰ χαρίζῃ στὸν ἐπίσκοπο ἢ στὸν πατριάρχη εἰρήνη, σωματικὴ ὑγεία, ἐντιμότητα, πνευματική ὑγεία, μακροημέρευση καὶ ὀρθοτόμηση τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας τοῦ Κυρίου, δηλ. διδασκαλία κατὰ πάντα ὀρθόδοξη. Ἡ λέξη «χάρισαι» εἶναι εὐκτική, μὲ -αι· δὲν λέμε ὅτι ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ παρακαλοῦμε τόν Θεό, γιά νὰ ὀρθοτομεῖ· εὐχόμαστε νὰ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Ἑπομένως, δὲν παρουσιάζουμε τόν Ἐπίσκοπο ὅτι ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ, σὲ ἄλλες δύο περιπτώσεις παρουσιάζουμε τους Ἐπισκόπους ὡς ὀρθοτομοῦντας· α) ὅταν στὴν Μεγάλη Εἴσοδο βγαίνει ὁ Ἐπίσκοπος καὶ λέει «τοῦ Πατριάρχου ἡμῶν (τάδε) ἤ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς ἀληθείας» και β) ὅταν ὁ ἱερεύς ἐκφωνεῖ τήν αἵτηση «Ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τάδε…».

Εἶναι συγκλονιστικὸ καὶ ἀκαταμάχητο τὸ ἐπιχείρημα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλαν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η´ Παλαιολόγο, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν ψευδοένωση τῆς Λυὼν (1273), τοὺς πίεζε νὰ μνημονεύουν στὴν Θ. Λειτουργία τὸ ὄνομα τοῦ πάπα. Ἀποκρούοντας αὐτὴν τὴν ἀπαίτηση, ἀντιτείνουν : «Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐνῶ ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς συνιστᾶ οὔτε στὸν δρόμο νὰ χαιρετοῦμε τοὺς αἱρετικούς, οὔτε νὰ τοὺς δεχόμαστε σὲ κοινὲς οἰκίες, ἐμεῖς νὰ τοὺς εἰσάγουμε μέσα στοὺς ναούς, ὅταν στὴν φρικτὴ καὶ μυστικὴ τράπεζα θύεται καὶ σφαγιάζεται ἀθύτως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Μόνον ἀπὸ τὸν Ἅδη θὰ μποροῦσε νὰ ἐκπορεύεται φωνὴ ποὺ μνημονεύει τὸν ἐχθρὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν πάπα. Ἂν ὁ ἁπλὸς χαιρετισμὸς τῶν αἱρετικῶν μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς αἱρέσεως, πόσο περισσότερο ἰσχύει αὐτὸ γιὰ τὴν φωνητικὰ ἰσχυρὴ μνημόνευσή του, ὅταν τελοῦνται τὰ θεῖα καὶ φρικτὰ μυστήρια; Καὶ ἂν ὁ Χριστός, ὁ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης κείμενος, εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς θὰ δεχθεῖ τὸ μεγάλοψεῦδος, τὸ νὰ συμπαραθέτουμε τὸν πάπα ὡς ὀρθόδοξο πατριάρχη μὲ τοὺς λοιποὺς ὀρθοδόξους πατριάρχες; Τὴν ὥρα τῶν φρικτῶν μυστηρίων θὰ παίζουμε θέατρο καὶ θὰ παρουσιάζουμε τὸ ἀνύπαρκτο ὡς ὑπαρκτό, τὴν αἵρεση ὡς Ὀρθοδοξία; Πῶς θὰ τὰ ἀνεχθεῖ αὐτὰ ἡ ὀρθόδοξη ψυχὴ καὶ δὲν θὰ διακόψει τὴν κοινωνία πρὸς αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουν καὶ δὲν θὰ τοὺς θεωρήσει ὡς καπήλους καὶ ἐκμεταλλευτὲς τῶν θείων»[17]; Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ, χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων, ἀλλὰ, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία», ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων μυστηρίων[18].

ΙΓ) Σύμφωνα μέ τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, ὁ ἱερεύς, πού διακόπτει τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, δέν πρέπει νά κατηγορηθεῖ ὡς σχισματικός καί ὑπαίτιος σχίσματος στήν Ἐκκλησία, οὔτε ὅτι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, εἶναι ἄξιος ἐπαίνου, διότι γλίτωσε τήν Ἐκκλησία ἀπό τό σχίσμα. Ἄς τό ἀκούσουν αὐτό καί ἄς τό βάλουν καλά στό μυαλό τους, ὅσοι οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι κατηγοροῦν τούς ὀρθῶς διακόψαντας τήν μνημόνευση τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου ὡς σχισματικούς καί ὑπαιτίους σχίσματος.

ΙΔ) Ὁ ἱερεύς, πού ἐφαρμόζει τήν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου, δέν θά πρέπει νά ἀποδεχθεῖ τίς ποινές καί τά ἐπιτίμια (ἀργία, δίωξη ἀπό τό ναό, ἀπαγόρευση τελέσεως Θείας Λειτουργίας, στέρηση μισθοῦ, ἐπισκοπικά και συνοδικά δικαστήρια, καθαίρεση), πού σίγουρα, ἀλλά ἀντικανονικά, θά τοῦ ἐπιβληθοῦν ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του καί τήν Σύνοδο, ἀλλά νά συνεχίσει νά τελεῖ τή Θεία Λειτουργία, ἀκόμη καί σέ κάποιο σπίτι ἤ αἴθουσα, ἀφοῦ θά τοῦ ἔχει ἀπαγορευθεῖ ἡ χρήση Ἱεροῦ Ναοῦ.           

ΙΕ) Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι εἶναι ἄκυρα τά ἱερά μυστήρια καί ἡ Θεία Λειτουργία ὅσων ἱερέων προχωροῦν σέ ὀρθή ἐφαρμογή διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἀρχιερεώς, δεν ἰσχύει.

ΙΣΤ) Πρότυπο καί πηγή γιά τήν διακοπή μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων εἶναι οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι πατέρες μας, ὅπως ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, οἱ Ἁγιορείτες Πατέρες ἐπί λατινόφρονος Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὅσιος Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός[19] καί οἱ Ἁγιορείτες Πατέρες ἐπί μασόνου καί μεγάλου Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα. Ἀπ’ὅλ’αὐτά τά παραδείγματα, θά σταθοῦμε μόνο σέ τρία. Στό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Παϊσίου καί τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί Ἀθηναγόρα καί τῶν τριῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ Φλωρίνης κυροῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη, τοῦ Ἐλευθερουπόλεως κυροῦ Ἀμβροσίου καί τοῦ Παραμυθίας κυροῦ Παύλου.

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καί διακοπή μνημοσύνου

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος διέκοψε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου Καλέκα, πρό συνοδικῆς κρίσεως, λόγῳ τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων του. Αὐτό μᾶς τό πληροφορεῖ ὁ ἴδιος ὁ Καλέκας στό μικρό κείμενο Ἀφορισμοῦ, πού ἐξέδωσε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καί τῶν ὁμοφρόνων του «ὡς τολμήσαντας ἀκανονίστως καί ἀκρίτως ἀποκόψαι τό μνημόσυνόν μου». Τόν ἀφορισμό ὑπογράφει μόνο ὁ Καλέκας : «Ἰωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ῥώμης καί οἰκουμενικός πατριάρχης». Κατά τόν Καθηγητή Π. Χρήστου, ὁ Ἀφορισμός «ἐξηνέχθη ὑπό μόνου τοῦ Πατριάρχου, θεωροῦντος ἑαυτόν ὡς ἐντεταλμένου εἰς τοῦτο ὑπό τῶν κατά τό 1342 καί 1343 συγκροτηθεισῶν κλειστῶν συνόδων, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταδικάσει τά συγγράμματα τοῦ Παλαμᾶ καί αὐτόν δέ τόν ἴδιον πιθανῶς ὑπό τήν προϋπόθεσιν τῆς ἐμμονῆς εἰς τήν τακτικήν του». Κατόπιν ὁ Ἀφορισμός ὑπεγράφη καί ἀπό ἄλλους[20]. Ἀξίζει νά ὑπογραμμισθεῖ καί πάλι σέ σχέση μέ τήν σημερινή ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα ὅτι, ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου, αὐτός (ὁ Πατριάρχης) δέν εἶχε καταδικασθεῖ ἀπό σύνοδο, ὁ δέ Ἅγιος Γρηγόριος δέν ἦταν τότε Ἐπίσκοπος, ἀλλά ἕνας ἁπλός ἱερομόναχος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί τό πολύ σημαντικό ἐπίσης γιά τά σημερινά˙ τό ὅτι αὐτές τίς ποινές, πού τοῦ ἐπεβλήθησαν ἀπό τήν ἐπίσημη αἱρετική «Ἐκκλησία», δέν τίς ἐτήρησε, ἀλλά ἐξακολούθησε νά λειτουργεῖ κρυφά, ὅπως προκύπτει ἐπίσης ἀπό Ἐγκύκλιο, πού ἔστειλε ὁ Καλέκας πρός τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνημερώνοντάς το γιά τίς δῆθεν βλάσφημες διδασκαλίες καί τήν ἀπείθεια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου : «Ὁ δέ γε ἀρχηγός καί προστάτης τῶν βλασφημιῶν Παλαμᾶς, τά ἴσα καί αὐτός μετά τῆς ἑταιρείας αὐτοῦ καταψηφισθείς (οὔτε γάρ τῆς ἐνστάσεως ἐνεδίδου, οὐθ’ὁπωσοῦν καθυφίει τῆς ἀλόγου ἀδολεσχίας), ἐκκήρυκτος καί Ἐκκλησίας Θεοῦ καί ἱερωσύνης γίνεται, ὥς γε διέξεισι τά κατ’ αὐτόν ὑπομνήματα, σεσημασμένα ὑπό τε τοῦ τότε πατριαρχοῦντος τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ὑπό τε τοῦ Θεουπόλεως Ἀντιοχείας, καί τῶν καθ’ ἕκαστον ἀρχιερέων, τῶν τε νῦν ἐνθάδε παρόντων, καί τῶν εἰς τάς λαχούσας ἰόντων. Γίνεται μέν οὕτως ἡ τούτων ἐπίσχεσις καί ἀργία, εἰ καί, μηδέν ἡγησάμενοι τήν ἐπιτίμησιν, ἀντείχοντο τῆς ἱερωσύνης, τολμηρῶς ἀναφέροντες τάς μυστικάς θυσίας ἐν ἀποκρύφῳ»[21]. 

Ὅσιος Παΐσιος καί διακοπή μνημοσύνου

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἔγραψε δύο ἐπιστολές μαζί μέ ἄλλους δύο ἱερομονάχους, ὅταν μόναζε στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους. Τήν πρώτη στίς 21-11-1968 καί τήν δεύτερη στίς 23-1-1969.

Στήν δεύτερη ἐπιστολή ὁ Ὅσιος Παΐσιος μιλᾶ μεταξύ ἄλλων καί γιά τόν ὀλέθριο κίνδυνο ἀποσχίσεως ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἱδρύσεως ἰδίας Ἐκκλησίας, ἐξαιτίας τῶν φιλενωτικῶν ἀνοιγμάτων, ὅπως ἔκαναν τό 1924 οἱ σχισματικοί Γ.Ο.Χ., Ζηλωτές τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Λέει, λοιπόν : «Εἰς τούς καιρούς μας βλέπομεν ὅτι πολλά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, Μοναχοί καί λαϊκοί, ἔχουν δυστυχῶς ἀποσχισθῆ ἀπό αὐτήν ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἔχω τήν γνώμην ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλόν νά ἀποχωριζόμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησίαν κάθε φοράν πού θά πταίη ὁ Πατριάρχης˙ ἀλλά ἀπό μέσα, κοντά στήν Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον ὁ καθένας ν’ ἀγωνίζεται μέ τόν τρόπον του. Τό νά διακόψη τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου, νά ἀποσχισθῆ καί νά δημιουργήση ἱδικήν του Ἐκκλησίαν καί νά ἐξακολουθῆ νά ὁμιλῆ, ὑβρίζοντας τόν Πατριάρχην, αὐτό, νομίζω, εἶναι παράλογον. Ἐάν διά τήν α’ ἤ β’ λοξοδρόμησι τῶν κατά καιρούς Πατριαρχῶν χωριζώμεθα καί κάνωμε δικές μας Ἐκκλησίες – Θεός φυλάξοι! – , θά ξεπεράσωμε καί τούς Προτεστάντες ἀκόμη. Εὔκολα χωρίζει κανείς καί δύσκολα ἐπιστρέφει. Δυστυχῶς, ἔχουμε πολλές «Ἐκκλησίες» στήν ἐποχή μας. Δημιουργήθηκαν εἴτε ἀπό μεγάλες ὁμάδες ἤ καί ἀπό ἕνα ἄτομο ἀκόμη…». Καί καταλήγει ὁ Ὅσιος Παΐσιος αὐτή τήν δεύτερή του ἐπιστολή ὡς ἑξῆς : «Ἄς εὐχηθοῦμε νά δώση ὁ Θεός τόν φωτισμόν Του σέ ὅλους μας καί εἰς τόν Πατριάρχην μας κ. Ἀθηναγόραν, διά νά γίνει πρῶτον ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν «ἐκκλησιῶν», νά πραγματοποιηθῆ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στό σκανδαλισμένο Ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, καί κατόπιν ἄς γίνη σκέψις διά τήν ἕνωσιν μετά τῶν ἄλλων «Ὀμολογιῶν», ἐάν καί ἐφ’ ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν ν’ ἀσπασθοῦν τό Ὀρθόδοξον Δόγμα»[22].

Τελικά, ὅμως, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἀπαίτησε καί ἐπέβαλε τή διακοπή τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου καί στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα. Αὐτή τή θέση καί στάση τήρησε ὁ Ἅγιος, μολονότι στήν ἀνωτέρω ἐπιστολή του δέν συνιστοῦσε στίς ἀρχές τοῦ 1969, τήν διακοπή τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου, ἀλλά τόν ὀρθόδοξο ἀγώνα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἐπεκτείνονται τά ἤδη ζηλωτικά σχίσματα. Στό σημεῖο αὐτό διαπιστώνουμε ὅτι οὐδέποτε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὑποστήριξε τίς αἱρετικές καί βλάσφημες γνῶμες ὅτι δῆθεν τά ἱερά Μυστήρια εἶναι «ἄκυρα» χωρίς τό ἐπισκοπικό μνημόσυνο, ὅταν μάλιστα ὁ Ἐπίσκοπος κηρύττει αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Ἀντίθετα, γνώριζε καί τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως τοῦ λα΄ Ἀποστολικοῦ καί μάλιστα τοῦ ιε΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἐπί Ἁγίου καί Μεγάλου Φωτίου. Ὅπως ἀκόμη γνώριζε καί τίς θέσεις, στάσεις καί πράξεις τῶν μεγάλων ἁγίων Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Πολύ ὀρθά ἔπραξαν τόσο ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὅσο καί ἄλλοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα τήν τριετία 1970-1973. Εἶχαν ἄλλωστε ὁδοδεῖκτες τίς ἀντιπαπικές συνόδους, τήν Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί Μ. Φωτίου καί τήν Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καί τόσους ἁγίους Πατέρες. Ἐκτός ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες, τό πατριαρχικό μνημόσυνο διέκοψαν τότε καί τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος˙ ὁ Φλωρίνης κυρός Αὐγουστίνος Καντιώτης, ὁ Ἐλευθερουπόλεως κυρός Ἀμβρόσιος καί ὁ Παραμυθίας κυρός Παῦλος. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι κανείς, ἀπ’ ὅσους διέκοψαν καί ἔπαυσαν τό μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, δέν ἀποκόπηκε εἴτε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἴτε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἐπέβαλαν τήν διακοπή μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου στούς ἄλλους ἐπισκόπους, καταδικάζοντάς τους ὡς αἱρετικούς, οὔτε διακόπηκε ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία.

Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί διακοπή μνημοσύνου

Εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ἡ περίοδος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἰστορίας τῶν ἐτῶν 1970-1973, κατά τήν ὁποία οἱ Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ σκῆτες καί τά κελιά, μέ τή σύμφωνη γνώμη καί παρακίνηση τοῦ Ἁγίου Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου[23], καί τρεῖς Μητροπολῖτες τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν, οἱ μακαριστοί Φλωρίνης κυρός Αὐγουστῑνος Καντιώτης, Παραμυθίας κυρός Παῦλος καί Ἐλευθερουπόλεως κυρός Ἀμβρόσιος, τόλμησαν καί προχώρησαν στή διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ μασόνου καί μεγάλου Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου, ὁ ὁποῖος προχώρησε στήν ἀντικανονική ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τό 1965, συναντήθηκε μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Παῦλο ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα καί γενικῶς τηροῦσε φιλοπαπική στάση. Κατά τήν προαναφερομένη τριετία, οἱ διακόψαντες τό μνημόσυνο τοῦ Ἀθηναγόρα συνέχισαν τήν λειτουργική τους ζωή, μή μνημονεύοντας τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, παρά μόνο τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου.

Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί διακοπή μνημοσύνου

Ἄς δοῦμε τί γράφει τὸ ἱστορικὸ τηλεγράφημα τοῦ Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως κυροῦ Ἀμβροσίου γιὰ τὴν Διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Ἀθηναγόρα. Γράφει, λοιπόν, πρὸς τὴν Σύνοδο. Ἡ Σύνοδος δὲν τόλμησε νὰ τιμωρήσει τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, καί μνημόνευαν μόνο τήν Ἱερά Σύνοδο. Αὐτό τό ἐπισημαίνουμε, γιατί σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές φοβίζουν τους κληρικούς πὼς, ἂν διακόψουν τὸ μνημόσυνό τους, θὰ τούς καθαιρέσουν, ὅτι θά εἶναι σχισματικοί, ὅτι θὰ τούς διώξουν! Γιατί δὲν καθαιρέσανε τότε κι αὐτούς; Διότι, δὲν ὑπάρχει Κανονικὸ ἔρεισμα, δὲν ὑπάρχει Κανονικὴ βάση, καὶ πρέπει νὰ βροῦν ἄλλες κατηγορίες ἀνυπόστατες, γιὰ νὰ καθαιρέσουν τούς μή μνημονεύοντες. Γι’αὐτό δὲν καθαίρεσαν τότε τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς καὶ ὅλους τούς Ἁγιορεῖτες, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τὸ Μνημόσυνο. Ἄς δοῦμε, λοιπὸν, τὸ τηλεγράφημα τοῦ κυροῦ Ἀμβροσίου.

«Πρὸς τὴν Σύνοδο.

Μετὰ πικρίας ἀνέγνωμεν βλασφήμους δηλώσεις Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καταχωρισθείσας εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα Ἀθηνῶν δι ὧν ἐδονήθησαν θεμέλια Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς πίστεως. Ἡ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπίθεσις καὶ δὴ ἀκριβῶς μίαν ἑβδομάδα πρὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς νηστειῶν, καθ’ ἣν τὰ πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων ἑορτάζουν τὸν θρίαμβον τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων, ὑπῆρξε καθ’ ὅλας τὰς ἐνδείξεις προμελετημένη καὶ ἐπίβουλος.

Τὸ Φανάριον, ὅπερ μέχρι καὶ τῆς προχθὲς ἀπετέλει ἔνδοξον ἔπαλξιν τῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀτρύτων ἀγώνων, οἱ ἡγέται τοῦ ὁποίου σθεναρῶς ἠγωνίσθησαν καὶ ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῆς πανσέπτου Ὀρθοδοξίας,σήμερον μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην καὶ τινας εὐαρίθμους ὁμόφρονας αὐτῷ κληρικούς, ἐξεστράτευσε διὰ νὰ τὴν πλήξη θανασίμως.

Ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπεστρατεύθη ἡ πρώτου μεγέθους, κατὰ τὴν πατριαρχικὴν ἔκφρασιν φυσιογνωμία, ὁ μητροπολίτης δηλονότι Χαλκηδόνος κ. Μελίτων, ἡ φωνὴ τοῦ Φαναρίου -κατὰ τὸν πατριάρχην- ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει πολλοὺς τὸ Φανάριον καὶ τὸν ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἀπεθαύμαζε τὴν Κυριακήν της Τυροφάγου, [ὁ Πατριάρχης] ὅταν ἡδέως ἤκουεν αὐτοῦ, ἐξ Ἀθηνῶν ὁμιλοῦντος περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, περὶ μεταμορφώσεως τῆς Ἐκκλησίας, περὶ καρναβάλου, ἀλλὰ (ἄκουσον-ἄκουσον) καὶ περὶ ὑποκρισίας.

Μὲ ποῖον, ὅμως, κῦρος ὁ κ. Μελίτων ἐτόλμησε νὰ στηλιτεύση ὑποκριτὰς καὶ ὑποκρισίαν, ὅταν ὁ ἴδιος καὶ δὴ ἐν ὥρᾳ θείας λατρείας μυρίους ὑποκριτικοὺς φωνητικοὺς ἀττικισμοὺς μετελθῶν καὶ διὰ χειρονομιῶν καὶ ποικίλων τοῦ σώματος κινήσεων, ἥκιστα σοβαρῶν καὶ σεμνῶν, κατὰ τὰς μαρτυρίας ἀκηκοότων καὶ ἑωρακότων, οὐχὶ εἰς λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου ἀλλ΄ εἰς ἠθοποιοὺς καὶ μίμους προσιδιαζουσῶν, ἐπέτυχε νὰ πείση τοὺς πάντας ὅτι ὄντως διαθέτει ἀξιόλογον τάλαντον ὑποκριτικῆς ἱκανότητος καὶ τέχνης;

Κατόπιν, λοιπόν, τῶν  δημοσιευθεισῶν δηλώσεων τοῦ Πατριάρχου, δι’ ὧν οὗτος φέρεται προσχωρῶν ἀνεπιφυλάκτως εἰς αἵρεσιν, ἐξαντληθείσης τῆς ὑπομονῆς μου καὶ μὴ ὑπάρχοντος περαιτέρω περιθωρίου ἀναμονῆς, ἔπαυσα ἀπὸ σήμερον ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΤΟΥΤΟΥ, κατ’ ἐφαρμογὴν ΙΕ΄ Κανόνος Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Τοῦ λοιποῦ θὰ μνημονεύωμεν ἁγίας καὶ ἱερᾶς ἡμῶν συνόδου, ἐπιφυλασσόμενος ἐπαναλάβω μνημόσυνον αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς οὗτος ἀποδοκιμάση ἢ διαψεύση ἀντορθοδόξους δηλώσεις του, καθ’ ἃς αἱ ἐκθεμελιωτικαὶ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ σατανικῆς ἐμπνεύσεως αἱρέσεις Πρωτείου καὶ Ἀλαθήτου ἀποτελοῦν ἁπλὰ ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα καὶ ἀσημάντους διαφοράς.

Σήμερον (τό 1970) σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία γεραίρει τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, προχθὲς ἑώρτασεν τὴν ἱερὰν μνήμην τοῦ μεγάλου Φωτίου, [6 Φεβρουαρίου] ἐπανηγύρισεν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ [19 Ἰανουαρίου].

Ἐὰν συνταχθῶμεν τοῖς ἀντορθοδόξοις φρονήμασι τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, θὰ πρέπει ἀμέσως νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὐ μόνον τὰ ὀνόματα τῶν διαληφθέντων ἁγίων ἀλλὰ καὶ ἁπάντων τῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀγωνισθέντων καὶ ἀναιρεθέντων μαρτύρων.

Λυποῦμαι βαθύτατα διὰ τὴν ἣν ἔλαβον αὐστηρὰν θέσιν, ἔναντι ἀνακύψαντος σοβαροτάτου ζητήματος.

Ἡ ἀρχιερατική μου συνείδησις μὲ ὑποχρεοῖ, ἵνα μὴ σιωπήσω περαιτέρω. Καιρὸς ὅπως ὑψωθοῦν φραγμοὶ ἰσχυροὶ καὶ ἀνυπέρβατοι κατὰ παπικοῦ δεσποτισμοῦ καὶ ἐπεκτατικῶν αὐτοῦ σχεδίων, ταπεινὸς ὑπηρέτης τῶν ὁποίων ἀνεδείχθη -ἀτυχῶς- ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἀσθενεῖς τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει Οἰκουμενισταί.

Πιστεύομεν ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας οὐ μόνον θὰ κατανοήση ἀπόφασίν μου, εἰς ἣν μὲ ὁδηγεῖ ἐπιταγὴ συνειδήσεώς μου, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐφαρμόση ἔναντι δογματικῶς ἐκτροχιασθέντος Πατριάρχου, ὅ,τι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες ὑποδεικνύουν καὶ ἐπιτάσσουν».

Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης καί διακοπή μνημοσύνου

Ὁ Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αὐγουστῖνος Καντιώτης διέκοψε τη μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα μετὰ τὸν Μητροπολίτη Ἐλευθερουπόλεως κυρό Ἀμβρόσιο. Σέ κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ σχετικὲς δηλώσεις του λέγει :

«Μόλις ἔγινα ἐπίσκοπος ὡρισμένοι παλαιοημερολογῖται μὲ κατηγοροῦσαν, ὅτι δὲν ἔπαυσα τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ποὺ δὲν ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, καὶ δὲν τὸν ἀπεκήρυξα ὡς αἱρετικό. Ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας χωρὶς ἀμφιβολία εἶχε προβῆ σὲ ἐνέργειες, ποὺ τὸν ἔφεραν μακριὰ ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα· μοῦ ζητοῦσαν, λοιπὸν, νὰ τὸν κηρύξω γι᾿ αὐτὲς αἱρετικό, νὰ τὸν διαγράψω ἀπὸ τὰ δίπτυχα καὶ νὰ παύσω τὸ μνημόσυνό του. Τοὺς ἀπήντησα ὅτι ὡρισμένες ἐνέργειες τοῦ πατριάρχου ἦταν παραβάσεις Ἱ. Κανόνων πού, ἂν ἀποδειχθοῦν ἀληθινές, συνεπάγονται καθαίρεσι. Ἀλλὰ, ποιός θὰ τοῦ ἐπιβάλῃ τὴν καθαίρεσι; Τὸ ἁρμόδιο ὄργανο γιὰ κληρικοὺς εἶναι ἡ Σύνοδος, καὶ γιὰ τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, δὲν κατέστη ὑπόδικος ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ ἔτσι παρέμενε στὸ θρόνο.

Ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης κυρός Χρυσόστομος Καβουρίδης, ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ἡ καθαίρεσι καὶ ὁ ἀφορισμὸς διακρίνονται σὲ «δυνάμει» καὶ σὲ «ἐνεργείᾳ». Κληρικὸς, ποὺ ξέφυγε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, μέχρις ὅτου κριθῇ ἀπὸ Σύνοδο, μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ δυνάμει καθῃρημένος· ἐνεργείᾳ καθῃρημένος καθίσταται μόνο μετὰ ἀπὸ συνοδικὴ κρίσι. Αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ τὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου. Γιὰ παραβάσεις δηλαδὴ ἱ. κανόνων ἐθεωρεῖτο «δυνάμει» καθῃρημένος, δὲν ἦταν ὅμως καὶ «ἐνεργείᾳ». Ἀλλ᾿ ὑπῆρχαν καὶ ἐνέργειές του, ποὺ ἔθιγαν δόγματα. Καὶ στὴν περίπτωσι αὐτή, ἀφοῦ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» κηρύττει διδασκαλίες ἀντορθόδοξες, δὲν ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἀπόφασι καθαιρέσεως ἀπὸ ἁρμόδιο συνοδικὸ δικαστήριο· ἡ καθαίρεσις ἐπέρχεται αὐτομάτως κατὰ τὸν ΙΕ΄ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ ὡς ἱεροκῆρυξ εἶχα μνημονεύσει καὶ εἶχα ζητήσει ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς Β. Ἑλλάδος νὰ τὸν ἐφαρμόσουν καὶ νὰ διακόψουν τὴν κοινωνία μὲ τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη. Γιατί τώρα, μὲ ρωτοῦσαν, ποὺ γίνατε ἐπίσκοπος τῆς Βορείου Ἑλλάδος, δὲν ἐφαρμόζετε ὁ ἴδιος τὸν κανόνα καὶ δὲν διακόπτετε τὴν πνευματικὴ σχέσι μὲ τὸν πατριάρχη;

Ἀπάντησις : Ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅ,τι πίστευα καὶ τότε. Δὲν ἐφαρμόζω, ὅμως, ἀκόμη τὸν κανόνα αὐτόν, ὄχι διότι φοβοῦμαι· διεκινδύνευσα ἤδη τὸ θρόνο κατ᾿ ἐπανάληψιν γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ Ἱ. Κανόνων. Ἀλλ᾿ ἐνῷ ἔχω τὴν ἀπόφασι νὰ τὸν ἐφαρμόσω, τρέμω καὶ ἰλιγγιῶ ἐμπρὸς στὴν εὐθύνη ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ μία ἐνέργεια, ποὺ θὰ ἔχῃ χαρακτῆρα δονήσεως μέσα στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.. Ἐρευνῶ, λοιπὸν, καὶ βασανίζω τὸ πρᾶγμα βαθύτερα, καὶ περιμένω πληροφορία τῆς συνειδήσεώς μου, ἡ ὁποία ἰσχυρῶς νὰ μὲ πείθῃ ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα. Παρακολουθῶ μὲ προσοχὴ καὶ ἀγωνία τὴν ἐξέλιξι τῆς καταστάσεως. Βλέπω, ὅτι καὶ ἄλλοι ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀνησυχοῦν καὶ διερωτῶνται· ποῦ πᾶμε; Κάτι φοβερὸ ἐγκυμονοῦν οἱ καιροί μας..  Συνεχῶς προετοιμάζω τὴν ψυχή μου, τὸ ποίμνιό μου, καθὼς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν φίλων ἀναγνωστῶν, γιὰ τὴν κρίσιμη ὥρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἴθε ὁ Κύριος ἀποτρέψῃ ἀπὸ μᾶς τὸ πικρὸ ποτήριο. Εἴθε νὰ μὴ διασπασθῇ ἡ ἑνότης διὰ τῆς πραγματοποιήσεως ἐνδομύχων πόθων ὡρισμένων οἰκουμενιστῶν ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν πάσῃ, ὅμως, περιπτώσει τὸ πότε καὶ πῶς θὰ ἐφαρμόσω τὸν ἀνωτέρω κανόνα, δὲν θὰ μοῦ τὸ ὑποδείξουν ἀνεύθυνα πρόσωπα, ἀλλὰ ἡ συνείδησί μου, ἀκούγοντας καὶ τὴ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ποὺ ἀγωνίσθηκε μαζί μου σὲ ἡμέρες σκληρᾶς δοκιμασίας».

Τελικῶς, ὅμως, ἔκαμε τὴν παύση λίγο ἀργότερα, μερικοὺς μῆνες μετὰ ἀπὸ αὐτά.

«Ἐπικροτῶ [Μάρτιος τοῦ ΄70] τὴν πρᾶξι τοῦ μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβροσίου, ποὺ ἔπαυσε τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἐξ αἰτίας τῶν νεωτέρων δηλώσεών του περὶ κοινοῦ ποτηρίου, πρωτείου, ἀλαθήτου καὶ φιλιόκβε. Ἡ παῦσις ὁπωσδήποτε θὰ ἐπεκταθῇ. Καὶ ἄλλοι ἱεράρχαι ἑτοιμάζονται νὰ διαμαρτυρηθοῦν. Ἡ κατάστασι ἐκτραχύνεται. Τὸ σκάνδαλο παίρνει διαστάσεις. Τὸ γόητρο τοῦ Πατριαρχείου πέφτει. Πλησιάζει κάποια τρομακτικὴ διάσπασις τῆς ἑνότητος τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου· θὰ ἐπακολουθήσῃ πνευματικὸς ὄλεθρος.

Νά, τ᾿ ἀποτελέσματα τοῦ διαλόγου, ποὺ ἄρχισαν πάπας καὶ πατριάρχης. Ὁ διάλογος εἶναι πονηρὴ παγίδα τοῦ παπισμοῦ, γιὰ νὰ διαλύσῃ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ Διαρκὴς Ἱ. Σύνοδος, ὅπως παρετήρησαν καὶ ἄλλοι, δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία στὸ κεφαλαιῶδες τοῦτο ζήτημα εἶμαι βέβαιος ὅτι μὲ θαυμαστὴ ἑνότητα θὰ στηλιτεύσῃ τὶς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ θ᾿ ἀπευθύνῃ διάγγελμα πρὸς ὅλο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο, ποὺ εἶναι ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς ἀντικανονικὲς καὶ ἀντορθόδοξες ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἴσως ὁ πατριάρχης, πρὸ τοῦ κινδύνου καταδίκης του ἀπὸ ὅλη τὴν Ἱεραρχία, ν᾿ ἀνανήψῃ.

Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, ἀμέσως μετὰ τὴ δημοσίευσι τῶν φρικωδῶν δηλώσεων τοῦ πατριάρχου περὶ πρωτείου, ἀλαθήτου τοῦ πάπα καὶ φιλιόκβε, θὰ ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ σὲ ἔκτακτη συνεδρίασι, ν᾿ ἀπευθύνῃ ἐρώτημα στὸν πατριάρχη, ἂν εἶναι ἀκριβεῖς ἢ ὄχι οἱ δηλώσεις, καὶ νὰ καθησυχάσῃ τὸν ὀρθόδοξο λαό. Ἱεράρχαι, ποὺ διαμαρτυρήθηκαν ἢ καὶ ἔπαυσαν τὸ μνημόσυνο, ὄχι μόνο ἀπαλλάσσονται ἀπὸ εὐθύνη, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄξιοι ἐπαίνου, διότι ἑρμήνευσαν ὀρθὰ τὸν ΙΕ΄ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Δημιουργήθηκε σοβαρὸ ζήτημα πίστεως καὶ κρίσεως τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τὸ ὁποῖο μόνο ἡ Ἱεραρχία μπορεῖ ν᾿ ἀντιμετωπίσῃ. Τὶς τυχὸν ἐναντίον διαμαρτυρομένων ἱεραρχῶν φωνὲς ἀπίστων, ἀθέων, πνευματιστῶν, μασόνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι καὶ ληξιαρχικῶς μόνο ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, πρέπει νὰ περιφρονήσουμε σὰν γαυγίσματα μικρῶν σκύλων, ὅπως διδάσκουν ἀείμνηστοι πρόμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂς ἀκούσουμε τὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὰ ὁποῖα ἀπὸ κάθε σημεῖο τῆς Ἑλλάδος στρέφουν ἐναγωνίως τὰ βλέμματά τους πρὸς τοὺς ποιμένας, ζητώντας ῥωμαλέα ὑπεράσπισι τῆς πατροπαραδότου εὐσεβείας».

Μετὰ ἀπὸ τὴν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου (Φεβρουάριος 1973).

«Μᾶς κατηγοροῦν ὅτι δὲν σεβόμεθα τὸ Πατριαρχεῖο, διότι ὅλως αὐθαιρέτως διεκόψαμε τὸ μνημόσυνο τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχου. Ὄχι, ἀδικοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅταν λένε «ὅλως αὐθαιρέτως». Τὸ ἀληθὲς εἶναι τὸ τελείως ἀντίθετο. Ἐὰν ἀνοίξετε τὸ Πηδάλιο καὶ μελετήσετε τὸν ΙΕ΄ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τότε θὰ δῆτε ὅτι ὄχι «ὅλως αὐθαιρέτως», ἀλλὰ «ὅλως κανονικῶς» διεκόψαμε τὴ μνημόνευσι τοῦ πατριάρχου. Τὴν διεκόψαμε μετὰ ἀπὸ φρικώδεις δηλώσεις του περὶ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, περὶ φιλιόκβε κ.λπ., «Γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» διεκηρύσσοντο, σὲ παγκόσμιο κλίμακα, ἀντορθόδοξες διδασκαλίες, ποὺ ἔχουν καταδικασθῆ ἀπὸ πλῆθος Συνόδους. Οἱ δὲ τρεῖς μητροπολῖται τῆς Βορείου Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὲ πόνο ψυχῆς προχωρήσαμε στὴν διακοπὴ τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου, μὲ ἔγγραφο πρὸς τὴν Ἱ. Σύνοδο δηλώσαμε ὅτι, ἐὰν ὁ πατριάρχης διέψευδε τὶς σχετικὲς δηλώσεις, ἐμεῖς θὰ ἐπαναλαμβάναμε τὸ μνημόσυνο. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἐκεῖνος ἐπέμεινε στὶς πεπλανημένες ἀντιλήψεις του. Τὸ δὲ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἱ. Σύνοδος, παρ᾿ ὅλες τὶς πιέσεις ποὺ δέχθηκε, δὲν προχώρησε νὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις ἐναντίον μας, δείχνει ὅτι κατὰ βάθος ἀνεγνώριζε τὴν ὀρθότητα τῆς ἐνεργείας μας. Προσέφερε δὲ ἡ ἐνέργειά μας αὐτὴ ὑψίστη ὑπηρεσία στὸ Πατριαρχεῖο, διότι ὑπῆρξε ἕνα φρένο στὸν πατριάρχη, ποὺ ἔσπευδε πυραυλοκινήτως πρὸς ἄκαιρον ἕνωσιν μὲ τοὺς παπικούς».

ΙΖ) Ἡ καταπολέμηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἤδη γίνεται μέ τήν ἐνημέρωση κλήρου καί λαοῦ γιά τήν μεγάλη ἀπομείωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού ἔγινε στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, μέ τήν συγγραφή ἀντιοικουμενιστικῶν βιβλίων, κειμένων καί ἄρθρων, μέ αὐστηρό ἔλεγχο, μέ ἀνασκευή τῶν πεπλανημένων θεωριῶν καί μέ θεολογικά συνέδρια καί ἡμερίδες.

ΙΗ) Στό 22ο σημεῖο τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης γράφεται : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας». Εἶναι σαφῆς ἐδῶ ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς διώξεων, καθαιρέσεων καί ἀφορισμῶν τῶν ἀντιδρώντων στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης ἐκ μέρους τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Στήν σίγουρη αὐτή περίπτωση διώξεως ὅσων διακόψουν τή μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων ἀπό τήν ἐπίσημη Διοικοῦσα Ἐκκλησία, θά πρέπει να καταστεῖ γνωστό καί σαφές ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά διασωθεῖ καί θά ὑφίσταται μόνο σέ ὅσους διακόψουν τή μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, καί ὄχι στήν ἐπίσημη Διοικοῦσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, διά τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέσῳ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, θά ἔχει καταστεῖ αἱρετική καί οἰκουμενιστική.

ΙΘ) Οἱ Οἰκουμενιστές κληρικοί, ποὺ ξέφυγαν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, μέχρις ὅτου κριθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν δυνάμει καθῃρημένοι. Ἐνεργείᾳ καθῃρημένοι καθίστανται μόνο μετὰ ἀπὸ συνοδικὴ κρίση. Ὁἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέει ὅτι οἱ Κανόνες προστάζουν τήν Σύνοδο τῶν ζώντων Ἐπισκόπων νά καθαιροῦν τούς ἱερεῖς ἤ νά ἀφορίζουν ἤ νά ἀναθεματίζουν τούς λαϊκούς, πού παραβαίνουν τούς Κανόνες. Ἐάν ἡ Σύνοδος δέν ἐνεργήσει ἐμπράκτως τήν καθαίρεση αὐτῶν τῶν ἱερέων ἤ τόν ἀφορισμό ἤ άναθεματισμό τῶν λαϊκῶν, τότε αὐτοί οἱ ἱερεῖς καί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι καθηρημένοι ἐνεργείᾳ, οὔτε ἀφορισμένοι ἤ ἀναθεματισμένοι. Εἶναι, ὅμως, ὑπόδικοι στήν μέν παροῦσα ζωή στήν καθαίρεση καί στόν ἀφορισμό ἤ ἀναθεματισμό, στήν δέ τελική Κρίση εἶναι ὑπόδικοι στήν Θεία Δίκη[24]. Ὁ πύρινος καί φλογερός Ἱεράρχης, Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αὐγουστῖνος Καντιώτης[25], ὁ ὁποῖος διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου στήν Θεία Λειτουργία τήν τριετία 1970-1973, συμπληρώνοντας τά ἀνωτέρω, ἔλεγε ὅτι αὐτά ἰσχύουν μόνο γιὰ τὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες τῶν κληρικῶν. Γιὰ παραβάσεις δηλ. τῶν Ἰερῶν Κανόνων θεωροῦνται δυνάμει καθῃρημένοι, δὲν εἶναι, ὅμως, καὶ ἐνεργείᾳ. Ἀλλ᾿ ὑπάρχουν καὶ ἐνέργειες κληρικῶν, ποὺ θίγουν τά δόγματα. Στὴν περίπτωση αὐτή, ἀφοῦ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»κηρύττει ὁ κληρικός διδασκαλίες ἀντορθόδοξες, δὲν ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἀπόφαση καθαιρέσεως ἀπὸ ἁρμόδιο συνοδικὸ δικαστήριο[26].

Κ) Οἱ μή μνημονεύοντες κόπτουν τήν μνημόνευση καί τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μόνο μέ τόν αἱρετίζοντα Ἐπίσκοπο. Δέν παύουν, ὅμως, τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία οὔτε μέ τήν Τοπική Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, οὔτε πολύ περισσότερο μέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία.

ΚΑ) Ὁ μακαριστός ἀρχιμ. π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος προτρέπει «ὁ μνημονεύων τόν μή μνημονεύοντα μή ἐξουθενείτω, καί ὁ μή μνημονεύων τόν μνημονεύοντα μή κρινέτω». Δηλ. ὁ κληρικός, πού μνημονεύει, νά μήν ἐξουθενώνει τόν κληρικό, πού δέν μνημονεύει, καί ὁ κληρικός, πού δέν μνημονεύει, νά μήν κρίνει τόν κληρικό, πού μνημονεύει.

ΚΒ) Μεταξύ μνημονευόντων καί μή μνημονευόντων πρέπει νά ὑπάρχει ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀρκεῖ οἱ μνημονεύοντες νά μνημονεύουν ὀρθόδοξο ὡς πρός τό φρόνημα Ἐπίσκοπο, νά εἶναι ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά εἶναι πολέμιοι τῆς ληστρικῆς, αἱρετικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί ὑπέρμαχοι τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἱεροκανονικοῦ δικαιώματος τῆς ἀποτειχίσεως. Εἶναι λανθασμένη ἡ θεωρία τῆς μή ἐπικοινωνίας μνημονευόντων καί μή μνημονευόντων. Δέν πρέπει νά ἀποφεύγεται ἡ ἐπικοινωνία μεταξύ συναδέλφων καί συναγωνιστῶν.

ΚΓ) Ἡ διακοπή μνημοσύνου εἶναι τό ἔσχατο ὅριο, ἡ ἔσχατη διαμαρτυρία, τό ἔσχατο μέσο, γιά νά ἀντισταθεῖ ἕνας κληρικός στήν αἵρεση. Δέν εἶναι, ὅμως, αὐτοσκοπός, οὔτε καί ὁ τελικός σκοπός. Τελικός σκοπός, ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς ἀποτείχισης, εἶναι ἡ σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, πού θά καταδικάσει και θά ἀποκηρύξει τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.

ΚΔ) Ἀπό ὅσα μέχρι τώρα παραθέσαμε, ἱερούς Κανόνες, διδασκαλίες καί παραδείγματα ἁγίων, ἕνα καί μοναδικό συμπέρασμα ἐξάγεται : Ὅτι ἐπαίνου ἄξιον εἶναι τό νά διακόπτει κάθε πιστός κληρικός τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία καί τή μνημόνευση τοῦ ἐπισκόπου του, ὅταν αὐτός δημοσίως κηρύττει κάποια αἵρεση ἤ κάποιο εἶδος νέας θρησκείας, ὡς γίνεται δυστυχῶς σήμερα˙ καί ὄχι νά περιμένει, ὅπως διατείνονται οἱ οἰκουμενιστές τήν καταδίκη του «ὑπό τοῦ συνόλου τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας».                                             Ἴσως διερωτηθεῖ κάποιος˙ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τί νόημα ἔχουν οἱ σύνοδοι στήν Ἐκκλησία; Ἀπαντοῦμε. Ἐμεῖς, ὡς πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ ὅλα αὐτά, πού γράφουμε, δέν ἔχουμε καθόλου πρόθεση ἀμφισβητήσουμε τόνΣυνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Σκοπός μας εἶναι νά καταδείξουμε τό δικαίωμα τῶν κληρικῶν νά διακόπτουν τή μνημόσυνευση καί ἐπικοινωνία τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ Μητροπολίτου ἤ τοῦ Πατριάρχου τους, πού κηρύττει δημοσίως διδαχή, πού εἶναι ἀντικείμενη πρός την Ὀρθοδοξία, καί ὄχι, ἐπαναλαμβάνουμε, νά ἀμφισβητήσουμε τόν Συνοδικό θεσμό. Μή γένοιτο!                               Στούς κατωτέρους κληρικούς μόνο αὐτό τό δικαίωμα παρέχεται καί τίποτε περισσότερο. Ἐναπόκειται πλέον στό ἐπισκοπικό σῶμα, πού συνέρχεται σέ Σύνοδο νά λάβει τά ἐνδεικνυόμενα μέτρα, κατά τοῦ λαλοῦντος διεστραμμένα. Νά τόν καλέσει δηλαδή σέ ἀπολογία, νά τόν νουθετήσει, νά τοῦ παράσχει χρόνο μετανοίας, νά τόν καταστήσει ἀργό, νά τόν καθαιρέσει καί νά τόν ἀναθεματίσει, ἄν δέν μετανοήσει καί δέν ἀποκηρύξει τίς πεπλανημένες δοξασίες του. Συνάμα δέ καί νά ἐνημερώσει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νά τόν ἀποφεύγει ὡς «ἐθνικόν καί τελώνην», κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, ὡς φορέα θανατικῆς πνευματικῆς λοιμικῆς νόσου. Ὅλα αὐτά εἶναι ἁρμοδιότητες τῶν ἐπισκοπικῶν συνόδων καί ὄχι τῶν κατωτέρων κληρικῶν.

ΚΕ) Οἱ μόνοι κληρικοί, πού ἐφαρμόζουν ὀρθά τήν διακοπή μνημοσύνου στόν Ἑλλαδικό χῶρο, εἶναι ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Μανώλης, ἀμφότεροι κληρικοί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καί ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Φώτιος Βεζύνιας, κληρικός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης.

ΚΣΤ) Γιά τούς σχισματικούς Ζηλωτές-Παλαιοημερολογῖτες ἰσχύουν ὅσα μᾶς εἶπε παραπάνω ὁ Ὅσιος Παϊσιος ὁ Ἁγιορείτης. Αὐτοί διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, ἀποσχίσθηκαν καί δημιούργησαν δικές του «Ἐκκλησίες»-παρατάξεις, ξεπερνώντας καί τούς Προτεστάντες ἀκόμη, καί ἐξακολουθοῦν νά ὁμιλοῦν, ὑβρίζοντας τούς πάντες, πρᾶγμα παράλογο.

Ὁ ἀρχηγός τῶν καλουμένων «Ἀποτειχισμένων», π. Εὐθύμιος Τρικαμηνάς, καθαιρέθηκε τό 2007, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου, ἀπό τό Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο τῆς Εκκλησίας τῆς Ελλάδος, ἐπειδή ἀρχικά ἀποτειχίστηκε ἀπό τόν Τοπικό του Ἐπίσκοπο Σεβ. Μητρ. Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἰγνάτιο, ὄχι γιά θέματα Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά γιά θέματα δικαιοσύνης καί κανονικῆς τάξεως, δηλαδή ἐξαιτίας τῆς μή ἀναγνωρίσεως καί μή μνημονεύσεως τοῦ Μητροπολίτη Λαρίσης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκλεγεῖ, ἐνῶ ὁ κανονικός καί νόμιμος Μητροπολίτης Λαρίσης κυρός Θεολόγος βρισκόταν στή ἐπίγεια ζωή του, πράγμα τό ὁποῖο συνιστοῦσε περίπτωση μοιχεπιβασίας μητροπολιτικοῦ θρόνου. Ἀφοῦ, δέχθηκε τήν καθαίρεσή του γιά πολλά χρόνια, ξαφνικά τά τελευταῖα 3-4 χρόνια, βρίσκοντας ὡς ἀφορμή τόν Οἰκουμενισμό πολλῶν Ἐπισκόπων καί δεικνύοντας ἕνα ἀντιοικουμενιστικό πρόσωπο, ἄρχισε νά λειτουργεῖ ἀπό μόνος του, χωρίς νά τοῦ ἀρθεῖ ἡ καθαίρεση καί λάβει κανονική ἄδεια, σ’ἕνα παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στίς Σταγιάτες τοῦ Βόλου καί στό ἰδιωτικό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στά Βασιλικά Θεσ/κης, πού ἀνήκει στόν ἐπίσης «ἀποτειχισμένο» κ. Ὀδυσσέα Τσολογιάννη, μέ τόν ὁποῖο ἐσχάτως ἔχουν ἔλθει σέ ρήξη. Γιά νά εἶναι ὁ π. Εὐθύμιος καλυμμένος Ἐπισκοπικά, προσέτρεξε, ἄν καί κληρικός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στόν ἀδίκως καθηρημένο καί ἀποτειχισμένο ἀπό τήν Σερβική Ἐκκλησία Σεβ. Μητρ. πρώην Ράσκας καί Πριζρένης κ. Ἀρτέμιο, μέ τόν ὁποῖο συλλειτούργησε ἀρκετές φορές. Ὁ Σεβ. Ἀρτέμιος μέ ἐπίσημο ἔγγραφο τοῦ παρεῖχε τήν ἄδεια νά λειτουργεῖ καί νά μνημονεύει «Ὑπέρ πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων». Πέραν πάσης ἀσκήσεως σοβαρῆς κριτικῆς εἶναι καί οἱ συμβουλές τοῦ π. Εὐθυμίου πρός τούς Ἀποτειχισμένους νά μήν κοινωνοῦν καί νά μήν μεταλαμβάνουν στήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία, ἐπειδή εἶναι οἰκουμενιστική καί τά μυστήριά της ἄκυρα. Ἐνῶ, λοιπόν, διεκδικεῖ τήν ἀποκλειστικότητα τῆς ἐγκυρότητος τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τῆς Θείας Κοινωνίας μόνο στή δική του ἀποτειχισμένη Θεία Λειτουργία καί μόνο ἀπό τά δικά του ἀποτειχισμένα χέρια, ἐντούτοις ἐπιτρέπει στούς ἀκολούθους του νά συμμέτεχουν καί νά τελοῦν τά ὑπόλοιπα μυστήρια σέ Ναούς τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Ἄς θαυμάσουμε τήν  Κανονικότητα καί τήν Ἐκκλησιολογία τῶν «ἀποτειχισμένων»!

Ἐπίσης, ὁ π. Ευθύμιος ἔχει γράψει : «Πάντως εἶναι προτιμότερο νά ἀνήκει κανείς σέ σχίσματα καί παρατάξεις (ἄν βεβαίως ἐντός αὐτῶν δέν ἐμφιλοχωροῦν αἱρετικές δοξασίες) παρά σέ αἱρετικούς Ἐπισκόπους, διότι σύμφωνα μέ τούς Πατέρες ἡ αἵρεσις σέ χωρίζει ἀμέσως ἀπό τόν Θεό»[27].

Ἡ ἀνωτέρω ὁμάδα τῶν καλουμένων «Ἀποτειχισμένων» ἔχει ἐσφαλμένες θέσεις περί ἀποτειχίσεως καί σχισματικές, ζηλωτικές τάσεις. Δέχονται α) τό ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, β) τήν θεωρία τῶν συγκοινωνοῦντων δοχείων, γ) τήν θεωρία τοῦ μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων, λόγῳ μνημόνευσης, δ) θεωροῦν ὅτι τά μυστήρια, πού τελοῦν οἱ μνημονεύοντες, εἶναι ἄκυρα, ε) ὅτι οἱ μνημονεύοντες δεν ἔχουν Χάρη, ἱερωσύνη, μυστήρια, στ) ἔχουν ὡς αὐτοσκοπό τήν διακοπή μνημοσύνου, ζ) κατηγοροῦν, κρίνουν καί ἐξουθενώνουν τούς μνημονεύοντες, ἀκόμη καί τούς μή μνημονεύοντες, πού δέν ἀκολουθοῦν τήν δική τους ἀποτείχιση,            η) ἔχουν διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, δηλ. βρίσκονται σε ἀκοινωνησία, μέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, τούς ὁποίους θεωροῦν αἱρετικούς καί οἰκουμενιστές, ἐπειδή δέν προχωροῦν στή διακοπή μνημοσύνου, θ) θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους σωτῆρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι σ’αὐτούς καί μόνο διασώζεται πλέον ἡ Ἐκκλησία, ι) προσεγγίζουν ζηλωτές- παλαιοημερολογῖτες, ὥστε νά ἑνωθοῦν σέ μία μεγαλύτερη ὁμάδα,                 ια) ἀμφισβητοῦν ἀκόμη καί ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, πού δέν προχώρησαν στήν διακοπή μνημοσύνου, ἤ πού προχώρησαν καί ἔπειτα τό ἐπανέφεραν, ιβ) συλλειτουργοῦν μέ καθηρημένους, καί               ιγ) ἀντιμετωπίζουν τήν τωρινή ἐκκλησιαστική κατάσταση, ὅπου δέν ἔχει συγκληθεῖ μέχρι σήμερα καταδικαστική τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ψευδοσυνόδου Πανορθόδοξη Σύνοδος, με κριτήρια πού πρέπει νά ἰσχύουν μετά τήν σύγκληση τέτοιας Συνόδου. Ἄλλα εἶναι τά κριτήρια πρίν τήν σύγκληση Συνόδου καί ἄλλα μετά ἀπ’αὐτήν.

Ἐπειδή, ἡ ἀνωτέρω ὁμάδα, πού λανθασμένα ἐφαρμόζει τήν ἀποτείχιση, ἔχει κερδίσει τά τελευταῖα χρόνια πολύ ἔδαφος, γι’αὐτό καί ἡ ἱεροκανονική ἀποτείχιση ἔχει, δυστυχῶς, ταυτιστεῖ μέ τήν ἐσφαλμένη ἀποτείχιση αὐτῆς τῆς ὁμάδος, καί γι’αὐτό πολλοί θεωροῦν τήν ἀποτείχιση ὡς κάτι κακό, ἀποκρουστικό, ἀπευκταῖο καί ὡς σχίσμα. Ἐν μέρει ἔχουν δίκαιο, διότι ὄντως ἡ ἐσφαλμένη ἀποτείχιση ἔχει λανθασμένες θεωρίες καί σχισματικές, ζηλωτικές τάσεις. Ὅμως, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἀναπτύξαμε πιό πάνω, εἶναι σαφέστατη ἡ διάκριση μεταξύ τῆς σωστῆς καί τῆς ἐσφαλμένης ἐφαρμογῆς τῆς ἀποτείχισης.

Πρέπει νά γίνει ἀπολύτως ἡ ἀπαραίτητη διάκριση μεταξύ τῆς ὀρθῆς ἱεροκανονικῶς καί ἁγιοπατερικῶς διακοπῆς μνημοσύνου ὑπό τίς προϋποθέσεις, πού ἀναφέραμε προηγουμένως, καί τῆς ἑσφαλμένης ζηλωτικῆς ἀποτειχίσεως, χωρίς νά συντρέχουν οἱ ἀπαραίτητες ἱεροκανονικές προϋποθέσεις, πού ἐφαρμόζουν ἀρκετές ὁμάδες κληρικῶν. Ἡ τελευταία, δυστυχῶς, δέν μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτή, ἀπομειώνει καί ζημιώνει τόν ἀγῶνα ὑπέρ τῆς ἱεροκανονικῆς ἀποτειχίσεως, καί καταλήγει σέ σχισματικές καταστάσεις, μέ ἀποτέλεσμα νά χλευάζεται ἡ ἀποτείχιση καί ὅσοι ὀρθῶς καί κανονικῶς τήν ἐφαρμόζουν.

Ἀπαραίτητη διευκρίνηση

Ἐάν κάποιος ρωτοῦσε τήν ἐλαχιστότητά μας, γιατί δέν προβαίνουμε σέ διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, θά τοῦ ἀπαντούσαμε ὡς ἑξῆς : Δέν προβαίνουμε στήν διακοπή μνημονεύσεως τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου μας, διότι θεωροῦμε ὅτι στήν περίπτωσή του δέν συντρέχουν οἱ ἀπαραίτητοι λόγοι καί ὅροι, πού θέτει ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου περί διακοπῆς μνημοσύνου. Καί οἱ ἀναγκαῖοι αὐτοί ὅροι εἶναι τό νά κηρύττει συνεχόμενα καί ἀμετανοήτως, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, δημοσίᾳ, παρρησίᾳ, ἀνερυθριάστως καί χωρίς ντροπή, αἵρεση, πού εἶναι κατεγνωσμένη ἀπό τίς ἅγιες Συνόδους ἤ ἀπό Πατέρες, ἐπ’Ἐκκλησίαις. Αὐτό – δόξα τῷ Θεῷ – δέν τό ἔχει κάνει ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς. Ἄντιθέτως, ὡς γνωστόν, εἶναι Ὀρθόδοξος ὡς πρός τό φρόνημα καί ὄχι αἱρετικός. Εἶναι ἐνάντιος καί πολέμιος τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, στήν ὁποία οὔτε συμμετεῖχε, οὔτε ὑπέγραψε τά ἀντορθόδοξα κείμενά της. Ἔργοις, λόγοις καί συγγραφαῖς ἔχει ἀντιταχθεῖ στήν Μασονία καί τόν φρικώδη διεθνῆ Σιωνισμό. Μνημειώδεις καί ἱστορικές εἶναι οἱ ἐπιστολές του πρός τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκίσκο, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, τόν Μονοφυσίτη-Κόπτη ψευδοπατριάρχη κ.  Θεόδωρο, τόν Πρόεδρο τῆς Τουρκίας κ. Ρ. Τ. Ἐρντογάν. Ἔχει διοργανώσει πλεῖστα ὅσα θεολογικά καί ἐπιστημονικά συνέδρια καί ἡμερίδες. Ὁ Σεβ. Πειραιῶς, ὡς Μητροπολίτης τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, πού ἀνήκει στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί δή στίς λεγόμενες Παλαιές Χῶρες, ὅταν λειτουργεῖ, δέν μνημονεύει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, ἀλλά τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, λέγοντας «…τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου…». Ἄρα, οὐδόλως ἰσχύει αὐτό, πού τοῦ καταμαρτυροῦν, ὅτι δηλ. εἶναι αἱρετικός καί μολυσμένος, ἐπειδή δῆθεν μνημονεύει οἰκουμενιστές. Ἑπομένως, δέν συντρέχουν πρός τό παρόν λόγοι διακοπῆς μνημονεύσεώς του, διότι σέ ἀντίθετη περίπτωση θά προκαλέσουμε, δυστυχῶς, σχίσμα στήν Ἐκκλησία, πράγμα ἀξιοκατάκριτο. Ἐάν, καθ’ὑπόθεσιν, στό μέλλον ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς καταστρατηγήσει τίς παραπάνω προϋποθέσεις καί γίνει διαπρύσιος κήρυξ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἤ κάποιας ἄλλης αἱρέσεως, – ὅ μη γένοιτο! – τότε βεβαίως καί θά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά ἐφαρμόσουμε σωστά τόν 15ο Κανόνα.

Θά ἐπιθυμούσαμε βέβαια ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς νά εἶναι ἐπιφυλακτικότερος στίς σχέσεις του μέ φανερούς οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους καί, ὡς μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς περιόδου 2016-7, νά μήν εἶχε συμφωνήσει στήν κυκλοφόρηση τοῦ κειμένου «Πρός τόν λαό» (Ἰανουάριος 2017), τό ὁποῖο ἀποδέχεται καί ἐπαινεῖ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, παρ’ὅλο πού ὀνομάζει τούς αἱρετικούς ὡς «ἑτεροδόξους χριστιανούς» καί τίς αἱρέσεις ὡς «ἄλλες χριστιανικές ὁμολογίες – αἱρέσεις» καί ὄχι ὡς «ἐκκλησίες», καί κάνει λόγο γιά ἀναγνώριση ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν Συνόδων ἐπί Μ. Φωτίου καί ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ καί ἄλλων Συνόδων, σέ ἄλλη κατεύθυνση ἀπό τή γραμμή τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης. Πάντως, ἐπανειλημμένως, τόσο ὁ ἴδιος πρό τῆς ψευδοσυνόδου, ὅσο καί μετά τήν ψευδοσύνοδο, διά τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί τῶν Παραθρησκειῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, καί μέ κείμενά του, κατεδίκασε καί ἀποδοκίμασε τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου γιά τό ἔγκλημά της νά μήν καταδικάσει τίς ἐν χρόνῳ και χώρῳ αἱρέσεις.

[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 39-40.

[2] Ὅ. π., σ. 358.

[3] Οἱ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μνημονεύοντες καί οἱ Ζηλωταί, ἤτοι πηγή διαφωτιστική περί Μνημοσύνου, ἀποδεικνυομένη διά τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων καί δικαιωμάτων τῆς στρατευομένης Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ε. Ι. Στουγιαννάκη, Παπαμάρκου 46, Θεσ/κη 1933, σσ. 50-53.

[4] ἐν : PRAVILA PRAVOSLAVNE CZORYES TUMACENJIMA, II, NOVI SAD 189, 66, 290, 291. Σχ. βλ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Τά σαθρά ἐπιχειρήματα τῶν φιλοοικουμενιστῶν, ἤτοι ἀπαντήσεις εἰς ὅσα λέγουν, διαδίδουν καί γράφουν οἱ Φιλοοικουμενισταί ἐναντίον τῶν σημερινῶν Ὁμολογητῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Καψάλα Ἁγίου Ὄρους 1995, σ. 13.

[5] ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά δύο ἄκρα˙ Οἰκουμενισμός καί Ζηλωτισμός, ἔκδ. Ἱερόν Ἠσυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, Ἀθήνα 1997, σσ. 75-76.

[6] Ἰω. 14, 6.

[7] Εἰς τὸν βίον καὶ τὴν ἄθλησιν τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Μαξίμου, 14, PG 90, 81-84 : «Διὰ τοῦτο παντὶ τρόπῳ ἐκείνους παρέθηγε· συνεκρότει, λόγοις ἤλειφε πρὸς ἀνδρείαν, γενναιοτέρου ἐνεπίπλα φρονήματος. Εἰ γὰρ καὶ τῷ θρόνῳ ὑπερεῖχον, ἀλλὰ τήν γε σοφίαν καὶ σύνεσίν, ἐλάττους ἦσαν καὶ ἀποδέοντες· ἵνα μὴ τὴν ἄλλην ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν ἐν ἅπασι τοῦ ἀνδρὸς εὔκλειαν. Ὅθεν καὶ λόγοις τε ἦσαν τοῖς ἐκείνου ὑπείκοντες καὶ παραινέσεσιν ἄλλαις καὶ συμβουλαῖς οὕτω πολὺ τὸ ὠφέλιμον ἐχούσαις, ἀναντιρρήτως πειθόμενοι».

[8] Αὐτόθι, 24, PG 90, 93.

[9] Ἐξήγησις τῆς κινήσεως, γενομένης μεταξὺ τοῦ κυροῦ ἀββᾶ Μαξίμου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ καὶ τῶν ἀρχόντων ἐπὶ σεκρέτου 12, PG 90, 148.

[10] Αὐτόθι 5, PG 90, 117: «Ταῦτα αὐτοῦ λέγοντος κράζει ὁ Μηνᾶς· «Ταῦτα λέγων ἔσχισας τὴν Ἐκκλησίαν». Καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «Εἰ ὁ λέγων τὰ τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων σχίζει τὴν Ἐκκλησίαν, ὁ ἀναιρῶν τὰ τῶν Ἁγίων δόγματα, τὶ δειχθήσεται τῇ Ἐκκλησίᾳ ποιῶν, ὧν χωρὶς οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο, Ἐκκλησίαν εἶναι δυνατόν»;

[11] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας 3, ἐν Π. Χρηστου, Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. Β´, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 627. Αὐτά ἀναπτύσσονται ἐκτενέστερα είς ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις, Θεσ/κη 2017, σ. 16 ἐ.

[12] Α΄ Πέτρ. 2, 5, 9.

[13]ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 76.

[14] Ὅ. π., σ. 81.

[15] http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=36199, http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=36164

[16] Σχ. βλ. Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰανουάριος – Μάρτιος 2009) 75-81.

[17] Ἐπιστολὴ ὁμολογητικὴ τῶν Ἁγιορειτῶν πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ Παλαιολόγον, ἐν V. Laurent – J. Darrouzes, Dossier Grec de l’ Union de Lyon 1273-1277, Paris 1976, σσ. 397-399.

[18] Αὐτόθι, σ. 399 : «Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο· γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, “δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγὴν καὶ ὅτι κοινωνὸς αὐτοῦ τῆς πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος”». Θεοδωρου ἐπισκόπου Ἀνδίδων, Προθεωρία κεφαλαι-ώδης περὶ τῶν ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων 32, PG 140, 460-461: «Εἶτα ἡ ἐκφώνησις· Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν· ἀφ᾽ ἧς δείκνυται ὑποταγὴ ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον καὶ ὅτι τούτου μνημονευομένου τοῦ ἀρχιερέως κοινωνός ἐστι καὶ ὁ προσφέρων τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων διάδοχος, ἀλλ᾽ οὐχὶ καινὸς τις μύστης ἢ εὑρετὴς τῶν παρ᾽ αὐτοῦ προσφερομένων συμβόλων».

[19] Σχ. βλ. Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2003.

[20] Σχ. βλ. ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Συγγράμματα, τ. Β΄, ἔκδ. Π. Χρήστου, Θεσ/κη 1966, σ. 37. Τό πλῆρες κείμενο τοῦ ἀφορισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν PG 150, 863-864 : «Τόν Παλαμᾶν καί τούς ὁμόφρονας αὐτοῦ, καί πάντα τά ἀσεβῆ αὐτῶν δόγματα, οἰκειότερον δέ εἰπεῖν παραληρήματα, τούς τε ἐκδικοῦντας, καί ἐκλαμβάνοντας, καί ἐκδεχομένους τά ἐν τῷ Τόμῳ κατά τήν αὐτῶν ἐξήγησιν, μᾶλλον δέ φλυαρίαν, καί οὐ κατ’ἔννοιαν θεοπρεπῆ, καί ὀρθόδοξον, καί καθῶς οἱ τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρες καί διδάσκαλοι, οἷς καί ἡμεῖς ἑπόμενοι καί ἀκολουθοῦντες τά τῶν ἁγίων ῥητά ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ Τόμῳ, καί πάντας τούς δι’αὐτό τοῦτο, ἥγουν ὅτι μή παραδεχόμεθα τά τοιαῦτα αὐτῶν παραληρήματα, ὧν τά μέν ἀπεστάλησαν ἡμῖν παρ’αὐτῶν, τά δέ καί παρ’ἑτέρων ἐνεφανίσθησαν, τολμήσαντας ἀκονονίστως καί ἀκρίτως ἀποκόψαι τό μνημόσυνόν μου, τῷ ἀπό τῆς ζωαρχικῆς καί ἁγίας Τριάδος δεσμῷ καθυποβάλλομεν, καί τῷ ἀναθέματι παραπέμπομεν. Ἡ ὑπογραφή˙  Ἰωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ῥώμης και οἰκουμενικός πατριάρχης»

[21] P.G. 150, 880D.

[22] ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ, Ἁγιορείτης μοναχός, «Ἄγνωστη ἐπιστολή πόνου κατά οἰκουμενιστῶν καί φιλενωτικῶν»,Ὀρθόδοξος Τύπος (9/16-3-2007) 1,5.

[23] http://www.romfea.gr/diafora/2431-apantiseis-gia-to-fulladio-tou-agiou-pa%CF%8Asiou

[24] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ὅ.π., σσ. 4-5.

[25] ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ, Περί διακοπῆς μνημοσύνου σε πατριάρχη, Πῶς φθάσαμε στήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα τό 1970. Ἀπαντήσεις ἐπί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, Ἀθήναι 1973, σσ. 49-50 http://www.ekklisiaonline.gr/ekklisisiaellados/episkopos-avgoustinos-kantiotis-peri-diakopis-mnimosynou-se-patriarxi/

[26] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ὅ.π, σ. 358.

[27] ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ, Ἡ διαχρονική συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά τό ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί διακοπῆς μνημονεύσεως Ἐπισκόπου κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας αἵρεσιν, ἐκδ. Degiorgio, Τρίκαλα 2012, σσ. 257-258

Η υπερηφάνεια δεν έριξε μόνον τον Εωσφόρο…

Ιωάννη Μακαρούνη
Ζητώ εκ των προτέρων συγνώμη για το μακροσκελές του κειμένου, αλλά το περιόρισα όσο μπορούσα.
Δεκάδες χιλιάδες σελίδες έχουν ήδη γραφεί, καθώς και εκατοντάδες ώρες ομιλιών έχουν ήδη ηχογραφηθεί, αναφορικά με τα επίκαιρα ζητήματα της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού, της «μετα-Πατερικής» πλάνης και της τραγικής προσπάθειας να κατοχυρωθούν Συνοδικά αυτές οι αντίχριστες βλασφημίες.

Χωρίς ευτυχώς να είμαι «πτυχιούχος θεολόγος», καταθέτω στην αγάπη σας, όσα με το αθεολόγητό μου μυαλό συμπεραίνω σχετικά με την θλιβερά καλουμένη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» του Κολυμπαρίου.
Πιστεύω ότι η εξέταση της ψευδοσυνόδου αυτής πρέπει ίσως να χωριστεί σε δύο μέρη.  Το πρώτο μέρος να εξετάσει το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι άκυρη και ληστρική.  Το δεύτερο μέρος να εξετάσει το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι βλάσφημη, αιρετική και αντίχριστη.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Γιατί η ψευδοσύνοδος είναι άκυρη και ληστρική
Το πρώτο μέρος, στο οποίο εξετάζεται το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι άκυρη και ληστρική, χωρίζεται σε δυο επιμέρους σκέλη. Πρώτον, τα «απλά» διαδικαστικά εκείνα ζητήματα τα οποία καθιστούν την ψευδοσύνοδο άκυρη και ληστρική. Δεύτερον, τα πολύ σοβαρότερα «διαδικαστικά» ζητήματα.
Για παράδειγμα, στα «απλά» διαδικαστικά ζητήματα μπορεί κανείς να συγκαταλέξει ενδεικτικά το ότι:
  1. Δεν έγινε αποδεκτή η αναβολή που εζήτησαν για δογματικούς λόγους οι 4 μεγάλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Αντιοχείας
  2. Απείχαν από αυτήν οι 4 μεγάλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Αντιοχείας, οι οποίες εκπροσωπούν το 70 τοις εκατό των απανταχού Ορθοδόξων
  3. Αντικατέστησε παράνομα και απέκλεισε από την Σύνοδο τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Ειρηναίο επειδή δεν ήταν αιρετικός
  4. Δεν είχε έγκυρα θέματα ημερησίας διατάξεως εφόσον δεν υπεγράφησαν ομόφωνα
  5. Κατά πρωτοφανή παράβαση των Κανόνων και της εγκύρου Συνοδικής Παραδόσεως, από τους 830 απανταχού Ορθοδόξους Επισκόπους, δηλαδή τους 580 Επαρχιούχους και τους 250 Τιτουλάριους, οι οποίοι έπρεπε να κληθούν, εκλήθησαν μόνον οι 160, και μάλιστα κατ΄επιλογήν!, εκ των οποίων και πάλι πολλοί δεν πήγαν για λόγους δογματικούς και ομολογιακούς, και οι οποίοι αντικατεστάθησαν απο άλλους!
  6. Επίσης κατά πρωτοφανή παράβαση, αντί να ψηφίσουν όλοι οι Επίσκοποι, οι οποίοι και δεν εκλήθησαν, τελική και αποφασιστική ψήφο είχαν μόνον οι Προκαθήμενοι, κάτι το οποίο γίνεται στις Παπικές Συνόδους όπως στην Β’ Βατικάνειο Σύνοδο
  7. Η ψήφος του Πατριάρχη Σερβίας ήταν άκυρη, εφόσον 17 από τους 24 Σέρβους Μητροπολίτες κατεψήφισαν την νέα Εκκλησιολογία
… και πολλά άλλα…
Τώρα, στα πολύ σοβαρότερα «διαδικαστικά» ζητήματα του πρώτου μέρους, συγκαταλέγονται τρία πολύ βαθιά ατοπήματα.
Πρώτον, δεν είχε χαρισματικούς και θεοφόρους αγίους Γέροντες εισηγητές και επικυρωτές των θεμάτων και των κειμένων, όπως είχαν όλες οι προηγούμενες Σύνοδοι. Και όχι μόνον αυτό, αλλά τους απαγόρευσαν και να μιλήσουν ακόμη. Μήπως δεν έχουμε σήμερα Χαριτωμένους Γέροντες; Όλοι μας γνωρίζουμε διάφορα ονόματα τέτοιων θεωμένων εν ζωή Γερόντων, εντός και εκτός Αγίου Όρους. Μήπως είχαν λάθος όλοι οι Άγιοι Πατέρες οι οποίοι λέγουν διαχρονικά και ομόφωνα ότι η θεολογία και η δογματική είναι Αγιοπνευματικό προϊόν αποκαλύψεως σε όσους πέρασαν το ασκητικό στάδιο της Καθάρσεως και έφθασαν στον πολυπόθητο Αγιοπνευματικό Φωτισμό; Μήπως υπάρχει κανείς που να θεωρεί έστω και έναν από τους Συνοδικούς Επισκόπους Χαριτωμένο και Αγιοπνευματικά Φωτισμένο όπως είναι οι διάφοροι Γέροντές μας; Φαντάζομαι δεν έχει ούτε ένας αυτήν την υπερήφανη, πλανεμένη, και στα όρια της βλασφημίας σκέψη. Τότε ποια Αγιοπνευματική εγκυρότητα και ασφάλεια είχε η ψευδοσύνοδος;  Σε τι διαφέρει από τις ψευδοσυνόδους των πλανεμένων αιρετικών της Δύσεως;  Και μόνον η λογοκρισία (δια της μη προσκλήσεως) Χαριτωμένων και Φωτισμένων Γερόντων καθιστά την ψευδοσύνοδο προϊόν υπερηφάνειας και πλάνης του Πονηρού. Άρα φεύγουμε από τα όρια της ληστρικής ψευδοσυνόδου και φλερτάρουμε σοβαρά με τα όρια της βλάσφημης, αιρετικής και αντιχρίστου ψευδοσυνόδου.
Το δεύτερο σοβαρότατο «διαδικαστικό» ατόπημα του δευτέρου σκέλους του πρώτου μέρους, είναι το γεγονός ότι δεν αναγνώρισε τις προηγούμενες Ορθόδοξες Συνόδους.  Δηλαδή, δεν αναγνώρισε ούτε την εν Κωνσταντινουπόλει Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο του 692 μΧ, δεν αναγνώρισε ούτε την εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδο του 880 μΧ, (η οποία «συμπτωματικώς» έθιγε τους αιρετικούς Παπικούς), και δεν αναγνώρισε ούτε και την εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδο του 1341 μΧ, η οποία επίσης «συμπτωματικώς» έθιγε τους αιρετικούς Παπικούς.
Και επειδή στην Ορθοδοξία δεν μπορεί να υπάρχει Συνοδική ασυνέχεια αλλά συνέχεια, η ψευδοσύνοδος του Κολυμπαρίου έπρεπε είτε να κατονομάσει τις ανωτέρω Συνόδους ως αιρετικές και ληστρικές, είτε να τις αναγνωρίσει και να τις επικυρώσει, ώστε να υπάρχει Συνοδική συνέχεια.  Κατά την Ιερά Παράδοση, η κάθε νέα Σύνοδος αντλεί την εγκυρότητά της και από την απόρριψη ή την αναγνώριση των προηγουμένων Συνόδων. Άρα η ίδια η ψευδοσύνοδος αυτο-ακυρώνεται με την αγνόηση των προηγουμένων Συνόδων.
Το τραγικό όμως του ότι η ψευδοσύνοδος αγνόησε τις τρείς προηγούμενες Συνόδους ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ, δεν πρέπει να το προσπεράσουμε ως απλό διαδικαστικό ατόπημα. Μπορεί να φανταστεί κανείς τέτοια προκλητική στάση από τον οποιονδήποτε απλό Χριστιανό σέβεται την εντολή «ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ»; Η ένοχη επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι ενώ μεν τις αναγνωρίζει ως Ορθόδοξες και ορθοτομούντες τον λόγο της Αληθείας, και γι΄ αυτό δεν τολμά να τις καταδικάσει, εν τούτοις δεν τις επικυρώνει, διότι τότε θα πρέπει να κατονομάσει και τις αιρέσεις της εποχής μας, ως οφείλει ως Ορθόδοξη Σύνοδος. Άρα, όσο σοκαριστικό και εάν ακούγεται σε μερικούς που δεν παρακολουθούν την αποστασία των «Επισκόπων» του αιώνος μας, στην ψευδοσύνοδο υπήρξε απροκάλυπτα και προκλητικά, δόλος και προδοσία Πίστεως.  Άρα, πάλι φεύγουμε από τα όρια της ληστρικής ψευδοσυνόδου και φλερτάρουμε σοβαρά με τα όρια της βλάσφημης, αιρετικής και αντιχρίστου ψευδοσυνόδου.
Το τρίτο σοβαρότατο «διαδικαστικό» ατόπημα είναι το ότι δεν ησχολήθη καθόλου με το φλέγον ζήτημα του ημερολογίου/εορτολογίου που διχάζει τους Ορθοδόξους εδώ και δεκαετίες.  Και μόνον αυτό το πρόβλημα να έλυνε αυτή η σύνοδος, θα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις σημαντικότερες Συνόδους. Το ότι η ψευδοσύνοδος δεν ησχολήθη με αυτό το σοβαρότατο ζήτημα τι μας δείχνει ξεκάθαρα; Μας δείχνει ότι για τους συνοδικούς, η υπαναχώρηση των Ορθοδόξων προκειμένου να συναντήσουν την αίρεση, είναι πολύ σημαντικότερη από την επανένωση των αποσχισμένων αδελφών Ορθοδόξων. Πάλι προδοσία
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Γιατί η ψευδοσύνοδος είναι αιρετική και αντίχριστη
Ας εξετάσουμε όμως λίγο και το δεύτερο μέρος, το οποίο προσπερνά τα ανωτέρω «διαδικαστικά» ζητήματα, και πραγματεύεται το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι ουσιαστικά βλάσφημη, αιρετική και αντίχριστη.
Αν και ανήκουν σε αυτό το μέρος, δεν θα ασχοληθώ καθόλου με κάποια σοβαρότατα θεολογικά και δογματικά ατοπήματα της ψευδοσυνόδου, όπως η Προτεσταντικοποίηση της νηστείας, η αντι-Κανονική, αντι-δογματική και αντ-Ορθόδοξη αποδοχή των μεικτών γάμων μεταξύ Χριστιανών και αιρετικών, η αντι-Κανονική, αντι-δογματική και αντ-Ορθόδοξη αποδοχή των συμπροσευχών και ιερουργικών συνευρέσεων μεταξύ Χριστιανών και αιρετικών, κα.
Θα επικεντρωθώ μόνον σε τέσσαρα φοβερά σημεία, τα οποία καταδεικνύουν περίτρανα το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι πραγματικά βλάσφημη, αιρετική και αντίχριστη.
Πρώτον, η ψευδοσύνοδος του Κολυμπαρίου δεν κατονόμασε τις φοβερές και πολυάριθμες αιρέσεις του αιώνος μας.  Όλοι γνωρίζουμε ότι η εκάστοτε Σύνοδος συγκαλείται για να καταδικάσει τις αιρέσεις της εποχής. Αυτός είναι ο κύριος και βασικός λόγος για να συγκληθεί μια Ορθόδοξη Σύνοδος. Αντ΄ αυτού, μέσα στα κείμενα της ψευδοσυνόδου δεν υπάρχει ούτε μια φορά η λέξις «αίρεσις», ούτε παράγωγό της, ούτε συνώνυμό της, ούτε και για την λέξη «πλάνη», κοκ. Γι΄ αυτό και δεν ανεγνώρισε τις παλαιότερες Ορθόδοξες Συνόδους, οι οποίες κατεδίκαζαν εκ νέου την αίρεση του Παπισμού.
Δεν όφειλε η ψευδοσύνοδος να κατονομάσει τις πλάνες και τις αιρέσεις της εποχής μας, και μάλιστα αρχής γενομένης από την εποχή της τελευταίας Συνόδου και έκτοτε; Τι κατοχυρώνει Συνοδικά αυτή η ψευδοσύνοδος με την μη κατονομασία των αιρέσεων; Κατοχυρώνει και δηλώνει γυμνή τη κεφαλή ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι σήμερα δεν υπάρχουν πλέον πλάνες και αιρέσεις. Και τι είναι τότε για την ψευδοσύνοδο οι «μετα-Πατερικοί» και οι Οικουμενιστές με τις διάφορες αιρετικές θεωρίες «των Χριστιανικών αναδενδράδων», «των δυο Πνευμόνων», «των Κλάδων», «της Διηρημένης ή Ατελούς Εκκλησίας», κοκ; Τι είναι οι Μασόνοι, οι διάφοροι Μονοφυσίτες, οι Παπικοί και οι χιλιάδες Προτεσταντικές παραφυάδες; Εφόσον δεν είναι πλάνες, σχίσματα και αιρέσεις, τότε είναι και αυτοί Σώμα Χριστού.
Και εφόσον στην ψευδοσύνοδο δεν έπνεε Πνεύμα Άγιον αλλά Πονηρόν, όπως Πονηρά και αφηρημένα μίλησε για τις παλαιότερες Συνόδους μη αναφέροντάς τες, έτσι μίλησε και για τις αιρέσεις, τις οποίες ούτε κατονομάζει, αλλά ούτε και αναγνωρίζει ευθέως ως Σώμα Χριστού, παρά μόνον το υπονοεί εμμέσως και Πονηρά. Είναι αυτό πνεύμα Ορθόδοξο;  Είναι αυτό ήθος Ορθόδοξο; Είναι αυτό πνεύμα κατά Χριστόν; Είναι αυτό Πνεύμα Άγιο; Ας μην βλασφημούμε κατάφωρα λοιπόν, και ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Αυτή η εκ του Πονηρού ασάφεια της ψευδοσυνόδου, όχι μόνον αποδεικνύει το Πονηρό πνεύμα το οποίο ενέπνεε τους Συνοδικούς, αλλά δια της ασάφειας αυτής η ψευδοσύνοδος προχώρησε και στην πλάγια αλλά εγκυρότατη αναγνώριση των πλανών και των αιρέσεων ως Σώμα Χριστού.
Και αυτό το γεγονός μας συνδέει με το δεύτερο φοβερό σημείο το οποίο καταδεικνύει περίτρανα το γιατί αυτή η ψευδοσύνοδος είναι πραγματικά βλάσφημη, αιρετική και αντίχριστη.
Το δεύτερο σημείο είναι το πολυσυζητημένο γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος αναγνώρισε απροκάλυπτα τις αιρέσεις ώς Εκκλησίες. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στο τελικό Συνοδικό κείμενο με τίτλο «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ», για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας του Χριστού, υπογράφονται Συνοδικά, φράσεις όπως:
«ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» (παρ. στ΄)
«διάλογον μετά τῶν λοιπῶν χριστιανῶν» (παρ. στ΄)
«Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.)» (παρ. ιστ΄)
«Τό Π.Σ.Ε. εἶναι ἕν συγκεκροτημένον διαχριστιανικόν σῶμα, παρά τό
γεγονός ὅτι τοῦτο δέν συμπεριλαμβάνει ἁπάσας τάς ἑτεροδόξους Χριστιανικάς Ἐκκλησίας» (παρ. ιστ΄)
«Διάσκεψις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν (Κ.Ε.Κ.)» (παρ. ιστ΄)
«Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς (Σ.Ε.Μ.A.)» (παρ. ιστ΄)
«Παναφρικανικόν Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν» (παρ. ιστ΄)
«Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον
Ἐκκλησιῶν» (παρ. ιθ΄)
«μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν» (παρ. ιθ΄)
«Οὐδεμία Ἐκκλησία ὑποχρεοῦται νά ἀλλάξῃ τήν ἐκκλησιολογίαν
αὐτῆς κατά τήν εἴσοδόν της εἰς τό Συμβούλιον» (παρ. ιθ΄)
«δέν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νά θεωρῇ τάς
ἄλλας ὡς Ἐκκλησίας» (παρ. ιθ΄)
… και άλλες τέτοιες φράσεις…
Πώς όμως θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά η ψευδοσύνοδος από το να αναγνωρίσει και Συνοδικά Εκκλησιολογία στις αιρέσεις, όταν η πλειοψηφία των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετέχει σε έναν παγκόσμιο οργανισμό ο οποίος όχι μόνον αυτοχαρακτηρίζεται ως διαχριστιανικός, αλλά και ως Συμβούλιο Εκκλησιών; Δηλαδή με την ανοχή, και δει την συμμετοχή μας εκεί, αναγνωρίζουμε όλες τις πλάνες και τις αιρέσεις ως Χριστιανούς και ως Εκκλησίες, δηλαδή ως μέλη του Σώματος του Χριστού.
Και φυσικά δεν είναι μια άτυπη και ανεπίσημη συμμετοχή, αλλά συμμετοχή και κοινωνία στις αιρέσεις δια της επισήμου και δημοσίας υπογραφής της εκάστοτε τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας που συμμετέχει.  Και δεν είναι ασήμαντη θεολογικά η υπογραφή αυτή, εφόσον στο κείμενο του Τορόντο διαβάζουμε χωρίς «Κολυμπάριες» περιστροφές και ασάφειες, ότι «Οἱ Ἐκκλησίες-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό νά ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς δικῆς του Ἐκκλησίας» (κεφ. 4. παρ. 3).
Όπως λοιπόν μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο καθένας, ποτέ στο παρελθόν δεν ανεγνωρίσθησαν επίσημα και Συνοδικά, δηλαδή δογματικά, οι αιρέσεις ώς Εκκλησίες και Σώμα Χριστού.  Όμως η συμμετοχή μας στο Π.Σ.Ε. και η κατάφωρα αιρετική αναγνώρισή του Συνοδικά πάει ακόμη πιο βαθειά.
Εντός των πλαισίων του Π.Σ.Ε., τον ρόλο και τις δράσεις, του οποίου αναγνωρίζουμε και Συνοδικά πλέον, υπεγράφησαν και διάφορα άλλα κείμενα.  Είναι τα περιβόητα κείμενα του Μπαλαμάντ, του Σαμπεζύ, του Πόρτο Αλέγκρε, του Πουσάν, κοκ. Σε αυτά τα επίσημα κείμενα του Π.Σ.Ε., υπογράφουν ευθέως οι διάφοροι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι των τοπικών Εκκλησιών ότι αναγνωρίζουμε πλήρως, ότι οι διάφοροι αιρετικοί έχουν Αποστολική Διαδοχή, Ιερωσύνη, Βάπτισμα, Μυστήριο, Θεία Χάρη και Σωτηρία.  Αυτά ακριβώς τα βλάσφημα, αιρετικά και αντίχριστα πράγματα αναγνωρίζουμε Συνοδικά με την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου.
Μα θα πει κάποιος καλοπροαίρετος αδελφός μας, ότι πουθενά στα κείμενα της ψευδοσυνόδου δεν αναφέρονται οι ανωτέρω συμφωνίες-κείμενα, παρά μόνον αυτή του Τορόντο. Τότε όμως γιατί η ψευδοσύνοδος, εφόσον δεν αναγνωρίζει αυτά τα κείμενα, δεν τα καταδικάζει; Πάλι Πονηρή ασάφεια. Δηλαδή από τη μια η ψευδοσύνοδος αναγνωρίζει και εξάρει τους σκοπούς και τις δράσεις του Π.Σ.Ε., αλλά ταυτόχρονα από την άλλη δεν αναφέρει λέξη για τα επίμαχα κείμενα που υπογράφονται στο όνομα των αρχών και στα θεσμικά πλαίσια του Π.Σ.Ε.  Δηλαδή, ότι ακριβώς έκανε δια του Πονηρού πνεύματος η ψευδοσύνδος με την μη αναφορά στις προηγούμενες Συνόδους, και ότι ακριβώς έκανε με την μη αναφορά στις αιρέσεις της εποχής μας, το ίδιο ξανά κάνει τώρα με την μη αναφορά στα επίμαχα, βλάσφημα, αιρετικά και αντίχριστα κείμενα του Π.Σ.Ε., το οποία κατά τα άλλα αναγνωρίζει και εξάρει πλήρως, δια του Π.Σ.Ε.
Η ασάφεια και η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο. Πλήρης απαξίωση του Ορθοδόξου και φιλο-Χρίστου πνεύματος ειλικρινείας. Πλήρης η ψευδοσύνοδος απο Εωσφορικό πνεύμα Πονηρίας.
Και ακριβώς επειδή η ψευδοσύνοδος ευφορείτο από Εωσφορικό πνεύμα διγλωσσίας, εμπεριέχει οξύμωρες φράσεις όπως «ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» (παρ. στ΄). Ποιος ακριβώς είναι ο ετερόδοξος Χριστιανός; Ποιος είναι δηλαδή ο αιρετικός που ορθοτομεί την Αλήθεια;  Ποιος είναι δηλαδή ο αιρετικός (ετερόδοξος) που είναι και αιρετικός μεν, αλλά ταυτόχρονα και Εκκλησία και Σώμα Χριστού;  Αν δεν είναι αυτό διγλωσσία και Πονηρία τότε τι είναι; Κατά Χριστόν ευθύτητα λόγου;  Και αυτό ακριβώς είναι το τέταρτο φοβερό σημείο της «Κολυμπαρίου» αιρέσεως. Η Πονηρή διγλωσσία. Γι΄ αυτό και όλα τα κείμενα της ψευδοσυνόδου ξεκινούν ορθοτομώντας την Αλήθεια και λέγοντας ότι μένουμε Ορθόδοξοι, κοκ, και εν συνεχεία εισάγεται Πονηρά και δόλια η βλάσφημη και αντίχριστη αίρεσις.
Προσπερνώ δε την σαθρότητα του επιχειρήματος ότι οι βλασφημίες και οι αιρέσεις που υπογράφονται στο όνομα του Π.Σ.Ε. δεν μας εγγίζουν, επειδή τάχα δεν υπογράφει όλα τα επίμαχα κείμενα του Π.Σ.Ε. ξεχωριστά, ο κάθε οικείος μας Επίσκοπος. Διότι εάν αυτό το φαιδρότατο επιχείρημα ίσχυε, τότε κάθε φορά που αλλάζει ο Επίσκοπος, πρέπει εκ νέου να υπογράψει όλα τα κείμενα των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής, όλα τα Πατερικά κείμενα, κοκ. Και επίσης, εάν ίσχυε αυτό το φαιδρό επιχείρημα, το να υπογράψει ο οικείος μας Επίσκοπος μια Παπική ψευδοσύνοδο δεν θα αποτελούσε αίρεση, διότι δεν υπέγραψε δα και το Φιλιόκβε. Καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος της σαθρότητος του επιχειρήματος.
Όταν αναγνωρίζεις έναν οργανισμό, και δει, όταν δεν καταδικάζεις κάτι με το οποίο διαφωνείς εντός του οργανισμού, τότε το αποδέχεσαι δια της σιωπής. Η σιωπή είναι υποκριτική μεν, αλλά πάραυτα ξεκάθαρη ψήφος επιδοκιμασίας. Όταν οι αρχές και οι δράσεις ενός παναιρετικού οργανισμού όπως το Π.Σ.Ε., συλλήβδην εξάρονται και επιδοκιμάζονται επισήμως, δημοσίως και Συνοδικά, χωρίς έστω καμία ένσταση ή επισήμανση, τότε δεν μπορείς να υποκρίνεσαι ότι τάχα δεν αποδέχθηκες τα επιμέρους κείμενά του.
Η αλυσίδα της πλάνης είναι ορατή και από τον τυφλό. Η δήλωση του Τορόντο και τα επιμέρους κείμενα του παναιρετικού Π.Σ.Ε. αποτελούν πρωτοφανείς και βαρύτατες βλασφημίες και αιρέσεις. Η ψευδοσύνοδος του Κολυμπαρίου συμμετέχει, κοινωνεί, εξάρει και προωθεί τις αρχές και τις δράσεις του παναιρετικού Π.Σ.Ε., φυσικά συμπεριλλαμβανομένων και των επιμέρους θεσμικών του κειμένων, τα οποία δεν κατεδίκασε στην ψευδοσύνοδο. Η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχεται την στάση της ψευδοσυνόδου απέναντι στις βλασφημίες και τις αιρέσεις με την έκδοση του κειμένου της ΔΙΣ, με τίτλο «Πρός τον Λαό». Ο οικείος μας Επίσκοπος αποδέχεται με την σειρά του τις βλασφημίες και τις αιρέσεις του Π.Σ.Ε., αποδεχόμενος το κείμενο της ΔΙΣ. Και τέλος, ο οικείος μου ιερέας, ο ιερέας της ενορίας μου, όχι απλά δεν αποτειχίσθηκε από τον Επίσκοπό του λόγω του κειμένου της ΔΙΣ, αλλά το αποδέχθηκε και ο ίδιος, και μάλιστα διένειμε το κείμενο αυτό προς το ποίμνιό του, με το οποίο κηρύττει και αυτός με την σειρά του, γυμνή τη κεφαλή, τις βλασφημίες και τις αιρέσεις των θεσμικών κειμένων του Π.Σ.Ε. Ιδού η αλυσίδα της βλασφημίας, κρίκο προς κρίκο.
Για το δικό μου λοιπόν το φτωχό και αθεολόγητο μυαλό, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου είναι βλάσφημη, αιρετική, ληστρική και αντίχριστη ψευδοσύνοδος. Είναι δημιούργημα του Πονηρού, ο οποίος κατάφερε και οδήγησε τους υπερηφάνους σε τέτοια κατάντια, ώστε να βλασφημούν τα της Πίστεως. Διότι αυτό συμβαίνει πάντα με όσους από την πολύ υπερηφάνεια, νομίζουν ότι με τις ανθρώπινες δυνάμεις τους θα ξεπεράσουν τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι αν και Αγιοπνευματικά Χαριτωμένοι και Θεωμένοι, έτρεμε το χέρι τους όταν συνέγραφαν και όταν συνεδρίαζαν. Και αυτό μας το ομολογούν και οι ίδιοι, αλλά και φαίνεται από την θεολογική και δογματική συνέχεια των Ορθοδόξων Αληθειών που μας άφησαν. Αυτό συμβαίνει με τους τραγικά υπερηφάνους, οι οποίοι με το να επαίρονται ότι ξεπέρασαν την αγάπη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δεν αντιλαμβάνονται ότι γίνονται παίγνιο του Πονηρού και βλασφημούν την ίδια την φύση του Αγίου Τριαδικού Θεού, δηλαδή την Αγάπη.
Είτε λοιπόν «απλά» επειδή είναι ληστρική και άκυρη, είτε επειδή είναι βλάσφημη, αιρετική και αντίχριστη, δεν θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή και να μνημονεύεται και να προωθείται στο ποίμνιο από κανέναν πραγματικό Χριστιανό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το κείμενο της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος με τίτλο «Προς τον Λαό», με το οποίο, όποιος το αποδέχεται, αποδέχεται και κοινωνεί με τις φρικτές βλασφημίες, πολλές εκ των οποίων περιγράφονται σε αυτό το κείμενο.
Πραγματική ταπεινότητα και ευλάβεια είναι η διαφύλαξη ασπίλου και αμώμου της Πίστεως. Η οχύρωση της ευλαβείας μας απέναντι στις υπερήφανες φωνές των πλανεμένων αδελφών μας εντελλείται τόσο από την Καινή Διαθήκη, όσο και από όλους του Αγίους Πατέρες. Η Ιεροκανονική αποτείχιση από όσους πλενεμένους αδελφούς μας αποδέχονται την βλάσφημη ψευδοσύνοδο είναι πλέον δυστυχώς μονόδρομος.
Ίσως οι χαρακτηρισμοί «πλάνες», «βλάσφημες», «αντίχριστες», «Εωσφορικές», «αιρέσεις», «ληστρική», «ψευδοσύνοδος», και άλλοι τέτοιοι χαρακτηρισμοί τους οποίους χρησιμοποιώ, να ακούγονται σε κάποιους ως άκομψοι και ενοχλητικοί, σαν να βγαίνουν από κάποιον κολλημένο φανατικό και «μή κατ΄ επίγνωσιν ζηλωτή», ή από κάποιον αδαή, κάποιου τύπου «θρησκευτικού Ελληναρά», με την γνωστή στείρα και ανώριμη, υπερήφανη ρητορική μισαλλοδοξίας, με την οποία προσπαθεί να καλύψει κάποιο κενό ή κάποιο κόμπλεξ μέσα του.
Σε αυτούς που νιώθουν κάπως έτσι για το άκομψο ίσως, ύφος του κειμένου, θα ζητήσω μεν συγνώμη για τον όποιον σκανδαλισμό επροκάλεσα, θα υπενθυμίσω δε, ότι δι΄ αποκαλύψεως Αγγέλου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός διαμηνύει σε εμάς οτι: «οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου» (Αποκ. γ΄ 16).  Μας λέγει οτι χίλιες φορές να είμαστε είτε αμαρτωλοί μετανοημένοι, είτε πυρωμένοι ζηλωταί όπως ο Προφήτης Ηλίας, παρά γλυκανάλατοι φαιδροί και δειλοί υποκριταί, ευσεβισταί, ωσάν τους Φαρισαίους.  Τους γλυκαναλάτους μαλθακούς και «Οικουμενιστικά αγαπούληδες» οι οποίοι δεν φλογίζονται από την αγάπη για τον Χριστό, θα τους εμέσει από το Σώμα Του, μας λέγει ο Ίδιος.
Όταν προσβάλλονται τα Θεία, δεν υπάρχουν «αγάπες» και χαϊδέματα αλλά ράπισμα λόγου βαρύ. Όπως όταν θίγουν την αξιοπρέπεια της μητέρας σου και της οικογενείας σου εξεγείρεται το είναι σου λόγω της αγάπης που νιώθεις για αυτήν, έτσι θα έπρεπε να εξεγείρεται το είναι μας δέκα φορές περισσότερο, όταν προσβάλλονται τα Θεία. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να υπάρχει και δέκα φορές περισσότερη αγάπη για τον Χριστό, από αυτήν που υπάρχει για την οικογένειά μας. Και επειδή ακριβώς δεν έχουμε τέτοια αγάπη για τον Χριστό, γι΄ αυτό και δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε την «ακραία» αντίδραση κάποιων όταν θίγονται ζητήματα Πίστεως.
Και για να καταλάβουν πόσο σκανδαλιστικά γλυκανάλατοι σε θέματα Πίστεως, και πόσο δεκτικοί στην βλασφημία γίνονται οι «αγαπούληδες» Οικουμενισταί, ας θυμίσω και την ιερά οργή του Αγίου Αποστόλου Παύλου είς την Κύπρο, ο οποίος, «πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου», δηλαδή αφού επλυμήρισσε με Αγιοπνευματική, ιερά οργή, είπε στον μάγο Ελύμα «ὦ πλήρης παντὸς δόλου καὶ πάσης ῥαδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης».  Δηλαδή σε σημερινά Ελληνικά, τον είπε δόλιο και ραδιούργο, δηλαδή Πονηρό, τον είπε διαβολόπαιδο και διαβολόσπερμα και αντίχριστο (εχθρό πάσης Δικαιωσύνης).
Ας θυμίσω επίσης από την Καινή Διαθήκη τον φλογερό ζήλο του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού του Χριστού Αγίου Ιωάννου, ο οποίος απευθυνόμενος προς τους ούτε καν αιρετικούς, αλλά γλυκαναλάτους υποκριτάς Φαρισαίους, τους απεκάλεσε «γεννήματα ἐχιδνῶν», δηλαδή οχιές.  Οχιές διμούτσουνες που θα λέγαμε σήμερα λαϊκά.  Και εάν αποκαλούσε έτσι τους υποκριτές Φαρισαίους, ας φανταστεί κανείς πώς θα αποκαλούσε σήμερα τους Οικουμενιστές που προδίδουν την Πίστη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πολλάκις απεκάλεσε τους Φαρισαίους οχιές διμούτσουνες.
Ας θυμίσω το «οργίζεσθε και μή αμαρτάνετε» του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και το χαστούκι της ιεράς οργής του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Παϊσίου. Ας θυμίσω τέλος σε όσους αδελφούς εσκανδάλισα, τις πολυάριθμες επιστολές των Αγίων Πατέρων κατά τους διαφόρους αντι-αιρετικούς αγώνες, μέσα στις οποίες αναγράφονται ενίοτε και βαρύτατες εκφράσεις προς αυτούς οι οποίοι προσβάλλουν με τις υπερήφανες πλάνες των τα Ιερά και τα Όσια της Πίστεως.
Οι δικοί μου λοιπόν χαρακτηρισμοί ωχριούν και υπολείπονται μπροστά σε εκείνους των πραγματικά υποδειγματικών ζηλωτών. Ας μην κορδωνόμαστε λοιπόν ωσάν τους λόδρους με υποκριτικούς Προτεσταντικούς ευσεβισμούς. Ας μην έχουμε τις υπερήφανες αυταπάτες ότι ξεπεράσαμε την πραότητα, την ταπεινότητα και την αγάπη των Αγίων, των Αποστόλων και του ιδίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Φλογερό ζήλο και φλογερή αγάπη για Αυτόν, ζητά από εμάς ο Κύριος.  Θέλει να αγωνιζόμαστε και να ζητούμε να έχουμε και εμείς για Αυτόν, την άφταστη αγάπη που είχε Αυτός για εμάς.  Γι΄ αυτό μας πληροφορεί ότι η μεγαλυτέρα εντολή του Χριστιανού είναι: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. κβ΄ 37).
Αυτό έκαναν όλοι οι Άγιοι. Από αυτόν τον φλογερό ευλαβή ζήλο των Αγίων πρέπει να εμπνεόμεθα και να παροτρυνόμεθα και εμείς. Δεν είναι φανατισμός και ακρότητα. Είναι φλόγος πραγματικής αγάπης. Είναι το ιερό πυρ της αληθινής ευλαβείας. Όσοι αδελφοί μας λοιπόν σκανδαλίζονται και θίγονται απο τον φλογερό ζήλο μερικών Χριστιανών όπως των σημερινών αποτειχισμένων και εν γένει αντι-Οικουμενιστών, αντι-μεταπατερικών και αντι-Κολυμπαριστών, ας αναλογισθούν ότι με αυτόν τον τρόπο σκανδαλίζονται και θίγονται επίσης, και από την αγάπη και την ευλάβεια των Αγίων, των Αποστόλων, αλλά και του ιδίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αντί λοιπόν των χλιαρών και άγευστων ευσεβισμών, ας γίνουμε πραγματικά ευλαβείς και ας αποκτήσουμε φλογερό ζήλο και βαθειά αγάπη για τον Ουράνιο Πατέρα μας, αντίστοιχη του Προφήτου Ηλίου, του Τιμίου Προδρόμου και των Αγίων Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου, Παύλου, αλλά και τόσων Αγίων Πατέρων που έλαμψαν δια της φλογερής των ιεράς αγάπης για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Μετά φόβου Θεού,

Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἄγρυπνος Ἐπίσκοπος, κατά τῶν αἱρέσεων.

Agios_Vasileios

Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ ἰδιόμελο στιχηρό, γράφει γιά τόν Ἄγιο Ἱεράρχη Μέγα Βασίλειο: ‘’Τῶς θεοστυγῶν αἱρέσεων τάς βλασφημίας κατέτρωσας’’. Τίς βλασφημίες, τίς συκοφαντίες τῶν θεομίσητων αἱρέσεων τίς κατατρόπωσες, τίς διέλυσες.

Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ, ἰατρός
Ὁ Μέγας Βασίλειος δέν εἶναι μονάχα ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης τῆς ἀγάπης, τῶν θεοφώτιστων διδαχῶν, τῶν γραμμάτων καί τῶν ἐπιστημῶν, τῆς ἄσκησης καί τῆς ἀρετῆς. Εἶναι ταυτόχρονα καί ὁ τολμηρός ὁμολογητής τῆς Πίστεως, ὁ αὐστηρότατος διώκτης τῶν αἱρέσεων, ὁ ἄγρυπνος Ἐπίσκοπος, ὁ ὅντως ποιμήν.

Στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἠ Ἐκκλησία ταλανιζόταν ἀπό τήν διάδοση δύο κυρίως αἱρέσεων: Τοῦ Ἀρείου καί τοῦ Σαβελλίου. Ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου εἶχε καταδικασθεῖ ἤδη ἀπό τήν πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο (325).Ἐντούτοις, κατά τά χρόνια τοῦ ἁγίου Μεγάλου Βασιλείου (330-379), οἱ ὁπαδοί τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου εἶχαν τόσο πληθυνθεῖ, ὥστε κατάφεραν καί πῆραν στά χέρια τους τό σύνολο σχεδόν τῶν Ἱερῶν Ναῶν.

Τό γεγονός αὐτό ἀποκαλύπτεται σέ μιά ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία  ἀπευθύνεται ‘’τοῖς Δυτικοῖς Ἐπισκόποις’’. Στήν ἐπιστολή του αὐτή ὁ Μέγας Βασίλειος περιγράφει λεπτομερῶς ὅλα τά βάσσανα, πού ὑπέστησαν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησής τους νά ἀποδεχθούν τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου. Τά λόγια του εἶναι τόσο ἐπίκαιρα! Θαρεῖς καί γράφτηκαν γιά νά περιγράψουν ἐπακριβῶς τίς διώξεις καί τήν κατασυκοφάντηση τῶν ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως τῶν ἡμερῶν μας. Ἐκείνων, δηλαδή, τῶν Πιστῶν, πού ἀγωνίζονται σήμερα μέ φιλότιμο ἐναντίον τοῦ οἰκουμενισμοῦ, διακόπτοντας κάθε κοινωνία μέ τούς φορεῖς αὐτῆς τῆς δαιμονικῆς παναιρέσεως. Γράφει ὁ Ἅγιος: Τά πλήθη, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τούς οἴκους τῆς προσευχῆς, συναθροίζονται στίς ἐρημιές. Τό θέαμα εἶναι ἐλεεινό: Γυναῖκες καί παιδιά καί γέροντες καί ἄλλοι ἀσθενεῖς,  κάτω ἀπό ραγδαῖες βροχές καί χιονοπτώσεις καί ἀνέμους καί χειμωνιάτικους παγετούς, ἀλλ’ ἐπίσης καί τό καλοκαίρι κάτω ἀπό τόν φλογερό ἥλιο, ταλαιπωροῦνται στό ὕπαιθρο. ‘’Καί ταῦτα πάσχουσι διά τό τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μή καταδέχεσθαι’’. Καί τά ὑποφέρουν ὅλα αὐτά, διότι δέν δέχτηκαν τήν πονηρή ζύμη (τήν αἵρεση) τοῦ Ἀρείου.

Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀπευθυνόμενος ‘’τοῖς ὑφ’ ἑαυτόν ἀσκηταῖς’’, δίνει γραμμή στά πνευματικά του παιδιά καί διδάσκει μέ σαφήνεια ποιά ἀκριβῶς πρέπει νά εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. Γράφει ὁ Ἄγιος: ‘’Ἡμεῖς γάρ ὁμοίως καί τούς τά Σαβελλίου νοσοῦντας καί τούς τά Ἀρείου δόγματα ἐκδικοῦντας ὡς ἀσεβεῖς ἀποφεύγομεν καί ἀναθεματίζομεν’’.
Ἐμεῖς ἀποφεύγουμε ἐξίσου ὡς ἀσεβεῖς καί ἀναθεματίζουμε τόσο ἐκείνους πού πάσχουν ἀπό τή νόσο (τήν αἵρεση) τοῦ Σαβελλίου, ὅσο καί ἐκείνους πού ὑποστηρίζουν τά δόγματα τοῦ Ἀρείου.

Ἡ πονηρία καί ἡ δολιότητα τῶν αἱρετικῶν (χαρακτηριστικά ὅλων τῶν αἱρετικῶν, ὅλων τῶν ἐποχῶν) εἶναι στοιχεῖα, πού δέν διαφεύγουν τῆς προσοχῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Σέ ἐπιστολή του, πού ἀπευθύνεται ‘’τοῖς Ἀλεξανδρεῦσιν’’, μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει σχετικά: Ἐπειδή ὁ διάβολος εἶδε ὅτι μέ τούς διωγμούς ἡ Ἐκκλησία πληθύνεται καί ἀκμάζει περισσότερο, ἄλλαξε την γνώμη του καί δέν πολεμάει πλέον φανερά.  Τί κάνει; Τοποθετεῖ γιά τούς πιστούς κρυφά καρτέρια, σκεπάζοντας τήν δολιότητα τῶν αἵρετικῶν μέ τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ πού περιφέρουν. ‘’Κεκρυμμένα ἡμῖν τά ἔνεδρα τίθησι καλύπτων αὐτῶν τήν ἐπιβουλήν διά τοῦ ὁνόματος ὅ περιφέρουσι… Τό Χριστιανῶν ὄνομα ἔχει καί τούς διώκοντας’’. Ἐφόσον καί οἱ διῶκτες μας λένε ὅτι εἶναι τάχα Χριστιανοί, ἐνῷ θά πάθουμε τά ἴδια μέ τούς πατέρες μας, ἐντούτοις δέν θά φαίνεται ὅτι πάσχουμε γιά τόν Χριστό.

Ἡ συμμετοχή μας στό λεγόμενο παγκόσμιο συμβούλιο ἐκκλησιῶν (στήν κουρελοῦ τοῦ διαβόλου, ὅπως ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος γέροντάς μας Παΐσιος),  ὅπως ἐπίσης καί οἱ περιβόητοι ‘’διαχριστιανικοί διάλογοι’’ δέν μένουν στό ἀπυρόβλητο ἀπό τόν πανεπίκαιρο Μέγα Ἱεράρχη Βασίλειο. Γιά τούς ἀφελεῖς τῶν Ὀρθοδόξων πού ,μέσῳ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν, προσδοκοῦν μετάνοια καί ἐπιστροφή τῶν κακοδόξων αἱρετικῶν, γράφει ὁ Ἅγιος ( Ἐπιστολή πρός Θεόσδοτον, Ἐπίσκοπον Νικοπόλεως): ‘’Οὕτε ὁ Αἰθίοψ ἀλλάξει ποτέ τό δέρμα αὐτοῦ, οὔτε ὁ ἐν διαστρόφοις δόγμασι συντραφείς ἀποτρίψασθαι δύναται τό κακόν τῆς αἱρέσεως’’. Οὕτε ὁ Αἰθίοπας θά ἀλλάξει ποτέ τό δέρμα του, οὔτε ἐκεῖνος, πού ἀνατράφηκε μέ διεστραμμένα δόγματα, θά ἀποτινάξει τό κακό τῆς αἱρέσεως.

Καί συμπληρώνει ὁ Μέγας Βασίλειος σέ ἐπιστολή, πού τήν ἀπευθύνει πρός τόν Ἐπίσκοπο Σαμοσάτων Εὐσέβιον: ‘’Ἐάν μέν οὖν πεισθῶσι σοι, ταῦτα ἄριστα. Εἰ δέ μή, γνωρίσατε τούς πολεμοποιούς καί παύσασθε ἡμῖν τοῦ λοιποῦ περί διαλόγων ἐπιστέλλοντες’’
Ἄν, λοιπόν, σᾶς ἀκούσουν οἱ αἱρετικοί καί πεισθοῦν, αὐτό εἶναι τό ἄριστο. Ἄν, ὅμως, δέν πεισθοῦν, μάθετε ποιοί εἶναι οἱ αἴτιοι τοῦ πολέμου καί πάψτε στό ἑξῆς νά μοῦ γράφετε γιά συμφιλίωση.

Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ ἰδιόμελο στιχηρό, γράφει γιά τόν Ἄγιο Ἱεράρχη Μέγα Βασίλειο: ‘’Τῶς θεοστυγῶν αἱρέσεων τάς βλασφημίας κατέτρωσας’’. Τίς βλασφημίες, τίς συκοφαντίες τῶν θεομίσητων αἱρέσεων τίς κατατρόπωσες, τίς διέλυσες.
1/1/2018
_________________________________________________________________
ΠΗΓΗ: ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, τοῦ Βασιλείου Χαρώνη.

Η στάσις του αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης έναντι των μη ορθόδοξων ομολογιών

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, Ρώσος ιερεύς, Πνευματικός και θερμουργός κήρυξ του Ευαγγελίου. Ήκμασε στα τέλη του περασμένου αιώνος και στις αρχές του παρόντος. Προορατικός και θαυματουργός.
Ηναλώθη στην καθημερινή διακονία του πάσχοντος λαού. Χριστομίμητος η αγάπη του. Αυτή η αγία αγάπη τον αναγκάζει να πη την αλήθεια για την Ορθοδοξία που σώζει και για την αίρεση και ετεροδοξία που δεν εξασφαλίζουν την σωτηρία.
Σύμφωνα με τους λόγους του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. «μόνο όποιος μετέχει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού κατανοεί την αληθινή φύσι της Εκκλησίας». Ποιος άλλος, λοιπόν, κατενόησε καλύτερα τι είναι η Εκκλησία του Χριστού από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης, του οποίου την αγιότητα χαρακτήριζε η ευλαβεστάτη, συχνή και μάλιστα καθημερινή τέλεσις της Θείας Λειτουργίας; Από αυτήν ενεπνέετο για την μεγάλη ποιμαντική του διακονία. Αυτή ήταν η πηγή της υψηλής, εμπειρικής του θεολογίας. Μεταδίδοντας καθημερινώς το Σώμα του Χριστού στον λαό, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος έβλεπε τα όρια της Εκκλησίας και αγωνιζόταν σ’ όλη του την ζωή εναντίων των αιρετικών και σχισματικών, οι οποίοι σοβαρώτατα αμάρτησαν παραβαίνοντας την εντολή του Χριστού: «ίνα πάντες εν ώσιν» ( Ιω. Ιζ’ 21).
Ο άγιος Ιωάννης δεν εδημιούργησε συστήματα Ορθοδόξου δογματικής, όπως και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος επίσης δεν συστηματοποίησε την διδασκαλία του. Ωστόσο, οι σύγχρονοί του εύρισκαν σ’ αυτόν μία υψηλότατη και αλάθητη λύση των θεμάτων της πίστεως.
Ο σκοπός της ζωής για τον άγιο Ιωάννη είναι να εισέλθωμε στο πλήρωμα της Χριστιανικής τελειότητος, της θεώσεως, προς την οποία οδηγούμεθα με τον αγώνα προς τους «αοράτους εχθρούς», με την μετάνοια, με την απόκτησι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Από την εμπειρία ολοκλήρου της ασκητικής του ζωής, ο άγιος Ιωάννης απεκόμισε την σκέψι ότι δια των ανθρωπίνων δυνάμεων είναι αδύνατο να φθάσωμε τούτο το πλήρωμα:
«Είναι απαραίτητο να ανήκωμε στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδου, ο Ιησούς Χριστός. Η Βασιλεία Του είναι η Εκκλησία, η οποία νοείται ως κοινωνία των αγίων, οι οποίοι μετετέθησαν στον ουρανό, και όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, οι οποίοι αγωνίζονται επί της γης (1, σελ. 18), μαχόμενοι προς τας αρχάς και εξουσίας και κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας… Ο μη Ορθόδοξος, ακόμη και μια μεγάλη μη ορθόδοξη κοινότης, δεν μπορεί να στρατευθή στον πόλεμο αυτόν, χωρίς τον Χριστό ως Κεφαλή του δεν μπορεί να κάνη τίποτε με τέτοιους πανούργους, οξυδερκείς εχθρούς, οι οποίοι είναι συνεχώς άγρυπνοι και έχουν μάθει τέλεια την επιστήμη του πολέμου τους.
Ο Ορθόδοξος Χριστιανός έχει δυνατή υποστήριξι στον αγώνα αυτόν: πρώτα από τον Θεό και από τους αγίους Αθλητάς Του, οι οποίοι ενίκησαν τους εχθρούς με την δύναμι της Χάριτος του Χριστού, και έπειτα από την επί γης Ορθόδοξο Εκκλησία, από τους ποιμένας και διδασκάλους της και από την κοινή προσευχή και τα μυστήρια. Η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία ελέει Θεού ανήκουμε κι’ εμείς, είναι ένας τέτοιος βοηθός στον αγώνα του Χριστιανού εναντίον των αοράτων και ορατών εχθρών» (1, σελ. 52).
Η σκέψις του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης όσον αφορά την Εκκλησία είναι πρώτα απ’ όλα σωτηριολογική. Το να ανήκει κανείς στην Εκκλησία είναι γι’ αυτόν η πηγή της σωτηρίας: «Η Εκκλησία είναι το μοναδικό Σώμα, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ενώ ψυχή είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το οποίο ζωογονεί, φωτίζει, καθαρίζει και ενδυναμώνει όλα τα μέλη αυτού του μεγάλου σώματος που αγωνίζονται επί της γης» (1, σελ. 6, 14, 26).
«Τότε τι αναγκάζει μερικούς να φεύγουν από τον μοναδικό αυτόν οίκο του Θεού» (1, σελ. 6), στον οποίο – επειδή κεφαλή είναι η Ενυπόστατος Σοφία – υπάρχει «μια τέτοια άβυσσος σοφίας, ώστε θα επαρκούσε με αφθονία σε όλους τους σοφούς του κόσμου για μελέτη, θαυμασμό και δοξολογία. Αλλά ο Κύριος απέκρυψε αυτήν από σοφών και συνετών και απεκάλυψεν αυτήν νηπίοις κατά το φρόνημα».
Το πρόβλημα με αυτούς τους αξιολύπητους σοφούς είναι ότι προσπαθούν να συμβιβάσουν την αλήθεια με την υπερήφανη λογική που δεν έχει καθαρθή από τα πάθη, με αποτέλεσμα να διαστρεβλώνουν την αλήθεια και τελικά να εκπίπτουν από την ορθή Πίστι (3, σελ. 58).
Η μοναδικότης και το αλάνθαστον της Πίστεως είναι τελείως ουσιώδη, άλλωστε η Πίστις μας, η νικήσασα τον κόσμον (Α’ Ιω. ε’ 4), δεν είναι το σύνολον υποκειμενικών ψυχολογικών εμπειριών, αλλά η αποκάλυψις υπό της Παναγίας Τριάδος της οδού προς την σωτηρία (!, σελ. 14).
Η ενότης των Χριστιανών στην Εκκλησία δεν γεννάται εκ θελήματος σαρκός (Ιω. α’ 13). Είναι η πραγματοποίησις της προσευχής του Χριστού προς το Πατέρα σχετικά με τους μαθητάς, ίνα ώσιν εν, όπως ακριβώς η Παναγία Τριάς είναι έν. (Ιω. ιζ’ 11, 21 – 22). Είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, το Οποίον εξεχύθη επί των Αποστόλων κατά την Πεντηκοστή. Κατά τους Αγίους Πατέρας, στον χορό των οποίων ίσταται τώρα ενώπιον του Θεού ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, η ενότης της Πίστεως και η μοναδικότης της Εκκλησίας είναι τόσο σπουδαία, ώστε στο Σύμβολο της Πίστεως η μοναδικότης να είναι η πρώτη ιδιότης της Εκκλησίας. Κάθε ένας που θέτει τέρμα στις σχέσεις του με την Μία Εκκλησία δεν μπορεί να βασίζεται ούτε στην αποστολική διαδοχή, ούτε στην αγιότητα, ούτε στην καθολικότητα, διότι «η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και η μοναδική» κατά τον άγιο Κυπριανό Καρθαγένης. «Η αληθινή Εκκλησία παραμένει μία και αδιαίρετος και η μόνη που σώζει. Αυτή είναι η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία».
«Ουδεμία άλλη Χριστιανική Ομολογία εκτός από την Ορθοδοξία» γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, «μπορεί να φέρει ένα Χριστιανό στην τελειότητα της Χριστιανικής ζωής ή αγιότητος και να ολοκληρώση την κάθαρσι από τις αμαρτίες και να οδηγήση στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες κατέχουν την αλήθεια εν αδικία (Ρωμ. α’, 18), ανέμιξαν την δεισιδαιμονία και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν κατέχουν εκείνα τα θεόσδοτα μέσα για την κάθαρσι, τον αγιασμό, την αναγέννησι και ανανέωσι τα οποία κατέχει η Ορθόδοξος Εκκλησία».
Κάθε προσβολή εναντίον της ενότητος της Εκκλησίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε «αυτοί που αυθαιρέτως χωρίζονται από την Εκκλησία χάνουν την κοινωνία με τους Αγίους, διότι ως νεκρά μέλη με την αντίθετη τοποθέτησί τους επισύρουν πάνω τους την αιώνια απώλεια» (1, σελ. 14). «Θλίβομαι βαθειά», γράφει ο άγιος Ιωάννης, «που η αγία ενότης της Εκκλησίας του Χριστού διερράγη στην Δύσι και από την Δύσι, από τον περιβόητο Ρωμαιοκαθολικισμό και μαζί μ’ αυτόν από τον Λουθηρανισμό και την Μεταρρύθμισι, καθώς επίσης σε μας από σχίσματα και κομματισμούς».
Κάθε πτώσις, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, αρχίζει από την υπερηφάνεια: περιφρονεί κάποιος μία εντολή και τότε αμαρτάνει στην πράξι. Έτσι έγινε και με το αποσκίρτημα της Δύσεως: «Πριν απ’ αυτό, ο πάπας και οι παπικοί έγιναν υπερήφανοι και εξύψωσαν τους εαυτούς των τόσο, ώστε εσκέφθηκαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατο Σοφία του Θεού» (1, σελ 59), τον ουράνιο Διδάσκαλο, χωρίς τον Οποίον «ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ει μη ο Υιός» (2, σελ. 38). Η υπερηφάνειά τους έφθασε στο σημείο να διαστρέψουν μερικούς από τους λόγους, εντολές και θεσπίσματά Του (1, σελ. 59). Ο Χριστός λέγει ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Λουθηρανοί μαζί με τους Αγγλικανούς λέγουν ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό (2, σελ. 38 – 39).
Έχοντας αποκοπή από την Παράδοσι του Αγίου Πνεύματος, έχοντας χάσει το εσωτερικό κριτήριο της αληθείας και την συνοδική αρχή εν τη Εκκλησία, οι Λατίνοι, επειδή έχουν ανάγκη από κάποιο είδος εξουσίας, ήγειραν μια νέα εξουσία για να διδάσκεται η Πίστις: τον «αλάθητο Πάπα της Ρώμης, τον «αντιπρόσωπο του Χριστού».
«Εγώ μεθ’ υμών ειμί… έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του. Τι χρειάζεται τότε ένας αντιπρόσωπος – πάπας;», γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης καταγγέλοντας την αίρεσι του παπισμού.
Ως μια κεφαλαιώδης αίρεσις, ο Λατινισμός προσπαθεί να εντάξη κάτω από το θεολογικό του σύστημα κείμενα από την Αγία Γραφή, κατανοούμενα φυσικά έξω από την Ιερά Παράδοσι την οποία στερείται: «Το κεντρικό σημείο της ρωμαιοκαθολικής υπερηφάνειας και των ρωμαιοκαθολικών ψευδών στα δόγματα, στην διοίκησι και στην ηθική διδασκαλία είναι το πρωτείον του πάπα, η φανταστική και εσφαλμένη κατανόησις του λόγου του Σωτήρος: Συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (Ματθ. ιστ’ 18). Ανεγνωρίσθη από όλους τους Αγίους Πατέρας των πρώτων και μεταγενεστέρων αιώνων, ως επίσης και από τους πολύ πρώτους ορθόδοξους πάπας, ότι πρέπει κανείς να εννοή ως πέτρα θεμελιώσεως τον ίδιο τον Ιησού Χριστό – η δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α’ Κορινθ. ι’ 4).
«Ο πάπας και οι παπικοί, – κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος – έχοντας υποδουλώσει όλον τον Καθολικισμό στην αίρεσι, τον κατέστησαν αδιόρθωτο, διότι ο πάπας παρ’ όλες τις αιρέσεις του αναγνωρίζεται ως αλάθητος από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έτσι δεν είναι δυνατόν να διορθωθή από κάποιον που σκέπτεται αντίθετα».
Η Μεταρρύθμισις, η οποία προήλθε από τον Λατινισμό, ήταν μια αντίδρασις εναντίον των διαστροφών του Λατινισμού. Αντί να επανέλθη στην συνοδική βάσι της Ορθοδοξίας, από αντίθεσι στον παπισμό απέρριψε την ιεραρχία, δίδοντας στον κάθε πιστό το δικαίωμα να σκέπτεται «αλάνθαστα» περί της Πίστεως. Ο νομικισμός της Ρώμης και τα ξένα προς τον πατερικό ασκητισμό συστήματα πνευματικής ζωής, που οδηγούν στην πλάνη, παρεχώρησαν την θέσι τους στον ηθικό σχετικισμό και την ακολασία. «Οι Ρωμαιοκαθολικοί, με το να αναγνωρίζουν τον πάπα ως κεφαλή της Εκκλησίας, έχασαν την πραγματική Κεφαλή της Εκκλησίας – τον Χριστό – και παρέμειναν χωρίς Κεφαλή…» (2, σελ. 37). «Οι Λουθηρανοί απεκόπησαν και παρέμειναν χωρίς την Κεφαλή, οι Αγγλικανοί επίσης. Δεν έχουν την Εκκλησία…και ο Βελίαλ τους πολεμά με την δύναμι και τις μηχανορραφίες του και τους κρατά στην πλάνη του και την απώλεια. Ένα πλήθος ανθρώπων χάνονται στην αθεΐα και την φαυλότητα». (1, σελ.52).
«Ο Λουθηρανισμός, καλυπτόμενος υπό το όνομα της Χριστιανικής Πίστεως, είναι στην πραγματικότητα άρνησις της Πίστεως. Απορρίπτοντας τις νηστείες και το μοναχισμό ή την εν παρθενία ζωή την αφιερωμένη αποκλειστικά στην υπηρεσία του Θεού, παραδίδεται στην φιληδονία. Είναι παράδοσις στην ψευδώνυμο ανθρωπίνη λογική με τις φιλοσοφικές της ασυναρτησίες και την θεοποίησή της, άρνησις της θείας αυθεντίας των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων, αυθαίρετη συνάθροισις υπό το όνομα της κεκαθαρμένης, μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας».
Ο άγιος Ιωάννης θρηνούσε εν πνεύματι «τις μεγάλες κοινότητες που αστόχησαν στην Πίστι». Δεν έβλεπε να λύνεται η τραγική αυτή κατάστασις με συμβιβασμούς, με την αναζήτησι κοινών στοιχείων στην Πίστι της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Κατενόησε ότι μια τεχνητή ένωσις, με θεμέλια γήινα, είναι ένας πύργος της Βαβέλ. «Είναι πράγματι δυνατόν να ενώση κανείς κάτι που δεν μπορεί να ενωθή, το ψεύδος με την αλήθεια;», αναρρωτιόταν (2, σελ. 31).
«Εμείς οφείλουμε να προσκολληθούμε σταθερά στην μία αληθινή Πίστι και Εκκλησία» (1, σελ. 32). «Ποιος από τους Ορθοδόξους δεν θα επιθυμούσε να ενωθή με τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Λουθηρανούς και να είναι ένα με αυτούς εν Χριστώ, μία Εκκλησία, μία κοινότητα πιστών! Ας πετάξουν το ψεύδος, ας δεχθούν την αλήθεια και ας ενωθούν μαζί μας εις ενότητα πνεύματος, φθάνουν οι διαφωνίες και επιχειρηματολογίες των. Ο ερχομός του Χριστού είναι εγγύς, επί θύραις», έγραφε ο άγιος Ιωάννης, «αλλά ποιος από τα μέλη αυτών που ονομάζονται εκκλησίες, κυρίως οι ηγέτες…θα συμφωνήση να αποκηρύξη τα λάθη του; Κανείς. Και εμείς δεν μπορούμε να συμφωνήσωμε με την αιρετική τους διδασκαλία χωρίς να ζημιωθή η σωτηρία των ιδίων των ψυχών μας…»(2, σελ. 31,39)
Απαράδεκτη επίσης για τον άγιο Ιωάννη ήταν η σχετικοποίησις της Πίστεως, (του δόγματος), η παραδοχή κάθε ερμηνείας του Χριστιανισμού (πόσο μάλλον μιας μη χριστιανικής θρησκείας) ως σωστικής. «Οι διάφορες Ομολογίες διατηρούν γνώμες και διδασκαλίες συνήθως αντίθετες προς την θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και την διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων…Η σχετικοποίησις της Πίστεως (του δόγματος) οδηγεί σε απιστία η σε ψυχρότητα πίστεως, σε αμέλεια όσον αφορά στην τήρησι των αρχών της Πίστεως, σε ψυχρότητα μεταξύ των Χριστιανών» (1, σελ. 31).
Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης έθετε την μοναδική του ελπίδα στην παμφωτιστική δύναμι του Παναγίου Πνεύματος και έλεγε ότι «πρέπει κανείς να προσεύχεται με πολύ επιμέλεια… στον Πηδαλιούχο της Αγίας Εκκλησίας, τον Χριστό, ώστε Αυτός να εμφυσήση πνεύμα αγάπης στις καρδιές όλων των Χριστιανών και να τους φωτίση με το Φως Του, για να γνωρίσουν την αλήθεια του Θεού, για να απορρίψουν όλες τις αιρέσεις και τα σχίσματα προς αμοιβαία ενότητα» (1, σελ. 30). Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης έντονα προσευχόταν στον Θεό μπροστά στην Αγία Τράπεζα, προσθέτοντας ήρεμα το εξής στην ανάγνωσι του Συμβόλου της Πίστεως: «Ένωσε σ’ αυτήν την πίστι όλες τις μεγάλες κοινότητες που καλούνται Χριστιανικές, αλλά κατ’ ουσίαν είναι αποστάται: τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Λουθηρανούς, Αγγλικανούς και άλλους, οι οποίοι απεκόπησαν από την ενότητα της αγίας Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η οποία είναι το Σώμα Σου και της οποίας Συ είσαι Κεφαλή και Σωτήρ. Κατάρριψε την υπερηφάνεια και την αντίθεσι των διδασκάλων τους και αυτών που τους ακολουθούν, δώσε τους να καταλάβουν με την καρδιά τους την αλήθεια και την σωστικότητα της Εκκλησίας Σου και να ενωθούν αδόλως μ’ αυτήν. Με τη δύναμι της Χάριτος του Πνεύματός Σου, ένωσε στην αγία Σου Εκκλησία και αυτούς που είναι ασθενείς από αμάθεια και από την πλάνη του σχίσματος. Ανάκοψε την ισχυρογνωμοσύνη τους και την αντίθεσί τους στην αλήθειά Σου, για να μη χαθούν αθλίως με την αντίθεσί τους, όπως ο Κορέ, ο Δαθάν και ο Αβειρών, οι οποίοι αντετίθεντο στους δούλους Σου Μωϋσή και Ααρών (Ψαλμ. ρε’ 16 – 18). Τράβηξε προς αυτή την Πίστι όλα τα έθνη που κατοικούν την γη…» (1,σελ. 59, 169). Ο Κύριος άκουγε τις προσευχές του, όπως μαρτυρεί ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης.
Εν κατακλείδι θα ήθελα να εκφράσω την σκέψι ότι ο άγιος Ιωάννης απηύθυνε αυτούς τους απειλητικούς λόγους, οι οποίοι είναι ωστόσο λόγοι αγάπης, όχι μόνο στους αιρετικούς και σχισματικούς, διότι τις επίστευσε τη ακοή ημών; (Ης. νγ’ 1), αλλά και στους ομοδόξους αδελφούς του καλώντας τους «να προσκολληθούν στην Ορθόδοξο Εκκλησία με ειλικρινή καρδιά (2, σελ. 14).
Κάθε μέλος της Εκκλησίας, οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός, ιεράρχης, ιερεύς η λαϊκός, οφείλει να ενθυμήται τους λόγους που ειπώθηκαν από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης:
«Ελάβαμε το τάλαντον της οικουμενικής Ορθοδοξίας από τον Θεό προς δόξαν Θεού και για την σωτηρία μας. Πως χρησιμοποιούμε και αυξάνουμε αυτό το τάλαντο; Ευχαριστούμε τον Κύριο; Ποια είναι η φύσις της μετανοίας μας; Τι καλά έργα κάνομε; Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστι έως ενός (Ψαλμ. ιγ’ 3)» (2, σελ. 40).
Δεν ταιριάζουν άραγε και σε μας αυτά τα λόγια της Γραφής;

Ποιος εμπαιζεται; Ο Θεος ή οι ανθρωποι;…….«Ο γνωστός άγνωστος Πατριάρχης Βαρθολομαίος»

«Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ»

Πορφυρίτης

Εἶναι τουλάχιστον, ἄξιος προβληματισμοῦ, ὁ τρόπος σκέψης καί γραφῆς κάποιων συνανθρώπων μας, καί προκαλεῖ λογικά ἐρωτηματικά στούς καλοπροαίρετους ἀναγνῶστες. Διαβάζουμε: «Συμπληρώθηκαν ‘‘Χάριτι Θεοῦ’’ 26 συναπτᾶ ἔτη ἀπό τῆς ἐκλογῆς τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄ (1991) στόν μαρτυρικό Ἀποστολικό, Πατριαρχικό καί Οἰκουμενικό Θρόνο τῆς Μητρός Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας. 

Μέ ἀφορμή τό εὐλογημένο αὐτό γεγονός γιά ὁλόκληρο τόν Ὀρθόδοξο κόσμο ἀναδημοσιεύουμε κάποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό τό πόνημα τοῦ λογίου Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμ. π. Δοσιθέου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας, ὑπό τόν τίτλο: «Θέλω νά πιῶ ὅλο τόν Βόσπορο». Τά ἀποσπάσματά αὐτά σκιαγραφοῦν ἐν πολλοῖς ἄγνωστες γιά τόν πολύ κόσμο πτυχές τῆς προσωπικότητος τοῦ Πρωτοθρόνου Πρωτεπισκόπου τῆς Ὀρθοδοξίας, Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄.

… Τό τρίτο πραγματικό γεγονός ἀφορᾶ τήν σθεναρή στάση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἔναντι τῆς Παπικῆς Οὐνίας. Τό περιστατικό ἔχει ὡς ἐξῆς: ‘‘Τό 1995 συνέβη ἕνα συνταρακτικό γεγονός πού οὔτε στά «ψιλά» τῶν ἐφημερίδων δέν πέρασε: Μόλις χθές διέρρευσε ἡ πληροφορία πώς τήν τελευταία στιγμή ἀπεφεύχθη σοβαρό ἐπεισόδιο κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίσημης συνάντησης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μέ τόν Πάπα Ἰωάννη- Παῦλο Β΄ στόν Καθεδρικό ναό τοῦ Ἁγίου Πέτρου, τήν 29 Ἰουνίου.

Τήν ἡμέρα αὐτή καί κατά τήν διάρκεια ἐπίσημης λειτουργίας, στήν ὁποία παρίστατο ὁ Πατριάρχης, εἶχε προγραμματισθεῖ νά δοθεῖ ἀπό τά χέρια τοῦ Πάπα σέ τριάντα Ρωμαιοκαθολικούς Ἀρχιεπισκόπους τό Pallium, τό μάλλινο ὕφασμα, τό ὁποίο τούς διακρίνει ἀπό τούς ἄλλους ἐπισκόπους

Τελικά ἐδόθη στούς 29. Ὁ τριακοστός τό παρέλαβε ἀπό τόν Πάπα τήν προηγούμενη ἡμέρα, κατά τήν διάρκεια ἰδιωτικῆς τελετῆς. Ἐπρόκειτο περί τοῦ οὐνίτου Judson Michall Procyk, Ἀρχιεπισκόπου στό Πίτσμπουργκ τῶν ΗΠΑ. Ὁ Πατριάρχης εἶχε τήν πρόνοια νά ζητήσει τόν κατάλογο τῶν 30 Ἀρχιεπισκόπων καί ὅταν διεπίστωσε ὅτι μέσα σ’ αὐτόν περιλαμβανόταν καί ὁ ὡς ἄνω οὐνίτης δήλωσε κατηγορηματικά ὅτι θά ἀποχωρήσει τῆς τελετῆς. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Πάπας ὑποχώρησε καί ἡ τελετή διεξήχθη ὁμαλά’’» [1].

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος  Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, γράφει[2] γιά «de facto ἀναγνώριση τῆς Οὐνίας παρὰ τὶς λεκτικὲς καταδίκες» ἀπό τό Πατριαρχεῖο, καίτό τεκμηριώνει μέ τά ἐξῆς παραδείγματα: «Φαναριώτικα “κατορθώματα” μὲ τοὺς Οὐνίτες, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ τραγικὰ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανὸς ὅταν ἒγραψε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι «καταντήσαμε Οὐνίτες»:

α) ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπέδωσε ἅγιο Ποτήριο στὸν Οὐνίτη πρώην “Ἀρχιεπίσκοπο” ἐν Ἀθῆναις  Δημήτριο Σαλάχα, ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ του[3] (!),  ἐνῶ ἀπέστειλε εὐχαριστήριο ἐπιστολὴ στὸν Οὐνίτη “Ἀρχιεπίσκοπο” Οὐκρανίας γιὰ τὶς εὐχές του γιὰ εὐόδωση τῶν ἐργασιῶν τῆς Πανορθοδόξου! Τὸ Πατριαρχικὸ εὐχαριστῶ ἦρθε μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα… κατεδίκασε τὴν Οὐνία…

β) Ὁ Μητρ. Προύσης Ἐλπιδοφόρος κατὰ τὴ διάρκεια “ἀρχιερατικῆς Λειτουργίας” Οὐνιτῶν στὴν Ἰταλία (25.10.2015) ἀπήγγειλε τὸ «Πιστεύω», ἀντάλλαξε λειτουργικὸ ἀσπασμὸ μὲ τὸν οὐνίτη “ἐπίσκοπο”  καὶ τὸν ἄκουσε στὴ Μ. Εἴσοδο  νὰ μνημονεύει τοῦ «πάπα Φραγκίσκου καὶ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου». Στὸ τέλος, ὁ κ. Ἐλπιδοφόρος ἀπὸ Ὡραίας Πύλης στὴν προσφώνησή του πρὸς τὸν Οὐνίτη “ἐπίσκοπο” εἶπε τὰ ἑξῆς ἀδιανόητα γιὰ Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο: «Σήμερα ἔγινε μεγάλη χαρὰ στὸν οὐρανό, καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν μὲ τὰ φτερά τους, πετώντας πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας! Γιατὶ ἀκόμη μία φορὰ ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαῖος, ἔστειλε στὰ παιδιά του τὰ ἀγαπημένα, σὲ σᾶς ὅλους, ἕνα Ἱεράρχη τῆς Κωνσταντινούπολης. (Δὲν ἀκούγεται  εὐκρινῶς) … χρησιμοποιοῦμε δύο Πατέρες μας, τόν πάπα Φραγκίσκο καὶ στὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ Θεὸς νὰ τοὺς δίδει ὑγεία, νὰ τοὺς δίδει χρόνια πολλά, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν, ὅλους μας, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἀγάπης! Τὴν χαρά μας αὐτὴ τὴν ὀφείλομε καὶ στὴν ἀδελφικὴ πρόσκληση τοῦ θεοφιλεστάτου ἀδελφοῦ, τοῦ ἀγαπημένου Ἐπισκόπου Μύρων κ. Δονάτου, ὁ ὁποῖος ποιμαίνει αὐτὴν τὴν ἐπαρχία σὰν ἄγγελος Κυρίου[4]».

Τί συμβαίνει τελικά, τό ἀγαπητό μας Πατριαρχεῖο, καταδικάζει τήν οὐνία ἤ τήν ἐπιδοκιμάζει; Ἄς μᾶς ἀπαντήσει κάποιος χριστιανός, πού δέν εἶναι «ἀνίερος φαναριομάχος»[5]! Ἡ ἐπιστήμη σηκώνει τά χέρια ψηλά…! Ἤ ὁ γυαλός εἶναι στραβός, ἤ κάποιοι στραβά ἀρμενίζουν!

Ὁ ὑπερβολικός ἐγκωμιασμός τοῦ «Πρωτοθρόνου Πρωτεπισκόπου τῆς Ὀρθοδοξίας», καταλήγει στό συμπέρασμα, ὅτι «ἄνθρωπος πού προσεύχεται δέν προδίδει τήν πίστη του»(!!!) καί ἡ ἀπόδειξη; Ὅτι  «γονατίζει καί προσεύχεται!»[6]!!!

Πορφυρίτης

……………………………………………………..

[1] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ», http://fanarion.blogspot.gr/2017/12/blog-post_78.html

[2] Πρωτοπρ. Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου, «Τὸ Ἅγιο Ὅρος καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης. Παρατηρήσεις στό ἀπό 17/30.6.2017 ‘‘Μήνυμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης ἐν Κρήτῃ Συνόδου’’», http://aktines.blogspot.gr/2017/07/173062017.html

[3] ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ: «Τήν ἐνέργεια τοῦ νῦν Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου νά προσφέρει στόν Οὐνίτη «ἐπίσκοπο» τῶν Ἀθηνῶν κ. Δημήτριο Σαλάχα τόν Μάϊο τοῦ 2008 ἕνα ἅγιο Ποτήριο ὡς συμβολικό δῶρο,  μέ τό ὁποίο ἀποδεικνύει στήν πράξη, ὅτι ὄχι μόνο ἀμνηστεύει ἀλλά καί πανηγυρικά ἀναγνωρίζει τήν Οὐνία.», Βλ. τό δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος Ἐλεύθερος Τύπος,  26.5.2008http://www.katanixis.gr/2014/04/blog-post_5280.html,

[4] (βλ. www.youtube.com/watch?v=zp15aaXPCWM καί https://www.youtube.com/watch?v=bVghw-sjp5Y)

 

5] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ», http://fanarion.blogspot.gr/2017/12/blog-post_78.html

[6] Ἰωάννου Ἐλ. Σιδηρᾶ,  «Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ … «Γράφει λοιπόν ὁ π. Δοσίθεος: ‘‘…Βρέθηκα ἀρκετές φορές πίσω ἀπό τόν Πατριάρχη καί εἶδα καί τά τακούνια καί τίς σόλες ἀπό τά παπούτσια του. Πού σημαίνει ὅτι γονατίζει καί προσεύχεται. Καί ἄνθρωπος πού προσεύχεται δέν προδίδει τήν πίστη του’’».