Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ.κ. Ἰερόθεος: Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας

synodiko 02
Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα κείμενο τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στό Τριώδιο καί διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή τῆν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.

Εἶναι γνωστόν ὅτι διά μέσου τῶν αἰώνων παρουσιάσθηκαν διάφορες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀρνοῦνταν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία καί, στήν πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία καί τόν στοχασμό, ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω σέ διάφορα δογματικά θέματα. Οἱ Πατέρες πού συγκρότησαν τίς Συνόδους ἀντιμετώπισαν αὐτές τίς πλάνες. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων πάνω σέ δογματικά θέματα καλοῦνται ὅροι. Γενικότερα, κάθε ἀπόφαση τῶν Συνόδων καλεῖται Συνοδικόν. Ἔτσι, ἔχουμε τόν συνοδικό τόμο καί τόν συνοδικό ὅρο καί, ὁπωσδήποτε, κάθε Σύνοδος ἔχει τό δικό της Συνοδικό.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀναφέρονται στήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἡ ἀνάγνωσή τους τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἔδωσε τόν τίτλο Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Βέβαια, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ἀργότερα στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας προστέθηκε καί ὁ ὅρος πίστεως τῶν ἡσυχαστικῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος. Ἔτσι, τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας περιλαμβάνει τίς ἀποφάσεις τόσο τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καί τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖες, ὅπως θά λεχθῆ πιό κάτω, ἔχουν ὅλα τά στοιχεῖα γιά νά χαρακτηρίζωνται καί νά θεωροῦνται ὡς Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα
Δέν εἶναι δυνατόν, βέβαια, νά ἀναλυθῆ καί νά ἑρμηνευθῆ ὅλο τό περίφημο καί μεγάλης σημασίας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἀναγνώστης πρέπει νά τό διαβάση προσεκτικά καί θά διαπιστώση τήν σπουδαιότητά του. Θά δοῦμε ὃμως μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα, τά ὁποῖα, νομίζω, εἶναι ἡ βάση ὅλων ὅσων λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί ἡ βάση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καί εἶναι αὐτά πού δείχνουν κατά πόσον διακατεχόμαστε ἀπό τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

α) Ἡ καταδίκη τῆς φιλοσοφίας

Σέ ὅλο τό κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας φαίνεται καθαρά ὅτι καταδικάζεται ἡ φιλοσοφία. Καταδικάζεται τόσο ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ἡ φιλοσοφία γιά νά μιλήση καί νά παρουσιάση τόν Θεό, ὅσο καί τά συμπεράσματα στά ὁποῖα καταλήγει. Καί, φυσικά, ὁμιλώντας γιά φιλοσοφία, ἐννοοῦμε τήν μεταφυσική, ὅπως ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη καί ἀπό ἄλλους μεταγενεστέρους φιλοσόφους. Θά δοῦμε ποιές αἱρετικές διδασκαλίες ἀφορίζονται καί ἀποβάλλονται.

Ἀφορίζονται ὅσοι δέχονται τά δυσσεβῆ δόγματα τῶν Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, πού ἀναφέρονται στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές, καί τά ἀναμειγνύουν μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Λέγεται χαρακτηριστικά: «Τοῖς εὐσεβεῖν μέν ἐπαγγελομένοις, τά τῶν Ἑλλήνων δέ δυσσεβῆ δόγματα τῇ Ὀρθοδόξῳ καί Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων, καί οὐρανοῦ, καί γῆς, καί τῶν ἄλλων κτισμάτων, ἀναιδῶς, ἤ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα».

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται μέν τά δόγματα τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά παρουσιάζονται ὡς εὐσεβεῖς. Φαίνεται ὅτι καί τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρχαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατά τά ἄλλα προσποιοῦνταν τόν εὐσεβῆ, εἶχαν καλούς τρόπους συμπεριφορᾶς, ὅμως δέν παραδέχονταν τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Βέβαια, δέν ἀφορίζονται αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἔργα τῶν φιλοσόφων, ἀλλά ἡ προτίμηση τῶν φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν σέ βάρος τῆς πίστεως, καί ἡ χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας γιά τήν ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀπαγορεύεται ἡ μελέτη τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλά κατηγοροῦνται οἱ Χριστιανοί πού ἀκολουθοῦν καί παραδέχονται τίς μάταιες θεωρίες τους. Λέγεται: ἀνάθεμα «τοῖς τά Ἑλληνικά δεξιοῦσι μαθήματα, καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις». Κατηγοροῦνται καί ἀναθεματίζονται ὅσοι προτιμοῦν «τήν μωράν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν παραμένει σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά προχωρεῖ καί σέ συγκεκριμένα θέματα τά ὁποῖα καταδικάζει. Καί, ὅπως θά διαπιστωθῆ, ἀναφέρεται σέ βασικές διδασκαλίες τῆς φιλοσοφίας, τῆς λεγομένης μεταφυσικῆς. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι καί ἡ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος περί ἰδεῶν. Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἀντίληψη, ὑπάρχουν οἱ ἰδέες καί ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἤ ἀντιγραφή αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἤ πτώση ἀπό τίς ἰδέες αὐτές. Κατά τόν Πλάτωνα, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στό νά ἐπιστρέψη ἡ ψυχή στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Οἱ ἅγιοι Πατέρες στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδικάζουν αὐτήν τήν ἄποψη καί τούς δεχομένους «τάς Πλατωνικάς ἰδέας, ὡς ἀληθεῖς».

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἄναρχη καί ὅλα τά κτίσματα εἶναι ἀΐδια καί ἄναρχα καί, βεβαίως, ἡ ὕλη εἶναι συνάναρχος μέ τόν Δημιουργό τοῦ κόσμου. Οἱ δεχόμενοι αὐτά καταδικάζονται: «Τοῖς τήν ὕλην ἄναρχον, καί τάς ἰδέας, ἤ συνάναρχον τῷ Δημιουργῷ πάντων καί Θεῷ δογματίζουσι, καί ὅτι περ οὐρανός καί γῆ, καί τά λοιπά τῶν κτισμάτων ἀΐδιά τέ εἰσι καί ἄναρχα, καί διαμένουσι ἀναλλοίωτα… ἀνάθεμα». Ἡ ὕλη καί ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί δέν παραμένουν ἀναλλοίωτα.

Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἀλλά καί στό θέμα τῆς δημιουργίας ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας ἀπό τήν θεολογία. Βασική διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε «ἐκ τοῦ μή ὄντος», ἐκ «μή ὑπαρχούσης ὕλης». Αὐτή ἡ διδασκαλία κλονίζει ὅλα τά θεμέλια τῆς φιλοσοφίας. Ἡ φιλοσοφία πίστευε, ὅπως ἀναφέραμε, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἀΐδια. Ἔτσι, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσοι δέχονται ὅτι «οὐκ ἐκ τοῦ μή ὄντος τά πάντα ἐγένετο».

Καί στό θέμα τῆς ψυχῆς ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας καί, ἑπομένως, καταδικάζονται ὅσοι δέχονται τίς ἀπόψεις της. Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν στήν προΰπαρξη τῆς ψυχῆς, στίς μετεμψυχώσεις καί στό ὅτι ὑπάρχει τέλος τῆς ψυχῆς, ὅτι, δηλαδή, κάποτε θά πεθάνη ἡ ψυχή. Τέτοιες διδασκαλίες εἰσχώρησαν καί σέ μερικούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί καταδικάζονται. Ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται «ὅτι προΰπαρξίς ἐστι τῶν ψυχῶν» καί ὅσοι δέχονται ἀκόμη «τάς μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ἤ καί ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι, καί εἰς τό μηδέν χωρεῖν δεχομένοις», καί γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀθετοῦν «ἀνάστασιν, κρίσιν, καί τήν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν». Ἐπίσης, καταδικάζονται καί ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι μέ ἄλλα σώματα θά ἀναστηθοῦν καί θά κριθοῦν «καί οὐχί μεθ᾽ ὧν κατά τόν παρόντα βίον ἐπολιτεύσαντο».

Παράλληλα μέ αὐτά καταδικάζονται καί ὅσοι δέχονται τήν δοξασία τῶν φιλοσόφων ὅτι θά ὑπάρξη ἀποκατάσταση τῶν πάντων, δηλαδή, «ὅτι τέλος ἐστί τῆς κολάσεως ἤ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως, καί τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων». Ὅπως ὑπάρχουν καί σήμερα ἔτσι ὑπῆρχαν καί τήν ἐποχή ἐκείνη ἄνθρωποι πού ὑπερτιμοῦσαν τούς φιλοσόφους ἔναντι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τούς θεωροῦσαν ἀνώτερους καί γι’ αὐτό δέχονταν τίς διδασκαλίες τους. Ὅσοι, λοιπόν, διδάσκουν ὅτι οἱ φιλόσοφοι οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ἀπό ὅλες τίς Οἰκουμενικές Συνόδους «κρείττονες εἰσί κατά πολύ, καί ἐνταῦθα, καί ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει» τῶν ἁγίων Πατέρων, καί ὅσοι ἀποβάλλουν τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης καί ὅσοι δέν ἐκλαμβάνουν ὀρθά τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί προσπαθοῦν «παρερμηνεύειν τε καί περιστρέφειν» αὐτές, ἀναθεματίζονται. Γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι φορεῖς τῆς Παραδόσεως, ἐμπνέονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ὅλοι οἱ φιλόσοφοι εἶχαν μιά ἰδιαίτερη μέθοδο πού διακρινόταν ἀπό τήν μεθοδολογία τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ φιλόσοφοι χρησιμοποιοῦσαν τήν λογική καί τήν φαντασία γιά νά ἑρμηνεύσουν αὐτά τά θέματα, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔφθασαν στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση καί μέ αὐτόν τόν τρόπο παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη. Ἡ ἐσφαλμένη μέθοδος τῶν φιλοσόφων, καθώς ἐπίσης καί ἐκεῖνοι πού τήν χρησιμοποιοῦν, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀντίθετα, ἐπαινεῖται ἡ καθαρή πίστη καί ἡ ἁπλή καί ὁλόψυχος καρδία. Γράφεται: «Τοῖς μή πίστει καθαρᾷ, καί ἁπλῇ καί ὁλοψύχῳ καρδίᾳ τά τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καί Θεοῦ, καί τῆς ἀχράντως αὐτόν τεκούσης Δεσποίνης, ἡμῶν Θεοτόκου, καί τῶν λοιπῶν Ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις, ἀλλά πειρωμένοις, ἀποδείξεσι καί λόγοις σοφιστικοῖς, ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν, ἤ κατά τό δοκοῦν αὐτοῖς παρερμηνεύειν, καί κατά τήν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν, ἀνάθεμα». Ὅταν στηρίζεται κανείς μόνον στήν λογική καί στήν φαντασία, τότε βρίσκεται σέ λανθασμένη πορεία. Καί, ἄν παρατηρήσουμε προσεκτικά, θά διαπιστώσουμε ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί ἀκολούθησαν αὐτόν τόν δρόμο. Προσπάθησαν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία καί μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας νά ἀναλύσουν καί νά κατανοήσουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο, πού εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση.

Μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Λέγοντας ὅλα αὐτά πάλι πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι οἱ φιλόσοφοι στήν ἐποχή τους ἔκαναν μεγάλη προσπάθεια γιά νά ἑρμηνεύσουν μερικά θέματα πού ζητοῦσαν λύση. Ὅμως παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο καί γι’ αὐτό ἀστόχησαν. Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

β) Ἡ θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός

Προηγουμένως ἀναφέραμε ὅτι οἱ Πατέρες πού συνέγραψαν τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδίκασαν τήν φιλοσοφία καί τήν μέθοδό της, καθώς καί ἐκείνους πού ἀκολουθοῦν τούς ἀρχαίους φιλοσόφους καί δέχονται τά δόγματά τους. Ὅμως, παράλληλα ἐπευφημοῦν τούς ἁγίους Πατέρες, πού δέχθηκαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐξέφρασαν στήν ἐποχή τους μέ τήν διδασκαλία καί τήν ὁμολογία τους μέσα στήν Σύνοδο. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ἀλλά κυρίως, θά ὑπογραμμίσω τά σχετικά μέ τήν θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γιατί ἦταν ἕνα ἀπό τά πιό κεντρικά καί βασικά σημεῖα τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351) μ.Χ.

Ὁ Βαρλαάμ, ἕνας στήν πραγματικότητα σχολαστικός θεολόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πού χρησιμοποιοῦσε τήν φιλοσοφία σέ βάρος τῆς θεοπτίας, καί ὡς κέντρο εἶχε τήν λογική του καί τόν στοχασμό, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν τόμο τοῦ ἔτους 1341, ὑποστήριζε ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας καί τῆς θεοπτίας. Ἔλεγε ὅτι τό Φῶς στό ὄρος Θαβώρ δέν ἦταν ἀπρόσιτο, οὔτε τό ἀληθινό φῶς τῆς θεότητος, οὔτε τῶν ἀγγέλων ἱερώτερον καί θειότερον, «ἀλλά καί χεῖρον καί κατώτερον καί αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Ἔλεγε ὅτι, ἐπειδή τό Φῶς ἐκεῖνο προσπίπτει διά τοῦ ἀέρος καί ὑποπίπτει στήν αἰσθητική δύναμη κλπ., ὅλα τά νοήματα καί τά νοούμενα «σεμνότερα ἐστί τοῦ φωτός ἐκείνου». Τό φῶς αὐτό γίνεται καί ἀπογίνεται, ἐπειδή εἶναι φανταστό, μεριστό καί πεπερασμένο. Κατά τόν Βαρλαάμ, «ἀναγόμεθα δέ ἀπό τοῦ τοιούτου φωτός (τήν λογική) ἐπί νοήματα καί θεωρήματα, ἅ κρείττω ἐστίν ἀσυγκρίτως τοῦ φωτός ἐκείνου». Γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ὑπέρ νοῦν καί ἀληθινό καί ἀπρόσιτο «πεπλανημένοι εἰσί καθάπαξ. .. ἀσεβεῖς τε διά τοῦτο καί ὀλεθριώτατα δόγματα εἰς τήν Ἐκκλησίαν» εἰσάγουν. Τά ἔλεγε αὐτά ὁ Βαρλαάμ γιατί εἶχε διαποτισθῆ ἀπό τήν σχολαστική θεολογία τῆς Δύσεως, ἀφοῦ μάλιστα ἀγνοοῦσε καί τήν θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Συγχρόνως ὁ Βαρλαάμ πολεμοῦσε τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό καί, κυρίως, πολεμοῦσε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκτίθεται ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στό θέμα αὐτό. Γράφεται ὅτι στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν». Καί ἐπειδή, κατά τούς ἁγίους, κτιστή ἐνέργεια «κτιστήν δηλώσει καί φύσιν • ἄκτιστος δέ, ἄκτιστον χαρακτηρίσει οὐσίαν», γι’ αὐτό καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη. Μάλιστα, τό τῆς θεότητος ὄνομα ὄχι μόνον στήν θεία οὐσία, ἀλλά «καί ἐπί τῆς θείας ἐνεργείας οὐχ ἧττον αὐτό» τίθεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι, κατά τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, «ἄληπτον μέν εἶναι παντελῶς αὐτήν (τήν οὐσίαν) καί ἀμέθεκτον, μεθεκτήν δέ τήν θείαν χάριν τε καί ἐνέργειαν».

Ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Ἐπίσης, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος. Καί αὐτό τό Φῶς, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προΐεται ἀδιαιρέτως ἀπό τήν θεία οὐσία, ἐπιφαίνεται «διά φιλανθρωπίαν Θεοῦ τοῖς κεκαθαρμένοις τόν νοῦν». Αὐτό, λοιπόν, τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «φῶς ἀπρόσιτον…καί φῶς ἄπλετον, καί φύσιν ἀπερινόητον θείας αἴγλης, καί δόξαν ἀπόρρητον, καί Θεότητος, δόξαν ὑπερτελῆ, καί προτέλειον, καί ἄχρονον τοῦ Υἱοῦ δόξαν, καί βασιλείαν Θεοῦ, καί κάλλος ἀληθινόν, καί ἐράσμιον περί τήν θείαν καί μακαρίαν φύσιν, καί φυσικήν δόξαν Θεοῦ, Πατρός καί Πνεύματος ἐν Υἱῷ Μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν, καί Θεότητα. ..».

Ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ὁμολογοῦν τό «προϊέναι μέν τήν θείαν ἐνέργειαν ἐκ τῆς θείας οὐσίας, προϊέναι δέ ἀδιαιρέτως, διά μέν τοῦ προΐέναι, τήν ἀπόρρητον διάκρισιν παριστώντων, διά δέ τοῦ ἀδιαιρέτως, ὑπερφυᾶ δεικνύντων τήν ἕνωσιν».

Τελικά, οἱ αἱρετικοί πού δέχονται τέτοιες πεπλανημένες ἀπόψεις, ἀντίθετες ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ἀναθεματίζονται. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ἐκφράζουν ἀλάνθαστα τήν διδασκαλία τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπευφημοῦνται καί μακαρίζονται. Εἰδικά ἐπαινεῖται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἐπαινεῖται γιά δύο λόγους. Ὁ ἕνας γιατί ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς καί κατατρόπωσε τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δίδασκαν πεπλανημένες ἰδέες γύρω ἀπό τά κρίσιμα αὐτά θεολογικά θέματα καί οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά εἰσαγάγουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «τάς Πλατωνικάς ἰδέας καί τούς Ἑλληνικούς μύθους ἐκείνους». Ὁ ἄλλος λόγος, γιατί ἐξέθεσε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στά θέματα αὐτά, ἔχοντας ἐξηγητές ὅλους τούς ἁγίους Πατέρες ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο μέχρι τήν ἐποχή του. Ἔτσι, ἐδῶ παρουσιάζεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς διάδοχος τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὑπέρμαχος τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά αὐτό καί γίνεται εἰδική καί ἰδιαίτερη μνεία τοῦ ὀνόματός του στό Συνοδικόν.

Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες.

Ὁ τόμος δέ τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1347 μ.Χ. γράφει κάτι πολύ σημαντικό γιά τήν ἀξία καί τό κύρος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὅλων ἐκείνων τῶν μοναχῶν πού ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία του. Τόν χαρακτηρίζει «τιμιώτατον». Καί ἀφοῦ ἀναθεματίζει ὅσους δέν δέχονται τήν διδασκαλία του καί τόν πολεμοῦν, συγχρόνως λέγει ὅτι, ἄν κάποιος ἄλλος «τά αὐτά ποτε φωραθείη ἤ φρονῶν ἤ λέγων ἤ συγγραφόμενος κατά τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν σύν αὐτῷ μοναχῶν, μᾶλλον δέ κατά τῶν ἱερῶν θεολόγων καί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τά αὐτά καί κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καί τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν, εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν». Ὅποιος, δηλαδή, λέγει ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῆς διδασκαλίας του, δέχεται τόν ἀφορισμό τῆς Συνόδου. Καί, μάλιστα, γράφει γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τούς αὐτῷ συνάδοντες μοναχούς: «οὐκ ἀνωτέρους μόνον παντάπασι τῶν κατ’ αὐτῶν, μᾶλλον δέ τῶν κατά τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ἐρεσχελιῶν. .. ἔχομεν, ἀλλά καί ἀσφαλεστάτους τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς εὐσεβείας προμάχους καί προαγωνιστάς καί βοηθούς ταύτης ἀποφαινόμεθα».

Ἐπειδή ὑπάρχουν καί σήμερα μερικοί «θεολόγοι» πού ἀμφισβητοῦν τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν θεωροῦν ὡς νεοπλατωνική, ἄς ἀκούσουν τόν ἀφορισμό καί τόν ἀναθεματισμό τῆς Συνόδου πού μνημονεύσαμε, καί γενικά τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.

γ) Ὁ ἡσυχασμός

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράσθηκε τόν 14ο αἰώνα διά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί διατυπώθηκε ἀπό Μεγάλες Συνόδους, περί τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀκτίστου Φωτός συνδέεται στενώτατα μέ τήν λεγόμενη ἡσυχαστική κίνηση. Ἄλλωστε, τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν ἐμπειρία αὐτή, στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν θέωση, δέν εἶναι ὑπόθεση ἀναπτύξεως τῆς λογικῆς καί φορτίσεως τοῦ μυαλοῦ ἀπό γνώσεις, ἀλλά καρπός τῆς καθάρσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά, καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ.

Ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Συνοδικοῦ τόμου τοῦ ἔτους 1341 μ.Χ. φαίνεται πώς ὁ Βαρλαάμ ἀμφισβητοῦσε τόν τρόπο βιώσεως τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τόν λεγόμενο ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς. Βέβαια, αὐτό φαίνεται καί ἀπό ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κυρίως ἀπό τήν ἀντίκρουση τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαάμ, τήν ὁποία ἔκανε ὁ ἅγιος Γρηγόριος στό γνωστό ἔργο του Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Ὅμως, θά μνημονεύσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1341. Ἔλεγε μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Βαρλαάμ: «Ἐγώ πολλῶν ὄντων, ἅ τις ἄν ἔχοι δικαίως ἐγκαλεῖν τῷ τῆς τοιαύτης διδασκαλίας ὑφηγητῇ, οὐδενός ἔλαττον ἡγοῦμαι καί τοῦτο, ὅτι τά χριστιανῶν ἐπιχειρῶν διά τῶν εἰσπνοῶν ἀνατρέπειν μυστήρια, συκοφαντεῖ καί τούς Πατέρας ὡς ἅπερ νῦν αὐτός ἐκδιδάσκει, ταῦτα κἀκείνους φρονήσαντας πρότερον».

Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

Στά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ βλέπουμε μιά συνεχῆ ἀναίρεση τῆς κακοδόξου αὐτῆς διδασκαλίας τοῦ Βαρλαάμ, πού προσπαθοῦσε νά κλονίση τά θεμέλια τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ. Ὁ Βαρλαάμ εἶχε ὑπ’ ὄψη του τόν μοναχισμό τῆς Δύσεως, πού εἶχε ἐγκαταλείψει τήν ἡσυχαστική παράδοση καί καταγινόταν μέ μιά κοινωνική ἐργασία. Στόν Μεσαίωνα, μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Βέβαια, ἡ εἰσπνοή καί ἐκπνοή, ὅπως καί ἄλλοι τρόποι, εἶναι ψυχοτεχνικές μέθοδοι διά τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖται νά ἀποδεσμευθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν ὑποδούλωσή του στό περιβάλλον καί στήν λογική καί νά εἰσέλθη στήν καρδιά, ὅπου εἶναι ὁ πραγματικός τόπος, ἡ φυσική του κατάσταση, καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀνέλθη στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ νοῦς ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν λογική καί ἀποκτᾶ τήν κατά φύση καί ὑπέρ φύση πορεία του. Τότε βρίσκεται στήν φυσική του κατάσταση.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀκολούθησαν τήν ἴδια μέθοδο, γι’ αὐτό καί κατέληξαν στά ἴδια συμπεράσματα. Ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἡ μόνη μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε, ἀπό τήν μιά πλευρά ὑπάρχουν οἱ διά μέσου τῶν αἰώνων ἡσυχαστές, πού εἶναι οἱ ἀκραιφνεῖς θεολόγοι, καί ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀντιησυχαστές, πού θεολογοῦν μέ τήν φαντασία, γι’ αὐτό καί καταλήγουν σέ αἱρέσεις.

Στόν Συνοδικό τόμο τοῦ 1341 μ.Χ. ὑπάρχει μιά πολύ σημαντική και χαρακτηριστική παράγραφος. Ὁ Βαρλαάμ καταδικάζεται, γιατί κατηγοροῦσε τούς μοναχούς «περί τῆς μελετωμένης αὐτοῖς καί προφερομένης συχνῶς ἱερᾶς εὐχῆς». Οἱ μοναχοί ἀσκοῦνταν στήν εὐχή καί τήν νοερά ἡσυχία γιατί, ὅπως καί ὅλη ἡ παράδοση βεβαιώνει, εἶναι ἡ κατάλληλη μέθοδος γιά τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἡ Σύνοδος δέχεται αὐτήν τήν μέθοδο πού φαίνεται ὅτι εἶναι ἀποδεκτή ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος.

Συγχρόνως ὅμως, ἡ Σύνοδος καταδικάζει καί ὅλους ἐκείνους πού δέχονται τίς ἴδιες μέ τόν Βαρλαάμ ἀπόψεις καί κατηγοροῦν τούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά διάγουν ἡσυχαστικά, γιατί οἱ μοναχοί δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐφαρμόζουν τήν μέθοδο τήν ὁποία ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Γράφεται:
«Ἀλλά καί εἴ τις ἕτερός τι τῶν ὑπ’ ἐκείνου βλασφήμως καί κακοδόξως κατά τῶν μοναχῶν, μᾶλλον δέ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, λαληθέντων ἤ συγγραφέντων φανείη πάλιν τῶν μοναχῶν κατηγορῶν ἤ ὅλως τούτων ἐν τοῖς τοιούτοις καθαπτόμενος, τῇ αὐτῇ καταδίκῃ παρά τῆς ἡμῶν μετριότητος καθυποβαλλόμενος, ἀποκήρυκτος ἔσται καί αὐτός καί ἀποτετμημένος τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ὀρθοδόξου τῶν χριστιανῶν συστήματος».

Θεωρῶ πολύ σημαντικό αὐτό τό κείμενο καί ἀπάντηση σέ ἐκείνους πού ὄχι μόνον κατηγοροῦν τόν σύγχρονο ἡσυχαστικό μοναχισμό, ἀλλά τόν θεωροῦν αἱρετικό καί ἐπιδιώκουν μέ κάθε τρόπο νά τόν ἀποδεσμεύσουν ἀπό ὅλη τήν ἡσυχαστική παράδοση καί νά τόν ἐντάξουν μέσα στίς ἀνθρωποκεντρικές κοινωνίες ἤ καί γενικές θρησκευτικές συνθῆκες ζωῆς. Ὁ λόγος ὅτι εἶναι ἀποτετμημένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι φοβερός.

δ) Οἱ θεόπνευστες θεολογίες τῶν ἁγίων καί τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας

Ὅποιος μελετήσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν φθάση στά κεφάλαια πού ἀναφέρονται στήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου θά παρατηρήση ἀσφαλῶς ὅτι ἕξι φορές ὑπάρχει ἡ φράση: «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Καί μάλιστα θά παρατηρήση ὅτι, ἀντικρούοντας ἡ Σύνοδος ὅλες τίς αἱρετικές θέσεις τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου καί ἀναφέροντας τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πάνω στό συγκεκριμένο αὐτό θέμα, χρησιμοποιεῖ τήν ἴδια φράση. Καταδικάζονται οἱ αἱρετικοί, ἐπειδή δέν πιστεύουν καί δέν ὁμολογοῦν «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ ὁμολογίες τῶν ἁγίων χαρακτηρίζονται θεόπνευστες. Καί, βέβαια, ἡ θεοπνευστία συνδέεται μέ τήν ἀποκάλυψη. Οἱ ἅγιοι βίωσαν τόν Θεό, ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος, γνώρισαν προσωπικά τόν Θεό, ἔφθασαν στήν Πεντηκοστή, παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη καί γι’ αὐτό χαρακτηρίζονται θεόπνευστοι καί ἀπλανεῖς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰδιαιτέρως, πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε τήν μέθοδο τήν ὁποία χρησιμοποίησαν καί τόν τρόπο τόν ὁποῖο βίωσαν γιά νά γίνουν κατά Χάρη θεόπνευστοι. Αὐτός ὁ τρόπος εἶναι ὁ ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συγκεκριμενοποιεῖται στά τρία στάδια τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση. Αὐτοί οἱ θεούμενοι καί θεόπνευστοι ἅγιοι εἶναι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γι᾽ αὐτό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας γράφει: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλλαμψεν». Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμη, ἡ θεόπνευστη διδασκαλία τῶν ἁγίων συνδέεται στενά μέ τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ τούς ἁγίους καί οἱ ἅγιοι ἐκφράζουν τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν νοοῦνται ἅγιοι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν νοοῦνται ἅγιοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἱρετικές καί λανθασμένες ἀπόψεις πάνω σέ σοβαρά θεολογικά ζητήματα.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπάρχουν «οἱ πείρᾳ μεμυημένοι» καί αὐτοί πού ἀκολουθοῦν καί σέβονται αὐτούς τούς πεπειραμένους. Ἔτσι, ἄν δέν ἔχουμε δική μας πείρα στά θέματα αὐτά, πρέπει, ὁπωσδήποτε, νά ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία τῶν θεοπτῶν, θεουμένων καί πεπειραμένων ἁγίων. Μόνον ἔτσι ἔχουμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἐκκλησιαστική συνείδηση. Διαφορετικά ἀνοίγουμε τόν δρόμο γιά τήν αὐτοκαταστροφή. Πρέπει συνεχῶς νά πιστεύουμε καί νά ὁμολογοῦμε «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό. Καί πρέπει νά προσαρμόζουμε ὅλη μας τήν σκέψη καί πρό παντός τήν ζωή μας σέ αὐτό.

Χρειάζεται νά τό μελετᾶμε ἐπισταμένως γιά νά γνωρίζουμε σέ τί συνίσταται ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή. Καί πραγματικά ἡ ὀρθόδοξη βιοτή εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό σχολαστικισμούς καί ἠθικισμούς. Εἶναι ἡσυχαστική καί θεολογική.

Ἡ θετική ἤ ἀρνητική στάση στό κείμενο αὐτό δείχνει κατά πόσο διαπνεόμαστε ἀπό τό ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἤ κατά πόσο διακατεχόμαστε ἀπό τόν σχολαστικισμό. Εἴμαστε ἐκκλησιαστικοί ὅσο εἴμαστε ἁγιοπατερικοί.

Θεωρῶ εὐλογία ἀπό τόν Θεό πού τό βιβλίο αὐτό τελείωσε μέ τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέ τήν ἐξαιρετική φράση «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Σέ αὐτό φαίνεται καθαρά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ποιά εἶναι τά μέλη της, τί εἶναι Σύνοδοι καί πῶς διακρίνονται ἀπό τίς ψευδοσυνόδους, τί εἶναι οἱ ἃγιοι καί πῶς γίνονται ἃγιοι, τί εἶναι ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί πῶς σώζεται κανείς. Ἡ γνώση αὐτῶν τῶν θεμάτων εἶναι ζητήματα ζωῆς ἤ θανάτου.

Ἀναθεματισμοί – Ἐπευφημίες

Ὅποιος διαβάσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά διαπιστώση ἀμέσως ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν ἀναθεματίζονται οἱ αἱρετικοί, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Ὁμολογητές. Γιά τούς πρώτους ἀπό τόν παριστάμενο λαό ἀναφωνεῖται τό «ἀνάθεμα» τρεῖς φορές, γιά τούς δεύτερους ἀναφωνεῖται τό «αἰωνία ἡ μνήμη» τρεῖς φορές σέ κάθε πρόταση.

Μερικοί σκανδαλίζονται ὅταν βλέπουν καί ἀκοῦν μιά τέτοια ἐνέργεια, κυρίως, ὅταν ἀκοῦν τό «ἀνάθεμα». Τό θεωροῦν πολύ σκληρό καί λέγουν ὅτι ἐκφράζεται μέ αὐτόν τόν τρόπο τό μισαλλόδοξο πνεῦμα πού ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὅμως, τά πράγματα δέν ἑρμηνεύονται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Οἱ ἀναθεματισμοί δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς φιλοσοφικές ἔννοιες καί ὡς μισαλλόδοξες καταστάσεις, ἀλλά ὡς ἰατρικές ἐνέργειες. Πρῶτα- πρῶτα οἱ αἱρετικοί μέ τήν ἐπιλογή πού ἔκαναν κατέληξαν στήν αἵρεση καί στήν διαφοροποίηση ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία ἀντιτάχθηκαν στήν θεολογία καί τήν ἀποκάλυψη. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀρρώστησαν καί στήν πραγματικότητα ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἔπειτα, ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς δ΄ Συνεδρίας τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ λέγεται ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐκπληρώνουν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, νά θέτουν, δηλαδή, τόν λύχνο τῆς θείας γνώσεως «ἐπί τήν λυχνίαν» γιά νά λάμπη σέ ὅλους πού βρίσκονται στήν οἰκία καί νά μήν τόν κρύπτουν «ὑπό τόν μόδιον». Μέ αὐτόν τόν τρόπο βοηθοῦνται ὅσοι ὁμολογοῦν εὐσεβῶς τόν Κύριο, νά βαδίζουν ἀπροσκόπτως τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες «πᾶσαν πλάνην αἱρετικῶν ἐξωθοῦσι, καί τό σεσηπός μέλος, εἴπως ἀνίατα νοσεῖ, ἐκκόπτουσι • καί τό πτύον κατέχοντες, τήν ἅλωνα καθαίρουσι • καί τόν σῖτον, ἤτοι τόν τρόφιμον λόγον, τόν στηρίζοντα καρδίαν ἀνθρώπου, ἀποκλείουσιν ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τό δέ ἄχυρον τῆς αἱρετικῆς κακοδοξίας ἔξω ῥίψαντες κατακαίουσι πυρί ἀσβέστῳ».

Στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν».

Ἔτσι, οἱ αἱρετικοί εἶναι σεσηπότα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα εἶναι ἀνίατα καί γι’ αὐτό ἐκκόπτονται ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Μέ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἐξετάζωνται οἱ αἱρετικοί. Ὁπότε, μπορεῖ κανείς νά δῆ τήν φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως ἔχουμε τονίσει καί ἀλλοῦ, ὅταν κανείς διαθέτη λανθασμένη ἰατρική διδασκαλία, τότε δέν ὑπάρχουν θεραπευτικά ἀποτελέσματα, ὁπότε δέν θεραπεύεται, δέν μπορεῖ ποτέ νά φθάση στήν θεραπεία. Τό ἴδιο γίνεται μέ τά δόγματα ἤ τήν πλανεμένη διδασκαλία. Μιά λανθασμένη διδασκαλία, ἡ ὁποία στηρίζεται σέ σφαλερή μεθοδολογία, δέν μπορεῖ ποτέ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στήν θέωση.

Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια πρέπει νά ἐξετάζεται τό γεγονός ὅτι τόσο οἱ ἀναθεματισμοί ὅσο καί οἱ ἐπευφημίες ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιατί αὐτοί πλάθουν αὐτές τίς διδασκαλίες καί στήν συνέχεια ἀποκτοῦν ὀπαδούς. Καί, μάλιστα, εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι γιά τούς αἱρετικούς χρησιμοποιοῦνται φοβερά ἐπίθετα. Πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι τά φρικτά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται δέν πρέπει νά ἐξετάζωνται ἀπό ἠθική ἔννοια, ἄλλωστε πολλοί αἱρεσιάρχες ἦταν «ἠθικοί» ἄνθρωποι, ἀλλά ἀπό θεολογική. Θά καταγράψω μερικά τέτοια ἐπίθετα καί μερικούς χαρακτηρισμούς πολύ ἐνδεικτικούς.

Τούς εἰκονομάχους πού καταφέρονταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν εἰκόνων τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας τούς ὀνομάζει «φαυλιστάς» τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, «τολμητάς κατά τῆς εἰκόνος καί θρασεῖς, δειλούς καί πεφευγότας». Αὐτούς πού ἄρχισαν τήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, στήν ἐποχή τῶν Ἰσαύρων τούς ὀνομάζει «ἀνιέρους καί ὁδηγούς ἀπωλείας». Ὁ Γερόντιος ἀναθεματίζεται γιά «τόν ἰόν τῆς μυσαρᾶς αὐτοῦ αἱρέσεως. .. σύν τοῖς διεστραμμένοις αὐτοῦ δόγμασι». Ἡ αἵρεση εἶναι ἀσθένεια καί ἡ αἱρετική δογματική δοξασία εἶναι διεστραμμένη, γιατί διαστρέφει τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Δίδεται ἀναθεματισμός «τῷ φρυαξαμένῳ συνεδρίῳ κατά τῶν σεπτῶν Εἰκόνων».

Ὅπως ἐλέχθη, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύονται ὅλοι οἱ αἱρετικοί. Μέ αὐτό φαίνεται ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ἴδια μέθοδο καί στήν οὐσία συμπίπτουν μεταξύ τους, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι τόσο ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὅσο καί ἡ Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ὡς ἐκφραστές τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς συνέχεια τῶν προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ Ἄρειος ἀποκαλεῖται «θεομάχος» καί ἀρχηγός τῶν αἱρέσεων, ὁ Πέτρος ὁ Κναφεύς «παράφρων». Ὁ ἴδιος χαρακτηρισμός «παράφρων» χρησιμοποιεῖται γιά πολλούς αἱρετικούς. Φυσικά, λέγονται παράφρονες ὄχι μέ βιολογική ἔννοια, ἀλλά κυρίως καί πρό παντός μέ θεολογική. Τόν Βαρλαάμ καί τόν Ἀκίνδυνο, ἀρχηγούς τῶν ἀντιησυχαστικῶν διδασκαλιῶν καί ὅλους τούς ὀπαδούς τους τούς ὀνομάζει «πονηρά συμμορία». Ἀντίθετα, διά τούς ὑπερμάχους τῶν ὀρθοδόξων διδασκαλιῶν χρησιμοποιοῦνται ἐπίθετα, ὅπως «εὐσεβής», «ἁγιώτατος», καί «ἀοίδιμος».

Καί πάλι πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει τόν ἀληθινό τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά φθάση στήν θέωση. Ἄν σκεφθοῦμε ὅτι θεραπεία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά πορευθῆ στήν θέωση, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει αὐτόν τόν τρόπο καί ἀφήνει τόν ἄνθρωπο αἰωνίως ἀθεράπευτο, χωρίς ἐλπίδα θεραπείας καί σωτηρίας.

 

Πηγή: (Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα», πού ἐπανεκδόθηκε πρόσφατα), Εκκλησιαστική Παρέμβαση

22 ΙΟΥΝΊΟΥ ΕΟΡΤΉ ΤΟΥ ΑΓΊΟΥ ΕΥΣΕΒΊΟΥ

 

αρχείο λήψης

Τη μνήμη του Αγίου Ευσεβίου τιμά σήμερα, 22 Ιουνίου, η Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Ευσέβιος, έζησε στους ταραγμένους χρόνους που η Εκκλησία υπέφερε από τις κακοδοξίες του Αρείου.

Αυτοκράτορας την εποχή εκείνη ήταν ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ο οποίος υποστήριζε τη δυσεβή αυτή αίρεση και κατεδίωξε σκληρά όσους έφεραν αντιρρήσεις και αντιστάθηκαν στις προθέσεις του.

Ο Άγιος, ο οποίος ήταν επίσκοπος Σαμοσάτων διώχθηκε, υπέμεινε όμως με θαυμαστή καρτερία όλες τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες με την ελπίδα ότι η Ορθοδοξία θα εξέλθει στο τέλος νικήτρια. Όταν πέθανε ο αιρετικός και λαομίσητος Κωνστάντιος τον διαδέχθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ο οποίος θέλησε να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων.

Ο Ιουλιανός εξαπέλυσε φοβερότερους διωγμούς κατά των χριστιανών. Τότε νέες διώξεις άρχισαν για τον Ευσέβιο πολύ χειρότερες από τις προηγούμενες. όμως ο Άγιος παρέμεινε το ίδιο ακλόνητος.

Τα ίδια συνέβησαν και με τον αυτοκράτορα Ουάλη, ο οποίος ήταν και αυτός θερμός υποστηρικτής των Αρειανών.
Ο Άγιος για μία ακόμη φορά, κλήθηκε να υπερασπισθεί την καθαρότητα της ορθόδοξης πίστης. 

Για τους αγώνες του ο Ουάλης, τον απομάκρυνε από τον Επισκοπικό θρόνο του και τον εξόρισε σε κάποιο έρημο τόπο κοντά στον ποταμό Ίστρο. Μετά το θάνατο του Ουάλη ο Άγιος επανήλθε από την εξορία στην Επισκοπή του και άρχισε αμέσως την κάθαρση της επαρχίας του από τούς κακόδοξους αιρετικούς.
Κάποια ημέρα, το έτος 380 μ.Χ., που περνούσε έξω από το σπίτι μιας αιρετικής γυναίκας, εκείνη τον κτύπησε με μίσος στο κεφάλι με μία μεγάλη πέτρα και με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο του Αγίου και τη μετάβασή του «από τα λυπηρότερα προς τα θυμηθέστερα και τα τερπνά».

Απολυτίκιο:

 

Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.

Σοφίας του Πνεύματος, καταυγασθείς τω φωτί, τον λόγον ετράνωσας, της ευσέβειας ημίν, Ευσέβιε ένδοξε, συ γαρ ιεραρχήσας, ευσεβώς τη Τριάδι, ήθλησας θεοφρόνως, και την πλάνην καθείλες. Καί νυν Πάτερ δυσώπησον, σώζεσθαι άπαντας.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

13

Γέροντος Μωυσέως Αγιορείτου

Στην παράδοση του Αγίου Όρους υπάρχει μια έντονη πολεμική κατά των αιρέσεων και ειδικότερα κατά τουΠαπισμού.
Στο παρόν κείμενο θ’ αναφερθούμε κυρίως στην δράση των Αγιορειτών αγίων κατά των εχθρών της Αληθείας και της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θεωρούμε ότι η πτυχή αυτή της αγιορείτικης ιστορίας και παραδόσεως δεν είναι τόσο γνωστή κι έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία και σημασία σήμερα. 

Οι άγιοι δεκατρείς μάρτυρες της μονής Καντάρας (1231), που λέγεται πως ξεκίνησαν την άσκησή τους από τον ιερό Άθωνα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στη Κύπρο, κλήθηκαν να αρνηθούν την πίστη τους από τους Λατίνους. Αγέρωχοι και απτόητοι υπέστησαν σκληρά βασανιστήρια και είχαν μαρτυρικό τέλος μένοντας σταθεροί στην ορθόδοξη  πίστη.

Ο κτήτορας της Αθωνικής μονής Χιλανδαρίου Άγιος Σάββας (1236), πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, στήριξε την ορθόδοξη πίστη και καταπολέμησε τις αιρέσεις με την γλυκύτητα της ακραιφνούς διδασκαλίας του, που είχε διδαχθεί από την μακρά παραμονή του στον Άθωνα.

Ο οσιομάρτυς Ιωάννης Δοχειαρίτης (1275), για την υποστήριξή των ορθών δογμάτων έναντι των Λατίνων στη Θεσσαλονίκη δέχθηκε διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε άριστα. Για την ομολογία του υπέστη μαρτυρικό θάνατο από προδότη φιλενωτικό και λατινόφρονα μαθητή του. Το αυτό και ο μαθητής του Γρηγόριος Δοχειαρίτης(1275), ο οποίος έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου υπερασπιζόμενος απτόητα τα ορθόδοξα δόγματα.

Ο άγιος Ιωαννίκιος ο Α’ (1279), αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, από ηγούμενος του Χιλανδαρίου, ποίμανε βάσει των ιερών Κανόνων το ποίμνιό του. Διαφύλαξε αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Δεν συμμετείχε στην κίνηση για την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Καθολικισμό, που ενεργούσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1261-1282).

Ο Οσιομάρτυς Κοσμάς, Πρώτος του Αγίου Όρους (1279-1280) απαγχονίσθηκε από τους Λατινόφρονες στις Καρυές μη θέλοντας να υποκύψει στα λατινικά δόγματα. Μαζί του μαρτύρησαν πατέρες Καρυώτες, Κουτλουμουσιανοί, Ιβηρίτες, Βατοπεδινοί, Ζωγραφίτες και Ξενοφωντικοί.

Ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής (13ος αιώνας) καταγόταν από την Ιταλία και άνηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Τον εγκατέλειψε χάριν της φιλτάτης Ορθοδοξίας και μέσω Βυζαντίου ήλθε στο Άγιον Όρος. Επειδή αντιτάχθηκε στην ένωση των Εκκλησιών, εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο νηπτικός ομολογητής, Αγιορείτης όσιος.

Ο όσιος Γεράσιμος ο Σιναΐτης (1320), μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιανΐτου (1346), μετά την έξοδό του από τον Άθωνα, περιήλθε την Ελλάδα ενισχύοντας τους πιστούς, βοηθώντας πολλούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Το αυτό πράττουν οι συμμαθητές του Ιωσήφ «ο ορθοδοξότατος» και Νικόλαος «ο ομολογοτής», που δέχθηκε για την πίστη του φυλακίσεις και εξορίες.

Ο άγιος Νικόδημος αρχιεπίσκοπος Πεκίου (1325), αγωνίσθηκε ακούραστα για την εκρίζωση των αιρέσεων των Βογομίλων και την στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Το αυτό έργο εποίησε ο άγιος Δανιήλ ο Β’, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1338).

Ο άγιος Θεόκλητος μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1324/6) μεταβαίνοντας από τον Άθωνα στην Κωνσταντινούπολη ήλεγξε για την εκκλησιαστική του πολιτική τον αυτοκράτορα Μιχαήλ η’ τον Παλαιολόγο, με αποτέλεσμα να ριχθεί στη φυλακή. Ο επίσκοπος συνέχισε την ορθόδοξη διδασκαλία του σε όλη του τη ζωή απτόητα.

Ο άγιος Ισίδωρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (U1350) διδασκάλους στον Άθωνα είχε τους αγίους Γρηγόριο Σιναΐτη και Γρηγόριο Παλαμά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου στέλνεται να εργασθεί ιεραποστολικά, στέκεται στο πλευρό του αγίου Παλαμά και είναι ένας από τους πρώτους που πολεμά τον αιρετικό Βαρλαάμ. Ως πατριάρχης αποκατέστησε τον συνοδοιπόρο του στους αντιαιρετικούς αγώνες άγιο Παλαμά, τον οποίο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.

Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1355/6) υπήρξε ομολογητής αγιορείτης και πολλές υπέστη από τους κακοδόξους εξορίες και θλίψεις για την ακρίβεια της πίστεώς του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) υπήρξε μέγας θεολόγος. Υποστήριξε το ορθόδοξο δόγμα με γνώση, πίστη και επιμονή. Κατατρόπωσε με τους υπέροχους λόγους του τους αιρετικούς Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά. Για το σθένος του υπέμεινε διωγμούς φυλακίσεις κι εξορίες. Αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο, σήμερα θα είμασταν τουλάχιστον Ουνίτες. Γι’ αυτό τον μισούν οι Λατίνοι μέχρι σήμερα.

Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου (1362/3) μετά την παραμονή του στον ιερό Άθωνα επιστρέφει στην πατρίδα του Βουλγαρία κι εγκαθίσταται στην μονή Κελιφάρεβα. Η μονή αποτέλεσε φάρο Ορθοδοξίας, κέντρο αντιαιρετικό, όπου ακτινοβολούσε στη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία. Ο άγιος συχνά άφηνε την ησυχία, για να υπερασπίσει τα ορθόδοξα δόγματα, που κινδύνευαν από τους ακόλουθους των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Αδαμιστές, τους Βογομίλους και τους Εβραίους. Στη σύνοδο του 1359 της Βουλγαρίας πρωτοστάτησε κατά των αιρετικών κι έδωσε μεγάλη χαρά στους πιστούς για την νίκη της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης και του ψεύδους των αιρέσεων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1379) πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έγραψε λόγους κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον τόμο των πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά. Υπήρξε βαθύς θεολόγος και υπεράσπισε με ακαταμάχητο σθένος την Ορθοδοξία. Εξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων. Τιμάται την Ε’ Κυριακή των Νηστειών ως φύλακας της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής (1431) μόνασε στη μονή Βατοπεδίου. Διά του γέροντός του Δαυίδ σχετίσθηκε με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Ως ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως εστάλη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ τον Παλαιολόγο στην Ρώμη ως αντιπρόσωπός και διακρίθηκε για την άκαμπτη στάση του και το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Έγραψε λόγο κατά της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου τονίζει τις σοβαρές μεγάλες διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και Λατίνων.

Ο Διονυσιάτης άγιος Νήφων ο Β’ και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508), μετά την εκθρόνισή του και κατά την παραμονή του στη Βλαχία, έσωσε την ρουμάνικη Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, τις διάφορες αιρέσεις, δεισιδαιμονίες και ηθοφθορίες. Παρόμοιο έργο επιτέλεσε στην Ρωσσία ο Βατοπεδινός μοναχός όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1556).

Ο άγιος Βασίλειος Όστρογκ ο θαυματουργός (1671) έζησε αρκετά στο Άγιος Όρος. Ως επίσκοπος στην πατρίδα του Σερβία προφύλαξε σθεναρά το ποίμνιό του από τους Ιησουΐτες, τη λατινική προπαγάνδα και την Ουνία.

Ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (1745) δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, που δίδασκε «αλλόκοτα δόγματα και άθεα μαθήματα» της αιρέσεως του Μολίνου. Παραβρέθηκε και σε σύνοδο, για να στηλιτεύσει την «πανσπερμία των αιρέσεων» του Μεθοδίου. Σε όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν την ορθόδοξη παράδοση και δογματική.

Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (1779), ο ακάματος Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, δεν έπαυσε με αυστηρότητα να στηλιτεύει τα λάθη των Λατίνων και των Εβραίων στα πύρινα κηρύγματά του. Μαρτύρησε από το μίσος των Εβραίων και των Οθωμανών.

Οι άγιοι Κολλυβάδες Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1794), Μακάριος Νοταράς (1805), Νικόδημος Αγιορείτης (1809), Νήφων ο Χίος (1809) και Αθανάσιος ο Πάριος (1813) στους λόγους τους, στις συγγραφές και στα έργα τους υποστηρίζουν με σθένος και βαθειά γνώση την Ιερά παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες, τα απαράβατα δόγματα της Εκκλησίας μας. Στιγματίζουν τις πλάνες τις εκτροπές, τα σχίσματα, τις αιρέσεις, τους άθεους.

Οι ένδοξοι νεομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες Αγιορείτες υπογράφουν με το αίμα τους την ακέραιη πίστη τους στο ορθόδοξο δόγμα και δεν διστάζουν με τόλμη και αφοβία να μιλήσουν για το ψεύδος του Ισλαμισμού και του Ιουδαϊσμού.

Τα παραπάνω στοιχεία λαμβάνουμε από λίαν προσεχώς εκδιδόμενο και από αρκετών ετών ετοιμαζόμενο έργο μας οι Άγιοι του Αγίου Όρους, οι οποίοι να πρεσβεύουν υπέρ της σεμνής, συνεπής, διακριτικής κι σώφρονης υποστήριξης της παραδοσιακής ορθόδοξης γραμμής των αγίων πατέρων μας, από όλους μας σήμερα. Σε καιρούς έξαρσης του επάρατου οικουμενισμού και του πονηρού συγκρητισμού χρειάζεται αντίσταση και αντίδραση. Όταν ο Πάπας διακηρύσσει ότι είναι ο μόνος εκπρόσωπος του Θεού και πατέρας και ποιμένας όλων των χριστιανών του κόσμου, δεν μπορούμε να τον ονομάζουμε «άγιο αδελφό»…

Εκ της εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος»

 

Πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ξεπέρασε τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας

Πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ξεπέρασε τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (μέρος 1ο)

 

Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος, κληρικός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς -Ὑποψήφιος Διδάκτωρ Θεολογίας

(Ἡ παροῦσα εἰσήγηση ἐκφωνήθηκε στό συνέδριο μέ θέμα «Μελέτες τοῦ Ἁγίου Ιωάννου», πού πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν εὐλογία τοῦ Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Σόφιας καί Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. Νεοφύτου, στή Σόφια Βουλγαρίας, στίς 9 καί 10 Ἰουνίου 2017, καί τό ὁποῖο διοργάνωσε ἡ ἐνορία τοῦ ἀρχαίου Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (Ροτόντα).

Σεβαστοί Πατέρες ,
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Πρώτα ἀπ’ὅλα, θά θέλαμε νά ἐκφράσουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τήν Αὐτοῦ Μακαριότητα, τόν Μητροπολίτη Σόφιας καί Πατριάρχη Βουλγαρίας κ.κ. Νεόφυτο.

Δεύτερον, θά θέλαμε νά εὐχαριστήσουμε τήν Ὀργανωτική Ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου «Μελέτες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου» γιά τήν τιμή τῆς πρόσκλησής μας σ’αὐτό τό Συνέδριο.

Τέλος, θά θέλαμε νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Ἐπίσκοπός μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, παρέχει τήν εὐλογία του στό Συνέδριό μας καί εὔχεται σέ ὅλους μας τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τό θέμα, τό ὁποῖο θά ἀναπτύξουμε στήν ἀγάπη σας εἶναι «Πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ξεπέρασε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας».

Στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, κατά τόν 15ο αἰώνα, πρίν τήν ἄλωση τῆς Πόλεως τό 1453, διαμορφώθηκαν κυρίως δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Τό πρῶτο στρατόπεδο, αὐτό τῶν λατινοφρόνων καί παποφίλων, μέ ἡγέτη τόν ἀποστάτη καί λατινόφρονα Βησσαρίωνα Νικαίας, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐνσωματώθηκε πλήρως στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἔγινε Καρδινάλιος, πρότεινε τήν συμμαχία μέ τήν Δύση πρός ἀπόκρουση τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου, καί ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η’ Παλαιολόγο, πού ἀγωνιοῦσε γιά τήν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας, τόν ὁποῖο παρέσυρε στήν ταπεινωτική ὑπογραφή τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση.

Τό δεύτερο στρατόπεδο, αὐτό τῶν Ὀρθοδόξων, μέ ἡγέτη τόν ἅγιο Μᾶρκο Ἀρχιεπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ἀγωνίστηκε νά ἀποτρέψει τήν ψευδοένωση μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ καί ἐπηρέασε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ. Ἤθελε τό Ἔθνος νά διασώσει πρό παντός τήν πολιτιστική του ὀντότητα καί αὐτοσυνειδησία, γιατί γνώριζε τήν ἀναμφισβήτητη ἱστορική ἀλήθεια ὅτι τά ἔθνη χάνονται, ὄχι ὅταν χάσουν τήν κρατική τους ὀντότητα, ἀλλά ὅταν χάσουν τήν πολιτιστική τους ταυτότητα, τήν ψυχή τους. Ἐφ’ ὅσον ἡ ὁποιαδήποτε βοήθεια τῆς Δύσεως στίς διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τόν ἐκλατινισμό τῶν Ὀρθοδόξων, ἔπρεπε τό Ἔθνος νά στηριχθεῖ στίς δικές του δυνάμεις. Καί μολονότι προέβλεπαν ὡς ἀναπότρεπτη τήν ὑποταγή στούς ἀλλοθρήσκους, πίστευαν ὅτι θά δημιουργοῦνταν οἱ συνθῆκες τῆς ἀναβιώσεως καί τῆς παλιγγενεσίας.

Ὑπό τό πρόσχημα τῆς βοηθείας, οἱ Δυτικοί οὐσιαστικῶς θά κατακτοῦσαν καί πάλι τήν Κων/λη. Κατάκτηση καί ἡ μία, κατάκτηση καί ἡ ἄλλη. Στήν ὑπό τούς Τούρκους, ὅμως, κατάκτηση θά παρέμενε τό πλεονέκτημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τό ὅτι δηλ. τό Ἔθνος δέν θά πρόδιδε οἰκειοθελῶς τίς παραδόσεις του, δέν θά θυσίαζε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τό οὐσιαστικώτερο στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς του ταυτότητας. Ἐπιπλέον, ἡ μεγάλη πολιτιστική ὑπεροχή ἔναντι τῶν Τούρκων καί τό παντελῶς ἀνόμοιο τοῦ θρησκεύματος θά ἀποτελοῦσαν δυσμενεῖς παράγοντες γιά τόν πλήρη ἐξισλαμισμό, ἐνῶ ἀντίθετα μέ τούς Φράγκους ὁ ἐκλατινισμός θά ἦταν εὐκολώτερος.

Ἡ ψευδοένωση Φερράρας-Φλωρεντίας ἐπιβλήθηκε ἐκ τῶν ἄνω καί εἶχε πολιτικά κίνητρα, τελείως ξένα πρός τόν πνευματικό στόχο τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης καί τῆς ἀληθινῆς ἑνώσεως. Γι’ αὐτό καί ἀνατράπηκε ἐκ τῶν κάτω καί εἶναι πλέον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κ. Heussi, ἕνα ἁπλό χαρτί[1]. Οἱ Ὀρθόδοξοι, λόγῳ τῆς κατεπείγουσας καί ἀγωνιώδους ἀνάγκης νά λάβουν βοήθεια, ἀντί νά μεταβοῦν στή πόλη τῆς Βασιλείας καί νά στηρίξουν τήν ἐκεῖ ἀντιπαπική Σύνοδο, σύρθηκαν σέ μία λεγομένη «σύνοδο» ἀσυνήθους διαδικασίας καί διάρκειας, ὑποχώρησαν σ’ ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, καί προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀνεκτίμητη βοήθεια καί ἀναγνώριση, χωρίς νά λάβουν τά συμφωνηθέντα ἀνταλλάγματα.

Ἐνίσχυσαν, ἐν πρώτοις, μέ τήν συμμετοχή τους τό κῦρος τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα» Εὐγενίου τοῦ Δ’, τόν ὁποῖο ἡ μεταρρυθμιστική Σύνοδος τῆς Βασιλείας εἶχε καθαιρέσει, καί συνετέλεσαν ἔτσι στή διάλυση αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀλλά καί τῶν ἐλπίδων γιά ἐκδημοκρατισμό τῆς ἀπολυταρχικῆς μοναρχίας τοῦ αἱρεσιάρχη «Πάπα». Νομιμοποίησαν κατόπιν, μέ ἀπόφαση τῆς ψευδοσυνόδου, τίς ἐπιδιώξεις τῶν «Παπῶν», περί πρωτείου καί κυριαρχίας ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Κυρίως, ὅμως, προσέφεραν στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ τήν βάση, πάνω στήν ὁποία στηρίχθηκαν οἱ ἑπόμενες ψευδοσύνοδοι τοῦ Τριδέντου (1545-1563) καί τῆς Α’ Βατικανῆς (1870) γιά τήν δογματοποίηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ «Πάπα». Αὐτό, πού ἐπί αἰῶνες ἐπεδίωκε νά ἐπιτύχει ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ μέ συστηματική νόθευση κειμένων, τό προσέφεραν οἱ λατινόφρονες καί παπόφιλοι «Ὀρθόδοξοι» στήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας.

Αὐτή, λοιπόν, τήν προσφορά τῶν λατινοφρόνων πρός τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ ἀγωνίστηκαν καί πέτυχαν νά ἀκυρώσουν ὁ φύλακας τῆς πίστεως, Ὀρθόδοξος λαός τῆς Κων/λεως, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος[2]. 

1. Ἡ ὀργή τοῦ φύλακα τῆς πίστεως,Ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Κων/λεως

Στήν Κων/λη ὁ Ὀρθόδοξος λαός δέν εἶχε κάνει δεκτή τήν ψευδοένωση, γιατί ἤθελαν τήν καλή ἕνωση μέ τούς Παπικούς, ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως καί Ζωῆς[3]. Ἔτσι, τό πλῆθος ἦταν ἐνθουσιασμένο μέ τή σθεναρή στάση, πού κράτησε ὁ ἅγιος Μᾶρκος κατά τή διάρκεια τῆς ψευδοσυνόδου. Τόν ὑποδέχθηκε θριαμβευτικά, θεωρώντας τον πραγματικό ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἔβλεπε τόν ἅγιο Μᾶρκο ὡς τόν μοναδικό Ἱεράρχη, πού εἶχε τό θάρρος καί τήν ἱκανότητα νά ὑπερασπισθεῖ τήν ὀρθή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἐπιστροφή τῆς ὀρθόδοξης ἀντιπροσωπίας στήν Κων/λη ὑπῆρξε ἐρέθισμα γιά τή γενικότερη ἔκφραση τῆς δυσφορίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως. Τήν 1η-2-1440 ἀποβιβάζονταν στήν Κων/λη, ἐπανακάμπτοντας ἀπό τήν Φλωρεντία, οἱ λατινόφρονες Ἕλληνες Ἀρχιερεῖς, τούς ὁποίους, μέ ἔκδηλη ἀγωνία, ἀνέμεναν τά πλήθη τοῦ λαοῦ. Ὁ λαός τῆς Βασιλεύουσας γιά δύο ὁλόκληρα χρόνια δέν δοκίμαζε τόση ἀγωνία ἀπό τήν ἀπειλή τῶν Τούρκων, ὅση ἀπό τούς ἀόριστους φόβους του, μήπως στήν Φλωρεντία κινδυνεύσουν τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς πίστεως τῶν Πατέρων του. Ὁ λαός ζητοῦσε νά μάθει, ἄν στήν Φλωρεντία νίκησε ἡ Ὀρθοδοξία. Οἱ προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας, διαισθανόμενοι τήν ὀργή τοῦ λαοῦ, ἀπαντοῦσαν, μεταμελημένοι: «πουλήσαμε τήν πίστη μας ἀνταλλάξαμε τήν εὐσέβεια μέ τήν ἀσέβεια˙ προδίδοντας τήν καθαρή θυσία, γίναμε ἀζυμῖτες…»[4]. Σύμφωνα μέ τόν Δούκα, οἱ ἐφιάλτες τῆς Ὀρθοδοξίας, κατάμεστοι αἰσχύνης καί τρέμοντας τήν κατακραυγή τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, καταριόντουσαν τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία ὑπέγραψαν τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς Φλωρεντίας: «ἡ δεξιά αὐτή ὑπέγραψε, ἔλεγαν, νά κοπεῖ˙ ἡ γλώσσα ὡμολόγησε, νά ἐκριζωθεῖ»[5].

Ὀ λαός τῆς Κων/λεως ἀπό τήν πρώτη στιγμή συντάχθηκε μέ τό μέρος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἀνάγκασε τούς ἀργυρώνητους προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας νά χτυποῦν τά στήθη τους, ἐπιδεικνύοντας μεταμέλεια, ἐπειδή συνέπραξαν στήν τραγωδία τῆς Φλωρεντίας. Ἤδη ὁ λαός εἶχε ἀκούσει ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Μάρκου ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας θά ἀνατραπεῖ καί ἡ ψευδοένωση θά ἀκυρωθεῖ[6]. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης, φοβούμενος τήν ἐξέγερση τοῦ λαοῦ, δέν μίλησε ὑπέρ τοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας[7]. Ὁ λαός, στοιχώντας στίς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, οὔτε τόν Πατριάρχη οὔτε τόν Αὐτοκράτορα φοβόταν. Ὁ Σύλβεστρος Συρόπουλος γράφει ὅτι «οἱ πιστοί τῆς Κων/λης περισσότερο στηρίζονταν καί καταφρονοῦσαν τά γεγονότα στή Σύνοδο καί παρασιωποῦσαν καί τό μνημόσυνο τοῦ Βασιλιᾶ»[8]. Οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοί τῆς Κων/λεως ἀρνοῦνταν νά συλλειτουργήσουν μέ τούς λατινόφρονες. Στήν Κων/λη «οὔτε ὁ πάπας μνημονεύονταν, οὔτε ὁ ὅρος ἀναγνώσθηκε, οὔτε κάτι ἄλλο καινοτομήθηκε»[9].

Ἡ ἐξέγερση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ κατά τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φλωρεντίας ἦταν τέτοια, ὥστε σύντομα ἀναγκάστηκαν ὅλοι σχεδόν οἱ Ἕλληνες Ἐπίσκοποι, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση, ν’ ἀνακαλέσουν τήν ὑπογραφή τους μέ νεώτερη δήλωση[10]. Ἡ ἀντίδραση τοῦ λαοῦ τῆς Κων/λεως κατά τῶν λατινοφρόνων, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἐμφανιζόταν μεγαλύτερη καί περισσότερο ὀργανωμένη. «Οἱ λατινόφρονες ἀποφεύγονταν. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς ψευδοενώσεως βρίσκονταν ὅλο καί περισσότερο ἀπομονωμένοι. Στούς ναούς, πού λειτουργοῦσαν, δέν σύχναζαν πιστοί. Ἀκόμη καί αὐτοί, πού τούς ἐπισκέπτονταν ἀπό περιέργεια, οἱ φίλοι τους τούς ἀπέφευγαν»[11]. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός δέν ἤθελε νά ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς λατινόφρονες Ἐπισκόπους καί κληρικούς. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος σέ ἐπιστολή του ἀπό τήν Λῆμνο, ὅπου ἦταν ἐξόριστος, πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη στόν Εὔριπο περιγράφει αὐτήν τήν ἀντίδραση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ: «Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀδελφούς, παίρνοντας θάρρος ἀπό τήν ἐξορία μου, ἐλέγχουν τούς ἀλιτήριους καί παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν θεσμῶν, καί τούς δυσφημίζουν παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρίς νά ἀνέχονται οὔτε νά συλλειτουργοῦν μ’αὐτούς, οὔτε νά τούς μνημονεύουν ὡς Χριστιανούς»[12].

Ἀπό τήν ἀνωτέρω περιγραφή καταδεικνύεται ἡ στάση τοῦ λαοῦ καί ἡ συμβολή του στήν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ λαός, ὄχι μόνο γνώριζε τήν πίστη του, ἀλλά καί τήν στάση, πού ἔπρεπε νά κρατήσει, ὅταν αὐτή προδιδόταν. Καί ἡ στάση αὐτή ἧταν ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τους λατινόφρονες. 

2. Ἅγιος Μᾶρκος Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ ἄτλας τῆς Ὀρθοδοξίας

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅπως ὅλοι οἱ μετά τό σχίσμα ἅγιοι Πατέρες, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκμεταλλευόμενος τήν παντελῆ ἐξασθένηση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ὑποτάξει τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία θά τοῦ δινόταν ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀντάλλαγμα, προκειμένου νά βοηθήσει, ὅπως ἔλεγε, στρατιωτικά και οἰκονομικά τήν καταρρέουσα αὐτοκρατορία. Εἶναι γεγονός ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχε, κατ’ εὐδοκίαν Θεοῦ, σ’ αὐτήν τήν κρίσιμη γιά τήν Ὀρθοδοξία περίοδο ὁ ἅγιος Μᾶρκος, θά εἶχε φραγκέψει, ἐκλατινιστεῖ ὅλη ἡ Ἀνατολή καί ἡ ἀληθινή πίστη θά εἶχε ἐξαλειφθεῖ ἀπό τή γῆ.

Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος δέν ἀγωνίσθηκε μόνο κατά τή ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας, πρᾶγμα πού εἶναι σέ πολλούς γνωστό, ἀλλά ἀγωνίσθηκε καί μετά τήν ὑπογραφή τῆς συμφωνίας καί τήν ἐπάνοδο στήν Κων/λη. Αὐτοί μάλιστα οἱ τελευταῖοι ἀγῶνες του, οἱ ὁποῖοι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστοι, ἔχουν ἴσως μεγαλύτερη σημασία, διότι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι οἱ κατά τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ἀγῶνες του δέν τελεσφόρησαν, ἐφ’ ὅσον ὑπογράφτηκε τελικῶς ἡ ψευδοένωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, ἐνῶ οἱ μετά τήν ψευδοσύνοδο ἀγῶνες του εἶχαν πλήρη ἐπιτυχία, ἐπειδή ἔγιναν αἰτία νά ἐπανέλθει ἡ Ὀρθοδοξία καί νά καταδικασθεῖ συνοδικῶς ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Φλωρεντίας καί μαζί ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, ἀφοῦ ἐπέστρεψε ἀπό τήν Φλωρεντία, ἕνα καί μοναδικό σκοπό ἔθεσε. Ν’ ἀγωνιστεῖ καί ν’ ἀποδείξει παράνομη, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη καί ἄκυρη τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν ὅρο τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, πού ὑπογράφτηκε ἀπ’ὅλους. Τό καϊαφικό συνέδριο τῆς Φλωρεντίας ἔπρεπε μέ κάθε θυσία ν’ ἀποκηρυχθεῖ ἀπό ὅλο τό ὀρθόδοξο πλήρωμα. Ὁ γενναῖος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου ἔθεσε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας καί τόν «ἑνωτικό» ὅρο της στήν κρίση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τοῦ φύλακα τῆς Ὀρθοδοξίας ὀρθοδόξου λαοῦ.

Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μᾶρκος διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν τήν ψευδοένωση στήν Φλωρεντία καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν. Ἀρνήθηκε νά ἔλθει σέ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τόν νέο λατινόφρονα Πατριάρχη Κων/λεως Μητροφάνη καί τούς ὁμόφρονές του.

Ἀναφέρει ὁ ἴδιος: «ἐγώ, λοιπόν, ἀφοῦ χωρίστηκα ἀπ’αὐτούς (τούς λατινόφρονες), γιά νά εἶμαι ἑνωμένος μέ τούς ἁγίους πατέρες καί διδασκάλους, κάνω σέ ὅλους φανερή τήν γνώμη μου μέ τά γραφόμενά μου, ὥστε νά μπορεῖ ὁ καθένας, πού θέλει, νά κρίνει, ἄν ἔχαιρα γιά τά ὑγιῆ δόγματα ἤ ἄν δέχθηκα τήν γενομένη ἕνωση μέ διεστραμμένα δόγματα καί διδασκαλίες»[13].

Ὁ Σ. Συρόπουλος, ἀναφερόμενος στήν διαδικασία γιά τήν ἐκλογή τοῦ νέου Πατριάρχου, λέγει ὅτι ὁ ἅγιος Μάρκος δέν εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία οὔτε μέ τή Σύνοδο. «Ὁ βασιλιάς καί οἱ ἄρχοντες δέν ἔκαναν καθόλου λόγο γιά τόν Ἐφέσου, γιά νά παραστεῖ στήν ψηφοφορία, ἐπειδή τόν βρῆκαν νά εἶναι χωρισμένος ἀπό ὅλους, πού ἀποτελοῦσαν τήν Σύνοδο»[14].

Ἐκτός ἀπό τήν προσωπική του παύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς λατινόφρονες, ὁ ἅγιος Μᾶρκος παρότρυνε τόν κλῆρο καί τόν λαό οὔτε αὐτοί νά ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν αἱρεσιάρχη «Πάπα» καί τούς γραικολατίνους.

Λέγει ὁ ἴδιος : «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, κι ἐσεῖς, ἀδελφοί, τήν κοινωνία μέ τούς ἀκοινώνητους καί τή μνημόνευση τῶν ἀμνημονεύτων. Νά, ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός Μᾶρκος, σᾶς λέω ὅτι αὐτός, πού μνημονεύει τόν πάπα ὡς ὀρθόδοξο ἀρχιερέα, εἶναι ἔνοχος, ὥστε νά ἐκπληρώσει ὅλο τόν λατινισμό, καί νά φτάσει μέχρι τό σημεῖο νά κουρέψει ἀκόμη καί τά γένεια του. Ὁ λατινόφρων θά κριθεῖ μαζί μέ τούς Λατίνους καί θά λογισθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως»[15]. «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί, τούς εἰσηγητές καί ἐπιβεβαιωτές τῆς λατινικῆς καινοτομίας»[16]. «Νά τούς ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί (τούς λατινόφονες) καί τήν κοινωνία μ’αὐτούς. Γιατί αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι ἐργάτες, πού μετασχηματίζονται σέ ἀποστόλους Χριστοῦ». Καί καταλήγει : «Νά στέκεστε, κρατώντας τίς ἔγγραφες καί ἄγραφες παραδόσεις, πού παραλάβατε, γιά νά μήν συναρπαχθεῖτε ἀπό τήν πλάνη τῶν ἀθέσμων καί ἐκπέσετε ἀπό τόν ἐπιστηριγμό σας»[17].

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἔχει, θά λέγαμε, στό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κάτι τό μοναδικό, τό ὁποῖο, ἀφ’ ἑνός μέν θά εἶναι μεγίστη ἀπώλεια, ἄν δέν σημειωθεῖ, ἀφ’ ἑτέρου δέ δεικνύει τήν βεβαιότητα καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε, ἀπομακρυνόμενος ἀπό τούς φορεῖς τῆς αἱρέσεως. Αὐτό τό μοναδικό εἶναι ὅτι ἤθελε νά διατηρήσει τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ὄχι μόνο ἐν ὅσῳ ζοῦσε, ἀλλά καί μετά θάνατον.

Ὅταν, λοιπόν, πλησίασε τό τέλος τοῦ ἁγίου Μάρκου καί βρίσκονταν πλησίον του οἱ Ὀρθόδοξοι συναγωνιστές του, καθώς ἐπίσης καί πολλοί ἄλλοι ἐπίσημοι καί μή, ἄφησε τίς τελευταῖες ὁδηγίες, οἱ ὁποῖες μιλοῦν γιά τήν μετά θάνατον διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας του. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἕνα ὁμολογιακό κειμήλιο, τό ὁποῖο καί μόνο του χαρακτηρίζει τόν ἅγιο. Δείχνει ὅτι, ἐνῶ βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχει νεανικό παλμό καί δύναμη. Δείχνει τό πόσο εἶχε κατανοήσει ὁ ἅγιος τήν ἀξία τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε σ’αὐτήν, καί ἐπιπλέον ὅτι, ἀναχωρῶντας ὁ ἴδιος ἀπό τήν παροῦσα ζωή, εἶχε τήν καθαρή καί ἀνόθευτη πίστη ὡς τό μεγαλύτερο ἐφόδιο πρός συνάντηση τοῦ Κυρίου. Εἶχε τήν συναίσθηση ὅτι, ὡς διακόψας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἀπό’ δῶ, θά συναντοῦσε τούς διακόψαντας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἁγίους, τούς διωγμένους γιά τήν πίστη, τούς μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί ὅλους ὅσους ἀγάπησαν τήν καθαρότητα καί ἀκεραιότητα τῆς πίστεως καί ὅσους ἔπαθαν γι’αὐτήν. Μέ ὅλους αὐτούς εἶχε ταυτισθεῖ στήν παροῦσα ζωή καί γι’αὐτό καί μετά θάνατον ἤθελε νά γνωρίζουν ὅτι παραμένει σ’αὐτή τήν πίστη.

Τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας εἶναι τά ἑξῆς: Μέ ὅλους ὅσους εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία γιά τά θέματα τῆς πίστεως, δέν ἤθελε οὔτε στήν κηδεία του οὔτε στό μνημόσυνό του νά παρευρεθοῦν, οὔτε πολύ περισσότερο νά φορέσουν ἄμφια, τάχα γιά νά τόν τιμήσουν, ὁ Πατριάρχης δηλ. καί οἱ Ἀρχιερεῖς του. Δέν ἤθελε νά νομισθεῖ ἀπό τούς πολλούς, ἔστω καί ὡς ὑπόνοια, ὅτι κρυφά εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Δέν ἐπιθυμοῦσε μέ τούς λατινόφρονες, Πατριάρχη καί Ἀρχιερεῖς, καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία, οὔτε καί μετά θάνατον. Δήλωνε ὅτι ἧταν πεπεισμένος ὅτι, ὅσο ἀπομακρυνόταν ἀπ’ αὐτούς ἐκκλησιαστικά, τόσο προσέγγιζε τόν Θεό, ἑνωνόταν μέ τήν ἀλήθεια καί τούς ἁγίους. Ὅσο ἀπεναντίας πλησίαζε αὐτούς, τόσο ἀπομακρυνόταν ἀπό τόν Θεό καί τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἤθελε, ἀναφέρει τελειώνοντας, καμμία κοινωνία ἐκκλησιαστική, γιά να μήν ἀναμιχθοῦν στήν πίστη τά ἄμικτα[18].

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀσφάλισε τούς πιστούς ἀπό τόν κίνδυνο τοῦ ἐκλατινισμοῦ καί διήγειρε κάθε ὀρθόδοξη συνείδηση ἐναντίον τῆς παπικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία μηχανευόταν τά παντα, γιά νά ὑποδουλώσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι συμμορφώνονταν πρός τά σαλπίσματα τοῦ ἀρχηγοῦ, ἁγίου Μάρκου, καί δέν συλλειτουργοῦσαν μέ τούς λατινόφρονες, δέν ἐπικοινωνοῦσαν μ’ αὐτούς, καί δέν μνημόνευαν τούς ψευδεπισκόπους, πού ὑπέγραψαν τήν ψευδῆ ἕνωση τῆς Φλωρεντίας. 

συνεχιζεται στο 2ο μέρος

Παραπομπές (του συγκεκριμένου 1ου μέρους)

[1] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σ. 280.
[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ἡ ἅλωση τῆς Πόλης κατά τόν Γεννάδιο Σχολάριο», Θεοδρομία Η2 (Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 2006) 219-239.
[3] Β. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, «Φερράρας-Φλωρεντίας σύνοδος», ΘΗΕ, τ. 11ος, στ. 1020.
[4] ΔΟΥΚΑΣ, Historia Byzantina, ἐκδ. Bekker, Βόννη 1834, σ. 216.
[5] Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σ. 276.
[6] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097C.
[7] Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σσ. 524-525.
[8] ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Vera historia Unionis non verae inter Graecos et Latinos, sive concilii Florentini exactissima narratio, graece scripta per Sylvestrum Sguropulum, ἐκδ. Rob. Greyghton, Hagae 1660, ΧΙΙ, κεφ. Β΄, σ. 332.
[9] Ὅ. π. σσ. 331-332.
[10] ΓΕΝΑΔΙΟΣ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ, Κατά τῆς προσθήκης…, P.G. 160, 723D.
[11] JOSEPH GILL, Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας, μετ. Καλοῦ Τύπου, Ἀθῆναι 1962, σσ. 405, 407.
[12] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097AB.
[13] «Ἔκθεση τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, μέ ποιό τρόπο δέχθηκε τό ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης καί δήλωση τῆς Συνόδου, πού ἔγινε στήν Φλωρεντία», Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σσ. 304-308.
[14] Σ. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά ἀπομνημονεύματα ΧΙΙ, σ. 548.
[15] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100A.
[16] ΣΠΥΡΙΔΩΝ Π. ΛΑΜΠΡΟΥ, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τ. Α΄, σ. 26
[17] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1960, σ. 429.
[18] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΦΕΣΟΥ, Ἀπολογία, P.G. 160, 536CD.

πηγή

Πῶς ἡ Ὀρθοδοξία ξεπέρασε τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (μέρος 2ο)

 

συνέχεια από το 1ο μέρος

3. Γεννάδιος Σχολάριος. Ὁ πρῶτος Πατριάρχης Κων/λεως μετά τήν Ἅλωση

Στό πλευρό τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στάθηκε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, ὄχι ὡς ἕνας ἁπλός ὀπαδός ἤ σημαντικό μέλος. Εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα του. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος τόν ἐπέλεξε ἐπισήμως, λίγο πρίν πεθάνει, ὡς συνεχιστή τῶν ἀγώνων του. Πίστευε μάλιστα καί δικαιώθηκε ὅτι ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος θά διεξήγαγε ἐπιτυχέστερα τόν ἀγώνα, λόγῳ τῶν πολλῶν καί ἀναμφισβητήτων προσόντων του, τῆς μεγάλης πολιτικῆς καί διοικητικῆς ἐμπειρίας καί τῆς δυνατότητας νά ἐπηρεάζει τόν αὐτοκράτορα, ὡς ἀνώτατος κρατικός ἀξιωματοῦχος καί σύμβουλος. Ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μέ τούς σθεναρούς καί ἐπίμονους ἀγῶνες του κατέστησε στήν πράξη ἀνεφάρμοστο τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, ἐπηρεάζοντας τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Παλαιολόγο καί ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι, ἐκτός ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, πού ἄντεξε στούς ἐξευτελισμούς καί στίς πιέσεις καί δέν ὑπέγραψε τόν «ἑνωτικό» ὅρο τῆς ψευδοσυνόδου, τρία ἀκόμη πρόσωπα ἔφυγαν κρυφά, λίγο πρίν ἀπό τήν ὑπογραφή, γιά νά μή δεχθοῦν πιέσεις. Ὁ ἀδελφός τοῦ αὐτοκράτορα, δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ὁ γνωστός φιλόσοφος τοῦ Μυστρᾶ Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός καί ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος καί ὁρισμένοι ἄλλοι.
Θά περίμενε κανείς ὅτι, μετά τήν ἐπιστροφή τῆς ἀντιπροσωπείας στήν Κων/λη, ὁ Γεννάδιος θά ἔπεφτε στή δυσμένεια τοῦ βασιλέως καί θά ἔχανε τά ὑψηλά διοικητικά ἀξιώματα, πού κατεῖχε, ὡς καθολικός σεκρετάριος τοῦ βασιλέως, γενικός γραμματέας δηλ. τῶν ἀνακτορικῶν ὑπηρεσιῶν, καί καθολικός κριτής τῶν Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλ., κάτι σάν πρόεδρος του Ἀρείου Πάγου ἤ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Συνέβη, ὅμως, τό ἀντίθετο. Κράτησε ἀκόμη καί τήν θέση του ὡς ἐπισήμου ὁμιλητῆ κάθε Παρασκευή σέ αἴθουσα τῶν ἀνακτόρων, ἐπί θεολογικῶν καί ἠθικῶν θεμάτων, μέ τήν παρουσία τοῦ βασιλιᾶ καί τῆς συγκλήτου.

Ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς εὐνοϊκῆς ὑπέρ τῶν Ὀρθοδόξων στάσεως τοῦ αὐτοκράτορα ἧταν ὅτι ἐπέτρεψε στόν Σχολάριο νά ἀντιπαραταχθεῖ ἐλευθέρως πρός τόν ἀπεσταλμένο τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» θεολόγο, λεγόμενο «ἐπίσκοπο» Κορτώνης Βαρθολομαῖο Lapacci, κατά τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν κατ’ἄλλους μέν τό 1444, κατ’ἄλλους δέ τό 1445[19]. Κατά τίς συζητήσεις αὐτές ἐπιδίωξη τῶν αἱρετικῶν παπικῶν ἦταν ἡ ἀνανέωση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Γι’ αὐτό παρίσταντο ὁ καρδινάλιος καί ἀνηψιός τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» Francesco Condulmer καί πολλοί ἀπό τους λατινόφρονες. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου ἦταν συντριπτική. Ὁ ἐπίσημος θεολόγος τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα» ὑπέστη δεινή ἧττα καί κανείς ἀπό τούς παρισταμένους δέν τόλμησε νά τείνει χεῖρα βοηθείας πρός τόν λεγόμενο «ἐπίσκοπο», πού δεχόταν ἰσχυρά χτυπήματα. Συντετριμμένος ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ Γενναδίου ὁ Ἰσίδωρος Ρωσίας, καρδινάλιος πλέον, ἐπιδόθηκε σέ πολυχρόνια προσπάθεια συλλογῆς ὑλικοῦ ἀπό τά πρακτικά τῶν συνόδων, γιά νά ἀντιμετωπίσει τόν Γεννάδιο, χωρίς ὅμως νά τό ἀποτολμήσει, ὅταν κατά τό 1452 ἔγινε νέα ἀπόπειρα ἀνανεώσεως τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου.

Τό ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ δέν ἧταν ἁπλῶς μία θεαματική νίκη στόν θεολογικό διάλογο μέ προσωρινές ἐντυπώσεις. Ἧταν οὐσιαστικῶς διόρθωση καί ἀνάκληση τοῦ «ἑνωτικοῦ» ὅρου τῆς Φλωρεντίας. Μετά τίς συζητήσεις συνετάγη τόμος, ὁ ὁποῖος ὑπογράφτηκε ἀπό τό μεγαλύτερο μέρος ὅσων ὑπέγραψαν τόν ὅρο τῆς Φλωρεντίας, τόν ὁποῖο γιά δεύτερη φορά ἀποκήρυτταν, μετά τήν πρώτη ἀποκήρυξη ἀμέσως μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Ἰταλία. Ἡ σκέψη περί ὑπογραφῆς νέου λιβέλλου πίστεως ἀνήκει στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος θέλησε, μ’αὐτή του τήν ἐνέργεια, ν’ ἀπορρίψει ἀπό τήν συνείδησή του τό βάρος τῶν ταπεινωτικῶν συνθηκῶν τῆς Φλωρεντίας[20].

Ἡ ἔκβαση τῶν συζητήσεων τοῦ Ξυλαλᾶ, ἀλλά καί ἡ σαφῶς φιλορθόδοξη στάση τοῦ αὐτοκράτορα, παρά τήν προσποίηση τοῦ λατινισμοῦ, ἀποτελοῦν δικαίωση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου νά διατηρήσει τίς θέσεις του καί νά ἐπηρεάζει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τίς ἀποφάσεις τοῦ βασιλιᾶ.

Μέ τίς συζητήσεις στό παλάτι τοῦ Ξυλαλᾶ ἄρχισε ὁ Γεννάδιος Σχολάριος τό νέο ρόλο του ὡς ἡγέτη τῶν Ὀρθοδόξων. Ἐγκατέλειψε πλέον τήν σιωπή καί τήν ἀπόκρυψη πίσω ἀπό τήν σκιά τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ἐμφανῶς κατῆλθε στόν ἀνοικτό στίβο, ἀναγνωρισμένος ἀπ’ ὅλους ἡγέτης, ὄχι μόνο λόγῳ τῆς ὑποδείξεώς του ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, ἀλλά καί λόγῳ τῶν ἀναμφισβήτητων προσόντων καί τῆς στερεᾶς καί ἀκλόνητης εὐσέβειας, ἡ ὁποία τόν κατέστησε ἀληθῆ διάδοχο τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἀπό τό 1445 μέχρι τήν πτώση τῆς Πόλεως τό 1453, κάτω ἀπό δύο αὐτοκράτορες, τόν Ἰωάννη Παλαιολόγο, μέχρι τό 1448, καί τόν Κων/νο Παλαιολόγο, ἀπό τό 1449 μέχρι τό 1453, καί κάτω ἀπό δύο καταστάσεις βίου, τοῦ λαϊκοῦ, μέχρι τό 1450, καί τοῦ μοναχοῦ, ἀπό’κεῖ κι ἔπειτα, ἀγωνίστηκε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, γιά νά ἐπιτευχθοῦν δύο στόχοι. Ν’ ἀνατραπεῖ ἀφ’ ἑνός ἡ ἐφαρμογή τοῦ ταπεινωτικοῦ ὅρου τῆς Φλωρεντίας καί νά πεισθοῦν ἀφ’ ἑτέρου ἄρχοντες καί λαός ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Πόλεως εἶναι περισσότερο ἐξασφαλισμένη, ἐάν στηριχθοῦν στίς δικές τους δυνάμεις καί ὀργανώσουν τήν ἄμυνα καί ὀχύρωση τῆς Πόλεως μέ τά δικά τους οἰκονομικά μέσα, ὅσες θυσίες κι ἄν ἀπαιτήσει αὐτό, παρά ἀναμένοντας τήν ἀμφίβολη βοήθεια τοῦ αἱρεσιάρχου «Πάπα», μέ τό ἀντάλλαγμα τῆς προδοσίας τῆς πίστεως[21]. 

4. Ἡ Συνοδική καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας

Οἱ ἐκτεθέντες ἀγῶνες τοῦ Ὀρθοδόξου κλήρου καί λαοῦ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου ἔφεραν τό ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ πανορθόδοξη συνοδική ἐξέγερση ἀποκήρυξε καί κατέκρινε τόν «ἑνωτικό» ὅρο καί τήν λεγομένη «σύνοδο» τῆς Φλωρεντίας ὡς «ληστρική, ἐναγῆ, μιαρά, ἄθεσμη, ψευδοσύνοδο κ.τ.ὅ.»[22]. Αὐτό ἔγινε μέ τήν Σύνοδο τῆς Μόσχας τοῦ 1441[23], τήν Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 1443[24], τήν Ἀπολογία τοῦ Κλήρου τῆς Κων/λεως πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ τόν Παλαιολόγο τό 1443[25], τίς Ἐκκλησίες Μολδοβλαχίας, Σερβίας καί Ἰβηρίας, οἱ ὁποῖες μέ εἰδικές πράξεις, κατεδίκασαν τήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας[26], τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1450[27], τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1484[28], τήν ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Κων/λεως Ἱερεμία, Ἀντιοχείας Ἀθανασίου καί Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου, πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους (1716-1725), μέ τήν ὁποία ἀπορρίπτεται ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος, χαρακτηριζομένη ὡς «καϊαφικόν συνέδριον, ὡς ληστρικόν τε καί βίαιον κ.τ.λ.»[29], καί τέλος τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1727[30]. 

Ἐπίλογος – Προτάσεις

Σεβαστοί Πατέρες ,

Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Δέν θά ἦταν καθόλου τολμηρό καί ὑπερβολικό νά ὑποστηρίξουμε ὅτι στις ἡμέρες μας ζοῦμε μία ἀναβίωση τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, πού συνεκλήθη στά τέλη τοῦ Ἰουνίου 2016, εἶναι μία νέα Φερράρα-Φλωρεντία. Δέν εἶναι οὔτε ἁγία, οὔτε μεγάλη, οὔτε σύνοδος. Εἶναι μία ληστρική, Φλωρεντινή, αἱρετική, οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδος.

Γι’ αὐτό μέ βάση τά ὅσα ἀναπτύξαμε θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀδήριτη ἡ ἀνάγκη οἱ Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καί μάλιστα ὅσες δέν ἔλαβαν μέρος σ’αὐτήν, ἀλλά καί μία νέα Πανορθόδοξη Σύνοδος α) νά καταδικάσουν τήν λεγομένη «σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς ληστρική, αἱρετική καί οἰκουμενιστική σύνοδο, β) νά ἀπορρίψουν τά κείμενά της ὡς αἱρετικά, ἰδιαίτερα τό κείμενο γιά τίς σχέσεις μέ τούς ἑτεροδόξους, γ) νά καταδικάσουν τούς διοργανωτές, τούς πρωταγωνιστές, τούς συμμετέχοντες σ’αὐτήν, τούς ὑπογράψαντας καί ἀποδεχομένους τά αἱρετικά κείμενά της, δ) νά καταδικάσουν τόν διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό συγκρητιστικό Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση, ε) νά ἀποφασίσουν τήν ἀποχώρηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, στ) νά τερματίσουν κάθε κοινή ἐμφάνιση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς ἀλλοθρήσκους καί αἱρετικούς, καί ζ) νά ἀποχωρήσουν ἀπό τόν ἄγονο διάλογο τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς.

Σεβαστοί Πατέρες ,

Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Εἴθε ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός νά μᾶς ἀξιώσει νά ζήσουμε τήν Πανορθόδοξη Συνοδική καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, δι’εὐχῶν Σας.
Σᾶς εὐχαριστῶ! 

Παραπομπές (του συγκεκριμένου 2ου μέρους)

[19] Περί τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων βλ. O. KRESTEN, Eine Sammlung von Konzilsakten aus dem Besitze des Kardinals Isidoros von Kiev, Wien 1976, σ. 31 ἑξ.
[20] ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, Ἄπαντα τά εὑρισκόμενα, ἐκδ. L. PETIT – X. SIDERIDES – M. JUGIE, Oeuvres Completes de Georges Scholarios, τ. ΙΙΙ 99-100, Paris 1928-1936.
[21] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, ἔκδ. Β΄ Πατριαρχικό Ἴδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσ/κη 1988, σσ. 157, 158, 160, 161.
[22] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, Ἀθῆναι 1952, σσ. 28-29
[23] A. PICHLER, Geschichte der kirchlichen Trennung zwischen dem Orient und Occident, Mϋnchen 1865, τ. ΙΙ, σ. 52 ἑξ. ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Β΄, Ἀθήνα 1994, σσ. 625-626.
[24] Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Κατάλογος τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1892, σσ. 25-28. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, ἐν Ἱεροσολύμοις καί Ἀλεξανδρείᾳ, 1910, σσ. 439-442. Κ. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκδ. ΣΤ΄, τ. Ε΄, Ἀθῆναι 1932, σσ. 277-278. Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔκδ. Β΄, Ἀθῆναι 1959, σ. 395. Π. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Σχέσεις Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, Ἀθῆναι 1958, σ. 525. ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σ. 625. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός. Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, τ. Β ΄, ἔκδ. Β΄ Ὀρθόδοξος Τύπος καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 79.
[25] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Ἀντίρρησις περί τῆς Ἀρχῆς τοῦ Πάπα, Ἰάσιο 1682, σ. 233 ἑξ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ, Δοκίμιο ἱστορικό περί τοῦ σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς κλπ., Ἀθῆναι 1896, σ. 218 ἑξ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος καταλλαγῆς, Ἰάσιο 1692, σσ. 422-431.
[26] ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 80.
[27] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 457 ἑξ. ΧΡ.ΠΑΠΑÏΩΑΝΝΟΥ, «Τά πρακτικά τῆς οὕτω λεγομένης ὑστάτης ἐν ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου (1450) καί ἡ ἱστορική ἀξία αὐτῶν», Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια 16 (1896/7) 117. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Μελέτη Ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος, τ. Β΄, Ἀθῆναι 1912, σ. 257. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, ὅ. π.
[28] ΝΑΘΑΝΑΗΛ ΧΥΧΑΣ, Ἐγχειρίδιο περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα, ἐκδ. Ἀ. Δημητρακόπουλος, Λειψία 1869, σ. θ΄ – ιγ΄. A. PICHLER, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 397. Ε. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ, Ἐκκλησιαστικά σύλλεκτα, Σάμος 1891, σσ. 26-29. ΧΡ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πρῶται σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Λατίνων μετά τήν ἄλωσιν τῆς Κων/λεως, Ἱερουσαλήμ 1908, σ. 25 ἑξ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ – Μ. ΠΟΤΛΗΣ, Σύνταγμα τῶν θείων καί Ἱερῶν κανόνων, Ἀθῆναι 1852/9, V1 143-147. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά συμβολικά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, σ. 25 ἑξ.
[29] MCC 37, 4435. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., τ. 2, Ἀθῆναι 1953, σ. 788-820. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Κείμενα δογματικῆς καί συμβολικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2000, σσ. 384-431.
[30] J. MANSI, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio. Florentie et Venetiis 1757/98, Parisiis 1899/1927, 37, 895. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σσ. 489-501.

πηγή

Μνήμη του οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς (14 Ιουνίου)

agios-ioustinos-popovits-452-250x348

Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του οσίου Ιουστίνου (Πόποβιτς) του Σέρβου, του οποίου η διακήρυξη της αγιότητός του έγινε τον Απρίλιο του 2010.

Ο Όσιος Ιουστίνος γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του 1894, στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγγελος με το επώνυμο Πόποβιτς δηλ. Παπαδόπουλος.

Από μικρό παιδί, συχνά επισκεπτόταν με τους γονείς του τον Άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μάτια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια. Με ευλάβεια μελετούσε το Ιερό Ευαγγέλιο, καθώς και Συναξάρια Αγίων και ακολούθως τα κείμενα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Αναδείχθηκε σε μεγάλο ελληνομαθή θεολόγο. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις».

Από την φύση του φιλόσοφος ο Όσιος Ιουστίνος και διψασμένος για τη γνώση, εγγράφεται στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι.

Αφού συμπλήρωσε τις σπουδές του στα 1914, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύτηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την πορεία του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας προς την Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και έλαβε το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πήρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Αργότερα, μετέβη στην Αθήνα για ευρύτερες σπουδές. Λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα στην Πατρολογία στα 1926, με θέμα «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο».

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες Μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, όπου συμπαραστάθηκε στον σερβικό λαό.

Με την εγκαθίδρυση της νέας ηγεσίας στην Γιουγκοσλαβία το 1945, ο πατήρ Ιουστίνος εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στη νότια Σερβία και φυλακίστηκε.

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στη μικρή γυναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο.

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς κοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού, ενώ η μνήμη του τιμάται πανηγυρικά στις 14 Ιουνίου. Κατέλειπε μεγάλη οσιακή κα θεολογική εμπειρία για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό ως Πατέρα και Διδάσκαλος της Εκκλησίας.

Του Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου

Εκκλησία Κύπρουchurchofcyprus

Επιστολή απάντηση του Πειραιώς Σεραφείμ προς τον Αργολίδος Νεκτάριο Αποτέλεσμα εικόνας για Πειραιώς Σεραφείμ

 

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 13ῃ Ἰουνίου 2017
Πρὸς τὸν
Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Ἀργολίδος
κ. Νεκτάριον
ΝΑΥΠΛΙΟ
Σεβασμιώτατε Ἅγιε Ἀργολίδος,
Ἔλαβα τὴν ἀπὸ 24/5/2017 ἐπιστολή Σας, τὴν ὁποία μελέτησα μὲ προσοχὴ γιὰ νὰ μπορέσω νὰ καταλάβω ἄν εἶναι ἐλεγκτικὴ, ἄν εἶναι συμβουλευτικὴ ἤ ἄν εἶναι ὑβριστικὴ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω τὸ χαρακτήρα της.
Ἐπίσης δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω τὰ κίνητρα τῆς ἀποστολῆς της, δηλαδή εἶστε προϊστάμενός μου καὶ δὲν τὸ γνωρίζω παρότι εἶμαι πολύ ἀρχαιότερος στήν Ἀρχιερωσύνη ἀπό Ἐσᾶς; Ἔχετε ἐπίσημη ἐξουσιοδότηση ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, τὴν κοινὴ προϊσταμένη μας Ἀρχή, γιὰ νὰ μὲ ἐλέγξετε;

Γνωστοποιήσατε στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τὴν πρόθεσή Σας νὰ μοῦ ἀποστείλετε τὴ συγκεκριμένη ἐπιστολή; Ἔχετε ἐπωμισθεῖ τὴν εὐθύνη τῆς καθοδήγησής μου; Ἔχετε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ἐπισκοπική Σας ἰδιότητα Σᾶς νομιμοποιεῖ νὰ «πατρονάρετε» τοὺς «ἄτακτους» συνεπισκόπους Σας; Ποιὸς Σᾶς ἐξουσιοδοτεῖ νὰ μοῦ ἀπευθύνετε ἀνάλογο λόγο μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς Σας καί μάλιστα νά τό δημοσιοποιεῖτε μέ τήν ὑποκριτικότατη ὑποσημείωση: «Τήν ἐπιστολή αὐτή δέν τήν δημοσιοποιῶ στά ΜΜΕ καί στά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης παρά μόνο στούς συνεπισκόπους μας. Ἄν κυκλοφορήσει εὐρύτερα δέν θά εἶναι ἀπό μένα»; Ποιὸς εἶναι ὁ συνεπίσκοπός μας, ποὺ εἶπε σὲ Σᾶς καὶ δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὸ πεῖ σὲ μένα, ὅτι «δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ νὰ φυλαχτοῦμε καὶ μετὰ πῶς νὰ τὰ μαζέψουμε καὶ πῶς νὰ ἀπολογηθοῦμε»; Γιὰ ποιὸ πράγμα πασχίζουν νὰ προφυλαχτοῦν ἀπὸ μένα καὶ νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ μένα; Δὲν εἴχατε τὴν ὑποχρέωση νὰ εἶστε πιὸ σαφής;
Περὶ τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς Σας μέ μία δήλωση πού ὄζει φασισμό μοῦ ἀπαγορεύετε τήν ἀπάντηση στό δεινό κατηγορητήριό Σας καί ὑπερβαίνετε καί αὐτόν τόν δίκαιο Κριτή τῆς παραβολῆς τῆς Κρίσεως, πού ἐπιτρέπει στούς ἐξ εὐωνύμων νά ἀπολογηθοῦν «Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;» (Ματθ. 25, 44) καί μετά ταῦτα αἰτιολογεῖ τήν ἔκδοσι τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως Του: «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε». (Ματθ. 25, 45). Αὐτοαναγορευτήκατε σέ εἰσαγγελέα, ἀνακριτή, δικαστικό συμβούλιο, δικαστήριο χωρίς ἔνδικα μέσα καί ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα. Καί ὅλα αὐτά τά ἀποκαλεῖτε «λογομαχία». Εἰλικρινὰ παραξενεύομαι νὰ τὸ πιστέψω ὅτι Σᾶς ἀρέσει νὰ «ρίχνετε τὶς ρουκέτες» χωρὶς ἀντίλογο, χωρὶς διευκρινήσεις! Εἶστε σίγουρος ὅτι τὰ γράψατε ὅλα καλὰ καὶ δὲν χρήζουν διευκρινήσεων; Ἐγὼ ὅμως ἔχω ἄλλη ἄποψη καὶ τακτική, πιστεύω στὸν εἰλικρινῆ διάλογο καὶ τὸ ἔχω ἀποδείξει περίτρανα. Γι’ αὐτὸ συνέταξα αὐτὴ ἐδῶ τὴν ἀπαντητική μου ἐπιστολή, ὄχι βέβαια νὰ ἀπολογηθῶ σέ Ἐσᾶς, ἀλλὰ νὰ ἀποδείξω στούς ἀδελφούς μου στούς ὁποίους κοινοποιήσατε τό κείμενό Σας ὅτι μὲ ἀδικήσατε κατάφωρα. Ἤδη ἔχει δημοσιοποιηθεῖ ἡ «προσωπικὴ» ἐπιστολή Σας, σταλμένη σὲ 81 ἀντίγραφα σὲ ὅλες τὶς Ἱερὲς Μητροπόλεις τῆς Ἑλλάδος, καί κατά συνέπεια χρειάζεται νὰ δημοσιοποιήσω καὶ ἐγὼ τὶς ἐπ’ αὐτῆς διευκρινήσεις μου. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα;
Ἀρχίζετε τὸ «σφυροκόπημά» μου μὲ παλαιότερη ἀνακοίνωση τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας ( 29/1/2015 )γιὰ τὸ πρόσωπό Σας. Πρόκειται γιὰ συμμετοχή Σας σὲ παπικὴ ἐκδήλωση παρουσίασης τοῦ βιβλίου «Γιά μιά Ἐκκλησία φτωχή τῶν φτωχῶν» τοῦ αἱρεσιάρχη καταληψία τοῦ σεβάσμιου Πατριαρχείου τῆς Δύσεως «πάπα» Φραγκίσκου, στὴν ὁποία ὑπήρξατε συμπαρουσιαστὴς στό Ἰνστιτοῦτο Ἀνθρωπιστικῶν Ἐπιστημῶν ὄργανο τοῦ ἐν Ἀθήναις Παπικοῦ Τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν μαζί μέ τόν Ἰησουΐτη κ. Θεόδωρο Κοντίδη καί τόν συγγραφέα κ. Σταῦρο Ζουμπουλάκη πού ζητεῖ, ἄμοιρος νομικῆς γνώσεως, τήν ἀποποινικοποίηση τῆς κακόβουλης βλασφημίας τῶν θείων καὶ συστήσατε τὸ βιβλίο στοὺς ὀρθοδόξους γιὰ ἀνάγνωση. Ἡ ἀνακοίνωση τοῦ Γραφείου ἔγινε ὅταν «πῆραν φωτιὰ» τὰ ΜΜΕ καὶ πιστοί της μητροπολιτικῆς μας περιφέρειας ζητοῦσαν πληροφορίες γιὰ νὰ διαβάσουν ἢ ὄχι τὸ βιβλίο τοῦ αἱρεσιάρχη. Τό Γραφεῖο μας θεώρησε χρέος του νὰ τὸ κάνει, νὰ διαφωτίσει τοὺς πιστούς τῆς μητροπολιτικῆς μας περιφέρειας. Γράφετε στὴν ἐπιστολή σας ὅτι δεχτήκατε «ἕναν ὀχετὸ ὕβρεων καὶ κατηγοριῶν». Ρωτᾶμε: εἶστε σίγουρος ὅτι δεχτήκατε ὕβρεις καὶ κατηγορίες; Μπορεῖτε νά τίς προσδιορίσετε; Τό γεγονός αὐταποδείκτως συνέβη καί ἑπομένως δέν Σᾶς συκοφάντησε κανείς, διαδίδων ἀναληθῆ γεγονότα. Προϊστάμενος τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας εἶμαι ἐγὼ καὶ τόσο ἡ ἀνάθεση τῶν κειμένων, ὅσο καὶ ἡ ἔγκριση ἀνήκει σὲ μένα. Τὸ προσωπικό τοῦ Γραφείου εἶναι στελεχωμένο ἀπὸ καταξιωμένους ἐπιστήμονες, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, τοὺς ὁποίους πέρα ἀπὸ τὴν ἄρτια θεολογική, φιλολογική, νομικὴ καὶ ἱστορικὴ κατάρτιση, τοὺς διακρίνει πνεῦμα εὐγένειας, δεοντολογίας καὶ ἀκρίβειας. Κανένας ὡς τώρα δὲν τοὺς καταλόγισε παραβατικὴ συμπεριφορά. Διαβάστε καλλίτερα καὶ μὲ μεγαλύτερη προσοχὴ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Γραφείου μας καὶ θὰ καταλάβετε τὸ λάθος Σας. Ἀναφέρατε ὡς ὀφείλατε ὡς Ὀρθόδοξος Ἱεράρχης στήν παρουσίαση ὅτι ὁ συγγραφεύς εἶναι ἐμμονικά αἱρεσιάρχης καί ἡ θρησκευτική του κοινωνία εἶναι ἁπλῶς μία παρασυναγωγή; Ἑπομένως γιατί διαμαρτύρεσθε;
Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς Σας γράφετε τὰ ἑξῆς ἀπίστευτα καὶ ἀπαξιωτικά γιὰ τὸ Γραφεῖο ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, (μὲ σχετικὴ ἀσυνταξία): «… γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι τὸ γραφεῖο αἱρέσεων (σ.σ. τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας), ποὺ μοναδικὸ σκοπὸ ἔχει νὰ διαφωτίζει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς αἱρέσεις, ἀλλὰ κρίνει καὶ κατακρίνει τοὺς πάντες … ὅλοι αὐτοὶ θὰ τρίβουν τὰ χέρια τους καὶ θὰ ἀκονίζουν τὰ ξίφη τους γιὰ νὰ πολεμήσουν τὸν «αἱρετικὸ» καὶ «φιλοοικουμενιστὴ» Ἀργολίδος». Ἂν αὐτὴ τὴν εἰκόνα ἔχετε γιὰ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολή μας καὶ τοὺς συνεργάτες μου, λυποῦμαι βαθύτατα! Δὲ νομίζετε ὅτι αὐτά εἶναι ἀναπόδεικτες ὕβρεις καί κατηγορίες ἀπό μέρους Σας ἀφοῦ δέν καταθέτετε πραγματικά συγκεκριμένα περιστατικά πού νά τίς ἀποδεικνύουν;
Σᾶς «ἐνόχλησε» ἡ ἐδῶ καὶ χρόνια ἀνάγνωσή μου τὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας ἀναθεματισμῶν κατὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων, τὴν ὁποία χαρακτηρίσατε ὡς «παραλογισμό». Γιατί ἄραγε; Ἀπὸ πότε γίνατε συνήγορος τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων; Γιατί δὲν κατηγορεῖτε καὶ τὴν Ἐκκλησία γιὰ παραλογισμό, ἀφοῦ κάθε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀνανεώνει τοὺς ἀναθεματισμούς Της; Γράψατε ὅτι «ἂν ὁ ἀναθεματισμὸς καὶ ὁ ἀφορισμὸς γίνεται ἀπὸ ἐμπάθεια τότε εἶναι ξένο πρὸς τὴν Ἐκκλησία» καὶ Σᾶς ρωτῶ: πὼς διαγνώσατε τὰ ἐσώψυχά μου καὶ «διακρίνατε» ἐμπάθεια; Μήπως ἔχετε τὴν αἴσθηση τῆς ἁγιότητας στὸ πρόσωπό Σας, ἡ ὁποία φτάνει καὶ ὡς τὴν «ἀνάγνωση» ψυχῶν; Γράφετε ὅτι ὁ ἀφορισμὸς καὶ τὸ ἀνάθεμα στὴν Ἐκκλησία εἶναι «ἕνα ἔσχατο ποιμαντικὸ μέσο καὶ ἔκφραση ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας». Δὲν λέτε ὅμως ὅτι εἶναι καὶ ἕνας τρόπος ἀποκοπῆς τοῦ «σεσηπότος» μέλους, γιὰ νὰ μὴ μολυνθεῖ καὶ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα καί μάλιστα σήμερα στήν ἐποχή τοῦ διαθρησκειακοῦ καί διαχριστιανικοῦ συγκρητισμοῦ. Ὅταν ἀπηύθυνα τοὺς ἀναθεματισμοὺς πρὸς τοὺς σύγχρονους αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους, αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ σκοπὸ εἶχα νὰ ὁριοθετήσω τὴν σώζουσα ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὴν σύγχρονη ποικιλόμορφη πλάνη στοὺς πιστούς τῆς μητροπολιτικῆς μου περιφέρειας καί νά καταδείξω τόν συγκρητιστικό οἰκουμενισμό ὡς ἀπώλεια τῆς σωτηρίας. Ἀλλά, διερωτῶμαι: μήπως Σᾶς πείραξε ὁ ἀναθεματισμός μου πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς παπικούς, προτεστάντες, κόπτες, μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ κ.α. τοὺς ὁποίους προφανῶς, δὲ θεωρεῖτε αἱρετικούς; Μήπως Σᾶς ἐνόχλησε ὁ ἀναθεματισμός μου πρὸς τὴν σύγχρονη φοβερὴ παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ πού παρουσιάζει ἕναν ἀνύπαρκτο Χριστό μέσα στόν ὁποῖο συνυπάρχουν τό ψέμμα καί ἡ ἀλήθεια, ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ αἵρεση, ἡ ἀρετή καί ἡ ἀνηθικότης;
Τὰ ἐν λόγω ἀναθέματα ὑπάρχουν ὡς γνωστὸ στὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, τὸ ὁποῖο, ὅπως παρατηρεῖ εὐστοχώτατα ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, «εἶναι ἕνα ὑπέροχο καὶ πολὺ συνοπτικὸ κείμενο, ποὺ εἶναι περίληψη ὅλης της ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸ ἐνέταξε μέσα στὴν λατρεία της, τὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας, καὶ διαβάζεται σὲ στάση προσοχῆς καὶ προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό». Ἐνῶ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία τὸ ἐνέταξε μέσα στὴν λατρεία της, τὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας, καὶ ἐπὶ σειρὰ αἰώνων ἐτηρεῖτο αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξις, κατὰ τὰ τελευταία χρόνια δυστυχῶς καταργήθηκε, (ἡ συρρικνώθηκε), ἡ ἀνάγνωσή του, ὅπως καὶ ἡ ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων. Καὶ γιατί αὐτό; Διότι προφανῶς δὲν ταιριάζει στὸ πνεῦμα καὶ στὴν οἰκουμενιστικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστὲς ὅταν ἀκοῦν τὴ λέξη ἀνάθεμα ἐνοχλοῦνται, δαιμονίζονται. Πιστεύουν ὅτι ἐκφράζει ἕνα μισαλλόδοξο πνεῦμα, ποὺ εἶναι ξένο πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς συμφιλιώσεως, ποὺ καλλιεργεῖται ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες στοὺς κόλπους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Διερωτῶνται: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγινώσκονται ἀναθέματα καθ’ ὅν χρόνον αὐτὰ ἤρθησαν μὲ τὴν γνωστὴ «Ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων» τὸ 1965; Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ Σᾶς ἀναπτύξω, γιατί ἡ Ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων ἦταν μία ἀντικανονικὴ καὶ παράνομη ἐνέργεια τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου. (Γιὰ περισσότερα στοιχεῖα Σᾶς παραπέμπω σὲ μία ἐκτενῆ μελέτη τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων τῆς Ι. Μητροπόλεώς μας μὲ τίτλο: «Ἱστορικοδογματικὴ καὶ Κανονικὴ προσέγγιση στὸ ἄρθρο τοῦ ἐλλογιμοτάτου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη ‘Τὸ παπικὸ πρωτεῖο καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας’»).
Θεωρεῖτε ὅτι σήμερα ἡ ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων εἶναι περιττὴ καὶ ἀνωφελής. Γράφετε: «Πιστεύω πὼς σὲ παλαιότερες ἐποχὲς ὁ ἀφορισμὸς ἦταν γιὰ τοὺς πιστοὺς κάτι πολὺ σοβαρὸ καὶ μποροῦσε ἴσως νὰ λειτουργήσει θεραπευτικά. Γνώριζαν ὅτι διακυβεύεται ἡ σωτηρία τους…Σήμερα ὅμως ποῦ τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποιὸ νόημα ἔχει; Ποιὸν θὰ προβληματίσει;». Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, (ὄχι ὅλων, τὸ τονίζω), σήμερα δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ χρῆμα, ἡ δόξα τοῦ κόσμου, οἱ ἡδονές. Κατ’ οὐσίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι κατ’ ὄνομα μόνον χριστιανοί, ἔχουν ἀποκόψει ἀπὸ μόνοι τους τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν αὐτοαφοριστεῖ, οὐσιαστικὰ εἶναι νεκρὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια ἡ Ἐκκλησία ἐπίσημα δὲν τοὺς ἔχει ἀφορίσει, δὲν παύει νὰ τοὺς καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἀφύπνιση καὶ περιμένει, μήπως κάποτε μετανοήσουν καὶ σωθοῦν. Ὡστόσο ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τοὺς λίγους ἐκείνους, ποὺ εἶναι ζωντανὰ μέλη Της. Αὐτοὶ οἱ λίγοι ὁπωσδήποτε θὰ ὠφεληθοῦν καὶ θὰ προβληματιστοῦν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων καὶ αὐτὰ θὰ λειτουργήσουν θεραπευτικὰ καὶ προληπτικά. Δὲν θὰ ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία γιὰ χάρη αὐτῶν τῶν ὀλίγων νὰ κάνει τὸ χρέος Της καὶ νὰ ἀναγινώσκει τὰ ἀναθέματα; Καὶ ἕνας ἀκόμη νὰ ὠφεληθεῖ, ἡ Ἐκκλησία ἔχει κέρδος καὶ ὀφείλει νὰ πράξει τὸ καθῆκον Της. Ποιοὶ εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ ἐπεμβαίνουμε στὴν κανονικὴ καὶ λειτουργικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ μὲ θράσος καὶ αὐθάδεια ἔχουμε τὴν ἀξίωση νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἀποφασίζουμε, τί πρέπει νὰ καταργηθεῖ στὴν Ἐκκλησία καὶ τί νὰ διατηρηθεῖ; Ἐμεῖς ἄραγε ἔχουμε περισσότερη διάκριση ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μας; Ποιὸς μᾶς ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐξουσία; Μήπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πῆρε σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ ἐπίσημη συνοδικὴ ἀπόφαση νὰ καταργηθεῖ ἡ ἀνάγνωση τῶν ἀναθέματων; Ἀπὸ ὅ,τι ξέρω ὄχι. Μὲ κατηγορεῖτε στὴν ἐπιστολή Σας ὅτι ὁμιλῶ ἐξ’ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας, «ὡς …ἐκ προσώπου» τῆς Ἐκκλησίας. Ἐσεῖς ἐξ’ ὀνόματος τίνος καὶ «ἐκ προσώπου» τίνος κατηργήσατε τὴν ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων; Ἐν ὀνόματι ποιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως πήρατε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση;
Τὸ Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας σ’ ἕνα σημεῖο γράφει: «ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα». Σᾶς ἐρωτῶ: Μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ἀναθεματισμὸ δὲν συμπεριλαμβάνονται οἱ παπικοί, οἱ προτεστάντες καὶ γενικὰ ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι; Δὲν ἔχουν ὅλοι αὐτοὶ καταδικαστεῖ ἀπὸ πλῆθος Συνόδων; Ἀσφαλῶς. Ἆρα λοιπὸν γιατί εἶναι παραλογισμός, ποῦ τοὺς ἀναθεμάτισα ὀνομαστικά;
Σᾶς ἐνόχλησε ἀκόμη τὸ ὅτι στοὺς ἀναθεματισμοὺς συμπεριέλαβα ἀλλοθρήσκους. Γράφετε: «Ἀπ’ ὅσο ξέρω ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐνοίωσε ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ ἀφορίσει καὶ νὰ ἀναθεματίσει, δηλαδὴ νὰ ἀποπέμψει κάποιον ποὺ δὲν ἦταν μέλος της». Δὲν ξέρω, ἂν ὑποβληθήκατε ποτέ στὸν κόπο νὰ διαβάσετε τὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας. Ἐκεῖ λοιπὸν στὸ Συνοδικό, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ἀναθέματα, ὑπάρχουν καὶ ὁρισμένα, ποὺ δὲν ἀναφέρονται στοὺς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέχονται τὰ δυσσεβῆ δόγματα τῶν Ἑλλήνων, δηλαδὴ τῶν εἰδωλολατρῶν, [γράφε ἀλλοθρήσκων], ποὺ ἀναφέρονται στὴν δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ στὶς ἀνθρώπινες ψυχές, καὶ τὰ ἀναμειγνύουν μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει τὸ Συνοδικὸ χαρακτηριστικά: «Τοῖς εὐσεβεῖν μὲν ἐπαγγελομένοις, τὰ τῶν Ἑλλήνων δὲ δυσσεβῆ δόγματα τῇ Ὀρθοδόξῳ καὶ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, περὶ τὲ ψυχῶν ἀνθρωπίνων, καὶ οὐρανοῦ, καὶ γῆς, καὶ τῶν ἄλλων κτισμάτων, ἀναιδῶς, ἤ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα». Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο γράφει: ἀνάθεμα «τοῖς τὰ Ἑλληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις». Κατηγοροῦνται δηλαδὴ καὶ ἀναθεματίζονται ὅσοι προτιμοῦν «τὴν μωρὰν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Γιατί λοιπὸν μὲ κατηγορεῖτε τόσο ἄδικα καὶ βάναυσα, ποῦ ἀναθεμάτισα ἀλλοθρήσκους; Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ ἀναθεματισμὸς τῶν ἀλλοθρήσκων γίνεται στὶς μέρες μας ὅλο καὶ πιὸ ἐπιτακτικός, ἂν λάβουμε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν μας τὴν ραγδαία ἐξάπλωση τοῦ Ἰσλὰμ στὴν πατρίδα μας καὶ σ’ ὅλη τὴν Εὐρώπη; Δὲν ἔχετε ἄραγε τὴν πνευματικὴ διάκριση, νὰ ἀντιληφθεῖτε, πόσο ἀναγκαῖος καθίσταται σήμερα ὁ ἀναθεματισμὸς τοῦ Ἰσλάμ, ὅταν ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ ἔκπληξη βλέπει ἀπὸ τὰ ΜΜΕ πολλοὺς Ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες νὰ διακηρύσσουν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ὅτι καὶ στὸ Ἰσλὰμ ὑπάρχει σωτηρία; Ἀναλογιστήκατε ποτὲ πόσος σκανδαλισμὸς γίνεται καὶ πόση πνευματικὴ φθορὰ προξενεῖτε στὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ; Ποιὸς εὐθύνεται γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες ποὺ κλονίζονται στὴν πίστη καὶ τελικὰ παρασύρονται στὸ Ἰσλάμ;
Κάματε λόγο γιὰ «λαὸ ἀκατήχητο» ὁ ὁποῖος «αἱρετίζει». Προφανῶς ἔχετε εἰκόνα ἀπὸ τὴν Μητρόπολή Σας. Ἂν δὲν Σᾶς ἀρέσει αὐτὴ ἡ εἰκόνα καὶ ἔχετε τὴ διάθεση νὰ ξανακάνετε «ὀρθοδόξους» τούς πιστούς Σας ἀφῆστε τὰ «πὶνκ – πόνγκ», τὰ «ποδοσφαιράκια» καὶ τὸ «μπάσκετ» πού θεωρεῖτε ὡς εὐφυῆ ποιμαντική καὶ ἀσχοληθεῖτε περισσότερο μὲ τὴν κατήχηση τοῦ λαοῦ τῆς περιφερείας Σας. Ἂν καταδέχεστε ρίξετε μία ματιὰ στὴν ποιμαντικὴ διακονία τῆς δικῆς μας Ἱερᾶς Μητροπόλεως γιὰ νὰ διαπιστώσετε τὸ πόσο σημαντικὸ ἔργο ἐπιτελεῖ. Καλὸ θὰ ἦταν νὰ μὴν προβάλλετε τὴν εἰκόνα τῆς τοπικῆς Σας ἐκκλησίας σὲ ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες. Ἂν Ἐσεῖς ἔχετε συνειδησιακὸ πρόβλημα μὲ τὴν πλημμελῆ ποιμαντική Σας διακονία στὴν τοπική Σας Ἐκκλησία, δὲ χρειάζεται νὰ τὸ γενικεύετε.
Ἀκολούθως ἀναφέρετε κάτι ποὺ ἴσως καὶ ἕνας πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς Θεολογίας δὲν θὰ ἔλεγε. Βάζετε τὸ ἐνδεχόμενο ἀφορισμοῦ ἁπλῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὴ δογματική τῆς Ἐκκλησίας! Γράψατε «Δέν σκεφτήκαμε ὅλους αὐτοὺς (σ.σ. τοὺς ἀθεολόγητους πιστοὺς) νὰ τοὺς καταδικάσουμε νὰ τοὺς ἀφορίσουμε, νὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε». Βάζετε στὴν ἴδια κατηγορία τοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουν Θεολογία μὲ τοὺς συνειδητοὺς καὶ ἀμετανόητους αἱρετικοὺς καὶ αἱρεσιάρχες;
Στήν συνέχεια ἀφήνετε νὰ Σᾶς «ξεφύγει» ἡ ἔκδηλη ἀγάπη σας γιὰ τὸν αἱρεσιάρχη Φραγκίσκο, καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσης. Γράφετε, κάτι ποὺ καὶ παλιότερα τονίσατε: Γιὰ τὴν Ἐκκλησία «δὲν εἶναι ὁ πάπας τὸ πρόβλημα, δὲν εἶναι οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις»! Προφανῶς γιὰ Σᾶς δὲν εἶναι ὁ «πάπας» τὸ πρόβλημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ αὐτὸς γιὰ Σᾶς δὲν εἶναι αἱρεσιάρχης καὶ θλιβερὸ κατάλοιπο τοῦ μεσαιωνικοῦ φράγκικου φεουδαρχισμοῦ τό κρατίδιό του! Προφανῶς, εἴτε δὲν εἶστε σὲ θέση νὰ διακρίνετε τὴν ἐχθρότητα τοῦ πτωτικοῦ κόσμου καὶ τοῦ ὀργανωμένου κακοῦ, κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μας, εἴτε τὸ χειρότερο, γνωρίζετε καὶ κλείνετε τὰ μάτια Σας νὰ μὴ βλέπετε καὶ τὸ στόμα Σας γιὰ νὰ μὴ μιλᾶτε, γιὰ τοὺς δικούς Σας σκοπούς. Καὶ τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα: Καταφέρεστε ἐναντίον ὅσων θέλουν νὰ ὑπερασπίζονται τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ περιφρουροῦν τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικοὺς καὶ τὸ ὀργανωμένο κακό. Ἔχω ἤδη μηνυθεῖ 5 φορές ἀπό ὀργανωμένους χώρους τῆς ἀποδόμησης τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας καί ὑπερασπιστές τοῦ σοδομισμοῦ καί ἔχω ἀθωωθεῖ πανηγυρικῶς καί αὐτή τήν στιγμή διενεργεῖται κατόπιν μηνύσεως τῆς ΜΚΟ τοῦ κ. Δημητρᾶ προανάκρισι σέ βάρος μου γιά δῆθεν παραβίαση τοῦ ἀντιρατσιστικοῦ νόμου, ἐπειδή ἀπέστειλα αἴτησι στήν Ἱεραρχία γιά τήν σύγκλησή της μέ ἀφορμή τήν θεσμοθέτηση ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία τοῦ κακουργήματος τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας. Ὁ πρ. Ὑπουργός καί Καθηγητής κ. Θ. Κατσανέβας δημόσια στήν τηλοψία εἶχε ἀναφέρει ἐνώπιον ἐκπροσώπου της, ὅτι ἡ ΜΚΟ τοῦ κ. Δημητρᾶ ἐπιχορηγεῖται ἀπό τήν Ὀργάνωση OpenSocietyτοῦ κ. G. Sorros. Δέν διερωτᾶσθε γιατί; Εἶναι συνωμοσιολογία ἡ γνωστοποίηση τέτοιων διασυνδέσεων;
Στὴ συνέχεια φτάνετε σὲ πραγματικὰ ἀπίστευτες ἰσοπεδώσεις καὶ ἀπαξίωση τῶν πιστῶν. Θεωρεῖτε τὴν πίστη «τῶν περισσοτέρων χριστιανῶν» ὡς «δεισιδαιμονία». Ὅτι «ἐλάχιστα πράγματα γνωρίζουν. Τὸ μόνο ποὺ ξέρουν εἶναι νὰ ξεματιάζουν! «Ἀλήθεια θὰ ἄξιζε νὰ κάναμε μία στατιστικὴ νὰ δοῦμε πόσες «ξεματιάστρες» διαθέτει ἡ ἐκκλησία μας. Κάποτε διέθετε Ἀποστόλους, προφῆτες, διδασκάλους, δυνάμεις, χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Στὶς μέρες μας τὰ περισσότερα χαρίσματα ἐξαφανίστηκαν ἢ ἐλαχιστοποιήθηκαν. Ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ τὸ «ξεμάτιασμα»! Εἰλικρινὰ δὲν μπορῶ νὰ κατανοήσω τὴ ρηχότητα τῆς σκέψης Σας καὶ τὴν ἐπιπόλαια ἐνατένιση τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀναρωτηθήκατε γιατί στὴν ἐποχὴ μᾶς σπανίζουν οἱ χαρισματοῦχοι; Γνωρίζετε μήπως τὴ διαβρωτικὴ δράση τοῦ σύγχρονου οἰκουμενιστικοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τὴν τεράστια εὐθύνη τῶν θιασωτῶν τοῦ οἰκουμενισμοῦ γι’αὐτό;
Ἀκολούθως γράψατε τὸ ἀπίστευτο: «Μοῦ φαίνεται λοιπὸν παράλογο νὰ ἀναθεματίζουμε ὅλους τους ἄλλους, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κατ’ ὄνομα Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς μὲ αἱρετικὲς ἀντιλήψεις»! Δηλαδὴ τί θέλετε νὰ κάνετε, μία «Ἐκκλησία τῶν Καθαρῶν»; Δὲν γνωρίζετε τὴν Παραβολὴ τῆς σαγήνης, μὲ τὴν ὁποία εἰκονίζεται ἡ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία συνυπάρχουν οἱ «τέλειοι» μὲ πνευματικὰ ἀσθενεῖς γιὰ θεραπεία; Ταυτίζετε τοὺς ἀκατήχητους χριστιανοὺς μὲ τοὺς συνειδητοὺς αἱρετικούς!
Στὴ συνέχεια Σᾶς πειράζουν ἀφόρητα οἱ συνεχεῖς ἀναφορές μου στὶς διάφορες θρησκεῖες τοῦ κόσμου καὶ ἡ κατάδειξη τῶν πλανῶν καὶ τῶν ἐχθρικῶν διαθέσεων των κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ γενικότερα. Γράφετε γιὰ «φοβία» κάποιου πιστοῦ της μητροπολιτικῆς μας περιφέρειας, ὅτι δῆθεν «φοβᾶται νὰ πάει στὴν ἐκκλησία ἀπὸ τὶς δηλώσεις» μου. Γιατί δὲν ἦρθε σὲ μένα νὰ τὸ πεῖ καὶ ἀπευθύνθηκε σὲ Σᾶς; Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀμφιβάλω γιὰ τὸ ὅτι εἶναι ὑπαρκτὸ αὐτὸ τὸ πρόσωπο! Τώρα τὸ γιατί στηλιτεύω τὶς θρησκευτικὲς πλάνες τῶν διαφόρων θρησκειῶν, αὐτὸ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ καθῆκον μου ὡς Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας, νὰ καταδεικνύω τὶς πλᾶνες στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς τοπικῆς μου Ἐκκλησίας καί μάλιστα σήμερα πού ὀργανώνεται ὁ προσηλυτισμός τοῦ Ἰσλάμ στήν πατρίδα μας. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντάσσεται καί ἡ προσχηματική ἐπιστολή μου πρός τόν Πρόεδρο τῆς Γείτονος πού καθώς διευκρίνισα καί δέν τό λάβατε καθόλου ὑπ’ ὄψιν Σας, δέν εἶχε σκοπό τήν μεταστροφή του ἀλλά τήν κυκλοφόρηση τῆς ἀποδόμησης τῆς ψευδοθρησκείας τοῦ Ἰσλάμ, πρός χάριν τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνική Πολιτεία δημιούργησε Νομικό Πρόσωπο καί κατασκεύασε Ἰσλαμικό τέμενος μέ χρήματα τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ καί ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ ΑΠΘ ἀνίδρυσε κατεύθυνση Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν. Δέν Σᾶς ἐνοχλεῖ ὅτι ἡ ψευδοθρησκεία τοῦ Ἰσλάμ διδάσκει στήν Σούρα «Ὁ Οἶκος Ἰμράν» τοῦ Κορανίου καί στόν στίχο 59 «Ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι σάν τόν Ἀδάμ, ὁ Θεός τόν ἔπλασε ἀπό χῶμα καί ἔπειτα εἶπε νά γίνει καί ἔγινε» πού ἀποτελεῖ ἐπιβίωση τῆς κατεγνωσμένης αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ; Τί κάνετε Ἐσεῖς γιά νά καταδειχθεῖ αὐτή ἡ δαιμονικῆς ἔμπνευσης ψευδοθρησκεία στό λαό μας σήμερα πού ἐπιδιώκεται νά καταστῆ καί αὐτή ὅπως ζητοῦν οἱ μουσουλμανικές ὀργανώσεις ἐπίσημη θρησκεία στή Χώρα (βλ. στό διαδίκτυο τήν συνέντευξη τοῦ Ναΐμ Ἐλγαντούρ, Προέδρου τῆς Μουσουλμανικῆς Ἑνώσεως τῆς Ἑλλάδος). Θέλω λοιπόν νά προφυλάξω ἀπὸ τὸν σύγχρονο συγκρητισμό, τὸν ὁποῖο προωθεῖ ὁ Οἰκουμενισμός, στὸν ὁποῖο εἶναι δυστυχῶς στρατευμένοι καὶ δικοί μας «ὀρθόδοξοι» καί ἀσφαλῶς δέν πάσχω ἀπό τόν μεγαλοϊδεατισμό τοῦ «ἥρωα». Θέλω νά μιμηθῶ, στὸ μέτρο τῆς δικῆς μου μικρότητας καὶ μετριότητας, τοὺς ἁγίους Πατέρες, ὅπως τοὺς ἁγίους Ἰωάννη Δαμασκηνὸ καὶ Γρηγόριο Παλαμᾶ, οἱ ὁποῖοι στηλίτευσαν μὲ σφοδρότητα τὸ Ἰσλάμ. Ὅταν μιλάω, ἀναλαμβάνω καὶ τὴν εὐθύνη τῶν λεγομένων μου καί ποτέ δέν ἐκφράζω δικό μου λόγο ὅπως μέ κατηγορεῖτε καί παρακαλῶ νά ἀναδιφήσετε τά κείμενά μου καί νά βρεῖτε μία λέξη πού νά εἶναι δική μου. Ὅ,τι ἔχω γράψει ἀποτελεῖ διαχρονική πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί θεόσοφη σκέψη τῶν ἁγίων Πατέρων. Στήν Ὀρθοδοξία δέν ἔχομε προσωπικό λόγο. Ἐάν θελήσωμε νά ἀρθρώσωμε προσωπικό λόγο ὅπως, ἡ μεταπατερική ἤ συναφειακή θεολογία τότε περιπίπτωμε στήν αἵρεση καί τήν κακοδοξία.
Ὁ Παπισμὸς καὶ γενικότερα οἱ αἱρέσεις ἀποτελοῦσαν πάντοτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μεγάλο πρόβλημα καὶ μεγάλο κίνδυνο. Οἱ ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων κατὰ τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ συγκρότηση ἀπὸ αὐτοὺς Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύουν τὸ μέγεθος τοῦ προβλήματος. Δὲν ἔχετε ἀκούσει ποτὲ γιὰ τὴν δόλια προσηλυτιστικὴ δράση τῶν παπικῶν μέσω τῆς Οὐνίας καί τοῦ λαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν πατρίδα μας; Δὲν σᾶς προβληματίζει τὸ γεγονός, ὅτι ἐξ’ αἰτίας αὐτῆς πέφτουν στὰ δίχτυα τῆς αἱρέσεως καὶ χάνονται ψυχές, γιὰ τὶς ὁποῖες ἔχυσε ὁ Χριστὸς τὸ αἷμα του; Δὲν σᾶς συγκλονίζει ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου: « προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίω ἐν ὧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν», (Πράξ.20,28-30).
Κάνετε ἕνα σοβαρότατο λάθος, τὸ ὁποῖο δὲν δικαιολογεῖται, νομίζω, γιὰ ἕνα Ἐπίσκοπο. Δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας Ἐπίσκοπος νὰ ἀγνοεῖ, (ἢ νὰ θέλει νὰ ἀγνοεῖ), ὅτι μία ἀπὸ τὶς βασικότερες ποιμαντικές του μέριμνες καὶ φροντίδες εἶναι ἡ φροντίδα γιὰ τὴν προφύλαξη τοῦ ποιμνίου, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ παρασυρθεῖ σὲ κάποια αἵρεση, ἤ σὲ κάποια θρησκεία, ἔστω καὶ ἕνα λογικὸ πρόβατο, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Παύλου, «προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίω…», ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως. Στὴν ἐπαρχία Σας ἴσως νὰ μὴν ἔχετε πρόβλημα μὲ τὸ Ἰσλάμ. Ἐδῶ ὅμως στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ τὸ πρόβλημα εἶναι ὀξύτατο. Ἔχω λοιπὸν χρέος καὶ καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴ τοῦ ποιμνίου μου ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ Ἰσλάμ, καὶ νὰ καταδείξω τὴν πλάνη καὶ τὸ ψεῦδος αὐτῆς τῆς θρησκείας, μὲ μαρτυρίες ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρες. Πέραν τούτου τὸ θέμα αὐτὸ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ ἔχει καὶ τὴν ὁμολογιακή του διάσταση. Ὡς Ἐπίσκοπος ἔχω χρέος καὶ καθῆκον νὰ ὁμολογῶ καὶ νὰ διακηρύσσω πρὸς πᾶσαν κατεύθυνση, (τόσο γιὰ τὴν ἰδική μου προσωπικὴ ὠφέλεια, ὅσο καὶ γιὰ νὰ δίνω παράδειγμα πρὸς μίμηση), ὅτι ὁ μοναδικὸς Σωτῆρας τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Χριστὸς σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῶ ἔμπροσθέν του πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς», (Ματθ.10,32) καὶ ὅτι κατ’ ἐπέκτασιν ὅλες οἱ ἄλλες θρησκεῖες ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια. Σᾶς ἐρωτῶ: Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅταν στηλίτευαν, καὶ μάλιστα μὲ σφοδρότητα, τὶς πλάνες τοῦ Ἰσλάμ, ἀναλογίστηκαν ποτέ, «τί ἐπιπτώσεις μποροῦσε νὰ φέρει αὐτὴ ἡ ἐνέργειά» τους; Ἀναλογίστηκαν μήπως ὑποστοῦν θλίψεις, διωγμούς, ἢ καὶ τὸν θάνατο; Ἀναλογίστηκαν ὅτι ἂν ποῦν, ἢ ἂν γράψουν αὐτὰ ποῦ ἔγραψαν γιὰ τὸ Ἰσλάμ, θὰ «προκαλέσουν» τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰσλάμ; Καὶ μὴ μοῦ πεῖτε, ὅτι τὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι αὐτοί, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἰσλὰμ δὲν εἶχαν ἤδη «αἱματοκυλήσει τὸν κόσμο στὸ ὄνομα τῆς πίστης τους». Οἱ συγκεκριμένοι Ἅγιοι οὐδέποτε σκέφθηκαν ὅπως σκέπτεσθε Ἐσεῖς καὶ οἱ ὁμόφρονές Σας, δηλαδὴ νὰ μὴν ὁμολογήσουν τὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν προκαλέσουν τὸν θρησκευτικὸ φανατισμὸ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἰσλάμ.
Τὴν προσχηματική πρός τόν κ. Ἐρντογάν ἐπιστολὴ θεωρεῖτε ἄστοχη καὶ ἀπαράδεκτη διότι, «κάθε ἄλλο παρὰ παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησίας εἶναι». Ἀλλὰ πῶς ἀποδεικνύετε αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμό Σας; Στὴν ἐπιστολὴ κάνω μία σύντομη παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ τοῦ Ἰσλάμ, μὲ βάση τὶς μαρτυρίες ποὺ μᾶς δίνουν, οἱ παρὰ πάνω μνημονευθέντες ἅγιοι καὶ μὲ βάση τὰ κείμενα τοῦ Κορανίου. Ποῦ βλέπευε λοιπὸν τὸ ἄστοχο καὶ ἀπαράδεκτο; Δὲν παραθέτετε οὔτε μία φράση ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς, ποὺ κατὰ τὴν γνώμη Σας δὲν ἀπηχεῖ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν αἰσθάνεσθε ὅμως βαθιά διχασμένος μέ τήν κριτική Σας σέ βάρος μου, τήν στιγμή πού συγγράφετε καί κυκλοφορεῖτε ἱκανά βιβλία γιά τόν ἔνθεο ὄντως βίο τοῦ νέου ἰαματικοῦ Ἀναργύρου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως καλώντας ὅλους μας νά μιμηθοῦμε τόν ἔνθεο βίο του καί τήν ἴδια στιγμή, μέ μέμφεσθε γιατί πείθομαι στίς διδαχές Σας. Ἐσεῖς γράφετε ὅτι ὁ Ἅγιος Λουκᾶς δέν συνέπραξε μέ τήν προσχηματική «Ζῶσα Ἐκκλησία» τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος καί δέν συσχηματίσθηκε μέ τόν ἀθεϊστικό περίγυρο, ἀλλά βάδισε τόν ἀνάντη δρόμο τῆς ἐξορίας, τῶν διωγμῶν τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου καί μέ αἰτιᾶσθε γιατί ἀποπειρῶμαι νά μήν συσχηματισθῶ μέ τόν κοσμικό περίγυρο; Σέ ἕνα ἱστορικό πόνημά Σας πού εἴχατε τήν εὐγένεια νά ἀποστείλετε σέ ὅλους τούς συνιεράρχες Σας ἀπό τίς ἐκδόσεις «Πορφύρα» καταφέρεσθε ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καί ἀρίστως πράττετε, στίς δίκες τῆς Μόσχας, στήν ἀστυνομοκρατία τήν στιγμή ὅμως πού στήν Ἑλλάδα ὑπάρχει κομματικός σχηματισμός μέ κοινοβουλευτική ἐκπροσώπηση, τό ΚΚΕ, ὁ ὁποῖος δημοσκοπικά τοὐλάχιστον ἐμφαίνεται νά ψηφίζεται ἀπό τό 7,5% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καί ὁ ὁποῖος σάν moto ἔχει στό κτίριό του στόν Περισσό τό σύνθημα «ζήτω ὁ Μαρξισμός –Λενινισμός» αὐτό πού ἐσεῖς δριμύτατα καταγγέλετε. Σᾶς ἔψεξε συνιεράρχης Σας γιατί τό κάνετε κι ἄν μέ τά κείμενά Σας ἐναντίον τοῦ Κομμουνισμοῦ πολιτικοποιεῖτε τήν Ἐκκλησία;
Μὲ κατηγορεῖτε γιὰ τὴν ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Κόπτη «Πατριάρχη». Ὅτι αὐτὴ «παρουσιάζει σοβαρὰ ἐκκλησιολογικὰ καὶ πνευματικὰ προβλήματα», τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀναφέρετε. Ποῦ τὴν εἴδατε τὴν ἀδιακρισία μου καὶ τὴν ἀπανθρωπιά μου πρὸς τοὺς Κόπτες; Αἰσθάνθηκα τήν ἀνάγκη νά τόν ἐνημερώσω ὅτι δέν συμμετεῖχα στήν πρόσφατη ὑποδοχή του ὡς συνοδικός Ἀρχιερεύς γιά συνειδησιακούς λόγους. Κάνετε λόγο γιὰ ἄγνοια τοῦ μόχθου καὶ τῶν προσπαθειῶν τῶν διαλόγων γιὰ τὴν προσέγγιση μὲ τοὺς Κόπτες. Γνωρίζετε μήπως τὸ ναυάγιο αὐτοῦ του διαλόγου, καθ’ ὅτι αὐτοὶ παραμένουν ἀμετακίνητοι στὴν πλάνη τοῦ μονοφυσιτισμοῦ; Ἀποδέχεσθε τήν ἐπαίσχυντη συμφωνία τοῦ Chambesy πού ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἕνωσι τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταται τῇ «θεωρίᾳ μόνη», διότι ἄν τό ἀποδέχεσθε μπορεῖτε νά ἐξηγήσετε τά γεγονότα τῆς Γεσθημανῆ καί τήν ἐναγώνια προσευχή τοῦ Κυρίου μας;
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους ἤδη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀειμνήστου ὁσιακῆς βιοτῆς Γέροντος καὶ Καθηγουμένου Ἀρχιμ. κυροῦ Γεωργίου Καψάνη, ἀσχολήθηκε σέ βάθος καὶ ἐπισταμένως μὲ τὸν ὡς ἄνω διάλογο καὶ τὰ περιλάλητα πορίσματα καὶ ἀπέδειξε μὲ ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα, πατερικὲς μαρτυρίες καὶ μαρτυρίες ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅτι τὰ πορίσματα αὐτὰ καθόλου δὲν ἐναρμονίζονται μὲ τὴν μέχρι σήμερα Πατερικὴ καὶ Κανονικὴ περὶ τῶν μονοφυσιτῶν Παράδοση καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπορριπτέα.
Μοῦ καταλογίζετε ὑφαρπαγὴ τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἀνέφερα στὸν κόπτη αἱρεσιάρχη ὅτι ἡ ἐμμονὴ στὴν αἵρεση (κύρια στοὺς αἱρεσιάρχες) ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Ἀλλὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας; Τί περισσότερο ἔγραψα ἀπὸ αὐτή; Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ μὴν καλοῦμε πλέον τοὺς αἱρετικοὺς σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὴ σωστικὴ ἀγκαλιὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφήνουμε στὴν πλάνη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ;
Ἐπίσης ἀναρωτιέστε ἂν ἀξίζουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὴ συμπάθειά μας ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ ὑφίστανται ἀπὸ τὸ ἰσλαμικὸ τέρας. Βεβαίως καὶ τὴν ἀξίζουν. Ὅμως περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ συναισθηματικὴ συμπάθεια ἀξίζουν τὴ σωτηρία τους, τὴν ὁποία πρέπει νὰ τοὺς τὴν ἀναγγείλουμε. Γνωρίζετε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ Κόπτες τῆς Αἰγύπτου τὸν 7ο αἰώνα «χαιρέτισαν» τὴν εἰσβολὴ τῶν μουσουλμάνων στὴ χώρα τους ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς «αἱρετικοὺς» Βυζαντινούς; Ἔχετε ποτέ ἀσχοληθεῖ μέ τόν Ἰσλαμισμό καί τό Κοράνιο γιά νά διαπιστώσετε ὅτι ἀποτελεῖ συμπίλημα τῶν Χριστολογικῶν αἱρέσεων;
Γιὰ νὰ «διαλύσετε» κάποιες «παρεξηγήσεις» δηλώνετε πίστη στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πὼς ἐκτὸς αὐτῆς δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Καλῶς, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέτε ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία, μήπως εἶναι κλάδος της ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ ἔχετε ἐκφράσει καὶ παλιότερα τὴν ἄποψή Σας ὅτι καὶ ὁ παπισμός, ὅπως καὶ ἡ πανσπερμία τῶν προτεσταντῶν εἶναι «ἐκκλησίες».
Γράφετε ὅτι δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα ἐμεῖς ὡς πρόσωπα «νὰ καταδικάσουμε κανέναν καὶ πὼς ἡ κρίση ἀνήκει στὸ Θεό». Σωστά, ἀλλὰ δικαίωμα ἔχει ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας». Γράφετε ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ἐκπλήξεων» καὶ πὼς εἶστε «βέβαιος ὅτι στὴ Δευτέρα Παρουσία θὰ δοκιμάσουμε πολλὲς ἐκπλήξεις. Θὰ δοῦμε τὸν ἀβάπτιστο εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη Τραϊανὸ νὰ σώζεται χάρι στὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου καὶ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς τοὺς «ὑπεράγαν Ὀρθοδόξους νὰ ἀκοῦμε τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Ἂς μὴ δώσει ὁ Θεός»! Τί ἀπίστευτες καινοφανεῖς διδασκαλίες εἶναι αὐτὲς, διαμετρικὰ ἀντίθετες μὲ τὴν περὶ σωτηρίας κρυστάλλινη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας; Ποῦ τὸ βρήκατε γραμμένο ὅτι μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἕνας συνειδητὰ ἄπιστος καὶ ἀμετανόητος, ἁπλὰ χάρη στὶς προσευχὲς ἑνὸς ἁγίου; Καὶ γιατί εἶστε σίγουρος ὅτι σώθηκε ὁ φοβερὸς διώκτης καὶ φονιὰς χιλιάδων Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας Τραϊανός; Μήπως αὐτὸ δὲν ὄζει παπικὴ κακοδοξία περὶ «ἀξιομισθίας τῶν ἁγίων»; Ἀλλὰ καὶ τόσο πολύ ἀντιπαθεῖτε τούς «ὑπεράγαν ὀρθοδόξους» καὶ τοὺς θεωρεῖτε ἤδη καταδικασμένους; Δὲν προκαταλαμβάνετε ἔτσι καὶ Ἐσεῖς τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ;
Ὁ Χριστός ἀνακρινόμενος ἀπό τόν Πιλᾶτο εἶπε: «ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς. λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια;» (Ἰω. 18,38).
Ἡ θυσία Του ἐνίκησε τόν θάνατο. Μετά τήν Ἀνάστασή Του οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔλαβαν τήν ἐντολή: «Πορευθέντες εἰς τόν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τό Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσῃ…» (Μαρκ. 16,15-16). Ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς, ὡς διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μέχρι σήμερα, ἔχουμε λάβει τήν ἴδια ἀπαράλλακτη ἐντολή τήν ὁποία δέν μποροῦμε νά ἀθετήσουμε ἤ νά νοθεύσουμε. Τό κήρυγμα τῆς ἀλήθειας συνεπάγεται τό μῖσος τοῦ κόσμου καί τόν διωγμό τῶν ἀποσταλέντων. Οἱ κήρυκες τοῦ Χριστοῦ διά τῶν αἰώνων σφράγισαν μέ μαρτυρικό θάνατο τήν ἀποστολή τους. Ἡ Ἐκκλησία πού θά ἀρνηθεῖ τό κήρυγμα τῆς μοναδικῆς αὐτῆς θεογνωσίας καί θά ἀσπασθεῖ ἤ θά συμφωνήσει μέ τήν πεπλανημένη ὁδηγία τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους «σεβασμός στήν ἑτερότητα» χάριν μιᾶς ψευδοειρήνης, ξένης ἀπό τήν εἰρήνη, τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔφερε στόν ἄνθρωπο μέ τήν ἐναθρώπισή Του, διατηρεῖ τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου σέ αὐτούς πού προσκυνοῦν τούς ψευδοθεούς καί παύει αὐτόματα νά εἶναι Ἐκκλησία. Οἱ «Ἐπίσκοποι» μιᾶς τέτοιας «Ἐκκλησίας» βρίσκονται σέ πλάνη καί μεταβάλλονται σέ προδότες τῆς Ἀλήθειας καί εἶναι ἀνάξιοι τῆς ἀποστολῆς τους. Ὁ Χριστός ἀνέθεσε τό κήρυγμα τῆς μοναδικῆς Ἀλήθειας χωρίς νά ἀναφέρει «νά σεβαστῆτε τίς θρησκευτικές ἑτερότητες».
Ἀναφέρετε ἀπόσπασμα ἀπὸ ὑποτιθέμενη ἐπιστολή, ὑποτιθέμενου «πιστοῦ» τῆς μητροπολιτικῆς μου περιφερείας, στὴν ὁποία «διαμαρτύρεται» διότι τὸν κάνομε «νὰ ντρέπεται» γιὰ τὰ γραφόμενά μου. Ὅτι καλλιεργῶ συνωμοσιολογίες καὶ ἐμφανίζω «ἦθος ἐμπαθές, διχαστικὸ καὶ ἐπιθετικό, ἀκατάλληλο γιὰ κληρικό». Ἐπειδὴ ἀπέδωσα τὴν θανάσιμη ἁμαρτία, τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας σὲ παθολογικὸ ψυχικὸ νόσημα. Ἐπειδὴ καταφέρθηκα κατὰ τοῦ σιωνισμοῦ. Ἐπειδὴ στηλίτευσα τηλεοπτικὸ σταθμὸ πανελλήνιας καὶ παγκόσμιας ἐμβέλειας, διότι βεβήλωνε τὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡμέρες Πάσχα, προβάλοντας τά αἴσχιστα ντοκυμαντέρς τοῦ Ἑβραϊκοῦ Μουσείου Ροκφέλερ τοῦ Τέλ Ἀβίβ πού «ἀναζητοῦσαν τήν σύζυγο καί τά τέκνα» τοῦ Κυρίου μας !!! Παρεπιπτόντως δέν Σᾶς εἶδα νά στηλιτεύετε τό Ἑβραϊκό Κράτος πού κατ’ ἐπιταγή τῶν Ἑβραίων Ραββίνων ὅπως δηλώνει στό youtube ὁ Ραββῖνος Μαρδοχαῖος Φριζῆς μέ ἐκήρυξε personanongrata καί μοῦ ἀπηγόρευσε τήν ἐπροσώπηση τῆς Ἐκκλησίας μας στήν ἐφετινή ἁφή τοῦ Ἁγίου Φωτός, ἐπειδή ἀποδεικνύω μέ τά γραφόμενά μου ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε καί ὅτι αὐτόν πού ἀναμένει ὁ σύγχρονος Ἰουσαϊσμός θά εἶναι ὁ Ἀντίχριστος καί ὅτι ὁ σύγχρονος Ἰουδαϊσμός μετέβαλε τόν Θεϊσμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σέ ἑωσφορισμό τοῦ Ταλμούδ καί τῆς Καμπαλᾶ . Κατ’ ἀρχὴν ἐπιστρέψτε μου νὰ ἀμφιβάλλω γιὰ τὸ ὅτι τὸ πρόσωπο αὐτὸ εἶναι ὑπαρκτὸ καὶ ἡ ἐπιστολὴ του γνήσια, ἀλλὰ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εἶναι κάκιστο κατασκευασμένο σενάριο γιὰ νὰ μοῦ ἐκθέσετε τὶς ἐσώτατες διαθέσεις Σας γιὰ τὸ πρόσωπό μου. Ἆρα τοὺς χαρακτηρισμοὺς «ἦθος ἐμπαθές, διχαστικὸ καὶ ἐπιθετικό, ἀκατάλληλο γιὰ κληρικό», τὸ χρεώνω σὲ Σᾶς, μέχρι νὰ μοῦ γνωρίσετε τὸν ἀποστολέα τῆς ἐπιστολῆς.
Μοῦ προσάπτετε τὴν κατηγορία ὅτι «καλλιεργῶ συνωμοσιολογίες». Λέτε ὅτι «οἱ περισσότεροι χριστιανοὶ καὶ κληρικοὶ (σ.σ. εἶναι ἄλλοι οἱ χριστιανοὶ καὶ ἄλλοι οἱ κληρικοὶ) ψάχνουμε γιὰ ἐχθρούς. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπάρξουμε χωρὶς «βαρβάρους»». Ἂν Ἐσεῖς ψάχνετε γιὰ ἐχθροὺς καὶ βαρβάρους, γιὰ νὰ ὑπάρξετε, εἶναι πρόβλημα δικό Σας. Ἐμεῖς δὲν ψάχνουμε, ἀλλὰ διαπιστώνουμε ὑπαρκτοὺς ἐχθρούς, ὅπως διαπιστώνει ὅλος ὁ κόσμος σήμερα στὴν τραγικὴ πραγματικότητα ποὺ βιώνει. Οἱ πολεμικὲς φρίκες στὴ Μέση Ἀνατολὴ καὶ ἀλλαχοῦ δὲν εἶναι κατασκευάσματα διεθνῶν σκοτεινῶν κέντρων; Ποιός κατασκεύασε τήν λεγομένη Ἀραβική Ἄνοιξη; Ποιός χρηματοδότησε τόν ISIS; Δὲ διαβάζετε καὶ δὲν ἀκοῦτε εἰδήσεις; Θεωρεῖτε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγαπημένη τοῦ ἀποστατημένου κόσμου καὶ ἆρα δὲν ἔχει ἐχθρούς; Ἀλλὰ μία ἀγαπημένη καὶ σεβαστὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν πτωτικὸ κόσμο εἶναι ἄραγε Ἐκκλησία; Γράφετε γιὰ τὸ σιωνισμό. Μὰ ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ σιωνισμὸς εἶναι καταδικασμένος ἀπὸ τὴ διεθνῆ κοινότητα, δύο φορὲς ἀπὸ τὸν ΟΗΕ; Θεωρεῖτε πὼς καὶ ὁ ΟΗΕ συνωμοσιολογεῖ; Ἀναφέρετε ὅτι τὰ «Πρωτοκόλλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιῶν» ἔχουν ἀντικαταστήσει σὲ πολλοὺς τὸ Εὐαγγέλιο, γιατί τέτοιες ὑπερβολές; Τὰ θεωρεῖτε «ψευδεπίγραφο κείμενο», τότε ἐξηγῆστε μας πὼς γίνεται, ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα, νὰ ἔχουν ἐπαληθευτεῖ σὲ ἀπόλυτο βαθμὸ οἱ στόχοι τους; Σᾶς ἐνοχλοῦν τὸ ἴδιο καὶ τὰ παπικὰ χαλκευμένα πλαστὰ κείμενα, τῆς «ἀδελφῆς» τῶν οἰκουμενιστῶν «δυτικῆς ἐκκλησίας» ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά, ψευδοπιπίνειος δωρεά, ψευδοκλημέντια καί ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις κι ἄν ναί γιατί δέν τά ἔχετε ποτέ στηλιτεύσει;
Ἀγνοεῖτε ἐντελῶς ὅτι τό μόνο οὐσιῶδες πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἔλλειψη ὁμολογίας, ἡ ἐκκοσμίκευση καί ὁ φόβος μήν ἐκτεθοῦμε. Ἄν οἱ Ἐπίσκοποι σήμερα ὁμολογοῦσαν τήν Ἀλήθεια-Πρόσωπο Χριστός ὁ κόσμος μας δέν θά εἶχε αὐτή τήν κατάντια.
Κάνετε λόγο γιὰ «σταλινικοῦ τύπου δικτατορία τῶν «Ὀρθοδόξων» φονταμενταλιστῶν» οἱ ὁποῖοι δὲν «ἐπιτρέπουν νὰ ἀκουστεῖ καμία ἄλλη φωνή». Διερωτῶμαι πότε καί ποῦ ὑπέστητε ἀπό ζηλωτές τῆς πίστεως «μία πρωτόγνωρη τρομοκρατία … ἐπειδὴ τολμήσαμε νὰ καταθέσουμε τὸν προβληματισμὸ μας (σ.σ. ποῦ;), ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὸ ρυθμὸ τῆς ἐποχῆς μας, τί ἀνάγκες καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων». Δὲν καταλαβαίνω γιατί μοῦ τὰ γράψατε ἐμένα ὅλα αὐτά. Μήπως στήν «σταλινικοῦ τύπου δικτατορία τῶν «Ὀρθοδόξων» φονταμενταλιστῶν» κατατάσσετε καὶ τὸ πρόσωπό μου ἢ τοὺς συνεργάτες μου; Δέν πήρατε τό μαθημά Σας στήν Ἱεραρχία ὅταν ἐπαναλάβατε αὐτές τίς ἀπρέπειες καί Σᾶς ἀποστόμωσα διαβάζοντας ἁπλῶς τόν Πρόλογο τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἱερωνύμου ἀπό τό βιβλίο τοῦ γνωστοῦ Ἰταλοῦ δημοσιογράφου Μάρκο Ἀουρέλιο Ριβέλλι «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Γενοκτονίας» (ἐκδ. Παρασκήνιο, Ἀθήνα 1999) πού ἀναφέρεται στόν καταδικασμένο γιά ἐγκλήματα κατά τῆς ἀνθρωπότητος καί τήν δολοφονία 850.000 Σέρβων Ὀρθοδόξων ψεδοάγιο τοῦ Βατικανοῦ Καρδινάλιο Ἀλουΐσιο Στέπινατς ρωτώντας ἁπλῶς Μακαριώτατε, μήπως καί ἐσεῖς εἶστε φονταμενταλιστής; Καταλαβαίνετε νομίζω τὴ βαρύτητα ὅλων αὐτῶν τῶν χαρακτηρισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ μείνουν «νεκρὸ γράμμα» στὴν ἐπιστολή Σας ἀλλά μέ τήν μεταφυσική τῶν πράξεων θά κλιθῆτε νά δώσετε γι΄ αὐτά λόγο στόν Κύριο τῆς Ἐκκλησίας.
Βάζετε στὸ στόμα τοῦ ὑποτιθέμενου ἐπιστολογράφου τὸ ἐρώτημα: «Μπορεῖ ἕνας ἐπίσκοπος νὰ ἐκφράζει καὶ νὰ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐκκλησία; Ὁ ἅγιος Πειραιῶς ἔχει ἐξουσιοδοτηθεῖ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία νὰ μιλάει ὅποτε θέλει καὶ νὰ ἀπευθύνεται ὅπου γῆς στὸν ὁποιονδήποτε;». Ἐγὼ ρωτάω Ἐσᾶς τί ἀπαντήσατε, ἢ τί θὰ ἀπαντούσατε στὸν περίεργο «ἐπιστολογράφο Σας»; Ἀπαντᾶτε σὲ μένα: «Ὡς τί ὁμιλεῖς; Ὡς ἐκπρόσωπος τίνος; Τῆς διοικούσης ἐκκλησίας; Δὲν εἶσαι. Ὡς ἐπίσκοπος; Εἶναι ἀλλότριος ἱκέτης, αὐτὸς ποὺ ἀπευθύνεσαι. Ὡς ὑπερεπίσκοπος τελικά; Δὲν ἔχεις τὴν ἐπισύσταση (sic) πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν»! Σᾶς ἀπαντῶ λοιπόν: ἂν ἐννοεῖτε τὴν Ἐκκλησία ὡς ἕνα νομικὸ πρόσωπο, ἕνα σωματεῖο, ἀνάλογα μὲ τὴν «ἐκκλησία» τοῦ Βατικανοῦ, τότε δὲν ὁμιλῶ ἐκ μέρους του! Δὲν ἔχω καμιὰ ἐξουσιοδότηση νὰ μιλήσω γι’ αὐτή. Ἂν ὅμως ἐννοεῖτε τὴν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ. Ἂν δέχεστε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅτι ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ φανέρωση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τότε, ὡς Ἐπίσκοπος τῆς τοπικῆς μου ἐκκλησίας, ὁμιλῶ ἐκ μέρους της. Ἐκπροσωπῶ καὶ ὑπηρετῶ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ τῆς τοπικῆς μου ἐκκλησίας καὶ τὸ διακόνημά μου μὲ ἐπιτάσσει νὰ ἐκπροσωπῶ καὶ νὰ ὁμιλῶ ἐκ μέρους του! Ὁ ἀληθινὸς Ἐπίσκοπος δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιά νὰ διακονεῖ καὶ νὰ ποιμαίνει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπως δύναται καλλίτερα καὶ ἀρτιότερα! Ἀλλὰ ἂν ἐπιμένετε ὅτι ὁμιλῶ ὡς Σεραφεὶμ Πειραιῶς, μπορῶ νὰ τὸ δεχτῶ, ἀφοῦ πάντοτε οἱ ἀνακοινώσεις μου εἶναι ἐνυπόγραφες! Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅμως καί πάλι τήν πρόκληση. Καταδεῖξτε μου μιά φράση ἀπό τά κείμενά μου πού νά εἶναι δική μου, γιατί ὅ,τι λέω καί γράφω τά δανείζομαι ὁ ἀτελέστατος ἀπό τό θησαυροφυλάκιο τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας.
Ὁ κάθε τοπικὸς ἐπίσκοπος, ἔχει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ρύθμιση τῶν πάσης φύσεως θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν ἀποκλειστικὰ τὴν ἐπαρχία του καὶ δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα νὰ ἀνακατεύεται σὲ θέματα ἄλλων Ἐπισκοπῶν, διότι τότε πέφτει στὸ παράπτωμα τῆς εἰσπηδήσεως. Τὸ πρᾶγμα ὅμως διαφέρει, ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα πίστεως καὶ αἱρέσεων. Στὰ θέματα αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν ὅρια δικαιοδοσίας. Ἂν ρίξουμε μία ματιὰ στοὺς βίους τῶν ἁγίων Πατέρων μας θὰ διαπιστώσουμε ὅτι στοὺς ἀντιαιρετικοὺς των ἀγῶνες δὲν περιορίζονταν στὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας των. Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὁ ἅγιος αὐτὸς στὰ πλαίσια τῶν ἀγώνων του ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν καὶ Πνευματομάχων, ἔγραψε μία ἐπιστολὴ στοὺς κληρικοὺς τῆς Νικοπόλεως, (μίας ἐπαρχίας ποὺ δὲν ἀνῆκε στὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του), στὴν ὁποία ἐκφράζεται ἀπαξιωτικὰ γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους, ποὺ προδίδουν τὴν πίστη τους, προκειμένου νὰ διατηρήσουν τὸ ἐκκλησιαστικό τους ἀξίωμα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα. Δὲν τοὺς θεωρεῖ κἄν ὡς Ἐπισκόπους καὶ συνιστᾶ στοὺς κληρικοὺς τῆς Νικοπόλεως, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔγραψε τὴν ἐπιστολή, νὰ μὴν ἔχουν καμιὰ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν φιλοαρειανὸ ἐπίσκοπο Φρόντωνα. «Μόνον μὴ ἐξαπατηθεῖτε ταῖς ψευδολογίαις αὐτῶν, ἐπαγγελομένων ὀρθότητα πίστεως. Χριστέμποροι γὰρ οἱ τοιοῦτοι καὶ οὐ Χριστιανοί, τὸ ἀεὶ αὐτοῖς κατὰ τὸν βίον τοῦτον λυσιτελοῦν τοῦ κατὰ ἀλήθειαν ζῆν προτιμῶντες, (διότι αὐτοὶ πάντοτε προτιμοῦν συμβιβαστικὲς λύσεις μὲ τὴν αἵρεση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως)», (Ἐπιστολὴ 240,3, Νικοπολίταις πρεσβυτέροις, ΕΠΕ 3,226). Ἐδῶ λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος μὲ τὴν ἐπιστολὴ ποὺ γράφει σὲ κληρικοὺς ἄλλης ἐπαρχίας, ἐπεμβαίνει σὲ ξένη ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία, χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς προϊσταμένης του Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, τοῦ Πατριάρχου ἤ τῆς Συνόδου καὶ οὐσιαστικά τούς ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο. Ἡ ἐνέργειά του αὐτὴ οὔτε παράνομη εἶναι, οὔτε ἀντικανονική, διότι σὲ θέματα πίστεως, ὅπως ἐλέχθη, δὲν ὑπάρχει ἐνόρια, ἤ ὑπερόρια ἁρμοδιότης, δὲν ὑφίσταται θέμα εἰσπηδήσεως καὶ ἐπεμβάσεως σὲ ξένη ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία, ὅπως συμβαίνει μὲ ἄλλης φύσεως θέματα, ἀφοῦ ἡ αἵρεση μολύνει ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ τὸ ἦθος καὶ αὐτὴ τὴ διαγωγὴ τοῦ μεγάλου Βασιλείου τὴν βλέπουμε σὲ ὅλους τους ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιὰ παράδειγμα ὅταν στὴν Κωνσταντινούπολη ἐμφανίστηκε ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος, δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Ὅταν ἐμφανίστηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια ὁ Ἄρειος, δὲν ἔμειναν ἀδιάφοροι οἱ Καππαδόκες Πατέρες. Δὲν εἶπαν δηλαδή, ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχουμε καμιὰ δουλειά, νὰ ἀνακατευόμαστε σὲ ξένη ἐπαρχία. Ἂς φροντίσουμε μόνον νὰ μὴν ἐξαπλωθεῖ ἡ αἵρεση στὴν δική μας ἐπαρχία καὶ ἔτσι ἔχουμε πράξει τὸ καθῆκον μας.
Μὲ κατηγορεῖτε ὅπως προανέφερα πὼς μὲ τὶς δηλώσεις μου γίνομαι «ἀλλοτριοεπίσκοπος»(sic), ὅτι παρεμβαίνω «διδάσκων ἐπιτιμητικὰ πρόσωπα ἐκτὸς χώρου εὐθύνης» μου. Ὅταν ἐλέγχω πολιτικὰ πρόσωπα, μέλη τῆς κυβέρνησης, δὲν ἀφοροῦν οἱ ἐνέργειες καί οἱ ἀποφάσεις τους τά μέλη τοῦ ποιμνίου τῆς τοπικῆς μας ἐκκλησίας; Ὅταν ἔλεγξα συγκεκριμένο τηλεοπτικὸ σταθμό ὅπως προεῖπα, γιὰ ἀντιχριστιανικὸ πρόγραμμα, ὁ σταθμὸς αὐτὸς δὲν ἐκπέμπει στὴν περιοχὴ εὐθύνης μου;
Γράφετε: «Κείμενα (σ.σ. δικά μου) ποὺ ἀπευθύνονται σὲ ἑτεροδόξους ἀδελφούς, πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς κρατῶν, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους μὲ συγκεκριμένο σεξουαλικὸ προσανατολισμό, δίνουν τὴν αἴσθηση μίας ἀτμόσφαιρας, μονομεροῦς, φανατικῆς, ἀνελέητης, αὐτοαναφορικῆς (sic)»! Εἶστε φαίνεται ὀπαδὸς τῆς «ἀγαπολογίας», χαϊδεύοντας τοὺς πάντες! Προφανῶς μὲ ἀδικεῖτε διότι δὲν διαβάζετε μὲ προσοχὴ τὰ κείμενά μου, ἀλλὰ μὲ προκατάληψη. Προσπαθῶ νὰ εἶμαι ἀκριβής, στὶς ἐκφράσεις μου, γιὰ νὰ εἶμαι χρήσιμος. Αὐτὴ τὴν ἀκρίβεια, Ἐσεῖς τὴν ἑρμηνεύετε ὡς φανατισμὸ καὶ ἀνελέητη «αὐτοαναφορική»! Ὁ θεομίσητος σοδομισμός, σὲ πλῆθος χωρίων Ἁγίας Γραφῆς καὶ στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔγινε γιὰ Σᾶς «συγκεκριμένος σεξουαλικὸς προσανατολισμός»; Δηλαδὴ ὡραιοποιεῖτε τὸ θανάσιμο πάθος τοῦ σοδομισμοῦ μὲ τὴν ὁρολογία τῶν σοδομιστῶν; Διορθῶστε καί ἐπιτιμῆστε λοιπόν καί τόν Πανάγιο Τρισυπόστατο Θεό πού κατάκαυσε τά Σόδομα καί τά Γόμορα (Γεν. Κεφ. 18-19) καί ἐπαναφέρατε στήν τάξη τόν «πλανώμενο» Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν θεῖο Παῦλο πού διασαλπίζει «μή πλανᾶσθε ἀρσενοκοίται βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄Κορ. 6, 9), «ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες» (Ρωμ. 1, 27). «Ἀντί νά ὁδηγεῖτε τούς ἀνθρώπους στήν αὐτομεμψία καί στήν μετάνοια τούς ἀφήνετε στήν δυσωδία τῶν φρικωδῶν παθῶν τους γιά νά γίνουν ἐπίχαρμα τοῦ διαβόλου. Πολύ ὡραία ἡ ποιμαντική Σας» !!!
Τελειώνετε τὴν παραληρηματικὴ ἐπιστολή Σας μὲ τὰ ἑξῆς, λίαν ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτα «στολίδια» γιὰ τὸ πρόσωπό μου: «Συγχώρα μὲ νὰ σοῦ πῶ ὅτι τὰ κείμενά σου γελοιοποιοῦν τὴν ἐκκλησία, ἐκθέτουν τοὺς κληρικοὺς καὶ ρημάζουν τὴν ἐλπίδα νὰ δεχτοῦν τὸν Χριστὸ Σωτήρα οἱ σημερινοὶ πελαγοδρομοῦντες ἄνθρωποι, ἀφοῦ διαβάζουν μένουν μὲ τὴν αἴσθηση φανατισμοῦ, μονομέρειας, ἐμμονικῆς ἀπολυτότητας, καμιᾶς διαλλακτικότητας καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση φαρμακερῆς ἀναλγησίας ἀντὶ ἀγάπης»! Λυποῦμαι Σεβασμιώτατε, ἀλλὰ αὐτὲς οἱ ἐκτιμήσεις εἶναι ἀπὸ τὸ «στρατόπεδο» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ὁποῖο, καὶ Ἐσεῖς τὸ γνωρίζετε, εἶναι συντριπτικὴ μειοψηφία. Ἐκτιμήσεις στοὺς βελούδινους καναπέδες τῶν χλιδάτων σαλονιῶν τῶν βολεμένων. Κάματε κάποια ἔρευνα στὸν πολὺ λαὸ τί γνώμη ἔχει γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμό; Διαβάζετε ἔντυπα καὶ παρακολουθεῖτε ΜΜΕ ἀντίθετα μὲ τὸν οἰκουμενισμό, νὰ δεῖτε τί γνώμη ἔχουν γιὰ τὰ κείμενά μου; Ρωτήσατε τυχαία πιστοὺς τῶν ἐνοριῶν Σας γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τοὺς ἐπικίνδυνους νεωτερισμοὺς στὴν Ἐκκλησία;
Δυστυχῶς γιά Ἐσᾶς ἄλλη γνώμη ἔχει ὁ Μακαριώτατος μέντορας καί ποδηγέτης Σας πού Σᾶς πῆρε ἀπό τήν ἀφάνεια τῆς Ἱ. Μονῆς Σαγματᾶ μέ δύο μόλις μοναχούς καί Σᾶς κατέστησε Μητροπολίτη τῆς περιωνύμου καί ἱστορικῆς Μητροπόλεως Ἀργολίδος, ἐφ’ ὅσον ἐπωνύμως χρησιμοποίησε κείμενά μου γιά νά ὀργανώσει τήν ὄντως ἐμπνευσμένη εἰσήγησή Του στήν τακτική σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας Ὀκτωβρίου 2016 καί δυστυχῶς γιά Ἐσᾶς ἄλλη γνώμη ἔχει ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος ἡ ὁποία μοῦ ἀπέστειλε δύο συγχαρητήριες ἐπιστολές τίς ὑπ’ ἀριθμ. 1722/798/7.4.2017 καί 2257/979/9.5.2017 μέ τίς ὁποῖες μέ συγχαίρει γιά τίς ὅπως χαρακτηρίζει ἐμπνευσμένες εἰσηγήσεις μου καί τήν «οὐσιαστικήν καί πολυτιμοτάτην συμβολήν μου» στό ὑψίστης σημασίας θέμα τῆς ἐπικειμένης Συνταγματικῆς Ἀναθεωρήσεως καί τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.
Λυποῦμαι, ἀλλὰ ἂν αὐτὲς οἱ ἐκτιμήσεις Σας ἰσχύουν γιὰ μένα, τότε σίγουρα πολὺ περισσότερο ἰσχύουν γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες μας. Καὶ τοῦτο διότι, ἂν κάνετε τὸν κόπο καὶ διαβάσετε κάποια, ἔστω, ἀντιαιρετικὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πάτερων, ἢ κάποια, ἔστω, Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, θὰ διαπιστώσετε μὲ ἔκπληξη τὴν ἀπόλυτη ἐμμονή τους στὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν ἀπόλυτη πεποίθησή τους ὅτι στὰ τῆς πίστεως δὲν χωράει καμιὰ συγκατάβασις, τὴν ἀπόλυτη ἀδιαλλαξία τους νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν, τὴν ἀπόλυτη ἄρνησή τους νὰ ἔρθουν σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὴν φαινομενικὰ «φαρμακερὴ ἀναλγησία» τους καὶ ἐπιμονή τους νὰ ἀποκόψουν καὶ νὰ ἀναθεματίσουν τοὺς αἱρετικοὺς ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, δὲν ἤξεραν ἀπὸ ψευτοαγαπολογίες καὶ χαϊδέματα οἰκουμενιστικοῦ τύπου. Καὶ ὅμως! Αὐτοὶ ἦταν ποὺ εἶχαν ὄντως ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ἀγάπη καὶ ὄχι οἱ σημερινοὶ οἰκουμενιστές. Σίγουρα ἂν ζοῦσε σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ τὸν ἀκούγατε νὰ λέει στοὺς Γαλάτες «ἀλλὰ καὶ ἂν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω», (1,8), δηλαδὴ νὰ ἀναθεματίζει ἐκείνους, ποὺ θὰ τολμοῦσαν νὰ κηρύξουν ἄλλο εὐαγγέλιο, θὰ λέγατε ὅτι πάσχει ἀπὸ φανατισμό, μονομέρεια, καὶ ἐμμονικὴ ἀπολυτότητα. Ἂν πάλι τὸν ἀκούγατε νὰ ἀπευθύνεται στὸν Ἐλύμα τὸν μάγο καὶ νὰ τοῦ λέει: «υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύση διαστρέφων τὰς ὁδοὺς Κυρίου τὰς εὐθείας;», θὰ λέγατε ὅτι πάσχει ἀπὸ φαρμακερὴ ἀναλγησία, ὅτι δὲν ἔχει ἀγάπη, ὅτι δὲν ἔχει στοιχειώδεις τρόπους καλῆς συμπεριφορᾶς, ὅτι στερεῖται ἀπὸ τὴν ψευτοευγένεια τῶν βελούδινων καναπέδων καὶ τῶν χλιδάτων σαλονιῶν τῶν βολεμένων τῆς οἰκουμενιστικῆς παρατάξεως. Ἂν πάλι ἀκούγατε τὸν ἀπόστολο Πέτρο νὰ ἀπευθύνεται στὸν Σίμωνα τὸν Μάγο καὶ νὰ τοῦ λέει: «τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοί εἴη εἰς ἀπώλειαν», (Πράξ.8,20), τότε σίγουρα θὰ λέγατε ὅτι «ὑφαρπάζει τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ», ὅτι τὰ λόγια του «γελοιοποιοῦν τὴν ἐκκλησία, …καὶ ρημάζουν τὴν ἐλπίδα νὰ δεχτοῦν τὸν Χριστό», ὅσοι θὰ ἄκουγαν τὸ κήρυγμά του. Καὶ ὅμως! Οἱ ὡς ἄνω ἀπόστολοι ὁμιλοῦσαν ἐν Πνεύματι ἁγίω, εἶχαν ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἐπλανῶντο. Ἐκεῖνος ποὺ πλανᾶται, εἶσθε Ἐσεῖς καὶ ὄχι Ἐκεῖνοι!
Καταλήγετε μὲ τὴ δήλωσή Σας «φυσικὰ σιχαίνομαι τὴ λογοκρισία». Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «σφυροκόπημα» ἐναντίον μου τί εἶναι;
Σεβασμιώτατε,
Εἰλικρινὰ λυποῦμαι γιὰ τὴν ἐπίθεση αὐτὴ στὸ πρόσωπό μου. Λυποῦμαι ἰδιαίτερα, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ ἐπίθεση δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀποδέκτες τῶν κειμένων μου ἀπό τούς Ἰσλαμιστές, τούς Ραββίνους, τούς Μασώνους καί τούς ἀποδομητές τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν συνεπίσκοπό μου, ὁ ὁποῖος, ἂν εἶχε πραγματικὴ ἀγάπη, διάκριση καὶ εἰλικρινῆ διάθεση νὰ μὲ «συνετίσει», θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ μὲ πάρει στὸ τηλέφωνο, ἤ κατά τίς ἐπισκέψεις Του στήν Μητρόπολί μου πού ὅπως ἀναφέρετε μέ εὐγένεια πάντοτε Σᾶς ἐδεχόμουν, θά μέ συναντούσε γιά νά μέ συμβουλεύσει νὰ ἐκφράσει τὶς αἰτιάσεις του ἐναντίον τῶν ἐνεργειῶν μου γιατί ὅπως λέτε ἐπί τῆς «οὐσίας» δέν ὑπάρχει θέμα!!! Ἀντιλέγετε γιά τίς ἐνέργειές μου. Πῶς διαχωρίζετε τήν οὐσία καί τό περιεχόμενο ἑνός ἀνθρώπου ἀπό τίς πράξεις του μόνο Ἐσεῖς τό ἀντιλαμβάνεσθε. Γνωρίζομε τήν θεοπρεπῆ διάκριση κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί τήν Ἁγία Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 1351 τῆς ἀμεθέκτου Θείας οὐσίας καί τῶν μεθεκτῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν στόν Πανάγο Θεό ἀλλά ὄχι καί στόν ἄνθρωπο. Λυποῦμαι ποὺ ἂν καὶ ἰσχυρίζεστε ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι «προσωπική», κοινοποιήθηκε σὲ ὅλους τους συνεπισκόπους μας, δηλαδὴ εἶναι μία ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ γιὰ νὰ διασυρθεῖ τὸ ὄνομά μου! Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ποὺ Σᾶς γράφω τὴν ἀπάντησή μου, εἶναι ἀναρτημένη στὶς ἱστοσελίδες τοῦ Διαδικτύου! Ἐπίσης λυποῦμαι ποὺ δὲν μὲ πείθετε ὅτι τὸ «πνεῦμα» τῆς ἐπιστολῆς Σας ἐνέχει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης! Ἂν τέτοια εἶναι ἡ ἀγάπη, τότε ποιὸ μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ μῖσος, ἡ ἐμπάθεια καὶ ὁ διασυρμός;
Λυποῦμαι τέλος Σεβασμιώτατε ποὺ θὰ Σᾶς τὸ πῶ, ἔτσι «χῦμα»: Ἂν ζούσατε τὸν 4ο αἰῶνα, θὰ στέλνατε ἴδια ἢ καὶ χειρότερη ἐπιστολὴ στὸν «φανατικὸ» καὶ «φονταμενταλιστὴ» Μέγα Ἀθανάσιο γιὰ τὴ δυναμική του ποιμαντικὴ διακονία, τὴν ὁποία ἐγὼ ὁ παναμαρτωλὸς καὶ ταλαίπωρος προσπαθῶ νὰ μιμηθῶ!
Σᾶς ἀσπάζομαι ἀδελφικὰ (καὶ ὄχι ὑποκριτικὰ) μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ προσεύχομαι ὁ Θεὸς νὰ Σᾶς συγχωρήσει γιὰ τὴν ἐμπάθεια Σας καὶ δυστυχῶς τὴν ὑποκρυπτόμενη σκοπιμότητα τῆς ἐπιστολῆς Σας, ποὺ μόνο Ἐσεῖς γνωρίζετε!
Φιλαδέλφως
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Κοινοποίησις:
Μακ. Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμον, Εἰς ΑΘΗΝΑΣ
Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας, Μέλη τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Εἰς τάς ἕδρας Αὐτῶν.

Αργολίδος Νεκτάριος προς Πειραιώς Σεραφείμ: «Δεν εκπροσωπείς κανέναν»

Γράφει ο Βασίλης Αλεξίου

Βαρυσήμαντη επιστολή προς τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ με αφορμή κάποιες από τις δημόσιες παρεμβάσεις του, φέρεται να έχει αποστείλει ο Μητροπολίτης Αγρολίδος κ. Νεκτάριος.

Σύμφωνα με πληροφορίες του trikalavoice.gr  με την επιστολή  αυτή ο Μητροπολίτης Αργολίδος, την οποία κοινοποίησε σε όλα τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, απευθύνεται σε αδελφικό ύφος στον Μητροπολίτη Πειραιώς, πλην όμως καθιστά σαφές πως οι κατά καιρούς τοποθετήσεις του  δεν εκπροσωπούν την εκκλησία, παρά μόνο τον ίδιο του τον εαυτό. «… Προσωπικά ενοχλούμαι πολύ (κι όχι μόνον εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι συνεπίσκοποι) όταν μιλάς με τρόπο ως… εκ προσώπου. Δεν εκπροσωπείς κανέναν» σημειώνεται στην επιστολή που φέρεται να απέστειλε ο Μητροπολίτης Αργολίδος στον Μητροπολίτη Πειραιώς.

 

Στην ίδια επιστολή  ο κ. Νεκτάριος φέρεται να  ζητά προκαταβολικώς συγνώμη  από τον κ. Σεραφείμ γιατί θα τον λυπήσει με τις σκέψεις του, οι οποίες όμως αφορούν τις πράξεις του Ποιμενάρχη του Πειραιά, οι οποίες όπως σε άλλο σημείο αναφέρει  «τα δημοσίως γενόμενα, δημοσίως κρίνονται».

« Σεβασμιώτατε άγιε αδελφέ, θέλω εδώ και πολύ καιρό να σου απευθύνω αυτή την επιστολή, αλλά δίσταζα. Αφ’ ενός μεν γιατί θα σε λυπήσω και θα γίνω αιτία να νιώσεις άσχημα, αφ’ ετέρου δε, γιατί έχω γίνει δέκτης πολλές φορές της φιλαδελφείας, της φιλοφροσύνης και της φιλοξενίας σου, η οποία κατά κοινή ομολογία, αλλά και από προσωπική εμπειρία, είναι παροιμιώδης. Όμως, συγχώρεσέ με, δεν μπορώ να σιωπήσω…» αναφέρεται στην επιστολή η οποία σύμφωνα με πληροφορίες του trikalavoice.gr  έχει φτάσει ήδη στα γραφεία των περισσότερων Μητροπόλεων με φερόμενο ως αποστολέα τον Μητροπολίτη Αργολίδος.

Ο κ. Νεκτάριος φέρεται να υπενθυμίζει στη συνέχεια πως και ο ίδιος έχει δεχθεί σκληρή κριτική μέσω ανακοινώσεων του γραφείου αιρέσεων της Μητρόπολης Πειραιώς.

« (…) Πριν από καιρό το γραφείο αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς, δημοσίευσε κάποια κείμενα εναντίον μου, έναν οχετό ύβρεων και κατηγοριών. Πιστεύω, ότι έγιναν εν γνώσει σου, αν όχι με τις ευλογίες σου. Όμως ούτε απάντησα, ούτε διαμαρτυρήθηκα, ούτε άρχισα να πυροβολώ μέσα από το διαδίκτυο-αγαπημένο άθλημα για πολλούς «Χριστιανούς»-και όσες φορές συναντηθήκαμε σε διάφορες εκδηλώσεις, ή στην Ιεραρχία, δεν σου είπα κουβέντα, ούτε εξέφρασα κάποιο παράπονο. Το ίδιο θα κάνω και τώρα. Δεν θα ασχοληθώ με προσωπικές μας αντιθέσεις. Οι προβληματισμοί που καταθέτω δεν είναι για προσωπικά θέματα, αλλά για καθαρά εκκλησιαστικά και ποιμαντικά.

Είναι αλήθεια ότι κάθε φορά μας εκπλήσσεις. Και μάλιστα αρνητικά (…)».

Το πρώτο σημείο που υπενθυμίζει ο Μητροπολίτης Αργολίδος είναι οι αφορισμοί και τα αναθέματα που εξαπέλυσε προ ετών ο Μητροπολίτης Πειραιώς ανήμερα του εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας: « (…) Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε που απήγγειλες τα γνωστά αναθέματα κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Εκτός του ότι απετέλεσε μοναδική πανελλήνια εξαίρεση, συμπεριέλαβες ετεροδόξους, αιρετικούς, ακόμη και αλλοθρήσκους. Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο είναι παραλογισμός. Η εκκλησία αναθεματίζει και αφορίζει μέλη της τα οποία διαστρέφουν ή αποκηρύσσουν την αλήθεια. Απ’ όσο ξέρω, η εκκλησία δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να αφορίσει και να αναθεματίσει, δηλαδή να αποπέμψει κάποιον που δεν ήταν μέλος της. Όσον αφορά τον αφορισμό, επίτρεψέ μου ένα προσωπικό σχόλιο, μπορεί να κάνω και λάθος. Αν ο αναθεματισμός και ο αφορισμός γίνονται από εμπάθεια, τότε είναι κάτι ξένο προς την εκκλησία. Ο αναθεματισμός-αφορισμός ήταν πιστεύω, ένα έσχατο ποιμαντικό μέτρο και έκφραση αγάπης της εκκλησίας, όχι εκδίκησης. Ο αιρετικός μόνος του, εθελουσίως και ενσυνειδήτως αποκόπτεται από την εκκλησία. Δεν αφορίζει η εκκλησία. Μόνος του αυτοαφορίζεται….».

Υπενθυμίζοντας την ευθύνη της εκκλησίας για τη διδασκαλία του πιστού λαού ο κ. Νεκτάριος φέρεται να κάνει λόγο περί έλλειψης κατήχησης των σύγχρονων ανθρώπων που έχει ως αποτέλεσμα «ξεματιάστρες» να κυκλοφορούν εντός της εκκλησίας:

«… Το έχω και πάλι ξαναγράψει, και δεν θα πάψω να το γράφω με πόνο, ότι ο λαός μας, με δική μας ευθύνη, παραμένει ακατήχητος, στα σκοτάδια της αγνοίας. Και εμείς βαυκαλιζόμαστε για το αντίθετο. Ζούμε εκτός πραγματικότητος. Βλέπουμε τις χιλιάδες των ανθρώπων που κατακλύζουν τις εκκλησίες τη Μ. Εβδομάδα και ενθουσιαζόμαστε. Δεν αναρωτιόμαστε όμως πόσοι απ’ αυτούς ήλθαν για φολκλορικούς λόγους, για να τηρήσουν το έθιμο, για να ρίξουν κροτίδες. Δεν αναρωτιόμαστε πόσοι έχουν ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Πόσοι έχουν πάρει στα σοβαρά την ευθύνη τους ως μέλη της εκκλησίας….

… Αυτή η άγνοια, αδελφέ μου, είναι που με συνέχει ως επίσκοπο. Αυτό είναι το μεγάλο ποιμαντικό πρόβλημα της εκκλησίας μας. Δεν είναι ο πάπας το πρόβλημα, δεν είναι οι σκοτεινές δυνάμεις. Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί μας έχουν μια δεισιδαιμονική αντίληψη για την πίστη.  Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουν. Το μόνο που ξέρουν καλά, είναι να ξεματιάζουν! (αλήθεια θα άξιζε να κάναμε μια στατιστική να δούμε πόσες «ξεματιάστρες» διαθέτει η εκκλησία μας. Κάποτε διέθετε Αποστόλους, προφήτες, διδασκάλους, δυνάμεις, χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Στις μέρες μας τα περισσότερα χαρίσματα εξαφανίστηκαν ή ελαχιστοποιήθηκαν. Αντικαταστάθηκαν από το «ξεμάτιασμα»…).

Μου φαίνεται λοιπόν παράλογο να αναθεματίζουμε όλους τους άλλους, εκτός από τους κατ’ όνομα Ορθοδόξους χριστιανούς με αιρετικές αντιλήψεις. Δυστυχώς ο αρειανισμός, ο πραγματικός μονοφυσιτισμός κλπ.  έχουν ριζώσει βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων μας και εμείς «αέρα δέρομεν»…».

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος  εμφανίζεται αντίθετος και με την δριμεία κριτική που κατά καιρούς έχει κάνει ο Μητροπολίτης Πειραιώς έναντι άλλων θρησκειών και των ιδρυτών τους.

«Σε παλαιότερες δηλώσεις σου καταφέρθηκες εναντίον κάποιων θρησκειών και των ιδρυτών τους. Αλήθεια, δεν αναλογίστηκες τι επιπτώσεις μπορούσε να φέρει αυτή η ενέργειά σου; Τη στιγμή που κάποιοι δεν διστάζουν να αιματοκυλήσουν τον κόσμο στο όνομα της πίστης τους, είναι λογικό να προκαλούμε;(…)» σημειώνει ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε επιστολές που κατά καιρούς έχει στείλει ο κ. Σεραφείμ προς ηγέτες κρατών, (υπενθυμίζουμε εμείς όπως στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ και πιο πρόσφατα στον πρόεδρο της Τουρκίας Ερντογάν).

«(…)Κείμενα σαν αυτά που απευθύνονται σε αρχηγούς άλλων κρατών και τελευταία σαν το απίθανο στον αρχηγό γειτονικού κράτους, κάθε άλλο παρά παρουσίαση της διδασκαλίας της εκκλησίας μας είναι, μάλλον για διαγγέλματα πρόκειται και κάτι τέτοιο ξεφεύγει από το χώρο του τραγικού και μπαίνει στο χώρο του κωμικού. Αφήνω πως τα διαγγέλματα αυτά προκάλεσαν σοβαρά διπλωματικά προβλήματα και εξέθεσαν την εκκλησία μας».

Για την  επιστολή που απέστειλε πρόσφατα ο Μητροπολίτης κ. Σεραφείμ προς τους Κόπτες «τους οποίους απειλείς με κόλαση αν δεν προσέλθουν στην Ορθοδοξία» ο Μητροπολίτης Αργολίδος φέρεται να σημειώνει πως αυτή παρουσιάζει σοβαρά εκκλησιολογικά και πνευματικά προβλήματα.

Δηλώνει δε ότι θλίβεται και πονάει για το μαρτύριο που υφίστανται αυτοί οι χριστιανοί, που μέτρησαν τόσα θύματα. «Δεν άξιζαν λίγο τη συμπάθειά μας;» διερωτάται και προσθέτει: «Ενοχλήθηκα πολύ όταν απέδωσες το διωγμό που υφίστανται οι Κόπτες σε αποδοκιμασία του Θεού για την κακοδοξία τους. Μα πως μπορούμε να μιλάμε εξ ονόματος του Θεού;».

Σε άλλο σημείο της επιστολής του ο κ. Νεκτάριος φέρεται να σημειώνει:«Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί και κληρικοί ψάχνουμε για εχθρούς, δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς «βαρβάρους». Κλεισμένοι στο καβούκι μας, έχουμε την αίσθηση ότι όλες οι σκοτεινές δυνάμεις, με προεξάρχοντα τον σιωνισμό, έχουν μοναδικό στόχο την Ορθοδοξία και την Ελλάδα. «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» έχουν αντικαταστήσει σε πολλούς το Ευαγγέλιο (…) Από μικρό παιδί έχω κουραστεί να ακούω στο χώρο μας ένα σωρό απίστευτες συνωμοσιολογίες, που μόνο να τρομοκρατούν καταφέρνουν και να μην βοηθούν τους ανθρώπους στην ανάληψη της ευθύνης και στην ωρίμανση. Ό,τι κακό συμβαίνει μέσα μας και γύρω μας, φταίνε πάντα οι άλλοι, οι μασόνοι, οι σιωνιστές, οι άθεοι, οι εχθροί της Ορθοδοξίας (…)

(…) Δυστυχώς η σταλινικού τύπου δικτατορία των «Ορθοδόξων» φονταμενταλιστών, δεν επιτρέπει να ακουστεί καμία άλλη φωνή. Υφιστάμεθα μια πρωτόγνωρη τρομοκρατία στις ιστοσελίδες και στα γνωστά περιοδικά, όταν τολμήσαμε να καταθέσουμε τον προβληματισμό μας, όταν προσπαθούμε να αφουγκραστούμε το ρυθμό της εποχής μας, τις ανάγκες και τα αιτήματα των ανθρώπων. Κι έτσι φτάσαμε στο σημείο οιsuper ορθόδοξοι να διακόπτουν το μνημόσυνο του επισκόπου, να καλούν τον λαό σε αποτείχιση, να δημιουργούνται φατρίες, να αναστατώνονται συνειδήσεις κλπ. κλπ.. Δεν φταίνε βέβαια γι’ αυτό ούτε οι σκοτεινές δυνάμεις, ούτε οι εχθροί της εκκλησίας, αλλά σίγουρα εμείς που δεν αναλογιζόμαστε την τεράστια ευθύνη μας απέναντι στον Θεό και στην εκκλησία Του. Όλοι αυτοί που τρέφονται με κάθε είδους τρομολαγνεία γίνονται δυστυχώς οι κόλακές μας. …

…Οι κόλακες δεν μας αγαπούν. Τα συμφέροντά τους κοιτάζουν. Και κινούνται όπου φυσάει ο άνεμος. Βλέπω πολλές φορές να μας προβάλουν και να μας επαινούν με πηχιαίους τίτλους σε εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και ειλικρινά φοβάμαι όσο κι αν κολακεύεται ο κρυφός ή φανερός εγωισμός μας».

Σε άλλο σημείο ο κ. Νεκτάριος φέρεται, αναφερόμενος στο δικαίωμα του κάθε επισκόπου να εκφράζει την άποψή του στο χώρο της αρμοδιότητάς του να διερωτάται:  «Όταν, αδελφέ μου, απευθύνεσαι αναρμοδίως σε πρόσωπα εκτός της επισκοπής σου, όσον αφορά το χώρο αρμοδιότητάς σου, πως μπορεί να μην έχει τις αντιρρήσεις του; Αν και αφού είμαστε Εκκλησία, δεν νομίζεις ότι κανείς δεν δικαιούται να γίνεται αλλοτριοεπίσκοπος; Να παρεμβαίνει διδάσκων επιτιμητικά πρόσωπα εκτός χώρου ευθύνης του; Αυτονόητα γεννιέται η απορία: Ως τι ομιλείς; Ως εκπρόσωπος τίνος; Της διοικούσης εκκλησίας; Δεν είσαι. Ως επίσκοπος; Είναι αλλότριος ικέτης, αυτός στον οποίο απευθύνεσαι. Ως υπερεπίσκοπος τελικά; Δεν έχεις την επισύσταση πασών των εκκλησιών. Κείμενα σαν αυτά που απευθύνονται σε ετεροδόξους αδελφούς, προς τους Ιουδαίους, προς τους αρχηγούς κρατών, προς τους ανθρώπους με συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό, δίνουν την αίσθηση μιας ατμόσφαιρας, μονομερούς, φανατικής, ανελέητης, αυτοαναφορικής. Παρουσιάζουν ευθέως και πλαγίως μιαν αντίληψη εθνικής θρησκείας και μια… ιουδαϊκή μονομερή, λανθασμένη θεολογία περιούσιου λαού, των προσδιορισμό στον οποίο λαό, τον αποδίδεις μόνος. Όμως, δε σου γράφω για να αξιολογήσω τα γραφόμενά σου, αλλά για να διαμαρτυρηθώ για την ενέργεια καθ’ εαυτήν.  Η εξ αγνοίας ή εξ σκοπιμότητος ταύτιση από μέρους των ανθρώπων κάθε κληρικού με την εκκλησία, οδηγεί στο σκεπτικό και στο συμπέρασμα, ότι οι απόψεις σου είναι απόψεις της εκκλησίας. Πράγμα αναληθές. Η εκκλησία αγαπά τους πάντες και περισσότερο από όλους τους εχθρούς της. Ας μην ξεχνάμε ότι την ώρα της Σταύρωσης ο Χριστός ανησυχούσε για τους σταυρωτές Του. (…)».

Και η επιστολή που ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Νεκτάριος φέρεται να έχει αποστείλει στον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ κλείνει ως εξής:

«… Η εκκλησία θυσιάζεται και δεν θυσιάζει. Ευλογεί και δεν καταριέται. Πάσχει και δεν βασανίζει. Λοιδορείται και δεν εμπαίζει. Παραδίδεται και δεν επιτίθεται. Σταυρώνεται και δεν σταυρώνει. … Ντρέπεται και ζητάει συγνώμη για τις περιόδους που ξέχασε τον Χριστό και άρπαξε το ξίφος του Καίσαρα και πλέον (όπου γης) ξέρει ότι αν δεν το επέστρεψε (το ξίφος στον Καίσαρα) πρέπει να το κάνει ΑΜΕΣΩΣ και ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για δαιμονική παρεκτροπή. Η νύμφη του Χριστού δεν είναι μακελάρης!!! Συγχώρα με να σου πω ότι τα κείμενά σου γελοιοποιούν την εκκλησία, εκθέτουν τους κληρικούς και ρημάζουν την ελπίδα να δεχθούν τον Χριστό Σωτήρα οι σημερινοί πελαγοδρομούντες άνθρωποι, αφού διαβάζοντας μένουν με την αίσθηση φανατισμού, μονομέριας, εμμονικής απολυτότητας, καμμιάς διαλλακτικότητας και σε τελική ανάλυση φαρμακερής αναλγησίας αντί αγάπης. (…)

(…) Προσωπικά ενοχλούμαι πολύ (κι όχι μόνον εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι συνεπίσκοποι) όταν μιλάς με τρόπο ως… εκ προσώπου. Δεν εκπροσωπείς κανέναν. Φυσικά σιχαίνομαι τη λογοκρισία (και δεν εννοώ με αυτά που γράφω την προληπτική λογοκρισία –Θεός φυλάξει), αλλά σιχαίνομαι και το καπέλωμα. Γράψε και πες ό,τι θέλεις, διευκρινίζοντας όμως ότι είναι απόψεις σου, γνώμες σου, τοποθετήσεις σου. Δεν είναι σωστό να διατείνεσαι ότι η εκκλησία λέει κλπ.. Καθένας μας έχει τις ευθύνες του και αν μου αντίπεις ότι αυτά τα γράφεις ως επίσκοπος, τότε κάθε επίσκοπος θα ξαναθυμηθεί τον απόστολο και θα φωνάξει: «Καγώ ειμί» (…)».