Δηλητηριώδες «ψυχοθεραπευτικό υλικό»

ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΕΣ «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ» (ΠΡΩΤΟΠΡ. ΘΩΜΑΣ ΒΑΜΒΙΝΗΣ)

Θά καταγράψουμε κάποιες παρατηρήσεις μέ ἀφορμή τρία κείμενα. Τό ἕνα προέρχεται ἀπό τό «Ἡμερολόγιο» τοῦ Γ. Σεφέρη (Μέρες, τόμος Θ΄), τό ἄλλο ἀπό μιά ὁμιλία τοῦ Ἴρβιν Γιάλομ μέ τίτλο «Θρησκεία καί Ψυχιατρική» καί τό τρίτο ἀπό τό βιβλίο «Τό μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς» τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ. Μέσα σ’ αὐτά τά κείμενα φαίνεται καθαρά τό πῶς λειτουργεῖ ἡ ὑποκρισία συνδεδεμένη μέ τήν φιλαυτία καί τήν ὑπερηφάνεια, στό πεδίο τῆς κοσμικῆς ζωῆς, ἀλλά καί στά πρῶτα βήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, κάποιων ἀνώριμων Χριστιανῶν.
Τό περίεργο εἶναι ὅτι κείμενα πού δομήθηκαν μέ κίβδηλα «πνευματικά ὑλικά», μέ πολύ ψέμα καί ὑποκρισία, θεωροῦνται ἀπό ὁρισμένους στοχαστές καί ψυχοθεραπευτές ὡς ψυχοθεραπευτικά φάρμακα, πράγμα ἀδιανόητο γιά τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Γνωρίζουν οἱ ποιμένες καί θεραπευτές τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας ὅτι «ὁ εἰς τόν βίον αὐτοῦ ψευδόμενος», δηλαδή ὁ ὑποκριτής, ὡς πνευματικά ἀσθενής, καταστρέφει τόν ἑαυτό του, ἀλλά δυσχεραίνει καί τήν εἴσοδο στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας πολλῶν ἄλλων. Ὅ,τι παράγει (λόγος, συγγραφή, κοινωνικό ἔργο) εἶναι ἔκθετο σέ πνευματικούς ἐπιμολυσμούς. Καί τό καλό πού κάνει, ἐν τέλει, δέν τό κάνει καλά. Ἄλλωστε, μέ ψέματα δέν θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, οὔτε ποιμαίνεται ὁ λαός τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄς ἔλθουμε ὅμως στά τρία κείμενα πού προαναφέραμε. Εἰσαγωγικά πρέπει νά σημειωθῇ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μέ καλλιέργεια, ὄχι ὑποχρεωτικά πνευματική μέ τήν ὀρθόδοξη χριστιανική ἔννοια τοῦ ὅρου, ὁπωσδήποτε ὅμως μέ διανοητική, αἰσθητική καί γλωσσική, ὅπως ἦταν ὁ Γ. Σεφέρης, καταλαβαίνει εὔκολα τόν κούφιο λόγο, τόν κίβδηλο, αὐτόν πού εἶναι ἐμποτισμένος ἀπό τό ψέμα, τήν ὑποκρισία, τήν ὑπεροψία. Βλέπει καθαρά τόν ὑποκρινόμενο συγγραφέα νά παίρνῃ μέσα στά κείμενά του διάφορες θεατρικές «πόζες» γιά νά ἐντυπωσιάσῃ τούς ἀνυποψίαστους ἀναγνῶστες του, μέ στόχο νά προσελκύσῃ στό δίχτυ του ὅλους τούς ἀνήμπορους νά ἀντέξουν τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐπικύρωση τῶν παθῶν τους καί διαφυγή σέ χαρά χωρίς εὐθύνη καί χωρίς καυστικό καί φωτιστικό θεολογικό νόημα.
Πρίν ἀπό κάποιες δεκαετίες ἐπιχειρώντας ἀνάγνωση κειμένων τοῦ Ν. Καζαντζάκη ὀρθώθηκε μπροστά μας σάν τοῖχος ἡ τραχιά ἀνειλικρίνεια τοῦ λόγου του, ἡ ἐπιτηδευμένη ἔκφραση, ἡ χωρίς αἰτία φανταχτερή διατύπωση. Τό νιώσαμε σάν ἕνα χοντρό καί πολύκλωνο ψέμα πού παρενοχλοῦσε τήν γλωσσική αἰσθητική μας, χωρίς νά ὑπάρχῃ στό ἐν λόγῳ κείμενο τίποτε ἀπό τά γνωστά ἀνίερα καί βέβηλα γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ γλώσσα δέν ἦταν εἰδικότητά μας δέν τολμούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε τά παραπάνω δημοσίως, ἀφοῦ δέν αἰσθανόμασταν φιλολογικά ἐπαρκεῖς γιά νά ὑποστηρίξουμε αὐτήν τήν αἴσθηση. Ἔτσι βιώσαμε ἕνα εἶδος μοναξιᾶς, ἀφοῦ διθύραμβοι γιά τόν δυνατό λόγο τοῦ Καζαντζάκη ἀκούγονταν ἀκόμη καί ἀπό αὐτούς πού διαφωνοῦσαν ριζικά μέ τίς αἱρετικές καί βλάσφημες ἀπόψεις του γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἦλθε ὅμως, αὐτές τίς μέρες, στό φῶς τῆς δημοσιότητας ὁ τελευταῖος τόμος ἀπό τό «Ἡμερολόγιο» τοῦ Γιώργου Σεφέρη μέ τίτλο «Μέρες, τόμος Θ΄».
Ἐκεῖ διαβάζουμε: «Κυριακή, 21 Μάρτη 1965. Χτές εἴδαμε τό Ζορμπά, τό φίλμ τοῦ Κακογιάννη– Καζαντζάκη. Μέ δηλητηρίασε ὅλη νύχτα καί σήμερα πρωί. Ὄχι ἀπό συναίσθημα ἐθνικῆς προσβολῆς, πού ὕστερα ἀπό βροντερές τυμπανοκρουσίες καί παρασημοφορίες γιά τήν πρεμιέρα του στό Παρίσι, ἀνακαλύπτουν τώρα οἱ Ἕλληνες χωρίς νά ᾿χουν τό θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσουν τήν πραγματικότητα. Ἀλλά γιά τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ Καζαντζάκη, πού νομίζει πώς εἶναι εὐαίσθητος, πού νομίζει πώς εἶναι ἐρευνητής τῆς ἀλήθειας γιά νά μήν πῶ φιλόσοφος. Δέ μέ πειράζει ὁ σκοτωμός τῆς χήρας – οὔτε τό πλιάτσικο στό σπίτι τῆς ἑτοιμοθάνατης Ὀρτάνς. Ὅλα μπορεῖ νά τά πεῖ κανείς. Ἄν ἕνα χωριό στήν Κρήτη ἦταν κάποτε βάρβαρο, ἦταν βάρβαρο· ποιός δέν ἦταν βάρβαρος κάποτε – ὅλα μπορεῖ νά τά πεῖ κανείς – ἀλλά σ΄ ἕνα ἔργο πού διεκδικεῖ τήν ἀνθρωπιά τό θέμα δέν εἶναι ἐκεῖ».
Εἶναι σαφές ὅτι ὁ Γ. Σεφέρης αἰσθάνθηκε «ἐθνικά προσβεβλημένος» ἀπό τό ἔργο πού εἶδε, ἀλλά αὐτό τό αἴσθημα ἐπισκιάσθηκε ἀπό «τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία» τοῦ Καζαντζάκη, πού αὐτοπροβάλλεται εὐαίσθητος, ἐρευνητής τῆς ἀλήθειας ἤ ἀκόμη φιλόσοφος. Τόν δηλητηρίασε τό ψεύτικο, πού προβάλλεται μέ σκοπιμότητα, ἀλλά καί ἡ ἔλλειψη κριτικοῦ θάρρους τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι σέ τέτοιες σκοπιμότητες. Συνεχίζει ὁ Σεφέρης στό «Ἡμερολόγιό» του: «Τό θέμα εἶναι πῶς ἐξαγοράζει κανείς αὐτά πού γράφει κι ἄν δέν τά λέει στό βρόντο. Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων μοῦ φαίνεται εἶναι ὁ Καζαντζάκης. Καί δέ βρέθηκε ἄνθρωπος νά τόν κρίνει, τόσα χρόνια πού ἁλωνίζει ἀνάμεσό μας. Ἔχω τήν ἐντύπωση πώς εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει. Δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε» (σελ.94-95).
Πικρές διαπιστώσεις, ὅμως ἀληθινές. «Ἁλωνίζει ἀνάμεσό μας», γράφει ὁ Σεφέρης, μέ «ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων», χωρίς νά βρίσκεται «ἄνθρωπος νά τόν κρίνει». Αὐτό τόν ὁδηγεῖ στήν πικρότερη διαπίστωση: «εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει. Δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε».
Αὐτή ἡ ψευτιά, πού μᾶς ἀρέσει, καί οἱ ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων, εἶναι γιά τόν ψυχοθεραπευτή καί συγγραφέα Ἴρβιν Γιάλομ, χρήσιμο ὑλικό γιά τούς ψυχοθεραπευτές. Στό δοκίμιό του «Θρησκεία καί ψυχιατρική» καταλήγει μέ ἀναφορά στόν Ν. Καζαντζάκη. Γράφει: «Οἱ ψυχοθεραπευτές ἔχουν νά μάθουν πολλά ἀπό τόν Νίκο Καζαντζάκη, τόν συγγραφέα τόσων δοξαστικῶν γιά τή ζωή ἔργων, ὅπως ὁ Ζορμπάς καί Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται. Ὁ Καζαντζάκης ἦταν, ὅπως ὁ Νίτσε, ἕνας ἀντιθρησκευτικός θρηκευόμενος καί ὁ τάφος του […] φέρει τήν ἐπιγραφή «Δέν ἐλπίζω τίποτα, δέν φοβᾶμαι τίποτα, εἶμαι λεύτερος». Μ’ ἀρέσει πολύ ἡ φράση του στήν Ἀναφορά στόν Γκρέκο: “Νά μήν ἀφήσω στό Χάρο τίποτα νά μοῦ πάρει – μονάχα λίγα κόκαλα”. Εἶναι ἕνας καλός ὁδηγός γιά τή ζωή μας – καί γιά τό ἔργο μας στήν ψυχοθεραπεία».
Καλός ὁδηγός γιά τήν ζωή μας, κατά τόν Γιάλομ, εἶναι τό ψέμα πού διαποτίζει τήν γλώσσα, τίς λογοτεχνικές πόζες, τίς ἐπιτηδευμένες ἀποτυπώσεις αἰσθημάτων, πού εἶναι κατά τόν Γ. Σεφέρη ὅλος ὁ Καζαντζάκης, ὁ ὁποῖος «τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία» τήν νομίζει εὐαισθησία. Μέ αὐτήν τήν ἄποψη πού διατυπώνει ὁ Γιάλομ, ἐπιβεβαιώνει τήν παρατήρηση τοῦ Γ. Σεφέρη, ὅτι «εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει» καί ὅτι «δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε». Ὁ Γιάλομ βρίσκει θεραπευτική τήν σχηματοποίηση τῆς ψευτιᾶς σέ ἄποψη «δοξαστική γιά τήν ζωή». Θεωρεῖ, μέ λίγα λόγια, θεραπευτικό τό ψέμα. Μιά ὑπαρξιακή ψυχοθεραπεία, χωρίς θεολογικό θεμέλιο, χωρίς ἐμπειρικά ἐπιβεβαιούμενη πίστη, εἶναι φυσικό νά ζητᾶ θεραπευτικό ὑλικό σέ ἀνυπόστατες φαντασίες. Μιά τέτοια «θεραπεία» ὅμως εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς περάσουμε ὅμως στό κλίμα τῆς «Ὀρθόδοξης Ψυχοθεραπείας» καί ἄς ἀπολαύσουμε τόν ἁπλό καί βαθύ λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, πού ἀποστρέφεται τήν ἐπίδειξη καί τό ψέμα καί μᾶς ἐπισημαίνει τόν τρόπο διολίσθησης τοῦ εὐλαβοῦς ἀρχάριου Χριστιανοῦ, ἀπό ἀνωριμότητα, στήν ὑποκρισία. Γράφει: «Ἡ γνήσια χριστιανική ζωή εἶναι κατά τήν φύση της ἀφανής, διακριτική, συνεσταλμένη, μυστική, καί ἐμβαθύνει διαρκῶς ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της. Αὐτή ὅμως ἡ ἐσωτερική αὐταπόκρυψη, ἡ ἀναζήτηση τοῦ “κρυπτοῦ”, […] στήν πλειονότητα τῶν ἀρχαρίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἐμφανίζεται ἐξωτερικά σέ ὅλη τήν συμπεριφορά τους μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο. Ἡ συμπεριφορά αὐτή στήν ἀνόθευτη εὐσέβεια θά εἶναι πάντοτε εὐπρεπής, γι’ αὐτό καί σέ πολλούς διεγείρει θαυμασμό, πού αὐτοί ἐκδηλώνουν πρός τόν ἀθλητή τῆς εὐσεβείας. Ὁ τελευταῖος ἀκούοντας τούς ἐπαίνους γιά τήν εὐλάβειά του, πρίν ἀκόμη νικήσει μέσα του τά πάθη, ὑποβάλλεται σέ μεγάλο πειρασμό καί ἀρχίζει νά συμπεριφέρεται “εὐσεβῶς”, ἀλλά πλέον μέ κενοδοξία. Σύν τῷ χρόνῳ, ὅταν ἡ χάρη τόν ἐγκαταλείψει ἐξαιτίας τῆς κενοδοξίας, θά ἐξακολουθεῖ νά συμπεριφέρεται ἐξωτερικά σάν νά ἦταν πραγματικά εὐσεβής, ἀλλά τότε ἐμφανίζεται σέ αὐτόν ἰδιαίτερη πνευματική πονηρία, γνωστή μέ τό ὄνομα ὑποκρισία. Αὐτή μέ τήν ἀνοησία της εἶναι τόσο ἀποκρουστική στούς ἀνθρώπους, ὥστε τούς ἀπωθεῖ ἀπό τήν πίστη» (σελ.284).
Ἡ ἀνοησία αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀρρώστιας δέν θεραπεύεται μέ τά κείμενα πού προτείνει ὁ Γιάλομ. Μ’ αὐτά παγιώνεται. Στήν θεραπεία της ἀντενδείκνυνται οἱ ἐπιδεικτικές «πόζες» καί οἱ «ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων». Ὅλα αὐτά εἶναι ἀποκρουστικά. Ἡ ὑποκρισία ὡς «ἰδιαίτερη πνευματική πονηρία», πρέπει νά χειρουργηθῇ, νά ἀποκοπῇ ἀπό τήν ψυχή, σάν κάτι τό σάπιο καί μολυσματικό. Δηλαδή, τό θεραπευτικό ὑλικό τοῦ Γιάλομ εἶναι φορέας μολυσματικῶν ἀσθενειῶν γιά τόν ἁπλό καί ἀνόθευτο στό ἦθος ἄνθρωπο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως. Ἐν προκειμένῳ, τό φάρμακο τῆς ὑπαρξιακῆς ψυχοθεραπείας εἶναι δηλητήριο γιά τήν «ἐν Πνεύματι θεραπευτική ἐπιστήμη», ἡ ὁποία θεραπεύει μέ τό καθαρό καί διακριτικό φῶς τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως.–
(Πηγή: parembasis.gr)
Advertisements

Περί της κανονικότητος της χειροτονίας του Μακαρίου Μαλέτιτς

makarios maletis
Γράφει ο Πρωθιερέας Ροστισλάβ Γιαρέμα
Διδάκτωρ Θεολογίας της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας

Κεντρικὸν ζήτημα εἰς τὴν συζήτησιν διὰ τὴν οὕτως λεγομένην «Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας» (εἰς τὸ ἐξῆς ΟΕΟ) παραμένει ἐκεῖνο τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς «ἱεραρχῶν» τῶν βασικῶν ἐν Οὐκρανίᾳ σχισματικῶν ὁμολογιῶν, τῶν ἀνεγνωρισμένων καὶ τῶν εἰς κοινωνίαν γενομένων δεκτῶν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «εἰς οἰκεῖον αὐτῶν βαθμὸν».
Ἀκριβῶς τοῦτο ἀπετέλεσε πέτρα σκανδάλου διὰ τὴν ἀποδοχὴν ἤ ἀναγνώρισιν τῆς ΟΕΟ ὑπὸ τῶν λοιπῶν Ἀυτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀκόμη καὶ ὅσων, δι’ἱστορικῶν ἤ ἐθνικῶν δεσμῶν, τυγχάνουν στενῶς συνδεδεμέναι πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.

Τὸ ὀρθῶς μὲν τῆς εἰς ἐπίσκοπον χειροτονίας τοῦ πρώην Κιέβου Φιλαρέτου, τοῦ μετέπειτα καθαιρεθέντος καὶ ἀναθεματισθέντος, ὑπὸ οὐδενὸς ἀμφεβάλετο, ἡ δὲ κανονικότης τῆς χειροτονίας τοῦ πρώην «προκαθημένου τῆς οὕτως λεγομένης Οὐκρανικῆς Αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (εἰς τὸ ἐξῆς ΟΑΟΕ) Μακαρίου Μαλέτιτς ἐγείρει πολλὰ ἐρωτηματικὰ.
Εἶναι εὐρέως γνωστὸν ἐν Οὐκρανίᾳ ὅτι ὁ πρώην «Λεοπόλεως» Μακάριος Μαλέτιτς καὶ σειρὰ «ἱεραρχῶν» τῆς πρώην ΟΑΟΕ ἀνάγουν τὴ «διαδοχὴν» αὐτῶν εἰς τὸν αὐτόκλητον Βικέντιον Τσεκάλιν.
Τὸ γεγονὸς εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὰς ἄλλας κατὰ τόπους Ἐκκλησίας, ὅπερ γράφει ζωηρῶς ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος.
Ἡ πλευρὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέσω του ἱστολογίου «Φῶς Φαναρίου» , ἐπιχείρησεν να ἀνατρέψῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, συνδέουσα τὴν διαδοχὴν τοῦ Μακαρίου μὲ τὸν Φιλάρετο.
Παρόμοιοι πληροφορίαι διαδίδονται εἰς ἐκείνας τὰς κατὰ τόπους Ἐκκλησίας, αἵτινες ἀμφισβητοῦν τὴν κανονικότητα τῆς «ἱεραρχίας» τῆς ΟΕΟ.
Ἄς προσπαθήσουμε ἵνα ἀναλύσωμεν τὸ κατὰ πόσον τεκμηριωμένα τυγχάνουν τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποία καταφεύγει συντάκτης τοῦ ἄρθρου, ὑπερασπιζόμενος τὴν ἀρχιερωσύνην τοῦ Μακαρίου Μαλέτιτς.
Κατ’ἀρχὰς, δέον ἵνα σημειωθῇ ὅτι τὸ ἐν λόγῳ δημοσίευμα βρίθει ἀναξιοπίστων πληροφοριῶν.
Λ.χ. ὁ μνημονευθείς εἰς τὸ ἄρθρον εἷς Βαρλαάμ Ἰλιουένκο ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι μία μορφὴ φανταστικὴ καὶ ἀνύπαρκτος.
Εἰς οὐδεμίαν παραφυάδα «κατακομβῶν» τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Οὐκρανίας (οἱ κατάλογοι ἄλλωστε τῆς «ἱεραρχίας» αὐτῶν εἶναι γνωστοὶ) οὐδέποτε ὑπῆρχεν εἷς «ἐπίσκοπος» τοιοῦτος.
Τὸν Ἀπρίλιον-Μαΐον 1990 εἰς τὴν Λεόπολην ὁ πρώην ἐπίσκοπος Ἰωάννης Μπονταρτζούκ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Βικεντίου Τσεκάλιν, ὅστις παρουσιάζετο «ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας κατακομβῶν» «ἐχειροτόνησαν» τοὺς πρώτους «ἱεράρχας» τῆς ΟΑΟΕ: τὸν Βασίλειον Μπονταρτζούκ (τὸν κατὰ σάρκα ἀδελφὸν τοῦ Ἰωάννου Μπονταρτζούκ) καὶ τὸν Ἀνδρέαν Ἀμπραμτζούκ.
Ἀμέσως μετὰ τὰς «χειροτονίας» ὁ Βικέντιος Τσεκάλιν ἐπιχείρησεν ἵνα προσχωρήσῃ εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῆς Λεοπόλεως.
Ἡ ἀπόπειρα τελικῶς ἀπέτυχε, διότι ἀπεδείχθη τὸ αὐτόκλητον αὐτοῦ. Προκειμένου ἵνα περισώσῃ τὸ «κανονικὸν καθεστὼς τῆς ἱεραρχίας» τῆς ΟΑΟΕ ὁ Ἰωάννης Μπονταρτζούκ διέδωσε φήμας περὶ τῆς δήθεν μυστικῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς «χειροτονίας» τοῦ κανονικοῦ ἀρχιεπισκόπου Ντνεπροπετρόφσκ καὶ Ζαπορόζιε Βαρλαάμ Ιλγιούσενκο, ὅστις ἐκοιμήθη τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐνῶ ἐν ζωῇ ὄντος, οὐδεποτε θρέψαντος συμπάθειαν πρὸς τοὺς σχισματικοὺς.
Τῆς ἀκαταλλήλου ἐκδοχὴς ταύτης ἀπορριφθείσης, εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ΟΑΟΕ ἤρχισεν ἵνα διαδίδεται μύθος περὶ ἑνὸς «Βαρλαάμ Ἰλιουένκο, τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας κατακομβῶν ὄντος», τοῦ χειροτονήσαντος τὴν «ἱεραρχίαν» τῆς ΟΑΟΕ.
Ὁ μύθος οὗτος δὲν ἐρείδεται ἐπὶ τῶν ἐγγράφων κειμένων καὶ μαρτυριῶν τῶν αὐτόπτων μαρτύρων.
Ἀναληθεῖς τυγχάνουν καὶ αἱ πληροφορίαι ὅτι ὁ λεγόμενος «ἀρχιεπίσκοπος Νέας Υόρκης» (ἀπὸ τὸ 1995 μητροπολίτης Ἱεραπόλεως τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Ἀντώνιος Σέρμπα) τὸ 1993 ἐν Κιέβῳ δήθεν προέβη εἰς μυστικὰς ἀναχειροτονίας «ἱεραρχῶν» τῆς ΟΑΟΕ.
1. Λείπουν αἱ ἔγγραφοι ἀποδείξεις τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀντωνίου Σέρμπα ἀναχειροτονιῶν τῆς «ἱεραρχίας τοῦ Τσεκάλιν» τῆς ΟΑΟΕ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀγνοεῖται ὑπὸ τῶν μελετητῶν τῆς ἱστορίας τοῦ οὐκρανικοῦ σχίσματος (τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἀλεξάνδρου Ντραμπίνκο, τοῦ Β. Πετρούσκο, τοῦ Πρωθιερέως Ροστισλὰβ Γιαρέμα κα.). Εἰς ἐπισήμους βιογραφίας τῶν «ἱεραρχῶν τοῦ Τσεκάλιν» τῆς ΟΑΟΕ (λ.χ. τοῦ Ἀνδρέου Ἀμπραμτζούκ) ἀναφέρονται μόνο αἱ ἡμερομηνίαι τῶν «ὑπὸ τοῦ Τσεκάλιν χειροτονιῶν».
2. Ἱεράρχαι τῆς κανονικῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ μητροπολίτης Ἀντώνιος Θιάλκο καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Πανελεήμων Ρομανώφσκι «ἐχειροτονήθησαν» τῷ ὄντι ὑπὸ τοῦ Ἀντωνίου Σέρμπα ἐν Κιέβῳ, ὄχι ὅμως τὸ 1993, ἀλλὰ τὸ 1991. Τὸ 1992, μὲ ὁμάδα σχισματικῶν ἱεραρχῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀναχειροτονήθησαν. Ἐπομένως, δὲν ἐθεώρησαν ὡς ἐγκύρους τὰς παλαιοτέρας «χειροτονίας» αὐτῶν.
3. Μέχρι τὸ 1995 ὁ ἴδιος ὁ Ἀντώνιος Σέρμπα δὲν εἴχε ἀποστολικὴν διαδοχὴν, ὅπερ ἐδέξατο καὶ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Κατὰ τὴν διαδικασίαν ἐντάξεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1995 ὁ Ἀντώνιος Σέρμπα, ὅπως καὶ πάσα ἡ ἱεραρχία καὶ κληρικοὶ τῆς «ἐν Η.Π.Α. Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ἀναχειροτονήθησαν μυστικῶς. Περὶ τούτου ἔκανε ἐπανειλημμένως λόγον ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σκοπέλου Βσέβολοντ Μαϊντάνσκι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπικοινωνίας αὐτοῦ μετὰ τῆς ἱεραρχίας τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οὐδέποτε ἡ Κωνσταντινούπολη διέψευσε τὰς πληροφορίας ταύτας.
Ὁ Μακάριος Μαλέτιτς «ἐχειροτονήθη» «ἐπίσκοπος» τῇ 3ῇ Νοεμβρίου 1996 ὑπὸ τοῦ «πατριάρχου» τῆς ΟΑΟΕ Δημητρίου Γιαρέμα καὶ τῆς ἱεραρχίας τῆς δομῆς ταύτης, δηλονότι τοῦ «ἀρχιεπισκόπου» Ἴγκορ Ισιτσένκο καὶ τοῦ «ἐπισκόπου» Μεθοδίου Κουντριακόφ.
Ἄς ἐξετάσωμεν τὴν ἁλυσίδαν χειροτονιῶν αὐτῶν τῶν τριῶν προσώπων.prothiereas giaroslavΟ Πρωθιερέας Γιαροσλάβ
Ὁ Δημήτριος Γιαρέμα «ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος» τῇ 5ῇ Σεπτεμβρίου 1993 ὑπὸ τῶν χειροτονιῶν τοῦ Τσεκάλιν, δηλονότι τοῦ Πέτρου Πετρούς, τοῦ Μιχαήλ Ντουτκέβιτς, τοῦ Θεοκτίστου Περεσάντα καὶ τοῦ Ἴγκορ Ἰσιτσένκο.
Δύο ἡμέρας ἀργότερα, τῇ 7ῇ Σεπτεμβρίου 1993, ἐξελέγη «πατριάρχης» τῆς ΟΑΟΕ, ἐνῶ τῇ 14ῇ Ὀκτωβρίου 1993 ἐπραγματοποιήθη ἡ «ἐνθρόνισις» αὐτοῦ ὡς «πατριάρχου» τῆς ΟΑΟΕ.
Εἶναι ἀδύνατον ἵνα φαντασθῇ τις ὅτι εἷς ἐλαχίστως γνωστὸς σχισματικὸς ἐπίσκοπος, ὁ πέραν τοῦ ὠκεανοῦ, ἐδύνατο ἵνα «ἀναχειροτονήσῃ» τὸν νεοεκλεγέντα «πατριάρχην». Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἤτο ἀδύνατον ἵνα κρυφθῇ εἰς τὴν ΟΑΟΕ, καὶ οὐδέποτε θὰ δεχόταν τοῦτο ὁ Δημήτριος Γιαρέμα.
Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν Ἴγκορ Ἰσιτσένκο, ὅστις μετέσχε τῶν «χειροτονιῶν» τοῦ Δημητρίου Γιαρέμα καὶ τοῦ Μακαρίου Μαλέτιτς, ἤτο ἀκριβῶς ἡ «χειροτονία τοῦ Τσεκάλιν», ἥτις κατέστη κώλυμα διὰ νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὴν Οὐνιτικὴν Οὐκρανικὴν Ἑλληνοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν (ΟΟΕΕ): συμφώνως πρὸς πληροφορίας, ἡ παπικὴ κουρία δὲν ἐνέκρινε τὴν προσχώρησιν τούτου εἰς τοὺς Ἑλληνοκαθολικοὺς λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς.
Τὸ 1992, ὁ τελῶν ἤδη εἰς σχίσμα καὶ καθαιρεθεὶς «μητροπολίτης» Φιλάρετος Ντενισένκο, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας καθυποτάξεως πάσης τῆς δομῆς τῆς ΟΑΟΕ κινούμενος, κατέλαβε προσπάθειαν ἵνα ἀναχειροτονήσῃ μυστικῶς τὴν «ἱεραρχίαν τοῦ Τσεκάλιν».
Καὶ ὅμως, δὲν ἐδέξαντο τοῦτο ὅλοι οἱ ἱεράρχαι τῆς ΟΑΟΕ (ἀξιόπιστοι πληροφορίαι ὑπάρχουν διὰ τὴν σχετικὴν ἄρνησιν τοῦ Βασιλείου Μπονταρτζούκ), ἐνῶ μερίδα αὐτῶν, συμπεριλαμβανομένων τοῦ Δημητρίου Γιαρέμα καὶ τοῦ Ἴγκορ Ισιτσένκο, οὐδέποτε συνενώθη μὲ τὸν «μητροπολίτην» Φιλάρετον Ντενισένκο.
Τὸ 1992 ὁ Φιλάρετος Ντενισένκο «ἀναχειροτόνησε» τὸν μέλλοντα «πατριάρχην» Κιέβου Βλαδίμηρον Ρομανιοὺκ. Τὸ 1995 ὁ τελευταῖος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν «ἐπίσκοπον» Ἰζιασλάβ Καργκὰ – εἶναι καὶ αὐτὸς χειροτονία τοῦ Φιλαρέτου – χειροτόνησαν εἰς «ἐπίσκοπον» τὸν μέλλοντα ἀρχηγὸν τῆς ΟΑΟΕ Μεθόδιον Κουντριακὸφ, ὅστις μετέσχε τῆς χειροτονίας τοῦ Μακαρίου Μαλέτιτς.
Συνεπῶς, ἐκ τῶν τριῶν σχισματικῶν ἱεραρχῶν, «τῶν χειροτονησάντων τὸν Μακάριον Μαλέτιτς, ὁ εἷς εἵλκυεν τὴν «διαδοχὴν» αὐτοῦ ἐκ τοῦ καθαιρεθέντος Φιλαρέτου Ντενισένκο, ἐνῶ οἱ δύο λοιποὶ δὲν εἴχαν ἄλλας «χειροτονίας» ἀπὸ ἐκείνας τοῦ Τσεκάλιν».
Συνεπῶς, ἡ χειροτονία τοῦ Μακαρίου Μαλέτιτς δὲν εἴχε τὴν ἀποστολικὴν διαδοχὴν.
Πίσω ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ συντάκτου τοῦ ἄρθρου εἰς τὸ ἱστολόγιον κρύβεται εἷς ἐκκλησιολογικὸς σχετικισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τὰ ὅρια τῆς βλασφημίας καὶ μία ἁπλὴ ἀνεπάρκεια θελογικῶν γνώσεων.
Κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἡ «ἀναχειροτονία» τῶν σχισματικῶν μὲ ἀμφισβητήσιμους χειροτονίας ἀποτελεῖ «ἄγνοια», ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν «σύγχρονη ἐλλειπῆ ἐκκλησιολογία».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δήθεν ὑπὸ οὐδενὸς ἐχειροτονήθη (!), ἄρα ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ δὲν ἔχει καὶ τόση μεγάλην σημασίαν εἰς τὰ θέματα ταῦτα: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ταμειοῦχος τῆς Χάριτος καί ὅταν λέῃ γιά κάποιον ὅτι εἶναι Ἐπίσκοπος, εἶναι χωρίς ἄλλο, ἔχουσα συνέχεια καί συνέπεια μέ τό γνήσιο φρόνημα τῶν Πατέρων».
Ἀποδεικνύεται ὅτι προκειμένου ἵνα χειροτονηθῇ τις ἐπίσκοπος, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀποστολικὴν διαδοχὴν, ἀρκεῖ ἵνα ὑπάρχει μία ἀπόφανσις τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως!
Κατὰ τὸν συντάκτην τοῦ ἄρθρου, ἡ ἐπιδίωξις τοῦ αὐτοκεφάλου καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας δικαιώνει ὄχι μόνον τὰς μὴ ἔχουσας τὴν διαδοχὴν «χειροτονίας» τῶν Ρώσων τῶν «κατακομβῶν» (κάτι ἀνάλογον εἶναι οἱ Ἕλληνες παλαιοημερολογίται), ἀλλὰ καὶ τὴν χειροτονίαν τοῦ Βασιλείου Λιπκόφσκι («ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος» ὑπὸ τῶν λαϊκῶν, τῶν διακόνων καὶ τῶν πρεσβυτέρων).
Παρατίθεται τὸ χαρακτηριστικὸν ἀπόσπασμα: «Ἡ μομφή ἐναντίον τοῦ Σεβ. κ. Μακαρίου προέρχεται ἀπό τό γεγονός, κυρίως, ὅτι ἡ «Αὐτοκέφαλος Οὐκρανική Ἐκκλησία» ἐκείνη εἶχε ρίζες ἱστορικές καί ἴδιων πεποιθήσεων ἀνεξαρτησίας μέ τήν Ἐκκλησία τῶν αὐτοχειροτονήτων καί τῶν κατακομβῶν».
Καὶ ὅμως, ἡ τοιαύτη προσέγγισις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν παράδοσιν τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, ἥτις πάντοτε ἐδέξατο εἰς κοινωνίαν εἰς οἰκεῖον βαθμὸν ὅσους:
* εἴχαν τὴν ἀποστολικὴν διαδοχὴν˙
* μετενόησαν, ἀποκηρύξαντες τὴν αἵρεσιν ἤ τὸ σχίσμα˙
* ἔγιναν δεκτοὶ ὑπὸ τῆς οἰκείας αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἀνεχώρησαν, καὶ ὄχι διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Πατριάρχην μιᾶς ἄλλης τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπομένως, οὔτε ὁ πρώην Κιέβου Φιλάρετος Ντενισένκο, καὶ ἀκόμη περισσότερον, οὔτε ὁ ψευδομητροπολίτης Μακάριος Μαλέτιτς ἀδυνατοῦν νὰ διεκδικοῦν ὄχι μόνον τὴν ἀρχιερωσύνην, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς ἱερωσύνης, κατά τον 29ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου.
Συμφώνως πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, οὔτε ἵνα ἐλπίζουν τολμοῦν ἵνα ἀναχειροτονηθοῦν, καθώς ὡς νομίμως καθαιρεθέντες, ἀδυνατοῦν πλέον ἵνα ἱερωθοῦν.
Εἰς ἀντιδαστολὴν μὲ τὴν διδασκαλίαν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ἀνεξίτηλου τῆς σφραγίδος ἱερωσύνης¹, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑποστηρίζει ὅτι μὲ τὸ ἁρμόδιον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον ὁ καθαιρεθεὶς κληρικὸς στερεῖται διὰ παντὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἱερουργεῖν, καθὼς καὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς τιμῆς τοῦ κληρικοῦ, παύει ἵνα ἀνήκει εἰς τὸν ἱερὸν κλῆρον, εἰς τὰς τάξεις τῶν λαϊκῶν ἐπαναγόμενος, ὅ, τι καὶ ἤτο πρὸ τῆς χειροτονίας (βλ. 21ο κανόνα τῆς Πενθέκτης και 3ο κανόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου).

1) Συμφώνως πρὸς τὸ Ρωμαιοκαθολικὸν ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέστη ἱερεύς, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἔλαβε μίαν ἰδιαιτέραν σφραγίδα, ἥτις οὐδέποτε πλέον ἡμπορεῖ ἵνα ἐξαλειφθεῖ καὶ, συνεπῶς, ὅποιον καὶ νὰ εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, ὅποιον ἐπιτίμιον καὶ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν, ἔστω καὶ τὸ πλέον βαρύτερον, ἄλλωστε ἡ ἀνεξίτηλος τῆς ἱερωσύνης σφραγίς (signaculum, character) παραμένει διὰ παντὸς ἐπ’αὐτοῦ, ὥσαν καὶ σφραγίς τοῦ Βαπτίσματος, καὶ οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ καταστῇ λαϊκὸς, ἤ, κατὰ τὴν φρασεολογίαν τοῦ 21ου τῆς Πενθέκτης Συνόδου, «ἐν τῷ τῶν λαϊκῶν ἀπωθούμενος τόπῳ». Τὴν σχετικὴν διδασκαλίαν τοῦ σύγχρονου Ρωμαιοκαθολικοῦ δικαίου ὁ J. F. Schulte διατυπώνει ὡς ἐξῆς: «Σφραγὶς, ἥν ὁ ἱερεὺς λαμβάνει διὰ χιεροτονίας εἶναι ἀνεξίτηλος. Ὁ κανονικῶς χειροτονηθεὶς, δύναται, ἀσφαλῶς, ἵνα στερηθῇ πάντων τῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ κληρικοῦ συνδεδεμένων δικαιωμάτων καὶ οὕτως ἵνα ἐπαναχθῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν λαϊκῶν. Καὶ ὅμως, οὐδέποτε δύναται ἵνα στερηθῇ τῆς διὰ τῆς χειροτονίας ληφθείσης ἱκανότητος (Befahigung) ἵνα ἱερουργεῖν, οὕτως ὥστε καὶ κατόπιν πτώσεως ἤ ἀκόμη ἐκπτώσεως τῆς Ἐκκλησίας ἤ χριστιανικῆς πίστεως ἡμπορεῖ ἵνα τελεῖ ἐπαρκούντως πάντα τὰ εἰδικὰ ἱερατικὰ αὐτοῦ καθήκοντα. Συνεπῶς, τὸ ζήτημα τῆς λαϊκοποιήσεως τοῦ κλήρου ἐντάσσεται στὴν κατηγορία τῶν πλέον ἀχρήστων. (System des Kirchenrechts. Giessen, 1856, S. 156).

ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ: https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/28390-peri-tis-kanonikotitos-tis-xeirotonias-tou-makariou-maletits

Δεν είναι έργα της Εκκλησίας οι αλαζονικές αντικανονικότητες

Λεζάντα: Ὁ Γέρων Ἐπιφάνιος περιστοιχιζόμενος ἀπὸ τὸν νῦν Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιον, τὸν Σπάρτης κ. Εὐστάθιον καὶ ἀπὸ ὀκτὼ πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ νῦν Ν. Σμύρνης κ. Συμεὼν καὶ ὁ νῦν Παροναξίας κ. Καλλίνικος.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΙ ΑΛΑΖΟΝΙΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΕΣ

Γράφει ὁ π. Ἱερόθεος Ἀργύρης, Ἱεροκήρυξ

«Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν; οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος; οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρὸν» (Ἡσ. ε΄ 20).

(Ἤτοι, ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους ποὺ λέγουν καὶ παριστάνουν τὸ κακὸν ὡς καλὸν καὶ τὸ καλὸν ὡς κακὸν καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν πράξεών τους παρουσιάζουν τὸ σκότος ὡς φῶς καὶ τὸ φῶς ὡς σκότος, οἱ ὁποῖοι πείθουν μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι τὸ πικρὸν εἶναι γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ εἶναι πικρόν).

Νὰ συλλειτουργήσουν μὲ καθῃρημένους καὶ αὐτοχειροτονήτους;

Δεχθήκαμε ἐπίμονα τηλεφωνήματα ἀγωνίας ἀπὸ Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μᾶς ἀπεκάλυψαν τὸ βαθὺ συνειδησιακὸ πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε ἐσχάτως γιὰ ἐκείνους. Ἀναγκαστικὰ κάναμε μία ἔρευνα γιὰ τὰ τεθέντα ἐρωτήματα καὶ διλήμματα. Αὐτὸ συμβαίνει, διότι, μερικοὶ κληρικοί, δῆθεν ἔχοντες πνευματικὴ σχέσι μὲ τὸν Μέγα Κανονολόγο Γέροντα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο τοὺς προτρέπουν νὰ συλλειτουργήσουν μὲ τοὺς σχισματικούς, καθῃρημένους καὶ αὐτοχειροτονήτους ἐκ τῆς Οὐκρανίας (τῆς ὀνομαζομένης «Μικρῆς Ρωσίας»). Μὲ τοὺς «Ἐπισκόπους» τῆς μὴ σοβαρῆς «Ψευτο-Συνόδου» τῶν τοῦ Κιέβου.

«Εἶναι ἀληθές, ρωτοῦν οἱ Πατέρες, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ σοφὸς Γέροντας, ὁ ἔγκριτος καὶ παραδοσιακὸς Κανονολόγος, διετείνετο ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούωμε σὲ πᾶν ὅ,τι προστάζει ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθό;»

Προφανῶς, τὸ ἐρώτημα τίθεται γιὰ τὸ ζήτημα τῆς Οὐκρανικῆς περιπλοκῆς. Περὶ ἀποδοχῆς καὶ ἀναγνωρίσεως, κοινωνίας καὶ συλλειτουργίας μὲ Καθηρημένους καὶ Ἀναθεματισμένους Σχισματικοὺς «Ἐπισκόπους». Ἀκόμη καὶ μὲ «Ἐπισκόπους» «χειροτονηθέντας» ἀπὸ αὐτοχειροτονήτους «Ἐπισκόπους». Συγκεκριμένα στὴν Οὐκρανία, τὸ 1921, ἐπὶ Ἐρυθροῦ Κομμουνισμοῦ, καθὼς ὁμοίως καὶ τὸ 1941, ἐπὶ μαύρου Γερμανικοῦ Ναζιστικοῦ Φασισμοῦ. Τότε συνετελέσθησαν παντελῶς ἄκυρες «Χειροτονίες» «Ἐπισκόπων». Πῶς; Μὲ τὴν ἐναπόθεσι ἐπάνω στὸ κεφάλι τῶν «Χειροτονουμένων» τῆς χειρὸς τοῦ πρώτου, πρὸ χιλίων (1.000) ἐτῶν, Ἐπισκόπου Κιέβου Ἁγ. Μιχαήλ. Αὐτοὶ οἱ «Ἐπίσκοποι» εἶναι γνωστοὶ ὡς «Σαμοσφιάτοι», (= Αὐτοχειροτόνητοι).

Καταπάτησις βασικῆς Τετραπλοῦς ἀρχῆς Ἰσότητος

Ἰδού. Ὁ αὐτοαποκαλούμενος, «Πατριάρχης Οὐκρανίας» κ. Φιλάρετος Ντενισένκο, καθῃρημένος, ἀναθεματισμένος καὶ σχισματικός. Ὁ ἀναφερόμενος ὡς «Ἀρχιεπίσκοπος Οὐκρανίας» κ. Μακάριος Μαλέτιτς «χειροτονηθεὶς» ἀπὸ αὐτοχειροτονήτους. Καὶ ὁ «Μητροπολίτης Κιέβου» κ. Ἐπιφάνιος Πέτροβιτς Ντουμένκο μὲ «χειροτονία» ἀπὸ καθῃρημένους… καὶ ἅπαντες οἱ σὺν αὐτοῖς.

Καὶ πάντα ταῦτα συντελοῦνται κάτω ἀπὸ τὸν μελανὸ μανδύα καὶ τὰ γαμψὰ νύχια τῶν Ναζιστῶν παρακρατικῶν τῆς Οὐκρανίας. Μὲ σχέδια καὶ ἐντολὲς τῶν διεθνῶν ἐγκληματιῶν τῶν «ψευτο-εἰρηνιστῶν ἐμπόρων ὅπλων». Τῶν δολίων ὑποκινητῶν τῶν πιὸ φρικτῶν ἐμφυλίων πολέμων.

Ἑπομένως, τό, ὡς μὴ ὤφειλε ἀνακύψαν θέμα ποὺ δημιουργεῖ μέγιστο συνειδησιακὸ πρόβλημα σὲ μερικοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, εἶναι τὸ τῆς ἀναγνωρίσεως ἢ μή, μιᾶς «Ψευτο-Συνόδου» τοῦ Κιέβου (15-12-18), μιᾶς «Ψευτο-Αὐτοκεφαλίας» (6-1-19) καὶ ἑνὸς «Ψευτο-Μητροπολίτου Κιέβου».
Ὅλα τὰ σκοτεινὰ ἔργα συνετελέσθησαν, κατὰ κατάφωρη παράβασι τῆς βασικῆς Τετραπλῆς Κανονικὸ-Εὐαγγελικῆς Ἀρχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανοσύνης:

«Ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶναι Ἴσοι». «Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες εἶναι Ἴσες». «Ὅλες οἱ Σύνοδοι εἶναι Ἴσες». «Ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι Ἴσοι».

Μαύρη προπαγάνδα χωρὶς ὅρια

Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τίθενται παρόμοια ἐρωτήματα καὶ τόσο ἀντιφατικὰ διλήμματα ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ποὺ ἀποτελοῦν «τὴν Ἀριστοκρατία τῆς Ἐκκλησίας μας», κατὰ τὰ λόγια τοῦ Γέροντος Ἐπιφανίου; Ἀπὸ τοὺς γνῶστες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως τῆς Οὐρανίου Τάξεως καὶ τῶν Θεοπνεύστων Ἱερῶν Κανόνων; Ἀσφαλῶς ὄχι. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν ὁ Κανονολόγος Ἐπιφάνιος νὰ ἔλεγε ναὶ σὲ «Ἐκκλησία Σχισματικῶν Καθηρημένων καὶ Αὐτοχειροτονήτων»

Ἡ μαύρη προπαγάνδα καὶ τὸ ψεῦδος δὲν ἔχουν τὰ ὅριά τους.Ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος ποτὲ δὲν ἔλεγε παρόμοια ἀντικανονικὰ πράγματα. Κατ’ ἀρχάς, ἄλλο Ἐκκλησία καὶ ἄλλο Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ βέβαια πρέπει νὰ ἀποδεχώμεθα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποφασίζει, ὡς θεοσύστατος Ὀργανισμός, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Ὑφίστανται ἀποφάσεις ποὺ διέρχονται μέσα ἀπὸ τὸ κριτήριο τῆς διαχρονικότητος. Καὶ ἐπὶ πλέον ὀρθὸν εἶναι «πᾶν ὅ,τι πάντοτε καὶ ὑπὸ πάντων ἐπιστεύθη». Προφανῶς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας πορεύεται καὶ βιώνει τὴν Παράδοσί της, ἐφαρμόζοντας τοὺς Θεοπνεύστους καὶ Ἱεροὺς Κανόνες καὶ ΟΧΙ παραβιάζοντάς τους.

Εἶναι γνωστὸν πώς, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνέκυψαν, ὡς ἀποτελέσματα τῆς ἀλαζονείας, τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς φιλαργυρίας, ἀντικανονικὲς ἀποφάσεις ἀπὸ «Ψευτο-Συνόδους» κάθε μορφῆς καὶ κατηγορίας. Αὐτὲς ποτὲ δὲν ἀπετέλεσαν ἐκφράσεις καὶ ἐκφάνσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἐπίσης εἴχαμε καὶ αἱρετικοὺς Ἐπισκόπους, Κληρικοὺς καὶ Πατριάρχες.

Ἐπολέμησε δυναμικὰ τὰς ἀντικανονικότητας

Ἂς ἐπανέλθουμε ὅμως καὶ στὸν Γέροντα Ἐπιφάνιο. Ὁ σοφὸς καὶ συνετὸς αὐτὸς Γέροντας, μὲ τὸν ποιὸ καταλυτικὸ τρόπο διετύπωσε ὅτι οἱ ἀντικανονικὲς ἀποφάσεις τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνονται ἀποδεκτὲς μὲ κανένα τρόπο. Καὶ πολεμῶνται χωρὶς κανένα συμβιβασμό.

Τρεῖς ἔμπρακτες καὶ οὐσιαστικὲς ἀποδείξεις τῆς ἀληθοῦς πραγματικότητος:
Πρῶτον, στὸ θέμα τῆς ἀντικανονικῆς καὶ ἀδίκου ἐκδιώξεως τῶν Δώδεκα σεμνῶν, ἁγίων Μητροπολιτῶν, κατὰ τὸ 1974, ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. Ποτὲ δὲν ἀνεγνώρισε τοὺς καταληψίες τῶν θρόνων, τοὺς «Μοιχεπιβάτες». Ποτὲ δὲν εἶχε καμιὰ κοινωνία καὶ ἐπικοινωνία μαζί τους. Οὔτε καὶ μὲ πρόσωπα πολὺ γνωστὰ ἢ λίαν φιλικὰ πρὸς τόν Γέροντα Ἐπιφάνιο.

Μὲ ἕνα λόγο, ΠΟΤΕ δὲν Συλλειτούργησε οὔτε συνιερούργησε μὲ ὁποιοδήποτε «Μοιχεπιβάτη». Κατὰ μείζονα λόγο, προφανῶς, ποτὲ δὲν θὰ συλλειτουργοῦσε μὲ Καθῃρημένους καὶ Αὐτοχειροτονήτους. Ἀλλά, τραγικὴ διαπίστωσις ἀνακύπτει:

Πλεῖστοι ὑμνηταὶ τοῦ διασήμου Γέροντος, συλλειτούργησαν, κατὰ συρροή, συστηματικὰ καὶ κατ’ ἐξακολούθησι μὲ ἀρκετοὺς «Μοιχεπιβάτες». Καὶ δυστυχέστατα, … Αὐτοσυστηνόμενο ἢ Νομιζόμενο ἢ Πρώην «Πνευματικὸ Τέκνο» του, διάσημός τις Ἁγιορείτης Ἡγούμενος, μετέβη γιὰ νὰ συλλειτουργήση μὲ τὸν «Ψευτο-Κιέβου», κατὰ τὴν ἀπίθανη Ψευτο-Ἐνθρόνισι στὴν Πρωτεύουσα τῆς Μικρῆς Ρωσίας, τῆς Οὐκρανίας στὶς 03-02-2019. Ἀλλά…

Ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος δὲν συλλειτούργησε ΠΟΤΕ μὲ «Μοιχεπιβάτες», καθότι ἐτηροῦσε, ἐν προκειμένῳ, τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου τῆς Ἀγάπης, τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Ἠγαπημένου, ποὺ προστάζει, «…μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β΄ Ἰωάνν. 10), διότι «… ὁ λέγων γὰρ αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Β΄ Ἰωάνν. 11). [Δηλαδή, (εἰς αὐτὸν ποὺ δὲν φέρει τὴν γνησία διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ) μὴ τὸν δέχεσθε πρὸς φιλοξενία εἰς τὸ σπίτι σας, οὔτε χαιρετισμὸν νὰ ἀπευθύνετε πρὸς αὐτόν. Διότι ἐκεῖνος ποὺ χαιρετᾶ αὐτὸν γίνεται συγκοινωνὸς πρὸς τὰ πονηρά του ἔργα).

Δεύτερον, στὸ ζήτημα τοῦ Μακαρίου τῆς Κύπρου καὶ τῆς Κανονικῆς Ἱερᾶς Συνόδου ποὺ τὸν Καθήρεσε. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε τὶς ἀποφάσεις τῆς λεγομένης Ψευδεπιγράφου λεγομένης «Μείζονος Συνόδου» τοῦ Μακαρίου. Ἀνεγνώριζε πάντοτε μόνο τὴν Κανονικὴ Ἱερὰ Σύνοδο τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Κύπρου.
Στὴ συνέχεια, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὑπαιτίου Μακαρίου ὁ ἴδιος ἐπεμελήθη, ὥστε νὰ κλείση τὸ θέμα, νὰ ἀναγνωρισθῆ, κατ’ οἰκονομίαν, τὸ διαμορφωθὲν σύστημα στὴν Κύπρο. Ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν κειμένων καὶ τῶν ἐνεργειῶν. Συμμετείχαμε δὲ σ’ αὐτὴ τὴν διαδικασία ἀποκαταστάσεως τῆς Ἱεροκανονικότητος.
Τρίτον, ἐπολέμησε μὲ πολλὴ δύναμι καὶ μὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ ἀπειλὲς τὸ περίφημο «Μεταθετὸ» τῶν Ἐπισκόπων, παρὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἐπισήμου Ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως.

Πραγματικὰ ἐρεβώδη ἔργα εἰς τὰς αὐλὰς  τῆς ὁλοφωτείνου Ἐκκλησίας

Ἐν κατακλεῖδι, ἂς μὴ ἐπιτρέπουμε στοὺς παραβάτες τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τοὺς συνεργούς των καὶ στοὺς συνοδοιπόρους των νὰ μᾶς ἐξαπατοῦν, ἐμφανίζοντας τὸ σκοτάδι ὡς φῶς.

Αὐτοὶ δὲν θὰ ἐπιτύχουν νὰ παραπλανήσουν ἢ νὰ ἐκβιάσουν τὶς ἁπλοϊκές, μὰ σοφὲς ἅγιες μορφὲς τῶν γνησίων Πατέρων, ἐπικαλούμενοι τὸν Γέροντα Ἐπιφάνιο, ποὺ ἐδίδασκε καὶ ἔπραττε φωτεινὰ τὰ ἀντίθετα πρὸς τὰ «ἐρεβώδη» δικά τους ἔργα.

Ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε μεθοδικά. Νὰ ἀνακαλύπτουμε τὰ λάθρα γενόμενα. Κατόπιν, νὰ ἀποκαλύπτουμε συνετὰ τὰ σκολιὰ ἔργα καὶ τοὺς ἐπιβούλους μεθοδευτὲς ρασοφόρους. Νὰ προστατεύουμε ἑαυτούς, τοὺς ἀδελφούς μας καὶ τὴν Ἐκκλησία μας.

«… Οἱ εὐφραινόμενοι ἐπὶ κακοῖς καὶ χαίροντες ἐπὶ διαστροφῇ κακῇ, ὧν αἱ τρίβοι σκολιαὶ καὶ καμπύλαι αἱ τροχιαὶ αὐτῶν τοῦ μακράν σε ποιῆσαι ἀπὸ ὁδοῦ εὐθείας καὶ ἀλλότριον τῆς δικαίας γνώμης» (Παροιμ. β΄ 12-16).
(Τουτέστιν, ἀλλοίμονο σὲ ἐκείνους ποὺ ὄχι μόνον εὐφραίνονται μὲ τὸ κακὸ καὶ χαίρουν, ὅταν κατορθοῦται διαστοφὴ καὶ διαφθορὰ τῶν χαρακτήρων.

Αὐτῶν οἱ δρόμοι εἶναι ἀνάποδοι καὶ διεστραμμένοι καὶ ἡ πορεία τους καμπυλωτὴ καὶ ὕπουλος, ἔχουσα σκοπὸν νὰ σὲ ἀπομακρύνη ἀπὸ τὸν εὐθὺν δρόμον καὶ νὰ σὲ ἀποξενώση ἀπὸ τὰς ἐναρέτους σκέψεις καὶ ἀποφάσεις).

orthodoxostypos.gr

 

ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ: http://aktines.blogspot.com/2019/04/blog-post_74.html#more

Νοτρ Νταμ – η διαδρομή μιας πτώσης

.

Μετά την απόσχιση των παπικών από την Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία το 1054, ξεκίνησε ο σχεδιασμός και η κατασκευή του Νοτρ Νταμ (γνωστός και ως «Παναγία των Παρισίων») το 1160 για να ολοκληρωθεί περίπου 100 χρόνια αργότερα, το 1260. Τότε ήταν που εμφανίστηκε και η γοτθική τέχνη, η οποία αποτυπώθηκε στο κτίσμα αυτό. Από τότε, ο ναός αυτός υπέστη αλλαγέςκαι καταστροφές.

Τον 14ο αιώνα, προστέθηκαν επίστεγες αντηρίδες (γοτθικές αψίδες) ως υποστυλώματα για να υποστηρίξουν υψηλότερες και μεγαλύτερες κατασκευές έτσι ώστε να τοποθετηθούν μεγαλύτερα παράθυρα και έργα τέχνηςΤο 1548αρκετά αγάλματα του Νοτρ Νταμ καταστράφηκαν από Γάλλους διότι τα θεωρούσαν ειδωλολατρικά. Μέχρι τον 17ο και 18ο αιώνα, ολόκληρο το εσωτερικό του Νοτρ Νταμ άλλαξε για να συμβαδίζει με ένα πιο σύγχρονο στυλ. Η μεγαλύτερη καταστροφή πριν την πυρκαγιά το 2019, έγινε το 1793 μετά την Γαλλική επανάσταση. Τότε, τα περισσότερα αγάλματα και ιερά αντικείμενα (υποθέτω πολλά κλεμμένα από την Πόλη) καταστράφηκαν και ο ίδιος ο ναός προσαρμόστηκε για κοσμική χρήση. Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, ο ναός ήταν σχεδόν κατεστραμμένος. Η ανοικοδόμηση ξεκίνησε το 1844μετά το βιβλίο του Βίκτορ Ουγκώ το 1831. Προσπάθησαν να επαναφέρουν το αρχικό στυλ μέσα από ζωγραφιές, και εκεί που δεν ήξεραν χρησιμοποίησαν την φαντασία τους. Πρόσθεσαν επίσης νέα αγάλματα και γκαργκόιλς (αυτά τα δαιμονικά τέρατα στις άκρες του κτηρίου) κοντύτερα στην αντίληψη του Βίκτορ Ουγκώ για τους τουρίστες. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αντικαταστάθηκε και το καμπαναριό διότι είχε υποστεί φυσικές φθορές.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά ότι στις καταστροφές του Νοτρ Νταμ κατά την Γαλλική επανάσταση «μία γυμνή πόρνη λατρεύτηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα ως ‘θεά της λογικής’». 226 χρόνια αργότερα και 965 μετά την πτώση του Πάπα, η ίδια «θεά της λογικής» θρήνησε την καταστροφή ενός «αρχιτεκτονικού αριστουργήματος» και τίποτε άλλο.

Από την ανέγερση του αρχικού ναού το 1160 από τον ‘επίσκοπο’ Maurice de Sully, στην ανοικοδόμησή του το 1844 από τον αυτοκράτορα Louis Philippe, στην νεότερη ανοικοδόμησή του από τους μεγιστάνες της εποχής : όμιλος μόδας Kering, πετρελαϊκή Total, ο διαφημιστικός όμιλος JCDecaux, γαλλική τράπεζα Societe Generale, τράπεζα Credit Agricole, εταιρεία παροχής υπηρεσιών πληροφορικής Cap Gemini, κατασκευαστική Vinci, εταιρεία ελαστικών Michelin, γαλλική τράπεζα BNP Paribas, για να ονοματίσω μόνο ορισμένουςΉδη μαζεύτηκε ένα δις και αναρωτιέται κανείς πόσο καλά θα ήταν εάν όλοι αυτοί με την ίδια σπουδή και γενναιοδωρία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις χώρες του τρίτου κόσμου.

Τι ακριβώς θρήνησε η Γαλλία και ολόκληρη η Δύση; Την αλαζονεία της και την υποκρισία της. Το πραγματικό δράμα της Γαλλίας και ολόκληρης της Δύσεως ξεκινάει από πολύ πριν, κάπου εκεί στο 1054. Ποτέ δεν κατάλαβε τί είχε και ποτέ δεν κατάλαβε τί έχασε πραγματικά. Από τότε είναι καταδικασμένη να ζει σε επαναλήψεις την ίδια της την πτώση.

ΠΗΓΗ.tasthyras.wordpress.com/

Ένα Προφητικό Κείμενο του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτη, γραμμένο το 1964, για την σημερινή πρωτοφανή Εκκλησιαστική Αποστασία.

.

Θεολόγοι τίνες, επηρεαζόμενοι από τα σύγχρονα παγκόσμια ρεύματα, ως καραμέλλαν πιπιλίζουν τώρα τελευταίως την λέξιν
«οικουμενικότης»,
«οικουμενικόν πνεύμα»,
«οικουμενική κίνησις».
Οικουμενικότης! Τι ωραία λέξις! Αλλάκάτω από την λέξιν αυτήν κρύπτεται ο φοβερώτερος δια την Ορθοδοξίαν κίνδυνος.
Ποιος κίνδυνος; Θα τον παρουσιάσωμεν με ένα παράδειγμα:

Μία γυνή είνε πιστή εις τον άνδρα της. Δεν επιτρέπει τρίτος τις να υπεισέλθη εις τας σχέσεις των. Διαρκώς ενθυμείται τας επισήμους υποσχέσεις που έδωκεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Αλλ’ η γυνή αύτη τυγχάνει να είνε εκτάκτου καλλονής, και ελκύει τα βλέμματα πολλών.

Λόγω όμως της εντιμότητος της γυναικός, όποιος θα ετόλμα να την πλησίαση και να κάνη πρότασιν περί ανηθίκων σχέσεων, αμέσως θα απεκρούετο μετ’ οργής. Και εάν επέμενεν, ένα ισχυρόν ράπισμα της εντίμου γυναικός επί του αναιδούς προσώπου του θα τον έκανε να συνέλθη.

Τούτο λοιπόν καλώς γνωρίζοντες τα φαύλα υποκείμενα, άλλην μέθοδον μεταχειρίζονται.
Προσπαθούν να εξακριβώσουν εις ποία πράγματα αρέσκεται αύτη.
 Εάν, δηλαδή, αγαπά την ποίησιν, την φιλοσοφίαν, την καλλιτεχνίαν κ.λ.π. Και από τα πράγματα αυτά θ’ αρπαχθή ο κρύφιος εραστής, και με μεγάλην επιτηδειότητα θα επιδιώξη ν’ αρχίση αθώαν συζήτησιν επί των θεμάτων της αρεσκείας της γυναικός. «Τι ωραίον είνε αυτό το ποίημα!», «Τι ωραία είνε αυτή η εικών!», «Πόσον θαυμάσιον είνε αυτό το θεατρικόν έργον!», «Πόσον γλυκεία η μουσική!».
Έτσι αρχίζει ο διάλογος… Η δε αφελής και ανύποπτος γυνή αφήνεται να παρασύρεται εις μακράς συζητήσεις μετά του απατεώνος, του οποίου, καθ’ ον χρόνον η γλώσσα ρητορεύει περί φιλολογίας και καλλιτεχνίας, η καρδία σκιρτά επί τη μυστική ελπίδι της κατακτήσεως της γυναικός.

Και αφού δια των συζητήσεων δημιουργηθή κλίμα μεγάλης οικειότητος και αμοιβαίας κατανοήσεως, τότε θα επέλθη και «το μοιραίον», η άτιμος δηλαδή πράξις, η αισχρά ένωσις, η οποία ήρχισε μ’ ένα αθώον διάλογον, όπως ποτέ και εν τη Εδέμ ο πονηρότατος όφις μ’ ένα γλυκύν διάλογον κατώρθωσε να απατήση την Εύαν.
Μας εννοείτε, αγαπητοί μου, τι θέλομεν να είπωμεν; Παραβολικός είνε ο λόγος μας.

Η γυνή, περί της οποίας ομιλούμεν ανωτέρω, είνε η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία.Αυτή είνε η καλλονή.
Αυτή είνε η περιφέρουσα τον ήλιον, κατά την θαυμαστήν εικόνα της Αποκαλύψεως. Αυτή είνε η ηλιοστάλακτος, η φέρουσα επί της κεφαλής στέφανον αστέρων δώδεκα και τη σελήνη υπό τους πόδας αυτής (Αποκ. 12,1). Αυτή, η Ορθόδοξος Εκκλησία, έμεινε πιστή εις τον Κύριον, εις τον αιώνιον Νυμφίον.
Αυτή εφύλαξεν αγνήν την προφορικήν και γραπτήν παράδοσιν του Κυρίου και των αποστόλων, κατά την θεόπνευστον συμβουλήν∙ «Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών» (Β’ Θεσ. 2,15).

Αυτή, η Ορθόδοξος Εκκλησία, επί 19 αιώνας μάχεται κραταιόν και αιματηρόν αγώνα κατά της πολυειδούς πλάνης, κατά των ποικιλωνύμων αιρέσεων, που επεζήτησαν να μολύνουν και να διαφθείρουν την αγνότητά της. Μία δε εκ των φοβερωτέρων αιρέσεων είνε και ο παπισμός, ο οποίος λόγω των πλανών του, του απολυταρχικού πνεύματος και των φοβερών εγκλημάτων του, προεκάλεσε τον προτεσταντισμόν και την κατάτμησιν της όλης χριστιανοσύνης. Ναι. Αιρετικοί είνε οι παπικοί, ως ορθώς τονίζει το ορθόδοξον περιοδικόν «Σωτήρ» εις το τελευταίον του φύλλον.

Την εμμονήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την πατρώαν ευσέβειαν γνωρίζουν καλώς οι εχθροί της, και μάλιστα ο παπισμός. Και επειδή οι εχθροί ούτοι δια πολλών παραδειγμάτων έχουν πεισθή ότι δι’ ενός κατά μέτωπον πολέμου δεν δύνανται να εκπορθήσουν το φρούριον της Ορθοδοξίας, άλλην τακτικήν μετέρχονται εσχάτως. Ήρχισαν νέον πόλεμον. Τον πόλεμον της …ειρήνης! Χειρότερον από τον πόλεμον των σταυροφοριών. Δεν ακούετε την λαλιάν του όφεως, του επιζητούντος να φθείρη τα νοήματα της Ορθοδοξίας από της απλότητος ημών; (Β’ Κορ. 113)· Ιδού τι λέγει ο όφις·

«Ω Ορθόδοξος Εκκλησία! Διατί μένεις μακράν; Μη με φοβείσαι. Δεν είμαι ο δράκων.
Είμαι ο γλυκύς άγγελος που σου φέρω το μήνυμα της αγάπης. Δεν έχω σκοπόν να σε θίξω εις τίποτε. Κράτησε τα δόγματά σου και τας παραδόσεις. Αυτά είνε δια τους θεολόγους… Εγώ σε προσκαλώ εις το σαλόνι μου δια να συζητήσωμεν άλλα θέματα. Δια να δημιουργήσωμεν ένα κοινόν μέτωπον κατά της πενίας, κατά της δυστυχίας, κατά της αθεΐας, κατά του κομμουνισμού, κατά του πολέμου κ.λ.π… (2) Δεν σε συγκινούν αυτά τα θέματα; Δεν σε ενθουσιάζει η πρότασις αυτή;
Έλα λοιπόν να διεξαγάγωμεν τον διάλογόν μας, επί υψηλού επιπέδου, επί του επιπέδου της οικουμενικότητος και της αμοιβαίας κατανοήσεως, και θα ιδής πόσον ωραία θα είνε η συνάντησίς μας!».

Ορθόδοξος Εκκλησία μας! Πονεμένη και μαρτυρική Μάνα μας! Θα δεχθής την πρότασιν αυτήν;
Θ’ ανοίξης διάλογον με τον παπισμόν; Και δεν διαβλέπεις ότι εις την πρότασιν αυτήν υπάρχει ο κίνδυνος, δι’ ανικανότητα και αναξιότητα των εκπροσωπούντων σε, να δημιουργηθή μία κατάστασις εις τρομερόν βαθμόν ευνοϊκή δια τους εχθρούς σου, μέσα εις την οποίαν, χωρίς να το καταλάβης, θα πέσης εις την αγκάλην του παπισμού και θα συμβή η… «ένωσις», η ψευδώνυμος ένωσις, η πνευματική μοιχεία, η πλέον άτιμος πράξις η οποία ημπορεί να συμβή ποτέ και δια την οποίαν θα χρειασθούν αιώνες μετανοίας;

Οι δε ορθόδοξοι, οι οποίοι θα θελήσουν να παίξουν ρόλον μαστροπού της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα έλθη η ώρα που θ’ αναστενάζουν και θα λέγουν: «Η γλώσσα αυτή, που ερρητόρευε περί οικουμενικότητος και αμοιβαίας κατανοήσεως, ας κοπή».
«Τα πόδια αυτά, που έτρεχον προς συνάντησιν των υποκρινομένων φιλίαν μετά της Ορθοδοξίας, ας σαπίσουν». «Τα χέρια αυτά, τα οποία υπέγραψαν επιστολάς και υπομνήματα οικουμενικότητος, να πέσουν!»

Αυτή, αγαπητοί μου, εν λόγω παραβολικώ και ρεαλιστικώ είνε η περιλάλητος θεωρία της οικουμενικότητος που «χάφτουν» οι εκ των ημετέρων χάνοι.
Η θεωρία περί οικουμενικής κινήσεως, κάτω από την οποίαν δύνανται να στεγασθούν όλα τα είδη των αιρέσεων, και τα πλέον ετερόκλητα στοιχεία, αποτελεί, επαναλαμβάνομεν, κίνδυνον δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν.

Διότι υποτιμά την σημασίαν των δογμάτων, των αιωνίων τούτων αληθειών της θείας αποκαλύψεως, αι οποίαι, διατυπωθείσαι θαυμαστώς εις τους συντόμους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, είνε ως τα οστά και η σπονδυλική στήλη, άνευ των οποίων το σώμα μεταβάλλεται εις πλαδαράν και άμορφον μάζαν.

Υποτιμά τους Ιερούς Κανόνας, τους οποίους οι οπαδοί της οικουμενικότητος αποκαλούν «απηρχαιωμένα και σκωριασμένα όπλα».
Συνελόντι δε ειπείν, υποτιμά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν καθόλου,δια την οποίαν οι οπαδοί της οικουμενικότητος λέγουν ότι «είνε αυταρέσκεια και βλασφημία να νομίζωμεν ότι αυτή και μόνη είνε η αληθινή Εκκλησία, η κατέχουσα ακίβδηλον την αλήθειαν της θείας αποκαλύψεως».

Ούτω τα δόγματα και η ηθική, αδιασπάστως ηνωμένα εν τη Ορθοδοξία, εν τη οικουμενική κινήσει τείνουν να εξατμισθούν και να παραμείνη ένα απατηλόν σχήμα αγάπης.

Ούτως η θεωρία της οικουμενικότητος και «της συνυπάρξεως των λαών», υπό κοσμικών και πολιτικών κύκλων του αιώνος υποστηριζόμενη προς στήριξιν μιας επισφαλούς ειρήνης, εισβάλουσα ήδη και εις τον πνευματικόν κόσμον, όπου οι συμβιβασμοί είνε απαράδεκτοι, δύναται να προκαλέση σύγχυσιν και αναστάτωσιν, πραγματικήν Βαβέλ. Η ζύμη είνε άχρηστος, εάν αναμιχθή με άλλα στοιχεία και χάση την δραστικήν της ενέργειαν. Και η Ορθοδοξία είνε η αρίστη ζύμη, η ζύμη της αληθείας η οποία δύναται όλον το φύραμα να ζύμωση, αλλ’ υπό την προϋπόθεσιν να παραμείνη άμικτος από ξενικά στοιχεία, καθαρά.

Δια τούτο εχθροί της Ορθοδοξίας είνε οι οπαδοί της θεωρίας της οικουμενικότητος.
Δεν διστάζομεν δε δια τούτο να ονομάσωμεν την κίνησιν αυτήν της οικουμενικότητος «νέαν αίρεσιν», εναντίον της οποίας πρέπει πάση δυνάμει ν’ αμυνθή η Ορθόδοξος Εκκλησία.

______________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Από το βιβλίο «αντιπαπικά», του π. Αυγουστίνου Καντιώτη, σελ. 98 -105, γραμμένο το 1964 (εκδόσεις «Σταυρός»).
Το όντως προφητικό αυτό κείμενο επαναδημοσίευσε η «Χριστιανική Σπίθα» (φύλλο 650, Απρίλιος 2007), μετά από προτροπή – επισήμανση ενός αναγνώστη της από την Αθήνα.

2. Κοντά στις άλλες προφάσεις για τον πονηρό διάλογο, μπορεί να προστεθεί τώρα το ενδιαφέρον για τη «μνεία του Χριστιανισμού στο ευρωσύνταγμα»,την «αντιμετώπιση της τρομοκρατίας», το«οικολογικό πρόβλημα», την «συνεργασία στον τομέα της βιοηθικής» κ.α. Κατά τα άλλα, τα λόγια του σεβαστού ιεράρχη είνε σαν να γράφτηκαν σήμερα!!!

Πηγή Ορθοδοξία

Μέγας χορηγός η Ι.Μ. Βατοπαιδίου σε ορατόριο  που συμπεριλαμβάνει ποίημα αρνητή της Παναγίας ως Θεοτόκου

 

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Ο ποιητής Κώστας  Βάρναλης, στο σύγγραμμά του ‘’Φιλολογικά απομνημονεύματα’’*  επεξηγεί το λόγο που χρησιμοποίησε την Παναγία ως  Μάνα – Σύμβολο, σε ποιητική δημιουργία του, με αυτά τα λόγια :  ‘’Όσο για μένα όλες οι υπερφυσικότητες και οι μεταφυσικότητες είναι έξω από την πνευματική και από τη συναισθηματική ζωή μου.  Αν η Παναγία μου κίνησε το ποιητικό μου ενδιαφέρο, είναι γιατί μπορούσε να γίνει η Μάνα – Σύμβολο, ο τύπος όλων των μανάδων, που κλαίνε και δέρνονται, όταν τους αδικοσκοτώνουνε τα παιδιά τους, ο τύπος και το σύμβολο της πραγματικής μητρότητας, που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της’’*.

 

Η προλογική του αναφορά τονίζει την αθεΐα του, αλλά καταδεικνύει συνεπακόλουθα και την άρνησή του, στο  το ότι η  Παναγία είναι Θεοτόκος. Η επιλογική του αναφορά τονίζει ιδιαίτερα την απαράδεκτη και  βλάσφημη επεξήγηση, γιατί χρησιμοποίησε την Παναγία ως  Μάνα – Σύμβολο. Τι άλλο μπορεί ένας Χριστιανός Ορθόδοξος να χαρακτηρίσει την  απαράδεκτη επεξήγηση,  ‘’που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της’’;

 

Η Ιερά Μονή  Βατοπαιδίου είναι ο ‘’μέγας χορηγός’’ στο ορατόριο του κ. Γ. Θεοφάνους, που τιτλοφορείται ‘’Παναγία η Μητέρα του Φωτός’’, στο οποίο περιλαμβάνεται και ποίημα του Βάρναλη. Όπως ανεφέρετο σε ενημερωτικό κείμενο για το ορατόριο στο ‘’Βήμα Ορθοδοξίας’’, «τις παραστάσεις διοργάνωσε το Ινστιτούτο ‘’Άγιος Μάξιμος ο Γραικός’’ (το οποίο τελεί υπό τη αιγίδα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου και έχει ως σκοπό την έρευνα, διάσωση και προβολή των  πνευματικών και πολιτιστικών μας παραδόσεων) και η ‘’Αποστολή’’ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών’’.

 

Το ορατόριο αυτό περιελάμβανε ανάμεσα στα ποιητικά κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν   και υμνητικά ποιητικά λόγια   του Αγίου Νεοφύτου για την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά και του Κώστα Βάρναλη, ενός αρνητή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου και της Παναγίας ως Θεοτόκου.

 

Δεν μπορούμε να αποδώσουμε Θεία έμπνευση στον  ποιητή Κώστα Βάρναλη, όταν στο ποίημά του ‘’Η Μάνα του Χριστού’’ για την Παναγία, βάζει την Παναγία να λέγει στον σταυρωμένο Χριστό :

‘’Ωσάν και τ’ άλλα  αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα, κι αλάργα από μίση!’’

 

Ας μη βιαστεί κάποιος να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, γιατί  μας προλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής Κώστας Βάρναλης.  Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Βάρναλης στο σύγγραμμά του ‘’Φιλολογικά απομνημονεύματα’’* :  ‘’Μα τούτος ο καημός της Μάνας του Χριστού μπορεί να μην είναι πολύ ορθόδοξος, όμως είναι ανθρώπινος και δεν είναι βλαστήμια.  Αν δε συμφωνεί με τα δόγματα της Γ΄ Οικουμενικής συνόδου, μα με το γράμμα της Βίβλου και με την πίστη πολλών προτεσταντικών εκκλησιών, αυτό δεν είναι απιστία!’’.

 

Πως μπορεί μια  Αγιορείτικη Μονή να είναι ‘’μέγας χορηγός’’ σε ορατόριο, που περιλαμβάνει ποίημα ενός ποιητή, ο οποίος παραδέχθηκε ότι οι απόψεις του για την Παναγία, είναι αντίθετες με την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο και σύμφωνες με την Προτεσταντική αίρεση;

 

Ο Βάρναλης στο σύγγραμμά του ‘’Φιλολογικά απομνημονεύματα’’ αναφέρεται στα ποιήματα αυτά που έγραψε  εξής λόγια : ‘’Με τα χρόνια, σαν έγινα ανόσιος ποιητής («ασεβέστατος» όπως με ονόμασε η ιεραρχία της Ελλάδος») κι έγραψα τη ‘’Μάνα του Χριστού’’ στο «Φως που καίει» και τους «Πόνους της Παναγίας» στους «Σκλάβους Πολιορκημένους» προσπάθησα να δώσω και τις δύο φορές όλο το ανθρώπινο βάθος του μητρικού φίλτρου, όπως το νιώθουν οι αληθινές μητέρες, που είναι ικανές να ξεπεράσουνε τα όρια του καλού και του κακού, όταν πρόκειται για το παιδί τους’’*.

 

Τονίζει ο Κώστας Βάρναλης πως  ‘‘προσπάθησε να δώσει και τις δύο φορές όλο το ανθρώπινο βάθος του μητρικού φίλτρου, όπως το νιώθουν οι αληθινές μητέρες’’ και τίποτα περισσότερο.   Ας μη βιαστούν για αναφορές σε Θεία έμπνευση.  Μάλιστα τονίζει εμφαντικά, ‘’που είναι ικανές να ξεπεράσουνε τα όρια του καλού και του κακού, όταν πρόκειται για το παιδί τους’’.   Παράλληλη επεξήγηση έδωσε και αλλού με το βλάσφημο, ‘’που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της’’*.  Δεν μπορούμε να αποδώσουμε Θεία έμπνευση στον  ποιητή Κώστα Βάρναλη, με τέτοιες βλάσφημες επεξηγήσεις.  Πως μπορεί Ιερά Μονή  Βατοπαιδίου να είναι ο ‘’μέγας χορηγός’’   σε ορατόριο, που περιλαμβάνει ποίημα ενός ποιητή, αρνητή  του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου και της Παναγίας ως Θεοτόκου;

 

* Κώστα Βάρναλη –  ‘’Φιλολογικά απομνημονεύματα’’, Έκδοση Κέδρος, 1981.

 

**Το παρόν κείμενο θα αποσταλεί και στους Αρχιεπισκόπους Ελλάδος και  Κύπρου, και στις υπόλοιπες Ιερές Μονές του Αγίου Όρους. 

 

…ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΎΝΘΥΝΣΗ.

Οφειλόμενη απάντηση στους επικριτές του Ορατόριου της Παναγίας

Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης για τη μετάδοση των Μυστηρίων στους παπικούς

Πολύ ενδιαφέρουσα και σημαντική είναι η ανοιχτή επιστολή που συνέγραψε το 1970 ο Ηγούμενος της Ι. Μ. Διονυσίου Αγ. Όρους, Γέρων Γαβριήλ, διαμαρτυρόμενος για το τρομερό ολίσθημα της Ρωσικής Διοικούσας Εκκλησίας, της υποκινούμενης εκείνη την εποχή από το άθεο καθεστώς, να μεταδώσει τα Άχραντα Μυστήρια στους ρωμαιοκαθολικούς της Ρωσίας. Η απογοήτευση του γέροντα ήταν πολύ μεγάλη και αποτυπώνεται στην επιστολή αυτή που αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο (κατά τον χαρακτηρισμό του π. Θεοκλήτου) για την κατοχύρωσή της ιεροκανονικώς.
Με αφορμή μια πρόσφατη εκδήλωση που έγινε από κάποια Ιερά Μητρόπολη της Βορείου Ελλάδος, στην οποία δεν αναφέρθηκε καθόλου ο αρχηγικός ρόλος του Γέροντα Γαβριήλ στον αγώνα κατά του Οικουμενισμού, παρά μόνο οι αγαθές σχέσεις που είχε με τον μακαριστό Αθηναγόρα, πριν μάλιστα ο τελευταίος αρχίσει να πραγματοποιεί τους αντικανονικούς και αντορθόδοξους οικουμενιστικούς ακροβατισμούς, παραθέτουμε αυτολεξεί από το βιβλίο του πνευματικού τέκνου του γέροντα, π. Θεόκλητου Διονυσιάτη «Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ, Γαβριήλ Διονυσιάτης», (εκδ. Παπαδημητρίου 1987) :

«Μετά κατωδύνου ψυχής επληροφορήθημεν και ημείς την απόφασιν της Ρωσικής Εκκλησίας «περί μυστηριακής κοινωνίας προς Ρωμαιοκαθολικούς».
Η απόφασις αυτή, πρωτοφανής και πρωτάκουστος εις την ζωή της Εκκλησίας μας, κατετάραξε και κατελύπησε τους Αγιορείτας Πατέρας, όλως ιδιαιτέρως δε την Ι. Κοινότητα, ήτις δι’ επείγοντος τηλεγραφήματος διεβίβασε προς την Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν την λύπην και κατάπληξιν αυτής επί τη ανεπιτρέπτω, μονομερεί και αντικανονική ταύτη αποφάσει της Ρωσικής Εκκλησίας.
Δεν ανέμενε ποτέ κανείς τοιαύτην απόφασιν εκ μέρους της μαρτυρικής, όσον και συντηρητικής Ρωσικής Εκκλησίας, διακριθείσης πάντοτε δια την προσήλωσιν εις το δόγμα, την τάξιν και τας κανονικάς παραδόσεις της αμωμήτου Ορθοδοξίας μας.
Γνωρίζομεν πάντες υπό ποιάς συνθήκας ζη σήμερον η πολυπαθής αύτη Εκκλησία εις το κρατούν εκείσε άθεον πολιτικόν καθεστώς, όπου τα πάντα είναι διευθυνόμενα υπ’ αυτού, αλλά δεν εφανταζόμεθα κάν τοιαύτην παραχώρησιν προς την Καθολικήν Εκκλησίαν , την οποίαν, ως γνωστόν, αντιπαθεί σφοδρώς ο Κομμουνισμός.
Απορούμεν δε, πού βασιζόμενη, έστω και τυπικώς, η ως είρηται Εκκλησία αύτη εξέδωκε τοιαύτην απόφασιν.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποτρέπων ημάς από παρομοίας ενεργείας λέγει παραβολικώς: «Μή δότε τα άγια τοῖς κυσί, μηδέ βάλλητε τους μαργαρίτας έμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7, 6)· διότι ο αναξίως κοινωνών των Θείων Μυστηρίων «κρῖμα εαυτῶ εσθίει και πίνει» κατά τον Απόστολον (Α’ Κορ. 11, 29), και το Άγιον Ευαγγέλιον αναφέρει διά τον προδότην Ιούδαν, ότι άμα τη λήψει του άρτου καί του οίνου εκ χειρός Κυρίου, τότε εισήλθεν εις αυτόν ο Σατανάς (Ιωαν. 13, 27). Οι δε Κανόνες των Αγίων Αποστόλων 10ος και 11ος λέγουσι ρητώς: «Εί τις ακοινωνήτω καν εν οίκω συνεύξηται, ούτως αφοριζέσθω». Και εν 45ω : «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω». Οι δέ Ιεροί Κανόνες απαγορεύουσι και την είσοδον εισέτι των αιρετικών και σχισματικών εις Ορθοδόξους Εκκλησίας: «Μη συγχωρεῖν τοῖς αιρετικοῖς εισιέναι εις τον Οίκον του Θεοῦ επιμένοντας τη αιρέσει» (τῆς εν Λαοδ. ΣΤ’) και «Οῦ δεῖ αιρετικοῖς ή σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (αυτόθι λγ’), και «Ου δεῖ αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινες εισίν αλογίαι μᾶλλον ή ευλογίαι» (αυτ. λβ΄). Αι τοιάυται αποφάσεις, ως η της Ρωσικής Εκκλησίας, θα έχουν ανταπόκρισιν∙ ο Πάπας Ιωάννης από ετών ήδη είχε δώσει εντολήν εις την Εκκλησίαν του όπως δέχωνται εις μυστηριακήν κοινωνίαν τους προσερχομένους Ορθοδόξους.
Και αι επιπτώσεις τοιάυτης αμοιβαιότητος θα είναι πολύ οδυνηραί δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν μας, ενώ δια τους Καθολικούς ανεπαίσθητοι∙ ολίγοι εξ αυτών είναι κατεσπαρμένοι εις Ορθοδόξους χώρας άνευ ιερέων και Εκκλησιών, ενώ απόδημοι Ορθόδοξοι είναι εκατομμύρια εις χώρας αλλοδόξους, και αν ισχύση η μετ’ αλλοδόξων κοινωνία, συντόμως θα χάσουν την Ορθοδοξίαν των.
Εφ’ όσον λοιπόν η εντολή του Κυρίου και αι αποφάσεις των Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων απαγορεύουν ρητώς τήν προσευχητικήν κοινωνίαν και αυτήν εισέτι τήν λήψιν ευλογίας από αιρετικούς, πόσω μάλλον την μυστηριακήν τοιαύτην, ιδία των Αχράντων Μυστηρίων τοῦ Σώματος καί του Αίματος του Κυρίου, δι’ ά ο λειτουργός ιερεύς εκφωνεί από του Ιερού Βήματος εν εκάστη λειτουργία «Πρόσχωμεν, τα Άγια τοῖς αγίοις». Και μη είπη τις ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί, υπέρ ων η ρωσική απόφασις, ίσως δεν είναι αιρετικοί· είναι δι’ ημάς τούς Ορθοδόξους αιρετικοί· έχομεν αποφάνσεις και αποφάσεις της Εκκλησίας μας επ’ αυτού, συγκεκριμέναι αποφάσεις απαγορεύουσαι τήν μετ’ αυτών κοινωνίαν. Εῖναι κανών της Εκκλησίας μας ότι ο «κοινωνῶν ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ο δε αείμνηστος Ανδρούτσος λέγει· «όπου δεν υπάρχει ενότης εν τη διδασκαλία, δεν δύναται να υπάρξη εκκλησιαστική κοινωνία εν προσευχή και Μεταλήψει». (Συμβολική, σελ. 307).
Είναι συνεπώς αναντίλεκτος και ανεπίτρεπτος η μετά αιρετικών και σχισματικών μυστηριακή κοινωνία, εφ’ ω και αύθις διερωτώμεθα, πού στηριχθείσα η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας, απεφάσισε την μετά της Ρωμαιοκαθολικής Μυστηριακήν κοινωνίαν, προδήλως ούσης αιρετικής και σχισματικής;
Ελήφθη δε η απόφασις αύτη όλως μονομερώς και παρά την ανέκαθεν κρατούσαν τάξιν, όπως τα τοιάυτα ζητήματα εξετάζωνται εμπεριστατωμένως και υπό των επιμέρους ομοδόξων Εκκλησιών. Δυστυχώς ο απ’ αρχής εν τη δισχιλιετή ήδη ζωή της Εκκλησίας μας χρυσούς αυτός κανών της ενότητος και συλλογικής αποφάνσεως παρεμερίσθη επ’ εσχάτων και αντ’ αυτού εφηρμόσθη η μονομερής και ανεπίτρεπτος απόφασις, ως εγένετο το 1923 δια την εορτολογικήν μεταβολήν και το 1964 δια της πρωτοφανούς αποφάσεως της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Ρόδου, ήτις καθώρισεν ότι «δικαιούται εκάστη των επί μέρους Εκκλησιών να ενεργή και αποφασίζη ελευθέρως επί διαλόγου μετά ετεροδόξων και επί διορθοδόξων ζητημάτων», απόφασις όντως διαβρωτική της ενότητος των Αγίων του Θεού Εκκλησιών.
Αυτά δυστυχώς, και η από τινος επιδεικνυομένη σπουδή προς το «κοινόν Ποτήριον», συνετέλεσαν ουκ ολίγον εις το ολίσθημα της Ρωσικής Εκκλησίας.
Δεν λέγομεν ταύτα, ίνα δικαιολογήσωμεν την πράξιν της Εκκλησίας ταύτης, αλλά τα αναφέραμεν προς μελλοντικήν προσοχήν εν προκειμένω και ίνα καταδειχθή ότι «ενός κακού δοθέντος μύρια έπονται».
Διά ταύτα πάντα μετά κατωδύνου ψυχής, ως εν αρχή είπομεν, εν αγωνία περί απροβλέπτων επιπτώσεων εις την ενότητα της Εκκλησίας μας, τρέμοντες επί τη απλή σκέψει ότι, η απόφασις της Ρωσικής Εκκλησίας θέλει επιφέρει ρήγμα εις την παράταξιν της Ορθοδοξίας μας, καθ’ ήν εποχήν τόσον σφοδρώς και πανταχόθεν βάλλεται, προήλθομεν εις την απόφασιν όπως η ασθενής φωνή μας ακουσθή εις άπαν το Χριστεπώνυμον Ορθόδοξον πλήρωμα, ίνα, το καί κυριώτερον, ακουσθή φωνή εκ της Ερήμου, φωνή εκ της Ακροπόλεως της Ορθοδοξίας, του Αγίου Ορους.
Η φωνή ημών αύτη είναι πιστή απήχησις του εν αρχή αναφερθέντος τηλεγραφήματος της Ιεράς ημών Κοινότητος προς το σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ήτινι στοιχούντες και ημείς μετά των περί ημάς αδελφοτήτων και, ως πιστεύομεν, σύμπαντος του Αγιορείτικου κόσμου.

Θεωρούμεν αντικανονική και αντορθόδοξον την, ως είρηται, απόφασιν της Ρωσικής Εκκλησίας από απόψεως δογματικής τοιάυτης, ως ληφθείσαν μονομερώς και εν αγνοία της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και των λοιπών ομοδόξων Εκκλησιών.
Ευχόμεθα ολοψύχως εις τον Πανάγαθον Θεόν να φωτίση τους ιθύνοντας την αγιωτάτην Ρωσικήν Εκκλησίαν και ανακαλέσωσι την απόφασίν των ταύτην περί μυστηριακής κοινωνίας μετά Ρωμαιοκαθολικών. Ποιούμεθα θερμήν έκκλησιν προς πάσας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας όπως συνηγορήσωσι παρά τη ρωσική τοιάυτη προς υπαναχώρησιν. Πιστεύομεν ότι βιαστικώς εξεμαιεύθη η απόφασις και είμεθα βέβαιοι ότι ο ευλαβέστατος ρωσικός Κλήρος ανώτερος και κατώτερος, πειθαρχών Θεώ μάλλον ή ανθρώποις, κατά την αποστολικήν φωνήν, ή θ’ ανακαλέση ή θα αφήση νεκράν εν γράμματι την αντορθόδοξον απόφασιν. Ωσαύτως πατρικώς προτρεπόμεθα τα αγαπητά τέκνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όπως μένωσι πιστά εν οις έμαθον και εδιδάχθησαν εκ προγόνων, ενστερνιζόμενοι πάντοτε το του μακαρίου Ιωσήφ Βρυεννίου:

«Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία·
οὐ ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας·
ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, καὶ σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα·
εἰ δὲ καλέσει καιρός, καὶ μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα.»

 

πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2014/06/%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%b1%ce%b2%cf%81%ce%b9%ce%ae%ce%bb-%ce%b4%ce%b9%ce%bf%ce%bd%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7.html#ixzz4ST3hfZBz