ΠΕΡΙ ΤΟ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη, Θεολογῶν

Λαμβάνοντας παράτολμον  τινά θάρρος κ τς μόλις προσφάτου κυπριακς Συνοδικς γκυκλίου, με εδικόν τίτλον: «Μήνυμα τς ερς Συνόδου προς παν το πλήρωμα τς γιωτάτης κκλησίας τς Κύπρου» (31ην ουλίου 2016), (πο)γεγραμμένης, πό τς ερς Συνόδου τς κκλησίας τς Κύπρου, πιθυμομεν διακας, πως καταγράψομεν δημοσίως, ς λάχιστα και νεργ μέλη Ατς,  ν τινι δυνάμει κριτικόν σχολιασμόν βάσει τν παράδοξων προπαγανδιστικν γραφθέντων και διακηρυχθέντων Της.

Τό θάρρος περί τοτης τς κριτικς μας, (προς)λαμβάνεται, κατόπιν σπανίας Συνοδικς ελογίας καί ναφορς «προς τος νέους» ταν γίνεται εδική κθεσις διά ποιά κριβς πράγματα σχολήθηκε «γία και Μεγάλη» Σύνοδος τν Οκουμενιστν Προκαθημένων κ.. εραρχν ες το Κολυμπάριον τς Κρήτης.

Μις και φ΄ σον ν Κολυμπαρί Ληστρικ «Σύναξις τν μνν» τόλμησε καί πευθύνθηκε διαίτερα, προς τους ρθοδόξους Χριστιανος νέους και τους προσκαλε πως «γίνουν φύλακες τς [ρθοδόξου] παραδόσεως», το ποον καί παναλαμβάνει και το παναδιατυπώνει, μαζί και πρόσφατη καλοκαιρινή Συνοδική γκύκλιος τς ερς ρχιεπισκοπς Κύπρου (δετε 2ον σημεον ες τήν 3ην παράγραφον), χωμεν τότε παντες ο νέοι (και χι μόνον) τινά δήριτον κκλησιολογικήν και Βαπτισματικήν ποχρέωσιν πού κπηγάζει, κυρίως, πό το Χριστολογικο, Βασίλειου ερατεύματος [1], δηλ. τς Πνευματικς ερωσύνης (=Χαρισματική Υοθεσία) [2] τν ρθοδόξων Κληρικν, Μοναχν και Λαϊκν, ἵνα κφράσωμεν μετά εθυτενος παρρησίας τος ποιες σωρηδόν λογικές, Θεολογικές και κκλησιολογικές νστάσεις μας. Μόνο μη σταθε κανες  ονο-πνευματικός και πνευματικός Κληρικός,  ετε οκουμενιστής ετε και ντιοικουμενιστής, μπροσθεν μν τν νέων, να μς ποτρέψει εις τό ν λόγ Συνοδικ κάλεσμ το «φυλάττειν» και «λευθεροστωμεν» πέρ τς ερς Παραδόσεως τς Φιλονηπτικς ρθοδοξίας.

Και σοι  ντιοικουμενιστές και οκουμενιστές, θεωρσιν, σφαλμένα σαφς, τι διά το ρθς φυλάττειν και ρθοδόξως θεολογεν καί λευθεροστωμεν, πέρ Πίστεως και ετα πέρ πατρδος, τι δθεν φίστατο νάγκη χρεία τινάς κληρικαλιστικς καί μοναστηριοποιημένης «τυφλς πακος», πλανάται πλάνην οκτράν, τοτέστιν νύποπτος  κ δεξιν πειρασμός, μις και Εαγγελική, Προφητική και  ποστολική, Συμφωνία (Consesus Patrum) τν Θεηγόρων Πατέρων, διακηρύττωσιν προφανς, τι «κινδυνευούσης τς Πίστεως» πιβάλλεται περί ζητημάτων Πίστεως, πως νεργηθε ερ και γία Α-ΝΥ-ΠΑ-ΚΟ-Η.

ποιος κληρικός Πνευματικός, Μοναχός, Λαϊκός, , καί «νθρωπος τς πακος» δεν δύναται να ννοήσει τοτο το πλόν, παρξιακς, δηλ. χρι μυελν τν στέων του, ς πάψει πί τέλους να βραχυκυκλώνει  τους πλούς και πλοϊκούς πιστούς και να σκε τινά κατάχρησιν  τς πνευματικς ξουσίας Του. Πατερικ Θεολογία, μς διδάσκει διάλλειπτα: περί τινς σημαίνουσας  διακρίσεως, τς γίας (ν)πακος, πό τινς κακς, λιθίου, φελος και σατανικς  πακος.

Τοτο, μλλον θα πρέπει να το «διδαχθμεν» παντες ς, θεολογικόν ποίημαν, (μις και «σονται πάντες διδακτοί Θεο» σύμφωνα με τίς ποστολικές Διαταγές) να μη μποδίζονται διακρίτως, ο μολογιακοί γνες τν πιστν, πό σχυρογνώμονες, δειλος, διστακτικούς, φανερούς και φανες, «διακριτικούς» Κληρικούς, πού νεργσιν,  διά λογαριασμόν το πισκόπου των, το Μυστήριον τς Μετανοίας/ξομολογήσεως· πολλ μλλον σοι Κληρικοί κατσαδιάζωσιν με μαεστρία, «ποιμαντικά» καί «συμβουλευτικά»,  τά πνευματικά τους παιδιά κ.., κ θέσεως ποιμαντικς σχύος, κατ΄ρχήν ς ξασκηθσιν (ν τολμσιν βεβαίως), νοικτά, νυπόγραφα και πώνυμα,  προς τος μεσα προϊσταμένους (λλοτριο)πισκόπους των και κατά τινν λλων τ ντι νεξέλεκτων αρετιζόντων εραρχν λλων παρχειν, πού χωσιν, κραυγαλέες καί σχυρές, τάσεις και πιδράσεις κ το παναιρετικο Συγκρητισμο και Μασσωνισμο.

Σε τοτο  κριβς το σημεον, ρθεν ρα, πως καταθέσομεν τις προσωπικές κριτικές νστάσεις μας κατά το ληστρικο Συνοδικο Μηνύματος τς ερς ρχιεπισκοπς Κύπρου:

Α΄. Τό μήνυμα τς ν Κύπρ ερς Συνόδου εναι ψευδώνυμον,  διότι: « Σύνοδος τν Κολυμπαριστν» δεν δύναται να χει οδεμία σοβαρή, διαχρονική, κκλησιολογική σύνδεσιν, λλ΄οτε «ποτελε  συνέχεια», δθεν, τν γίων ννέα Οκουμενικν  καθς και  λλων ερν Τοπικν Συνόδων, διότι κατ΄ρχς, εχεν πίμονα ποσαφηνισθε πό τν Προκαθημένων Οκουμενιστν, τι, το και εναι, νας νέος και[ε]νοφανής θεσμός. Διά να ποτελοσεν πράγματι συνέχεια, τν Θεοπνεύστων Οκουμενικν Συνόδων, θα πρεπε να κολουθήσει και την πάγια γιω-οκουμενική, πρακτικ και τακτική, τν τ ντι  γίων και Μεγάλων Συνόδων, πί τς βάσεως τς μπειρικς Δογματικς τν θεφόρων Πατέρων. ντ΄ ατο, καταθέτει, δυστυχς, μία προειλλημένη, ίδεοληπτική, νοησιαρχική και διανοουμενίστικη,  θεωρητική δογματική, ες βάρος τς μπειρικς, για φελείς. συνοδική, ξάπαντος θεωρητική ναφορά, ες την δευτέρα μόλις παράγραφον , στα περί τν θείων νομάτων τν  γίων Πατέρων, δηλ. το Μεγάλου Φωτίου και το Γρηγορίου το Παλαμᾶ, εναι παμπόνηρον τέχνασμα, «προπέτασμα καπνοῦ», να μη ντιδρσιν ο παραδοσιακοί ντι-οκουμενιστές.

Το ρώτημα πού πρέπει να τεθε και να συνπροβληματιστε κριτικά, ρκετά και σε βάθος, εναι:

ράγε διά ποον λόγον, ο Κολυμπαρισταί Συνοδικοί,  και δή ο φαυλεπίφαυλοι νέο-Φαναριτες ρχιοικουμενιστές, δεν προτάσσωσιν ς σχυρόν, Πατρολογικόν πιχειρήμα, το πιο πάνω ταυτόσημον, ντός τν πίσημων Συνοδικν Κειμένων λλά καί ες τους Διαχριστιανικούς και Διαθρησκευτικούς (Π.Σ.Ε.) ψευδοδιαλόγους  το ωσφόρου, μετ τν αρετικν/τεροδόξων,  και το προτάσσωσιν, μονοσήμαντα, ες τους ρθοδόξους;

  • Παραδείγματος χάριν: Μονοφυσιτισμός χει καταδικασθε, τελεσίδικα, πό τς γίας και Μεγάλης Δ΄ Οκουμενικς Συνόδου ν Χαλκηδνι, ς αρετικόν Χριστολογικόν σύστημα, ν την δια στιγμή, κορυφαίοι «ρθόδοξοι» Προκαθήμενοι κ.. εράρχες και Καθηγητδες, συνευδοκσιν και διακηρύττωσιν, πέρ τς «ρθοδοξοποιήσεως» τν πολυποίκιλων ντιχρίστων ντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτν. Γιατί τέτοια ντιπαραδοσιακή συμπεριφορά; Δηλαδή ες την πράξιν, ποσκάπτονται, ναιρούνται και σχετικοποιονται, ν πανουργίστικ θεομπαιξί, γιοπνευματικ ποφασισθέντα, πικυρωθέντα, γραφθέντα και πραχθέντα, πό σωρηδόν γίων Πατέρων, πού γωνίσθησαν ωμαλέα καί σθεναρ κατά το πάρατου Μονοφυσιτισμο. Ποιός ξουσιοδωτε τους ταγούς και Καθηγητές τν Θεολογικν Σχολν, να μετακινσιν, τά ποκλειστικά κκλησιολογικά και Δογματολογικά ρια τς κκλησίας;

Β΄. Το Συνοδικόν Μήνυμα προς το Χριστεπώνυμον πλήρωμα τς νήσου Κύπρου εναι ψευδώνυμον, διότι: ποκρύβει τεχνηέντως, ες την τρίτην παράγραφον, τά πραγματικά, χωροχρονικά στοιχεία, περί τς προετοιμασίας λλά και τά περί τς νοματοδοσίας τς ν λόγ  ψευδοΣυνόδου τς Κρήτης. Το γεγονός, τι προετοιμασία «διάρκεσε πολλά χρόνια» εναι τος πάσιν γνωστόν…! Το δια ποον (;) κριβς λόγον, φίστατο τέτοια πολύχρονη προετοιμασία, εναι να ἄλλο φοβερόν και μλλον «νεξήγητον μυστήριον». στορική λήθεια βάσει τινν πατριαρχικν πηγν, εναι ρίστως ξηγημένη, δηλαδή, τι προετοιμάζετο σύγκλησις τέτοιας «Οκουμενικς Συνόδου», πρό το 1900!

  • Π.χ.: Στα πίσημα Πατριαρχικά Πρακτικά το ν Κωνσταντινουπόλει «Πανορθόδοξου Συνεδρίου» κατά το 1923 (πί ρχιμασώνου Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη) μεμαρτυρεται πιο πάνω λόγος. Το λογικό, θεολογικό, στορικό και κκλησιολογικό ρώτημα πού προκύπτει δ εναι: ποία λλη Σύνοδος «διάρκεσε πολλά χρόνια» προετοιμασία της, πέρα τν 100 χρόνων;
  • ΟΥ-ΔΕ-ΜΙ-Α!!!

Γ΄. Ες την τέταρτην παράγραφο τς Συνοδικς γκυκλίου διαπιστώνεται μεγίστη ντίφασις και ντινομία, συγκριτικά, με τά σα δεδομένα γνωρίζει σύγχρονη κκλησιαστική στορία. Σημειώνεται δηλαδή, τι σύγκληση τς κακοΣυνόδου διεξήχθει γιά «να διευκρινιστε σε λους τι νότητα τς κκλησίας δεν διαταράσσεται πό τη διοικητική διάρθρωση τηςλλά δηλώνεται με την κοινή μολογία τς Πίστεως».

  • Το ητορικόν ρώτημα πού πρέπει να μς συμπροβληματίζει σε τοτο το συνοδικό σημείον εναι: μήπως μς χωσιν περάσει, διά χαϊβάνια και χαζοχαρούμενους, λογοποιημένους χριστιανούς; ν μέρει και θεωρητικς, εναι ρθή μέν πρότασίς των λλά τά μόλις πρόσφατα κκλησιαστικά και Συνοδικά δρώμενα, μς χωσιν ποδείξει δέ τά κριβς (!) ντίθετα.
  • τι ξ΄ ατίας τινάς πολιτικάντικης και ντιευαγγελικς διοικητικς (Νεοφαναριώτικης) κκλησιαστικς τάσεως, προς Δυσμς (=μερικανισμός, Φραγκισμός/Παπισμός, γγλικανισμός, Λουθηροκαλβινισμός κ.λπ.), χει διαταραχθε σε ψιστον βαθμόν νότης τς Καθολικς ρθοδόξου κκλησίας, πράγμα πού ξυπηρετε τά περιλάλητα συμφέροντα τν Σιωνιστν, Φραγκοπαπιστν, Λουθηροκαλβινιστν κ.ο.κ.
  • Τι συμβαίνει ταν διάσημοι ταγοί  και διοικητές τς κκλησίας, εναι αχμάλωτοι, και λλοτριωμένοι, ες τάς ξωτερικάς πολιτικάς και ες τά θεολόγητα παίγνια τν σκοτεινν      Λομπιστν και λιστιστν;
  • Εναι μήπως, διωτικόν περωκεάνιον, τν πατριαρχν, ρχιεπισκόπων και μητροπολιτν, κκλησία το Χριστο, που δύνανται να την δηγσιν καί συμπαρασέρνωσιν που ατοί θεωρσιν ς καλύτερον τουριστικόν προορισμόν;
  • πό την Κανονική διοικητική διάρθρωση, σαφς και δεν διαταράσεται κκλησιαστική νότης, λλά μως, ᾆράγε δέν διαταράσσεται και κλυδωνίζεται, Νας τς κκλησίας, πό ναξίους και λλοτριωμένους πισκόπους-κατασκόπους;
  • Τοτο το σημαίνων σημεον, γιατί ράγε, μς το ποκρύβει ερά ρχιεπισκοπή Κύπρου καθς και το Πατριαρχεον τς Κωνσταντινουπόλεως;
  • πίσης, να τονισθε, τι νότητα τς κκλησίας, δεν «δηλώνεται με την κοινή μολόγια τς Πίστεως» καθς ναγγέλεται γενικόλογα και ξαπλουστευμένα πό τς ν λόγ γκυκλίου, λλά βιώνεται και μολογεται… με την Κοινοτική λλά κυρίως με τήν Ο-ΡΘΟ-ΔΟ-ΞΗ μολογία τς Πίστεως, μις και ς γνωστόν, τις κοινές μολογίες και τά κοινά θεολογικά κείμενα, διακηρύτονται και συνυπογράφονται, και πό τν  συμμετεχόντων (ρθοδόξων και τεροδόξων/αρετικν) ες τους Διαχριστιανικούς Διαλόγους. στόσον «κοινή μολογία τς Πίστεως» πράττωσιν αρετικές και σχισματικές μάδες λλά και αρετίζοντες ντός τς Una Sancta.

 

Δ΄. Σε λλο σημεον τς κυπριακς γκυκλίου καταγράφεται: «θα πρεπε να καταστε σαφές τι ρθόδοξη κκλησία μπορε να συλλαμβάνει τά μηνύματα και τά προβλήματα τν καιρν και να ποδεικνύει λύσεις σε ατά».

  • δ να ναφερθομεν νδεικτικά, ες τά σωρηδόν βιοηθικά περίπλοκα καί λυτα προβλήματα (π.χ. Μεταμοσχεύσεις και «Δωρε ργάνων», κλωνοποίηση, κτρώσεις, ναπαραγωγικές τεχνολογίες, πειράματα σε βλαστοκύτταρα, γονιδιακές θεραπείες, εγονική, εθανασία, καύση τν κεκοιμημένων, κ.ο.κ.) που ποδεικνύωσιν την μείζωνα νεπάρκεια, χι τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας, λλά τς διοικητικς και Συνοδικς, φασίας καί νεπάρκειας, πως πιλύσει τέλος πάντων, διεξοδικς καί τελεσίδικα, τά ν λόγ σωρηδόν βιοηθικά και βιοθεολογικά ζητήματα πού προκύπτωσιν ες τους καιρούς μας, με τραγικόν ποτέλεσμα, κάθε «ξυπνόπουλος» διανοούμενος Κληρικός και Λαϊκός, να παρασέρνει, το Χριστοφόρον πλήρωμα ναλόγως, τν ποκειμενικν και διοτελν πόψεών του.
  • Μη προχωρήσουμε σε κατ΄ξοχήν λλα, δογματικά ζητήματα, που εναι και κατ΄ξοχήν Πνευματικός όλος τς κκλησίας: ὅπως π.χ. Οκουμενισμός, Μασωνισμός, Καισαροπαπισμός/Πολιτειοκρατισμός, Νεοαθεϊσμός/Μαρξισμός, Νεοπαγανισμός, Νεονικολαϊτισμός, Μεταπατερική Θεολογία, Νεοβαρλααμισμός, μερολογιακόν, Σοδομισμός, Πευματισμός, Χιλιασμός, κ.ο.κ. που ὅλα αὐτά παραμένωσιν, δυστυχῶς, νεξερεύνητα, νεξέλεκτα και σύλληπτα, ες τίς διάνοιες τν τιμίων εραρχν μας και δηλητηριάζωσιν τον Λαό το Θεο με την ερεία ννοια.
  • ν συλλαμβάνοντο και πελύοντο, πανορθόδοξα και πίσημα, βάσει τν ρθοδόξων και πλανν προϋποθέσεων, δηλ. ντός τινός ρθοδόξου πλαισίου, λα τά πιο πάνω δογματολογικά και βιοηθικά ζητήματα, Σύνοδος το Κολυμπαρίου, σήμερον, θα το ναγνωρίσιμη και πικυρωμένη «πό πάντων και πασν» ς μία τ ντι Νέα Οκουμενική Σύνοδος, μις και θα πεδείκνυε και θα πεδείκνυε, πραγματικές λύσεις, ες τά δισεπίλυτα κκλησιαστικά προβλήματα.
  • ρα συνεπς, δεν δύναται να καταστε σαφές (καθς προσπαθε να μς πείσει γκύκλιος) ντός το συσκοτισμένου καί θολο Κολυμπαρίστικου, Συνοδικο τοπίου, διότι: διά ποον κριβς λόγον, φο ρθόδοξη Καθολική κκλησία δύναται, να συλλαμβάνει τά νεοεποχήτικα μηνύματα τς στορικς ποχς μας, χι μόνον δεν ποδεικνύει, θεοφόρες λύσεις, πί τν σωρηδόν θεολογικν ζητημάτων, λλά μλλον παμπεριπλέκει ατά, πλέον, ΚΑΙ σε θεσμικό ἀλλά ΚΑΙ διοικητικό πίπεδον· λλ΄ΟΥΤΕ κν δύναται να συν[τ]αχθε ΟΜΟΘΡΟΝΑ-ΟΜΟΤΙΜΑ-ΟΜΟΦΩΝΑ –ΟΡΘΟΔΟΞΑ και ΟΜΟΤΡΟΠΑ να πιλύσει ΟΛΑ ατά ν ΑΓΙ Πνεύματι.
  • Ατά πού παρακολουθήσαμεν διά τν Μ.Μ.Ε. να πισυμβαίνωσιν ες το Κολυμπάριον, σα διέρευσαν, και λλα τόσα φαιδρ παρασκηνιακά πού γνοομεν, ποδηλοται και ξυπονοεται, τι συνάχθησαν και συνυπόγραψαν [σοι φελες, κουτοπόνηροι και προδότες σκαριτες το πραξαν] τι ΟΛΑ γεγόνασι κάτω πό την πιστασία ν ΑΓΡΙ (!) πνεύματι.
  • Θεανθρώπινη κκλησία, δύναται πράγματι, να νεργήσει πάμπολλα, πέρ το θεοφόρου Βασιλείου ερατεύματος, λλ΄ μως ο νάξιοι εροκρατιστές και κομπογιαννίτες κληρικαλιστές κπροσώποι Της, δύνανται;

Ε΄. Ες την πέμπτην και τελευταίαν παράγραφον, πρό τς συνοπτικς, συμπεριλήψεως, τν πραχθέντων  και ποφασισθέντων τς ληστοΣυνόδου μς ναγγέλλει καί μᾶς καταγράφει ρχιεπισκοπική γκύκλιος τι: «τά κείμενα, ο διακηρύξεις και ο ποφάσεις… συμφωνήθηκαν και πογράφηκαν πό λες τις ρθόδοξες κκλησίες».

  • Σε τοτον κριβς το σημεον, θεμελειώνεται μᾶλλον και τίτλος τς παρούσας δοκιμιογραφίας το πογράφωντος.
  • Πρόκειται προφανς, κατά την προσωπική ποψίν μας, διά μεγίστη ρχιεπισκοπική ψευδολογία και κατάφωρη παραπλάνησις και ποπλάνησις το ν Κύπρ Χριστώνυμου Λαο το Θεο. Πρόκειται διά ψευδώνυμον προπαγανδιστικόν μήνυμα, μις και δεν νταποκρίνεται, με κρίβεια, ες την πάσα λήθεια τν ν Κολυμπαρί πραγμάτων.
  • μη προσέλευσις ες το Κολυμπάριον τν ΔΥΟ πλειοψηφικν Πρεσβυγενν Πατριαρχείων καθς και τν δύο Νεοπαγν Πατριαρχείων: δηλ. τς Μεγίστης γίας Ρωσσίας και τς πολύκλαυστης και εμπερίστατης, πλύν γεναιόψυχης, μεγάλης ντιοχείας, λλά και τν πατριαρχείων της Γεωργίας και Βουλγαρίας, θα πρέπει να προβληματίζει βαθειά, λους μς τους κυπρίους παραλήπτες το Συνοδικο Μηνύματος, πού δεν ρεσκώμεθα να ναμασομεν, παπαγαληδόν, την πάγια κκλησιαστιακή καί βυζαντινιστική προπαγάνδα τν νεόκοπων Φαναριωτν.
  • μη προσέλευσις λλά και πίσημη ρνησις ες την συμμετοχήν στό Κολυμπάριον πό διασήμων λλαδιτν κ.. εραρχν· προσυνοδική πίσημη σχυρά στάσις τς Σερβικς κκλησίας πού παιτοσεν την ναβολή (μετά τν Τεσσάρων προαναφερθέντων ν πουσί Πατριαρχείων) τς Νεοφαναριώτικης Συνόδου· ν Συνόδ ρνησις πάμπολλων Σέρβων εραρχν κ.. πως (συν)πογράψωσιν τά ληστρικά ποφασισθέντα το Κολυμπαρο-συνοδικο φιάσκου· συμμετοχή μέν περίφημων κυπρίων εραρχν (Μητροπολιτῶν Λεμεσο και Μόρφου κ. θανασίου καί κ. Νεοφύτου), με πίσημον καί γραπτή δε, ρνησιν πογραφς, πως μή ποδεκτσιν το κακόδοξον μέρος τν ποφάσεων· ο σχυρές, προφορικές, γραπτές, προσευχητικές, διαμαρτυρίες, Γερόντων, Κληρικν, Μοναχν, σκητν, γκριτων Καθηγητν Θεολόγων και Λαϊκν, μαζί και συγκεκριμένες πιστημονικές μερδες, πού ξέθεσαν σφαιρικς τά περί τς Ληστρικς Συνόδου ν Κολυμπαρίῳ, θα πρέπει να μς προβληματίσωσιν σχυρς, ς προς την παράδεκτον στάσιν τινάς μερίδος κυπρίων κ.ἄ. εραρχν, πού προωθσιν διακρίτως τά φαναριώτικα φληναφήματα, δηλ. την παναίρεσιν το Οκουμενισμο.
  • Τά προσυνοδικά (στω και την «τελευταία στιγμή» καθς καταγράφει «ποδεικτικά» κυπριακή γκύκλιος) πίσημα Συνοδικά κείμενα τν Πέντε Πατριαρχείων (Ρωσίας, Σερβίας, ντιοχείας, Γεωργίας και Βουλγαρίας), τά μετασυνοδικά, πίσημα Συνοδικά Κείμενα πού διευκρινίζωσιν [σαφς ο κατηγορούμενοι] τος θεολογικούς λόγους τς πουσίας των, εναι σχυρά, ἐξάπαντος ποδεικτικά στοιχεία, τι ο Ζηζιουλόφρωνες Νεορθόδοξοι, ψευδολογσιν, σύστολα κατά πάντων και πασν, σων χωσιν τινά ντίθετη και διαφορετική ποψιν ξ ατν.
  • Μόνον τινές, λίθιοι, ἀφελεῖς και φερέφωνα, πιστεύωσιν βασάνιστα, τι φίστατο πό πάντων τν ρθοδόξων Πατριαρχείων και Ατοκεφάλων κκλησιν, προσυνοδική και μετασυνοδική, μόφωνη συμφωνία, πί τν Προσυνοδικν και ν τέλει Μετασυνοδικν, ξάπαντος Ληστρικν ποφάνσεων το Κολυμπαρίου.
  • Νεοφαναριώτικη και Νεοκυπριακή μομφή, κατά τν πουσιάζουσων Τεσσάρων γίων Πατριαρχείων, τι πουσίασαν πό την Σύνοδο τς Κρήτης, διά πολιτικούς και σωτερικούς λόγους, δύναται να σχύσει, λογικς καί εκόλως, και διά τον κάθε προκλητικόν κατήγορον πού την ξαπολύει διακρίτως. Δηλαδή, ο νδείξεις και ο ποδείξεις, περί τς μερικανοκίνητης συμμετοχς μόνον τν δέκα Ατοκέφαλων κκλησιν, γέγονε διά τους διους άκριβς λόγους, πολιτικούς και σωτερικούς, τν συμμετεσχόντων. Γιατί κατηγορονται τότε ο πουσιάζοντες; Σύνοδος τας Κρήτης, μις και δεν σχολήθηκε με σημαίνοντα δογματολογικά ζητήματα, λλ θεσμοθέτησεν, κακόδοξα και τερόδοξα, ψευδολογήματα, εναι πασιφανές, τι πρόκειται περί πολιτικοκ πλανηταρχίας- δακτύλου σύγκλισις ατς.
  • Γι΄ ατόν και μόνο τον, νακριβή καί πρόχειρο, λόγον, μαζί καί πουσία τν Τεσσάρων Ατοκέφαλων κκλησιν, καθολική και σχυρά διαμαρτυρία εραρχν, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Μοναχν και Λαϊκν, συγκλίνει νέτως, προς την μείωσιν τς σημασίας και το κύρους τν σων Ληστρικν ποφάσεων, σχέτως ν ποφασίσθησαν και μερικά καλά και θετικά πράγματα.

Στ΄. Τώρα ες το δεύτερον μέρος τς Συνοδικς γκυκλίου σημειώνεται το ξς ναληθέστερον: «Τονίζεται, πίσης, ξεκάθαρα τι ο διάλογοι τους ποίους διεξάγει ρθόδοξος κκλησία με τις λλες μολογίες δεν ποσκοπον σε κάποιο συμβιβασμό, στα θέματα τς πίστεως, λλά σε παναφορά σων πεσχίσθησαν πό την ρθόδοξη κκλησία στην πίστη, την ποία ατή κατέχει και διαφυλάττει».

  • Το γεγονός και μόνον τς ξ ρχς, δρυματικς συμμετοχς και στελέχωσις, σε να τερόδοξον Παγκόσμιο Συμβούλιον Αρετικν κκλησιν, ποβόσκει και ποδηλώνει, νευ τινάς καταδύσεως σε σημαντικά θεολογικά, ζητήματα και διαφορές, ξάπαντος και ν τινι μέτρ τις συμβιβασμός και τινά μινιμαλιστική, σχετικοποίησις, τν ρθοδόξων κκλησιολογικν ρίων, καθς και ασθητός συμβιβασμός σε μπειρικούς Δογματολογικούς ρους.
  • καλόδοξος Χριστιανικός Διάλογος, πρέπει να διεξάγεται μέσα σε ρθόδοξες προϋποθέσεις, και χι, μέσα σε τερόδοξες και κακόδοξες προϋποθέσεις.
  • Εναι μως μεγίστη ναλήθεια, τι σκοπός τν «ρθοδόξων» διαλεκτικν ταγν εναι δθεν, παναφορά τν σχισματικν και τερόδοξων μολογιν ες την ρθοδοξία, διότι , μία ξ ρχς τρανώτατη πόδειξις εναι: το πίσημον πολυμερές και (συν)μφότερον, παγορευτικόν το προσηλυτισμο, πάσης φύσεως αρετικν και σχισματικν το ΠΣΕ,  να μή μεταστραφσιν, ες την ρθόδοξον Καθολική κκλησία το Χριστο.
  • Γιατί ράγε; τσι ποδεικνύωμεν, πρακτικς, το νδιαφέρον μας διά τους αρετικούς και σχισματικούς; Με ατόν τον ντιευαγγελικόν τρόπον θα επαναφέρωμεν τους σχισματικοαιρετικούς τεροδόξους;
  • μπροσθεν μως, το Ονίτικου και γενοκτόνου προσηλυτισμο, ξετινάζεται κάθε οκουμενιστικόν, νορθόδοξον και ψευδορθόδοξον, πιχείρημα· πολλ μλλον ταν Μακαριώτατος ρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος Β΄, ποκαλε (και προκαλε τσι το δημόσιον ασθημα τν ρθοδόξων), δημόσια και τηλεοπτικά, λέω μανικο συγκρητισμο, τον πάρατον Ονιτισμόν ς  τάχα μου «λληνόρυθμον χριστιανισμό»! Μακαριώτατος, φειλεν, σον εθυτενής εναι, στα περί κατεχόμενης πατρίδος και θνικν/πολιτικν ζητημάτων, να εναι πείρως περισσότερον ν ρθοδόξοις πράξεσιν ες τά περί Πίστεως.
  • λλά φίστατο και να λλον: τό νεπίσημον παγορευτικόν, περί τινν Κανονικν Βαπτίσεων πί σων τεροδόξων/αρετικν Ρωμαιοκαθολικν, γγλικανν, Λουθηροκαλβίνων, Προτεσταντν, Παλαιοκαθολικν, Μονοφυσιτν κ.ο.κ. πεφάσισαν ν μετανοί, να σπασθσιν, να κατηχηθσιν και  ν τέλει να βαπτισθσιν ες την ρθόδοξη Καθολική κκλησία, ποτασσώμενοι σαφς, την αρετική πλάνη τους. ν σχυε πιο πάνω συνοδική ν Κύπρ  διακήρυξις, κανονικά και λογικά, φειλαν ο Νεοφαναριτες, να μς παραθέσωσιν δημόσια, τά βαπτισματικά στοιχεία και τις λίστες  τν μεταστροφν και τν νεοφώτιστων Νέων Μελν καί Βαπτισμένων, προερχομένων κ τς τεροδοξίας. Τουλάχιστον τά κκλησιαστικά στολόγια και τά λλα Μ.Μ.Ε., θα πρεπεν να μς νημερώνουσιν, συχνάκις καί τακτικς, διά τις «βαπτισματικές πιτυχίες» τν φανατικν παδν το διαβολικο Διαλεκτισμοκουμενισμο· ντ΄ ατο, φίστατο Νεοφαναριώτικη διαταγή πως, μη βαπτίζωμεν τους τεροδόξους (=σχισματικοαρετικούς), διότι θα προσβάλλωμεν τους (συν)ταίρους μας ες το Π.Σ.Ε. και θα προσβληθε πάν λλος πίσημος και νεπίσημος Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός Διάλογος.
  • μως, ν ο ρθόδοξοι ταγοί μας εχαν πράγματι ρθόδοξον φρόνημα, και δεν ξίσωναν την ρθοδοξία με τήν κάθε τεροδοξία και κακοδοξία, δεν θα μιλοσαν διόλου, περί προσυλητισμο, λλά περί όρθοδόξου Εαγελισμο και οχί περί δθεν πανευαγγελισμο και προσηλυτισμο τν θνων διότι Μία γία και ποστολική κκλησία δεν σκε προσηλυτισμόν λλά ρθόδοξον εραποστολήν.
  • Το κερασάκι τς ποδεικτικς μας ντιρρήσεώς: εναι τι φίστανται κατά τς Πίστεως τν ρθοδόξων, εδεχθες και προδοτικοί, συμβιβασμοί, πως το ζήτημα τν νίερων και ντικανονικν Συμπροσευχν μετά τινν τεροθρήσκων και τεροδόξων σε Διαθρησκειακά Συνέδρια και Διαχριστιανικά Συμβούλια. Πολλ μλλον μέγας συμβιβασμός εναι: και το μυστηριδες τελετουργικόν τν Μικτν Γάμων, περ παγορεύονται δεινς πό τν ερν και ποστολικν Κανόνων.
  • Το ξήλωμα δηλ. τς ερς Παραδόσεως τν ρθοδόξων Χριστιανν, ρχίζει και τελειώνει, κ τς θρασείας σχετικοποιήσεως τν κανονικοδογματολογικν, ρων και ρίων, καθς και ερν Κανόνων τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας πό τς ξυλόσοφου εραρχίας. Κατά τά λλα τινές συγκεκριμένοι Κύπριοι γιοι Συνοδικοί, νέξοδα και νερυθρίαστα, μς φησυχάζωσιν, δολερῶς καί πλανερς, διά τς παράδεκτης και ψευδώνυμου γκυκλίου των, τι τά πιο πάνω «δεν ποσκοπον σε κάποιο συμβιβασμό»…!
  • Τούς πιστεύετε; μες πάντως, ΟΧΙ!

Ζ΄. ρθόδοξη Καθολική κκλησία, φέρει ς διαχρονική και παραδοσιακή, στορική νομασία, το λεξίδιον «ρθόδοξη» διά να διακρίνεται, προφανς, ΟΡΘΗ Πίστη τς Μίας κκλησίας πό την ΜΗ ρθή (δηλ. την κακόδοξη) πίστη τν ψευδοεκκλησιν.

  • στορική της νομασία χει ς κλόνητον θεμέλιον, την κατά βάθος, ν τόπ καί χρόν (μις και στορία χρειάζεται χωροχρονικότητα) Καθολικότητα.
  • ν Κολυμπαρίληστρική ναγνώρισις, και δή ξ «ρθοδόξων» εραρχν, τς στορικς νομασίας «τερόδοξων Χριστιανικν κκλησιν» περί τινῶν αρετικοσχισματικν θρησκευτικν μάδων, ποδαυλίζει και ατοκτονεῖ, την ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία Της, τν δικήν της, ντολογική στορικότητα, λλά κυρίως θεσμοθετε «καινά δαιμόνια», πως π.χ., τι κατά την στορική πορεία τν ρθοδόξων Τοπικν κκλησιν, παράλληλα και ταυτόχρονα, φίσταντο και λλες «ὁμότιμες» κκλησίες πράγμα παντελς τοπον και παράδεκτον.
  • Κατά την στορική πορεία τς ρθόδοξης Καθολικς κκλησίας, φίσταντο, χι τινές λλες κκλησίες, λλά κακόδοξες, σχισματικές και τερόδοξες μδες, δηλ. ψευδοεκκλησίες.
  • Σύνοδος τς Κρήτης (μαζί και πό κρίσιν γκύκλιος) διατείνονται, τι ναγνωρίζεται κκλησιαστικότητα (!!!) τν τεροδόξων λλά τοτο δεν σημαίνει και ναγνώρισις τς ρθότητας τς πίστεως των…
  • Το ρώτημα πού προκύπτει εναι: ποον το πέρτατον, θεολογικόν και κκλησιολογικόν νόημα, τότε, της κκλησιοποιήσεως τν περφίαλων κακοδόξων και τεροδόξων αρετικοσχισματικν, ταν δεν ναγνωρίζεται παράλληλα και ρθότητα τς πίστεως ατν;
  • Σύνοδος το Κολυμπαρίου τελικά τί το; Σύναξις θεοφόρων και θεολόγων εραρχν, μήπως, καλοκαιρινόν συμπόσιον καί σύναξις, φιλολογικο, στορικοῦ, πολιτισμικο και ρχαιολογικο νδιαφέρωντος;
  • Ποον κριβς κοροϊδεύωσιν με τέτοιες ψευδεπίγραφες ποφάσεις; Μήπως τον κάθε ρθόδοξο Χριστιανό καί τον τερόδοξο Χριστιανό; μήπως και τους δύο;

ν κατακλείδι να προσθέσουμεν, τι ο νέργειες τς καθόλου κκλησίας, δεν ρείδωνται, πάνω σε μεμονομένες προσωπικές, ξάπαντος ποιμαντικές νέργειές και διαίτερες πόψεις τινν περίφημων και Μεγάλων Θεοφόρων εραρχν (καθς μς παραπέμπει στοχα δια συνοδική γκύλιος), μις και ΟΥΔΕΙΣ θεοφόρος Πατήρ δεν διεκδικε λλ΄οτε κατέχει το λάθητον περί Θεολογικν ζητημάτων. Το θεολογικόν λάθητον τς κκλησίας κπορεύεται πό το γιον Πνεμα και κφράζεται, πλανς και ρθοδόξως, πό τοΧριστοφόρου Βασίλειου ερατεύματος. διαχρονική πράξις τς κκλησίας, περί τν τεροδόξων/αρετικν, ποδεικνύεται, ες τά πικυρωμένα Πρακτικά και ἀποφάσεις τν τῷ ὄντι γίων και Μεγάλων Οκουμενικν και Τοπικν Συνόδων.

ς κ τοτου, συγκριτικς, σύμφωνα με τά πιο πάνω, ΔΕΝ δυνάμεθα να ποδεχθομεν, τις κενοτόμες ποφάσεις, τς Ληστρικς Συνόδου τς Κρήτης, μις και ντιβαίνωσι ἀλλά και ποσκελίζωσιν την ερά Παράδοσιν τν ρθοδόξων Χριστιανν. Σφάλλωσιν και παραπλανσιν, σαφς, σοι Κύπριοι ρχιερες και βοηθοί πίσκοποι, χωσιν συνυπογράψει και δωσαν ελογία να ναγνωσθε ες τάς παρχίας των συγκεκριμένη Συνοδική γκύκλιος.

Κατακλείνομεν ριστικς, μέ μερικές εδικές ελογες πορίες:

σεβαστός  Μητροπολίτης Τρυμιθοντος κ. Βαρνάβας Σταυροβουνιώτης , χει διαδωθε παγκύπρια, κατ΄ατο, τι χει συνυπογράψει ΟΛΑ μαζί τά κείμενα (μαζί και την κακόβουλην, ναγνώρισιν τν αρετικν, ς δθεν στορικές κκλησίες) ες την κακοΣύνοδον. ληθεύει πρόκειται, διά στυγνώτατες, εροκατακρίσεις καί συκοφαντίες, ες βάρος του; Πάντως, δεν χει πέσει ες την προσωπικήν και λάχιστον ντίληψίν μας, στω ΕΝΑ πίσημον μητροπολιτικόν γγραφον ξ ατο το πολύτιμου πισκόπου πού να δικαιολογε την μετάβασιν και την κάθε πισκοπικήν νέργειάν του ες το Κολυμβάριον. Γιατί ράγε, σιωπε, και δεν δίδει δημόσια, διάφανες ξηγήσεις, σεβ. κ. Βαρνάβας; ρώτησα μως, μμεσα λλά και μεσα, μερικούς καλούς πατέρες, πό τινές ψευδές χείλεσιν, καί λαβον την σημαίνουσα πληροφορία, τι ντως ξιότιμος Σεβασμιώτατος κ. Βαρνάβας Σταυροβουνιώτης, δυστυχς, πέγραψεν τά ληστρικά κείμενα. Για ποον λόγον πραξεν τέτοιον πράγμα; ν ντως ληθεύωσιν ο φμες και ο διαβεβαιώσεις, τοτο τι  κριβς σημαίνει; Σημαίνει, τι, γεται και φέρεται, πιθανόν, ς βουλος  εράρχης, πό τς ρχιεπισκοπικς φατρις; μλλον, τι διαφωνε και κρατε ποστάσεις, με τις  κάστοτε διαχρονικές, ξάπαντος μαχητικές καί μολογιακές νέργειες, τν συνασκητν και συμμοναστν του, κ τς ερς Μονς Σταυρουβουνίου, κατά τς Παναιρέσεως το Οκουμενισμο; λλά και σεβ. Μηητροπολίτης Λεμεσο κ. θανάσιος, φο εχε ρωμαλέες ντιρρήσεις, τις διετύπωσεν μάλιστα και γραπτς καθότι δεν πέγραψεν τά ληστρικά κείμενα το Συγκρητισμο, για ποο κριβς λόγον, δωσεν ελογία να διαβαστε πό κρίσιν ρχιεπισκοπική ληστρική γκύκλιος, ες την θεόσωστην παρχείαν του; Δεν γωρίζω, ν πραξε το ταυτόσημον πράγμα και Μητροπολίτης Μόρφου. κείνο μως πού γνωρίζω, σχεδόν καλά, εναι: τι ερά Μονή Σταυροβουνίου, Μεγαλοκωνσταντίνειος  κρόπολης τς οκουμενικς ρθοδοξίας, ΔΕΝ νέγνωσεν την ρχιεπισκοπικήν γκύκλιον, μετά λογικς και κκλησιολογικς συνέπειας, να μη ναγνωρίσ[ζ]ει τσι τις Ληστρικές ποφάσεις τν Κολυμπαριστν/Οκουμενιστν και συνεπς, να διαφωνε ρωμαλαίως, με το αθαίρετον Συνοδικόν Μήνυμα κ τς ερς ρχιεπισκοπς Κύπρου. Μάλλιστα ξ σων πληροφορήθηκα με μεγάλη χαρά, ντ΄ατς τς κυπριακς ψευδοεγκυκλίου, χει ναγνωσθε, μόλις πρόσφατη θεολογική γνωμάτευσις καί τοποθέτησις, το σεβαστο μότιμου Καθηγητο τας Θεολογικς Σχολς το Α.Π.Θ.  κυρίου Δημητρίου Τσελεγγίδου (Δογματολόγου), προς την ερά Σύνοδο τς κκλησίας τς λλάδος.

 

Το Παναγιώτου Π. Νούνη

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Καινή Διαθήκη: 1. Ἐπιστολή Α΄ Πέτρου Β΄, 9-10: «ὑμεῖς δε γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν, ὅπως τάς ἀρετάς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς το θαυμαστόν αὐτοῦ φῶς· οἵ ποτε οὐ λαός, νῦν  δε  λαός Θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, νῦν δε ἐλεηθέντες». 2. Ἀποκάλυψις Ἰωάννου Α΄, 5-6: «και ἀπό Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ μάρτυς ὁ πιστός, ὁ πρωτότοκος ταῶν νεκρῶν και ὁ ἄρχων  τῶν βασιλέων τῆς γῆς… και ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ και πατρί αυτόῦ». 3. Ἀποκάλυψις Ἰωάννου Ε΄, 10: «και ἐποίησας αὐτούς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς και ἱερεῖς και βασιλεύσουσιν ἐπί τῆς γῆς».

[2] Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα, Οἱ Λαϊκοί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (Το «Βασίλειον ἱεράτευμα»), ἔκδοσις τρίτη, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθήναι 2008, σσ. 310. Ἀλλά δεῖτε ἐπιπρόσθετα στοιχεία καί εἰς ἕνα ἄλλο  περίφημον σύγγραμμαν αὐτοῦ: Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμος Β΄, ἔκδοσις Δευτέρα, Ἀθήναι 1979, σελ. 370-408.

  • Δεῖτε περαιτέρω διά θεολογική ἐμβάθυνση και τά ἑξῆς: (1) Χρήστου Ἀνδρούτσου, Δογματική τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδοσις δευτέρα, ἐκδοτικός οἴκος: «ΑΣΤΗΡ», 1956, σελ. 282-292. (2) Ἐπιφάνιου Ι. Θεοδωρόπουλου (Ἀρχιμανδρίτου), Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, Τόμος Α΄, Ἔκδοσις β΄ (Διάφορος τῆς προηγουμένης), ἐν Ἀθήναις 1986, σελ. 81-93. (3) Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (Πρωτοπρεσβύτερου), Δογματική και Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος Α΄, τέταρτη ἔκδοσις, ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ,  Θεσσαλονίκη 2009,  σελ. 183-191. (4) Νίκου Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία,  Β΄ (2010) και Γ΄ (2008) Τόμος, ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ, σελ. 298-308, σελ. 411-428 και διά τον Γ΄ τόμο σελ. 255-262. (5)  Θεόδωρου Ν. Ζήση (Πρωτοπρεσβύτερου), Οἱ Λαϊκοί στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Συζήτηση θέσεων τοῦ «Θεολογικοῦ Συνδέσμου»), ἐκδόσεις: «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 82.  (6) Θ. Ζήση,  ΚΑΚΗ ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΥΠΑΚΟΗ (Ἡ πνευματική και διοικητική κρίση στην Ἐκκλησία ταῆς Ἑλλάδος),  ἔνθ. ἀνωτ., Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 166.  (7) Τοῦ αὐτοῦ, ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΘΕΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙΝ (Ἀρχές και κριτήρια ταῆς Πατερικῆς Θεολογίας), ἔνθ. ἀνωτ., Θες/νίκη 1997, σελ. 108-111. (8) Ἰωάννου Β. Κογκούλη, Κατηχητική και Χριστιανική Παιδαγωγική, ἔκδοση Β΄, ἐκδοτικός οἴκος: Ἀδελφῶν Κυριακίδη, 2008, σελ. 283-304. (9) Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεου, Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία (Πατερική θεραπευτική ἀγωγή), Θ΄ ἔκδοση, ἐκδόσεις: Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2008, σελ. 81-86. (10) Μητρ. Ναυπ. Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (κατά τις προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη), Τόμος Β΄,  ἔκδοση Α΄, ἔνθ. ἀνωτ., 2011,  σελ. 359-362, σελ. 367-379, 379-414. (11) Βασίλειου Βολουδάκη (Πρωτοπρεσβύτερου), Ἡ Πολιτική εἶναι Ποιμαντική (Ἡ πνευματική μας εὐθύνη για το κατάντημα τῆς Πατρίδος μας), ἐκδόσεις: «Θυηπόλος», Α΄ ἔκδοση, 2011, σελ. 199-243. (12) Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη, ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΙΔ΄ ΑΙΩΝΑ (Συμβολή στη σωτηριολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας), ἐκδόσεις: Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 196.

 ΠΗΓΗ.ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ

 

Ἀπάντηση Γέροντος Σάββα Λαυριώτη στὸν Σεβ.Μητροπολίτη  Κυδωνίας καὶ Ἀποκορώνου κ.κ. Δαμασκηνὸ καὶ στοὺς περὶ αυτὸν.  

 

Σεβασμιότατε,

Σὲ πρόσφατη δημόσια σύναξη στὴν ὁποία παρευρεθήκατε στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα Χαλέπας, σχολιάσατε  ἀρνητικά τὸ πρόσωπο καὶ  τὶς ενέργειές μου καὶ ἐσεῖς καὶ οἱ περὶ ὑμῶν. Στοὺς ψευδεῖς καὶ προσβλητικοὺς ἰσχυρισμοὺς ποὺ ἀκούστηκαν γιὰ τὸ πρόσωπό μου (ὅπως ἀνισόρροπος ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη) δὲν θὰ ἀπαντήσω, γιατὶ ἄλλος εἶναι ὁ Κριτὴς.

Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἀπαντήσω στοὺς ψευδεῖς καὶ προσβλητικούς ἰσχυρισμούς μὲ τοὺς ὁποίους ἀλλοιώνετε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Εἰπώθηκαν πολλὰ, ἐπικεντρώνομαι στὰ σπουδαιότερα:

 

Πρῶτον.

Στὸ 1:08:14’ τοῦ video τῆς σύναξής σας λέτε: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ, ἀλλὰ γιὰ λόγους ἱστορικοὺς καὶ ἁβροφροσύνης λέμε ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλες Ἐκκλησίες».πίσης εἴπατε: «Ἡ Ἐκκλησία μας, ἔλεγε τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς «σχισματικούς» κι ὄχι «αἱρετικούς» (ἀπὸ εὐγένεια) ἐλπίζοντας κάποτε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν».

 

Ἀπάντηση.

Ἀς δοῦμε ὅμως ἀν μᾶς εἴπατε τὴν ἀλήθεια:

Ὁ Χριστὸς ὀνόμασε τοὺς αἱρετικούς: «προβατόσχημους λύκους» (Ματθ.7,15), ἐνῷ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος «ψευδοδιδάσκαλους» καὶ «κατάρας τέκνα».(Β΄Πετρ.2, 14) Ὁ Ἀπ. Παῦλος τοὺς ἀναθεματίζει (Γαλ.1,8-9) καὶ ὁ Ἀπ. Ἰωάννης τοὺς ὀνομάζει «ἀντίχριστους».(Α΄Ἰωάν.2,18 καὶ Β΄Ἰωάν.7).Ὁ Ἀπ. Ἰούδας στὴν ἐπιστολή του ἐξαπολύει μύδρους ἐναντίον τους. Στὴν ἴδια γραμμὴ κινοῦνται καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες. Ὁ Μέγας Βασίλειος στὸν Α΄ Κανόνα του, τοὺς ὀνομάζει «ἐντελῶς χωρισμένους καὶ ξένους» ἀπὸ τὴν πίστη.[1] Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος στὴν 39η ἑορταστικὴ του ἐπιστολὴ τοὺς ὀνομάζει «νεκρούς» πνευματικά,[2] ὁ δὲ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν πρῶτο του λόγο Περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς ὀνομάζει «ὄργανα τοῦ διαβόλου», ὁ ὁποῖος διάβολος, «διὰ τῆς ἐκείνων (τῶν αἱρετικῶν) γλώττης τὸν οἰκεῖον κατὰ τῆς ἱερᾶς Ἐκκλησίας ἐπαφῆκεν ἰόν[3]

Ἄλλοι Πατέρες ἀποδίδουν σ’ αὐτούς, διαφόρους χαρακτηρισμοὺς ὅπως ἀκαθάρτους, ἀντιπάλους Χριστοῦ, ἱερόσυλους, ἀντικειμένους καὶ ἀντιχρίστους[4]. Ἐσεῖς τοὺς ὀνομάσατε «ἱστορικὲς ἐκκλησίες», ἡ Ὀρθοδοξία ποὺ προβάλλεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες εἶναι διαφορετική. Αὐτὴ ὅμως δὲν σας ἐξυπηρετεῖ γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἀποφεύγετε. Δὲν σας ἐξυπηρετεῖ νὰ ὑπενθυμίζετε τὸν Μέγα Ἀντώνιο ποὺ λέει : «Καμμία ἐπικοινωνία νὰ μὴν ἔχετε μὲ σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς. Εἴδατε πὼς καὶ ἐγὼ ἔφευγα ἀπὸ αὐτούς. Φροντίστε πολὺ νὰ εἶστε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μετὰ μὲ τοὺς Ἁγίους, ὥστε μετὰ θάνατον νὰ σᾶς δεχθοῦν στὶς αἰώνιες σκηνὲς ὡς γνώριμοι φίλοι».[5]  Οὔτε τὸν Μ. Βασίλειο ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς αἱρετικοὺς «ἀναίσχυντους περισσότερο τοῦ προδότου Ἰούδα».[6] Πῶς νὰ ἀποκαλέσετε τοὺς αἱρετικοὺς «χαμένους» ποὺ βρίσκονται «στὴν παλαίστρα τοῦ ψεύδους» ὅπως κάνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, μὲ τὸν αἱρετικὸ Εὐνόμιο;[7] Ἢ νὰ τοὺς ἀποκαλέσετε «συκοφάντες καὶ κατήγορους τῆς ἀληθείας»[8]  ὅπως ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης; Ἤ «διαβόλους» ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὀνομάζει τὸν αἱρετικὸ Μαγνέντιο;[9]  «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες. Δεύτεροι μετὰ ἀπὸ ἐκείνους ὅσοι πρεσβεύουν τὴν εἰδωλολατρία καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν αἱρέσεων», ὁμολογεῖ ἀλλοῦ ὁ Μ. Ἀθανάσιος.[10] Αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ταιριάζει στὶς γήινες ἐπιδιώξεις τῶν Οἰκουμενιστῶν. Πρέπει νὰ ἀνασχηματιστεῖ ἐπειγόντως γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν πλήξη καὶ ἀπομόνωση[11], ὅπως ἔλεγε τὸ ἴνδαλμὰ σας, ὁ  πατριάρχης Ἀθηναγόρας.

 

Μετονομάσατε τὶς αἱρέσεις  σέ «ὁμολογίες»«ἀρχαῖες ἐκκλησίες» ἤ (στὸ Κολυμπάρι) «ἱστορικὲς ἐκκλησίες», φανερώνοντας γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ τὸν ὕπουλο, δολερὸ καὶ τόσο ἀγαπητικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐξαπλώνετε τὴν κακοδοξία, θολώνοντας τὰ νερὰ γιὰ νὰ μὴν ἐξεγερθεῖ ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπό τὸ πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὸ ἐγχώριο ἀκροατήριο λέτε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ, ἡ Ὀρθόδοξη. Στὸ διεθνὲς ἀκροατήριο (Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν) λέτε ὅτι «ὑπάρχουν ἄλλες 339 «ἐκκλησίες» ποὺ εἶναι φορεῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὡραῖο τὸ κόλπο καὶ ἀποτελεσματικὸ στοὺς πολλοὺς.

 

Ἐμεῖς συντασσόμαστε μὲ τὴν Σύνοδο τῆς Κων/πολης τοῦ 1724 ποὺ διατύπωσε μὲ σαφήνεια: «Αἱρετικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν εὐσέβεια (=ὀρθὴ πίστη)  ἀφήνοντας τὰ ὀρθὰ δόγματα τῆς πίστεως καὶ τὶς παραδόσεις ποὺ μᾶς παρέδωσε ἡ Ἐκκλησία, πέφτουν δὲ καὶ διολισθαίνουν σὲ νεωτερισμοὺς ἀλλόκοτους, ἰδέες καὶ συνήθειες ἑτερόδοξες καὶ παραχαράσσουν καὶ νοθεύουν τὴν ἀλήθεια ποὺ ἀφορᾷ τὴν εὐσέβεια.  Αὐτοὶ οὔτε εἶναι, οὔτε ὀνομάζονται χριστιανοὶ ἀλλ’ ὡς ἑτερόδοξοι καὶ νεωτεριστὲς ξεκόβονται καὶ χωρίζονται ἀπὸ τὴν ἱερὰ μάνδρα τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐκβάλλονται «ὡς πρόβατα ψωριῶντα καὶ μέλη σεσηπότα»(=σάπια).[12]

Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι: «Ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ, πρῶτα ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ κρατήσει τὴν καθολικὴ (Ἀποστολική) πίστη. Ἂν κάποιος δὲν τὴν κρατήσει καθαρὴ καὶ ὁλόκληρη, χωρὶς ἀμφιβολία θὰ κολασθεῖ» ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Μ. Ἀθανάσιος.[13] Προτιμοῦμε νὰ συνταχθοῦμε μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ποὺ μᾶς ἐπισημαίνει  «Οὐδὲν ὠφελεῖ βίος ὀρθός, δογμάτων διεστραμμένων».[14]

 

Ἀλλὰ ἡ ἐξαπάτηση τοῦ πληρώματος τῆς ἐκκλησίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ πάρα πολλὰ δεδομένα. Λέτε ὅτι μόνο γιὰ λόγους εὐγένειας ὀνομάζετε τοὺς παπικοὺς «ὲκκλησία» ἐνῷ δὲν πιστεύετε ὅτι εἶναι. Ἀν δὲν πιστεύετε ὅτι εἶναι, πῶς δέχεστε τὴν «ἱερωσύνη» τοῦ Πάπα καὶ τῶν Καρδιναλίων του, ἀφοῦ εἶναι ἄμοιροι μυστηρίων; Πῶς τὸ 1959 ὁ Ἀθηναγόρας ὀνόμασε τὸν Πάπα «ἁγιώτατο» καὶ «δεύτερο πρόδρομο»;[15] Καὶ ὅτι: «τίποτα δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν Καθολικὴ [ἐνν.παπικὴ] ἐκκλησία».[16] Καὶ πῶς τὸ 1967 δήλωσε στὸν Πάπα ὅτι εἶναι φορέας Ἀποστολικῆς χάριτος; Καὶ πῶς τὸ 1972 ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ διαβεβαίωσε ὅτι : «Μετὰ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας εὐρισκόμεθα σχεδὸν εἰς τελείαν κοινωνίαν»;

Καὶ πῶς ὁ κ. Βαρθολομαῖος σὲ πάμπολλες ἀναφορὲς του πρὸς τοὺς Πάπες, τοὺς ὀνομάζει «ἁγιώτατους» καὶ συλλειτουργεῖ μαζὶ τους; Καὶ πῶς ὀνομάζετε τὸν Πάπα «προφητικὸ ἀρχηγὸ ὅλων τῶν χριστιανῶν» καὶ «ὁδοδείκτη» καὶ «θησαυρὸ»;[17] Ὑπῆρξαν αἱρετικοί ποὺ καταδικάστηκαν καὶ ἀναθεματίστηκαν ἀπὸ Ὀρθόδοξες Συνόδους καὶ χάριν εὐγενείας ὀνομάστηκαν «ἁγιώτατοι»; Μᾶς κοροϊδεύετε Σεβασμιότατε;  Στὴ Ραβέννα τὸ 2002, ὅταν μεταδόθηκαν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια ἀπὸ τὸν κ. Βαρθολομαῖο καὶ τὸν Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιο στοὺς παπικοὺς, μεταδόθηκαν χάριν εὐγενείας σὲ ἀβάπτιστους καὶ ἐκτὸς ἐκκλησίας αἱρετικοὺς, ἤ ὄχι ; Καὶ μὲ κατηγορεῖτε ὅτι ἐγὼ βρίσκομαι σὲ σύγχυση καὶ πλάνη ποὺ ἀντιδρῶ ;

 

Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος προέτρεπε: «νὰ ἀποφεύγετε τὴν ἐπαφὴ μαζί τους (δηλ.μὲ τοὺς αἱρετικούς) ὅπως τὸ δηλητήριο. Αὐτοὶ εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τὸ δηλητήριο, γιατὶ αὐτὸ φτάνει μέχρι τὴν βλάβη τοῦ σώματος, ἐνῷ αὐτοὶ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς λυμαίνονται»[18] καὶ ἐσεῖς μὲ ὑβρίζετε καὶ μὲ διώκετε ποὺ τὸν ὑπακούω;

Ὅταν ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος στὴν Ῥώμη συνάντησε τὸν αἱρετικὸ Μαρκίωνα, ὁ Ἅγιος τὸν ὀνόμασε «πρωτότοκο τοῦ Σατανᾶ» καὶ ἐσεῖς μὲ συκοφαντεῖτε  ὡς  φανατικὸ, ποὺ παραμένω στὴν γραμμὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων;

Προφανέστατα, ἂν ζοῦσαν σήμερα οἱ Ἅγιοί μας θὰ τους «στολίζατε» μὲ ἀνάλογα ἐπίθετα. Τὶ ἄραγε θὰ λέγατε  στὸν Μέγα Ἀθανάσιο ποὺ δίδασκε: «ἀγάπα πάντα ἄνθρωπον. Καὶ εἰρήνευε μετὰ πάντων, χωρὶς αἱρετικῶν. Ὁ γὰρ αἱρετικὸς λύκος ἐστὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου Πρόδρομος»;[19] Ἢ στὸν Ἅγιο Κυπριανὸ ποὺ ἔλεγε: «Δέον ὅπως ἀποσυρώμεθα μακρὰν καὶ ἀποφεύγωμεν αὐτοὺς διότι, πᾶς συνδεόμενος μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν ὁδὸν τῆς πλάνης καὶ τῆς αἱρέσεως, περιπλανᾶται μακρὰν τῆς ἀληθινῆς ὁδοῦ καὶ θὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὸς εἰς παρομοίαν ἐνοχήν»; Ἢ στὸν ἱερὸ Φώτιο ποὺ ὀνόμαζε τοὺς αἱρετικούς «μανιασμένα σκυλιὰ ποὺ γαυγίζουν»;[20] Ἢ τέλος στὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας ποὺ ἔλεγε: «ἀπομακρύνσου ἀπὸ αὐτὸν (τὸν αἱρετικό) καὶ βάλτον μαζὶ μὲ τὸν διάβολο ἢ καλύτερα καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο πιὸ κάτω»;[21]

Ἐπιλέξατε νὰ εἶστε φίλοι μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστού καὶ, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, «αὐτὸς ποὺ εἶναι φίλος μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι φίλος μὲ τὸν Χριστό». [22]

 

Δεύτερον.

Στὸ 1:08:50’ εἴπατε: «Ἱστορικὲς ἐκκλησίες βεβαίως ὑπάρχουν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν λεγόταν ἐκκλησία;»

 

Ἀπάντηση.

Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ εἴπατε γιὰ νὰ γελάσει ὁ κόσμος! (Ἀλλὰ δυστυχῶς κανεὶς δὲν γέλασε!) Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἦταν τὸ ἀντίστοιχο τῆς σημερινῆς Βουλῆς. Ἦταν χῶρος διαλόγου γιὰ τὰ προβλήματα τῆς πόλης. Δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐκκλησία κάποιου θρησκεύματος!

 

Τρίτον.

Στὸ 1:10:16’ εἴπατε: «Πρῶτος ἀπὸ ὅλους ὁ Παναγιώτατος [ἐνν.ὁ κ. Βαρθολομαῖος] ἀγωνίζεται γιὰ τὴν πίστη».

 

Ἀπάντηση.

Γιὰ τὸ πόσο «ἀγωνίζεται» γιὰ τὴν πίστη ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἔχουν γραφεῖ πολλὰ βιβλία μὲ  ἑκατοντάδες ἀναπάντητες καταγγελίες τῶν παρεκτροπῶν του ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἴσως βέβαια νὰ ἀγωνίζεται, ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἄλλη πίστη. Ἀς ἀναφέρω μερικὰ στιγμιότυπα αὐτῆς τῆς πίστης:

  1. Πιστεύει καὶ κηρύττει τὶς ἰδέες τοῦ ἀντίχριστουΟἰκουμενισμοῦ: «Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοὶ σωτηρίας».[23] Ἡ μεγαλύτερη ὕβρις ὅλων τῶν ἐποχῶν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ἂν καὶ οἱ ἄλλες θρησκεῖες ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία, τότε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ, ἡ διδασκαλία Του, τὰ θαύματα, ἡ Σταύρωση καὶ ἡ Ανάστασή Του ἦταν ἀνώφελα καὶ  μάταια!  Μόνο ἕνας διάβολος θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστηρίξει τέτοια πράγματα. Καὶ ὅμως οἱ ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς προσκυνᾶτε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο!  Ὅλοι τους ἀξίζουν τὸ τέλειο μῖσος καὶ μόνο γι’ αὐτὸν τὸν λόγο.[24]
  2. Πιστεύει καὶ κηρύττει ὅτι τὸ Κοράνιο(καὶ οἱ Γραφὲς τῶν ἄλλων θρησκειῶν) εἶναι «ἴσο μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἱερὸ ὅπως αὐτή»[25] καὶ ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι μποροῦν νὰ πᾶνε στὸν παράδεισο χωρὶς νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό.[26]
  3. Πιστεύει καὶ κηρύττει ὅτι πολλὲς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωρινές,[27] διαφωνώντας ἀκόμα καὶ μὲ τὸν Κύριο!
  4. Ὀνομάζει «εὐλογημένη» καὶ τιμᾷ τὴν Συναγωγὴτῶν Ἑβραίων, ἐκεῖ ποὺ ὑβρίζεται ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Θεοτόκος.[28]
  5. Πιστεύει καὶ κηρύττει τὴν βασικὴ ἀρχὴ τῆς Μασονίας,ὅτι δηλαδὴ: «ἕκαστος νὰ λατρεύῃ τὸν Ἕνα Θεὸν ὡς [=ὅπως] προτιμᾷ…». «Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα, αὐτῶν οἱ ὁποῖοι Τὸν λατρεύουν ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν πίστιν μεταξὺ τῶν τριῶν μεγάλων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν».[29]
  6. Ἐπιδιώκει τὴν κατάργηση ἢ τροποποίηση πλειάδας Ἱερῶν Κανόνων, κάτι, ποὺ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία,εἶναι γνώρισμα αἱρετικοῦ ἀνθρώπου.[30] Ὀνομάζει τοὺς Ἱ. Κανόνες: «Τείχη τοῦ αἴσχους».[31]
  7. Πιστεύει καὶ κηρύττει -σὲ ἀντίθεση μὲ δεκάδες Συνόδους καὶ ἑκατοντάδες Ἁγίους- ὅτι ἡ Ρωμαϊκή «ἐκκλησία» εἶναι κανονική, τὰ μυστήριάτης ἔγκυρα καὶ ὁ Πάπας κανονικὸς Ἐπίσκοπος. Τὸ 1995 συνυπέγραψε μὲ τὸν Πάπα «ΚΟΙΝΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑΝ ΠΙΣΤΕΩΣ». Τὸ 2011 «ὁ Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος δέχτηκε ἐπίσκεψη ὁμάδας φοιτητῶν τοῦ Ποντιφικοῦ Ἰνστιτούτου Sant Apollinare. Ἀναφερόμενος στοὺς φοιτητὲς τοὺς εἶπε: «Ἀκολουθῆστε τὸν Πάπα. Ὁ Πάπας Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄ εἶναι ἕνας μεγάλος θεολόγος ποὺ κάνει καλὸ σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες. Ἀκολουθῆστε τον μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια». [32]
  8. Συμπροσευχήθηκε μὲ Προτεστάντες ποὺ εἶναι διαστρεβλωτὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ, ὑβριστὲς τῆς Θεοτόκου, περιφρονητὲς τῶν Ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίαςκαὶ ὡς Eἰκονομάχοι, βρίσκονται ὑπὸ τὸν ἀναθεματισμὸ τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κάνει ἀποδεκτὸ τὸ βάπτισμα τῶν Προτεσταντῶν (Λουθηρανῶν).[33]
  9. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1993 προέβη σὲ ἄρση τῶν ἀναθεμάτωνἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ στὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν. Ἡ κάθε πλευρὰ ἀναγνώρισε τὴν ἄλλη ὡς Ὀρθόδοξη. Τὶς καταδίκες καὶ τὰ ἀναθέματα τῆς 4ης Οἰκουμενικῆς πρὸς τοὺς Μονοφυσίτες (ποὺ τὰ ἐπανέλαβαν οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι) τὰ ὀνομάζει «παρεξηγήσεις τοῦ παρελθόντος ποὺ ἔχουν ξεπεραστεῖ» ἀφοῦ «δὲν ὑπάρχει θεολογία ποὺ μᾶς χωρίζει»![34]
  10. Ἀναγνωρίζει τὶς χειροτονίες τῶν Ἀγγλικανῶν.[35]
  11. Τὸ 1991 στὸ Μπάλαμαντ τοῦ Λιβάνου ἀποδέχτηκε τὰ μυστήριατῶν παπικῶν καθὼς καὶ τὴν Οὐνία…».[36]
  12. Στὸ συνέδριο τοῦ Π.Σ.Ε., τὸ 2006, στὸ Porto Alegre, ἀποδέχτηκε τὴν κοινὴ δήλωση μὲ τοὺς Προτεστάντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνο Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι οἱ 348 ἐκκλησίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ- εἶναι γνήσιες ἐκκλησίες. Μία δὲ ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία! Οἱ ποικίλες αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν Προτεσταντῶν θεωροῦνται ὡς διαφορετικοὶ τρόποι ἐκφράσεως τῆς ἰδίας πίστεως καὶ ὡς ποικιλία τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δεχόμενοι ἔτσι ὅτι τελικὰ δὲν ὑπάρχουν αἱρέσεις!! «Αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες καλοῦνται νὰ συμβαδίζουν ἀκόμη καὶ ὅταν διαφωνοῦν».[37]
  13. Μὲ τὰ παραπάνω δεδομένα ἀρνεῖται τέσσερα ἄρθρα τοῦ  Συμβόλου τῆς Πίστεως.
  14. Εἶναι Ἁγιομάχος καὶ Πατρομάχος. Εἶπε: «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν (τὸ Σχίσμα) προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεωςκαὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα ἐκείνων»!!![38] Εἶναι ἀπροκάλυπτα ἁγιομάχος.  Αὐτὸς ὅμως ποὺ βλασφημεῖ τοὺς Ἁγίους εἶναι ἀντίχριστος.[39]
  15. Δηλώνει ὅτι εἶναι «εὐλογημένη» ἡ Συναγωγὴτῶν Ἑβραίων. Γιὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο βεβαίως, ἡ Συναγωγὴ «εἶναι χῶρος δαιμονίων ποὺ συνάζονται οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ θεομάχοι»[40]

 

Τέταρτον.

Ὁ π. Εἰρηναῖος στὸ 1:16:14’ εἶπε: «στεναχωριέμαι γιὰ τὰ κείμενα ποὺ ὑπεγράφησαν στὸ Balamand, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναγνωρίσαμε μυστήρια στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς». Ὁ Σεβασμιότατος στὸ 1:19:39’ προσπάθησε νὰ μετριάσει τὸν πόνο τοῦ π. Εἰρηναίου λέγοντας  ὅτι :  «Τὰ κείμενα τοῦ Balamand ἀπορρίφθηκαν ἀπὸ τὶς Τοπικὲς Συνόδους.»

 

 

 

Ἀπάντηση.

Τόσο ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα διαχειρίζεστε ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα κάποτε, κάποιες χιλιάδες Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ἔχαναν καὶ τὴν ζωή τους.  Ἀκριβῶς ὅπως περιγράφει ὁ Κύριος, τὴν φυγὴ τῶν μισθωτῶν ποιμένων ὅταν ἔρχεται ὁ λύκος. Ἀκόμα ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἄχρηστη λύπη σας εἶναι μία ἀπάτη, γιατὶ στὴν πράξη  κάνετε ἀποδεκτὰ τὰ μυστήρια αὐτά, ποὺ -γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ στὴν θεωρία τάχα- δὲν παραδέχεστε. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ζήτησε τὴν λύπη σας καὶ οὔτε τὴν χρειάζεται. Ἡ Ἐκκλησία σᾶς ἔβαλε στὴ θέση τῶν ποιμένων, γιὰ νὰ πράξετε τὸ καθῆκον σας προστατεύοντάς την  ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἃν δὲν τὸ πράξετε, θὰ κριθεῖτε ὡς φονιάδες καὶ θὰ δώσετε λόγο γιὰ τὸ αἷμα αὐτῶν ποὺ θανατώνονται πνευματικὰ, ἀπὸ τὴν δηλητηριασμένη τροφὴ τῆς αἵρεσης μὲ τὴν ὁποία  τοὺς  τρέφετε. [41]

 

Πέμπτον.

Ὁ Πρωτοσύγκελλος κ. Δαμασκηνός στὸ 1:27:49’ εἶπε: «Κανεὶς δὲν εἶναι πάνω ἀπὸ τἠν Σύνοδο, πάνω ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, πάνω ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους.»

 

Ἀπάντηση.

Δυστυχῶς γιὰ ἐσᾶς κ. Δαμασκηνὲ, πάνω ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο καὶ Πατριάρχη βρίσκονται πολλὰ ποὺ ἀγνοεῖτε. Βρίσκεται ἡ Ἀλήθεια ὅπως ἐκφράστηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ, τὴν Ἱερὰ Παράδοση, τὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων, τῶν Ὁμολογητῶν, τῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ὁ κάθε Πατριάρχης καὶ Ἐπίσκοπος εἶναι ἕνας προσωρινὸς διακομιστὴς καὶ διάκονος τῆς Ἀλήθειας καὶ ὄχι ὁ παραγωγὸς, διασκευαστὴς καὶ ἰδιοκτήτης της. Ἃν δὲν τὴν μεταλαμπαδεύει ἀκέραιη καὶ ἀνόθευτη ὅπως τὴν παρέλαβε, εἶναι ἕνας λύκος μὲ ἔνδυμα προβάτου. [42]

 

Ἕκτον.

Ἐπίσης, ὁ Πρωτοσύγκελλος κ. Δαμασκηνὸς στὸ 1:28:53’ εἶπε : «Ὁ π. Σάββας μοῦ εἶπε “γιὰ θέματα πίστεως δὲν ρωτάω κανέναν”. Καὶ ὁ κ. Δαμασκηνὸς συνέχισε: «Αὐτὸ τὸ ἕνα γραμμάριο δηλητήριο διοχετεύτηκε στὴν πόλη μας καὶ στὴν μητρόπολή μας ἀπὸ κάποιον ἄνθρωπο ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του σούπερ ὀρθόδοξο καὶ προστάτη τῆς ἐκκλησίας καὶ πάνω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία…».

 

Ἀπάντηση.

Εὐτυχῶς ποὺ ἔχω σὰν σύμβουλο καὶ ὁδηγὸ στὴν πνευματικὴ ζωὴ μου ὅλη τὴν Παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὄχι τὸν κ. Δαμασκηνὸ. Κάνω ὑπακοὴ λοιπὸν στὸν φυσικὸ προϊστάμενό μου Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας ποὺ μᾶς διδάσκει: «Ὅσα ἐναντιοῦνται φανερὰ τοῖς θείοις προστάγμασι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐρωτῶμεν, μήτε νὰ λαμβάνωμεν περὶ αὐτῶν συμβουλήν, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀποφεύγομεν ὅλαις ἡμῶν ταῖς δυνάμεσιν».[43] Ἀλλὰ ἂς γνωρίζετε καὶ αὐτὸ: ἔχω Γέροντα ποὺ ὄντως κάνω ὑπακοή καὶ μὲ δίδαξε τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τό ἴδιο καὶ γιὰ τὴν καθηγουμένη, τὸν π. Εἰρηναῖο καὶ τὸν π. Δαμασκηνὸ.

 

Ἕβδομον.

Ὁ Μητροπολίτης στὸ 1:33:16’ ἀνέφερε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου λέγοντας: «Ὁ ποιῶν ἄνευ γνώμης Ἐπισκόπου διάβολος ἐστί» καὶ ὅτι: «καθῆκον τοῦ μοναχοῦ εἶναι νὰ προσεύχεται». (ὑπονοώντας ὅτι ἐγὼ ἔχω ξεφύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τῶν καθηκόντων μου)

 

 

 

 

Ἀπάντηση.

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἐπισημαίνει τὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ Ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία. Ὅτι εἶναι «τύπος Χριστοῦ» , ὅτι «χωρὶς αὐτὸν δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία»,[44] ὅτι «χωρὶς τὸν Ἐπίσκοπο μὴν κάνετε τίποτα»[45] κ.λ.π. Οἱ Ἐπίσκοποι τὸ προβάλλουν αὐτὸ γιὰ νὰ κλείσουν τὰ στόματα τῶν ἐλεγχόντων. Ὅμως αὐτὰ ὁ Ἅγιος τὰ λέει μὲ μία αὐτονόητη προϋπόθεση, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι «μισθωτός» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος», γιατὶ ἂν ἀναφέρεται καὶ σὲ αὐτούς, τότε ἔρχεται σὲ λογική καὶ φανερὴ ἀντίφαση μὲ τὸν Κύριό μας καὶ τὸν ἀπ. Παῦλο, πρᾶγμα ἀδύνατο. Ὁ Ἅγιος ἐννοεῖ μόνο τόν «ἄξιο» Ἐπίσκοπο ποὺ καταφέρνει νὰ κάνει τὸ ποίμνιό του νὰ ζεῖ χωρὶς τὴν ἐπιρροὴ καμμίας αἵρεσης. [46] Τὸ διευκρινίζει, ἀλλὰ οἱ Ἐπίσκοποι τὸ ἀποκρύπτουν. Λέει ὁ Ἅγιος ὅτι αὐτὰ ἀφοροῦν ὄχι τόν τυχόντα Ἐπίσκοπο, ἀλλὰ αὐτὸν ποὺ «δὲν ἀπέκτησε μόνος του, οὔτε μέσ ἀνθρώπων τὴν διακονία» (τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος). Δηλαδὴ ἐννοεῖ τόν Ἐπίσκοπο ποὺ εἶναι Θεόκλητος! Ἀλλοῦ πάλι λέει: «Νὰ εἶστε ἀχώριστοι ἀπὸ τὸν Χριστό, τόν Ἐπίσκοπο καὶ τὰ διδάγματα τῶν ἀποστόλων».[47]  Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «τύπος» Χριστοῦ, ὄχι ἐξ αἰτίας μιᾶς ἀμετάκλητης συμβολαιογραφικῆς πράξης ἀποδοχῆς κληρονομιᾶς ποὺ κατατέθηκε στὸ Πρωτοδικεῖο, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς ὑπόσχεσής του νὰ μεταλαμπαδεύσει στὸ ποίμνιο ἀνόθευτη τὴ σωτηριώδη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.  Κατὰ τὴν χειροτονία του σὲ Ἐπίσκοπο  ἄκουσε  τὴν ἐντολή: «Λάβε τὴν παρακαταθήκην ταύτην καὶ φύλαξον αὐτήν, ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε παρ’ Αὐτοῦ μέλλεις ἀπαιτεῖσθε αὐτήν». Μόνο ὅταν φυλᾶνε τὴν Παρακαταθήκη εἶναι «εἰς τύπον Χριστοῦ». Ἐκτὸς καὶ ἂν τύπος -πρότυπο- Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ὁ κακόδοξος ποὺ διαστρέφει τὴν διδασκαλία Του![48] Οἱ άληθινοὶ Ἐπίσκοποι στοὺς ὁποίους κάνουμε ὑπακοὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν  μεταβάλλουν τὴν Πίστη ἀλλὰ τὴν μεταφέρουν στὸ ποίμνιο ἀτόφια, χωρὶς παραλλαγές καὶ ἐπινοήσεις κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο. «Κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν παρὰ τῶν Πατέρων Ἀποστολικὴν πίστιν παρέδωκα, μηδὲ ἔξωθεν ἐπινόησα, ἀλλ’ ὅπερ ἔμαθον ἐνεχάραξα συμφώνως τὰς Ἁγίας Γραφάς».[49]

Γιὰ δὲ τὸ καθῆκον τοῦ Μοναχοῦ, βεβαίως αὐτὸ εἶναι τὸ νὰ προσεύχεται. Σὲ περιόδους ὅμως ποὺ ἡ πίστη κινδυνεύει, τότε ἔχει ὑποχρέωση νὰ μὴ σιωπᾶ, κατὰ τὴν θεωρητικὴ καὶ βιωματικὴ διδασκαλία χιλιάδων Ὁμολογητῶν Μοναχῶν καὶ Ἁγίων. Μπορεῖτε νὰ ἀνατρέξετε στοὺς Συναξαριστὲς, γιὰ τὶς ἀμφιβολίες σας.

Ὄγδοον.

Ὁ Μητροπολίτης στὸ 1:33:03’ εἶπε: «Ὅταν δὲν ἀναγνωρίζεις Ἐπίσκοπο θέτεις τὸν ἑαυτὸ σου ἐκτὸς ἐκκλησίας … αὐτοὶ ποὺ παύουν τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχη ἢ Ἐπισκόπου θέτουν τὸν ἑαυτὸ τους ἐκτὸς ἐκκλησίας…».

 

Ἀπάντηση.

Ὁ Σεβασμιότατος ἢ δὲν τὰ ξέρει καλὰ ἢ καλά τὰ ἀποκρύπτει.

Ὁ 3ος Κανὼν τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπιτάσσει: «Νὰ μὴν εἶναι ὑποκείμενοι οἱ κληρικοὶ στοὺς Ἐπισκόπους ποὺ ἔχουν ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία». Ἐδῶ φυσικὰ ἐννοοῦνται οἱ μὴ καταδικασμένοι συνοδικῶς Ἐπίσκοποι, γιατὶ ἂν εἶχαν καταδικαστεῖ συνοδικά, θὰ εἶχαν καθαιρεθεῖ, καί δὲν θὰ νοοῦνταν ἡ ὑπακοὴ σὲ αὐτούς, ἀφοῦ θὰ βρίσκονταν ὡς καθηρημένοι ἐκτὸς τῆς διοικητικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο  «Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες. ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς»,[50] ἀναφέρει τὰ ἑξῆς γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς Ἐπισκόπους: «Ἐὰν οὖν τινα ἴδῃς ἀδελφέ, ὅτι ἔχει σχῆμα σεμνοπρεπές, μὴ πρόσχῃς, ὅτι ἐνδέδυται κώδιον προβάτου, ὅτι ὄνομα ἔχει πρεσβυτέρου, ἢ ἐπισκόπου, ἢ διακόνου, ἢ ἀσκητοῦ, ἀλλὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ περιέργασαι· εἰ ἔστι σώφρων, εἰ ἔστι φιλόξενος, ἢ ἐλεήμων, ἢ ἀγαπητικός, ἢ ἐν προσευχαῖς καρτερικὸς ἢ ὑπομονητικός. Εἰ ἔχει κοιλίαν θεόν, καὶ τὸν φάρυγγα ᾅδην, νοσῶν χρήματα, καὶ καπηλεύων τὴν θεοσέβειαν, ἄφες αὐτόν·  οὐ γάρ ἐστι ποιμὴν ἐπιστημονικός, ἀλλὰ λύκος ἁρπακτικός. Εἰ δὲ οἶδας τὰ δένδρα δοκιμάζειν ἀπὸ τῶν καρπῶν, ποῖά ἐστι τῇ φύσει, τῇ γεύσει, τῇ ποιότητι, πολλῷ μᾶλλον ἀπὸ τῶν ἔργων ὀφείλεις δοκιμάζειν τοὺς Χριστεμπόρους, ὅτι, φοροῦντες φημάριον εὐλαβείας, ψυχὴν κέ-κτηνται διαβολικήν. Εἰ δὲ καὶ ἀπὸ ἀκανθῶν οὐ συλλέγεις σταφυλάς, ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα, τί ὑπολαμβάνεις, ὅτι ἀπὸ παραβατῶν ἔχεις τι ἀγαθόν ἀκοῦσαι, ἢ ἀπὸ προδοτῶν μαθεῖν τι χρήσιμον; Ἐκείνους τοίνυν ἀποστρέφου ὡς λύκους Ἀραβικούς, καὶ ἀκάνθας παρακοῆς, καὶ τριβόλους ἀδικημάτων, καὶ δένδρα πονηρά. Ἐὰν ἴδῃς συνετόν, κατὰ τὴν συμβουλεύουσαν σοφίαν, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν, καὶ σταθμοὺς θυρῶν αὐτοῦ ἐκτριβέτω ὁ πούς σου, ἵνα παρ’ αὐτοῦ διδαχθῇς νόμου σκιαγραφήματα, καὶ χαρίτων δωρήματα».[51] Ὅταν λοιπὸν ἡ αἵρεση καταπιεῖ τοὺς ποιμένες καὶ δὲν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι σὲ κάποιο τόπο, ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ πιστοὶ συνεχίζουν τὴν ζωήν τους. Τότε  ὑπάρχει Ἐκκλησία καὶ χωρὶς Ἐπίσκοπο.

Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ Ἀλήθεια, κι ὄχι ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει  ὁ Ἐπίσκοπος. «Δὲν ἀνήκουν στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅσοι δὲν βρίσκονται στὴν ἀλήθεια» κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ[52]. Φυσικὰ ὑπάρχει ἡ φωτοβολίδα τοῦ ΙΕ΄Κανόνα τῆς ΑΒ’ Συνόδου ἐπὶ Μ. Φωτίου, ποὺ ὄχι δείχνει ὅτι ὑπάρχει ἐκκλησία χωρίς τὸν κακόδοξο Ἐπίσκοπο, ἀλλὰ καὶ ἐπιβραβεύει τοὺς πιστοὺς ποὺ φεύγουν ἀπὸ αὐτὸν.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στὴν ἀναίρεση τοῦ γράμματος τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου, ἀμφισβητεῖ εὐθέως τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου, ὅταν αὐτὸς δὲν βρίσκεται ὑποταγμένος στὴν Ἀλήθεια: «Καὶ γὰρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν κατά-ψεύδοιντο, ποιμένας καὶ ἀρχιποιμένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι (ὅσο κι ἂν προσφωνοῦνται ψευδῶς μεταξύ τους ὡς Ἐπίσκοποι καὶ Ἀρχιεπίσκοποι)·  μηδὲ γὰρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα (γιατὶ ἐμεῖς δὲν μυηθήκαμε στὸν χριστιανισμὸ μὲ βάση τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μὲ βάση τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως)».[53] Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, λοιπόν, τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἐπισκόπου ἐξετάζει, προκειμένου νὰ τὸν ἐντάξει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου.[54]

Σὲ ἐπιστολή του ὁ Μ. Βασίλειος, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Τοῖς ἐν Ταρσῷ Πρεσβυτέροις», διδάσκει στοὺς Πρεσβυτέρους τῆς Ταρσοῦ νὰ μὴν δέχονται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν ὅτι εἶναι κτίσμα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Μάλιστα, ἐπαναλαμβάνει καὶ λέει ὅτι, προκειμένου νὰ ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικά, νὰ ζητοῦν ὁμολογία πίστεως σὲ δύο πράγματα. Πρῶτον, ἂν συμφωνοῦν μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καὶ δεύτερον, ἂν ὁμολογοῦν ὅτι δὲν εἶναι κτίσμα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἂν δέ, δὲν ὁμολογήσουν καὶ τὰ δύο αὐτά, νὰ μὴν ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς[55] χωρὶς νὰ ἐξαιρεῖ τοὺς Ἐπισκόπους. Χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο εἶναι νὰ πῶ ὅτι, αὐτὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου, λαμβάνει χώρα πρὶν συνέλθει ἡ Β΄Οἰκουμε-νικὴ Σύνοδος γιὰ τὴν τελικὴ καταδίκη τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων. Ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο δὲν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ μὲ ὅσους εἶχαν κάποια αἱρετικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τοὺς ἀναθεμάτιζε, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχε κατάδικασθεῖ ἡ αἵρεση ἀπὸ Σύνοδο. [56]

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέγοντας, «ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἐστιν ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ µετ΄ αὐτοὺς ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»,[57] καταδεικνύει τὴν δυνατότητα τοῦ πιστοῦ νὰ ἀπομακρύ-νεται ἀπὸ τὸν κακὸ Ἐπίσκοπο γιὰ τὴν πνευματικὴ του προστασία.

Συνεπῶς Σεβασμιότατε, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ἀναρωτηθήκατε, «μᾶλλον ἄλλη θεολογία σπουδάσατε».

 

Ἔνατον.

Ἡ Ἡγουμένη Θεοξένη ἀνέφερε στὸ 1:36:57’ : «Μὀνο ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει τὶ εἶναι αἵρεση καὶ ποιὸς εἶναι αἱρετικός κι ὄχι ὁ καθένας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι Ἐπίσκοπος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφάλεια στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας». Τὸ ἴδιο ἀνέφερε καὶ ὁ Μητροπολίτης στὸ 1:41:17’.

 

Ἀπάντηση.

Ἐδῶ συμφωνοῦμε ἀπόλυτα τουλάχιστον ρηματικὰ. Χρειάζεται ὅμως νὰ δοῦμε ποιὸς ἐξαπατᾶ μὲ τὰ λόγια του.

Ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μὲ τὸν ζ΄ Κανόνα της ὁρίζει ὅτι: «Σὲ κανέναν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσθέτει ἢ νὰ ἀφαιρεῖ ὁτιδήποτε ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ ὅποιος τολμήσει νὰ πράξει κάτι τέτοιο, ἂν μὲν εἶναι κληρικὸς νὰ ἀφορίζεται, ἂν δὲ εἶναι λαϊκὸς νὰ ἀναθεματίζεται». Εἶναι λοιπὸν οἱ παπικοὶ ἀφορισμένοι καὶ ἀναθεματισμένοι ποὺ πρόσθεσαν τὸ filioque; Ἐσεῖς ἤ ἐγώ τοὺς ἀντιμετωπίζω ὅπως ἐπιτάσσει ἡ Γ΄Οικουμενική ;

Tὸν Παπισμὸ καταδίκασαν ἡ Σύνοδος τοῦ 1009; Τοῦ 1054; Τοῦ 1089 στὴν Κωνσταντινούπολη; Τοῦ 1170-1178; Τοῦ 1273 στὴν Κωνσταντινουπόλη;  Τοῦ 1324 στὸ Νυμφαῖο; Ἡ Θ΄Οἰκουμενικὴ τοῦ 1341-1351 στὴν Κωνσταντινούπολη; Τοῦ 1441 στὴ Ρωσία; Τοῦ 1443;  Τοῦ 1672 στὰ Ἱεροσόλυμα; Τοῦ 1484; Τοῦ 1642; Τοῦ 1672; Τοῦ 1722; Τοῦ 1727; Τοῦ 1838; Τοῦ 1848; Τοῦ 1895 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τέλος τὸ Πανορθόδοξο Συνέδριο στὴ Μόσχα τὸ 1948; Μετὰ ἀπὸ τόσες Συνοδικὲς  ἀποφάσεις γιὰ τὰ ἀντίθεα παπικὰ ἀνοσιουργήματα, τολμᾶτε νὰ ὀνομάζετε τὸν Παπισμὸ «ἀδελφὴ ἐκκλησία» καὶ κρίνετε ἐμένα ὡς «συγχυσμένο» καὶ «ἀνισόρροπη φωνή ποὺ φωνασκεῖ» (1:40:17’) ἐπειδὴ τηρῶ  τὶς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἐγὼ ἐξαπατῶ τὸν λαὸ ἤ ἐσεῖς;

 

Δέκατον.

Ἡ Ἡγουμένη Θεοξένη ἀνέφερε στὸ 1:38:14’ : «Ποιοὶ εἶναι οἱ αγιορεῖτες Πατέρες;… Ἡ ἐκκλησία δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξη ἁγιορειτῶν Πατέρων παρὰ μόνο τὴν διοικητικὴ δομὴ τῶν ἡγουμένων τῶν μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους…. π.χ. “Μοναχὲς τῆς Κρήτης” δὲν σημαίνει τίποτα… δὲν ἔχει καμμία ἀξία μέσα στὴν ἐκκλησία αὐτὸ».

 

Ἀπάντηση.

Γιὰ τὴν γερ. Θεοξένη ὁ μοναχὸς (ἤ ἕνα σύνολο μοναχῶν) ἔχει ὑπόσταση καὶ ἀξία παρὰ μόνο διὰ τοῦ ἡγουμένου του. Ἡ γερόντισσα δὲν αἰσθάνεται, ὁ μοναχὸς νὰ ἔχει καμμία πνευματικὴ  ὑπευθυνότητα, διάσταση καὶ ὑπόσταση ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ διοικητικὴ καὶ ἐξουσιαστικὴ ὑπογραφὴ  τοῦ προϊσταμένου. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐκφράζει τὸν Ἰησουϊτικὸ, ἤ Δομινικανὸ, ἤ Φραγκισκιανὸ μοναχισμὸ, ὄχι ὅμως τὸν Ὀρθόδοξο. Ὁ πρύτανης τοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας γράφει:  «Μόνο ἂν τύχει αἱρετικὸς λόγος πάνω στὸ δένδρο τῆς πίστεως καὶ στὰ κλαδιά του, τότε δὲν πρέπει νὰ κρατιώμαστε ταπεινοί, οὔτε νὰ κρύβεται μὲ σιωπὴ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ φθείρεται ἡ πίστη καὶ νὰ καταφρονῆται ἡ ὀρθοδοξία σὰ νὰ ἦταν ἄφωνο ψάρι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαντᾷ στοὺς ἀντιθέτους γιὰ νὰ φαίνεται τὸ φῶς καὶ νὰ φεύγει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ μὴν κολάζονται».[58]  Ἡ γερ. Θεοξένη ἐκφράζει τὸ ἀντίστοιχο τῆς ἐπισκοποκεντρικῆς  στάσης στὸν χῶρο τοῦ μοναχισμοῦ, γι’ αὐτό καὶ ἦταν πολύ κατάλληλο πρόσωπο νὰ συμμετάσχει  σὲ αὐτὴ τὴ  Σύνοδο. Στὴν ἀρχαία ἐκκλησία οἱ πιστοὶ ἔλεγξαν τὸν Ἀπ. Πέτρο, γιατὶ συνέφαγε μὲ ἀπερίτμητους  (Πράξ. 11,3) καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος δίνει ἐντολὴ στοὺς πιστοὺς νὰ ὑπενθυμίζουν στὸν Ἄρχιππο, ποὺ ἦταν Ἱερέας, τὴν διακονία του  (Κολ. 4,17). Γιὰ τὴν γερόντισσα Θεοξένη, ὁ ἔλεγχος ἀπὸ ἕναν ἤ μία ὁμάδα μοναχῶν δὲν ἔχει καμμία ἀξία! Προφανῶς βαδίζει σὲ ἄλλον μοναχικὸ δρόμο, ξένο ἀπὸ αὐτόν τῶν Ὀρθοδόξων Ὁσίων.

 

Ἐνδέκατον.

Ὁ π. Εἰρηναῖος εἶπε στὸ 1:42:37’ : «Ἂν σχίσεις τὴν ἐκκλησία, καλύτερα νὰ χαθεῖς  κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο» .

 

Ἀπάντηση.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι κριτήριο καὶ καθῆκον ἑνότητος στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ κοινωνία μόνο, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κοινὴ πίστη. «Ὅταν πάντες ὁμοίως πιστεύομεν τότε ἑνότης ἐστίν (ὑπάρχει)».[59] Πρῶτα προσβάλεται ἡ κοινὴ πίστη καὶ μετὰ ἡ κοινωνία. Τὴν παρέκκλιση ὅμως στὴν κοινὴ πίστη, ὅταν τὴν προκαλοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι, τὴν ἀποενοχοποιοῦν καὶ ἐνοχοποιοῦν τοὺς συμμετέχοντες στὸ ἑπόμενο νόμιμο στάδιο, δηλ. αὐτὸ τῆς ἀντίδρασης καὶ διακοπῆς τῆς κοινωνίας. Ὁ Μ. Φώτιος σὲ μία ἐπιστολή του μᾶς πληροφορεῖ γιὰ μία Ἀποτείχιση ποὺ ἔλαβε χώρα στὴν Καισάρεια. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι, ὅτι θεωρεῖ ἀποστάτη τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Καισαρείας Παῦλο καὶ ὄχι τοὺς ἀποτειχισμένους. Διότι ἔγινε προδότης τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως καὶ οἱ πιστοὶ ἀποτειχίστηκαν ἀπὸ αὐτόν, τὸν ἀποστρέφονταν τελείως καὶ οὔτε «“χαίρετε” δὲν τοῦ ἔλεγαν».[60] Μὲ γνώμονα τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι: «Οὐχ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν διατέτμηται μόνον,(ἡ Ἐκκλησία) ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν τὰ αὐτὰ φρονεῖν ἀλλήλοις λεγόντων διασπᾶται»[61],  ἤθελα νὰ σᾶς ἐνημερώσω ὅτι ἐσεῖς κάνετε σχίσμα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῶν κακόδοξων διδασκαλιών σας.

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεωρεῖ ἐκπεσόντα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴ ἀκόμα τὴν ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ, ὅποιον ξεφεύγει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.[62] Δὲν προστατεύει μὲ εἰδικὲς ρυθμίσεις τοὺς Ἐπισκόπους. Δὲν μέμφεται ὡς τάχα σχισματικούς, οὔτε ἀπειλεῖ αὐτοὺς ποὺ ἐλέγχουν καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τοὺς κακοδόξους Ἐπισκόπους. «Ὅσοι κοινωνοῦν μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς, αὐτοὶ ὡς ἀληθῶς ἀποσχίζονται τῆς Ἐκκλησίας»,[63] λέει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καὶ ὄχι αὐτοὶ ποὺ διακόπτουν τὴν κοινωνία μὲ αὐτούς. «Δὲν εἶναι παντοῦ ἡ ὁμόνοια καλὸ πράγμα, γιατὶ καὶ οἱ ληστές συμφωνοῦν μεταξύ τους», διασαφηνίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.[64]

     «Ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἀκολουθοῦσαν κατὰ γράμμα τοὺς ἐπισκόπους, σὲ ὅλα, οὔτε Ἐκκλησία, οὔτε καὶ ὀρθόδοξος χριστιανὸς θὰ ὑπῆρχε!» ἔλεγε ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβᾶκος. Καὶ προσέθετε: «Ἐὰν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἀκολουθοῦσαν τοὺς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους· Ἀπολιναρίους, Μακεδονίους, Εὐτυχεῖς, Διοσκόρους, Σαββελίους, Σεβήρους, Εὐσεβίους καὶ πολλοὺς ἄλλους καὶ δεχόνταν τὰ φρονήματά τους, ποῦ τότε Ὀρθοδοξία; Ποῦ χριστιανὸς εὐσεβὴς καὶ ὀρθόδοξος;  Καὶ τί λέγω ἀνθρώπους πατριάρχες καὶ μητροπολίτες καὶ δὲν λέγω Συνόδους ἀπὸ 100, 200 καὶ 348 μητροπολίτες καὶ ἐπισκόπους ἀποτελούμενες;!!» [65]

 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διδάσκει:  «Οἱ μὲν (αἱρετικοὶ) τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν. οἱ δὲ εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθηκαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται (ἐξ αἰτίας τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς θὰ χαθοῦν μαζί τους)».[66] Θεωρεῖ «προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας τὸ νὰ παραμένει κάποιος ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν κακοδοξοῦντα ἐπίσκοπόν του».[67] Αὐτές οἱ Πατερικές θέσεις  ἐνσωματώθηκαν  καὶ στὰ  Πρακτικὰ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ὅποιος δικαιώνει αἵρεση ἂς εἶναι ἀναθεματισμένος».

     Πῶς κάνουμε ἐμεῖς σχίσμα ὅταν ὑπακοῦμε τὸν Μ. Ἀθανάσιο ποὺ λέει:  «Εἰ δέ τις προσποιεῖται ὁμολογεῖν μὲν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις (ἂν κάποιος προσποιούμενος ὁμολογεῖ τὴν ὀρθὴ πίστι, ἀλλὰ κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς) τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιούτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· (καὶ ἐὰν σᾶς ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς -καὶ τὸ πράξει- νὰ τὸν ἔχετε ὡς ἀδελφὸ σας) ἐὰν δὲ φιλονίκως ἐπιμένῃ τὸν τοιοῦτον παραιτῆσθε (ξεκόψτε ἀπὸ αὐτόν)».[68]

Καὶ πῶς θὰ ἀπορρίψουμε τὴν διδαχὴ τοῦ Ἁγίου Μελέτιου τοῦ Γαλησιώτη ποὺ λέει: «Αἱρετικοί εἰσιν οἱ λατίνοι καὶ οἱ συγκοινωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται…»; [69] Καὶ πῶς μᾶς λέτε νὰ ἀγνοήσουμε τὸν Μ. Ἀθανάσιο ποὺ ἐπιτάσσει: «μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν»; [70]

Ἔτσι λοιπὸν συντασσόμαστε μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο ποὺ τονίζει ὅτι: «καλύτερος εἶναι ὁ χωρισμὸς (τὸ σχίσμα) ὑπὲρ τῆς εὐσεβεἰας, παρὰ ἡ έμπαθὴς ὁμόνοια».[71]

     ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 «Ἀλλοίμονο σὲ ὅσους μολύνουν τὴν Ἁγία Πίστη μὲ αἱρέσεις ἢ συγκαταβαίνουν στοὺς αἱρετικούς» ,  Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος.[72]

Μετὰ τιμῆς, ἀγάπης καὶ ἀληθινῆς ὁμολογίας πίστεως,

Μοναχὸς Σάββας Λαυριώτης

[1] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Α΄ Κανὼν τοῦ Μ. Βασιλείου, σ. 587.

[2] Ἁγίου Ἀθανασίου λθ΄ ἑορταστικὴ ἐπιστολὴ

[3] Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ΕΠΕ 1, σ.68.

[4] Βλ. Ι.Ρίζου, «Οι ληστές της Θείας διδασκαλίας» Μέρος Α΄σελ.90

[5] Μ. Ἀντωνίου, PG τ. 26, στλ. 969C-972Α

[6] PG 32, 897

[7] PG 45, 249 καὶ  PG 54, 572 – 573

[8] PG 89, 77

[9] Ἀπολογία πρὸς Κωνστάντιον

[10] Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ρλη΄ Ψαλμόν, PG 27

[11] Ι.Ρίζου, «Οι ληστές…Μέρος Α΄σελ.26 κ.ε.

[12] Mansi, 37, 209

[13] Σύμβολον τῆς Πίστεως Ἁγίου Ἀθανασίου.

[14] Ἰω. Χρυσόστομος., ΕΠΕ 29, σ.460 – 464

[15] Ι.Ρίζου, «Οι ληστές…Μέρος Α΄σελ.138.

[16] Ό.ά.σελ.140

[17] Ό.ά.σελ.142-151

[18] ΕΠΕ 30,340

[19] Μεγ. Ἀθανασίου, Πίστις τῶν Ἁγίων 318 Πατέρων, P.G. 28, 1641 BC

[20] PG 40., 940

[21] PG 48, 765

[22] Ἐκλογαὶ καὶ Ἀπανθίσματα, Λόγος Α΄, σ. 51, ἐκδ. μοναχοῦ Βίκτ. Ματθαίου 1973.

[23] «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 603, σελ. 15 καὶ «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 494, σελ. 23, Γενεύη 1994 . «Ἐπίσκεψις» 511/30-11-1994 καὶ «Ὀρθόδοξος Τύπος» 11-9-2009, «Ἀδέσμευτος Τύπος» (Μήτση) 21/9/2004,  «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀριθ. 523, σ. 12, Γενεύη 1995.

[24] Ἐρώτηση πρὸς τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο: Πῶς ἔχει γραφεῖ γιὰ τοὺς αἱρετικούς, ὅτι μίσησα, Κύριε, ἐκείνους ποὺ σὲ μισοῦν; Καὶ ἀλλοῦ ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι μισῆστε τοὺς αἱρε­τικοὺς σὰν ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπίσης, ἀλλοῦ ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι δὲ θὰ μισήσεις κανέναν ἄνθρωπο; Ἀπάντηση. Τοὺς αἱρετικούς, ὡς βλάσφημους καὶ ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, ἡ Γραφὴ δὲν τοὺς ὀνόμασε ἀνθρώπους, ἀλλὰ σκύλους καὶ λύκους καὶ γουρούνια καὶ ἀντίχριστους, ὅπως λέει ὁ Κύριος. «Μὴ δώσετε τὰ ἅγια στοὺς σκύλους»4. Καὶ ὁ Ἰωάννης λέει ὅτι «παρουσιάσθηκαν πολλοὶ ἀντίχριστοι». Αὐτοὺς λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀγαποῦμε, οὔτε νὰ τοὺς συναναστρεφόμαστε, οὔτε νὰ προσευχόμαστε μαζί τους, οὔτε νὰ συντρώ­γουμε, οὔτε νὰ τοὺς δεχόμαστε στὸ σπίτι, οὔτε νὰ τοὺς χαιρετοῦμε, γιὰ νὰ μὴ γίνουμε συμμέτοχοι στὰ πονηρὰ ἔργα τους.  «ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ – ΕΡΓΑ», ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄, ἐκδ. «Τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας»,  Α΄ἐκδ. 1995, σελ. 234-235.

[25] Ἀντιφώνηση πρὸς τὸν πρόεδρο τοῦ Ἰρὰν Mohamend Khatami στὶς 13-1-2002. «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 606, σ. 2 . «Ὀρθ. Τύπος», 15/3/2002. «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 563, σ. 21.

[26] www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3117&Itemid=2, Ἐκκλ. Πρακτορεῖο Εἰδήσεων www.amen.gr 20/1/2013.

[27] «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», 21/9/2003.

[28] Νέα Ὑόρκη, 28η Ὀκτ. 2009. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παραλαμβάνει τὸ βραβεῖο «Μακκαβαίων» μὲ τὸ ὁποῖο τὸν «τίμησε» ἡ Ἑβραϊκὴ Συναγωγὴ τῆς πόλης.

[29] Ὁμιλία στὸ Μπαχρέϊν, στὶς 25−9−2000. «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 588, σελ. 16 καὶ ἀπὸ μήνυμα ποὺ ἔστειλε στοὺς Μουσουλμάνους ὅλου τοῦ κόσμου μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Ραμαζανίου. Ρεπορτὰζ τοῦ  Νίκου Παπαδημητρίου στὸ “Flash” στὶς 16.12.2001.

[30] Ἀρχιμ. Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη, Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Θεσ/κη 1970, σ. 15.

[31] «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀρ. 423, 15/7/1989, σ, 6-7.

[32] http://entoytwnika.blogspot.com/2011/03/blog-post_28.html#ixzz1cja7kdc6

[33] «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ», ἀριθ. 640/31-10-2004: «Κοινὸν ᾿Ανακοινωθὲν τῆς 13ης συναντήσεως μεταξὺ Θεολόγων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως καὶ τῆς Εὐαγγελικῆς ᾿Εκκλησίας ἐν Γερμανίᾳ» (16-22.9.2004).

[34] http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=816

[35] Στεφανίδου Β., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σ. 711.

[36] Πορίσματα Διορθόδοξου Συνεδρίου γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό, Θεσσαλονίκη 2004, περ. «Θεοδρομία», τεῦχ. 4ο.

[37] «Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπὶ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ης ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.», Θεοδρομία 1 (Ἰαν.–Μάρτιος 2008) σ. 145.

[38] «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ»  15-6-1989, «Ἐκκλ. Ἀλήθεια» 16.12.1998 καὶ ἐφημερίδα «Νέοι Ἄνθρωποι» 26-2-1999.

[39] Ἀποκ. ιγ΄6.

[40] Λόγος Κατά Ιουδαίων, 2,4,6

[41]  Ε.Π..Ε  31, 142-144

[42] ΒΕΠΕΣ 33,197

[43] Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, Περὶ ὑπακοῆς, ρδ΄.

[44] Ιγνατίου Αντιοχείας , P.G. 5, 677A, P.G.5,70 , P.G.5, 676B

[45] Ιγνατίου Αντιοχείας , Προς Φιλαδελφείς 7,2

[46] Ό.ά. 12, 1 και  Προς Εφεσίους 6,1

[47] Προς Τραλλιανούς 7,1

[48] Ι.Ρίζου, «Οι ληστές…» Μέρος Β΄,σελ. 148-9

[49] Ἁγ.Ἀθανασίου ἐπιστολὴ πρὸς Σεραπίωνα 1,33

[50] Ματθ. 7, 15.

[51] ΒΕΠΕΣ 33, 197.

[52] Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, «Ἅπαντα», Β΄, σ. 627.

[53] Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ε.Π.Ε. 3, 606 -Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα 2, 627, 10.

[54] Βλ. Ι.Ρίζου, «Οι ληστές…» Μέρος Β΄, σελ.149

[55] Ε.Π.Ε.  3,252.

[56] Ι.Ρίζου, ό.ά

[57] P.G. 35, 33.και Μ. Ἀθανασίου, Ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων, ΒΕΠΕΣ 33, 199.

[58] Κλίμαξ, Ἰωάννου Σιναΐτου, Λόγος κε΄, θ΄.

[59] Ε.Π.Ε. 20, σελ. 696-698.

[60] Ἐπιστ. ΚΣΤ΄ Παύλῳ γεγονότι ἀρχιεπισκόπῳ Καισαρείας καί ἀποστήσαντι, Ε.Π.Ε. 13, 290,25: «Κακός ἐγένου φίλοις καὶ θείου προδότης δόγματος, καὶ τῆς σῆς ὁμολογίας πολέμιος, εἶτα διερωτᾷς, τί δήποτέ σε οἱ εὐσεβεῖς ὡς ἐναγῆ ἀποστρέφονται, μηδὲ τῆς κοινῆς ἀξιοῦντες προσῥήσεως; (ὤ, τί σε δικαίως προσείπω;) φοβερὸν ἡγοῦνται καὶ τὸ διά τοῦ “χαίρειν” κοινωνῆσαι τοῖς ἔργοις σου τοῖς πονηροῖς»!

[61] Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ πρὸς Μέγα Ἀθανάσιο, P.G. 32, 425.

[62] Ε.Π.Ε. 1,45.

[63] P.G. 99, 1065CD.

[64] Ι,Χρυσοστόμου , Εἰς Ματθαῖον, ΙΕ΄,Ε.Π.Ε. 10,492.

[65] Ἀρχ. Φιλόθεου Ζερβάκου, Λόγοι πόνου καὶ ἀγάπης. Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη».

[66] P.G.99, 1164A.

[67] P.G. 99, 1365

[68] Μ. Ἀθανασίου, Τοῖς τὸν μονήρι βίον ἀσκοῦσι…

[69] V.Laurent-j.Darrouzes, Dossier Grecde l; union de Lion, σελ.554,558,559

[70] TLG,Theodorus Studites Scr. Eccl., Theol., Epistulae, Epistle 466, line15-28.

[71] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 6, 11, Εἰρηνικός 1

[72] Ἁγ. Ἐφραὶμ  τοῦ Σῦρου, Λόγος Εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ.

Η ΟΥΝΙΑ ΣΤΗ  ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ – Η ΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ ‘’ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ’’ (ΑΣΣΟΜΨΙΟΝΙΣΤΩΝ) ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ

 

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_____________________

Μεγάλο πρόβλημα δημιουργεί η Ουνία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας.    Οι παπικοί εκμεταλλεύτηκαν κατά καιρούς τις πολιτικές καταστάσεις για να δραστηριοποιηθούν στη Βουλγαρία, με σκοπό την εξουσιαστική εδραίωση του Παπισμού στη χώρα αυτή. Αυτό καταμαρτυρείται από τις διάφορες ενέργειες των παπικών στη Βουλγαρία μετά το Σχίσμα του 1054.

 

Oι ουνίτες της Βουλγαρίας υπολογίζονται περί τις 10,000.  Η Ουνία στη Βουλγαρία δραστηριοποιείται σε δεκατρείς πόλεις.  Στη Βουλγαρία δραστηριοποιούνται οι παπικές μοναστικές κοινότητες των Καρμελιτών, των Σαλεσιανών που δρουν σε επίπεδο νεολαίας, των ‘’Ασσομψιονιστών’’,  κλπ.

 

Καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της Ουνίας  στη Βουλγαρία διαδραμάτισαν οι ‘’Ασσομψιονιστές’’, η λεγόμενη κοινότητα των ‘’Πατέρων της Μεταστάσεως’’.  Ιδρυτής των ‘’Ασσομψιονιστών’’ ήταν ο παπικός ‘’πατέρας’’ Εμμανουήd’ Alzon, ο οποίος ήταν παπικός ‘’αρχιερατικός επίτροπος’’ στην ‘’αρχιεπισκοπή’’ της πόλης Νιμ, που βρίσκεται στη Νότια Γαλλία.  Η αναφορά του Πάπα Πίου ΙΧ, στον παπικό ‘’πατέρα’’ Εμμανουή d’ Alzon, ότι ‘’εγώ ευλογώ τα έργα σου της Ανατολής και της Δύσης’’, φανερώνει τη εξουσιαστική σκοπιμότητα της ενέργειας αυτής.   Να αναφέρομε παρενθετικά ότι ο παπικός ‘’πατέρας’’ Εμμανουή d’ Alzon, ποτέ δεν ήρθε στη Βουλγαρία, αλλά απέστειλε προς τούτο τον παπικό ‘’πατέρα’’ Galabert το έτος  1863.

 

Καθοριστικό για την Ουνία στη Βουλγαρία ήταν το έτος 1860, όπου ο Πάπας Πίος ΙΧ είχε ‘’εγκρίνει’’ την ένταξη των Βουλγάρων ουνιτών στον Παπισμό, διορίζοντας ως ‘’αρχιεπίσκοπο’’ τον ‘’αρχιμανδρίτη’’ Ιωσήφ Sokolsky το έτος 1861. Η έδρα των ουνιτών της Βουλγαρίας βρίσκεται στη Σόφια και ο επικεφαλής ‘’επίσκοπός’’  των καλείται ‘’Αποστολικός Έξαρχος της Σόφιας’’.  Ο σημερινός επικεφαλής των ουνιτών της Βουλγαρίας, είχε διοριστεί το έτος 2009 από τον Πάπα Βενέδικτο XVII σύμβουλος της συνόδου των καλουμένων ‘’Ανατολικών εκκλησιών’’ που υπάγονται στο διοικητικό μηχανισμό του Βατικανού.

 

Σημαντικό ρόλο επίσης στην αύξηση των ουνιτών στη Βουλγαρία  αποτελεί το γεγονός ότι οι ‘’ιερωμένοι’’ τους  ενδύονται με άμφια όμοια των Ορθοδόξων Ιερωμένων.  Η τήρηση των λεγομένων «ανατολικών εθίμων’’  όπως οι παπικοί ουνίτες τα καλούν, συνέβαλε στην εξάπλωση της Ουνίας.  Ως γνωστό ο Πάπας Κλήμης ο VIII  «επέτρεψε» να διατηρήσουν τα καλούμενα από τους παπικούς «ανατολικά έθιμα».

 

Τα περί ‘’συνέχειας’’ και παπικής δικαιοδοσίας στη Βουλγαρία που ουνίτες προβάλλουν, καταμαρτυρούν μόνο την παπική εξουσιαστική θρασύτητα.  Προβάλλουν τα γεγονότα του 1204, όπου ο καρδινάλιος  Λέων ήρθε στο Τύρνοβο ως απεσταλμένος του Πάπα Ιννοκεντίου ΙΙΙ και έχρισε αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας και πάσης Βλαχίας τον Βασίλειο.  Το αποτέλεσμα ήταν η παροδική μόνο ‘’εξάρτηση’’ από τον Πάπα.  Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρομε ότι ακόμα και οι δεσμεύσεις στον Πάπα καταμαρτυρούσαν την παπική εξουσιαστική μάνητα, με πρώτιστη την προστασία των παπικών συμφερόντων.

 

Φυσικά στη Σύνοδο που συγκλήθηκε κατόπιν στο Τύρνοβο το 1211 έγινε ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης της Εκκλησίας της Βουλγαρίας.  Κατά τη Σύνοδο αυτή της Εκκλησίας της Βουλγαρίας συντάχθηκε το ‘’Συνοδικό της Ορθοδοξίας’’ με το οποίο καταδικάζονταν οι αιρέσεις και γινόταν τιμητική αναφορά στους Αγίους της.  Δεν δικαιολογεί καμιά παπική συνέχεια ή παπική δικαιοδοσία,  η εκκλησιαστική ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας.

 

Η μόνη συνέχεια που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας, είναι εκείνη που καταμαρτυρεί η όντως συνέχεια, με το ‘’επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν’’, δηλαδή η Ορθόδοξη Πίστη.  Όσο  αφορά τους παπικούς ουνίτες που σκοπίμως τηρούν τα καλούμενα από αυτούς «ανατολικά έθιμα», θα τονίσουμε ότι η εξωτερική μίμηση δεν συνεπάγεται καμιά ουσιαστική τήρηση.   Αν πραγματικά οι παπικοί ουνίτες αγαπούν τα τυπικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ένα μόνο τυπικό πρέπει να ακολουθήσουν, εκείνο της επιστροφής στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τη Μία δηλαδή Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.  Η εξωτερική απλά τήρηση των σκοπίμως καλουμένων «ανατολικών εθίμων’’,  όπως οι παπικοί ουνίτες τα καλούν, μόνο την εξουσιαστική εδραίωση του Παπισμού εξυπηρετεί.

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η «Σύνοδος» της Κρήτης νόθος καρπός εξωσυζυγικών σχέσεων

 

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἐγκαταλείπει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἀναγνωρίζει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικούς

Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ λειτουργεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μετὰ τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους ἑπτὰ οἰκουμενικὲς συνόδους, μὲ τελευταία τὴν Ζ´ τῆς Νικαίας (787), καὶ τὶς μετὰ ταῦτα θεωρούμενες ἀπὸ πολλούς ὡς Η´ καὶ Θ´, τὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου δηλαδὴ τὸ 879 καὶ τὴν ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ τοῦ 1341/1351, συνῆλθαν πολλὲς σύνοδοι μὲ εὐρύτερη ἢ μικρότερη σύνθεση καὶ μὲ σπουδαῖο συνοδικὸ ἔργο.

᾽Ακόμη καὶ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία καὶ σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος πάμπολλες σύνοδοι, μὲ τὴν συμμετοχὴ τὶς περισσότερες φορὲς καὶ τῶν πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς καὶ ἱεραρχῶν ἀπὸ τὰ πρεσβυγενῆ αὐτὰ πατριαρχεῖα, ἀντιμετώπισαν τὰ ἀνακύψαντα θέματα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τὸν προσηλυτισμὸ Ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπὸ παπικοὺς καὶ προτεστάντες ἱεραποστόλους. Δὲν ἔπαυσε πάντως ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ καθεστὼς δουλείας καὶ αἰχμαλωσίας, νὰ ὀργανώνει μὲ τὴν δέουσα ἱεροπρέπεια τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς λατρείας της. Πλὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ρωσίας, ὅλες σχεδὸν οἱ ὀρθόδοξες χῶρες ἦσαν ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό.

Ἡ παρακμὴ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ἡ δημιουργία νέων κρατῶν, μὲ τὴν παραχώρηση αὐτοκεφαλίας στὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες, ἐμείωσαν τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ περιόρισαν τὴν δικαιοδοσία της, ἔδωσαν ὅμως νέα δυναμικὴ στὰ νέα ὀρθόδοξα κράτη νὰ ὀργανώσουν ἐλεύθερα τὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ νὰ λαμπρύνουν τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή. Οἱ μεταξύ τους βέβαια ἀνταγωνισμοὶ καὶ ἐθνοφυλετισμοί, ποὺ ἔφθασαν κάποιες φορὲς καὶ μέχρι τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, παρεμπόδιζαν τὴν ἔκφραση τῆς ἑνότητας τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν καὶ ἔδιναν τὴν εἰκόνα μιᾶς διεσπασμένης Ἐκκλησίας, μολονότι δὲν ὑπῆρχε τίποτε ποὺ νὰ τὶς χωρίζει στὸ δόγμα, στὴ λατρεία καὶ στὴν διοίκηση. Ἡ μετὰ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους καὶ τὸν α´ παγκόσμιο πόλεμο σταθεροποίηση τῆς πολιτικῆς καταστάσεως δὲν διήρκεσε πολύ, διότι ἀκολούθησαν ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 στὴ Ρωσία, ποὺ ἔθεσε τὴν μεγαλύτερη καὶ πιὸ δυνατὴ ὀρθόδοξη χώρα καὶ τὴν Ἐκκλησία της σὲ σκληρὸ ἀντιχριστιανικὸ διωγμό, δέσμια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας καὶ θηριωδίας, κατάσταση ποὺ ἐπεκτάθηκε σὲ λίγο καὶ στὶς ἄλλες βαλκανικὲς χῶρες, πλὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἦλθε κατόπιν ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ τοῦ 1922, μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων προσφύγων ποὺ ἐγκατέλειψαν τὶς πατρογονικές τους ἑστίες καὶ ἀπογύμνωσαν ἀπὸ ποίμνιο τὴν ἤδη ἀποδυναμωμένη ἀπὸ τὶς αὐτοκεφαλίες «Ἐκκλησία τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων», ποὺ ἔγινε τώρα φτωχότερη.

Στὴν Δύση, ποὺ δὲν γνώρισε τὴν ἰσλαμικὴ τυραννία καὶ δικτατορία, ὁ Παπισμὸς γεμᾶτος ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση συγκάλεσε τὸ 1870 τὴν Α´ Βατικάνειο Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, καὶ ἐδογμάτισε τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἐνῶ οἱ Προτεστάντες διηρημένοι καὶ διεσπασμένοι ὀργάνωσαν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ποὺ ὁδήγησε στὴν ἐξωτερική τους ἔστω ἑνότητα στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Μέσα σ᾽ αὐτὲς τὶς παγκόσμιες καὶ διαχριστιανικὲς διεργασίες θελήσαμε καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ δώσουμε τὸ παρόν, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε δῆθεν ἀπομονωμένοι καὶ ἀποδυναμωμένοι, ἀλλὰ ὅλος μαζὶ ὁ χριστιανικὸς κόσμος, ἑνωμένος καὶ δυνατός, νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν διπλὴ ἀπειλὴ τοῦ ἀθεϊστικοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ ἐπιθετικοῦ Ἰσλάμ. Ἐγκαταλείψαμε ἔτσι τὴν παραδοσιακὴ ἀντιμετώπιση τῶν Δυτικῶν ὡς αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὰ καὶ πολιτιστικὰ πιὸ ἐπικίνδυνων ἀπὸ τὸ Ἰσλάμ, καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἐρωτοτροποῦμε μὲ τὴν Δύση μὲ τὴν περίφημη οἰκουμενιστικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ποὺ ἀπέστειλε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὀνομάζοντας γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνοδικὸ ἔγγραφο τοὺς αἱρετικοὺς Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες ὡς «ἐκκλησίες»[1].

Κοντεύουν νὰ κλείσουν ἀπὸ τότε ἑκατὸ χρόνια, καὶ ἡ ἀντιπαραδοσιακὴ αὐτὴ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτη ἐκτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως νὰ μεταμορφώσει τὶς αἱρέσεις σέ «ἐκκλησίες», νὰ χορηγήσει μὲ συνοδικὸ ἔγγραφο ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικούς, ἀποκτᾶ τώρα μὲ τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης πανορθόδοξη συνοδικὴ κατοχύρωση μὲ τὸ προβληματικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ποὺ διαιρεῖ καὶ διχάζει τὴν Ἐκκλησία. Ἡ αἰχμάλωτη τώρα στὸν Οἰκουμενισμὸ τῆς Δύσεως Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ παρασύρει καὶ νὰ πείσει τὶς ἄλλες ὀρθόδοξες τοπικὲς ἐκκλησίες, ὡς προκαθημένη καὶ ὡς Μητέρα Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ὅτι οἱ καιροὶ ἄλλαξαν, ὅτι ἡ Πατερικὴ Παράδοση καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὶς συμπροσευχές, πρέπει νὰ ἀλλάξουν, νὰ προσαρμοσθοῦν στὶς δῆθεν νέες ἀνάγκες τῶν καιρῶν, οἱ κήρυκες τῶν ὁποίων μοναδικὸ στόχο ἔχουν νὰ προκαλέσουν διαιρέσεις καὶ σχίσματα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ νὰ ἀρνοῦνται τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς σωτηρίας ἐν Χριστῷ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς μόνης Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὄντως ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δι᾽ Αὐτοῦ σωτηρίας.

  1. Μελέτιος Μεταξάκης, Ἀθηναγόρας, Βαρθολομαῖος, οἱ τρεῖς σκυταλοδρόμοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Ἤδη ἡ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τὸ 1924 μὲ πρωτεργάτη τὸν μασόνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη,ἐπιβληθεῖσα πραξικοπηματικῶς, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἐτραυμάτισε καὶ τραυματίζει σκληρὰ μέχρισήμερα τὴν ἑορτολογικὴ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων[2], ἐνῶ ἡ ἔκτοτε ἀρξαμένη συζήτηση γιὰ σύγκλησηΟἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ βασικὴ θεματολογία οἰκουμενιστική, ποὺ ὅρισε ὁ ἐν λόγῳ καινοτόμος πατριάρχης,ἔθεσε δυστυχῶς τὶς βάσεις καὶ τὰ θεμέλια ὄχι γιὰ μία ἀληθινὰ Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ἀλλὰ γιὰ μία ψευδοσύνοδοοἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν, βασικὸς στόχος τῆς ὁποίας δὲν ἦταν ἡ ἐπίλυση ἐπειγόντων καὶ φλεγόντωνθεμάτων, ἀλλὰ ἡ νομιμοποίηση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι, ἐνῶ στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων γράφτηκαν καὶ διαγράφτηκαν πολλὰ θέματα, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὄντως φλέγοντα, ὅπως τὸ Ἡμερολογιακό, τῆς χορηγήσεως αὐτοκεφάλου καὶ ἄλλα, τὸ μόνο ποὺ παρέμεινε ἀπὸ τότε σταθερὰ καὶ δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ τὸ θίξει εἶναι τὸ θέμα «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ἤτοι «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα», πού, ἐπειδὴ εἶναι δεδομένες καὶ ἀμετάβλητες μὲ βάση τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, προσπαθοῦν νὰ τὶς ἀλλάξουν καὶ νὰ προκαλέσουν νέα σχίσματα καὶ διαιρέσεις.

Ἡ μεταξάκεια περίοδος δὲν εἶχε καλὴ συνέχεια καὶ λόγῳ ἀντιδράσεων στὸ σῶμα τῆς ἱεραρχίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ λόγῳ ἀπροθυμίας τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν νὰ ἀκολουθήσουν τὶς καινοτομίες τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὰ ἀπαντητικὰ γράμματά τους στὶς ἀνιχνευτικὲς τῶν προθέσεών τους πατριαρχικὲς καὶ συνοδικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1904 τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γ´. Τὴν σκυτάλη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ παρέλαβε ἀπὸ τὸν Μεταξάκη ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ποὺ κατέλαβε τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸ 1948 μὲ βίαιη ἔξωση τοῦ προκατόχου του Μαξίμου τοῦ Ε´, πρόσωπο τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Ἀμερικανῶν καὶ γνωστῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν, τῶν ὁποίων ἦτο μέλος. Δὲν θὰ προχωρήσω σὲ ἄλλες ἀναλύσεις, γιατὶ τὰ πράγματα εἶναι γνωστὰ στοὺς περισσοτέρους. Αὐτὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ εἶναι ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ἐπιδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς σχεδιαστὰς εἰς βάρος τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ πρωτεργάτη τὸν Ἀθηναγόρα, μὲ δύο ἀπαράδεκτες ἐκκλησιολογικὰ κινήσεις. Νὰ γίνουν μέλη τοῦ παναιρετικοῦ προτεσταντικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (ποιῶν «Ἐκκλησιῶν»;) σταδιακὰ ὅλες οἱ αὐτοκέφαλες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, πρωτοστατούσης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ νὰ ἀρχίσει ἡ προσέγγιση μὲ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι τῇ ἐπιδράσει τῶν αὐτῶν κύκλων εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν αὐστηρὴ ἐκκλησιολογική τους ἀποκλειστικότητα, καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν κάποια στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας στοὺς ἐκτὸς τῆς παπικῆς μάνδρας Χριστιανούς. Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικό, καὶ ἔχει ἐπισημανθῆ ἀπὸ πολλούς, ὅτι τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ προετοιμαζόταν καὶ λειτουργοῦσε ἡ Β´ Βατικάνειος Σύνοδος (1962-1965) τὴν ἴδια ἐποχὴ καὶ μὲ παρόμοια ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ καλοῦσε ὁ Ἀθηναγόρας στὴν Ρόδο τὶς τρεῖς «Πανορθόδοξες Διασκέψεις» (1961, 1963, 1964) καὶ τὴν τετάρτη στὸ Chambésy τῆς Γενεύης (1968), οἱ ὁποῖες καθόρισαν καὶ τὸν πρῶτο κατάλογο θεμάτων τῆς μελλούσης νὰ συνέλθει Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ ὁδήγησαν στὶς «Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπές» καὶ στὶς «Προσυνοδικὲς Διασκέψεις» ἀπὸ τὸ 1971 μέχρι τὴν σύγκληση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016. Ἐπὶ πενήντα πέντε ἔτη (55) μετὰ τὴν «Α´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη» τῆς Ρόδου (1961) καὶ ἐπὶ σαράντα πέντε ἔτη (45) μετὰ τὴν «Α´ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή» στὴν Γενεύη (1971) καὶ σαράντα ἔτη (40) μετὰ τὴν «Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη» στὴν Γενεύη (1976), ἑτοιμάζεται καὶ μαγειρεύεται καὶ κοσκινίζεται ἡ πολυθρύλητη καὶ προσδοκώμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ ποιό εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου τοῦ 2016.

Οὐδέποτε στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε τόσος χρόνος γιὰ νὰ ἑτοιμασθεῖ μία σύνοδος, διότι οἱ σύνοδοι ἀντιμετώπιζαν πάντοτε φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα, ποὺ δὲν ἐπέτρεπαν χρονικὲς καθυστερήσεις καὶ παρατάσεις, ἀλλὰ ἀπαιτοῦσαν ἄμεση ἀντιμετώπιση. Ποῦ ὀφείλεται ἆραγε αὐτὴ ἡ καθυστέρηση καὶ ἀδυναμία νὰ συγκαλέσουμε μία μεγάλη σύνοδο οἰκουμενικῶν προδιαγραφῶν, ποὺ νὰ ἀνταγωνίζεται, νὰ στέκεται ἐπάξια ἀπέναντι στὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, ἡ ὁποία προετοιμάσθηκε τάχιστα, ἔλαβαν μέρος 2.500 ἐπίσκοποι, ἔναντι τῶν 150 στὴν δική μας «μεγάλη» τῆς Κρήτης, διήρκεσε ὄχι μία ἑβδομάδα, ἀλλὰ δύο ἔτη, καὶ παρήγαγε θεολογικὰ κείμενα μὲ τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερα ἀσχολεῖται ἡ θεολογικὴ ἔρευνα, ἀκόμη καὶ ἡ Ὀρθόδοξη, καὶ γενικῶς συγκέντρωσε τὸ παγκόσμιο ἐνδιαφέρον ἐπὶ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἐνῶ ἡ δική μας χάθηκε καὶ ἐξαφανίσθηκε, ὅσο ἀκόμη διαρκοῦσε ἡ βραχύβια, μερικῶν ἡμερῶν, ζωή της; Γιατί τόση βία καὶ σπουδὴ νὰ κλείσουν γρήγορα τὰ θέματα, νὰ μὴ δίνεται ἐπαρκὴς χρόνος στὶς συζητήσεις, νὰ μὴ μετέχουν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, νὰ μὴν ἔχουν ὅλοι δικαίωμα ψήφου, νὰ μὴν εἶναι ἀνοικτὲς οἱ συζητήσεις ὄχι μόνον στοὺς δημοσιογράφους, ἀλλὰ καὶ στὸν κλῆρο καὶ στὸν λαό, καὶ νὰ φυλάσεται ἀπὸ ἀστυνομικὲς δυνάμεις ὁ περιβάλλων χῶρος; Γιατί φοβόμαστε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν οἱ ἀποφάσεις μας εἶναι θεάρεστες, εὐαγγελικὲς καὶ πατερικές;

  1. Γιατί διήρκεσε τόσο πολὺ ἡ προσυνοδικὴ διαδικασία;

Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι δύσκολη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ οἱ σκοποὶ τῆς «Συνόδου» δὲν ἐκινοῦντο στὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση, ἡ ὁποία βασικῶς προϋποθέτει ὅτι κάθε σύνοδος ἀκολουθεῖ καὶ σέβεται τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων συνόδων «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι»· καταδικάζει τὶς συμπροσευχὲς ποὺ ἐκεῖνες ἀπαγόρευσαν καὶ τὶς αἱρέσεις ποὺ ἐκεῖνες κατεδίκασαν, σὰν νὰ εἶναι ὅλες οἱ σύνοδοι συνεδρίες μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς συνόδου. Καταπολεμεῖ καὶ ἀναθεματίζει νέες αἱρέσεις ποὺ ἐμφανίσθηκαν καὶ ἀνησυχοῦν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζει ποιμαντικὰ καὶ διοικητικὰ προβλήματα καὶ γενικῶς φροντίζει νὰ τηρεῖται ἀπαρασάλευτα ἡ εὐαγγελικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔπραξε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα. Ὄχι μόνο δὲν ἐπανέλαβε τὴν καταδίκη τῶν αἱρέσεων ποὺ οἱ παλαιὲς σύνοδοι κατεδίκασαν, ὅπως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλὰ ἀντίθετα τὶς ὀνόμασε ἐκκλησίες. Ἀντὶ νὰ καταδικάσει τὴν νέα παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν εἰσήγαγε συνοδικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπαινώντας τὰ ἀπαράδεκτα κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ τὴν ἐξευτελιστικὴ συμμετοχή μας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδὴ στὸ προτεσταντικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων». Ἀπέφυγε νὰ καταδικάσει τὶς συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖες ἔγιναν πλέον συρμὸς καὶ μόδα· ἀντίθετα τὶς ἐπεκύρωσε μὲ τὴν συμπροσευχὴ τῶν ἑτεροδόξων παρατηρητῶν στὶς διάφορες ἀκολουθίες. Δὲν ἀσχολήθηκε, ἀντίθετα διέγραψε ἀπὸ τὴν θεματολογία τὸ καυτὸ καὶ ἐπεῖγον θέμα τοῦ Ἡμερολογίου, δὲν ἔλυσε τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς οὔτε τοῦ αὐτοκεφάλου, καὶ ἁπλῶς ἐνόμισε ὅτι καλύπτει ὅλα αὐτὰ τὰ κενὰ μὲ γενικόλογες θεολογικὲς διακηρύξεις στὸ μήνυμα καὶ στὴν ἐγκύκλιο ποὺ ἐξαπέστειλε.

Ἡ ὀρθόδοξη καὶ παραδοσιακὴ ἀντιμετώπιση ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ στοὺς σχεδιαστὰς τῆς «Συνόδου». Σὲ κάθε φάση τῆς μακρόχρονης προετοιμασίας ἡ ἀγρυπνοῦσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἤγειρε ἀντιρρήσεις. Σεβαστοὶ Γέροντες καὶ Ἅγιοι νεώτεροι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ μαχητικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο, ἡ πάλαι ποτὲ παραδοσιακὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πολλοὶ καθηγηταὶ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, χριστιανικὲς ἀδελφότητες καὶ σωματεῖα, καὶ πλῆθος πιστῶν, ἀντιδροῦσαν στὴν σύγκληση τῆς Συνόδου[3], διότι ἐγνώριζαν τοὺς ἀντορθόδοξους στόχους της. Δὲν εἴχαμε ἐδῶ τὸν ἀλάθητο καὶ πρῶτο πάπα γιὰ νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, ὅπως ἔκανε μὲ τὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, ἡ ὁποία ἂς σημειωθεῖ, παρὰ τὶς κάποιες ἐκσυγχρονιστικὲς καὶ προτεσταντίζουσες ἀποφάσεις της, δὲν ἔθιξε καθόλου τὰ οὐσιώδη ἐκκλησιολογικὰ δόγματα τοῦ Παπισμοῦ. Καθυστεροῦσαν, λοιπόν, κοσκίνιζαν καὶ μαγείρευαν οἱ μάγειροι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέχρις ὅτου ἀλλάξουν ἐπὶ τὸ εὐνοϊκώτερο οἱ συνθῆκες γιὰ τὴν σύγκληση τῆς οἰκουμενιστικῆς τους «Συνόδου». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς μακροχρόνιας προετοιμασίας καὶ ἀντιπαραδοσιακῆς καθυστέρησης. Δὲν τοὺς ἔβγαινε ἡ οἰκουμενιστική «Σύνοδος», ποὺ θὰ διέκοπτε τὴν συνέχεια τῆς Συνοδικῆς Πατερικῆς Παραδόσεως.

Ἡ αἰφνίδια ἐπίσπευση τῆς σύγκλησης τῆς «Συνόδου» ἀπὸ τὸν τρίτο μεγάλο σκυταλοδρόμο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, μετὰ τοὺς Μελέτιο Μεταξάκη καὶ Ἀθηναγόρα, ὀφείλεται στὴν ἐκτίμηση, ὅτι τὸ κλῖμα τώρα εἶναι εὐνοϊκό. Ἡ παραδοσιακὴ καὶ συντηρητικὴ μέχρι τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἄλλαξε πορεία καὶ πλεύση πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό· στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχουν ἐμφυτευθῆ οἰκουμενιστικοὶ πυρῆνες ποὺ τὸ διχάζουν καὶ τὸ ἐμποδίζουν νὰ ἐκφρασθεῖ παραδοσιακά· οἱ Θεολογικὲς Σχολὲς ἔχουν υἱοθετήσει μὲ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν καθηγητῶν τὸ οἰκουμενιστικὸ ψευδοόραμα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ὑποστήριξη τῆς ἵδρυσης Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν, ἀπὸ τὴν μετατροπὴ τοῦ ὀρθοδόξου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογικὸ καὶ ἀπὸ πλῆθος δημοσιευμάτων καὶ ἐκδηλώσεων· οἱ θεολόγοι τοῦ «Καιροῦ» καὶ τῆς «Μεταπατερικῆς Θεολογίας» τοῦ Βόλου καλύπτονται καὶ ἐνισχύονται ἀπὸ πατριαρχικές, ἀρχιεπισκοπικὲς καὶ ἐπισκοπικὲς εὐλογίες, ἐνῶ ξεθεμελιώνουν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν σωτήριο «καιρό» τῆς Κ. Διαθήκης τὸν μετατρέπουν σὲ καιρὸ ἀπωλείας, προσαρμογῆς καὶ καινοτομίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία τῆς Μεγάλης Ρωσίας συμπλέει μετὰ χαρᾶς μέσα στὰ θολὰ νερὰ τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκτροπῆς, ἐνῶ θὰ μποροῦσε ἀνταποκρινόμενη στὰ ἀντιοικουμενιστικά, ἀντιπαπικά, ἀντιδυτικὰ αἰσθήματα τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ νὰ ἀνατρέψει τὴν καταστροφικὴ πορεία. Καὶ ὁ δικός μας εὐσεβὴς λαός, ὁ ἑλληνικός, ζαλισμένος ἀπὸ τὰ μνημόνια, τὴν φορολογία, τὴν ἀνεργία, τὴν αἰφνίδια ἀνατροπὴ τῶν βιωτικῶν του σχεδίων καὶ προγραμμάτων, στήνεται στὶς οὐρὲς τῶν τραπεζῶν, τῶν ἐφοριῶν, τῶν συσσιτίων, προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλίσει τὸν ἐπιούσιο, νὰ ἐπιβιώσει καί, πλὴν ὀλίγων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πνευματικά.

  1. ῾Η «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δὲν εἶναι γέννημα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Νὰ λοιπόν, ποιά κατάλληλη στιγμή, ποιό εὐνοϊκὸ κλῖμα περίμεναν τὰ κλιμάκια τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦΟἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας, γιὰ νὰ τερματίσουν τὸ κοσκίνισμα καὶ τὸ μαγείρεμα ἐπὶ ἕνα σχεδὸν αἰώνα,καὶ νὰ συγκαλέσουν ἐσπευσμένα τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Ἀπατῶνται ὅμως, ἂν νομίζουν, ὅτι, ὅπως ξεγέλασαν πολλὲς ἐκκλησιαστικὲς ἡγεσίες καὶ πολλοὺς ἐπισκόπους -εὐτυχῶς ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν ξεγελάστηκαν- θὰ ἐξαπατήσουν καὶ τὴν γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἐξαπατήσουν τελικῶς τὸν Θεό, τὸν ἱδρυτὴ καὶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποδιώκει τὰ πνεύματα τῆς πλάνης καὶ τῶν αἱρέσεων. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ὡς καρπὸς καὶ γέννημα ἀλλοτρίων πνευμάτων θὰ ἀπορριφθεῖ καὶ θὰ σβήσει ἀπὸ τὶς δέλτους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ὡς νόθο γέννημα κακῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ὠδίνων, τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀγάπης κάποιων προκαθημένων πρὸς τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐκεῖ κυοφορήθηκε καὶ ἐκεῖ γεννήθηκε· δὲν εἶναι τέκνο καὶ γέννημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· στὴν Κρήτη μᾶς τὴν ἔφεραν ἁπλῶς γιὰ ἀναγνώριση, ἀλλὰ τὸ DNA της δὲν εἶναι συμβατὸ μὲ τὰ βιολογικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν μᾶς εἶχε προειδοποιήσει ὁ Ἅγιος Παΐσιος γιὰ τὶς ἐρωτικὲς προτιμήσεις τοῦ Ἀθηναγόρα; Ταιριάζει ἀπόλυτα στὴν συνάφεια:«Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας, δὲν τοῦ κάνει καμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή»[4].

 

[1]. Γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ στὴν Κωνσταντινούπολη βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Οἰκουμενισμό. Ἡ μεγάλη ἀνατροπὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα», εἰς τὸ πρόσφατο βιβλίο μας: Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε; Θεσσαλονίκη 2016, ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον», σελ. 15-48.

[2]. Γιὰ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση καὶ γενικῶς τὸν οἰκουμενιστικὸ ρόλο τοῦ πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη βλ. περισσότερα στὴν μελέτη μας «Παλαιὸ καὶ Νέο Ἡμερολόγιο. Γιατί ἀπέσυρε τὸ φλέγον θέμα ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος;» Θεοδρομία 18 (2016) 264-291 καὶ στὸ προαναφερθὲν στὴν ὑποσημ. 1, βιβλίο μας, στὶς σελ. 179-216, ὅπου παρατίθενται πολλὲς ἀρνητικὲς ἐκτιμήσεις γιὰ τὸν ἐσχάτως πολυεπαινούμενο πολυπράγμονα καὶ καινοτόμο πατριάρχη.

[3]. Ὅλες αὐτὲς τὶς ὑγιεῖς ἀντιδράσεις βλ. στὸ εἰδικὸ ἀφιερωματικὸ διπλὸ τεῦχος τῆς Θεοδρομίας Ἰανουάριος-Ἰούνιος 2016.

[4]. Ἀπὸ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Παΐσιος στὸν ἀείμνηστο Γέροντα π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο γιὰ δημοσίευση στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» μὲ ἡμερομηνία 23 Ἰανουαρίου 1968. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς βλ. εἰς Θεοδρομία 12 (2010) 420-423. Γιὰ τὴν ἀρνητικὴ στάση τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία συνήθως ἀποσιωπᾶται βλ. τὸ ἀφιερωματικὸ εἰς αὐτὸν τεῦχος τῆς Θεοδρομίας Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2015.

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ

ΤΟ  ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ, ΖΗΤΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΒΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

 

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_________________

Η είδηση ότι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), επιζητεί την κατάργηση του αβάτου του Αγίου Όρους, λύπησε τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.  Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), συμπεριφέρεται ως  υπερ-εκκλησία, με την αυθαίρετη  στάση του στο θέμα του αβάτου του Αγίου Όρους.  Πως είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό αυτό το απαράδεκτο αίτημα;

 

Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Μεννονιτών για το άβατο του Αγίου όρους;  Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Πεντηκοστιανών για το άβατο του Αγίου όρους;  Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Μεθοδιστών για το άβατο του Αγίου όρους;    Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Λουθηρανών για το άβατο του Αγίου όρους;    Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Πρεσβυτεριανών και λοιπών Προτεσταντών για το άβατο του Αγίου όρους;    Να αποφασίζουν οι αιρετικές κοινότητες των Παλαιοκαθολικών, αλλά και οι λοιπές  αιρετικές κοινότητες για το άβατο του Αγίου όρους;  Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν μπορούμε να δεχθούμε κάτι τέτοιο.

 

Ποιος αμφιβάλλει ότι το Π.Σ.Ε. είναι η σύγχρονη συγκρητιστική Βαβέλ, όπου το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από τις σύγχρονες αιρετικές προτεσταντικές παραφυάδες; Ο λόγος του Αρχιμανδρίτη Γεώργιου Καψάνη για το Π.Σ.Ε. «Η φωνή των Ορθοδόξων (στο Π.Σ.Ε.) χάνεται μέσα στη χοάνην των πολυπληθών προτεσταντικών παραφυάδων», ερμηνεύει επακριβώς την Ορθόδοξη παρουσία στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), αλλά και προδιαγράφει και τους συνεπακόλουθους καρπούς της εκεί Ορθόδοξης παρουσίας.

 

Να υπενθυμίσουμε και την επιστολή που στάληκε από τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, προς μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο (3/16 Μαΐου 2005), για τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών,  στην οποία επισημαίνετο ότι «…καθώς και μόνη η ύπαρξις και λειτουργία αυτού ενέχει τας επικινδύνους και απαραδέκτους εκκλησιολογικώς ιδέας του συγκρητισμού, της σχετικοποιήσεως των Ιερών Κανόνων…».

 

Αντιλαμβάνεται κανείς το απαράδεκτο και ανώφελο, αλλά και επιζήμιο  της συμμετοχής σε τούτη τη σύγχρονη συγκρητιστική Βαβέλ του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. «Καλόν το ειρηνεύειν προς πάντας, αλλ’ ομονοούντας προς την ευσέβειαν» λέγει ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.  Πως μπορεί ως Ορθόδοξοι να συμμετέχουμε σε αυτό το συγκρητιστικό συνοθύλευμα, όπου προεξάρχει το πλήθος των προτεσταντικών παραφυάδων;

 

Πως είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό, το απαράδεκτο αίτημα για κατάργηση του αβάτου του Αγίου Όρους;  Γιατί συμπεριφέρεται ως  υπερ-εκκλησία το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών;  Ας γίνει η στάση του  Π.Σ.Ε. για το άβατο του Αγίου Όρους, αφορμή για έξοδο από τη σύγχρονη αυτή συγκρητιστική Βαβέλ.

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ‘’EX CATHEDRA’’ ME TO ‘’A CATHEDRA’’, ΟΣΟ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ‘’ΑΛΑΘΗΤΟ’’

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
_____________________
Σε άρθρο του κ. Παναγιώτη Μπούμη, Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στη romfea.gr και που τιτλοφορείται ‘’Θετικά αποτελέσματα – βήματα της Πανορθοδόξου Συνόδου’’, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής, σχετικά με την παπικό ‘’αλάθητο’’ αλλά και στο Παπικό εξουσιαστικό πρωτείο : «Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η λύση και στο πρόβλημα αυτό συνοψίζεται στο πρωτείο-αλάθητο όχι με το ex Cathedra, αλλά με το a Cathedra. Εφ’ όσον δηλαδή αντικατασταθεί το ex Cathedra με το a Cathedra, λύνεται και το μεγάλο διαιρετικό πρόβλημα της σχέσεως Συνοδικότητας της Εκκλησίας και Πρωτείου εξουσίας και αλαθήτου του Πάπα ή μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και του λοιπού χριστιανικού κόσμου. Εφ’ όσον λοιπόν, γίνει δεκτό ότι δεν έχει ο Πάπας αλάθητο ex (=εκ μέρους του, αφ’ εαυτού, αμέσως) εκ της καθέδρας του, αλλά έχει έμμεσο αλάθητο a (ab) εξαγγέλλοντας ως εκπρόσωπος της Συνόδου τι ή Σύνοδος αποφάσισε, δεν θα έχει αιτιολογία η διαίρεση της χριστιανοσύνης».

«Καμία αίρεσις» εξηγεί ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «δεν εξηγέρθη τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο Παπισμός δια του αλαθήτου του Πάπα-ανθρώπου». Για το Παπικό αλάθητο υπήρξαν και υπάρχουν ενστάσεις και από παπικούς θεολόγους χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να εισακουσθούν από το Βατικανό.

Η κακοδοξία του παπικού δόγματος του «αλαθήτου» με τη σημείωση «εκ καθέδρας», ως γνωστό θεσπίστηκε κατά την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού, την «Εικοστή Οικουμενική Σύνοδο της Καθολικής Εκκλησίας», όπως οι Παπικοί την καλούν. Όμως «το αλάθητο επεκτάθηκε σε κάθε απόφαση του Πάπα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης, «δηλαδή όχι μόνο όταν αποφαίνεται ο Πάπας ‘’εκ καθέδρας’’, αλλά όποτε αποφαίνεται». Μάλιστα στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, υποδείχθηκε ότι όποιος «αντείπει, ανάθεμα έστω», με αποτέλεσμα κάποιοι παπικοί θεολόγοι να λέγουν ότι και λάθος να πεί ο Πάπας, ως ορθό πρέπει τούτο να εκληφθεί.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία· το δόγμα αυτό (του αλαθήτου) είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μια άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού» αναφέρει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Η Παπική Εγκυκλοπαίδεια η καλούμενη «Εnciclopedis Cattolica», αναφέρει για το Δόγμα του Παπικού αλαθήτου ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι ο Πάπας μπορεί να εφεύρει αλήθειες της πίστης και της ηθικής, ή ότι μπορεί να επιβάλει την προσωπική του ιδέα». Επεξηγηματικά οι Παπικοί χρησιμοποιούν την ρητορική τεχνική «ναι μεν αλλά…», για την αποδοχή του, αλλά νωρίζουν πολύ καλά ότι το Δόγμα του Παπικού αλαθήτου, είναι ατόπημα μέγιστο. Το παπικό ‘’αλάθητο’’αλλά και το Παπικό εξουσιαστικό πρωτείο καταστρατηγεί τη Συνοδικότητα, δια της οποίας η Εκκλησία εκφράζεται.

To Παπικό αλάθητο σχετίζεται με την πλάνη του Παπικού εξουσιαστικού πρωτείου. Το Παπικό αλάθητο επαυξάνει το Παπικό εξουσιαστικό πρωτείο, και αυτό αποτελεί και την μοναδική του χρειά. Ποια θεολογική ή ποιμαντική ανάγκη, συνηγορεί σε τέτοια δοκιμασία εξεύρεσης ‘’συμβιβαστικής’’ φόρμουλας για το Παπικό αλάθητο και κατ’ επέκταση το Παπικό εξουσιαστικό πρωτείο;

‘’ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΣΑ ΠΛΗΓΗ’’, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΕ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΜΟΣΧΑΣ ΤΗ ΟΥΝΙΑ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

 

Το Πατριαρχείο  Μόσχας χαρακτήρισε αιμορραγούσα πληγή την ουνία (όπως ανέφερε το romfea.gr).   Ως εκ τούτου το Πατριαρχείο  Μόσχας, επιζητεί την άμεση επαναφορά του προβλήματος της ουνίας στο διάλογο με τους Παπικούς.  Η Ρωσική Εκκλησία αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα με την ουνία, ειδικά στο έδαφος της Ουκρανίας. Οι ουνίτες στην Ουκρανία αποτελούν την μεγαλύτερη ουνιτική κοινότητα, από όλες της ουνιτικές κοινότητες σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Να θυμίσουμε ότι ο Πάπας Φραγκίσκος έστειλε το έτος 2014, ως ειδικό πρεσβευτή στην Ουκρανία, τον ΚαρδινάλιοChristoph Shoenborn της Βιέννης, για να γιορτάσει μαζί με την ‘’ελληνο-καθολική εκκλησία’’ της Ουκρανίας την 25ηεπέτειο από την επιστροφή στην νομιμότητα, αυτό που παπικοί κάλεσαν «αναγέννηση  των ‘’ελληνοκαθολικών’’».

 

Οι ουνίτες έχουν αρπάξει πολλούς Ναούς Ορθοδόξων με βίαιο τρόπο.   Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αρπαγής του Ορθοδόξου Ναού, το έτος 1989 στο Ιβανο-Φραγκόσκ, όπου εξεδιώχθη ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Ιβανο-Φραγκόσκ Μακάριος, μαζί με τους Ορθόδοξους εκκλησιαζομένους την ώρα που τελούσε τη Θεία Λειτουργία.

 

Να θυμίσουμε πως οι ουνίτες ‘’ιερείς’’ αγρυπνούσαν  στο πλευρό των διαδηλωτών στην ουκρανική πρωτεύουσα τον καιρό της Ουκρανικής κρίσης και την σκόπιμη προσπάθειά τους να  πλαισιώσουν τη μία από τις αντιμαχόμενες πλευρές στην Ουκρανία, αλλά και την εχθρική στάση τους απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.

 

Οι ουνίτες στην Ουκρανία αποτελούν την μεγαλύτερη ουνιτική κοινότητα, από όλες της ουνιτικές κοινότητες, γι’ αυτό η επικινδυνότητά της για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς είναι πολύ μεγάλη.   Να αναφέρομε ότι πρέπει να συνυπολογίσομε προς τούτο και τη δράση των ουνιτών της Ουκρανίας, όπως τις καλούμενες ‘’Ουκρανικές καθολικές αρχιεπισκοπικές εξαρχίες’’ της Κριμαίας, του Ντόντεσκ, του Χάρκοβο, της Οδησσού κλπ.

 

Επίσης θα πρέπει να συγκαταριθμήσομε τις Ουκρανικές Μαρωνίτικες κοινότητες, αλλά και τις καλούμενες ‘’Ουκρανικές Καθολικές Μητροπόλεις’’  στο Τορόντο και ανατολικό Καναδά, στη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο, την Πάρμα κλπ.   Στο Λονδίνο δραστηριοποιείται η λεγόμενη ‘’Ουκρανική Καθολική Μητρόπολη της Αγίας Οικογένειας στην εξορία’’.  Hλεγόμενη ‘’ ‘’Ουκρανική Καθολική Μητρόπολη’’ δραστηριοποιείται στην Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Ωκεανία,  με κεντρική έδρα τη Μελβούρνη.

 

Η λεγόμενη ‘’Ουκρανική Καθολική Επισκοπή της Αργεντινής’’  δραστηριοποιείται με κεντρική έδρα το Μποένος Άϊρες’’.  H λεγόμενη ‘’ ‘’Ουκρανική Καθολική Μητρόπολη’’ δραστηριοποιείται στη Γαλλία.  Η λεγόμενη ‘’Αποστολική Εξαρχία’’ δραστηριοποιείται στη Γερμανία, που αφορά τους Ουκρανούς που έγιναν και γίνονται ουνίτες. Η λεγόμενη ‘’Αποστολική Εξαρχία’’ δραστηριοποιείται στη Σκανδιναβία,  που αφορά τους Ουκρανούς που έγιναν και γίνονται ουνίτες κλπ.

 

Αν προσμετρήσει κανείς πόσους Ουκρανούς Ορθοδόξους Χριστιανούς παρέσυραν και παρασύρουν εκτός Εκκλησίας οι ουνιτικές κοινότητές, είτε με βία είτε με δόλο, θα αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος της Ουνίας. Δεν πρέπει να υποτιμάται η ουνία, αυτός ο  «δούρειος ίππος», όπως χαρακτηριστικά  τους αποκάλεσε ο Άγιος Πορφύριος.  Φυσικά κρίνεται επιτακτική η ανάγκη για συζήτηση της ‘’αιμορραγούσας πληγής την ουνίας’’, στο διάλογο με τους Παπικούς.