Ερωτήματα σ’ αυτούς που διχάζουν τον αγώνα κατά του Οικουμενισμού

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τὰ εὔλογα ἐρωτήματα ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ αὐτά

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

   Ἔχει τονισθεῖ καὶ ἀποδειχθεῖ μυριάδες φορές, ὅτι τὰ προβλήματα καὶ τὰ ἐρωτήματα ποὺ γεννιοῦνται στὴν σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἐπικράτησης τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, βρίσκουν τὴν ἀπάντησή τους στὴν μελέτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τὴν ὁποία ὡς χριστιανοὶ πρέπει νὰ μελετοῦμε. Ἀκολουθοῦν δύο ἀποσπάσματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μὲ τὰ ἀνάλογα ἐρωτήματα, ποὺ τίθενται στοὺς ὑποστηρικτὲς τῶν ἀκύρων μυστηρίων τῶν οἰκουμενιστῶν ποὺ διχάζουν τὸν ἀγῶνα καὶ μεγαλώνουν τὴν ἤδη διαδεδομένη σύγχυση.

Πρῶτο ἀπόσπασμα

Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἀνατόλιος Κωνσταντινουπόλεως (Mansi, 6, 1096-Π. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμος Δ΄, σελ. 544), στὴν σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τὸ 451, στὴν Τρίτη συνεδρία ἀνεγνώσθησαν λίβελλοι κληρικῶν τῆς Ἀλεξανδρείας ἐναντίον τοῦ Διόσκορου, τὶς ὁποῖες ὁ Διόσκορος δὲν ἀποδέχθηκε καὶ ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν σύνοδο χωρὶς νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ χωρὶς νὰ ξαναεμφανισθεῖ, ἀρνούμενος τὶς τρεῖς προσκλήσεις, ποὺ τοῦ ἔγιναν νὰ προσέλθει στὶς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου. Κατόπιν αὐτοῦ καθηρέθηκε, ἀλλά ἐδῶ εἶναι τὸ ἀξιοσημείωτο «διὰ τὴν πίστην οὐ καθῃρέθη Διόσκορος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκοινωνησίαν ἐποίησε τῷ κυρίῳ Λέοντι τῷ ἀρχιεπισκόπῳ καὶ τρίτον ἐκλήθη καὶ οὐκ ἦλθε, διὰ τοῦτο καθῃρέθη». Δηλ. ἡ σύνοδος δὲν καθήρεσε τὸν Διόσκορο γιὰ τὴν αἱρετική του διδασκαλία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀκοινωνησία του μὲ τὸν Πάπα Ρώμης Λέοντα καὶ γιὰ τὴν ἄρνησή του νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν τριπλὴ πρόσκληση ποὺ τοῦ ἔγινε.

Ἐρώτηση: Οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν ἀκύρων μυστηρίων λένε, ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ἄκυρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόφαση συνόδου, διότι ἡ ὅποια σύνοδος, ὅταν γίνει, δὲν γίνεται γιὰ νὰ ἀποφασίσει αὐτὴ ὡς ἁρμόδια, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπικυρώνει αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε πρίν. Ἂν εἶναι ἔτσι, γιατὶ δὲν καταδίκασε ἡ σύνοδος τὸν Διόσκορο γιὰ δογματικοὺς λόγους καὶ γιὰ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία του, παρὰ μόνο γιὰ τοὺς προαναφερομένους; Δείχνει αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ σύνοδος ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπικυρώνει τὸ πρὶν ὑπάρχον, ἢ μᾶλλον, ὅτι ἡ σύνοδος, ὡς τὸ πλέον ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο (καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ τεράστια εὐθύνη τῶν σημερινῶν ἐπισκόπων, ποὺ μὲ τὴν ἀπραξία τους ἀφήνουν τοὺς οἰκουμενιστὲς ἀτιμώρητους), ἐξετάζει τὰ πάντα καὶ αὐτὴ μόνο ἀποφασίζει;

Δεύτερο ἀπόσπασμα

Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κωνσταντίας καὶ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ὅσο καὶ ἂν μᾶς ἀκούγεται παράξενο, ἀπὸ ὑπέρμετρο ζῆλο καὶ ἄγνοια τῆς ἀνάπτυξης τῆς θεολογίας ἀπὸ τοὺς καππαδόκες Πατέρες (Χρήστου, ο.π. σελ. 501)  ἦταν ἐναντίον τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν ἰδίων τῶν εἰκόνων. Γράφει ὁ Παναγιώτης Χρήστου (ο.π. σελ. 504-505):

«Εἴδομεν, ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος, εἰσελθὼν εἰς ναὸν χωρίου τῆς Παλαιστίνης, τοῦ Ἀνάβαθλα, καὶ ἰδὼν παραπέτασμα κρεμάμενον καὶ φέρον εἰκόνα ἱεροῦ προσώπου (τόσην περιφρόνησιν ἠσθάνετο πρὸς τὰ εἰκόνας, ὥστε γράφων μετ’ ὀλίγους μῆνας δὲν ἐνεθυμεῖτο ἂν αὕτη παρίστανε τὸν Χριστὸ ἢ ἅγιόν τινα (epistola Ἱερωνύμου 51,9), τὸ κατέσχισε θεωρήσας ἀντίθετον πρὸς τὴν διδασκαλία τῆς Γραφῆς τὴν χρῆσιν ἀνθρωπίνων παραστάσεων εἰς ναὸν τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο εἶχεν ὡς συνέχειαν τρία κείμενα σχετικὰ μὲ τὰς εἰκόνας…

α) Λόγος κατὰ τῶν ἐπιτηδευόντων ποιεῖν εἰδωλικῷ θεσμῷ εἰκόνας εἰς ἀφομοίωσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν μαρτύρων, ἔτι δὲ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν προφητῶν». Ἐγράφη… τὸ 394. Φρονεῖ ὅτι οἱ ἄγγελοι ὡς πνεύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεικονίζονται, ὁ δὲ Χριστὸς ἀκόμη περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεικονισθῆ ὡς Θεός, κατὰ τὴν ἐντολή του πρὸς τὸν Μωϋσῆν, ὅστις δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν ἴδη κατὰ πρόσωπον.

β) Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν βασιλέα Θεοδόσιον… Ἡ ἐπιστολὴ δεικνύει ὅτι ἡ χρῆσις εἰκόνων ἦτο πλέον σιωπηρῶς παραδεδεγμένον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔθιμον, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐπιφάνιος δηλώνει ὅτι ἐπεκρίνετο ὑπὸ λαοῦ καὶ ἐπισκόπων διὰ τὴν ἐπιμονήν του εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν εἰκόνων. Φρονεῖ ὅτι τὸ ἔθιμον ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ, ὅστις μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς εἰδωλολατρείας… εὑρίσκει ἄλλον τρόπον προσαγωγῆς τῶν Χριστιανῶν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν. Ζητεῖ νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τοὺς ναοὺς τὰ εἰκονογραφημένα ὑφάσματα… καὶ νὰ ἀπαγορευθῆ ἡ κατασκευὴ νέων ψηφιδωτῶν εἰς τοὺς ναούς, ἂν μὴ καὶ καταστραφοῦν τὰ ὑπάρχοντα.

γ) Ἡ Διαθήκη… τὸ 394 ἢ ὀλίγον μετέπειτα. Ὁ ἐπίσκοπος δίδει ἐντολὴν εἰς τὸν ἰδικόν του κλῆρο καὶ λαόν, ὥστε τουλάχιστον αὐτοὶ νὰ ἀπορρίψουν τὰς εἰκόνας… Ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὴν ἐνανθρώπισιν τοῦ Θείου Λόγου ὡς δικαιολογίαν διὰ τὴν ἐξεικόνισίν του εἶναι ἄξιοι ἀναθέματος.

Κατὰ τὴν ἔριδα περὶ τῶν εἰκόνων, τὸν η΄ αἰῶνα, τὰ κείμενα τοῦ Ἐπιφανίου ἐχρησιμοποιήθηκαν εὐρέως… καὶ ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον κριτικῆς ἐπεξεργασίας παρὰ τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ καὶ μετέπειτα παρὰ τοῦ Θεοδώρου Στουδίτου, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ παρ’ αὐτῶν παρατιθέμενα τεμάχια εἶναι τόσα πολλά, ὥστε δι’ αὐτῶν ν’ ἀποκαθίστανται τὰ κείμενα κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος των. Ἡ ἀμφισβήτησις τῶν κειμένων τούτων εἶναι ἀβάσιμος».

Ἐρώτηση: Ἐδῶ βλέπουμε ἕναν Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ διαπράττει ἕνα σοβαρὸ λάθος καὶ μάλιστα χρησιμοποιώντας ὡς ἐπιχείρημα τῆς θέσεώς του τὶς Γραφές, ὅπως κάνουν πολλοὶ σήμερα ὀπαδοὶ τῶν ἀκύρων μυστηρίων. Ὑπέπεσε ἢ ὄχι στὸ ἀνάθεμα τοῦ Παύλου ὡς διδάσκων ἀλλότρια τῶν Γραφῶν; Τὰ ἐπιχειρήματά του μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν στὶς συνόδους τῶν εἰκονομάχων καὶ ἰδίως σ’ αὐτὴν τῆς Ἱερείας (754) ὡς ἀπόδειξη τῶν αἱρετικῶν θέσεών του. Οἱ μετέπειτα ὀρθόδοξες σύνοδοι δὲν ἀποδέχθηκαν τὶς θέσεις αὐτὲς καὶ πολλοὶ ἅγιοι τὶς ἀναίρεσαν. Ὑπέπεσε στὸ ἀνάθεμα τοῦ Παύλου ὡς διδάσκων ἀλλότρια τῶν Γραφῶν; Ἦταν τὰ μυστήρια τοῦ Ἁγίου γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἄκυρα, ἀφοῦ ἦρθε σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἕως τότε Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ μάλιστα ἐπέβαλε ἀνάθεμα στοὺς Ὀρθοδόξους; Ἔπαψε νὰ εἶναι Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἀσφαλῶς ὄχι, ἀφοῦ δὲν ἐξετάστηκε ἀπὸ Σύνοδο, ὥστε νὰ τοῦ ὑποδειχθεῖ τὸ λάθος του, τὸ ὁποῖο -λόγῳ τῶν καλῶν προθέσεών του- θὰ τὸ ἀναγνώριζε.

Ἰδιαιτέρα προσοχὴ ἐπιβάλλεται στὸ θέμα τοῦ ἀναθέματος. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ὡς κανονικὸς καὶ ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος μὲ λαμπρὸ ἀντιαιρετικὸ ἔργο καὶ ὁμολογιακὸ πνεῦμα, ἐπέβαλε τὴν ποινὴ τοῦ ἀναθέματος σὲ ὅσους τιμοῦν τὶς εἰκόνες, οἱ σύνοδοι ὅμως σὲ ὅσους δὲν τὶς τιμοῦν. Ποιό ἀνάθεμα ἴσχυσε, αὐτὸ τοῦ Ἁγίου ἢ αὐτὸ τῶν συνόδων;

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

https://eugenikos.blogspot.com/2020/02/blog-post_903.html#more

Η Ἁγία Η΄ (8η) Οἰκουμενική Σύνοδος

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ Η΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ

ΕΙΣ ΤΟΝ  Ι. ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 11 Φεβρουαρίου 2020

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν σταματᾶμε τήν ἀρίθμηση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων στήν Ζ΄ (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ ἔτους 787 μ.Χ. κατά τῶν αἱρετικῶν καί χριστιανοκατηγόρων εἰκονομάχων, ἀλλά ἀριθμοῦμε ὡς Ἁγίες καί Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἄλλες δύο Συνόδους : α) τήν ἐπί Μ. Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879-880 μ.Χ., ἡ ὁποία εἶναι ἡ Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος καί β) τήν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σύνοδο τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ., ἡ ὁποία εἶναι ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τῶν ὁποίων τήν Οἰκουμενική περιωπή τῶν δύο αὐτῶν Συνόδων ἀνεγνώρισε ἀκόμη καί ἡ ἐν Κρήτῃ συνελθοῦσα «Σύνοδος».

Ἡ ἐν τῆ ἁγία Σοφία Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στήν Κωνσταντινούπολη κατά τά ἔτη 879-880 μ.Χ. ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος. Συμμετεῖχαν 383 ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες ἀπό Ἀνατολή καί Δύση, πού ἐκπροσωποῦσαν τά πέντε Πρεσβυγενή Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως  Μέγας Φώτιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ πρόεδρος τῆς Συνόδου, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθοδόξου τότε πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, Πέτρος ὁ πρεσβύτερος, μαζί μέ τόν Παῦλο καί τόν Εὐγένιο, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων Θεοδοσίου, Ἠλίας ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μιχαήλ, Κοσμᾶς ὁ πρεσβύτερος, καί ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Θεοδοσίου, Βασίλειος Ἐπίσκοπος Μαρτυρουπόλεως.

Ἡ Σύνοδος συνεκλήθη, γιά νά παύσει τά σκάνδαλα, πού ἀκολούθησαν μεταξύ τῶν Ἀνατολικῶν καί τῶν Δυτικῶν, σχετικά μέ τήν Βουλγαρία καί γιά νά ἑνωθοῦν οἱ ἀποσχισθέντες Ἐπίσκοποι ἐξαιτίας τῆς ἀποπομπῆς τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ἰγνατίου καί τῆς χειροτονίας τοῦ Ἁγίου Φωτίου. Ἡ Σύνοδος, ἐπίσης, ἀνεκήρυξε ὡς Οἰκουμενική τήν Ζ΄ (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο[1].

Τά κύρια θέματα, πού συζητήθηκαν στή Σύνοδο ἦταν τά ἑξῆς πέντε : α) τό πρωτεῖο τοῦ πάπα Ρώμης, β) τά λειτουργήματα στήν Ἐκκλησία καί οἱ μεταξύ τους σχέσεις, γ) τά τοπικά ἔθιμα, δ) ἡ ἀθρόα χειροτονία καί ε) τό Filioque, δηλ. ἡ παράνομη καί αἱρετική προσθήκη τῆς καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τά Πρακτικά τῆς Συνόδου αὐτῆς δημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Ἱερό Δοσίθεο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων στό βιβλίο του «Τόμος Χαρᾶς»[2]πού ἐκδόθηκε στό Ρήμνιο τῆς Οὐγγροβλαχίας τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1705.

Ἡ Σύνοδος τῶν ἐτῶν 879-880 μ.Χ. ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς Η’ (8η) Οἰκουμενική Σύνοδος. Διασώζει ὅλα τά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά στοιχεῖα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Σύνοδος αὐτή εἶναι καί λέγεται Οἰκουμενική, ἐπειδή α) συνεκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο τόν Μακεδόνα, β) παρέστησαν σ’ αὐτήν οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Πατριαρχείων, προήδρευσε ἡ μεγάλη πατερική φυσιογνωμία τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου τότε πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, γ) ἀσχολήθηκε μέ σοβαρά δογματικά, ἐκκλησιολογικά καί κανονικά θέματα, δ) οἱ ἀποφάσεις της ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. εἶναι σύμφωνες μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ε) ὑπῆρξε συμφωνία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιερέων τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία φαίνεται ἀπό τίς ὑπογραφές τους στά διορισθέντα καί κανονισθέντα ἀπό τήν Σύνοδο, καί ἡ ὁποία συμφωνία εἶναι ὁ συστατικός χαρακτήρας, πού καθιστᾶ μία Σύνοδο Οἰκουμενική, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη[3], καί στ) ἡ Σύνοδος αὐτή χαρακτηρίσθηκε ὡς Οἰκουμενική ἀπό πολλούς ἁγίους Πατέρες καί διδασκάλους, ὅπως τόν Θεόδωρο Βαλσαμώνα, τόν Νεῖλο Θεσσαλονίκης, τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, τόν Νεῖλο Ρόδου, τόν Μακάριο Ἀγκύρας, τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τόν ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, τόν ὅσιο Ἰωσήφ Βρυέννιο, τόν ἅγιο Γεννάδιο Σχολάριο, τόν ἱερό Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τόν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμου κ.ἄ, ἀλλά καί ἀπό νεωτέρους, ὅπως τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρό Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο[4], τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία[5], τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἀβύδου κ. Κύριλλο Κατερέλο[6], τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρεσβύτερο π. Φίλιππο Ζυμάρη[7] κ.ἄ.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τά πρακτικά τῆς Συνόδου αὐτῆς διαπιστώνει ὅτι ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος ἔχει συνείδηση Οἰκουμενικῆς καί ἔτσι τήν τιτλοφοροῦν οἱ Βασιλεῖς, ὁ Μ. Φώτιος, οἱ λεγάτοι τοῦ τότε Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης καί τά μέλη Της. Ὁ ὅρος «Οἰκουμενική» ἀναφέρεται δεκάδες φορές στά πρακτικά. Ὅλα τά μέλη τῆς Συνόδου ἔχουν τήν συνείδηση ὅτι εἶναι συνέχεια τῆς Ζ’ (7ης) Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν ὁποία καί ἐπικυρώνουν ὡς Οἰκουμενική. Ἄρα, τό γεγονός ὅτι ἡ Ζ’ (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπικυρώθηκε ἀπό τήν Η΄(8η) Οἰκουμενική Σύνοδο, μεταξύ τῶν ἄλλων, δείχνει τήν σοβαρότητά της.

Μέ βάση τά παραπάνω δέν πρόκειται γιά κάποια πρωτοτυπία ἤ καινοτομία τό νά ἀποδεχθοῦμε, ὡς Ἱερά Μητρόπολη, ὡς Τοπική Ἐκκλησία, τήν ἐπί Μεγάλου Φωτίου Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική καί νά τά τιμοῦμε ἐκκλησιαστικῶς.

Στό σημεῖο αὐτό κρίνεται ἀπαραίτητο νά γίνει μιά μικρή ἀναφορά σέ δύο ἀπό τά θέματα, πού ἀπασχόλησαν τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο γιά νά φανεῖ ἡ σπουδαιότητα τῆς Οἰκουμενικῆς Αὐτῆς Συνόδου. Τά θέματα αὐτά εἶναι Α) Τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου Πάπα Ρώμης καί β) ἡ αἵρεση τοῦ Filioque

Α) Τό πρῶτο σημεῖο, πού ἀπασχόλησε τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, σχετίζεται μέ τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης. Ἡ συζήτηση, πού ἔγινε στή Σύνοδο μεταξύ τοῦ Μ. Φωτίου, τῶν ἀνατολικῶν ἐκπροσώπων, ἀλλά καί τῶν ἐκπροσώπων τοῦ τότε Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, ἔδειξε ξεκάθαρα ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης ἔχει πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά μέ σαφῆ ἐκκλησιολογικά ὅρια, ὅπως αὐτά προσδιορίζονται ἀπό τόν 34ο Ἀποστολικό Κανόνα. Δηλ. εἶναι πρῶτος μόνο κατά τά πρεσβεῖα ἐντός καί ὄχι ὑπεράνω της Ἐκκλησίας. Κατά τήν θεώρηση αὐτή, κάθε Ἐπίσκοπος, πού δέν τηρεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, θέτει τόν ἑαυτό του ἐκτός Ἐκκλησίας καί καθαιρεῖται ἤ ἀφορίζεται. Οἱ πάπες Ρώμης δέν ἀποτελοῦν ἐξαίρεση.  

Ὁ Μέγας Φώτιος καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Συνόδου αὐτῆς ὑποστήριξαν τά πρεσβεῖα τιμῆς ὡς ἀναγκαία ἐκκλησιολογική ἀρχή γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητας τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίας. Κατά τά πρεσβεῖα τιμῆς, ὅμως, ἡ διατήρηση αὐτή τῆς ἑνότητας σαφῶς δέν νοεῖται ὡς ἐπιβολή ἀπό ἕνα πρῶτο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ὑπεράνω της Ἐκκλησίας ὡς αὐθεντία. Ἡ θέση αὐτή σαφῶς ἐκφράζεται σέ ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Φωτίου, στήν ὁποία τονίζει τήν Ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελικοῦ χωρίου «κἀγώ δέ σοί λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος καί ἐπί ταύτην τήν πέτραν οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν…» Ματθ. ις΄ 18-19. Ἡ ἑρμηνεία αὐτή ὁδηγεῖ στήν καίρια ἐκκλησιολογική ἀρχή ὅτι ὁ κάθε ἐπίσκοπος εἶναι ἰσότιμος ὡς πρός τήν ἀρχιερωσύνη του. Ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης καί ὄχι ὁ σημερινός αἱρεσιάρχης ἔχει τό προνόμιο τῆς τιμῆς καί πρέπει νά τηρεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτό τό προνόμιο πρέπει νά γίνεται μέσα στό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης δέν ἔχει ἁρμοδιότητες σέ ἄλλες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες. Ὅταν ὁ πάπας Ρώμης δέν τηρεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες καί θέτει τόν ἑαυτό του ὑπεράνω της Ἐκκλησίας, τότε μπορεῖ νά καθαιρεθεῖ, ὅπως συνέβη μέ τόν πάπα Νικόλαο Α’, πού καθαιρέθηκε, γιατί ἀναμείχθηκε στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Βουλγαρία.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικός ὁ α΄ Ἱερός Κανόνας, πού συνέταξε ἡ Σύνοδος αὐτή κατά τήν πέμπτη πράξη της, ὁ ὁποῖος θεσπίζει τήν αὐτονομία κάθε ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως σέ θέματα τάξεως καί πειθαρχίας. Μέ τόν Ἱερό αὐτόν Κανόνα γίνεται ἀποδεκτό τό Συνοδικό Σύστημα διοικήσεως καί ἀποσαφηνίζεται ὅτι τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης δέν εἶναι πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλά πρωτεῖο τιμῆς, δηλ. ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης καί ὄχι ὁ σημερινός πού αὐτός καί οἱ προκάτοχοί του ἔχουν ἐκπέσει ἀπό τό ἔτος 1014 εἰς δεινές αἱρέσειςδέν εἶναι κεφαλή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἡ πηγή τῆς ἱερωσύνης κ.ἄ., καί κατά συνέπεια, δέν ἔχει ἁρμοδιότητα στίς ἄλλες ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὁ Ἱερός αὐτός Κανόνας ἔχει καίρια ἐκκλησιολογική σημασία καί ἀποτελεῖ ἐπανορθωτικό διάβημα κατά τῆς πυραμιδικῆς δυτικῆς «παγκόσμιας» ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στή ληστρική Σύνοδο τοῦ 869-870, κατά τήν ὁποία ἡ μόνη ἀληθινή Τοπική Ἐκκλησία, μέ τήν ἔννοια τῆς καθολικότητας, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ μία παγκόσμια Ἐκκλησία, καί ὁ μόνος οὐσιαστικός ἐπίσκοπος εἶναι ὁ πάπας Ρώμης.

Β) Τό δεύτερο σημεῖο, πού ἀπασχόλησε τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, εἶναι τό θέμα τοῦ Filioque, πού εἰσήγαγαν οἱ Φράγκοι στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι δηλ. τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ὡς ὑπόσταση ἀπό τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.

Τό πρῶτο καί κύριο αἴτιο τοῦ σχίσματος τοῦ 1054, δηλ. τῆς ἀπόσχισης καί ἀποκοπῆς τοῦ πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς Δύσεως, τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Filioque. Τό Filioque εἶναι φοβερή αἵρεση, ἐπειδή α) εἶναι ἀντίθετο πρός τά ἀψευδέστατα λόγια του Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε ὅτι «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»[8]. Ἔχουμε δηλ. κατάφωρη ἀθέτηση τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ. β) Εἶναι ἀντίθετο πρός τό Σύμβολο τῆς Πίστεως Νικαίας-Κων/λεως, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο «(πιστεύω) καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό Ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον». Ἔχουμε δηλ. ἀθέτηση καί τῶν δύο Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Α΄ καί τῆς Β΄. γ) Εἶναι ἀντίθετο πρός τόν 7ο Ἱερό Κανόνα τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ὁποιαδήποτε πρόσθεση ἤ ἀφαίρεση στό Σύμβολο τῆς Πίστεως[9]. Ἔχουμε δηλ. ἀθέτηση καί τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. δ) Καταστρέφει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί συγχέει τά ἀκοινώνητα ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν τριῶν προσώπων. ε) Ὑποβιβάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος, καί στ) εἰσάγει δυαρχία στήν Ἁγία Τριάδα. Ἐφόσον καί ὁ Υἱός εἶναι πηγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρα ἔχουμε δύο πηγές, δύο ἀρχές στήν Ἁγία Τριάδα, τόν Θεό Πατέρα καί τόν Υἱό. Βέβαια, πίσω ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Filioque δέν κρύβεται τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἄλλη φρικτή αἵρεση τοῦ πάπα Ρώμης, ἡ ὀφρύς, ἡ ἀλαζονεία, τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο ἐξουσίας του, νά νομοθετεῖ μόνο αὐτός πάνω ἀπό τά παραδεδομένα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως θεολογεῖ μέ ὀξύνοια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς[10].

Ἡ συζήτηση γιά τό σοβαρό αὐτό ζήτημα ἔγινε κατά τήν ἕκτη συνεδρία καί ἀποφασίσθηκε νά ἀπαγορευθεῖ αὐτή ἡ κακοδοξία. Μέ πρόταση τοῦ παρισταμένου Αὐτοκράτορα Βασιλείου, ἡ Σύνοδος ἀποφάσισε νά καταδικάσει τό Filioque, δηλ. τήν εἰσαγωγή στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπό τούς Φράγκους τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, πού εἰσήγαγαν οἱ Φράγκοι καί στήν Βουλγαρία.

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ ἐπί Μ. Φωτίου Σύνοδος τοῦ 879-880 μ.Χ. εἶναι ὄντως ἡ Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔτσι ἔχει περάσει στήν ἀλάνθαστη συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, οἱ αἱρεσιάρχες πάπες Ρώμης δέν ἀριθμοῦν τήν Σύνοδο τοῦ 879-880 μ.Χ. ὡς τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά στή θέση της ἀριθμοῦν τήν ληστρική σύνοδο τοῦ 869-870, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Μ. Φώτιο, καθυβρίζοντες τόν Ἰσαπόστολο Ἅγιο ὡς δῆθεν «αἱρεσιάρχη».

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 361-366.

[2] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος Χαρᾶς, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1985, σσ. 257-386.

[3] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 118.

[4] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ,  Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κων/λει ἐν ἔτει 879-880 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς, μή ἀναγνωσθεῖσα Εἰσήγηση στήν Ι.Σ.Ι., Ὀκτωβρίου 2011.

[5] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ κ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ, Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κων/λει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς, μή ἀναγνωσθεῖσα Εἰσήγηση στήν Ι.Σ.Ι., Ὀκτωβρίου 2011.

[6] ΘΕΟΦ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ, Ἡ Ρώμη καί τό Παπικό Πρωτείο ἐπί Πατριαρχείας Ἰγνατίου καί ἱ. Φωτίου (847-886), ἡ Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας (869-870)

[7] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΖΥΜΑΡΗΣ, Ἰστορική, δογματική καί κανονική σπουδαιότητα τῆς Συνόδου τῆς Κων/λεως (879-880), διδακτορική διατριβή.

[8] Éù. 15, 26.

[9] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 173-176.

[10] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος Α΄ ἀποδεικτικός περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 4, 32, ἐκδ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 1, Θεσ/κη 1981, σ. 86.

Ο Μέγας Αντώνιος για τις αιρέσεις και τα σχίσματα.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

  1. Μίξη τῶν ἀμίκτων

Μὲ πολλὴ σοφία ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν φωτισμένων Ἁγίων Πατέρων, ὅρισε νὰ ἐπαναλαμβάνουμε κάθε ἔτος τὶς ἑορτὲς τῶν Ἁγίων, ὥστε, ἀσχολούμενοι μὲ τὸν βίο καὶ τὴν διδασκαλία τους καὶ ἐγκωμιάζοντες τὴν θεοσέβεια καὶ τὴν ἀρετή τους, νὰ δυναμώνουμε καὶ ἐμεῖς στὰ Ὀρθόδοξα δόγματα καὶ νὰ μιμούμαστε τὴν ἁγία βιοτή τους.

Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὴν πρόσφατη ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, στὸν ναὸ τοῦ ὁποίου στὴν Θεσσαλονίκη διακονήσαμε ἐπὶ ἕνα τέταρτο αἰῶνος (1993-2017) καὶ διωχθήκαμε, γιατὶ θελήσαμε στὴν πράξη νὰ ἐφαρμόσουμε ὅσα λέγει γιὰ τοὺς αἱρετικούς, τοὺς τότε καὶ τοὺς τώρα, σκεφθήκαμε ὅτι χρήσιμο καὶ ὠφέλιμο εἶναι νὰ ξεναθυμίσουμε τὴν σχετικὴ διδασκαλία του, ἀλλὰ καὶ τὴν στάση ποὺ κράτησε ὄχι μόνο ἀπέναντι στὴν πανίσχυρη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἀλλὰ καὶ στοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς. Τώρα μάλιστα αὐτὸ εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖο, διότι ἡ Ἐκκλησία ταλαιπωρεῖται καὶ σχίζεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, χειρότερη ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Οὐκρανικὸ σχίσμα, τὸ ὁποῖο μὲ μαγικὴ ράβδο ἀποκατέστησε καὶ νομιμοποίησε ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὄχι μόνο χωρὶς μετάνοια καὶ ταπείνωση τῶν σχισματικῶν, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουν Ἱερωσύνη, ὡς ἀχειροτόνητοι καὶ αὐτοχειρόνητοι, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀντικανονικὴ εἰσπήδηση στὰ ὅρια δικαιοδοσίας ἄλλης ἐκκλησίας, τῆς Ρωσίας, ἐνεργώντας μοναρχικὰ καὶ τυραννικὰ ὡς πάπας τῆς Ἀνατολῆς.

Στὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016) δὲν τόλμησαν νὰ ὁμιλήσουν γιὰ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων, ὅπως ἔπρατταν πάντοτε οἱ Πατέρες στὶς ὄντως ἅγιες συνόδους, ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μεγάλη καὶ ἐπικίνδυνη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία διαβρώνει τὸ φρόνημα κληρικῶν καὶ θεολόγων καὶ μέσῳ αὐτῶν ἐξαπλώνεται ὡς λοιμικὴ νόσος καὶ στὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν. Ἡ λέξη «αἵρεση» ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ συνοδικὰ κείμενα, γιατὶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν διαβρωμένη πίστη ὅσων ἡγοῦνται ἐπὶ ἕνα αἰώνα στὴν προσπάθεια ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν διηρημένων χριστιανικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες κατ᾽ αὐτοὺς συναποτελοῦν τὴν Ἐκκλησία.

Κατὰ τὴν διαχρονικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα δὲν εἶναι μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ σχισματικοὶ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σεσηπότα μέλη, ὡς ἄρωστα μέλη, χωρὶς νὰ παραβλάπτεται ἡ ὁλοκληρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀποκόπτονται καὶ ἀπὸ τὸ δένδρο τὰ ξερόκλαδα, χωρὶς νὰ παραβλάπτεται ἡ πληρότητα, ἡ ὁλοκληρία, τοῦ δένδρου. Κατὰ τὴν νέα ἐκκλησιολογικὴ αἱρετικὴ ἀντίληψη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καμμία χριστιανικὴ κοινότητα δὲν εἶναι μόνη της ἡ Ἐκκλησία, οὔτε ἡ Ὀρθόδοξη, ἀλλὰ ὅλες μαζὶ συναποτελοῦν τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀπέφυγαν στὸ Κολυμπάρι νὰ κάνουν λόγο γιὰ αἱρέσεις· ἀντίθετα δέχθηκαν ὅτι καὶ οἱ αἱρέσεις εἶναι ἐκκλησίες, καὶ ἔγινε ἔτσι ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός «Μίξις τῶν ἀμίκτων», ἀνακάτωμα, ἀνάμειξη αὐτῶν ποὺ δὲν ἀναμειγνύονται, τῆς ἀλήθειας μὲ τὸ ψεῦδος, τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν πλάνη[1]. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ τήν «ἕνωση» ποὺ ἔγινε στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) ἀνάμεσα στὸν Παπισμὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

  1. Οὐδεμία κονωνία πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς. Βλάβη καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς

Ἂς παρακολουθήσουμε πῶς ἐκθέτει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἐμαθήτευσε στὸν Ἅγιο Ἀντώνιο, τὴν στάση του, τὴν συμπεριφορά του, ἀπέναντι στὴ μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ποὺ ἐταλαιπώρησε ὅλη τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὸ σχίσμα τῶν Μελιτιανῶν ποὺ ἀναστάτωσε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Οἱ Μελιτιανοὶ ὀνομάσθηκαν ἔτσι ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Λυκοπόλεως Μελίτιο, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευθεὶς τὴν ἀπουσία τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ ἄλλων ἐπισκόπων ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τους, λόγῳ διωγμῶν καὶ φυλακίσεων κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διοκλητιανοῦ, προέβη σὲ εἰσπήδηση σὲ ἄλλες ἐπαρχίες καὶ ἐχειροτόνησε ὑπερορίως ἐπισκόπους, συγχρόνως δὲ ἐκάλυψε τὶς σχισματικὲς αὐτὲς ἐνέργειες μὲ τὴν ἐπίδειξη αὐστηρότητας ἔναντι τῶν ἐκπεπτωκότων Χριστιανῶν, τοὺς ὁποίους ἐδέχετο μὲ αὐστηρὴ μετάνοια, ὅπως καὶ στὸ σχίσμα τοῦ Δονάτου, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐπιεικέστερη.

Μᾶς πληροφορεῖ λοιπὸν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἦταν θαυμαστὸς ὄχι μόνον στὰ ἀσκητικά του κατορθώματα καὶ στοὺς ἀγῶνες του ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβεια· «Καὶ τὰ πίστει δὲ πάνυ θαυμαστὸς ἦν καὶ εὐσεβής». Δὲν εἶχε καμμία κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς, γιατὶ γνώριζε, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ποὺ ἐμφανίσθηκαν, τὴν πονηρία καὶ τὴν ἀποστασία τους. Δὲν μίλησε ποτὲ φιλικὰ μὲ τοὺς Μανιχαίους ἢ ἄλλους αἱρετικούς, μόνον τοὺς συμβούλευε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν εὐσέβεια· πίστευε ὅτι ἡ συναναστροφὴ καὶ ἡ φιλία μὲ αὐτοὺς εἶναι καταστροφὴ καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς· «ἡγούμενος καὶ παραγγέλλων τὴν τούτων φιλίαν καὶ ὁμιλίαν βλάβην καὶ ἀπώλειαν εἶναι ψυχῆς». Σιχαινόταν ἐπίσης τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, καὶ παρήγγελλε σὲ ὅλους οὔτε νὰ τοὺς πλησιάζουν οὔτε νὰ ἔχουν τὴν κακή τους πίστη· «Οὕτω γοῦν καὶ τὴν τῶν Ἀρειανῶν αἵρεσιν ἐβδελύσσετο, παρήγγελλε τε πᾶσι μήτε ἐγγίζειν αὐτοῖς μήτε τὴν κακοπιστίαν αὐτῶν ἔχειν». Ὅταν κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκαν φανατικοὶ Ἀρειανοί, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ συζήτηση κατάλαβε πὼς ἦταν ἀσεβεῖς, τοὺς ἔδιωξε ἀπὸ τὸ ὄρος λέγοντας ὅτι τὰ λόγια τους ἦσαν χειρότερα ἀπὸ τὸ δηλιτήριο τῶν φιδιῶν. Ἐπειδὴ μάλιστα διέδιδαν ψευδῶς οἱ Ἀρειανοὶ ὅτι συμφωνεῖ μαζί τους, ἀγανακτοῦσε καὶ θύμωνε ἐναντίον τους, γι᾽ αὐτὸ καὶ μετὰ ἀπὸ παράκληση τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν πιστῶν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια· ἐκεῖ ἀποκήρυξε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ εἶπε ὅτι εἶναι φοβερὴ αἵρεση καὶ πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου[2].

Σχετικὰ μάλιστα μὲ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος εἶδε φοβερὴ ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τὸν εἶδαν μετὰ νὰ ἀναστενάζει καὶ νὰ κλαίει, διότι, ὅπως ἐξήγησε, ἐπρόκειτο ἡ Ἐκκλησία νὰ γνωρίσει ἡμέρες ὀργῆς, νὰ παραδοθεῖ σὲ ἀνθρώπους ὅμοιους μὲ τὰ ἄλογα κτήνη· «Μέλλει τὴν Ἐκκλησίαν ὀργὴ καταλαμβάνειν, καὶ μέλλει παραδίδοσθαι ἀνθρώποις ὁμοίοις ἀλόγοις κτήνεσιν». Εἶδε, δηλαδή, ὁ Ἅγιος νὰ κυκλώνουν τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ μουλάρια, νὰ τὴν κλωτσοῦν καὶ νὰ χοροπηδοῦν ἀτάκτως. Καὶ συγχρόνως ἄκουσε φωνὴ ποὺ ἔλεγε ὅτι θὰ μιανθεῖ τὸ θυσιαστήριό μου· «Βδελυχθήσεται τὸ θυσιαστήριόν μου». Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἐπιβεβαιώθηκαν τὰ τοῦ ὁράματος, διότι ἔγινε ἡ ἔφοδος τῶν Ἀρειανῶν στοὺς ναοὺς τῶν Ὀρθοδόξων, ἁρπαγὴ καὶ ἀφαίρεση ἱερῶν σκευῶν καὶ ἄλλες ἱερόσυλες πράξεις. Ἦταν πάντως καθησυχαστικὸς ὁ λόγος τοῦ Ἀντωνίου πρὸς ὅσους τότε ἀνησύχησαν γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου καὶ γιὰ ὅσους σήμερα ἀνησυχοῦμε γιὰ τὴν κυριαρχία τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὀργίσθηκε ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἐπιτρέπει ὅλα αὐτά, ἀλλὰ πάλι θὰ τὰ θεραπεύσει. Ἡ Ἐκκλησία θὰ ἐπανεύρει τὴν λαμπρότητά της, θὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ διωχθέντες, καὶ ἡ μὲν ἀσέβεια θὰ πάει νὰ κρυφθεῖ στὶς φωλιές της, ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία παντοῦ θὰ ἐμφανίζεται μὲ παρρησία καὶ ἐλευθερία, ἀρκεῖ οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ μὴ μολυνθοῦν ταυτιζόμενοι μὲ τοὺς Ἀρειανούς. Ἡ αἵρεση δὲν στηρίζεται στὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ πατρός των, τοῦ Διαβόλου· εἶναι ἄγονη καὶ ἄλογη, ὅπως ἡ ἀλογία τῶν μουλαριῶν· «Μόνον μὴ μιάνητε ἑαυτοὺς μετὰ τῶν Ἀρειανῶν. Οὐκ ἔστι γὰρ τῶν Ἀποστόλων αὕτη ἡ διδασκαλία ἀλλὰ τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν τοῦ Διαβόλου· καὶ μᾶλλον ἄγονος καὶ ἄλογος καὶ διανοίας ἐστὶν οὐκ ὀρθῆς, ὡς ἡ τῶν ἡμιόνων ἀλογία»[3].

Ἡ αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν εἶχε τότε πολλοὺς ὑποστηρικτὲς, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἄρχοντες, ὅπως ἔχει καὶ σήμερα ὁ μασονοκρατούμενος Οἰκουμενισμός. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕνας στρατηγός, ὀνομαζόμενος Βαλάκιος, ὁ ὁποῖος ἐδίωκε τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἦταν τόσο σκληρός, ὥστε ἔδερνε ἀκόμη καὶ νεαρὲς παρθένες, γύμωνε καὶ μαστίγωνε μοναχούς. Τοῦ ἔστειλε λοιπὸν ἐπιστολὴ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, στὴν ὁποία τοῦ ἔλεγε νὰ σταματήσει τοὺς διωγμούς, διότι βλέπει νὰ ἔρχεται ἐναντίον του ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴ ὁ Βαλάκιος, γέλασε περιπαικτικά, τὴν πέταξε κάτω, ἀφοῦ τὴν ἔφτυσε, ἔβρισε αὐτοὺς ποὺ τὴν ἔφεραν καὶ τοὺς εἶπε νὰ μεταφέρουν στὸν Ἀντώνιο τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ φροντίζεις γιὰ τοὺς μοναχούς, τώρα θὰ στραφῶ καὶ ἐναντίον σου. Δὲν πέρασαν, ὅμως, πέντε ἡμέρες καὶ ἐκδηλώθηκε ἐναντίον του ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ξεκίνησε μαζὶ μὲ τὸν διοικητὴ τῆς Αἰγύπτου Νεστόριο νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ μοναστήρια, ἔφιπποι καὶ οἱ δύο σὲ ἄλογα τοῦ Βαλακίου ποὺ ἦσαν τὰ πιὸ ἥμερα ἀπὸ ὅσα εἶχε. Πρὶν νὰ φθάσουν ὅμως στὸν τόπο τοῦ προορισμοῦ τους, τὸ πιὸ πρᾶο ἀπὸ τὰ ἄλογα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ Νεστόριος, ξαφνικὰ ἐδάγκωσε τὸν Βαλάκιο, τὸν ἔρριξε κάτω καὶ κατεσπάραξε μὲ τὰ δόντια τὸν μηρό του. Τὸν μετέφεραν ἀμέσως στὴν πόλη, ἀλλὰ σὲ τρεῖς ἡμέρες ἀπέθανε. Καὶ ὅλοι ἐθαύμαζαν, γιατὶ τόσο σύντομα ἐκπληρώθηκαν αὐτὰ ποὺ εἶχε προείπει ὁ Ἀντώνιος[4].

Μερικοὶ ἐπίσκοποι τώρα ἔχουν καβαλλήσει τὸ καλάμι τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας καὶ διώκουν μὲ δικαστήρια καὶ ἐξώσεις ἀπὸ τοὺς ναούς ὅσους ἀγωνίζονται ἐναντίον παλαιῶν καὶ νέων αἱρέσεων. Ἂς πάρουν, γιὰ τὸ καλὸ τους, τὸ σχετικὸ μήνυμα καὶ ἂς μὴν ἐκτοξεύουν ἀπειλὲς ἐναντίον μας. Ὁ Θεὸς ἔχει ράμματα γιὰ τὶς γοῦνες ὅλων τῶν αἱρετικῶν καὶ αἱρετιζόντων, τῶν σχισματικῶν καὶ τῶν φιλοσχισματικῶν, καὶ σίγουρα ὄχι γιὰ τὶς γοῦνες τῶν Ὀρθοδόξων.

Ἀκόμη καὶ στὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ὁ Μ. Ἀντώνιος δὲν παρέλειπε, μεταξὺ τῶν ἄλλων νουθεσιῶν καὶ συμβουλῶν, νὰ προτρέπει τοὺς μοναχοὺς νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς Ἁγίους καὶ ὄχι τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς. Νὰ μὴ πλησιάζουν τοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς, γιατὶ γνωρίζουν τὴν πονηρὴ καὶ βέβηλη προαίρεσή τους, οὔτε νὰ ἔχουν κάποια κοινωνία πρὸς τοὺς Ἀρειανούς, τῶν ὁποίων ἡ ἀσέβεια εἶναι σὲ ὅλους φανερή. Ἀκόμη καὶ ἂν τοὺς ὑποστηρίζουν στὰ δικαστήρια οἱ δικαστές, δὲν πρέπει νὰ θορυβοῦνται, γιατὶ καὶ τῶν δικαστῶν ἡ ἐξουσία καὶ ἡ καύχηση εἶναι θνητὴ καὶ πρόσκαιρη. Νὰ μείνουν καθαροὶ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα καὶ νὰ τηροῦν καὶ τὴν Παράδοση τῶν Πατέρων καὶ τὴν εὐσεβῆ πίστη εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὴν ὁποία ἔμαθαν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος τοὺς ὑπενθύμισε[5].

Ἀκόμη καὶ λίγο πρὶν κλείσει τὰ μάτια του καὶ ἀντικρύσει τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ συγκαταριθμηθεῖ μετὰ τῶν ἄλλων Ἁγίων, τὰ ἴδια ἐπανέλαβε στοὺς δύο μαθητὰς μοναχοὺς ποὺ τὸν ἐφρόντιζαν, καὶ δι᾽ αὐτῶν πρὸς ὅλους τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων: «Καὶ μηδεμία ἔστω ὑμῖν κοινωνία πρὸς τοὺς σχισματικοὺς μήθ᾽ ὅλως πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς. Οἴδατε γὰρ πῶς κἀγὼ τούτους ἐξετρεπόμην διὰ τὴν χριστομάχον αὐτῶν καὶ ἑτερόδοξον αἵρεσιν. Σπουδάσατε δὲ μᾶλλον καὶ ὑμεῖς ἀεὶ συνάπτειν ἑαυτούς, προηγουμένως μὲν τῷ Κυρίῳ ἔπειτα δὲ τοῖς ἁγίοις· ἵνα μετὰ θάνατον ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνὰς ὡς φίλους καὶ γνωρίμους δέξωνται καὶ αὐτοί»[6].

Ἐπίλογος ἐκσυγχρονιστικὸς

Πρὶν ἀπὸ δεκατρία χρόνια, τὸ 2007, προβάλαμε τὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Μ. Ἀντωνίου σὲ ἄρθρο μας μὲ τίτλο «Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμός». Δημοσιεύθηκε τότε στὸ περιοδικό «Θεοδρομία» τῆς «Ἑταιρείας Ὀρθοδόξων Σπουδῶν»[7]. Τὸ ἀναδημοσιεύσαμε τώρα ὡς παράρτημα στὸ νέο μας βιβλίο «Ἅγιος Ἀντώνιος. Ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Διδασκαλία του. Δώδεκα Ὁμιλίες στὸν Ναό του στὴν Θεσσαλονίκη»[8]. Τότε δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη οἱ δυὸ μεγάλες ἐκκλησιολογικὲς ἐκτροπές: Ἡ αἱρετίζουσα ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016) καὶ ἡ σχισματοαίρεση τῆς ψευδοαυτοκέφαλης «ἐκκλησίας» τῆς Οὐκρανίας, ἀμφότερα τέκνα τῆς αἱρετίζουσας καὶ σχίζουσας Κωνσταντινούπολης. Ὅσα τότε γράψαμε στὸν Ἐπίλογο, ποὺ τὸν παραθέτουμε καὶ πάλιν ἐδῶ, ἰσχύουν πολὺ περισσότερο σήμερα:

Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει καταλάβει τὴν Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες. Ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Oἰκουμενισμὸς θριαμβεύουν. Tότε ὁ M. Ἀθανάσιος καὶ οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες κατενόησαν τὸν κίνδυνο, ποὺ περιέγραψε τὸ ὅραμα τοῦ M. Ἀντωνίου. Tώρα βλέπουμε νὰ μολύνονται οἱ ναοὶ καὶ τὰ θυσιαστήρια ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ συλλείτουργα μὲ τοὺς «ἀλόγους» αἱρετικοὺς καὶ ἐνισχύουμε τὴν μόλυνση καὶ τὴν ἐπαινοῦμε, συλλακτίζοντες καὶ ἐμεῖς μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἂν παρακολουθήσει κανεὶς οἰκουμενιστικὰ συλλείτουργα καὶ συμπροσευχές, σὰν αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴν Kαμπέρα, στὴν Z´ Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν, καὶ σὰν αὐτὰ ποὺ γίνονται συχνὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ἱερέων ὁμοφυλοφίλων ποὺ τολμοῦν καὶ κρατοῦν τὸ Ἅγιο Δισκοπότηρο καὶ γυναικῶν ἐπισκόπων καὶ ἱερειῶν, ἡ εἰκόνα ὑπερβαίνει καὶ τὸ ὅραμα τοῦ M. Ἀντωνίου. Mόνη ἐλπίδα γιὰ νὰ ἐπανεύρει ἡ Ἐκκλησία τὴν ὀμορφιά της: ἡ σύσταση καὶ ἡ συμβουλὴ τοῦ M. Ἀντωνίου: «Mόνον μὴ μιάνητε ἑαυτοὺς μετὰ τῶν Ἀρειανῶν». Mόνο νὰ μὴ μιανθοῦμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Oἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς Ὀρθοδόξους. Ἐπειδὴ μέχρι τώρα δὲν τὸ ἐπράξαμε δυναμικὰ καὶ ἀποφασιστικά, γι’ αὐτὸ παρατείνει ὁ Θεὸς ἐπὶ ἔτη τὴν ὀργή του, τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν παναίρεση τοῦ Oἰκουμενισμοῦ. Mέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως[9] θὰ ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ.

***

[1]. Ἁγίου Μαρκου Ευγενικου, Ἐπιτελεύτιοι Ὁμιλίαι, εἰς Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός. Τὰ Εὑρισκόμενα Ἅπαντα Α´, Editura Pateres 2009, Βουκουρέστι, σελ. 230: «Καὶ διὰ τοῦτο λέγω· ὥσπερ παρὰ πᾶσάν μου τὴν ζωὴν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾽ αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, καὶ ἔτι καὶ μετὰ τὴν ἐμὴν ἀποβίωσιν ἀποστρέφομαι τὴν αὐτῶν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν, καὶ ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδεὶς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἢ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ ἢ τοῖς μνημοσύνοις μου, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἄλλου τινὸς τῶν τοῦ μέρους ἡμῶν, ὥστε συμφορεῖν ἐπιχειρῆσαι καὶ συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τὰ ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ δὲ παντάπασιν ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἂν δῴη Θεὸς τὴν καλὴν διόρθωσιν καὶ εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ».

[2]. Μεγαλου Αθανασιου, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου 68-69, ΕΠΕ 11, 130-132.

[3]. Αὐτόθο 82, ΕΠΕ 11, 146-148.

[4]. Αὐτόθι 86, ΕΠΕ 11, 154-156.

[5]. Αὐτόθι 89, ΕΠΕ 11, 158-160.

[6]. Αὐτόθι 91, ΕΠΕ 11, 162. Ἡ μετάφαση τοῦ παραθέματος: «Νὰ μὴν ἔχετε καμμία κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικοὺς οὔτε πολὺ περισσότερο μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς. Γιατὶ γνωρίζετε πῶς καὶ ἐγὼ τοὺς ἀπέφευγα λόγω τῆς χριστομάχου καὶ ἑτεροδόξου αἱρέσεώς τους. Φροντίστε νὰ εἶσθε ἑνωμένοι πρῶτα μὲ τὸν Κύριο καὶ ἔπειτα μὲ τοὺς Ἁγίους, ὥστε μετὰ τὸν θάνατο νὰ σᾶς ὑποδεχθοῦν στὶς αἰώνες κατοικίες ὡς φίλους καὶ γνωστούς των».

[7]. Θεοδρομία 9 (2007) 79-88.

[8]. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησησ, Ἅγιος Ἀντώνιος, Ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Διδασκαλία του. Δώδεκα Ὁμιλίες στὸν Ναό του στὴν Θεσσαλονίκη, Ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 241-254.

[9]. Ματθ. 24, 15.

ΑΚΤΙΝΕΣ

Συμπτώματα Αντιπατερικής Εκκλησιολογίας.

ΛΙΤΙΝΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

«μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου» (Παρ.Σολ.22,28)

Εισαγωγή

Στην ιατρική επιστήμη αντιμετωπίζονται πολλές ασθένειες οι οποίες έχουν την αιτία τους σε μία προγενέστερη ασθένεια, ηπιότερης μορφής με σχεδόν ανεπαίσθητα στον νοσούντα -δια τούτο και λανθάνοντα- συμπτώματα. Αυτά τα συμπτώματα εάν δεν διαγνωσθούν εγκαίρως εξελίσσονται και προκαλούν μεγαλύτερη από αυτήν νόσο, η οποία είναι και σοβαρότερη. Ένα σταθερό αξίωμα στην ιατρική είναι: «Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν»1

Στο μεταπτωτικό άνθρωπο αναπτύσσονται ασθένειες –ως δισύνθετο κτίσμα από ψυχή και σώμα- και στα δύο στοιχεία του. Υπάρχουν σωματικές και ψυχοπνευματικές ασθένειες. Γι’ αυτό το λόγο η Ορθόδοξη Παράδοση και οι Πατέρες κατανοούν την Εκκλησία ως θεραπευτήριο και την Ορθοδοξία ως ιατρική επιστήμη και θεραπευτική αγωγή που θεραπεύει την ανθρώπινη προσωπικότητα2. Ο Χριστός άλλωστε αποκαλείται στις επικλήσεις των ευχών και είναι «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν». Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και πολλοί Πατέρες παρoμοιάζουν την ιατρική μέθοδο πρόληψης νοσημάτων, με την φροντίδα του Θεού για τις ψυχές μας3. Η σωτηρία μας είναι ουσιαστικώς το τέλος της θεραπείας μας.

Υπό αυτό το ιατρικό πνεύμα της πρόληψης, εξετάζουμε ἐν τῷ φωτί της αγιοπατερικής διδασκαλίας, στο τομέα της πίστεως περί την Εκκλησία (Εκκλησιολογία), ορισμένες νουθεσίες που παρουσιάζουν παθογένειες με στόχο να αποτελέσει αφορμή για θεολογική εξέταση-αυτοκριτική σε κάθε πιστό και μάλιστα τον κληρικό. Κίνητρο μας, η ανιδιοτελής αγάπη της Ορθοδόξου Πίστεως, της Εκκλησίας και της Πατρίδας μας. Αγαπούμε και εμπιστευόμαστε τους Αγίους Πατέρες μας και νιώθουμε αιωνίως την ευγνωμοσύνη για την απλανή θεολογία που μας κληροδότησαν.

Το ποίμνιο ευτύχησε να βιώσει την έκφραση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας του μέσα από τα δογματικοσυμβολικά συνοδικά κείμενα, μέχρι τα τέλη του 19ου αι. (και κατά τον τον 20ο αι με την Σύνοδο εν Μόσχα 1948). Τα κείμενα αυτά, πλούσια σε ομολογιακό λόγο, φανερώνουν την πιστότητά τους στην αποστολική και πατερική πίστη και πράξη. Κοινή τους γραμμή είναι η ξεκάθαρη καταδίκη των αιρέσεων. Διακηρύξεις, όπως αυτή στην Ενδημούσα Σύνοδο Κων/πόλεως 1836 επί Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου κατά των Διαμαρτυρομένων, αφού τους αποκαλεί αιρετικούς – «Προς τους αποστόλους των σημερινών αιρετικών»- επιτάσσουν: «Νὰ μας αφήσωσιν ησύχους νὰ φρονώμεν καί νὰ πιστεύωμεν τὰ των αγίων προγόνων μας, και νὰ λατρεύωμεν τὸν Θεὸν εις τὴν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, εις τὴν οποίαν Αυτός μας ηξίωσε νὰ γεννηθώμεν4»!

Το σωτηριολογικό δόγμα συνεχώς επαναλαμβάνεται: Η σωτηρία βρίσκεται μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία5. Μόνο μέσα στους κόλπους της βιώνει κάποιος το Μυστήριο του Χριστού, γίνεται σύσσωμος και σύναιμός Του, δύναται να ακολουθεί ασφαλώς τα ίχνη Του, εφαρμόζει τις εντολές Του, κατανοεί αυθεντικώς τον λόγο Του, καθαίρεται από τις αμαρτίες του, λαμβάνει φωτιστική και θεωτική Χάρη, θεραπεύεται, κληρονομεί τη Βασιλεία των Ουρανών6. Η θέση αυτή αμφισβητείται από πολλούς σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους. Είναι αδιανόητο να δεχθούν την μοναδικότητα στη σωτηρία που παρέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Κύριο όχημα γίνεται η αυθάδης αμφισβήτηση και υπέρβαση της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων. Προς υποστήριξη των αμφισβητήσεων εισάγεται μια φιλοσοφική, σχεδόν ωριγενιστική λογική περί σωτηρίας με βασικό θεμέλιο την εικόνα του Θεού ως καλού και φιλεύσπλαγχνου που σώζει άπαντας και όσους ακόμα πεισματικώς Τον αρνούνται. «Επιχειρούν, όλως αμαθώς, να υποκαταστήσουν την ενοχλητική γι΄αυτούς αγιοπατερική θεολογία με την επικαιροποιημένη, επιστημονική-ακαδημαϊκή θεολογία τους»7. Η θεολογία αυτή, ως στερημένη και ξένη του πνεύματος των Αγίων και των αγιοπνευματικών κριτηρίων του «θεολογείν», δεν πληροφορεί την ορθόδοξη δογματική συνείδηση και τις καρδιές των πιστών, γι’ αυτό και προσπαθεί να επιβληθεί στο εκκλησιαστικό Σώμα, περιβεβλημένη με το κύρος μίας (στείρας) επιστημονικής- ακαδημαϊκής γνώσης που δεν κατέχουν οι πολλοί. Είναι όμως σωφρονέστερη η εμπιστοσύνη στους «πανσόφους αλιείς», τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι οδηγούν με σιγουριά στη Βασιλεία του Θεού, πάρα στους ασόφους σύγχρονους μεταπατερικούς επιστήμονες που τους απαξιώνουν και τολμούν να εισάγουν το φιλοσοφικό-θεολογικό στοχασμό, ο οποίος καταλήγει στην αίρεση.

«Οι Πατέρες ασφαλώς τονίζουν ότι η σωτηρία δεν έρχεται με το Ορθόδοξο δόγμα από μόνο του. Δεν είναι το δόγμα που σώζει τον άνθρωπο. Το δόγμα απλώς ανοίγει τον δρόμο στον άνθρωπο, για να φθάση στην κάθαρσι και στο φωτισμό8». Η αδυναμία διάκρισης της προνοητικής και θαυματουργικής ενέργειας του Θεού που δρα σε όλο τον κόσμο, από την καθαρτική, τη φωτιστική και τη θεοποιό άκτιστη ενέργεια που δρα μόνο εντός της Εκκλησίας, οδηγεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η σωτηρία υπάρχει και εκτός της Εκκλησίας. Κατ΄αυτό τον τρόπο, η επίκριση των πιστών που πιστεύουν στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, μετατρέπεται σε κατηγορία προς τους Αγίους για παράβαση «αρκετών θεμελιωδών αρχών της ορθόδοξης θεολογίας», για «αντιστράτευση στην εικόνα του Θεού», αλλά και για παράβαση βασικών αρχών της πατερικής ανθρωπολογίας9(!) Είναι άξιο προσοχής όμως ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε πατερικές διδαχές.

Ας μην νομισθεί δε, υπερβολική η ανησυχία μας για το κακό που προκαλούν οι αντίθετες των Πατέρων νουθεσίες και διδασκαλίες. Συμφωνούμε με τον Μέγα Βασίλειο που διαπίστωνε τον ίδιο κίνδυνο από την δράση των αρειανοφρόνων μέσα στην Εκκλησία και τον επηρεασμό των πιστών:

«Παρασύρονται τα αυτιά των απλοϊκοτέρων. Τώρα πλέον συνήθισαν την αιρετική δυσσέβειαν. Τα νήπια της Εκκλησίας ανατρέφονται με τους λόγους της ασεβείας (αιρέσεως)10».

Το πνευματικό νόσημα της αντιπατερικής νουθεσίας, ως σύμπτωμα της κατεγνωσμένης υπό των Αγίων Πατέρων παναίρεσης11 του Οικουμενισμού, προσβάλλει την περί Εκκλησίας διδασκαλία και πίστη, καθώς περιλαμβάνει λεπτές, αντιπατερικές θέσεις. Θέσεις οι οποίες, βεβαίως ως αντιπατερικές, είναι συνάμα και αντορθόδοξες. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίνοντας έναν ορισμό της Ορθοδοξίας λέγει:

«Τούτ᾽έστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν»12. Αληθής πίστη (Ορθοδοξία) είναι το να μην έρχεσαι σε φιλονικία με τους Αγίους. Η συμφωνία με αυτούς στο δόγμα και στο ήθος είναι το εχέγγυο της γνησιότητας της πίστης και της πνευματικής ζωής. Οι Πατέρες, φωτισθέντες και θεωθέντες από την άκτιστη Θεία Χάρη θεολογούν απλανώς και οδηγούν στη σωτηρία κάθε έναν που τους εμπιστεύεται και τους ακολουθεί. O ιερός Χρυσόστομος αναφέρει ότι εκείνος που αποσύρει τον εαυτό του από την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας, ακόμα και αν νομίζει ότι είναι καλά πνευματικά, γρήγορα θα πέσει σε πνευματική αρρώστια που είναι η αίρεση13.

Το φαινόμενο των αντιπατερικών νουθεσιών, δεν είναι νέο στην Εκκλησία και δεν αποτελεί βεβαίως δική μας ανακάλυψη ως δήθεν να παρουσιάζουμε μια καινοφανή κατάσταση που είναι άγνωστη ή κάποια νέα πλάνη. Ανέκαθεν αποτελούσε χαρακτηριστικό της πολεμικής των αιρετιζόντων έναντι των ορθοδόξων. Ιδιαιτέρως όμως στις μέρες μας έχει προσλάβει διαστάσεις πανδημίας μεταξύ των πιστών και κληρικών. Βεβαίως, όπως συμβαίνει σε πολλά νοσήματα, ενδέχεται ο ασθενής να νοσεί εν αγνοία του ή να νοσεί εν γνώσει του αλλά να μη το παραδέχεται και να αρνείται τη θεραπεία του.

Είναι ακόμα απαραίτητο να επισημάνουμε πως δεν εξαντλούμε τις διδασκαλίες των αγίων που αντικρούουν τις πλάνες και αναδεικνύουν το ορθόδοξο πνεύμα. Η καταγεγραμμένη διδασκαλία τους είναι πέλαγος ανεξάντλητο και μακάριοι όντως όσοι πλέουν σ΄αυτό ζώντες την ορθόδοξη πνευματικότητα. Εμείς κάνουμε ενδεικτικώς μια αγιοπατερική προσέγγιση. Αρκεί μόνο να υπενθυμίσουμε ότι ιδιαιτέρως στα θέματα πίστεως, μέσα στα οποία βρίσκεται και η Εκκλησιολογία, υπάρχει μια θαυμαστή συμφωνία μεταξύ τους, απόδειξη του ενεργούντος εν αυτοίς Αγίου Πνεύματος.

Τα σπουδαιότερα πρωτογενή συμπτώματα αντιπατερικής νουθεσίας που ενδεχομένως υποδηλώνουν κυοφόρηση οικουμενιστικού φρονήματος είναι:

ΝΟΥΘΕΣΙΑ 1

«Η Εκκλησία είναι (μόνο) οι επίσκοποι, η Ιεραρχία, η Σύνοδος. – Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν επιδέχεται αμφισβήτηση γιατί είναι ο Πατριάρχης του Γένους» (εκκλησιολογία του πρωτείου).

Στο σύμπτωμα αυτό, περιορίζεται το εύρος της Εκκλησίας μόνο στη Σύνοδο ή στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η γνώμη και η θέση του συνειδητού ποιμνίου -ως φορέα της αποστολικής παραδόσεως μαζί με τον επίσκοπο- απέναντι σε αποφάσεις που αφορούν καίρια την Πίστη του. Κατά την αντίληψη αυτή, οι συνοδικές αποφάσεις είναι πέραν κάθε κρίσεως και ελέγχου. Δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε αυτές, ούτε τα πρόσωπα που τις εκδίδουν. Έχουν ένα άτυπο «αλάθητο». Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι «ο Πατριάρχης του Γένους» και ό,τι αποφασίσει είναι αναντιλέκτως αποδεκτό. Συνήθως υποστηρίζεται η θέση: «θα πράξουμε ό,τι πει η Εκκλησία». Εσκεμμένως εδώ, παραθεωρείται η σαφής διάκριση ανάμεσα στην Εκκλησία καθεαυτήν – ως Θεανθρωπίνου μυστηριακού Σώματος του Χριστού- και την Διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία εκφράζει πράγματι την Εκκλησία, μόνον όμως υπό συγκεκριμένες και σαφείς προϋποθέσεις14.

Έχουμε δηλ. έναν επηρεασμό από τη παπική θεολογία, κατά την οποία επίσης δεν υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στην ουσία του Θεού, που είναι αμέθεκτη, και στις ενέργειες της ουσίας αυτής, που είναι μεθεκτές. Οπότε γίνεται λόγος για «κοινωνία προσώπων», που εννοείται απλά ως σχέση μεταξύ των προσώπων. Αποτέλεσμα της θεολογίας αυτής είναι πως ούτε η πίστη, ούτε η λατρεία αποτελούν κριτήρια ενότητας των πιστών, αλλά μόνον η ύπαρξη ενός «πρώτου», εξ ού και η εκκλησιολογία του πρωτείου15. Αν κοινωνείς απροϋπόθετα με τον «πρώτο» και τους «πρώτους» κοινωνείς με όλη την Εκκλησία. Αν όχι, τίθεσαι εκτός.16 Αυτό είναι σαφέστατο σφάλμα περί την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και ελέγχεται από την διδασκαλία και πράξη των Πατέρων.

Στην Εκκλησία συντελείται μυστηριακή κοινωνία ορθοδόξων πιστών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών μαζί. «Ενώ το κυρίως διοικούν σώμα είναι το σώμα των κληρικών και δη το των επισκόπων, δεν αποκλείεται το λαϊκό σώμα εκ της διοικήσεως, δια της και εκ μέρους του αναδείξεως των κληρικών, και δια της απαραιτήτου του συμβολής στο σχηματισμό της «συνειδήσεως της Εκκλησίας17». Αυτή η δογματική συνείδηση αποτελεί την υπέρτατη αυθεντία στην Εκκλησία και είναι αυτή που κρίνει και αποδέχεται ή απορρίπτει τις αποφάσεις ακόμα και Οικουμενικών Συνόδων18.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να απομονώσουμε ένα εκ των στοιχείων (κληρικούς ή λαϊκούς) και να το ονομάσουμε αποκλειστικώς ως «η Εκκλησία». Ούτε οι λαϊκοί μόνοι τους αποτελούν την Εκκλησία, ούτε οι κληρικοί (ή οι επίσκοποι) αποκλειστικά την απαρτίζουν. Ο μακαριστός γέροντας π.Αθανάσιος Μυτιληναίος ερμηνεύοντας στις Πράξεις αναφέρει για την Αποστολική Σύνοδο ότι συμμετείχε όλη η Εκκλησία. Κλήρος και λαός. Στις μέρες μας όμως ο λαός, επειδή δεν συμμετέχει πλέον σ΄αυτές, αγνοείται. Και όχι μόνος ο λαός αλλά και οι πρεσβύτεροι. Αυτό γίνεται αιτία μυρίων κακών19».

Τα μέλη Της και κυρίως οι κληρικοί βρίσκονται σε διαρκή επιτήρηση από το πλήρωμα, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά την ορθόδοξη πίστη και πράξη, και αναλόγως την παρεκτροπή τους υπόκεινται ανάλογα σε βαρύτατες ποινές αναθεματισμού, καθαίρεσης, αφορισμού ή ελαφροτέρως σε επιτίμια ακόμα και μετά θάνατον20.

Το επισκοπικό αξίωμα είναι αναμφισβήτητα μέγα και υψηλό. Γι΄αυτό το λόγο ο επίσκοπος φέρει μεγίστη ευθύνη και υποχρέωση έναντι Θεού και ανθρώπων στη διαφύλαξη της Ιεράς Παρακαταθήκης. Είναι ο κατ’ εξοχήν πνευματικός πατέρας και ποιμένας της επισκοπής του κατά το πρότυπο του καλού ποιμένος Ιησού Χριστού, αλλά και ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος του ποιμνίου του, ο οποίος οφείλει να ορθοτομεί “τον λόγον της αληθείας”. Η δε Εκκλησία είναι το Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού με Κεφαλή τον ίδιο21 και κανέναν άλλον και ως εκ τούτου είναι απλανής22 και ανίκητη23. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος αντιπαρατέθηκε στις αξιώσεις για πρωτείο του Πάπα Στεφάνου γράφοντάς του πως ο ίδιος θεωρεί ως συναδέλφους του, τους εις αυτόν υπαγομένους επισκόπους και πως δεν επιβάλλει σ΄αυτούς την αυθεντία του : «Δεν νομίζω εμαυτόν Επίσκοπον των Επισκόπων!24».

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος ενώ παραχώρησε τα «πρεσβεία τιμής» στον Οικουμενικό Θρόνο, ταυτόχρονα κατεδίκασε και αναθεμάτισε τον Αρχιεπίσκοπό της Μακεδόνιο. Έχουμε δηλ. σαφή διάκριση του προσώπου από το Θεσμό. Επίσης, το γεγονός ότι η Στ’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τέσσερις (4) Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (Σέργιο, Πύρρο, Παύλο, Πέτρο), τον Πάπα Ρώμης Ονώριο, τον Αντιοχείας Μακάριο, τον επίσκοπο Φαράν Θεόδωρο και πάντας τους οπαδούς του μονοθελητισμού25, δεν σήμαινε ασφαλώς καταδίκη της ίδιας της Εκκλησίας.

Κατά συνέπεια, όταν ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής, ο Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, ο Αγ. Μάρκος Ευγενικός αρνήθηκαν την κοινωνία με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δεν αρνήθηκαν βεβαίως την κοινωνία με την ίδια την Εκκλησία.

Για το λόγο αυτό ως Ορθόδοξοι προσέχουμε να μη ταυτίζουμε τις επιλογές προσώπων με την Εκκλησία. Αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του παπισμού.

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει ότι ανήκουν στην Εκκλησία αυτοί που ακολουθούν την Αλήθεια. Όσοι δεν είναι της Αληθείας και ακολουθούν την πλάνη του ψεύδους δεν ανήκουν στην Εκκλησία. Κάποιοι δεπλανώνται επαιρόμενοι ως «ιεροί ποιμένες και Αρχιποιμένες». Ο Χριστιανισμός όμως δεν χαρακτηρίζεται από τα πρόσωπα, αλλά από την αλήθεια και την ακρίβεια της Πίστεως 26.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης στιγματίζει τους ποιμένες που λέγουν ή πράττουν αντίθετα από τους Όρους πίστεως και τους Ιερούς Κανόνες και μάλιστα αυτούς που φρονούν για τον εαυτό τους ότι αυτοί είναι η Εκκλησία και την ιδιοποιούνται.27

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος συνιστά να προσέχουμε πολύ στα λεγόμενα και πραττόμενα ακόμα κι εκείνου που είναι αξιόπιστος (πχ. λόγω του αξιώματός του, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης ή κάποιος ακαδημαϊκός θεολόγος), κι αν ακόμα η βιοτή του είναι αγία, ή κάνει θαύματα. Εάν δεν είναι σύμφωνος με αυτά που έχουν παραδοθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να τον θεωρούμε ως λύκο που φορά δέρμα προβάτου και κατεργάζεται την απώλεια των προβάτων28. Προς τούτο και προτρέπει να φροντίζουμε να είμαστε πάντοτε εν Θεώ και να έχουμε συμφωνία με τους αγίους29.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύοντας τον ΚΗ’ Κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου για τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχου διδάσκει ότι η κοσμική εξουσία είναι καπνώδης τύφος που πρέπει να είναι μακράν των ιερέων του Θεού. Επίσης διευκρινίζει ότι ο τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν δηλώνει ποτέ ειδική και μοναρχική εξουσία εφ΄όλης της Εκκλησίας αλλά απλώς «πολύ μέρος της οικουμένης». Και συνεχίζει διατείνοντας ότι μόνο ο Χριστός είναι και λέγεται αληθώς Οικουμενικός Πατριάρχης διότι έχει πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης30!

Οι Άγιοι είχαν ορθόδοξα κριτήρια και δεν χαρίζονταν σε πρόσωπα. Όταν πληροφορήθηκε ο Όσιος Υπάτιος τα αιρετικά φρονήματα του Πατριάρχη Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται στις Λειτουργίες. Τότε : «Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όνομά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του· δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα»31.

Αλλά και ο έγκριτος καθηγητής της δογματικής Δ. Τσελεγγίδης, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο περί αυτού του πρώτου συμπτώματος, λέγει σαφώς ότι είναι πεπλανημένη αντίληψη (και επομένως ψευδής) ότι η Εκκλησία είναι οι επίσκοποι και πως για να είσαι στην Εκκλησία πρέπει να είσαι της Αληθείας σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Αν κάποιοι δεν ακολουθούν την Αλήθεια και δεν συμφωνούν με όσα διαχρονικώς είπε η Εκκλησία, θέτουν εαυτούς εκτός αυτής32».

Συνεπώς είναι αντιπατερική η νουθεσία αυτή. Δεν συνιστά κριτήριο αυθεντίας περί την Πίστη (και τις αποφάσεις για την Εκκλησία) το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη, ούτε ακόμα και σύνοδος η οποία δεν είναι κατά πάντα σύμφωνη με την Αγία Γραφή, τις Οικουμενικές Συνόδους, τις οικουμενικού κύρους Τοπικές Συνόδους, τους Πατέρες που αναγνωρίσθηκαν από εκείνες και την γραπτή και άγραφη Ιερά Παράδοση. Την Εκκλησία την εκφράζει η συμφωνία των Πατέρων (consensus patrum). «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν33..»

Πολύ επικίνδυνη νουθεσία είναι και η ακόλουθη, η οποία εντάσσεται σε αυτήν που εδώ εξετάζουμε, καθώς έχει «αγιοπατερικό χρώμα»:

«Ακολουθούμε και υπακούμε πιστά σε όλα την Ιερά Σύνοδο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Πατριάρχη γιατί αυτή είναι η γραμμή που μας έδωσε ο Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής».

Πρόκειται περί πλάνης, η οποία όταν υιοθετείται έχει ως αποτέλεσμα αντί να ευλαβείται ο Άγιος, στην πράξη να διαβάλλεται. Από πού αντλείται όμως ο ισχυρισμός αυτός για την υποτιθέμενη «γραμμή» που έδωσε ο αγιασμένος γέροντας; Πρόκειται για τα διηγούμενα γεγονότα στο βιβλίο «Ο γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959)» περί Νέου και Παλαιού Ημερολογίου, (σελ. 315 και εξής). Μέσα σ’ αυτές τις σελίδες περιγράφεται η πορεία του Οσίου από τον αυστηρό ζηλωτισμό στον μετριοπαθή ζηλωτισμό και τέλος στην υγιή στάση απέναντι στο ζήτημα του ημερολογίου. Περιγράφεται η απάντηση εκ Θεού που έλαβε ο Όσιος, ο οποίος αρχικώς ήταν αυστηρός ζηλωτής, ύστερα από ένα όνειρο, με μια αισθητή θεία φωνή που του έλεγε : «η Εκκλησία βρίσκεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Κωνσταντινούπολη». Κατόπιν αυτών αναθεώρησε τη στάση του, κατάλαβε ότι τα μυστήρια των νεοημερολογιτών είναι έγκυρα και ζητώντας συγχώρεση από τον μετριοπαθή παλαιοημερολογίτη, απεσχισμένο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο, ανεγνώρισε την υπ΄αυτόν σύνοδο ως Ορθόδοξο Εκκλησία και ακολούθησε τους φλωρινικούς. Ο Φλωρίνης αρχικώς διεκήρυττε ότι μητέρα των παλαιοημερολογιτών ήταν η Εκκλησία της Ελλάδος και ότι από εκεί αντλούσαν τα μυστήριά τους. Όταν όμως το 1950, έβγαλε εγκύκλιο με την οποία δήλωνε ότι τα μυστήρια των νεοημερολογιτών στερούνται αγιαστικής Χάριτος, ο Όσιος αμέσως θεώρησε ότι οι παλαιοημερολογίτες έπεσαν έξω. «Δεν μπορεί να είναι η αλήθεια του Θεού αυτή! Θα πρέπει να γυρίσουμε με τα μοναστήρια». Παρόλα ταύτα, έβαλε σε νηστεία και προσευχή τη συνοδεία του, για να λάβουν απάντηση εκ Θεού στο τι να πράξουν. Όντως την τρίτη ημέρα, μετά από κάποια αποκαλυπτική οπτασία, ο όσιος γέροντας ανακοίνωσε: «Όσοι πιστοί! Πατέρες τέρμα. Η πληροφορία είναι να προχωρήσουμε με τα μοναστήρια κι αυτή είναι η αλήθεια! Οι ζηλωταί είναι πλανεμένοι!». Από τότε άρχισαν τη μνημόνευση του Πατριάρχη.

Αυτή λοιπόν την στάση και κατάληξη του Αγίου πάνω στο ζήτημα του ημερολογίου, χρησιμοποιείται από όσους υποστηρίζουν την ανωτέρω νουθεσία, ως «απαρέγκλιτη γραμμή» η οποία ακολουθείται με τυφλή υπακοή στο Φανάρι, έχοντας και «αγιοπατερική κατοχύρωση»!

Είναι ηλίου φαεινότερον και ίσως περιττό να επισημάνουμε, ότι η θεϊκή απάντηση στον Όσιο γέροντα δόθηκε ακριβώς για το συγκεκριμένο ζήτημα, ώστε να μη μείνει στην πλάνη του σχισματικού παλαιοημερολογητισμού και όχι ως εις το διηνεκές βεβαίωση ότι σε κάθε ζήτημα που συνταράσσει την Εκκλησία, με υπόδικο ενδεχομένως τον Πατριάρχη για δογματική – εκκλησιολογική παρεκτροπή, η αλήθεια – η Εκκλησία θα βρίσκεται αναμφισβήτητα πάντοτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διότι δεχόμενοι αυτή την θέση, πετούμε στο καλάθι των αχρήστων τις Οικουμενικές Συνόδους, τα δόγματα, την Ιεροκανονική και αγιοπατερική Παράδοση της Εκκλησίας, θέτοντας μία νέα αλάθητη (παπική) αυθεντία εφ΄όλης της Εκκλησίας: Τον Πατριάρχη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ποια απάντηση μπορεί να δοθεί στο ερώτημα: «αν είναι εκ Θεού «γραμμή» που πρέπει να ακολουθούμε, το να συντασσόμαστε κατά πάντα με τον Πατριάρχη, σε ό,τι κι αν αυτός αποφασίσει, πράξει ή κηρύξει, τότε γιατί ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς-αντιθέτως- έλεγξε τον οικουμενιστή Πατριάρχη Αθηναγόρα για «νεοπαπιστική συμπεριφορά», για σκανδαλισμό, για «άρνηση της μοναδικής Αλήθειας της Ορθοδόξου Εκκλησίας» και πολλά άλλα φοβερά, επιλέγοντας ότι δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην οι αγιορείτες;34».- Διότι πολύ απλά δεν ισχύει μια τέτοια «γραμμή». Γι’ αυτό το λόγο ο Άγιος Παΐσιος και το Άγιον Όρος, διέκοψαν τη μνημόνευση του Πατριάρχη αυτού, μη συμφωνούντες με τα οικουμενιστικά του δρώμενα. Μάλιστα ο Άγιος Παΐσιος, ο ηγούμενος π. Βασίλειος Γοντικάκης και ο ιερομ. Γρηγόριος στην από 21.11.1968 κοινή επιστολή τους, χαρακτήρισαν τά λεχθέντα και πραχθέντα υπό του Αθηναγόρα ως «ἀκατανόητα καί δυστυχῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» καί σημείωσαν: «ἡ ἂρνησι πρός τόν Πατριάρχη δέν εἶναι ἂρνησι πρός τήν ἀγάπην οὒτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι “ὂχι” πρός τό ψεῦδος καί “ναί” πρός τήν Ἀλήθεια». («Ὀρθόδοξος Τύπος», τ. 98/1.3.1969, σ. 4 καί τ. 1680/9.3.2007, σ. 5)35. Πολλές φορές δε, ο γέροντας Παΐσιος, καίτοι εραστής της προσευχής και της ησυχίας, χωρίς να επιδιώκει να φαίνεται ομολογητής, αντιδρούσε, επισκεπτόταν, μιλούσε και έγραφε σε εκκλησιαστικά πρόσωπα και αρχιερείς. «Η Εκκλησία», έλεγε, «δεν είναι καράβι του κάθε επισκόπου να κάνη ό,τι θέλει!36»

ΝΟΥΘΕΣΙΑ 2

Μοναδικό κριτήριο ορθότητος των αποφάσεων μιας Συνόδου, η πλειονοψηφία των συνοδικών αρχιερέων.

Ασφαλώς κι αυτό το σύμπτωμα είναι εκδήλωση ασθενούς εκκλησιαστικού φρονήματος καθώς ελέγχεται από την πράξη και διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Κατ΄αυτήν, και μόνο η πλειονοψηφία των επισκόπων εγγυάται την ασφάλεια και ορθότητα μιας απόφασης. Από μόνη της όμως δεν εγγυάται καμία ορθότητα των αποφάσεων ή την επιπνοία του Αγίου Πνεύματος στις συνόδους.

«Στα δογματικά θέματα ἡ ἀλήθεια δέν βρίσκεται στήν πλειονοψηφία τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων. Ἡ ἀλήθεια, καθεαυτήν, εἶναι πλειοψηφική. Δηλαδή καί ἕνας ὅταν τήν ἐκφράζει, αὐτή πλειοψηφεῖ, ἔναντι τῶν ἑκατομυρίων καί δισεκατομυρίων ἄλλων ψήφων, πού εἶναι ἀντίθετες. Γιατί ἡ Ἀλήθεια στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδέα, δέν εἶναι ἄποψη. Εἶναι Ὑποστατική. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό, καί ὅσοι διαφωνοῦν μέ αὐτήν, ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ καθαιροῦνται καί ἀφορίζονται, κατά περίπτωση37». Ο τρόπος διοικήσεως και λειτουργίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σαφώς το Συνοδικό σύστημα38. Βασική προϋπόθεση ορθόδοξης γνησιότητας των αποφάσεων μιας Συνόδου ή και ενός Ιεράρχη είναι πάντοτε το αξίωμα «επόμενοι τοίς αγίοις Πατράσιν»39 όπως αυτό εκφράσθηκε και ακολουθήθηκε από όλες τις αλάθητες Οικουμενικές Συνοδούς και τις υπ’ αυτών εγκριθείσες Τοπικές. Αυτή η ρήση συνιστά την Ορθόδοξη θεολογική μεθοδολογία της Εκκλησίας.

Το Συνοδικό Σύστημα από μόνο του δεν διασφαλίζει μηχανιστικά τήν ορθότητα της Ορθοδόξου πίστεως. Εάν κάποια απόφαση Συνόδου δεν πληροί τις αγιοπνευματικές προϋποθέσεις γνησιότητας – όπως τέθηκαν από την Παράδοση της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως αυτή της ακολουθίας των Πατέρων – τότε δεν έχει καμία απολύτως ισχύ, απορρίπτεται από το πλήρωμα της ανά τον κόσμο Εκκλησίας και κατόπιν αναμένεται και η επίσημη καταδίκη της συνόδου αυτής και των Ιεραρχών της από άλλη Ορθόδοξη Σύνοδο. Αυτό αποδεικνύεται μέσα από την πλούσια εκκλησιαστική ιστορία όπου καταδικάστηκαν πολλές ψευδοσύνοδοι, κάποιες εκ των οποίων ονομάστηκαν και ληστρικές.

Η ορθόδοξη αυτή Εκκλησιολογία διατυπώθηκε στην Εγκύκλιο των τεσσάρων Πατριαρχών και των περί αυτών Συνόδων το 1848 σε απάντηση προς τον Πάπα Πίον, και «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους» σημειώνοντας:

«Ἔπειτα παρ᾽ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον και ὁμοειδές τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ40».

Όλες οι ακυρωθείσες και καταδικασθείσες ψευδοσύνοδοι πληρούσαν ακριβώς το στοιχείο της πλειοψηφίας. Επί παραδείγματι, ενώ ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ήταν ο μόνος που δεν ψήφισε τον ενωτικό όρο της συνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας, η συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων την είχε αποδεχθεί. Η δογματική συνείδηση του πιστού λαού, ταυτισμένη με αυτήν του Αγίου, κατέκρινε τους υπογράψαντας χωρίς ποτέ να αποδεχθεί τη ψευδένωση μετά των παπικών. Ομοίως και η σύνοδος της Λυών 1274, στην οποία επιχειρήθηκε ψευδένωση με τον Πάπα. Οι πλειονοψηφίες κακόδoξων επισκόπων κατεδίκασαν πολλούς Αγίους όπως τον Μέγα Αθανάσιο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Γρηγόριο Παλαμά, Μάξιμο Ομολογητή κ.α. Η Εκκλησία όμως η οποία στέκεται πάνω από αυτές, ανεγνώρισε ως -τιμώμενα εις τους αιώνας- ιερά πρόσωπα τους διωχθέντας Αγίους, ενώ τους πλειοψηφούντας διώκτες απεκήρυξε.

Δια τούτο ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης διασαφηνίζει ότι αληθής Σύνοδος δεν είναι απλώς η σύναξη των επισκόπων, αλλά αυτή που γίνεται στο όνομα του Κυρίου με έρευνα και τήρηση των Ι.Κανόνων41.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ευρισκόμενος σε εξορία στη Βιζύη, κλεισμένος σε πύργο, διαλεγόμενος με τον επίσκοπο Θεοδόσιο, λέγει ότι αγία και έγκριτη Σύνοδος είναι αυτή που κρίνεται για την ορθότητα των δογμάτων της.42 Πράγμα που κι ο εν πλάνη επίσκοπος τελικά παραδέχθηκε.

Στο ίδιο πνεύμα ο π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ λέγει: «Πολύ συχνά το μέτρο της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας. Είναι δυνατόν να είναι η καθολική Εκκλησία το «μικρόν ποίμνιον»…Την καθολικήν έμπειρίαν ημπορούν να εκφράσουν ακόμη και oι ολίγοι, ακόμη και μεμονωμένοι ομολογηταί της πίστεως, και αυτό είναι αρκετόν. Δια την ακρίβειαν, δια να ημπορέσωμεν να αναγνωρίσωμεν και να εκφράσωμεν την καθολικήν αλήθειαν δεν χρειαζόμεθα καμμίαν οικουμενικήν, παγκόσμιον συνάθροισιν και ψήφον ούτε ακόμη και οικουμενικήν σύνοδον. Η ιερά αξιοπρέπεια της συνόδου δεν εξαρτάται από τον αριθμόν των μελών που εκπροσωπούν τας Εκκλησίας των. Μία μεγάλη «γενική» σύνοδος θα ηδύνατο να υποδειχθεί σύνοδος ληστών (latrocinium), η ακόμη και αποστατών43».

Και ο αείμνηστος καθηγητής Κωνσταντίνος Μουρατίδης: «Στην Ορθοδοξία προέχει η αλήθεια και έπεται η πλειοψηφία. Όταν υπάρχει αντίθεση της πλειοψηφίας προς την αλήθεια, τότε ισχύει, το περιώνυμο αξίωμα: «Ο είς και η αληθεία αποτελούν την πλειοψηφία!» Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν υπετάγησαν στην πλειοψηφία, ακόμη και στην παμψηφία συνοδικών αποφάσεων, όταν ήσαν αντίθετες προς την Ορθοδοξία και υπεστήριζαν την αίρεση, αλλά και αντιτάχθησαν μέχρις εσχάτων και εις το τέλος η Αλήθεια και η Ορθοδοξία εθριάμβευσαν44».

Μία σύγχρονη ψευδοσύνοδος για την οποία αναμένεται και η επίσημη καταδίκη της ύστερα από την απόρριψή της από τη δογματική συνείδηση του υπερασπιστή λαού, είναι αυτή του Κολυμπαρίου Κρήτης το 201645. Η ψευδοσύνοδος αυτή είναι προδρομικώς και προφητικώς κατεγνωσμένη ως προδοτική46, γενεσιουργός αιτία σχισμάτων, αιρέσεων και απωλείας δυσαριθμήτων ψυχών47 από τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς. Στο Κολυμπάρι ουσιαστικώς θεσμοθετήθηκε ο Οικουμενισμός και αναγνωρίστηκε εκκλησιαστικότητα στις αιρέσεις. Συμμετείχαν αντιπροσωπείες 10 Εκκλησιών, ενώ απείχαν 4 (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Αντιοχείας, Γεωργίας). Ένα από τα αρκετά καινοφανή στοιχεία της Κρήτης, αμάρτυρο στην εκκλησιαστική ιστορία των Συνόδων, είναι πως δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι προκαθήμενοι των Εκκλησιών και όχι οι περί αυτών συμμετέχοντες επίσκοποι. Διαδικασία που πρακτικώς τοποθετεί – κατά παπικό τρόπο – τους προκαθημένους πάνω από τους ίσους αυτών επισκόπους. Εν αυτή υπήρξε τυπικώς μία ανίερη πλειοψηφία, που δεν αντιπροσωπεύει ούτε αγιοπνευματικώς το πλήρωμα της Εκκλησίας -καθότι ελήφθησαν αιρετικές αποφάσεις- αλλά ούτε και αριθμητικώς, καθότι συνολικώς οι επίσκοποι και το ποίμνιο των συμμετεχόντων Εκκλησιών είναι κατά πολύ λιγότερο από αυτό των μη συμμετεχόντων. Στη ψευδοσύνοδο της Κρήτης προστίθενται εσχάτως κι άλλες δύο, οι οποίες σχίζουν την Εκκλησία. Είναι η «ογκηρά κανονικο-εκκλησιολογική εκτροπή48» του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 2019 για την απόδοση Τόμου Αυτοκεφαλίας στους αμετανόητους, καθηρημένους, αυτοχειροτόνητους και αχειροτόνητους σχισματικούς της Ουκρανίας, διώκοντας ούτως την εκεί Κανονική Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία49 και η συνεδρίαση της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, συμφωνούσα με την απόφαση αυτή, (πλην όμως με εκδήλωση εμπεριστατωμένης αντίθεσης από τουλάχιστον 4 μητροπολίτες), προς αναγνώριση του νέου Αυτοκεφάλου. Η εφαρμογή όμως της απόφασης αυτής ενέχει σοβαρές σωτηριολογικές συνέπειες50 για τον πιστό όπως και κάθε υπακοή σε αντιπατερικές-αντορθόδοξες αποφάσεις. Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος επισημαίνει τον σωτηριολογικό κίνδυνο από την κοινωνία μετά των σχισματικών : «Μη πλανάσθε αδελφοί μου ! ει τις σχίζοντι ακολουθεί Βασιλείαν Θεού ού κληρονομεί51».

ΝΟΥΘΕΣΙΑ 3

Απροϋπόθετη υπακοή στην ηγεσία της Εκκλησίας και στους πνευματικούς.

Συνέπεια των προηγούμενων συμπτωμάτων έρχεται η ριψοκίνδυνη απροϋπόθετη υπακοή.

Και είναι ριψοκίνδυνη η υπακοή αυτή διότι έχει αφαιρεθεί προηγουμένως η αναγκαία συμφωνία με τη δογματική συνείδηση της Εκκλησίας στις επισκοπικές – συνοδικές αποφάσεις και περιορίζεται Αυτή στον Πατριάρχη ή την Ιεραρχία. Οπότε, ενδεχομένως μία δογματικώς εσφαλμένη απόφαση συνόδου ή Ιεράρχη, γίνεται δεκτή αφού θα πρέπει να τηρηθεί η υπακοή στην «Εκκλησία». Κατά την αντίληψή αυτή, οι πρεσβύτεροι, οι μοναχοί και οι λαϊκοί δεν έχουν λόγο, καμία ισχύ, ωσάν να μην ανήκουν στην Εκκλησία και απλά οφείλουν υπακοή. Νουθετείται λοιπόν μία αδιάκριτη- τυφλή υπακοή σε Συνόδους ή τον Πατριάρχη, χωρίς εξέταση εάν οι αποφάσεις τους είναι ορθόδοξες, αν είναι σύμφωνες με τους Ιερούς Κανόνες και τη συμφωνία των Πατέρων.

Πράγμα σφόδρα αντίθετο με την Πατερική πράξη και διδασκαλία. Κατά τους Αγίους οι πιστοί πρέπει να έχουν κριτήριο στην υπακοή τους την ορθότητα της πίστεως. Η υποχρέωση της υπακοής παύει αν ο προεστώς δεν ορθοφρονεί και αιρετίζει.

O Χριστός μας πρώτος προειδοποίησε ότι θα υπάρξουν και ψευδοποιμένες των οποίων την φωνή δεν θα αναγνωρίζουν τα πρόβατά Του και θα φεύγουν μακριά απ’ αυτών52.

Γι΄αυτό το λόγο κι ο Απόστολος Παύλος κελεύει:

«ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω53». Εισάγει δηλ. την κρίση από τους ποιμενόμενους των ευαγγελισθέντων διδαγμάτων. Τα πάντα πρέπει να είναι σύμφωνα με την «άπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει54». Αν δεν είναι, έχουμε εντολή ως πιστοί να απομακρυνόμαστε από αυτόν που διδάσκει αλλότρια διότι είναι επικίνδυνος για τη σωτηρία μας. Στην Εκκλησία υπάρχουν πάντα και οι καλοί ποιμένες που μπορούμε να εμπιστευθούμε.

«Στέλλεσθε ὑμᾶς άπό παντός ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατά τὴν παράδοσιν ἥν παρελάβατε παρ΄ἡμῶν55», προτρέπει ο Απ. Παύλος. Και ακόμα: «Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσιν λόγοις, τοῖς τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῇ κατ’ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων!56»

Και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι : «Εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβὰνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῶ μὴ λέγετε. Ὁ γὰρ λέγων αὐτῶ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς57».

Στους Ψαλμούς διαβάζουμε: «Οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω· ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω58».

Η εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει κάθε έναν που αθετεί την Ιερά Παράδοση άγραφη ή γραπτή59. Αυτό από μόνο του, θέτει προ των ευθυνών του κάθε έναν ο οποίος τολμά να λέει κάτι που δεν είναι σύμφωνο με τους Αποστόλους, τους Προφήτες και τους Διδασκάλους που μας την κληροδότησαν. Θα πρέπει κάθε πιστός να διέπεται από το φόβο του αναθέματος και της καταδίκης ώστε να αποφεύγει κάθε καινοτομία. Ο δε Μέγας και ουρανοφάντωρ Βασίλειος διδάσκει ότι πρέπει οι ακροαταί να είναι εκπαιδευμένοι στις Γραφές και να κρίνουν αν τα λεγόμενα των διδασκάλων είναι σύμφωνα με αυτές. Κι όσα είναι ξένα να τα αποβάλλουν και εκείνους που επιμένουν σ’ αυτά να τους αποστρέφωνται δυνατά60.

Ομοίως και ο Μέγας Αθανάσιος προειδοποιεί για τις σωτηριολογικές συνέπειες της ακολουθίας των αιρετιζόντων κληρικών61.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μάλιστα, συνιστά ανυπακοή στους κακοδόξους ποιμένες γιατί οδηγούν στα βάραθρα τον πιστό. Γι΄ αυτό και προτρέπει να τους αποφεύγουμε και να παρατούμε. Καταλήγει δε λέγοντας ότι η εντολή του «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» είναι για τον βίο και όχι για την πίστη62».

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν έκανε υπακοή στη κακόδοξη Σύνοδο των Πατριαρχείων της Ανατολής και στην ασεβή Έκθεση τους (Κων/πολη 639). Δεν υπέκυψε σε δήθεν «ηθική υποχρέωση» από προηγούμενη ευνοϊκή συμπεριφορά και τιμές του Οικουμενικού Πατριάρχη Πύρρου στο πρόσωπό του και μη θέλοντας να λυπήσει τον Χριστό, τον ήλεγξε σφοδρώς ότι αθέτησε την πίστη. Στο διάλογο μαζί του ο Άγιος -παρότι ταπεινός- έλεγε ευθαρσώς στον Πατριάρχη ότι έχει πλάνη63, ότι παραλογίζεται64 και τεκμηρίωνε τη θέση του. Ήταν ασάλευτος διότι στηριζόταν στη διδασκαλία των προ αυτού Πατέρων: «Ἡμεῖς δε τοῖς ἁγίοις Πατράσιν, ὡς ἐν ἅπασι, κἀν τούτῳ ἑπόμενοι, φαμέν65». Είχε την βαθιά πεποίθηση ότι δεν είναι δυνατόν να παραμένουμε στην ορθόδοξη πίστη αν δεν ομολογούμε τις αντίθετες προς τους αιρετικούς γνώμες66.

Ομοίως και οι Άγιορείτες Άγιοι Μάρτυρες επί κακοδόξου Πατριάρχου Ιωάννου Βέκκου. Δεν έκαναν υπακοή στη σύνοδο της Λυών το 1274 και στις αποφάσεις του Πατριάρχη για συλλείτουργα με τους παπικούς στο Άγιον Όρος, αντιστάθηκαν στους «εχθρούς της Θεοτόκου και του Υιού Αυτής» και τελικά μαρτύρησαν. «Υπέρ πατρώων επνίγητε δογμάτων, και προς γαληνούς ωρμίσασθε λιμένας» αναγράφουν οι Στίχοι στους Αγίους Οσιομάρτυρας Ιβηρίτας.

Ο Άγ. Μάρκος ο Ευγενικός, πραγματικός στύλος της Ορθοδοξίας διδάσκει να αποφεύγουμε αυτούς που φρονούν διαφορετικά (απ’ ό,τι φρονεί η Εκκλησία): «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι, καὶ πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί, φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι67».

Ο Άγιος Φλαβιανός μαρτύρησε για την πίστη του εναντιούμενος στους συγκροτούντας τη ληστρική σύνοδο της Εφέσου το 449μ.Χ68.

Σημαντικότατες είναι οι συμβουλές του Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου:

«Με προσευχές και δάκρυα ικέτευσε τον Θεόν να σου στείλει οδηγό απαθή και άγιο. Ερεύνα δε και ο ίδιος τις θείες Γραφές και κυρίως τις πρακτικές συγγραφές των Αγίων Πατέρων· ώστε σε αυτές αντιπαραθέτοντας τα διδάγματα και έργα του διδασκάλου και Προεστώτος σου να μπορείς να τα βλέπεις και να τα κατανοείς. Και όσα μεν συμφωνούν προς τις Γραφές, να τα εγκολπώνεσαι και να τα κατακρατείς στη διάνοια, τα δε νόθα και αλλότρια να τα διακρίνεις και αποδιώκεις, για να μη πλανηθείς. Διότι, γνώριζε, ότι πολλοί πλάνοι και ψευδοδιδάσκαλοι έχουν γίνει αυτές τις ημέρες69».

Ομοίως και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προτρέπει να φεύγουμε από τους σφαλερούς κατά την πίστη προεστώτες και να τους αφήνουμε70.

Ο Άγ. Μελέτιος ο Ομολογητής στο ίδιο πνεύμα νουθετεί να «Μην υπακούετε εις μοναχούς, ούτε εις ιερείς, ούτε εις επισκόπους σε όσα κακώς σας συμβουλεύουν να φρονήτε (να πιστεύετε)».

Ομοίως και οι Αποστολικές Διαταγές επισημαίνουν την ευθύνη που έχουμε ως πρόβατα να προσέχουμε μήπως ο ποιμένας είναι κακός: «ἵνα μήποτε εἴπῃ ὁ λαϊκός· ἐγὼ πρόβατόν εἰμι καὶ οὐ ποιμήν. Ὥσπερ δὲ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθοράν, οὕτως τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον, ὅτι κατατρώξεται αὐτό. Διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων71».

Αλλά και ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης με την μεγάλη ταπείνωση, δεν έκανε υπακοή σε απόφαση της Ιεράς Συνόδου η οποία επέβαλλε μόνο το μυστήριο του Χρίσματος στους προσερχομένους στην Ορθοδοξία αιρετικούς από τους παπικούς και όχι την βάπτιση. Παρά την γνωστοποίηση που του έγινε για την απόφαση της Ι.Συνόδου, την αγνόησε και βάπτισε κανονικά την πρώην αιρετική γυναίκα72.

Πολλές φορές η κακή νουθεσία της απροϋπόθετης υπακοής έχει τη ρίζα της σε μια πλανεμένη αντίληψη της αρετής της αδιακρίτου υπακοής, που οφείλει ο πιστός και κυρίως ο μοναχός στον γέροντά του, σε συνδυασμό με την άγνοια του ότι η Εκκλησία δεν την οριοθετεί εν όσο ο προεστώς δεν αιρετίζει ή βλάπτει ψυχικώς. Αν αυτός είναι αιρετικός, ή βλάπτει πνευματικώς τον μοναχό, η Εκκλησία τότε ευλογεί την αποχώρηση του υποτακτικού από τη Μονή73!

Γενικώς, οσάκις εμφανίζονταν σύνοδοι και ψευδοποιμένες οι οποίοι εντέλλονταν εναντίον της ιεροκανονικής παραδόσεως, η υπακοή έπαυε και επαινείτο η καλή ανυπακοή.

ΝΟΥΘΕΣΙΑ 4.

Αποφυγή διδασκαλίας για το αναγκαίο της ομολογίας Χριστού και της Ορθόδοξης ταυτότητας. Νουθεσία μιας εφάμαρτης προς τους αιρετικούς αγάπης που αποσκοπεί σε κοινωνία μαζί τους, χωρίς τις προϋποθέσεις που θέτει η Εκκλησία και ο ενδεδειγμένος τρόπος των Πατέρων.

Το εσφαλμένο εκκλησιολογικό φρόνημα αποτρέπει την απαραίτητη για τη σωτηρία ομολογία των ορθοδόξων έναντι των αιρετικών, αδιαφορεί για τις αιρέσεις και τις θεωρεί πολλάκις ως «χριστιανικές εκκλησίες», εφησυχάζει τις συνειδήσεις των πιστών και επιτιμά όσους ανησυχούν και ενίστανται για την συντελούμενη αντικανονική και αντιπατερική πράξη ταγών της Ορθοδοξίας. Ταυτοχρόνως θεωρεί ότι οι Ι.Κανόνες, που αφορούν την έναντι των αιρετικών στάση, δεν είναι ανάγκη να λαμβάνονται υπόψιν και κάθε ενέργεια που μας φέρνει σε κοινωνία με αιρετικούς είναι θεμιτή γιατί είναι «αγάπη».

Γνωρίζουμε βεβαίως πως η διδασκαλία και η πράξη των Αγίων, που ομολογούσαν δια λόγων και έργων έναντι πάντων των ανθρώπων, πηγάζει από την εντολή του Χριστού μας: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς74» και είναι διαχρονική, έντονη, εφαρμόσθηκε από όλους ανεξαιρέτως τους Αγίους και ιδιαιτέρως από τα εκατομμύρια των μαρτύρων, ώστε να είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο κοινό γνώρισμά τους.

Η ομολογία από τους πιστούς δηλώνει ακόμα την αδιάσπαστη ένωση του Θεού μαζί τους, από την οποία ένωση έχει απομακρυνθεί ο αρνούμενος75. Συνεπώς η ομολογία είναι θεμελιώδους σημασίας για την σωτηρία του πιστού.

Ο Άγιος Ανατόλιος της Όπτινα προτρέπει το πνευματικοπαίδι του στην ομολογία:

«Να μην φοβήσαι τις θλίψεις, αλλά μάλλον να φοβήσαι την ολέθριον αίρεσιν, διότι αυτό είναι που μας γυμνώνη από την θεία χάρη και μας χωρίζει από τον Χριστόν. Αυτός είναι και ο λόγος δια τον οποίον ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να θεωρούμε τους αιρετικούς σαν Χριστοκαπήλους και ειδωλολάτρας. Και έτσι παιδί μου ενδυναμού με την χάριν του Ιησού Χριστού. Βιάσου να ομολογήσεις υπέρ της πίστεως και να υπομένεις θλίψεις σαν καλός στρατιώτης του Κυρίου Ιησού Χριστού (Β Τιμ. β´ 1-3), ο οποίος είπε «γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β´ 10)76.

Ο ίδιος ο Χριστός μας άλλωστε προκρίνει την αντιαιρετική ποιμαντική. Επικρίνει την αδιαφορία έναντι των αιρέσεων γι΄αυτό και επιτιμά τους Επισκόπους της Περγάμου και των Θυατείρων, διότι ενώ η αναστροφή τους γενικώς είναι επαινετή, μολαταύτα αφήνουν τους αιρετικούς Νικολαΐτας και ψευδοπροφήτας (την «Ιεζάβελ») να βλάψουν το ποίμνιόν τους· «ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἀφεῖς τὴν γυναῖκά σου ᾿Ιεζάβελ, ἣ λέγει ἑαυτὴν προφῆτιν, καὶ διδάσκει καὶ πλανᾷ τοὺς ἐμοὺς δούλους πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα77». Αντιθέτως, επαινεί τον πταίστη – σε μερικά θέματα –επίσκοπο της Εφέσου, διότι διακρίνει τους ψευδοπροφήτας και μισεί τα έργα των αιρετικών Νικολαϊτών «ἀλλὰ τοῦτο ἔχεις, ὅτι μισεῖς τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν, ἃ κἀγὼ μισῶ78».

Διδάσκεται συχνά μια «αγάπη» προς τους αιρετικούς, ξένη στο φρόνημα των Αγίων που είχαν την οντολογική Αγάπη, το Χριστό ενεργούντα εν αυτοίς. Η νουθεσία αυτή χαρακτηρίζεται από μια εμμονή σε ενότητα και κοινωνία με τους αιρετικούς, χωρίς τις προϋποθέσεις της μετανοίας, της αποκήρυξης της πλάνης και της αιρέσεως, χωρίς την μετάδοση της καλής ανησυχίας σ΄αυτούς, σε τέτοιο βαθμό που τα δόγματα και η ακολουθία της ιεροκανονικής και αγιοπατερικής παραδόσεως, αντιμετωπίζονται ως αναχρονισμός, έλλειψη αγάπης, φανατισμός και πλάνη(!). Οι δε ορθόδοξοι κυριολεκτικώς διώκονται. Εδώ επαληθεύεται ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος που έγραφε: «Ένα είναι τώρα το έγκλημα το οποίο τιμωρείται από τους διώκτες, η ακριβής τήρηση των πατερικών παραδόσεων79…..Όχι για χρήματα, ούτε για δόξα, ούτε για άλλο κάτι πρόσκαιρο μας πολεμούν, αλλά επειδή μείναμε αγωνιζόμενοι υπέρ του κοινού πατερικού θησαυρού της Ορθοδόξου πίστεως80».

Είναι τόση η άμβλυνση του ορθοδόξου πνεύματος που υφίσταται, ώστε είναι αδύνατον να συνειδητοποιηθεί από πολλούς, η βλάβη από την προσευχητική (και όχι μόνο) κοινωνία μετά των ετεροδόξων και αντιθέτως, όχι μόνο την δικαιολογούν, αλλά την προτείνουν και την επαινούν. Ασφαλώς καμία των νουθεσιών αυτών δεν βασίζεται στους Αγίους Πατέρες, ούτε στη διδασκαλία τους, ούτε στην πράξη τους. Δεν βρίσκεται πουθενά ένας Άγιος να συμπροσεύχεται, «χάριν αγάπης» με ετερόδοξο, ούτε καν πριν την τράπεζα του φαγητού81. Δεν βρίσκεται κανένας Πατέρας να αναπαύει τους αιρετικούς, λέγοντάς τους ότι σώζονται στην πλάνη τους. Δεν υπάρχει κανένας Άγιος που να δικαιώνει την αίρεση και να τη δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Δεν βρίσκεται επίσης κανένας των ιερών διδασκάλων που να θεωρεί τους Ιερούς Κανόνες ως «τείχη του αίσχους», να τους περιφρονεί και να δίδει λειτουργικό ασπασμό στον Πάπα. Αντιθέτως όλοι τους εσέβοντο και ευλαβούντο τους Ιερούς Κανόνες, κατεδίκαζαν απερίφραστα τις αιρέσεις και πολλοί απεδείχθησαν σφοδροί πολέμιοι αυτών, χωρίς «οικονομία» στην ομολογία της Ορθοδοξίας. Ομοίως δεν είναι δυνατό να παρουσιαστεί καμμία αγιοπατερική διδασκαλία που να επιβεβαιώνει τη νοσηρά νουθεσία κατά την οποία πάλιν «χάριν αγάπης» θα πρέπει να δίνεται η εντύπωση στους αιρετικούς ότι δεν μας χωρίζει τίποτα. Ότι μπορούν να απολαμβάνουν θέσεις και ευλογίες μέσα στην εκκλησία ακριβώς όπως οι ορθόδοξοι. Ότι μπορούν να εισέρχονται και να συμμετέχουν στις ακολουθίες μέσα στο ναό82. Ότι μπορούμε να συνεορτάζουμε83. Ότι δήθεν είναι απλώς οι «ξεπερασμένοι» τύποι που στέκονται εμπόδιο στην ένωση. Ότι πρέπει να τους επαινούμε και τιμούμε. Ότι μπορούν να παρευρίσκονται τιμώμενοι ανάμεσα στους ορθόδοξους επισκόπους που συγκροτούν σύνοδο. Αντιθέτως, οι Άγιοι επεσήμαινον τους κινδύνους από αυτήν ακριβώς την νόθο αγάπη, δίνοντάς στους πιστούς έμπρακτα διδάγματα.

Έτσι, ο μαθητής της αγάπης Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ενώ ήταν έτοιμος να μπει στο λουτρό στην Έφεσο, μόλις αντιλήφθηκε ότι ήταν μέσα σ’ αυτό ο αιρετικός Κήρινθος, πήδηξε έξω λέγοντας στους μαθητές του : «Φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖο συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας ἐχθροῦ84».

Ο ιερός Χρυσόστομος σαφώς κατακρίνει την «άλογη» αγάπη προς τους αιρετικούς διότι είναι ενέχει τον κίνδυνο της αποδοχής νόθου δόγματος: «Εισί γαρ τινες αλόγως φιλούντες, απλώς και ως έτυχεν· όθεν ουδέ σφοδράς είναι τας τοιαύτας φιλίας συμβαίνει […] Ουκ εμού ένεκεν ταύτα λέγω, φησίν, αλλ’ υμών αυτών· δέος γαρ μη τις παραφθαρή υπό της των αιρετικών αγάπης […] Ου δι’ εμέ, φησί, ταύτα λέγω, αλλά ίνα ήτε υμείς ειλικρινείς· τουτέστιν, Ίνα μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε85». Γι’αυτό το λόγο επισημαίνει το ασυμβίβαστο του να είσαι φίλος των εχθρών του Χριστού (των αιρετικών) και ταυτοχρόνως φίλος του Χριστού:

«Ὁ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ βασιλέως Χριστοῦ συμφιλιάζων, οὐ δύναται τοῦ βασιλέως Χριστοῦ φίλος εἶναι, ἀλλὰ οὐδὲ ζωῆς ἀξιοῦται, ἀλλὰ σὺν τοῖς ἐχθροῖς ἀπολεῖται86».

Ο Μέγας Αθανάσιος νουθετεί: «ἀγάπα πάντα ἄνθρωπον. Καὶ εἰρήνευε μετὰ πάντων, χωρὶς αἱρετικῶν. Ὁ γὰρ αἱρετικὸς λύκος ἐστὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου Πρόδρομος87». Έσπευδε μάλιστα ο Άγιος με επιστολές να επισημάνει στους πιστούς να φυλάσσονται από αυτούς, που ενώ διαβεβαίωναν ότι δεν φρονούν τα του Αρείου, κοινωνούσαν όμως προσευχητικά με τους αιρετικούς, να μην έρχονται σε κοινωνία με αυτούς, για να μην σκανδαλίζουν και ρίξουν στον «βόρβορο της ασεβείας» άλλους πιστούς88. Πως μπορούν να αντέξουν, αλήθεια, οι σύγχρονες νουθεσίες «αγάπης» μπροστά σε αυτές των Αγίων;

Σε συμφωνία με τους προγενέστερους Πατέρες, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύοντας τον ΜΕ’ Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων που αφορά τις συμπροσευχές με αιρετικούς, σαφώς αναφέρει ότι πρέπει να μισούμε και να αποστρεφόμαστε τους αιρετικούς και όχι να συμπροσευχόμαστε μαζί τους και να τους επιτρέπουμε να τελούν κάποιο εκκλησιαστικό λειτούργημα, σαν να ήταν κληρικοί ή ιερείς89.

Ο Άγιος Παΐσιος, επόμενος των θεοφόρων Πατέρων, δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με ετεροδόξους. Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία γι’ αυτό διέκοπτε τις σχέσεις του και απέφευγε να δει κληρικούς που συμμετείχαν σε συμπροσευχές με αιρετικούς90. «Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευσαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: ‘‘ Όχι μόνο με αιρετικό, αλλά και με Βουδδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μία παρουσία.’’ Τι παρουσία; Τα λύνουν όλα με την λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα νομίζει ότι και τα πνευματικά θέματα μπορούν να μπουν στην Κοινή Αγορά91».

Ό Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο οποίος πολέμησε όσο λίγοι το θυμό, νουθετεί πως καθένας μας «οφείλει να τον μεταχειρίζεται εναντίον των δαιμόνων, ανθρώπων αιρετικών και παντός κωλύοντος από την οδόν του Θεού92». Το δε πνευματικό του τέκνο, μακαριστός και ενάρετος γέροντας Εφραίμ Αριζονίτης, χαρακτηρίζει την «αγάπη» αυτή που επιδεικνύουν στους αιρετικούς, ψεύτικη93.

Οι Άγιοι αγάπησαν αληθινά τους ανθρώπους, γιατί αγάπησαν τον Χριστό εν ορθότητι πίστεως και είχαν αποκτήσει «νουν Χριστού». Γνώριζαν καλά πως εάν εκπέσει κανείς της Αληθείας, εκπίπτει αυτομάτως και της Αγάπης, γι’ αυτό πάνω και πρώτα απ’ όλα κρατούσαν την πίστη αμώμητη. Η δική τους ζωή και λόγος, με την καθαρότητα της ψυχής τους, εξέπεμπαν την αγάπη ακόμα και στους αιρετικούς και πλανεμένους που απώτερο σκοπό είχε την αφύπνισή τους, τη μετάδοση της «καλής ανησυχίας» προς σωτηρίαν και τελικώς τη μεταστροφή τους στην ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία. Μία αγάπη πάντοτε σταυροειδής, αχωρίστως ενωμένη με την αγάπη στο Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Ουσιαστικώς ανακλούσαν την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Αυτήν καλούμαστε κι εμείς να μιμηθούμε, μέσα από τον προσωπικό μας αγώνα για κάθαρση και φωτισμό.

ΝΟΥΘΕΣΙΑ 5.

«Ορθοδοξία είναι να σιωπάς, να προσεύχεσαι και να κοιτάς την κάθαρσή σου από τα πάθη. Απαγορεύεται να έχεις ενασχόληση με τα εκκλησιαστικά, να έχεις λόγο για αυτά τα θέματα, (που συνταράσσουν την Εκκλησία), να αντιδράς (στην προδοσία της πίστεως), ούτε καν να εκδηλώνεις την ανησυχία σου για τα κακώς κείμενα. Η ιστορία θα δείξει και θα αποφανθεί για αυτά. Εσύ να ησυχάζεις.»

Κι αυτό ασφαλώς το σύμπτωμα είναι μία αρρωστημένη γνώμη. Συγχέεται η αρετή της σιωπής με την ένοχη σιγή ενώπιον της προδοσίας της πίστεως. Η όποια αντίδραση των πιστών που αγωνιούν για την πίστη τους, ακόμα και η εξομολογουμένη ανησυχία τους, θεωρείται εγωισμός, θράσος, αναίδεια, υποκρισία και προπέτεια απνευμάτιστων, φανατικών και αθεολόγητων «οπαδών» με σχισματική τάση. Κοινό χαρακτηριστικό της αντίδρασης είναι ο θυμώδης τρόπος, η σοβαρή επίπληξη των ανησυχούντων, η απειλή και ο εκφοβισμός «ίνα μη αποσυνάγωγοι γένονται», γιατί δήθεν «αυτονομούνται». Απουσιάζει όμως πάντοτε η αγιοπατερική θεμελίωση. Ενίοτε θεωρείται πως ακόμα και οι μητροπολίτες που αντιδρούν, αποδεικνύουν εαυτούς με τη στάση τους ως φανατικούς χωρίς αγάπη και πνεύμα «ενότητος».

Πολλοί άγιοι, όταν η πίστη κινδύνευε, εγκατέλειπαν την ησυχία της ερήμου και της ασκήσεως και έβγαιναν στον κόσμο για να ομολογήσουν την Ορθοδοξία ή διατράνωναν δια πυρίνων λόγων την αλήθεια από τον τόπο της μοναστικής τους ησυχίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός , ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης κ.α. είναι λίγοι από αυτούς που δεν έμειναν στην «σιωπή» που νουθετούν οι σύγχρονοι αντιπατερικοί. Βεβαίως θα πρέπει να τονιστεί ότι η πνευματική ζωή με τον αγώνα για την κάθαρση από τα πάθη, και την άσκηση όλων των αρετών, είναι απαραίτητα για την εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου. Στον αγώνα του αυτό θα πρέπει να βρίσκεται σε υπακοή υπό ορθοφρονών πνευματικό και να προσέχει κατά την εντολή του Χριστού από τους ψευδοποιμένας. Η ταπείνωση και η αγάπη είναι οι αρετές που θα πρέπει να κατευθύνουν τις κινήσεις του.

Αρχικώς υπενθυμίζουμε το ρηθέν υπό των 4 Πατριαρχών της Ανατολής 1848 ότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι ο ευσεβής λαός. Το ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας, ως φορέας της δογματικής συνειδήσεώς Της, αποστρεφόμενος τη χλιαρότητα στην πίστη, – χλιαρότητα που κατακρίνει ο ίδιος ο Χριστός94– ενεργά παρακολουθεί και ενδιαφέρεται για ό,τι την αφορά και όπως επισημάναμε εξυψώνει ή ακυρώνει πρώτο ακόμα και καθολικές Συνόδους. Η ραθυμία και η απροσεξία είναι σύμφωνα με το ευαγγέλιο και την ερμηνεία του Αγίου Χρυσοστόμου, η αιτία που υπεισέρχονται οι αιρέσεις95.

Ο πιστός χριστιανός μόνος του ή με άλλους αδελφούς έχει χρέος να αντιδρά και να διαμαρτύρεται αναλόγως των δυνατοτήτων του και με τρόπο που θα διακρίνεται από θάρρος ομολογίας, ταπείνωση, αγάπη, και σε συμφωνία με την αγιοπατερική πράξη, για κάθε νόθευση του ευαγγελίου και παράβαση της ιεροκανονικής τάξεως της Εκκλησίας. Τη νοσηρή νουθεσία περί σιωπής των λαϊκών και απαγόρευσης αντίδρασης, ως δήθεν μη έχοντες αρμοδιότητα, ελέγχει ο Άγιος Θεόδωρος λέγων:

«Η εντολή του Κυρίου είναι να μη σιωπάμε τον καιρό που η πίστη μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Ώστε, όταν για την πίστη ο λόγος, δεν μπορείς να πεις: «ποιος είμαι εγώ; ένας απλός ιερέας, άρχοντας, στρατιώτης, γεωργός, φτωχός. Δεν μου πέφτει λόγος και φροντίδα για αυτό το ζήτημα.» Αλίμονο! οι λίθοι θα κράξουν και εσύ θα μείνεις σιωπηλός και χωρίς φροντίδα;96».

Και πάλιν αλλού97: «Kατά τον καιρό τούτο που διώκεται ο Χριστός μέσω της Εικόνος του, οφείλει κάποιος να αγωνίζεται, όχι μόνον αν είναι υπέρτερος στο αξίωμα και τη γνώση, ομιλώντας και διδάσκοντας τον λόγον της Ορθοδοξίας, αλλά κι αν ακόμη ευρίσκεται σε θέση μαθητού, έχει χρέος να φανερώνει με θάρρος την αλήθεια και να ομιλή με ελευθερία. Δεν είναι λόγος εμού του αμαρτωλού, αλλά του θείου Χρυσοστόμου μαζί με άλλους Πατέρας».

Ελέγχεται ακόμα κι από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή: Όταν δια του ασεβούς Τύπου επιβλήθηκε η σιωπή περί των θελημάτων και ενεργειών του Κυρίου, και ο επίσκοπος Θεοδόσιος προφασιζόταν λόγους «οικονομίας», ο Όσιος του απάντησε: «και ποιος πιστός δέχεται τέτοια διευθέτηση που κατασιγάζει φωνές, που οικονόμησε ο Θεός να ακουστούν μέσω των Αποστόλων, και των Προφητών, και των Διδασκάλων;98»

Ο δε Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ελέγχει τη κακή νουθεσία αυτή με το παράδειγμα του. Ήταν ακόμα αξιωματούχος λαϊκός στο χαλιφάτο της Δαμασκού, όταν έγραψε λόγους κατά της εικονομαχίας, οι οποίοι έκαναν μεγάλη ζημιά στην αίρεση.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο ησυχαστής και μέγας θεολόγος διερωτάται ευλόγως τι θα έπρεπε να κάνει αισθανόμενος τον διάβολο να αποπειράται να καταστρέψει τα θεμέλια της Ορθοδοξίας : Να αναχωρεί, να ησυχάζει και να σιωπά, αναλογιζόμενος τις κατηγορίες και τους κατατρεγμούς από τους αντιπάλους ή να αγωνίζεται και να κινδυνεύει απολογούμενος υπέρ αυτής, αποβλέποντας προς την αποδοχή από το Θεό και το χρέος προς Εκείνον; Και καταλήγει με σιγουριά στο δεύτερο ως ωφελιμότερο για όλους99. Δεν αγνoούμε τον Μέγα Βασίλειο ο οποίος έλεγε : «Της σιωπής το κρίμα φοβερόν εστίν» και «το να εφησυχάζει κανείς, όταν το κινδυνευόμενον είναι η Πίστις, τούτο είναι ίδιον της αρνήσεως, το δέ να ελέγχει είναι ομολογία ειλικρινής100».

Ο δε χρυσορρήμων Άγιος πάλιν θα πεί: «Πώς γίνεται να μη κολασθή αυτός που κάνει ότι δεν βλέπει και σιωπά, όταν οι θεϊκοί νόμοι και οι κανόνες υβρίζωνται!101»

Αλλά κι αν ο πιστός δεν έχει ικανή κατάρτιση ώστε να αντιπαρατεθεί στις αντίθετες νουθεσίες, αρκεί σ’ αυτόν να επιμένει, να επιζητά, να ομολογεί και να απαιτεί την συμφωνία με τους Πατέρες102. Επόμενοι των Αγίων, οι σύγχρονοι γέροντες Αθανάσιος Μυτιληναίος, και Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης συχνάκις τόνιζαν ότι ο λαός οφείλει να είναι ενήμερος, να έχει λόγο και να αντιδρά103.

Η ιστορία δείχνει την τελική έκβαση των πραγμάτων. Όπως μέσω αυτής, για παράδειγμα, μαθαίνουμε τα γεγονότα της ψευδοσυνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας (1438-39). Δεν την έκρινε όμως η ιστορία ως ψευδοσύνοδο, αλλά η γρηγορούσα συνείδηση και η αντίδραση του πιστού – υπερασπιστή λαού της Εκκλησίας με μπροστάρη τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Οι βυζαντινοί φθάνοντας στην Βασιλεύουσα την 1η Φεβρουαρίου 1440, αποδοκιμάστηκαν έντονα από λαό και κλήρο που τους περίμενε με ιερά αγανάκτηση. Ο λατινόφρων επίσκοπος Βησσαρίων που τόλμησε να αναγνώσει την ενωτική διακήρυξη, αποκλείστηκε απ’ τη δημόσια ζωή και σύντομα εγκατέλειψε τη βασιλεύουσα για την Ιταλία όπου και έγινε καρδινάλιος. Έτσι, το 1443 στα Ιεροσόλυμα η σύνοδος της Φλωρεντίας θα κηρυχθεί και επισήμως αντικανονική και οι αποφάσεις της άκυρες. Μετά από αυτή ακολούθησαν κι άλλες. Την ίδια στιγμή η Ρωμαιοκαθολική κοινότητα τη θεωρεί ως οικουμενική σύνοδο.

Οι ίδιοι που αφήνουν την ιστορία να κρίνει τις συνόδους φοβούμενοι να πάρουν θέση -ως όφειλαν- αρνούνται να διδαχθούν από αυτήν. Κλείνουν τα μάτια όταν αυτή επιβεβαιώνει σε κάθε ιστορική στιγμή την αδιαλλαξία του Πάπα, την αμετανόητη στάση του και τις γεμάτες εωσφορική υποκρισία προθέσεις του, προκειμένου να προσαρτήσει κάτω απ’ την εξουσία του τους ορθοδόξους.

Τρέφονται αυταπάτες και προσβλέπεται η επιτυχία των ατελεύτητων διαλόγων, όταν ο Απόστολος Παύλος διδάσκει να εγκαταλείπονται οι προσπάθειες ήδη μετά από δύο νουθεσίες. Αλλά ας είναι. Ας συνεχιστούν αν είναι να κρατείται και να ομολογείται η Ορθοδοξία. Η ιστορία όμως μας υπενθυμίζει ότι δεν κρατήθηκε από αυτούς που υπήσχοντο τη διαφύλαξή της στις επαφές με τους παπικούς. Γι΄ αυτό το λόγο στη ψευδοσύνοδο της Κρήτης υπεγράφησαν φρικτές αντορθόδοξες αποφάσεις, ύπουλα και αντιφατικά αναμεμιγμένες με ορθόδοξες, χρησιμοποιώντας τη διγλωσσία. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι της συνόδου της Φλωρεντίας είχαν όμως επίγνωση του σφάλματός τους και με σθένος μπροστά στον ευσεβή λαό ομολογούσαν : «Πεπράκαμεν (επωλήσαμεν) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (αντηλλάξαμεν με τον Παπισμόν την Ορθοδοξίαν), προδόντες την καθαρά θυσία αζυμίται γεγόναμεν» και «Η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω. Η γλώττα ωμολόγησεν, εκριζούσθω104». Τελικά οι 20 από τους 30 επισκόπους μετανόησαν και απέσυραν την υπογραφή τους. Μακάρι να βρεθεί ανάλογη μετάνοια σήμερα στους επισκόπους της Κρήτης. Ας ελπίσουμε. Το ευχόμαστε.

Οπωσδήποτε δεν είναι μόνο οι προαναφερθείσες νουθεσίες που γεννά η μεταπατερικότητα του Οικουμενισμού. Ακούγονται συχνά κι άλλες που εντάσσονται στις ανωτέρω κατηγορίες : «είναι λάθος να διαμαρτύρεσαι, γιατί δεν είσαι σε θέση να γνωρίζεις το παρασκήνιο που υπάρχει και τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους ο Πατριάρχης ή η Σύνοδος ενεργεί έτσι», ωσάν εκεί που η διπλωματία είναι πάνω από την πίστη και τα εγκόσμια συμφέροντα πάνω από τα επουράνια και άφθαρτα. Ή ακόμα: «εσύ τα βλέπεις όλα καχύποπτα γιατί είσαι εμπαθής και δεν βλέπεις τη μεγάλη αγάπη και οικονομία που ασκεί ο Πατριάρχης ή η Σύνοδος. Για το καλό μας όλα γίνονται και συ αντιδράς!», ή ακόμα : «Όλα αυτά (συμπροσευχές, συνεορτασμοί, στενές συνεργασίες με αιρετικούς και συλλείτουργα με σχισματικούς) είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της ενότητας της Εκκλησίας!», διαστρέφοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε ορθή έννοια της της οικονομίας,της ενότητας και του αληθούς αγαθού.

Τέλος, ευρέως κυκλοφορείται το μεταπατερικό δόλιο «σλόγκαν»: «οι Άγιοι έκαναν και λάθη», μία αλήθεια που υπερτονίζουν οι μεταπατερικοί θεολόγοι προκειμένου να αποδομήσουν κάθε εμπιστοσύνη στην απλανή τους θεολογία και διδασκαλία και να εισάγουν την αντίθετη στάση και διδαχή, συστήνοντας εαυτούς ως αγιότερους, σοφότερους, διακριτικότερους και απλανέστερους από τους Πατέρες!

Πολλά λοιπόν τα συμπτώματα αντιπατερικής εκκλησιολογίας, αποδεικτικά του σκοτασμού του νοός που προκαλεί σταδιακώς η αίρεση του Οικουμενισμού.

Επίλογος

Σε καιρούς που η Ορθοδοξία μας πολεμείται σφοδρώς έσωθεν και έξωθεν, επιθυμούμε ως ζωντανά μέλη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, να συνεισφέρουμε το ελάχιστο που δυνάμεθα, στην διατήρηση του αγιοπατερικού πνεύματος μεταξύ των πιστών. Εξεγείρεται η συνείδησή μας εμπρός στην καταφρόνηση των Πατέρων! Επιθυμούμε από πόνο, να βοηθήσουμε στην αποτροπή του Οικουμενισμού και την επιστροφή των πεπλανημένων αδελφών μας. Αυτό μας προτρέπει κι ο ιερός Χρυσόστομος να κάνουμε: «’Εννόησον δια τι προφήται, δια τι απόστολοι, δια τι δίκαιοι, δια τι άγγελοι πολλάκις επέμφθησαν, δια τι αυτός ο μονογενής Υιός του Θεού παρεγένετο· ουχ ίνα ανθρώπους διασώσει; Ουχ ίνα πεπλανημένους επαναγάγη; Τούτο και συ ποίησον κατά δύναμιν την σην, και πάσα σπουδή επίδειξαι και πρόνοιαν εις την των πεπλανημένων επάνοδον105» .

Έχουμε κατά νουν το υμνογραφικό: «του κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν, ακούσασα ψυχή, μη κρύπτε λόγον Θεού106» και ομολογούμε ό,τι «πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη107». Δεν ισχυριζόμαστε τίποτα δικό μας. Αν οι σύγχρονοι κήρυκες σιωπούν, μιλούν ωστόσο τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου και χαράσσουν οι πράξεις τους διαχρονικώς τα ίχνη που καλούμαστε να ακολουθήσουμε, αφού αυτοί πρώτοι ακολούθησαν τον Χριστό μας. Είμαστε πεπεισμένοι ότι εάν μείνουμε ακολουθούντες και υπακούοντες τους Αγίους, θα ακολουθούμε και υπακούμε στον στον ίδιο τον Κύριο108 και η πατρίδα μας θα έχει την προστασία του Θεού. Διαφορετικά, έχουμε κάθε λόγο να λυπούμαστε για τα δεινά που θα επακολουθήσουν109.

Δεν αναλαμβάνουμε θέση διδασκάλου. Είμαστε διδασκόμενοι. Ούτε πολύ περισσότερο θέση ποιμένα, όντες πρόβατα υπό πνευματική καθοδήγηση. Με λύπη όμως διαπιστώνουμε την αδιαφορία πλείστων εξ΄αυτών που τάχθηκαν να μας φυλάσσουν. Και ενώ βελάζουμε αγωνιώντες από τη θεωρία των λύκων μέσα στο μαντρί, επιτιμώμεθα που χαλάμε την ησυχία τους.

Οι εποχές που ζούμε είναι πολύ δύσκολες για την Εκκλησία και την Πατρίδα μας. Αυτή όμως είναι διαχρονικώς η στενή και τεθλιμμένη οδός που βαδίζουν οι δυο μαζί, χέρι – χέρι. Οδός που οδηγεί τελικώς στην ανάσταση και την νίκη του Αρνίου. Ας πάμε με το μέρος του Νικητή Χριστού. Ενδέχεται να ακούσουμε κι εμείς το αγιογραφικό «ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς;» – Επαναλαμβάνουμε πως δεν διδάσκουμε κανέναν. «ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω110». Ομολογούμε την Αλήθεια. Ας κάνει ο καθένας μας ό,τι μπορεί να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Το κομποσχοίνι είναι το αποτελεσματικότερο όπλο πολλές φορές. Κι αυτό το λέμε γιατί γνωρίζουμε ότι χωρίς το Χριστό μας, τίποτα αγαθό δεν μπορούμε να καταφέρουμε111. Προτρέπουμε τους αδελφούς όσο μπορούν να αναζητούν και απαιτούν τη βιβλική και αγιοπατερική επαλήθευση σε όσα ευαγγελίζονται και νουθετούνται από τους σύγχρονους κήρυκες και πνευματικούς. Είναι πατερική η προτροπή112. Είναι άλλωστε υποχρεωμένοι από τους Ιερούς Κανόνες να διδάσκουν συμφώνως της διδασκαλίας των θεοφόρων Πατέρων113. Αν έχουμε άγνοια από τα εκκλησιαστικά και από το δόγμα, ας δηλώνουμε τουλάχιστον πως πιστεύουμε ό,τι πιστεύουν οι Πατέρες, ότι φρονούμε όπως φρονούν εκείνοι και ότι τίποτα αντίθετο σε αυτούς δε δεχόμαστε114. Ελπίζουμε και ευχόμαστε να λάμψει η αλήθεια της Πίστεως και πάλι. Δεν στεκόμαστε με έχθρα απέναντι στους αδελφούς που ενδέχεται να έχουν εγκολπωθεί κάποια πλάνη. Αντιθέτως, πονούμε και ενδιαφερόμαστε για την πνευματική υγεία όλων μας115. Επιθυμούμε να ζήσουμε όλοι μαζί τη χαρά του θριάμβου της Ορθοδοξίας όπως τη βιώσαν οι θεοφόροι πατέρες μας, μέσα από την καταδίκη του Οικουμενισμού. Να ζήσουμε όλοι μαζί τη χαρά της ενότητος με τη Παναγία μας Θεοτόκο, τους Αγίους, τους Αγγέλους και μεταξύ μας, μέσα από την ορθόδοξη πίστη, ζωή και ομολογία. Δια τούτο με πολλή αγάπη σταλάζουμε την πατερική διδασκαλία ως βάλσαμο σε ασθενείς. Και με πατερική διδασκαλία θέλουμε να επιβεβαιώσουμε κι αυτό. «Αν γαρ επιστάξεις αυτώ καθάπερ έλαιον του λόγου την διδασκαλίαν, αν καταδήσης τη προσηνεία, αν θεραπεύσεις τη καρτερία, θησαυρού παντός ευπορώτερον σε ούτος εργάσεται». Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος PG 48, 932-93.

ΔΙ’ ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ

ΕΛΕΗΣΟΝ ΚΑΙ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ. ΑΜΗΝ.


Ιπποκράτης, 460-370 π.Χ. Πατέρας της Ιατρικής.

Ρωμανίδης, Ι. (2004). Πατερική Θεολογία. Θεσσαλονίκη: Eκδόσεις
Παρακαταθήκη: «Η Ορθοδοξία ξεχωρίζει από ένα μοναδικό φαινόμενο,
που δεν υπάρχει στις άλλες θρησκείες. Αυτό είναι ανθρωπολογικό και
θεραπευτικό. Σ’ αυτό διαφέρει. Η Ορθοδοξία είναι μία θεραπευτική
αγωγή που θεραπεύει την ανθρώπινη προσωπικότητα».

3 Κυρίλλου Άλεξανδρείας. Κατά των μη βουλομένων ομολογείν
Θεοτόκον την Αγίαν Παρθένον. ΕΠΕ 10,481: «Οι ιατροί γνωρίζουν
βοηθήματα που προφυλάσσουν από τα πάθη, ανακόπτοντας έτσι εκ
των προτέρων με τη τέχνη τους τη μελλοντική βλάβη και με τη σύνθεση
των διαφόρων φαρμάκων νικούν την αγριότητα των παθών…Και ο
Θεός φροντίζοντας για τις ψυχές μας τόσο πολύ, μας προλέγει τον
κίνδυνο των πειρασμών, ώστε, μαθαίνοντας τη βλάβη προτού να την
υποστούμε, να αποφύγουμε τον κίνδυνο απ’ αυτήν».

Καρμίρης Ι. (1968).Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος ΙΙ. (σελ.883) Graz-Austria :
AkademischeDruck – u. Verlagsanstalt

5 Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος. Προς ΙουβαΪανό, Περί Βαπτίσματος των
αιρετικών. «Salus extra ecclesiam non est» (Σωτηρία εκτός της Εκκλησίας
δεν υπάρχει). Κατηγορηματικός και ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων :
«Ούτε εκείνος που βαπτίστηκε στο νερό, αλλά δεν αξιώθηκε να δεχθεί
και το Άγιο Πνεύμα, έχει τέλεια χάρη, ούτε θα εισέλθει κανείς στη
Βασιλεία των Ουρανών, έστω κι αν είναι ενάρετος στα έργα εάν δεν
λάβει τη σφραγίδα του Βαπτίσματος. Είναι τολμηρός ο λόγος αλλά δεν
είναι δικός μου. Διότι το έχει πει ο Ιησούς…» Κύριλλος Ιεροσολύμων.
Κατήχησις Φωτιζομένων Γ’. ΕΠΕ 1,113.

Μρ.16,16: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας
κατακριθήσεται».

7 Τσελεγίδης, Δ. (2019) Μετα-πατερική ή Νέο-βαρλααμιτική Θεολογία;Ανακτήθηκε Δεκέμβριος 06, 2019, από
https://metapaterikiairesi.wordpress.com/topothetisi-kathigitoydimitrioutselegidi/

Ρωμανίδης, Ι. (2004). Πατερική Θεολογία. Θεσσαλονίκη: Eκδόσεις
Παρακαταθήκη : «Οι Πατέρες τονίζουν ότι η σωτηρία δεν έρχεται με το
Ορθόδοξο δόγμα από μόνο του. Δεν είναι το δόγμα που σώζει τον
άνθρωπο. Το δόγμα απλώς ανοίγει τον δρόμο στον άνθρωπο, για να
φθάση στην κάθαρσι και στον φωτισμό. Όμως χωρίς το Ορθόδοξο
δόγμα δεν φθάνει κάποιος στην κάθαρσι και στον φωτισμό. Χωρίς την
ορθή δογματική συνείδησι και χωρίς την Ορθόδοξη πράξι, χωρίς την Ορθόδοξη λειτουργική ζωή δεν φθάνει κανείς στην κάθαρσι και στον
φωτισμό. Το δόγμα και η λειτουργική ζωή δεν είναι τα μέσα για να
φθάση κανείς στην κάθαρσι της ψυχής και στον φωτισμό. Είναι όμως οι
απαραίτητες προϋποθέσεις, τα απαραίτητα θεμέλια, για να οδηγηθή
κάποιος στην κάθαρσι και τον φωτισμό. Δεν είναι δηλαδή το δόγμα ένα
αυτόματο μέσο που μας οδηγεί από μόνο του σ’ αυτές τις
καταστάσεις…..Ο Θεός αγαπάει όχι μόνο τους αγίους, αλλά όλους τους
ανθρώπους ανεξαιρέτως. Όλους τους αμαρτωλούς, όλους τους
κολασμένους, ακόμη και τον ίδιο τον διάβολο. Και θέλει να σώση, να
θεραπεύση τους πάντας. Θέλει, άλλα δεν μπορεί να θεραπεύση τους
πάντας, διότι δεν θέλουν όλοι να θεραπευθούν. Αυτό, το ότι ο Θεός είναι
αγάπη και θέλει να θεραπεύση τους πάντας και ότι αγαπά τους πάντας
εξ’ ίσου, διαπιστώθηκε και διαπιστώνεται από την εμπειρία των
θεουμένων, όσων δηλαδή έφθασαν σε θέωση, δηλαδή σε θεοπτία και
είδαν τον Θεόν. Δεν μπορεί όμως ο Θεός να θεραπεύση τους πάντας,
διότι δεν εκβιάζει την θέληση του ανθρώπου. Σέβεται ο Θεός τον
άνθρωπο και τον αγαπά. Δεν μπορεί όμως να θεραπεύση κάποιον με το
ζόρι. Θεραπεύει μόνο όσους θέλουν να θεραπευθούν και του ζητούν να
τους θεραπεύση. Φυσιολογικά κάποιος, που έχει σωματική αρρώστεια
ή και ψυχική, πηγαίνει με την θέλησί του και όχι με το ζόρι στον γιατρό,
για να γίνη καλά, αν ακόμη έχη τα λογικά του. Έτσι και στην Ορθόδοξη
θεραπευτική αγωγή. Πρέπει κάποιος από μόνος του, χωρίς
καταναγκασμό, χωρίς καταπίεσι, ελεύθερα να προσέλθη στην
Εκκλησία, στους κατάλληλους ανθρώπους, που έχουν την φώτισι και
την εμπειρία και κατέχουν την θεραπευτική μέθοδο της Ορθοδόξου
παραδόσεως, και σ’ εκείνους να κάνη υπακοή για να βρη θεραπεία».

Περί Οικουμενισμού. Ποιός μπορεί να σωθεί; (2019, Δεκέμβριος 06)
Ανακτήθηκε από https://publicorthodoxy.org/2017/10/12/3653/#_ftn5

10 Βασίλειος Καισαρ. Πρός Ιταλούς και Γάλλους Επισκόπους. ΕΠΕ 2,41.

11 Πόποβιτς, Ι. (1974). Ορθόδοξος Εκκλησία καί Οικουμενισμός.
Θεσσαλονίκη: Eκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη. σελ.224 :
«Ο Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς,
διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ
καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν με ἐπικεφαλῆς τόν
Παπισμό. Ὅλοι δε αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι
δένεἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς την ἄλλην
αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις».

12 Γρηγορίου Παλαμά. Προς Διονύσιον. ΕΠΕ 4,412.

13 Ιωάννου Χρυσοστόμου. Εις τους τα πρώτα Πάσχα νηστεύοντας.
Λόγος Τρίτος. PG 48,864: «῾Ο ἑαυτόν …τῆς τῶν πατέρων διδασκαλίας
ὑπεξαγαγών, καί τὸ ἱατρείον φυγῶν, κἄν ὑγιαίνειν δοκή, ταχέως εἰς
ἀρρώστιαν πεσεῖται».

14 Τσελεγίδης, Δ. Η Συνοδικότητα ως αγιοπνευματικός τρόπος
οριοθετήσεως της Πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας, και οι
θεολογικές προϋποθέσεις της. Εισήγηση 17/10/16 Αντιαιρετικό
Σεμινάριο Ι.Μ.Γλυφάδας.

15 Περί Θείων Ενεργειών. (2019, Δεκέμβριος 8). Ανακτήθηκε από
https://koutloumous.com/el/περι-θειων-ενεργειων/

16 Συνήθως γίνεται εκμετάλλευση του λογίου του Αγίου Ιγνατίου : «Πάντες τω Επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις αποστόλοις. Τούς δε διακόνους εντρέπεσθε ως Θεού εντολήν. Μηδείς χωρίς του Επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την Εκκλησίαν». Αποσιωπείται όμως η προϋπόθεση υπακοής που θέτει ο ίδιος Πατέρας. Όσοι πράττουν και λέγουν πρέπει
είναι σύμφωνοι με τα παραδοθέντα από την Εκκλησία, ειδάλλως να τους θεωρούμε ως λύκους (PG 5,912). Ομοίως διαβάλλεται το γενικότερο πνεύμα και η διδαχή του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος ο οποίος πολεμώντας τα σχίσματα και τις αιρέσεις έγραψε: «Ο Επίσκοπος είναι στην Εκκλησία, και η Εκκλησία στον Επίσκοπο και αν κανείς δεν είναι με τον Επίσκοπο, δεν είναι και με την Εκκλησία». Αυτό οπωσδήποτε ισχύει για οποιονδήποτε αιρετικό ή σχισματικό νομίζει ότι μπορεί να είναι στην Εκκλησία, αλλά δεν κοινωνεί με τον ορθοφρονούντα Κανονικό επίσκοπο και προσχωρεί σε άλλουςαπεκομμένους από την Εκκλησία- αιρετικούς και σχισματικούς. Γι’ αυτό ο Άγιος -και η Σύνοδος της Καρθαγένης (251)- δεν αναγνώριζε το βάπτισμά τους, ενώ παραλλήλως αγωνιζόταν να αφανίσει κάθε μοναρχική επισκοπική εξουσία επί της Εκκλησίας. Έτσι, δεν αναγνώριζε στον επίσκοπο Ρώμης πρωτείο δικαιοδοσίας επί των άλλων Τοπικών Εκκλησιών, ούτε συγκατατατέθηκε ποτέ στην αποδοχή του τίτλου «Επίσκοπος των Επισκόπων» που ήθελε να επιβάλλει για τον εαυτό του ο Πάπας Ρώμης Στέφανος. Σύμφωνα με τον Άγιο, ένα είναι το μόνο γνήσιο και αποδεκτό πρωτείο της Εκκλησίας : H Αλήθειά της.

17 Αλιβιζάτος Α. (1949).Οι Ιεροί Κανόνες. Αθήνα: Έκδοση Αποστολική
Διακονία.

18 Τσελεγίδης, Δ. Η Συνοδικότητα ως αγιοπνευματικός τρόπος
οριοθετήσεως της Πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας, και οι
θεολογικές προϋποθέσεις της. Εισήγηση 17/10/16 Αντιαιρετικό
Σεμινάριο Ι.Μ.Γλυφάδας.

19 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος – Ποιοί αποτελούν την Σύνοδο
της Εκκλησίας. (2019, Νοέμβριος 18). Ανακτήθηκε από
http://aktines.blogspot.com/2019/11/blog-post_888.html :
«Τι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος; …..κοινόν το δόγμα γίνεται . Έπειτα
γίνεται, λέγει, η απόφασις (το δόγμα), κοινή. Από ποιους κοινή η
απόφασις; Σαφώς το λέει το χωρίο, σας το διάβασα. Οι Απόστολοι, οι
Πρεσβύτεροι (δηλαδή οι Κληρικοί) και όλη η Εκκλησία. Το όλη, το λέει το
κείμενο «συν όλη τη Εκκλησία» Τρεις λοιπόν. Ποιοί αποτελούν την
Σύνοδον; Οι Απόστολοι, οι Κληρικοί (οι Πρεσβύτεροι) και οι λαϊκοί. Όλη η
Εκκλησία. Να λοιπόν ο λόγος παρουσίας της Εκκλησίας όλης. Είναι
θαυμαστόν. Γιατί είναι θαυμαστόν; Διότι η Αποστολική Σύνοδος είναι
τύπος πάσης άλλης Συνόδου που θα εγίνετο ποτέ μέσα εις την ιστορίαν.
Σήμερα στον χώρο μας όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Αγνοείται ο
λαός. Θέλετε; Αγνοείται και ο κλήρος. Τότε από ποιους αποτελείται μία
Σύνοδος; Από τους Επισκόπους. Kαι λέμε «η Σύνοδος» η «Ιερά Σύνοδος».
Από ποιούς αποτελείται; Από Επισκόπους. «Η Ιερά Σύνοδος της
Ιεραρχίας [ΙΣΙ]» από ποιούς αποτελείται; Από Επισκόπους. Το
αποτέλεσμα; Να μην λαμβάνεται υπόψιν η γνώμη, όχι του λαού μόνο, ούτε καν των Πρεσβυτέρων. Ό,τι αποφασίσουν οι Επίσκοποι. Θέλετε; Γι’αυτό μύρια κακά ακολουθούν. Μην νομίσετε, όταν καταστρατηγείται η
Αλήθεια όπως κατετέθη μέσα εις την Αγίαν Γραφή, η Αλήθεια
εκδικείται. Και εκδικείται φοβερά με όλες εκείνες τις ανωμαλίες που
υπάρχουν ακριβώς γιατί δεν τηρείται εκείνο που κατετέθη. Μία Σύνοδος
πρέπει να έχει και τους Κληρικούς και τους λαϊκούς».

20 Κανών Α΄ τῆς ἐν Νικαίᾳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ’ Συνόδου (2019,
Νοέμβριος 29). Ανακτήθηκε από https://cutt.ly/6e8MFHk : «Ἐξ ἐνὸς γὰρ
ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ
συμφέροντα. Καὶ οὕς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς
ἀναθεματίζομεν· οὕς δε τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν· οὓς δὲ
τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν· οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ
ἡμεῖς ὠσαύτως ὑποβάλλομεν».

21 Κολ.1,18 : «καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας· ὅς
ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς
πρωτεύων».

22 Τιμ.Α΄3,15 : «ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις
ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».

23 Mτ.16,18 : «καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴνἐκκλησίαν,
καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

24 Αθην. Κοκκινάκη. Ιερού Βικεντίου του Ληρινίτου Υπομνήματα
(Commonitoria).(σελ.42).

25 Καρμίρης Ι. (1960).Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος Ι. Η ΣΤ΄Οικουμενική Σύνοδος εν
Κων/πόλη τω 680/1 (σελ.219). Αθήνα.

26 Γρηγορίου του Παλαμά. Αναίρεσις γράμματος Ιγνατίου Αντιοχείας.
ΕΠΕ 3,608:
«Αυτοί που ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού είναι της αληθείας, και
αυτοί που δεν ανήκουν στην αλήθεια, δεν είναι ούτε της Εκκλησίας του
Χριστού, και τόσο περισσότερο, όσο πλανώνται μόνοι τους, ονομάζοντες
τους εαυτούς τους και ο ένας τον άλλο ποιμένες και αρχιποιμένες ιερούς.
Πράγματι, εμείς δεν διδαχθήκαμε ότι ο χριστιανισμός χαρακτηρίζεται
από πρόσωπα αλλά από την αλήθεια και την ακρίβεια της Πίστεως».

27 Θεοδώρου Στουδίτου. Επιστολή ΚΔ΄(24)- Θεοκτίστω Μαγίστρω. ΕΠΕ
18Β,116 : «Ἀλλ΄ ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία μεμένηκεν ἀπήμαντος, κἄν πολλοῖς
ἐβλήθη τοξεύμασι, καί πύλαι ᾍδου κατισχῦσαι αὐτῆς οὐ δεδύνηνται.
Οὐδέ παρά τούς κειμένους ὅρους καί νόμους πράττειν τι καί λέγειν
ἀνέχεται, κἄν πολλοί πολλαχῶς ποιμένες ἠφρονεύσαντο και ἐκκλησίας
Θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασιν και ὑπέρ κανόνων ἐφρόντισαντό δοκεῖν,
κατά κανόνων το ἀληθές κινούμενοι».

28 Ιγνάτιος Θεοφόρος. Προς Ήρωνα Διάκονον Αντιοχείας. PG. 5,912:
«Πᾶς ὁ λέγων παρά τά διατεταγμένα ἤ πράσσων κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν
νηστεύη, κἄν παρθενεύη, κἄν σημεῖα ποιῆ λύκος σοί φαινέσθω ἐν
προβάτου δορά φθοράν προβάτου κατεργαζόμενος».

29 Ιγνάτιος Θεοφόρος. Προς Ήρωνα Διάκονον Αντιοχείας. PG. 5,909.

30 Πηδάλιον (1886). Ερμηνεία ΚΗ΄ Κανόνα Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
σελ.173-174.

31 ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. ΤΑ ΣΑΘΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΦΙΛΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ. (2019, Δεκέμβριος 06). Ανακτήθηκε από
http://orthodox-voice.blogspot.com/2013/03/blog-post_373.html

32 Εκκλησία είναι οι επίσκοποι; (2019, Νοέμβριος 22). Ανακτήθηκε από:
http://aktines.blogspot.com/2018/03/blog-post_190.html
«…Εννοώ με την Εκκλησία, μην πάει το μυαλό σας με την θεσμική Εκκλησία, γιατί κάποιοι το ‘χουν καβαλήσει το καλάμι και σου λέει:
«αφού εγώ είμαι αυτό που λέει ο επίσκοπος, ο παπάς, ή οι επίσκοποι – ενδεχομένως στο σύνολό τους-, εγώ είμαι στην Εκκλησία, όλοι οι άλλοι είναι εκτός». Γιατί; Το λένε επισήμως, και καθηγητές πανεπιστημίου της θεολογίας αυτό το πράγμα. Κάποιοι έχουνε την πεπλανημένη αντίληψη ότι η Εκκλησία είναι οι επίσκοποι. Αυτό δηλαδή που πιστεύουνε οι επίσκοποι και οι ιερείς, το πιστεύουνε και κάποιοι θεολόγοι για να μην πω και πολλοί πιστοί. Και σου λέει, «εγώ είμαι με τον επίσκοπο, άρα είμαι
με την Εκκλησία». Δεν είναι όμως έτσι! Γιατί δεν είναι έτσι; Να θυμίσω για όσους ήσαν στο συνέδριο για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, εκεί ανέφερα ένα χωρίο για να πω ποιοι είναι εν τη Εκκλησία. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, όχι κατ’ εμέ. Έτσι; Εγώ βεβαίως είμαι επόμενος του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αλλά αυτά που λέω είναι αυτά που λέει ο ίδιος. Λοιπόν, λέει ότι οι της Εκκλησίας είναι εκείνοι που είναι οι της Αληθείας. Άπαξ δεν είσαι στην Αλήθεια, δεν είσαι στην Εκκλησία. Άρα ζητητέον αυτοί όλοι που λένε αυτά που λένε, αν είναι αυτά που είπε διαχρονικώς
η Εκκλησία. Άρα όταν λες εσύ και διακηρύσσεις παραδείγματος χάρη ότι ο Διόσκορος και ο Σεβήρος έχουν Ορθόδοξη Χριστολογία, δεν πα να το λένε όλοι οι επίσκοποι σήμερα και να νομίζουν ότι είναι στην Εκκλησία; Αυτοί είναι εκτός Εκκλησίας! Γιατί λέχθηκε κάπου. Αυτά που σας λέω δεν σας τα λέω τυχαία, γιατί αποτελούνε σημαία κάποιων σήμερα που φρονούν ότι είναι σύμφωνοι με την ηγεσία της Εκκλησίας ανά τον κόσμο, η οποία φαίνεται -η ηγεσία- να συμφωνεί πως ο Διόσκορος και ο Σεβήρος είχαν Ορθόδοξη Χριστολογία. Ναι αλλά η ίδια η υμνολογία
της Εκκλησίας, η οποία συμπυκνώνει την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας λέει -για να αφήσω όλους τους άλλους, να πω το Απολυτίκιον της Αγίας Ευφημίας– λίαν εὔφρανας, τοὺς Ὀρθοδόξους, καὶ κατήσχυνας, τοὺς κακοδόξους. Και οι κακόδοξοι είναι ο Ευτυχής, ο Διόσκορος, ο Σεβήρος, οι οποίοι ονομαστί καταδικάζονται διαχρονικώς από την συνείδηση της Εκκλησίας. Και έρχονται τώρα οι επίσκοποι αυτοί και οι καθηγητές ως υπεργολάβοι να αναλαμβάνουν αυτό το έργο και να λένε ότι εμείς αποκαταστήσαμε αυτά τα πράγματα. Αυτό [ισχύει] πλέον αφού [το] λένε όλοι -ή αν θέλετε κάποιοι άλλοι σιωπούν, άρα είναι μαζί μας- και όσοι ομιλούν -καλή ώρα
ο ομιλών- είναι φυσικά εκτός Εκκλησίας. Και νομίζουν ότι… φοβήθηκα ότι εγώ είμαι εκτός Εκκλησίας. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει «οι της Αληθείας εισί της Εκκλησίας». Αν λοιπόν λάβουμε υπόψη, δογματικώς, ότι η Εκκλησία μέχρι και σήμερα από αυτούς που φρονούν ότι ο Διόσκορος και ο Σεβήρος έχουν Ορθόδοξη Χριστολογία, τους καταδικάζει στα επίσημα κείμενά Της, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Άσχετα αν αποφάσισαν να μην διαβάζεται. Μπορεί να το αποφάσισαν να μην διαβάζεται».

33 Καρμίρης Ι. (1960). Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος Ι. Απόσπασμα εκ του
Συνοδικού της Ορθοδοξίας (σελ.244). Αθήνα.

34 Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ελέγχει τον Πατριάρχην Αθηναγόραν.
(2019,Δεκέμβριος 23). Ανακτήθηκε από
https://www.impantokratoros.gr/7BF917F2.el.aspx

35 Όταν ο Άγιος Παΐσιος διέκοψε το μνημόσυνο του Πατριάρχη
Αθηναγόρα (2019, Δεκέμβριος 23) Ανακτήθηκε από
http://salpismazois.blogspot.com/2019/03/blog-post_90.html?m=1

36 Ισαάκ Ιερομονάχου.(2004). Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου.
Άγιον Όρος σελ.691

37 Τσελεγγίδης, Δ. (2016). Θεολογική Τριλογία με αφορμή τη Μεγάλη
Σύνοδο.

38 Ιερά Μητρόπολις Κυθήρων Και Αντικυθήρων. (2019) Η Συνοδικότητα
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία. (2019,Νοέμβριος 22). Ανακτήθηκε
απόhttps://imkythiron.gr/index.php/eidiseis/teleftaia-nea/3138-

39 Καρμίρης Ι. (1960).Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος Ι. Όρος Δ΄Οικουμ. Συνόδου
(σελ.175). Αθήνα.

40 Καρμίρης Ι. (1968).Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. τόμος ΙΙ. (σελ.920) Graz-Austria :
AkademischeDruck – u. Verlagsanstalt

41 Θεοδώρου Στουδίτου. Επιστολή ΚΔ΄(24)- Θεοκτίστω Μαγίστρω. ΕΠΕ
18Β,116:
«Σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ το ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε και
ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ, φησίν, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά το ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐν τῇ
ἐρεύνῃ και φυλακῇ τῶν κανόνων».

42 Μαξίμου του Ομολογητού, Δογματικά και ἀντιρρητικά,
λειτουργιολογικά, Βίος Μαξίμου. Φιλοκαλία ΕΠΕ 15Γ,26-28 : «Ἐκείνας
οἶδεν ἁγίας καί ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἅς
ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν».

43 Η γνώμη των πλειόνων και η αλογία των ημιόνων. (2019, Δεκέμβριος
06). Ανακτήθηκε από https://orthopraxiaa.blogspot.com/2016/05/blogpost_25.html

44 Ως ανωτέρω.

45 Θεοδρομία. Ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος. ΙούλιοςΔεκέμβριος 2016.

46 Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός. (2019, Δεκέμβριος 06).
Ανακτήθηκε από https://www.impantokratoros.gr/4CCC157B.el.aspx :
«Αὕτη ἡ ἀπόφασις εἶναι κατά την ἀνορθοδοξίαν καί ἀντιορθοδοξίαν της
ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἤτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία, αὐτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καί ὀργανισμός
τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ νά ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ
ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόμα δέ καί Ἱεράρχαι, μεταξύ τῶν ὁποίων
καί Σέρβοι, νά ἐπιζητοῦν τήν «ὀργανικήν» μετοχήν καί συμπερίληψιν εἰς
το Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, το ὁποῖον, κατ’ αὐτόν τον
τρόπον γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικός «ὀργανισμός», μία «νέα
Ἐκκλησία» ὑπεράνω τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι καί μή
Ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνο «μέλη» «ὀργανικῶς μεταξύ των
συνδεδεμένα»! Ἀλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία !».

47 Πόποβιτς, Ι. (1977). Περί την μελετωμένην «ΜεγάληνΣύνοδον» της
Ορθοδόξου Εκκλησίας. (σελ.21).Αθήνα.

48 Έκκλησις Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ προς τον Αρχιεπίσκοπο
Ιερώνυμο. (2019, Δεκέμβριος 07). Ανακτήθηκε από
https://www.imkythiron.gr/index.php/eidiseis/teleftaia-nea/5264-
ekklisis-mitr-kythiron-serafeim-pros-ton-arxiepiskopo-ieronymo

49 Μητροπολίτης Νικόδημος. (2019). Στην ιστορία της Εκκλησίας δεν
δόθηκε ποτέ αυτοκεφαλία σε σχισματικούς. Ανακτήθηκε από
https://oukraniko.blogspot.com/2019/12/blog-post_7.html?m=1

50 Τσελεγγίδης Δ. (2019). Επιστολή προς την Ι.Σύνοδο. Ανακτήθηκε από
https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/31424-epistoli-kathigititseleggidi-pros-tous-mitropolites-gia-to-oukraniko : «Στην πραγματικότητα, πρόκειται γιά κατάφωρη εκκλησιαστική παρανομία, πού καθιστά αδύνατη τήν σωτηρία, όχι μόνο των Σχισματικών, ἀλλά καί αὐτῶν πού κοινωνοῦν μυστηριακῶς μαζί τους, ἀφοῦ καί αὐτοί
καθίστανται ἀκοινώνητοι (βλ. Β ́Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, πού ἐπικυρώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους Δ’, ΣΤ’ καί Ζ’)»

51 Ιγνάτιος Θεοφόρος. Προς φιλαδελφείους. PG.96,508.

52 Ιωάν. 10,5.

53 Γαλ.1,8-9.

54 Ιουδ.1,3.

55 Β’ Θεσ.3,6.

56 A’ Τιμόθ6,3-5

57 Β΄Ιωαν.1,10.

58 Ψαλμ. 25, 4-5

59 Καρμίρη, Ι. Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της Ορθοδόξου
Καθολικής Εκκλησίας. Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, Απόσπασμα εκ των
Πρακτικών της ζ’ και η’ συνεδρίας. (σελ.241) Αθήνα:
«Ημείς τους προστιθέντας ή αφαιρούντάς τι εκ της Καθολικής
Εκκλησίας (Ορθοδόξου) αναθεματίζομεν… Εί τις πάσαν παράδοσιν
Εκκλησιαστικήν έγγραφόν τε ή άγγραφον αθετεί, ανάθεμα»

60 Βασιλείου Καισαρ., Όρος ΟΒ’ Περί Ακροατών. PG 31,843: «Ὅτι δεῖ τῶν
ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς Γραφάς, δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν
διδασκάλων λεγόμενα· καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς Γραφαῖς δέχεσθαι, τὰ
δὲ ἀλλότρια ἀποβάλλειν· καὶ τοὺς τοιούτοις διδάγμασιν ἐπιμένοντας
ἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον».

61 Μεγ.Αθανασίου PG 26,1257: «Εάν ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρη αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ΄ αυτών εμβληθήναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέενναν του πυρός».

62 Ιωάννου Χρυσοστόμου. Ομιλία εις την προς Εβραίους PG 63,231: «Αλλ’
ίσως θα μας ειπή κάποιος, ότι υπάρχει και τρίτο κακό, όταν ο άρχοντας
[της Εκκλησίας] είναι κακός. Το γνωρίζω και εγώ, και δεν είναι μικρό το
κακό τούτο, αλλά και πολύ χειρότερο από την αναρχία: διότι είναι
καλύτερο να μη καθοδηγείσαι από κανένα, παρά να καθοδηγείσαι από
κάποιον κακόν. Διότι ο μεν πολλές φορές σώθηκε, και πολλές φορές
εκινδύνευσε, αλλά αυτός οπωσδήποτε θα κινδυνεύσει, οδηγούμενος
προς βάραθρα». Πως λοιπόν λέγει «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και
υπείκετε;» Αφού πιο πάνω είπε «των οποίων βλέποντες την έκβαση της
ζωής, μιμείσθε την πίστη τους», τότε είπε «Πειθαρχείτε στους
ηγουμένους σας και υπακούετε». Τι γίνεται λοιπόν, λέγει, όταν είναι
πονηρός και δεν πειθαρχούμε; Πονηρός, πως το εννοείς; Αν εξ’ αιτίας
της πίστεως, απόφευγε και παράτησέ τον, όχι μόνον αν είναι άνθρωπος,
αλλά κι αν είναι άγγελος που κατέρχεται εξ ουρανού [Γαλ. 1, 8] Αν εξ
αιτίας της ζωής του, μη ασχολείσαι […] Αλλά μη προσέχετε στη ζωή,
αλλά στα λόγια τους· διότι εξ αιτίας των ηθών δεν θα ημπορούσε κανείς
ποτέ να βλαφτεί. Γιατί; Διότι είναι φανερά σε όλους, και ο ίδιος, ακόμη
κι αν είναι πονηρός μύριες φορές, ποτέ δεν θα διδάξει πονηρά. Αλλά
όταν είναι στην πίστη [πονηρός] ούτε είναι φανερό σε όλους, κι ο
πονηρός δεν θα σταματήσει να διδάσκει. Διότι και το «Μη κρίνετε, ίνα
μη κριθήτε» είναι για τον βίο και όχι για την πίστη».

63 Μαξίμου του Ομολογητού. Συζήτησις του Αγίου Μαξίμου μετά
Πύρρου. Φιλοκαλία. ΕΠΕ 15Γ, 124.

64 Βλ.ανωτέρω ΕΠΕ 15Γ, 129.

65 Βλ.ανωτέρω ΕΠΕ 15Γ, 126.

66 Βλ.ανωτέρω ΕΠΕ 15Γ, 130

67 PG.160,105C

68 Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (2019,
Νοέμβριος 22). Ανακτήθηκε από
https://www.synaxarion.gr/gr/sid/2155/sxsaintinfo.aspx

69 Συμεών του Νέου θεολόγου. Κεφ.Πρακτικά & Θεολογικά 32.
Φιλοκαλία. ΕΠΕ 3,242.

70 Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Περί συνεχούς Μεταλήψεως, σ. 175: «Αν
ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του, μη
περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν, φεύγε και
παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος, αλλά κάν άγγελος είναι από
τον ουρανόν».

71 Διαταγ. Αποστόλων 2,19.

72 Ο άγιος Ιάκωβος, οι συμπροσευχές μετά αιρετικών και ο βαπτισμός
των αιρετικών. (2019, Δεκέμβριος 4).
Ανακτήθηκε από https://cutt.ly/6e8MPEi : «Όταν στο Γέροντα
αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα
αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε: Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος . Εκείνο που
γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας κaι βαπτισθείς
σωθήσεται».

73 Κανών ΙΖ Νικηφόρου Ομολογητού, ΣΤ’ Νικολάου Κων/πόλεως

74 Μτ.10,32

75 Γρηγορίου Παλαμά. Ομιλία ΚΕ΄ Εν τη Κυρική των Αγίων
Πάντων…ΕΠΕ10,132.

76 Ορθοδοξία και αίρεση (Από ένα γράμμα του Αγίου Ανατολίου του
νεωτέρου της Όπτινα, +1927). (2019, Δεκέμβριος 7). Ανακτήθηκε από
http://orthodox-watch.blogspot.com/2011/05/1927.html

77 Αποκ.2,12-13.

78 Αποκ.2,6.

79 Βασίλειος Καισαρ. Πρός Ιταλούς και Γάλλους Επισκόπους ΕΠΕ 2,35.

80 Βλ.ανωτέρω σελ.39.

81 Ο άγιος Ιάκωβος, οι συμπροσευχές μετά αιρετικών και ο βαπτισμός
των αιρετικών. (2019, Δεκέμβριος 4). Ανακτήθηκε από
https://cutt.ly/6e8MPEi
«Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος: Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας
ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος
είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε
στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο
φαγητό…Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο
κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη
συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης…»

82 Κανών ΣΤ΄Λαοδικείας. Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι
εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει.

83 Απάντηση στους επικριτές του Χρυσοστόμου (2019. Δεκέμβριος 6).
Ανακτήθηκε από https://www.oodegr.com/oode/protestant/sykofanties/kata_ioudaiwn_1.
htm «απορεί πώς είναι δυνατό να συνεορτάζουν οι Χριστιανοί με τους απίστους Ιουδαίους που σταύρωσαν, αρνήθηκαν και αρνούνται τον Χριστό· ‘’Πώς ουν ουκ άτοπον τους μεν εις άνθρωπον γενομένους πονηρούς μετά τοσαύτης φεύγειν σπουδής, τους δε εις αυτόν υβρίσαντας τον Θεόν ποιείσθαι κοινωνούς, και τους προσκυνούντας τον Εσταυρωμένον τοις εσταυρωκόσι συνεορτάζειν;’’. (Λόγος πρώτος, PG 48, 850). Ενώ, αναφέρει επίσης: ‘’Άκουσον των προφητών, μάλλον δε άκουσον του Θεού, μεθ’ όσης αυτάς αποστρέφεται της υπερβολής· Μεμίσηκα, απώσμαι τας εορτάς υμών. Ο Θεός μισεί και συ κοινωνείς;’’ Λόγος Ά, PG 48,853».

84 Ευσέβιος Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΙΙ 28.6: «Ἰωάννην τον Ἀπόστολον εἰσελθεῖν ποτε ἐν βαλανείῳ, ὥστε λούσασθαι, γνόντα δε ἔνδον ὄντα τον Κήρινθον, ἀποπηδῆσαι τε τοῦ τόπου και ἐκφυγεῖν θύραζε, μηδ’ ὑπομείναντα την αὐτήν αὐτῷ ὑποδῦναι στέγην, ταὐτό δε τοῦτο και τοῖς σύν αῦτῷ παραινέσαι φήσαντα˙ φύγωμεν, μη και το βαλανεῖο συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας έχθροῦ».

85 Περί αγάπης και αληθείας προς τους αιρετικούς. (2019, Δεκέμβριος
7). Ανακτήθηκε από https://www.impantokratoros.gr/A62546BC.el.aspx

86 Ιωάννης Χρυσόστομος. Ομιλία περί αγάπης. PG.63,574

87 Μεγ. Ἀθανασίου. Πίστις τῶνἉγίων 318 Πατέρων. PG.28,1641 BC

88 Μεγ. Αθανάσιος, PG 26,1188

89 Πηδάλιον (1886) σελ.53.

90 Ισαάκ Ιερομονάχου. (2004). Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου.
Άγιον Όρος.

91 Γέροντος Παϊσίου.(1998) Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο
άνθρωπο. Λόγοι Ά. Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκδοση Ιερόν
Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος».

92 Γέροντος Ιωσήφ. (2017). Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας. Άγιον Όρος.
Έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου, (σελ.61).

93 Ο μη πιστεύων κατά την παράδοσιν της Εκκλησίας άπιστος έστιν.
(2019, Δεκέμβριος 05). Ανακτήθηκε από shorturl.at/otRXY: «Εκείνοι που
ομιλούν πληθωρικά περί αγάπης νοθεύουν το περιεχόμενο της για να
περιπτυχθούν όλους τους αιρετικούς όλων των αποχρώσεων. Είναι
τόσο ψεύτικη αυτή η αγάπη όσο και τα ψεύτικα λουλούδια».

94 Αποκ.3,16 : «οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός,
μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου».

95 I.Xρυσοστόμου. ∆εῖ δὲ καὶ αἱρέσεις εἶναι ἐν ὑμῖν, ἵνα οἱ δόκιμοι
φανεροὶ γένωνται. (2019, Δεκέμβριος 9). Ανακτήθηκε από
shorturl.at/nyJPU: «Ὁρᾷς, ὅτι διὰ τοῦτο αἱρέσεις, ἐπειδὴ ἐκαθεύδησαν
οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ ἐῤῥᾳθύμησαν; ἐπειδὴ οὐ προσέσχον μετὰ
ἀκριβείας τοῖς λεγομένοις;»

96 Θεοδώρου Στουδίτου. Επιστ. ΟΔ’ ΕΠΕ 18Γ, 76.

97 Θεοδώρου Στουδίτου. Επιστολή (2) Μονάζουσι, PG 99, 1120Β.

98 Μαξίμου του Ομολογητού, Δογματικά, ΕΠΕ 15Γ,25.

99 Γρηγορίου Παλαμά. Προς Βησσαρίωνα. ΕΠΕ 4,452.

100 Όταν Ο Μέγας Βασίλειος Τα ”Έψαλε” Στόν Άγιο Γρηγόριο Τον
Θεολόγο! (2019, Δεκέμβριος 11). Ανακτήθηκε από
https://cutt.ly/5e80Vao

101 I.Xρυσοστόμου. Λόγος εις Βαβύλαν. (2019, Δεκέμβριος 11).
Ανακτήθηκε από
https://www.impantokratoros.gr/D766F984.print.el.aspx

102 Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε: «Πολλοί άγιοι Μάρτυρες, όταν δεν ήξεραν το δόγμα, έλεγαν: «Πιστεύω ό,τι θέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες». Αν κάποιος το έλεγε αυτό, μαρτυρούσε. Δεν ήξερε δηλαδή να φέρει αποδείξεις στους διώκτες για την πίστη του και να τους πείσει, αλλά είχε εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες. Σκεφτόταν: «Πως να μην έχω εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες; Αυτοί ήταν και οι πιο έμπειροι και ενάρετοι και άγιοι. Πως εγώ να δεχθώ μια ανοησία; Πως να ανεχθώ να Βρίζει ένας τους Αγίους Πατέρες;» Να έχουμε εμπιστοσύνη στην παράδοση. Σήμερα, δυστυχώς, μπήκε η ευρωπαϊκή ευγένεια και πάνε να δείξουν τον καλό. Θέλουν να δείξουν ανωτερότητα και τελικά πάνε να προσκυνήσουν τον διάβολο με τα δύο κέρατα. «Μια θρησκεία, σου λένε, να υπάρχει» και τα ισοπεδώνουν όλα».
Γέροντος Παϊσίου. (1998). Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο
άνθρωπο. Λόγοι Α. Σουρωτή Θεσσαλονίκης: Έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριο
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος».

103 π.Αθανάσιος Μυτιληναίος. Όταν ο λαός δεν αντιδρά. (2019,
Νοέμβριος 18). Ανακτήθηκε από shorturl.at/aBHSY : «Γι αυτό, ο λαός
πρέπει όταν βλέπει κάτι κακό, να αντιδρά. Το ίδιο πράγμα ισχύει και εις
την Εκκλησία, όταν άρχοντες κακοί επιβάλλουν φερ’ ειπείν αιρετικές
θέσεις ή ότι άλλο, ο λαός θα φωνάξει, θα διαμαρτυρηθεί. Θα
επαναλάβω: δεν θα κάνει επανάσταση, αλλά θα διαμαρτυρηθεί και
αυτό σημαίνει υγεία και συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να τιμωρηθεί ο
λαός. Όταν όμως ο λαός δεν αντιδράσει, τότε θα τιμωρήσει ο Θεός και
τους άρχοντες και το λαό».

104 Βασιλειάδης, Ν. (2014). Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των
Εκκλησιών. σελ.171. Αθήναι, Έκδοση Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ».

105 PG 48,941-942.

106 Δοξαστικό των Αίνων της Αγίας και Μεγάλης Τρίτης.

107 Αθην. Κοκκινάκη. Ιερού Βικεντίου του Ληρινίτου Υπομνήματα
(Commonitoria).(σελ.673)

108 Λκ.10,16: «῾Ο ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ
ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με».

109 Apophthegmata Patrum PG. 65,283: «Ἔλεγεν ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς ἐν
Σκήτει· ἐὰν φυλάξωμεν τὰς ἐντολὰς τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐγὼ ἐγγυῶμαι
ὑμᾶς πρὸς τὸν Θεόν, ὅτι βάρβαροι οὐκ ἔρχονται ὧδε! Εἰ δὲ μὴ
φυλάξωμεν, ἐρημωθῆναι ἔχει ὁ τόπος οὗτος».

110 Ιω.9,25.

111 Ιω. 15,5: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ
κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε
ποιεῖν οὐδέν».

112 Συμεών του Νέου θεολόγου. Κεφ.Πρακτικά & Θεολογικά 32.
Φιλοκαλία. ΕΠΕ 3,242.

113 Κανών ΙΘ’ Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου.

114 Γέροντος Παϊσίου. (1998). Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο
άνθρωπο. Λόγοι Α. Σουρωτή Θεσσαλονίκης: Έκδοση Ιερόν
Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος».

115 Ιωάννου Χρυσοστόμου. Εις τας Πράξεις. ΕΠΕ 15,116. : « «Βουλόμεθα
ἃπαντες ὑγιαίνειν» ὡς καί οἱ ἱατροί ».

ΠΗΓΗ.https://tasthyras.wordpress.com/

Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας σε προϊστάμενο της CIA: »Οι οδηγίες σας θα εκτελεστούν πιστά»

truman athenagoras

Του Matthew Namee | Orthodoxhistory.org


Ηταν για πολύ καιρό ένα κοινό μυστικό πως η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα ως Οικουμενικός Πατριάρχης είχε διευθετηθεί, ή τουλάχιστον διευκολυνθεί, από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όμως είναι δύσκολο να γράψει κανείς ως ιστορικός, καθώς ακόμα κι’ οι πιό τράνταχτες αποδείξεις τείνουν να διατηρούνται σε απόκρυψη.

Εν τούτοις, περιστασιακά ξεφεύγουν κάποιες πληροφορίες!

Πρόσφατα έψαχνα σε σελίδες παλαιών εγγράφων στη βάση δεδομένων της CIA που απελευθερώθηκαν βάσει της Πράξης Ελευθερίας της Πληροφόρησης (Freedom of Information Act).truman athenagorasΟ Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας με τον Πρόεδρο Τρούμαν, 1947

Ένας φάκελος περιέχει ένα μεγάλο αριθμό εγγράφων από τον προκάτοχο της CIA, την OSS, και όλα επικεντρώνονταν στην Ελλάδα της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Θαμένα μέσα στις περίπου 300 σελίδες αυτού του φακέλου είναι και διάφορα ζητήματα που αναφέρονται στον Αθηναγόρα, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν Αρχιεπίσκοπος στην Ελληνικὴ Αρχιεπισκοπή της Βορείου και Νοτίου Αμερικής.

Σε ενα διαϋπηρεσιακό σημείωμα με ημερομηνία 26 Μαρτίου, 1942, ένας πράκτορας που ονομάζεται Ulius L. Amoss έγραφε σε συνάδελφό του στην OSS, με το ονομα David Burns:

«Ο Αρχιεπίσκοπος ηταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος που σε συνάντησε και γευμάτισε μαζί σου. Μου είπε πως όλες οι υπηρεσίες του οργανισμού του βρίσκονται στη διάθεσή σου.

Όπως το έθεσε με τα δικα του λογια: «Έχω τρεις Επισκόπους, 300 ιερείς και μία μεγάλη και ευρέως εξαπλωμένη οργάνωση. Όσοι είναι υπό τις διαταγές μου, είναι υποτακτικοί σου! Μπορείς να τους διατάξεις γιά όποια υπηρεσία τους χρειάζεσαι. Αθηναγόρας στον πρόγονο της CIA: «Δεν θα υπάρξουν ερωτήσεις και οι οδηγίες σας θα εκτελεστούν πιστά. Σας παρακαλώ όπως πείτε στον κ. Burns ότι εκ μέρους μου ισχύει αυτό.»

Ένα μήνα αργότερα, στις 25 Απριλίου, ο 56χρονος Έλληνας Αρχιεπίσκοπος προσπάθησε να καταταχτεί στο στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών, όμως του αρνήθηκαν.

Λίγες εβδομάδες μετά από αυτό, στις 14 Μαΐου, ὁ Ulias L. Amoss, ο ίδιος πράκτορας πληροφοριών που έγραψε το σημείωμα της 26ης Μαρτίου, έγραψε επιστολή στον Αθηναγόρα, για να τον ευχαριστήσει για την διαρκή συνεργασία με την Ελληνική Αρχιεπισκοπή, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Η φροντίδα με την οποίαν οι Επίσκοποι και οι Ιερείς συνεργάστηκαν, μας έχει εντυπωσιάσει όλους και η πληροφορία ότι, ίσως μέχρι και 100.000 ονόματα θα επιστραφούν σε μας είναι απίστευτη.»

William J. DonovanΟ William J. DonovanΤην ίδια μέρα, ο ίδιος ο William J. Donovan – επικεφαλής του OSS – έγραφε επίσης στον Αθηναγόρα: «Οι αναφορές και περιγραφές των Ελληνο-Αμερικανών νέων με ηλικία στράτευσης που τόσο ευγενικά έχετε αναλάβει, έρχονται σε μας ως εξαιρετικά μεγέθη. Η φροντίδα με την οποία η Εξοχότητά σας πέτυχε αυτή τη σημαντική υπηρεσία, είναι μεγάλης σημασίας για τις ένοπλες δυνάμεις μας, και επιθυμώ να σας εκφράσω την βαθειά εκτίμησή μου για την πιστή και πατριωτική σας βοήθεια.»

Επειδή ο Donovan είχε φύγει από την πόλη, ο Αθηναγόρας περίμενε μέχρι τις 16 Ιουλίου για να απαντήσει.

Παραθέτουμε το πλήρες κείμενο της επιστολής του Αρχιεπισκόπου:

Αγαπητέ μου κ. Donovan,

Έλαβα την εγκάρδια επιστολή σας της 15ης Μαΐου, όταν όμως έμαθα ότι στο μεταξύ είχατε αναχωρήσει, περίμενα μέχρι την επιστροφή σας για να σας γράψω.

Σας καλοσωρίζω πίσω και σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για την επιστολή σας και το περιεχόμενό της. Με υποχρεώσατε πάρα πολύ, επειδή νομίζω πως δεν κάνω τόσα πολλά για τις Η.Π. στις οποίες είμαι τόσο καταχρεωμένος.

Παρόλα αυτά είμαι έτοιμος να υποβάλω τον εαυτό μου σε οποιοδήποτε καθήκον και να κάνω την κάθε πιθανή θυσία για την πολυαγαπημένη χώρα μας, η οποία αγωνίζεται για την Παγκόσμια ελευθερία και δικαιοσύνη και για τη Νέα Ημέρα που έρχεται.

Είμουν στην Ουάσιγκτον πριν λίγες ημέρες, και θα ερχόμουν να σας δω άν δεν με καλούσαν πίσω στη Νέα Υόρκη.

Να είστε όμως σίγουρος, ότι με την πρώτη ευκαιρία θα έλθω στην Ουάσιγκτον για να σας συναντήσω προσωπικά, και να εκδηλώσω τον γνήσιο θαυμασμό μου προς εσάς.

Με εκτίμηση πάντα δικός σας,
Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας

Είναι εκπληκτικό που αυτά τα έγγραφα έχουν δημοσιευτεί στο κοινό, καθώς αντιπροσωπεύουν την αρχή μιας πολύ γνωστής αλλά όχι πολυ-δημοσιευμένης σχέσης μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Αθηναγόρα και αξιωματούχων της υπηρεσίας πληροφοριών των Η.Π.Α.

Το 1942, ο Αθηναγόρας ανάδειξε τον εαυτό του ως αξιόπιστος σύμμαχος της κυβέρνησης των Η.Π.Α., και παρόλο που αυτός ο πολεμικός πατριωτισμός του δεν είναι αναγκαία ασυνήθιστος, το γλωσσικό του είναι απαράδεκτα έντονο: «Δεν θα υπάρξουν ερωτήσεις και οι οδηγίες σας θα εκτελεστούν πιστά.»

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας παρέμεινε μία πολύτιμη πηγή για την υπηρεσία πληροφοριών των Η.Π.Α.

Μιά αναφορά που ετοιμάστηκε από το OSS μετά την 31η Δεκεμβρίου 1944, καταγράφει τον Αθηναγόρα ανάμεσα στους συνδέσμους-κλειδιά.

Η αναφορά του OSS σημειώνει, «Το Υπουργείο Εξωτερικών και άλλες εκτελεστικές υπηρεσίες δύσκολα μπορούν να καλλιεργήσουν συνδέσμους με τέτοιου είδους ελευθερία και χωρίς να θέσουν το υπηρεσιακό κύρος των εν λόγω ατόμων υπό αμφισβήτηση, και να προκαλέσουν κριτική απο πολιτικά εχθρικά στρώματα. Παρόλα αυτά, έγινε πιθανή για το Τμήμα τῶν Ξένων Εθνοτήτων (του OSS), να μιλήσει ενδόμυχα και όσο συχνά χρειάζεται με τέτοιους άνδρες.»

Ο κατάλογος «τέτοιων ανδρών» περιλαμβάνει, όχι μόνον τον Αθηναγόρα, αλλά και τον Επίσκοπο Αλβανίας Fan Noli και τον Σέρβο Επίσκοπο Dionisjie Milivojevich.

Η σχέση μεταξύ του Αθηναγόρα και της κυβέρνησης των Η.Π.Α. αποδείχτηκε επωφελής και για τα δύο μερη.

Όταν ο Αθηναγόρας εξελέγη ως Οικουμενικός Πατριάρχης στα τέλη του 1948, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη με το Προεδρικό Αεροσκάφος του Προέδρου Truman (που ονομάστηκε, όλως περιέργως, «Ιερή Αγελάδα»).

Από τη νέα θέση του στο Φανάρι, ο Αθηναγόρας υπηρέτησε ως υποστηρικτής των Αμερικανών, σε αντιστάθμισμα πρός το Πατριαρχείο Μόσχας, που ήταν υποστηρικτής των Σοβιετικών.

Αλλά αυτή είναι μιά άλλη ιστορία, για μιά άλλη μέρα….

Πρωτότυπη είδηση: Greek Archbishop to proto-CIA: «Your directions will be executed faithfully»

Μετάφραση: Romfea.gr

Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς γνώμονας χρηστῆς διοίκησης [Πρός ὑποψηφίους γιά τό ”ἄθλημα τῆς πόλης”]

Γράφει ο Φώτιος Μιχαήλ

Τό «ἄθλημα τῆς πόλης», δηλαδή ἡ ὑπεύθυνη καί σοβαρή ἐνασχόληση μέ τά κοινά, ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους χαρισματούχους καί ἀξιόπιστους.
Τό ἐρώτημα εἶναι: Ποῦ θά ψάξουμε νά βροῦμε αὐτά τά πρόσωπα καί μέ ποιά κριτήρια ἀναζήτησης; Μέ ποιό μέτρο;

Τό μέτρο, πού μετράει μέ ἀκρίβεια τό μπόϊ μας τό πολιτικό, θά ἐπιχειρήσουμε νά τό δανειστοῦμε ἀπό μιά κορυφαία μορφή τῆς Βυζαντινῆς Ἀναγέννησης, τόν Μέγα Φώτιο.
Σέ παραινετική του ἐπιστολή, πού απευθύνεται, τόν Μάϊο του 861, πρός τόν τότε νεοφώτιστο χριστιανό ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Βόγορι-Μιχαήλ, ὑποδεικνύει ὅλες τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις χρηστῆς καί ἐπιτυχημένης διοίκησης.
Ἡ παρουσίαση ὀλόκληρης τῆς ἐπιστολῆς, γιά λόγους πρακτικούς, δέν εἶναι ἐφικτή, γι’ αὐτό καί θά περιοριστοῦμε μόνον σέ μιά σύντομη ἀλλά ἀρκούντως σαφή και διαφωτιστική ἀναφορά.
Γράφει λοιπόν ὁ Ἅγιος καί Μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης Φώτιος:
1ον). «Ὁ τῶν ἀρχόντων τρόπος νόμος γίνεται τοῖς ὑπό χεῖρα».
Τό ἦθος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος γιά τόν ἁπλό λαό. Πρῶτοι καί κύριοι ὑπεύθυνοι γιά τήν φαυλότητα (ἤ τήν σπουδαιότητα) μιᾶς χώρας εἶναι οἱ ἄρχοντές της, πού ἀποτελοῦν ”ὑπογραμμόν καί παράδειγμα”. Φαῦλοι ἄρχοντες διαπλάθουν φαύλους πολῖτες.
2ον). «Οἱ περί τόν ἄρχοντα φαῦλοι καί τόν ἐκείνου συνδιαβάλλουσι τρόπον».
Στόν ἐκφαυλισμό τῶν ἀρχόντων (καί συνακόλουθα τοῦ λαοῦ) συμβάλλει τά μέγιστα τό ”περιβάλλον” τους.

3ον). «Ὅταν τις ἄρχῃ ἑαυτοῦ, τότε νομιζέτω καί τῶν ὑπηκόων ἄρχειν ἀληθῶς».
Ὅταν ὀ ἄρχων ἄρχει στόν ἑαυτό του (καί στό περιβάλλον του), τότε ἄρχει πραγματικά καί στόν λαό.
4ον). «Κτῷ τοίνυν φίλους μή τούς φαύλους, ἀλλά τούς ἀρίστους».
Κάνε, λοιπόν, φίλους, ὄχι τούς φαύλους, ἀλλά τούς πιό καλούς.
5ον). «Μή ζήτει δέ παρά φίλων ἀκούειν τά ἡδέα, ἀλλά τά ἀληθῆ μᾶλλον. Διό μέγιστον ἡγοῦ φίλους κολάκων διαφέρειν».
Μή ζητᾶς ἀπό τούς φίλους νά ἀκοῦς ὅ, τι σέ εὐχαριστεῖ, ἀλλά τήν ἀλήθεια. Ἄλλο πρᾶγμα οἱ φίλοι καί ἄλλο οἱ κόλακες.
6ον). «Πολλαχόθεν δεῖ τόν ἄρχοντα θηρεύειν τῶν ὐπηκόων τάς γνώμας, καί οὕτω κοινωνοῖς χρῆσθαι φιλίας καί ἀρχῆς καί βουλευμάτων».
Στίς ἀποφάσεις γιά τήν εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ἀνάγκη νά ζητᾶς τήν γνώμη τους, ὥστε νά τούς κάνεις μετόχους καί φιλίας καί ἀρχῆς καί ἀποφάσεων.
7ον). «Ἄρχοντας μέν τινες ἔφησαν ἀρετήν ἐκ μικρᾶς μεγάλην πόλιν ποιῆσαι· ἐγώ δέ μᾶλλον ἄν φαίην τό ἐκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι».
Λένε πώς ἄξιος ἄρχοντας εἶναι ὅποιος κάνει μεγάλη μιά μικρή χώρα. Ἐγώ ὅμως λέω πώς ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ἄν κατορθώσει νά κάνει σπουδαία μιά πολιτεία φαύλη.
8ον). «Τάς μετά σφοδρότητος ὑποσχέσεις εὐλαβεῖσθαι χρή».
Πρέπει νά προσέχεις τίς ὑπερβολικές ὑποσχέσεις.
9ον). «Χρυσός ἅπαντα τά ἀνθρώπινα στρέφει. Ἄχρηστον καί νομίζων καί πᾶσιν ἐπιδεικνύς τόν τοῖς φιλοῦσιν ἰσχυρόν ἐπίβουλον, χρυσόν».
Τό χρυσάφι ἀνατρέπει τά πάντα στούς ἀνθρώπους. Νά θεωρεῖς ἄχρηστον τόν χρυσό, πού εἶναι φοβερή παγίδα ὅσων τόν ἀγαποῦν, καί νά τό δείχνεις σέ ὅλους.
10ον). «Ὅσῳ δέ τις προέχει τῇ αρχῇ, τοσούτῳ χρεωστεῖ πρωτεύειν καί τῇ ἀρετῇ».

Ὅσο πιό μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾶ κάποιος, τόσο πιό πολύ ὀφείλει νά διακρίνεται καί στήν ἀρετή.
Στήν τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀλλά καί στήν κεντρική πολιτική σκηνή τῆς Πατρίδας μας, ὑπάρχουν ἄραγε ἱκανοί καί πρόθυμοι ἄνθρωποι, να βάλουν σέ ἐφαρμογή τίς πολύτιμες αὐτές παραινέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου;
Προσωπικῶς ἐκτιμῶ πώς ὑπάρχουνε, καί μάλιστα πολλοί. Ἁπλῶς ἡ φανέρωσή τους θά ἔρθει στήν ὥρα, πού θά τό ἀξίζουμε: Ὅταν δηλαδή, ὡς λαός, πάψουμε να μεμψιμοιροῦμε καί πάρουμε ἐπιτέλους τήν ἀπόφαση, νά ἀγωνιστοῦμε γενναῖα ἔχοντας γιά παράδειγμα τούς δικούς μας Δασκάλους, τούς δικούς μας Ἥρωες καί τούς δικούς μας Ἁγίους.
Τά ξένα πρότυπα, δυστυχῶς, ἀποδείχθηκαν ὀλέθρια γιά τό Γένος μας. Φαίνεται πώς εἶναι καιρός, νά ξαναγυρίσουμε στίς ρίζες μας· νά ἐπιστρέψουμε καί πάλι στίς ἀξίες καί τά ἰδανικά τοῦ δικοῦ μας Τρόπου. Διότι ἐκεῖ μονάχα θά ξαναβροῦμε τίς δυνάμεις καί τό κουράγιο, πού τώρα χρειαζόμαστε.
Σημείωση:
Τά παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς καί ἡ νεοελληνική τους ἀπόδοση προέρχονται ἀπό τό βιβλίο, τῶν ἐκδόσεων ΑΡΜΟΣ, μέ τίτλο ”Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως- Ο ΗΓΕΜΩΝ”.

Εἶναι «τυπικὴ» καὶ ἄνευ σημασίας ἡ ἔγκρισις τῆς Αὐτοκεφαλίας ὑπὸ τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν;   

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

«Ἡ ἀπόδοσις τοῦ ‘’Πατριαρχικοῦ δικαίου’’ εἴς τινα θρόνον ἦτο κατὰ τὴν κανονικὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας κανονικὸν δικαίωμα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἢ ὁμοφώνου τουλάχιστον πράξεως τῶν πατριαρχικῶν θρόνων’’, ἀναφέρει ὁ καθηγητὴς κ. Φειδᾶς στὴ μελέτη του ποὺ τιτλοφορεῖται «Τὸ ‘’αὐτοκέφαλον’’ καὶ τὸ ‘’αὐτόνομον’’ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».
Ἐνῷ τὸ κανονικὸ δικαίωμα γιὰ ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας ἀνῆκε καὶ ἀνήκει στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, γιὰ πρακτικοὺς λόγους καταλήξαμε σήμερα τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νά ἐκχωρεῖ τὴν Αὐτοκεφαλία σὲ μία Τοπικὴ Ἐκκλησία μέ ἔγκριση ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες. Τὸ νὰ θεωρήσει ὅμως κανεὶς τὴν ἔγκριση τῆς ἐκχώρησης Αὐτοκεφαλίας ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες, ὡς ἁπλὰ ‘’τυπικὴ’’ καὶ ἄνευ σημασίας εἶναι λάθος. Ἡ Αὐτοκεφαλία ἀποτελεῖ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ὅτι ἁρμόδια διὰ τὴν ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἔτσι διασφαλίζεται καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα.
‘’Ὁμόθυμος σύνοδος ἢ ὁμόθυμος συμφωνία πάντων τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀποτελοῦν τὸ κανονικὸν ὄργανον ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου ἢ τοῦ αὐτονόμου ἐκκλησίας τινός, Πᾶσα δὲ ἄλλη διαδικασία εἶναι ἀντικανονικὴ καὶ ὄχι μόνο δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν ἑνότητα, ἀλλὰ τουναντίον διὰ τῆς καταπατήσεως τῆς κανονικῆς παραδόσεως διαβιβρώσκει καὶ διασπᾶ τὴν ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καὶ ἀγάπῃ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας’’, ἀναφέρει ὁ κ. Φειδᾶς στὴν προαναφερθεῖσα μελέτη του.
Τὸ ὁμόγνωμον τῶν Ἐκκλησιῶν στὸ ζήτημα τῆς Αὐτοκεφαλίας, ἐξασφαλίζει τὴν οἰκουμενικότητά της καὶ ὡς ἐκ τούτου τὴν ἑνότητά της. Δὲν μποροῦμε θὰ θεωροῦμε ὅτι δὲν τίθεται θέμα οὐσιαστικῆς ἔγκρισης τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες. Ἡ προϋπόθεση τῆς οὐσιαστικῆς ἔγκρισής της, τὸ ὁμόγνωμον τῶν Ἐκκλησιῶν, διασφαλίζει τὴν οἰκουμενικότητα τῆς ἐκχώρησης τῆς Αὐτοκεφαλίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἑρμηνεύουν τὸ μεταγενέστερο τοῦτο ἔθος, ποὺ γιὰ πρακτικοὺς λόγους γίνεται, τὸ νὰ ἐκχωρεῖ δηλαδὴ τὴν Αὐτοκεφαλία τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ ἀκολουθεῖ ἡ ἔγκρισή της ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες, ὡς ‘’μετάθεση’’ τοῦ Συνοδικοῦ τούτου κανονικοῦ δικαιώματος καὶ προσδίδουν τοιουτοτρόπως προνομιακὴ ἐξουσία στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας, ὑποβαθμίζοντας σὲ ἀκραῖο βαθμὸ τὸ ὁμόγνωμον τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν στὸ θέμα τοῦτο, σὲ τέτοιο βαθμὸ μάλιστα, ποὺ νὰ θεωρεῖται ὡς ἁπλὰ ‘’τυπικὴ’’ ἡ προσυπογραφή τους καὶ κατ’ οὐσίαν ‘’ἄνευ σημασίας’’.
Θεωροῦν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου ἔχει ἐπιλυθεῖ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομε μετάθεση τοῦ Συνοδικοῦ τούτου κανονικοῦ δικαιώματος στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο; Ἂν ἴσχυε τὸ ἐπιχείρημά τους, τότε ποιὸς λόγος συνέτρεχε νὰ τεθεῖ τὸ θέμα τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου στὶς πλεῖστες Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ στὶς Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διακέψεις; Ἀπὸ ποῦ τεκμαίρεται ὁ ἰσχυρισμός τους; Ἔχει ἐπιλυθεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἔχει παρθεῖ κάποια ὁμόφωνη ἀπόφαση; Ἢ μήπως τὸ ‘’ὁμόγνωμον’’ προσπερνᾶται, ὅπως καὶ ἢ ἐκκλησιαστικὴ προϋπόθεση τῆς ἑνότητας;
Μπορεῖ μία πράξη νὰ χαρακτηρισθεῖ ἐκκλησιαστική, ὅταν προκαλεῖ διάσπαση στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα; Ποιὸ ἔθιμο ὡς κανόνας δικαίου, μπορεῖ νὰ τεθεῖ ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας; Τὴν ἐκκλησιαστικὴ προϋπόθεση τῆς ἑνότητας, γιατί τὴν προσπερνοῦν; Τὸ ὁμόγνωμον, τὸ ὁποῖο ἐξασφαλίζει τὴν οἰκουμενικότητα τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου, γιατί τὸ προσπερνοῦν;