ΟΙ ΦΡΙΚΤΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΣΥΝΟΔΟ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

του Θεολογου κ. Νικ. Σαββοπουλου

Παρατηρείται πολλές φορές η προδοσία ενός εκκλησιαστικοῦγεγονότος να προμηνύεται με αποπροσανατολιστικά γεγονότα. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή και εμβάθυνση στα τεκταινόμενα.
Το ιστολόγιο «Ομολογία» σχολιάζει:

«Ρωτουμε και μας απασχολει εντονα το ερωτημα: Μηπως η βαρυτητα που δινεται στον εγερθεντα θορυβο για τον αγραμματο τον Φιλη, ειναι μεγαλυτερος απο τον θορυβο που οφειλουμε να διατηρησουμε για την ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ Των Χανιων, τωρα που συνερχεται η ενοχη Ιεραρχια; 
Μηπως ειναι ΠΑΓΙΔΑ για να αποτραπη ο μεγαλος θορυβος και η μεγαλη οργη, που υπαρχει, κατα των αρχιερεων που υπεγραψαν;» https://apotixisi.blogspot.gr/2016/09/blog-post_49.html
Είδαμε στο παρελθόν παρόμοια γεγονότα όπως η κόντρα Φαναρίου και Αθήνας για το θέμα τῶν Νέων Χωρῶν, με το σφραγισμένο φάκελο στην ΔΙΣ, που κορυφώθηκε από τον Δεκέμβριο 2015 μέχρι και τον Ιούνιο 2016. Στο διάστημα αυτό έβαλε τις προδοτικές υπογραφές ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος στην Προσυνοδική Διάσκεψη στην Γενεύη το Ιανουάριο 2016 (ασχέτως αν δεν πήγε ο ίδιος), έγινε η επίσκεψη τοῦαιρεσιάρχου «Πάπα» στην Λέσβο και τέλος η συμμετοχή τῆς Εκκλησίας τῆς Ελλάδος στην παναιρετική και ληστρική «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Μνημονεύουμε τα γεγονότα με τα εξής αποσπάσματα:
8 Δεκεμβρίου 2015: Μια ηχηρή απουσία θα έχει η Σύνοδος που διοργανώνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον Ιανουάριο, που αφορά την προετοιμασία της Πανορθόδοξου Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος με επίστολή του, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γνωστοποιήσε ότι δεν θα παραστεί για προσωπικούς λόγους. ………….
Πάντως μέχρι στιγμής δεν έχουν γνωστοποιηθεί οι λόγοι για τους οποίους ο Αρχιεπίσκοπος δεν θα μετέχει στην Σύνοδου του Ιανουαρίου. http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/4946-ixiri-apousia-arxiepiskopou-apo-tin-sunodo
3 Φεβρουαρίου 2015 ΔΙΣ: Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός ενημέρωσε πλήρως την Ιερά Σύνοδο για τη Σύναξη των Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γενεύη, στην οποία εκπροσώπησε τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο. Ακολούθησε ευρύτατη συζήτηση για το θέμα αυτό και για την μέλλουσα να συγκληθή Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο θα εκπροσωπηθεί η Εκκλησία της Ελλάδος.
Ο Μακαριώτατος κατέθεσε σφραγισμένο φάκελο, τον οποίο χαρακτήρισε απόρρητο, προκειμένου να φυλαχθεί στο εμπιστευτικό Αρχείο της Αρχιγραμματείας της Ιεράς Συνόδου, χωρίς προς το παρόν να γίνει περαιτέρω χρήση του.http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/6306-dis-energeies-pou-uponomeuoun-tin-ekklisia-tis-ellados-apodekti-i-paraitisi-karpenisiou
5 Απριλίου 2016: … η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφάσισε, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που δίδεται η εικόνα ότι η ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών δοκιμάζεται, να απευθύνει πρόσκληση στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, ώστε αυτός να τιμήσει με την παρουσία του το νησί της Λέσβου την ημέρα επίσκεψης του Πάπα Φραγκίσκου. http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/7447-oikoumenikos-arxiepiskopos-kai-papas-fragkiskos-sti-lesbo
Και τελικά…. δεν υπήρχε θέμα! Βλ.  Ανακοινωθέν τῆς 22ης Ιουνίου 2016 τοῦ  Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις «νέες χώρες» http://thriskeftika.blogspot.gr/2016/06/blog-post_314.html
Αλλά και κατά την διάρκεια της «Συνόδου» υπήρξε μια περίεργη «κόντρα» μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος στην οποία ακολούθησε η προδοτική πρόταση για το κείμενο «Σχέσεις τῆς Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου είχε επισκεφθή τον κ. Ιερώνυμο μετά την Ιεραρχία τῆς Εκκλησίας τῆς Ελλάδος και πρίν από την «Σύνοδο» τῆς Κρήτης:
13 Ιουνίου 2016:  Εθιμοτυπική επίσκεψη στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο πραγματοποίησε το πρωί ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος.http://www.romfea.gr/ekklisia-kyprou/8870-o-arxiepiskopos-kuprou-ston-arxiepiskopo-ieronumo-foto

Η κατάργηση τ
ς Ορθοδοξίας
Με την «Σύνοδο» τῆς Κρήτης επαληθεύθηκε η προφητεία του Κοσμά Μοναχοῦ Φλαμιάτου (+1852) ο οποίος «ἐνημέρωνε τοὺςὈρθοδόξους Χριστιανοὺς ὅτι ὑπάρχει ἐν ἐξελίξει μεγάλη καταχθόνιος ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἔθνους ἐπιβουλή, μέσῳ τῆς ἐκπαιδεύσεως στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτικῆς Διοικήσεως εἰς Δυτικὰς Σχολάς, μέσω μυστικῶνἑταιριῶν καὶ προγραμμάτων προπαγάνδας, μέσῳ τῆς δημιουργίας τῆς κοινῆς γνώμης, τῆς στρεβλώσεως εἰς τὴν μόρφωσιν, τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς, τῶν σκανδάλων καὶσχισμάτων, τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, τς Καταργήσεως τς ρθοδοξίας. Προεπε μάλιστα τι θλθ μέρα ταν θ θελήσουν ν καταργήσουν τνρθοδοξίαν δι μεγάλης Οκουμενικς Συνόδου.
Ὁ Κοσμᾶς ὁ Φλαμιᾶτος ἐστηλίτευσε τοὺς ὕπουλους μηχανισμοὺς οἱ ὁποῖοι δροῦσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Κύπρον καὶ εἰς αὐτὸἀκόμη τὸ Ἅγιον Ὄρος.» http://xristianorthodoxipisti.blogspot.gr/2015/07/blog-post_14.html

Ο Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργίας τ
ς Συνόδου τς Κρήτης
Μία από τις προδοσίες τῶν Ιεραρχῶν είναι η μη καταδίκη τοῦΚανονισμοῦ Λειτουργίας τῆς «Συνόδου». Ως εκλεκτός τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος επέβαλε τον κανονισμό λειτουργίας στους Επισκόπους και δρομολόγησε την πορεία να ασχοληθούν αμέσως με τα κείμενα. Οι Επίσκοποι έμειναν επί τῶν πλείστων εντελῶς αδιάφοροι για ό τι δήποτε αφού, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, 16 απ’ αυτούς ανταποκρίθηκαν με την αποστολή τῶν απόψεῶν τους πάνω στα κείμενα. http://aktines.blogspot.gr/2016/05/blog-post_434.html
Ο κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος (Καθηγητής Εκκλ. Δικαίου) τονίζει στην μελέτη του ότι ο κανονισμός λειτουργίας τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης είναι αντιεκκλησιαστικός και αντικανονικός:
«2.3.6. – ΠΩΣ ΑΝΑΛΥΕΤΑΙ Ο 6ος ΛΟΓΟΣ – ΜΕΛΗ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΨΗΦΟ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΟΙ ΔΕΚΑ (10) ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΕΣ (ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»), ΕΝΩ ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΕΧΟΥΝ ΩΣ ΜΕΛΗ ΤΟΥΣ ΜΟΝΟΝ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΑΙΡΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ»
http://www.pentapostagma.gr/2016/09/%CE%BA%CE%B1%CE%B8-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B6%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%B9.html
Ομοίως και ο Ορθόδοξος Τύπος της 23ης  Σεπτεμβρίου 2016 φ. 2132 γράφει:
«Αντιλαμβανόμεθα ότι το ζήτημα τῆς ψήφου είναι σημαντικώτερον από το ζήτημα τῆς ορολογίας δια τους αιρετικούς; Οι Ιεράρχαι φαίνεται ότι δεν το συνειδητοποιούν. Παραπονοῦνται εκτενῶς δια το αν γίνη χρήσις τοῦ όρου Εκκλησία, …………….. και δεν αντιλαμβάνονται ότι την ίδιαν στιγμήν υπονομεύεται η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία με την αλλοίωσιν τῆς εσωτερικῆς της εκκλησιολογίας! Με τους Προκαθήμενους ως Πάπες και τους Ιεράρχας να λαμβάνουν την επισκοποσύνην τους λόγω υπάρξεως τῶν «Πρώτων».»

Tο κείμενο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον»
Ο Μοναχός π. Σάββας Λαυριώτης σε πρόσφατη ομιλία του για τον κανονισμό λειτουργίας και τα κείμενα τῆς «Συνόδου» παρατηρεί τα εξής:
«Οι οικουμενιστές χρησιμοποιούν ένα τέχνασμα …… στα περισσότερα κείμενα μέσα στην Σύνοδο χρησιμοποιούν πάντα με μία αλήθεια και το ψεύδος (15:38’). …….. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η νηστεία. Έως το άρθρο 8 επαινείται ο θεσμός τῆς νηστείας. …….. Στο άρθρο 8 ανατρέπονται άρδην τα έως εκεί γραφθέντα. Στο άρθρο 8 γίνεται λόγος για χαλάρωση τῆς νηστείας υπό τῶν πιστῶν, κυριολεκτικά μιλάμε για ακύρωση τῆς νηστείας. Ακολούθως και μετά από λίγες γραμμές,  ………. αναφέρονται άλλοι λόγοι ….. Προκρίνεται ο εύκολος δρόμος τῆς κατάργησης τῆς νηστείας ……… καταργείται το φρόνημα τοῦχριστιανοῦ……… Θέλουν να επιβάλουν την εκκοσμίκευση τῶν Παπικῶν.»  (22:50’).
https://www.youtube.com/watch?v=fT2a-tz3Gg0

Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»

Όπως και στο κείμενο «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού» υπάρχει πλήρη εξίσωση τῆς Ορθοδοξίας μετά τῶν αιρέσεων, και συγκεκριμένα εδώ με την χρήση τῆς λέξεως«άλλων». Ο κ. Αδαμάντιος Τσακίρογλου, Κλασσικός φιλόλογος, αναφέρει:
«…λλων τεροδόξων χριστιανικν κκλησιν μολογιν. Αὐτὴ ἰδιαίτερα ἡ διατύπωση ἀναιρεῖ κάθεἐννοιολογική λογικὴ. Ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὴν ἐπιμεριστικὴἀντωνυμία ʺἄλλοςʺ ναφερόμαστε σ μέρη νς συνόλου.»http://aktines.blogspot.gr/2016/06/blog-post_768.html)
Το άλλο μέρος τοῦ συνόλου είναι «Η Ορθόδοξος Εκκλησία» που αναφέρεται στην αρχή τῆς φράσεως και έτσι ό τι αναφέρεται στους αιρετικούς ισχύει και για την Ορθόδοξο Εκκλησία! Η χρηση τῆς λέξεως «άλλων» ευρίσκεται από παλαιά στα προσυνοδικά κείμενα με σκοπό την έκφραση τῆς θεωρίας τῶν κλάδων.
Ο άγευστος από Ορθοδοξία Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος στο Υπόμνημά του «περί τού κειμένου της Ε” Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Chambesy – Γενεύη, 10-17 Οκτωβρίου 2015): «Σχέσεις τής Ορθοδόξου Εκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» αναφέρει:
«’Εάν ή «λογομαχία» (πρβλ. Μ. Βασιλείου, PG 31, 688D – 689Α. 29, 477Α- 500Α. Γρηγορίου Θεολόγου, PG 35, 1077Β), άφορά άποκλειστικώς καί μόνον την χρήσιν τοΰ όρου καί την συγκεκριμένην έκφρασιν είναι δυνατόν νά υιοθετηθεί ώς διορθωτική πρότασις, επί τής άνωτέρω έκφράσεως τοϋ κειμένου, ή «άλλων ή λοιπών Χριστιανικών Όμολογιών καί Κοινοτήτων». http://www.romfea.gr/images/article-images/2016/04/romfea2/ipomnhm.pdf
Με την πρόταση αυτή θα αναφερόταν και η Ορθόδοξος Εκκλησία ως Χριστιανική Ομολογία ή Κοινότητα!
Η τελική πρόταση τοῦ κ. Ιερωνύμου «… ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησίαἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν,…», εμπεριέχει τρία χτυπήματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία:

  1. Μετατρέπει (δια της λέξεως «άλλων») την Ορθόδοξη Εκκλησία σε «ετερόδοξη Χριστιανική Εκκλησία και Ομολογία»! (Για τους Παπικούς η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται ετερόδοξη)
  2. Με την αποδοχή τῆς ονομασίας «Ρωμαιοκαθολικῶν» για τους αιρετικούς Φραγκολατίνους αναγνωρίζονται οι Φραγκολατίνοι ως ορθόδοξοι έλληνες! Διότι η λέξη «Ρωμιό» σημαίνει «ορθόδοξος έλληνας» και η λέξη «καθολικό» σημαίνει ότι έχει ολόκληρη την Αλήθεια!
  3. Αποδέχεται και την ύπαρξή τῶν αποκομμένων από την Εκκλησία αιρετικῶν ως χριστιανικῶν Εκκλησιῶν, επειδή δεν κατονομάζουμε κάτι ανύπαρκτο.

Ο κ. Ιερώνυμος έσπευσε να στείλει από την Κρήτη την ακόλουθη παραπλανητική επεξήγηση:
«Μέ τήν τροπολογίαν αὐτήν πετυχαίνουμε μία συνοδικήἀπόφαση πού γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία περιορίζει τόἱστορικό πλαίσιο τῶν σχέσεων πρός τούς ἑτεροδόξους ὄχι στήνὕπαρξη, ἀλλά ΜΟΝΟ στήν ἱστορική ὀνομασία αὐτῶν ὡςἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν.».
Η επεξήγηση του Αρχιεπισκόπου είναι παραπλανητική για τους εξής λόγους.

  1. Αφαιρέθηκε σκοπίμως η λέξη «άλλων». Ο Αρχιεπίσκοπος μιλάει για «ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἤὉμολογιῶν» και όχι για «άλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶνἘκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν» που υπάρχει στο τελικό κείμενο.
  2. Η λέξη «ΜΟΝΟ» που χρησιμοποιεί ο Αρχιεπίσκοπος δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο, επομένως ο Αρχιεπίσκοπος δεν εκφράζει την πραγματικότητα.


Το κείμενο «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού»

Στην προσυνοδική διάσκεψη τῆς Γενεύης δεν υπεγράφη το κείμενο αυτό από τα Πατριαρχεία Γεωργίας και Αντιοχείας. Όπως φαίνεται οι Παπικοί δεν ήταν ευχαριστημένοι. Γι’ αυτό όχι μόνο συζητήθηκε και εγκρίθηκε το θέμα τῶν μικτῶν γάμων, αλλά και αφαιρέθηκε από το εγκριθέν κείμενο τῆς Γενεύης η φράση «ὑπό τόν ρητόν ὅρον ὅτι τά ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καί ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ.» Δεν επέτρεπαν οι αιρετικοί να διατυπωθεί ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι ανωτέρα τῶν αιρέσεων! Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η Εκκλησία τῆς Ελλάδος συμφώνησε με αυτή την αφαίρεση (αφού ο κανονισμός λειτουργίας ορίζει ότι οι τροπολογίες χρήζουν ομόφωνη απόφαση).
Το τελικό κείμενο αναφέρει:

  1. Περί τῶν μικτῶν γάμων Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων καί μή Χριστιανῶν ἤχθη εἰς τήν ἀπόφασιν, ὅπως

    i) ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ἀκρίβειαν (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν ΤρούλλῳΣυνόδου).

    ii) Ἡ δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίαςὡς πρός τά κωλύματα γάμου δέον ὅπως νά ἀντιμετωπίζεταιὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστης αὐτοκεφάλου ὈρθοδόξουἘκκλησίας, συμφώνως πρός τάς ἀρχάς τῶν ἱερῶν κανόνων,ἐν πνεύματι ποιμαντικῆς διακρίσεως, ἐπί τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

    iii) ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μετά μή χριστιανῶν κωλύεταιἀπολύτως κατά κανονικήν ἀκρίβειαν.

Είναι ασαφές ποιά είναι τα κωλύματα γάμου, που το αιρετικό κείμενο εγκρίνει. Πρόκειται και για γάμους μετ’ αλλοθρήσκων, γάμους ομοφιλοφίλων κ.λπ;
Στο άρθρο μας ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΠΙΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΟΥ 1920 υπάρχει αναφορά στο θέμα τῶν απαγορευμένων μικτών γάμων η οποία επαναλαμβάνουμε:
Εκτός από την διαστρέβλωση τοῦ 72 κανόνος τῆς Πενθέκτης Οικουμενικῆς Συνόδου, πρόκειται για μια εκ βάθους ασέβεια τῶν Προκαθημένων• μία φοβερή βλασφημία κατά όλων τῶν Πατέρων και τῶν Οικουμενικῶν Συνόδων. Στο Πηδάλιο τῆς Εκκλησίας αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η Εκκλησία σε καμία περίπτωση δεν δέχεται – και δεν μπορεί ποτέ να δέχεται – μικτούς γάμους.
Σύμφωνα με τον 72ον κανόνα τῆς Πενθέκτης Οικουμενικῆς Συνόδου «δεν είναι συγκεχωρημένον να παίρνη ορθόδοξος άνδρας αιρετικήν γυναίκα, ή γυναίκα ορθόδοξος αιρετικόν άνδρα. Ει δε και τοῦτο ήθελε κάμει τινάς, να ήναι ο γάμος άκυρος και το παράνομον αυτό να χωρίζεται συνοικέσιον, διότιδεν πρέπει να ενόνεται ποτέ ο λύκος με το πρόβατον, και ο κλήρος τῶν αμαρτολῶν και αιρετικῶν με την μερίδα τοῦ Χριστοῦκαι τῶν ορθοδόξων. Όποιος δε ήθελε παραβ τον παρόντα Κανόνα, να αφορίζεται. (1) …. Όρα και τον ιδ’ τῆς δ’.
(1) Άς φοβηθοῦν το επιτίμιον τῆς παρούσης Συνόδου οι Αρχιερεῖς, οποῦ ευρίσκονται εις τας επαρχίας τῶν νησίων, και όλων εκείνων τῶν τόπων, εις τους οποίους ευρίσκονται Λατίνοι, και κατ’  ουδένα τρόπον άς μη συγχωροῦν να παίρνη Λατίνος ορθόδοξον γυναίκα, ή Λατινίς γυνή ορθόδοξον άνδρα. Ποία γαρ κοινωνία ημπορεῖ να γένη τοῦ ορθοδόξου μέρους μετά τοῦαιρετικοῦ; όχι και καθ’ οιονδήτινα τρόπον φθάσουν άνευ τῆς ειδήσεώς των να συζευχθοῦν τοιοῦ
τοι γάμοι παράνομοι, ας τους χωρίζουν παρευθύς, κατά τον Κανόνα τούτον, έξω μόνον αν βαπτισθῆ ορθοδόξως το λατινοφρονοῦν πρόσωπον.…». (ερμηνεία και παραπομπή, Πηδάλιον, εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 283).http://blogs.sch.gr/savvop-nik/2016/02/03/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b8%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%be%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5/
Ο πιστός Λαός έκανε το έργο του. Απ’ εδώ και πέρα οι Επίσκοποι έχουν ολόκληρη την ευθύνη επάνω τους.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος
θεολόγος

Αναρτήθηκε από Ο

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ ((1864 -1922)

 

Ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος. Το κοσμικό του όνομα ήταν ‘Αναστάσιος ‘Αντωνιάδης ή Σαατσόγλου και, κατά μεταγλώττιση δική του, Ωρολογάς. ο οποίος γεννήθηκε το 1864 στη Μαγνησία της Μ. Ασίας και ήταν απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Διετέλεσε δε και καθηγητής, Ιεροκήρυκας και πρωτοσύγκελλος στις Ι. Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης, Σερρών και Δράμας.

Ως Ιεροκήρυκας ανήκει στους πρώτους πού στο κήρυγμα χρησιμοποίησαν τη δημοτική γλώσσα. Το 1902 έγινε Μητροπολίτης Στρωμνίτσης και από το 1908 έως το 1922 Μητροπολίτης Κυδωνιών με έδρα το Αϊβαλί. Εργάστηκε με ζήλο και επιτυχία για την προάσπιση των εθνικών ελληνικών δικαίων και ιδιαίτερα συνεργάστηκε γι’ αυτά με τον μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (1902-1910), τον κατόπιν εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης (1910-1922).

 

Όντας πατέρας πνευματικός και προστάτης του ποιμνίου του, έσωσε πολλούς φυλακισμένους και μελλοθανάτους. Φυγάδευσε το μεγαλύτερο μέρος του ποιμνίου του σε ασφαλείς τόπους, εκτός των τουρκικών ορίων, αγωνίστηκε όχι μόνο κατά των τούρκων αλλά ιδιαίτερα εναντίον του βουλγαρικού κομιτάτου, μέλη του οποίου προσπάθησαν, πολλές φορές, να τον δολοφονήσουν (1905).

 

Η τουρκική κυβέρνηση, όταν πληροφορήθηκε την εθνική δράση του Γρηγορίου, ανάγκασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να απομακρύνει τον Γρηγόριο, μεταθέτοντας τον στη νεοσύστατη μητρόπολη Κυδωνιών στις 22 Ιουνίου 1908, όπου ο Γρηγόριος συνέχισε την εθνική του δράση. Το 1918 κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για εσχάτη προδοσία, δικάστηκε δύο φορές στο Στρατοδικείο της Σμύρνης, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκιση του (16 ‘Οκτωβρίου 1918) και την κατάληψη των Κυδωνιών από τον ελληνικό στρατό (19 Μαΐου 1919), ό Γρηγόριος δεν απομακρύνθηκε από την επαρχία του, για υποθέσεις της οποίας πολλές φορές ήλθε σε αντίθεση με τον ύπατο αρμοστή στη Σμύρνη ‘Αριστείδη Στεργιάδη.

 

Μετά την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών από τις Κυδωνιές, ο Γρηγόριος, σε σύσκεψη με τη δημογεροντία, εισηγήθηκε την αναχώρηση των κατοίκων των Κυδωνιών και τη μεταφορά τους στη Μυτιλήνη, για να αποφύγουν τη σφαγή από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς οι υποδείξεις του δεν έγιναν αποδεκτές.

 

Έτσι το δράμα των κατοίκων των Κυδωνιών άρχισε στις 22 Αυγούστου 1922, όταν άτακτος τουρκικός στρατός κατέσφαξε κοντά στην κωμόπολη Φράνελι του Άδραμυττηνού Κόλπου περίπου  3.000 Έλληνες κατοίκους των Κυδωνιών.

Ό μητροπολίτης Γρηγόριος, παρά τους εξευτελισμούς πού ύφίστατο από τις τουρκικές αρχές, τις επισκεπτόταν και αγωνιζόταν να σώσει και να θρέψει το ποίμνιο του. Όταν δε στις 15 Σεπτεμβρίου πληροφορήθηκε τη σφαγή του μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβροσίου και των 6.000 κατοίκων τους από τους Τούρκους, ο Γρηγόριος αγωνίστηκε υπεράνθρωπα και κατόρθωσε να συγκατατεθούν οι Τούρκοι να έλθουν ελληνικά πλοία από τη Μυτιλήνη με αμερικανική σημαία και με την εγγύηση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και να παραλάβουν 20.000 Έλληνες από τις 35.000 πού κατοικούσαν τις Κυδωνιές.

 

Ο Γρηγόριος αρνήθηκε να αναχωρήσει και στις 30 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Στη φυλακή βασανίστηκε φρικτά και στις 3 ‘Οκτωβρίου, μαζί με άλλους Ιερείς και προκρίτους των Κυδωνιών πού είχαν επίσης συλληφθεί θανατώθηκε. Συγκακουχούμενος ο ίδιος με εκείνους που είχαν απομείνει, οδηγήθηκε μαζί τους σε εκτόπιση. Τέλος, ενώ οι Τούρκοι είχαν σκάψει και ετοιμάσει λάκκο γι’ αυτόν, ξεψύχησε από εγκεφαλικό επεισόδιο και «ετελειώθη» ως νεομάρτυς στις 3 Οκτωβρίου του 1922.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Άγιοι Μικρασιάτες Μάρτυρες : ιεράρχες ιερείς μοναχοί και λαϊκοί , άνδρες γυναίκες και παιδιά (μια μικρασιατική οικογένεια). Ο Σταυρός στην κέντρο της εικόνας συμβολίζει την «Σταυρωμένη Μικρά Ασία». Το Καμπαναριό στο κέντρο του Σταυρού ήταν το Καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης. Εκ δεξιών προς αριστερά οι μάρτυρες ιεράρχες: ο Ζήλων Ευθύμιος, ο Κυδωνιών Γρηγόριος, ο Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Ικονίου Προκόπιος, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος. Στην συνέχεια αριστερά του Σταυρού είναι ο Μοναχός (εκπρόσωπος των Μοναχών σφαγιασθέντων), δεξιά του Σταυρού ο Κληρικός (εκπρόσωπος των Κληρικών σφαγιασθέντων), και κάτω δεξιά ο Μικρασιάτης κάτοικος, αντιπροσωπεύοντας τον ανδρικό πληθυσμό που εβασανίσθει και σφαγιάσθει, και αριστερά η Γυναίκα -Μάνα και το Τέκνο, αντιπροσωπεύοντας το σύνολο του γυναικείου και παιδικού πληθυσμού που εβασανίσθη, εβιάσθη και μαρτύρησε στα τουρκικά βασανιστήρια με τίμημα την ζωή του.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΑΙΒΑΛΙΟΥ

 

 

 

  «Ο Κυδωνίων Γρηγόριος έμεινε στην πόλη με τα γυναικόπαιδα, έκανε ό,τι του περνούσε για τη σωτηρία του ποιμνίου του, διαβήματα εκκλήσεις προς τους Τούρκους, νομίζοντας πως ακόμα το κύρος της Εκκλησίας, τα προνόμια τα σουλτανικά, είχαν σημασία. Σε λίγες μέρες άρχισαν να φτάνουν στο λιμάνι βαπόρια με αμερικανική σημαία, να παραλάβουν τα γυναικόπαιδα.

 

    Οι Τούρκοι είπαν στην αρχή:

 

    «Η άδεια της αναχωρήσεως ισχύει μόνο για 24 ώρες. Όσοι δεν προλάβουν να φύγουν, θα μεταφερθούν στο εσωτερικό της Ανατολής!».

 

    Ο Δεσπότης πήγε και βρήκε τον Τούρκο φρούραρχο. Είχε πάντα το κουράγιο να μιλά αυστηρά, αν και μάντευε το τέλος που τον περίμενε. Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλαβαίναν να μπαρκάρουν σε 24 ώρες με τα λίγα μέσα που υπήρχαν;… Επέστρεψε στη Μητρόπολή του κατώδυνος την ψυχήν:

 

    «Φύγετε όλοι αμέσως! Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!».

 

    Του είπαν να ετοιμασθή να φύγη και εκείνος. Αρνήθηκε:

 

    «Εφόσον και ένας ακόμη εκ των πιστών του ποιμνίου μου ευρίσκεται εδώ, θα μείνω και εγώ».

 

    Την 30 Σεπτεμβρίου του 1922 οι Τούρκοι ορίσανε ως ημέρα που θα επέτρεπαν και στους παπάδες των ένδεκα μεγάλων εκκλησιών του Αϊβαλιού να φύγουν. Ο Δεσπότης πάλι είπε:

 

«Εγώ είμαι υποχρεωμένος να μείνω».

 

    Επειδή έμεναν ακόμη χριστιανοί στην πόλη. Και είχε γνωσθεί η τελευταία αγριότητα. Όταν οι Τούρκοι μάζεψαν τους άντρες από 18-45 ετών και τους σκοτώσανε έξω απ’ την πόλη, είχαν εξαιρέσει από αυτή την ομαδική στρατολογία και σφαγή τα σινάφια: τους επαγγελματίες, τους φουρναραίους, τους χτίστες, τους μαραγκoύς. Ο διευθυντής της αστυνομίας τους κάλεσε όλους να παρουσιαστoύνε. Τους πήγαν σ’ ένα λόφο λεγόμενο «Mπογιά» και τους σκότωσαν με  τσεκούρια. Ένας μόνο γλύτωσε και είπε το τι έγινε.

 

    Τέλος, πιάσαν τον Δεσπότη και τους παπάδες. Ύστερα από τέσσερις μέρες φυλακή και βασανιστήρια, τους σηκώσανε και τους οδήγησαν έξω από την πόλη… Τους γυμνώσανε, τους δέρνανε, τους βιάζανε να περπατούν ξυπόλυτοι…

 

    Ήμουν με την προτελευταία αποστολή σκλάβων που οι Τούρκοι οδηγούσανε στο εσωτερικό της Aνατολής. Γυμνοί, πεινασμένοι, διψασμένοι, καταματωμένοι, είχαμε φτάσει στην Πέργαμο. Μας ρίξαν σε μιαν αποθήκη. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα νέο κοπάδι σκλάβων. Ήταν, σε αξιοθρήνητη κατάσταση, οι παπάδες του Αϊβαλιού: αλλοσούσουμοι, καταματωμένοι κι αυτοί, με ξεσκισμένα ράσα, πεινασμένοι, ξυπόλυτοι, άγριοι απ’ τη μαρτυρική πορεία. Ο Κυδωνίων Γρηγόριος, αν και είχε ξεκινήσει μαζί τους, δεν έφτασε στην Πέργαμο. Έξω απ’ το Αϊβαλί οι Τούρκοι τον ξεχωρίσανε μαζί με μερικούς άλλους απ’ το κοπάδι και τον παραδώσανε σ’ ένα απόσπασμα εκτελεστικό που είχε, εκτός απ’ τα όπλα και φτυάρια. Οι άλλοι οι παπάδες συνεχίσανε το δρόμο. Σαν πέρασε λίγη ώρα, ακούσανε πίσω τους ντουφεκιές. Το απόσπασμα ενώθηκε μαζί τους αργότερα. Ένας Τούρκος του αποσπάσματος είπε:

 

    «Τον Δεσπότη τον θάψαμε ζωντανό. Οι ντουφεκιές ήταν για τους άλλους».

 

    Απ’ την Πέργαμο συνεχίσαμε τη μαρτυρική πορεία προς το εσωτερικό της Ανατολής, μαζί με τους παπάδες. Έξω απ’ την Πέργαμο σκότωσαν τον γερο-ιερέα της ενορίας μας, που δεν μπορούσε να βαδίση. Τον παραδώσανε στον όχλο – στους πολίτες και στα παιδιά – που παρακολουθούσαν τη θλιβερή θεωρία. Κι ο όχλος τον σκότωσε μπρος στα μάτια μας με λιθοβολισμό.

 

    Φτάσαμε στο Κιρκαγάτς. Εκεί, τη νύχτα οι Τούρκοι ξεχώρισαν τους παπάδες και τους πήραν δεμένους να τους πάνε στο Αξάρι. Μάθαμε αργότερα πως τους σκότωσαν όλους στο δρόμο.

 

    Από 3.000 άνδρες που πιάσανε οι Τούρκοι στο Αϊβαλί, τον ανθό του πληθυσμού, σωθήκαμε και φτάσαμε, ύστερα από, δεινά πολλά, στην Ελλάδα είκοσι τρεις ψυχές (αριθμός 23).

 

    Αυτή τη μαρτυρία καταθέτω για την Ορθοδοξία της Μικρασίας, πoυ έδιδε αγίους και μάρτυρες ταπεινούς και αφανείς, επειδή τους, οδηγούσε ένα μόνο: η πίστη και το χρέος». (Ηλία Βενέζη, Μικρασία χαίρε, σελ. 45

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Άγιος Προκοπιος Μητροπολιτης Ικονιου, Αγιος Γρηγοριος Μητροπολιτης Κυδωνιων, Αγιος Αμβροσιος Μητροπολιτης Μοσχονησιων, Αγιος Ευθυμιος Μητροπολιτης Ζηλων. Οι άγιοι επίσκοποι που μαρτύρησαν κατά τους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

ΑΓΙΟΙ

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΘΝΟΪΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Μητροπολίτης Σμύρνης,

ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ, Μητροπολίτης Μοσχονησίων,

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Μητροπολίτης Κυδωνιών,

ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Μητροπολίτης Ικονίου,

ΕΥΘΥΜΙΟΣ Μητροπολίτης Ζήλων.

και οι συν αυτοίς αναιρεθέντες κατά την Μικρασιατικήν καταστροφήν (+ 1922).

[Συμφώνως με την υπ’ αριθμ. 2556/5-7-1993 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, ή εορτή αυτών των Αγίων θα τιμάται κάθε έτος την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού].

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η κοιλάς του Κλαυθμώνος ή Πρόσφυγες, του Φ. Κόντογλου. Συλλογή Δ. Κόντογλου- Μαρτίνου.

Κριτικὴ ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (Α´ Μέρος)

Κριτικὴ ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης

Ἐπιφάνιος μοναχὸς Καψαλιώτης- Ἅγιον Ὄρος

Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι ἀποτέλεσμα προσευχῆς καὶ μελέτης,ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένωντῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (εἰς τὸ ἑξῆς ΑκΜΣ). Παραδίδουμε στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν καὶ ἐνημέρωσιν,  τὸ α´ μέρος της, ἐνῶ συντόμωςθὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ τὸ β´ μέρος ἀποκλειστικῶς ἀναφερόμενο στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ἐν λόγῳ συνόδου, αὐτὸ περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αύτῆς ἑτεροδόξους.

Εἰσαγωγή

Ἔχοντας ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες τῆς λεγομένηςΑκΜΣ,ἂμεσα ἐξεδόθησαν καὶτὰ τελικάτης κείμενα,ὁπότε καὶπαρεδόθησαν στὸ ὀρθόδοξο κριτήριο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, οὕτως ὥστε νὰ κριθοῦν ἐπὶ ὀρθοδοξίᾳ ἢ κακοδοξίᾳ.Ὁ ἁγιορειτικὸς μοναχισμὸς καλεῖται νὰ τοποθετηθεῖ ἐπ᾽ αὐτῆς, μετά τῆς δεούσης προσοχῆς, λαμβάνων ὑπ᾽ὄψιν τόσο τὴν κρισιμότητα τῆς στιγμῆς ὅσο καὶ τὴ σημασία ποὺ ἡ σύνοδος θὰ ἔχει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.Σὺν Θεῷ καὶ ὑπὸ τὸ ἀγλαὸν φῶς τῆς χιλιοχρόνου ὀρθοδόξου ὁμολογιακῆςἁγιορειτικῆς παραδόσεως, μὲ τὸ παρὸν κείμενο[1] θὰπροσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὰ σημεῖα ἐκεῖνα ποὺ χρήζουν προσοχῆς, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀξιολογηθεῖ καὶ σύνολη ἡ σύνοδος, τὸ ἐάν δηλαδὴ εἶναι ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι ἢ ὄχι.

Ἡ διαχρονικὴ ἐμπέδωσις καὶ βίωσις τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως συνιστᾶ πρώτιστα ἐμπειρικό-χαρισματικὸ γεγονὸς καὶ ἐνῶ διακρίνεται σὲ θεωρία καὶ πράξη, ἐν τούτοις συναπαρτίζει τὸ ὅλον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τοῦ ἀενάως ἱερουργουμένου Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως δὲν νοεῖται ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τὰ αὐθεντικὰ ἐκμαγεῖα τοῦ Πνεύματος, οἱ θεοφόροι Πατέρες ἔθεσαν. Ἤδη κατὰ τὸ 4ο αἰῶνα, καὶ ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐχειμάζετο ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ μίας ἀκόμη αἱρέσεως, διότι ἕως τότε δεκάδες αἱρέσεων ἤδη εἶχαν ἀναφανεῖ, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς ὑπὸ μίας λαίλαπαςπελωρίων διαστάσεων, ὅπου ἔφτασε τὴν παρουσία τῶν ὀρθοδόξων νὰ περιορίζεται κυριολεκτικὰ σὲ μία χούφτα ἀνθρώπων, “εὑρέθη ἄνθρωπος ἀπὸ Θεοῦ” ὁ ὁποῖος,“ἔστη ἀνὰ μέσον τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ζώντων καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις”(Ἀριθμ. 16,48)· καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος ὁ στῦλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῶν ὀρθοδόξων. Στὰ δογματικά του κείμενα, καθὼς καὶ στὶς πολυάριθμες ἐπιστολές του ἐπεσήμαινε διαρκῶς τὸν ἀποστολικὸ καὶσωτηριώδη χαρακτήρατῆς Παραδόσεωςκαὶ τὴν ἐμμονὴ σ᾽αὐτήν[2],ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴ μοναδικὴ ἐγγύησητῆς “ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν” ἁγιοπνευματικῆς πορείας συνόλου τῆς ἐπὶ τῆς γῆς Ἐκκλησίας.

Ὄντας ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθεῖ ἐδῶ τὸ μεῖζον καὶ κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα τοῦ ἀρρήκτου συνδέσμου ἁγιότητος καὶ ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας καὶ Παραδόσεως, καθίσταται σαφὲς ὅτι θεολογικὲς θέσεις, ἀπ᾽ὅπου καὶ ἂν προέρχονται αὐτές, ἀκόμη καὶ ἀπὸ γενικὲς συνόδους, κρίνονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὑπὸ τὸ φῶς τῆς διαχρονικῆς ἀποστολικοπαραδότου ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τῶν θεοφόρων ἁγίων Πατέρων, τῶν μόνων αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν, λόγῳ καὶ ἔργῳ, τῶν ἀποστολοδέκτων πυρίνων γλωσσῶν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὀφείλει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ ἡ βαθεῖα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας:  Ἁγία Παράδοσις καὶ ἁγιασμὸς εἶναι στοιχεῖα ἀλληλένδετα, καθώς ὁ ἁγιασμὸς ἑκάστου συντελεῖται ἀποκλειστικῶς ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως.

Ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ κῦροςτῆς ΑκΜΣ

Βάσει τοῦ προσυμπεφωνημένου κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ στὸ Σαμπεζύ, ἄρθο 13 παράγραφος 2,οἱ ὑπογεγραμμένες ἀποφάσεις τῆς ΑκΜΣ ἔχουν ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΥΡΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλᾶ ὅτιεἶναιὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὡς θὰ συνέβαινε ἐὰν ἦταν τῷ ὄντι Οἰκουμενικὴ ἡ ΑκΜΣ. Παρότι οἱ ἴδιοι οἱ διοργανωτὲς τῆς ΑκΜΣ, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου (προστεθέντος, διαρκοῦντος τῆς συνόδου,καὶ τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου) ἀρνοῦνται -πλέον- τὸν χαρακτηρισμό “Οἰκουμενικῆς” ἐπὶ τῆς ΑκΜΣ, λόγῳ τῆς μὴ συμμετοχῆς τῆς (ψευδο)ἐκκλησίας τῆς Ρώμης(!), παρ᾽ὅλα ταῦτα καὶ μόνη ἡ ἀναφορὰ περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τῆς προσδίδει, καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ὀρθοδόξως κρατοῦντα, οἰκουμενικὸν κῦρος.

Παρενθετικῶς, ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτιἐξαρχῆς ὁχαρακτήρας τῆς ΑκΜΣ προσδιοριζόταν ὡς οἰκουμενικός. Ἡ ἴδια ἡ ἰδέα περὶ συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποτελεῖ ἀπότοκο τοῦ καταστροφικοῦ γιὰ τὴν ὀρθόδοξο ἑνότητα, ἀποκληθέντος “Πανορθοδόξου Συνεδρίου” τοῦ γενομένου ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ κατεγνωσμένου ὡς μασόνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου τοῦ Δ´[3]. Τὸ ὅραμα τῆς οἰκουμενικῆς συνεχίστηκε μετ᾽ἐπιτάσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἀναφερόταν ρητῶς στὴν ἀνάγκη συγκλήσεως· ἐνδεικτικὰ στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1951έξήγγειλε τὴν πρόθεση συγκλήσεως «Μεγάλης Οἰκουμενικῆς Συνόδου» ὅταν ἡ χρονικὴ στιγμὴ θὰ ἐκρίνετο κατάλληλος[4].Ἐδῶ νὰ προστεθεῖ, ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς συνόδου ὡς Ἁγίας καὶ Μεγάλης, χρησιμοποιήθηκε μ᾽εὐθεῖα ἀναφορὰ στὸ τρόπο ποὺ οἱ Οἰκουμενικὲς σύνοδοι κατὰ τὸ παρελθὸν ὀνόμαζαν ἑαυτές· ἦταν οἱ ἑπόμενες ποὺ τελικὰ τοὺς ἀπέδιδαντελεσιδίκωςοἰκουμενικὸν κῦρος[5].

Ἀξίζει πάντως νὰ σημειωθεῖ καὶ κάτι ἀκόμα. Ἡ λεγομένη ΑκΜΣ, διὰ στόματος ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν συμμετασχόντων, μετὰ τὀ πέρας τῶν ἐργασιῶν της (δὲν τολμήθηκε πρίν), ἀπεκλήθηὡς “ἡ Β´ Βατικανὴ σύνοδος” τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τὸ ἀντίστοιχο δηλαδὴ τῆς τελευταίας οἰκουμενικῆς συνόδου (21ης) τοῦ παπισμοῦ, ἡ ὁποία δημιούργησε τεράστιες ἀναταράξεις στοὺς κόλπους του, ἐπιφέροντας ἀλλαγὲς τέτοιας σημασίας[6]ὥστε νὰ χαρακτηρισθεῖ, ἐκ τῶν ἰδίων τῶν πρωταγωνιστῶν της,ὡς τέμνουσα τὴν ἱστορία τῆς “ἐκκλησίας” στὴν ἐποχὴ πρὶν καὶ μετὰ τὴν σύνοδο.Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ κάνουμε ἀναφορὰ στὴνσύνοδο τοῦ παπισμοῦ εἶναι οἱμεθοδολογικὲς ὁμοιότητεςτῆς ΑκΜΣ πρὸς αὐτήν.Ἔτσι“γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, εἶναι εὐρέως γνωστὸ πὼς ὁ τρόπος ἐργασίας τῆς Β´ Βατικάνειας Συνόδου χρησίμευσε κατὰ κάποιον τρόπο ὡς πρότυπο γιὰ τὶς διαδικασίες αὐτές.”[7]. Πράγματι, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, οἱ Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ἡ διαρκὴς Γραμματεία γιὰ τὴν Προπαρασκευὴ τῆς Συνόδου,καθὼς τέλος ὁ τρόπος ἑτοιμασίας καὶ ἐπεξεργασίας τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ, ΟΛΑ ἀπηχοῦν τὸ τρόπο λειτουργίας τῆς Β´ Βατικανῆς[8].

Τὰ κριτήρια οἰκουμενικότητος κατὰ τὴν ὀρθόδοξο κανονικὴ παράδοση

Ὁ ἐξ ἀρχῆς προσδιορισμὸς τῆς ΑκΜΣ ὡς οἰκουμενικῆς (κυριολεκτικὰ μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ πρὸ τῆς συγκλήσεώς της), σὲ συνάρτηση πρὸς τὸὑποχρεωτικὸν διὰ πάντας τῶν ἀποφάσεών της,τὴν κατατάσσει ἑπομένως στὶς συνόδους μὲ ἀπαίτηση οἰκουμενικοῦ κύρους.

Ἐφ᾽ὅσον λοιπὸν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, ἂς στραφοῦμε στὸν μέγα ἁγιορείτη καὶ κανονολόγο τῆς Ἐκκλησίας,ὅσιο Νικόδημο,γιὰ νὰ δοῦμε τί λέει σχετικὰ περὶ τῶν ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ἀναγνώρισης μιᾶς συνόδου ὡς οἰκουμενικῆς:

α) ἡ σύνοδος ὀφείλει νὰ συγκαλεῖται ὄχι ἀπὸ κάποιον πατριάρχη ἀλλὰ “διὰ προσταγῶν Βασιλικῶν”,κάτι τὸ ὁποῖο σήμερα εἶναι ἀνέφικτο καὶ ἑπομένως ἀνενεργὸ δίχως περαιτέρω θεολογικὲς ἐπιπλοκές,

β) πρέπει νὰ γίνεται “ζήτησις περὶ πίστεως καὶ ἀκολούθως νὰ ἐκτίθεται ἀπόφασις καὶ ὅρος δογματικός”,

γ) ὀφείλουν, “νὰ ᾖναι πάντα τὰ ἐκτιθέμενα παρ᾽αὐτῶν δόγματα καὶ οἱ κανόνες, ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καὶ σύμφωνα ταῖς Θείαις Γραφαῖς, ἢ ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικαῖς συνόδοις.” καὶ προσθέτει ὁ ὅσιος Νικόδημος τό “πολυθρύλλητον”, ὅπως λέει, ἀξίωμα τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ὅτι: “ Τὰς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβὴς πίστις κυροῖ ”, καὶ πάλιν, “ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τὰς συνόδους.”,

δ) τέλος ὀφείλουν, “νὰ συμφωνήσουν καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὰ παρὰ τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων διορισθέντα, καὶ κανονισθέντα ἅπαντες οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διὰ τῆς αὐτοπροσώπου παρουσίας αὐτῶν, εἴτε διὰ τῶν ἰδίων τοποτηρητῶν, ἢ καὶ τούτων ἀπόντων, διὰ γραμμάτων αὐτῶν.”[9].

Τὰ ἀνωτέρωὀφείλουννὰ ἀποτελέσουν τὸν ὁδηγὸστὴν τελικὴ ἀξιολόγηση τόσο περὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ-πανορθοδόξου χαρακτήρα τῆς ΑκΜΣ, ὅσο καὶ περὶτοῦκατὰ πόσονἀποτελεῖ ὂντως συνέχεια τῶν πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν πίστιν.

Κατ᾽ἀρχὰς γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πληροῦται ὁ ὅρος ἀπαίτησις τοῦ κανονισμοῦ γιὰ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΥΡΟΣ τῆς συνόδου. Ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντηση εἶναι ΟΧΙ, καὶ ἐξηγούμαστε:

Ἀπουσίαζαν ὡς γνωστὸν τέσσερεις τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον αἵρεται ὁ πανορθόδοξοςοἰκουμενικὸς χαρακτήρας της[10]· ἐδῶ νὰ παρατηρήσουμε ὅτι διὰ χειλέων ἐπισκοπικῶν, ἐλέχθη ὅτι τοῦτο δὲν συνιστᾶ πρόβλημα καθότι καὶ στὴ Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀπουσίαζε ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας, ὅμως ἡ Σύνοδος παρ᾽ ὅλα ταῦτα, λειτούργησε ὡς Οἰκουμενική! Ὅπως πάντα οἱ οἰκουμενιστὲς διαστρέφουν τὴν ἀλήθεια λέγοντας τὰ πράγματα μισά: ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας καὶ ὁ Πατριάρχης της Ἰωάννης, ἔχοντες παρεξηγήσει τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἀντιδρῶντας καὶ στὴ καθαίρεση τοῦ Νεστορίου, ἐδημιούργησαν ἀντισύνοδο μαζὺ μὲ ἄλλους, ὄντως νεστοριανούς, ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι ἀποκήρυξαν τὴ Σύνοδο τῶν ἁγίων Πατέρων τῆςἘφέσου, κατεδίκασαν τὶς ἀποφάσεις της καὶ καθαίρεσαν τὸν ἅγιο Κύριλλο καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μέμνωνα! Ἀντιστοίχως ἡ ἁγία Σύνοδος ἔθεσε σὲ ἀργία τὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας καὶ κήρυξε ὡς ψευδοσύνοδο τὴν σύναξή τους. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο ἐλύθησαν οἱ παρεξηγήσεις καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἀποδέχθηκε τὴν Σύνοδο τῆς Ἐφέσου ὡς ὅντως Ἁγία καὶ Οἰκουμενική. Οὐδεμία λοιπὸν σχέσις μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν!

Ὁ προβληματικὸς χαρακτήρας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ:οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες.

Σὲ κείμενα ποὺ ἐκυκλοφόρησαν πρὶν τὴ σύνοδο ὑπῆρξε πυκνὴ ἀναφορὰ στὸν πρωτόγνωρο καὶ ἐξόχως προβληματικὸ χαρακτήρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς συνόδου. Πρὸς ἀπόδοσιν λοιπὸν πλήρους εἰκόνας σχετικὰ μὲ τὴ σύνοδο ὀφείλουμε τὴν παρουσίαση ὅλων τῶν σχετικῶν προβληματικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ της, ὥστε νὰ ἀποδειχθεῖ καὶ μέσω αὐτῆς ὅτι ἡ ἀπαίτηση τῆς συνόδου γιὰ πανορθόδοξο κῦρος καθίσταται ἀδύνατη.

Ἐν πρώτοις στὸ ἄρθο 8 παράγραφος 2 ὁρίζεται κατ᾽οὐσίαν ἡ ἀπαγόρευσις ἐλευθέρας τοποθετήσεως ἐπισκόπων ἢ καὶ αὐτῶν τῶν προκαθημένων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπὶ νέων, μὴ ὁμοφώνως συμπεφωνημένων ζητημάτων στὶς Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Τοῦτο στὴ διαχρονικὴ λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, συνιστᾶ βαρύτατη στρέβλωσή του καὶ οὐσιαστικὰ κατεργάζεται τὴ φίμωσή του. Σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους ὑπῆρχε ἡ πλήρης ἐλευθερία οἱουδήποτε ἐπισκόπου νὰ θέσει ζήτημα πρὸς συζήτηση καὶ ἐπίλυση. Ἀκολούθως στὸ 9,3,τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ κατ᾽οὐσίαν ὡς συνέχεια τοῦ 8,2, ἀπαγορεύεται ρητὰ πᾶσα παρέμβασης ἐπισκόπου, ἐπὶ ποινῇ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου(!), εἰς “ἐκτὸς θέματος” ζήτημα. Ἐν ἀντιθέσει, σ᾽ὅλες τὶς συνόδους τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε πλήρης ἐλευθερία λόγου εἰς πάντας, ἀκόμη καὶ σὲ μὴ ἐπισκόπους ὅπως βλέπουμε ἐπὶ παραδείγματι στὴ συζήτηση μοναχῶν καὶ ἁγίου Ταρασίου (Α´ πράξις Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου). Ἐπεκτείνονται δὲ οἱ ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεις στὸ 10,3 περί “ἄσχετων διαλογικῶν ἀντιπαραθέσεων” τῶν ἐπισκόπων, ὡσὰν οἱ ἐπίσκοποι νὰ μὴν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς τους καὶ τοῦ ὕψους τοῦ λειτουργήματός τους καὶ ἔτσι νὰἐκτρέπονται -δῆθεν- σὲ διενέξεις “ξένες, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ἀποστολήν” τῆς συνόδου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ κείμενο!

Στὸ 11,2 καθορίζεται ἡ ἀπαραίτητος ἀρχὴ τῆς “ὁμόφωνης” ἀποδοχῆς τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν, προσυνοδικὰ συμπεφωνημένων, κειμένων πρὸς διαμόρφωσιν τῶν τελικῶν κειμένων, καθὼς καὶ ἡ ἀπόρριψις τῶν μὴ ὁμοφώνως ἀποδεκτῶν τροπολογιῶν. Οἱ παρατηρήσεις μας ἐν συντομίᾳ: ὅπως θ᾽ἀποδειχθεῖ κατωτέρω, συγκεκριμένα τελικὰ κείμενα τῆς συνόδου σχετίζονται ἀμέσως ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως μὲ δογματικὰ ζητήματα πρωταρχικῆς σημασίας καὶ ὄχι ἁπλῶς διοικητικοῦ ἢ ποιμαντικοῦ χαρακτήρα. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: σὲ ποία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο σὲ ζήτημα δογματικὸ ὑπῆρχε ἡ περίπτωση ἀπορρίψεως δογματικῆς διατυπώσεως, (“τροπολογίας” κατὰ τὴν φρασεολογία τῆς συνόδου), καὶ ὅλα νὰ συνεχίζονταν “κανονικά”; Ὑπενθυμίζουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης μᾶς εἶπε ὅτι συνιστᾶ τὸν τρίτο ὅρο-ἰδίωμα ἀληθοῦς Οἰκουμενικῆς συνόδου: τὸ ὀρθόδοξον τῶν δογμάτων της.Εἶναι δυνατὸν ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος νὰ ὑπάρχει διαφωνία καὶ νὰ συνεχίζουν οἱ διαφωνοῦντες ὡς νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε; Καθίσταται λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ λεγομένη ΑκΜΣ λειτουργοῦσε ὡς νὰ ἦταν ἡ Βουλὴ ὅπου ψηφίζουν βουλευτὲς πολιτικῶν κομμάτων ὑπὲρ ἢ κατὰ μίας τροπολογίας νόμου τοῦ κράτους, καὶ ὄχι ἁγιοπνευματικὴ σύναξις ποιμένων ὁμονοούντων ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ…

Τὸ 12,1 ἀναφέρεται στὰ περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων καὶ διαμορφώνει μία πραγματικότητα κατ᾽ἐπίφασιν συνοδικὴ μέν, ἐν πράγματι δὲ πλήρως ἀντισυνοδικὴ καὶ παντελῶς ἀμάρτυρηστὴν καθολική, ἁγιοπνευματική, συνοδικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα, ἡ διαχρονικὰ ἀκολουθούμενη πρακτικὴ ὅλων τῶν συνόδων, Τοπικῶν ἢ Οἰκουμενικῶν, ἐρειδομένη σ᾽αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τῆς ὀρθόξοξης Ἐκκλησιολογίας, ἦταν ἡ πλήρης καὶ ὁμότιμη συμμετοχὴ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων, νοουμένων ὡς ποιμένων καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀληθείᾳ μαρτυροῦσαν τὴ καθολικὴ πίστη, τὸ θεμέλιο δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοδομήθηκε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία[11]. Οἱ ἐπίσκοποι, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ ὁμοτίμου τῆς ἀρχιερατικῆς τους ἱερωσύνης, ψήφιζαν πάντες καὶ δὲν ἦσαν -δῆθεν-ἐκπροσωπούμενοι ἀπὸ τὸν πρῶτο τους καὶ τὴν ψῆφο του. Ἡ νέα αὐτὴ διαδικασία ἀκύρωσε τὴ διαχρονικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ τοῦ ὁμοτίμου ἐπισκόπου πρὸς ἐπίσκοπον, διαχώρισε κυριαρχικὰ τοὺς πρώτους, (τοὺς προέδρους δηλαδὴ τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν), ἀπὸ τοὺς περὶαὐτοὺς ἐπισκόπους, μὲ συνέπεια τὴ διαμόρφωση δύο τύπων ἐπισκόπων: ἀφ᾽ ἑνὸς τοῦ πρώτου καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ὅλων τῶν ὑπολοίπων, μὲ οὐσιαστικὴ διάκριση ὁ πρῶτος νὰ ψηφίζει, ἀντιπρόσωπος πλέον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ὄχι. Ἡ συνοδικότητα κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁδηγήθηκε σὲ κάτι νέο, τὸ ὁποῖο μετὰ τὴ Κρήτη θὰ λειτουργεῖ ὡς παραδεδομένο ἱστορικὸ προηγούμενοποὺ θὰ καθορίζει πλέον τὴν λειτουργία καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα μεγάλων συνόδων, ὅπου ἤδη ἔχει ἀγγελθεῖ ὅτι θὰ ὑπάρξουν.

Συνυφασμένο μὲ τὸ 12,1 εἶναι καὶ τὰ 12,2 καὶ 12,3 στὰ ὁποῖα ἐπεκτείνεται ἡ ἐκθεμελίωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος,ὀρθοδόξως νοουμένου, μὲ συνέπεια τὴν ἵδρυση ἑνὸς νέου τοιούτου, τοῦ ἐπισκόπουαὐλικοῦ. Συγκεκριμένα, γιὰ νὰ ὑπάρξει καταφατικὴ ἢ μὴ ψῆφος ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὑπὸ τοῦ πρώτου ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας προηγεῖται ἐσωτερικὴ ψηφοφορία ὅλης τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ὁποία δύναται νὰ μὴν ὑπάρχει ὁμοφωνία, καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων. Μὲ ἁπλὰ λόγια δύνανται ἕνας ἢ καὶ περισσότεροι ἀρχιερεῖς νὰ διαφωνήσουν, ἀλλ᾽ὡς μειοψηφοῦντες ἀποδέχονται τὴν ἀπόφαση, ποὺ εἶναι τελικὰ ἀπόφαση τῆς πλειοψηφίας! Ἡ ἀξιολόγηση δὲ τῶν δαφωνιῶν, συνιστᾶ πλέον κατὰ τὸ 12,3 “ἐσωτερικὸν ζήτημα” ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας!

Διαμορφώνεται ἐκ τῶν πραγμάτων μία νέα ἐκκλησιολογικὴ ἀντίληψις, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖαδύναται (καὶ βάσει τοῦ 12,3 νομιμοποιεῖται) νὰ ὑπάρχει διαφοροποίηση στὸ ἐπαρχιακὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ τελικὰ νὰ ἐπιτυγχάνεται ὁμοφωνία στὸ οἰκουμενικό. Κατ᾽οὐσίαν τὸ 12,3 ἔρχεται σὲ ἀντίφασηἕως καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας[12], τὸ ὁποῖο ἐν παρόδῳ νὰ λεχθεῖ ὅτι, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀποδέχεται καὶ νομιμοποιεῖ ὁμοφώνως ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ ἓκτο κείμενό της!

Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ κείμενο τῆς Ραβένναςἀσχολούμενο μὲ τὸ θέμα “Πρωτεῖο καὶ Συνοδικότης” διέβλεπε ὅτι ἡ συνοδικότηςλειτουργεῖ σὲ τρία ἐπίπεδα: τὸ τοπικό (local= ἡ περὶ τὸν ἐπίσκοπο τοπικὴ Ἐκκλησία π.χ. ἕνας ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αύτὸν ἱερεῖς[13]), τὸ ἐπαρχιακό (regional = ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας π.χ. τῆς Ἑλλάδος) καὶ τὸ οἰκουμενικό[14] (universal =ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος)· σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα ὑπάρχει πρῶτος καὶ σύνοδος (στὸ τοπικὸ ἐπίπεδο ὡς σύνοδος λαμβάνεται-δῆθεν- ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη). Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ραβένναεἶναι ἐξ᾽ἐπόψεως ὀρθοδόξου παντελῶς ἀπορριπτέο, καὶ οἱ παραπάνω θέσεις περὶ τῆς συνοδικότητοςἐντὸς τοῦ συνολικοῦ νοηματικοῦ πλαισίουτοῦ κειμένου ἐπίσης ἀπόβλητες, παρατηρεῖται ὅτι τὸ 12,3 τοῦ κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ καταστρέφει τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῶν τριῶν ἐπιπέδων: ἄλλαδύναται νὰ λέει καὶ νὰ συμφωνεῖ ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν Ἐκκλησία τῆς ἐπισκοπῆς του, ἄλλανὰ συμφωνοῦνται στὴ σύνοδο στὴν ὁποῖα συμμετέχει, καὶ τέλος στὸ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο,βάσει τῆς ἐπιτευχθείσας ὁμοφωνίας,αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν τοπικὴ Ἐκκλησία, ἄλλανὰ ἀναγκάζεται ν᾽ἀποδεχθεῖ ὡς καθολικὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας!

Αὐτὴν τὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν τριῶν ἐπιπέδων, μὰ μὲ τρόπο στρεβλό, ἀντικανονικὸ καὶ κυριολεκτικὰ ἀντισυνοδικό, τὴν εἴδαμε στὴν Κρήτη μὲ τὴν ἐπιλεκτικὴ παρουσία ἐπισκόπων (24 γιὰ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία), τὴν διαδικασία ἐσωτερικῆς ψηφοφορίας τῶν 24 άντιπροσώπων ἑκάστηςτοπικῆς Ἐκκλησίας έπὶ τῶν τελικῶν κειμένων (τό-δῆθεν- δεύτερο ἐπίπεδο συνοδικότητος), καὶ τέλος τὴν ὁμόφωνη ψηφοφορία-ἀποδοχὴ τῶν τελικῶν κειμένων ἀπὸ τοὺς 10 προκαθημένους-πρώτους (τὸ ὁποῖο συνιστᾶ τὸ τρίτο -δῆθεν- ἐπίπεδο, τό (ψευδο)οἰκουμενικό). Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι κάποιος μειοψηφῶν, κατὰ τὴν ἐσωτερικὴ ψηφοφορία τῶν ἐπισκοπικῶν ἀντιπροσωπειῶνἐπίσκοπος, μὲ δεδηλωμένη διαφωνία ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος[15] ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐπιστρέφει στὴν ἐπισκοπή του καὶ νὰεἶναι ἀναγκασμένος νὰ διδάξει τ᾽ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐδίδασκε προτοῦ ἀναχωρήσει γιὰ τὴ σύνοδο· αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελικὸ ζητούμενο τοῦ νεοπαγοῦς τρόπου “ὁμοφωνίας” ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὅσον ἀφορᾶ τὴ ζωὴ τῆς κάθε, ὑπὸ ἐπίσκοπον, τοπικῆς (=local) Ἐκκλησίας.

Περαιτέρω ἔγκριση τῶν ἀποφάσεων τῆς ΑκΜΣ δὲν προβλέπεται, δηλαδὴ οἱ ἀποφάσεις της εἶναι τελεσίδικες καὶ ὅπως ρητῶς ἀναφέρεται στὸ 13,2 ἔχουν πλέον πανορθόδοξο κῦρος καὶ ἁπλῶς κοινοποιοῦνται στὶς αὐτοκέφαλες τοπικὲς Ἐκκλησίες πρὸς ἐνημέρωσιν τοῦ ποιμνίου τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων.

Κλείνοντας τὴν παρουσίαση περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ περιοριζόμαστε νὰ δηλώσουμε αὐτὸ ποὺ ἤδη ἔχει γίνει σαφές: ἡ σύναξη τῆς Κρήτης δὲν πληροῖ ἀπολύτως κανένα κριτήριο ὀρθοδόξου συνόδου· οἱ ὅροι λειτουργίας της καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν της ποὺ ὡδήγησαν καὶ στὶς σχετικὲς ἀποφάσεις της, συγκροτοῦν ἕνα ἀντι-παράδειγμα “συνόδου”, κυριολεκτικὰ μία ἀντισύνοδο καὶ δίχως ἀμφιβολία αὐτὸ ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία χαρακτηρίζεται ὡς ψευδοσύνοδος. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς παρουσίας μάλιστα ἀνιέρων, ἑτεροδόξων, ψευδεπισκόπωντόσο στὸ ἄνοιγμαὅσο καὶ στὸ κλείσιμο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, κάτι ποὺ καὶ αὐτὸ προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμό της (ἄρθρο 14), μᾶς σαφηνίζει τὸ γενικὸ τόνο, τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ σκοπὸ τῆς συγκεκριμένης συνάξεως.

Τὰ κείμενα τῆς ΑκΜΣ

Οἱ Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα ἐκκλησιαστικὲς σύνοδοι ἤδη εἴδαμεὅτιχαρακτηρίζονται ὡς τέτοιες[16],καὶγιὰ τὴ σημασία τουςστὴν ἐπίλυση κρισίμων ζητημάτων σχετικῶν πρὸς τὴν ὀρθόδοξο πίστι καὶ θεολογία,τὰ ὁποῖα καὶ κατεγράφοντο στὶς ἀποφάσεις καὶ τοὺς δογματικοὺς ὅρους τους. Εἶναι τὰ τελικὰ κείμενα δηλαδὴ βάσει τῶν ὁποίων κρίνεται ἢ κατακρίνεται μία σύνοδος καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὴ ἔχει ἀξιώσεις καθολικοῦ κύρους.

Ἡ πρώτη, γενικοῦ χαρακτήρα, ἐπισήμανση ποὺ ὀφείλει νὰ γίνει βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύναξη τῆς Κρήτης ἀποτελεῖ τὸ τέρμα μίας πορείας σχεδὸν 90 ἐτῶν προσυνοδικῶν διεργασιῶν, διασκέψεων καὶ προβληματισμοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἐξαιρετικὰ εὐρέως καταλόγου θεμάτων, στὴ συντριπτική τους πλειοψηφία οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου· αὐτὸς ἄλλωστε ἦταν ὁ ἀνέκαθεν προβεβλημένος χαρακτήρας της: ἡ προσαρμογὴ τῆς Ἐκκλησίας στὰ νέα οἰκουμενι(στι)κὰ δεδομένα, ὅπως βεβαίως αὐτὰ εἶχαν σχηματοποιηθεῖ ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ βρίσκονταν (καὶ συνεχίζουν νὰ βρίσκονται) πίσω ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Εὔλογο εἶναι λοιπὸν καὶ ἀναμενόμενο, στὰ τελικὰ κείμενα τῆς Κρήτης νὰ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ ἀκροθιγῶς μέν, (λόγῳ τοῦ γενικόλογου καὶ περιοριστικοῦ χαρακτήρα τους), ἀλλὰ ἐναργῶς, ὅλες αὐτὲς οἱ θέσεις ποὺ συναποτελοῦν καὶ τὸ πυρῆνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ πληρέστερη κατανόηση τῶν ὅσων ἔγιναν καὶ ἀποφασίστηκαν στὴν Κρήτη θ᾽ἀπαιτοῦσε καὶ τὴν ἐξέταση κειμένων ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸ περιθώριο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου καὶ τὰ ὁποῖα κοινοποιήθηκαν ἰδίως στὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα ἐνημέρωσης. Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι ἀντίθετοι πρὸς τὴ κατεύθυνση καὶ τὸ χαρακτήρα τῆς συνόδου ἐπιχειρηματολόγησαν κατὰ αὐτῆς. Ὡς ἀπάντηση, ἐπίσκοποι (Φαναριῶτες) καὶ οἰκουμενιστὲς λαϊκοὶ θεολόγοι, ἐτοποθετήθησανἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, κάνοντας τὶς δικές τους ἐκτιμήσεις, μὲ τὴν ὅποια ἐπιχειρηματολογία. Ἐν πολλοῖς εἶναι αὐτὲς οἱ τοποθετήσεις ποὺ κάνουν εὐκρινέστερη τὴν εἰκόνα τῆς συνόδου καὶ τῶν πρωταρχικῶν σκοπῶν της, καθὼς προέρχονται, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ φαναριῶτες ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι συνάμα εἶναι καὶ καθηγητὲς πανεπιστημίου.[17]

Α´. Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολὴ

Τὸ κεντρικὸ κείμενο τῆς Κρήτης εἶναι ἡ “ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, καὶ μαζὺ μὲ τἠ συντομευμένη ἐκδοχή της, τὸ “ΜΗΝΥΜΑ Τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας” συναποτελοῦν ἀφ᾽ἑνὸς τὴν ἐπιτομὴ τῶν ἕξι τελικῶν κειμένων-ἀποφάσεων, ἀφ᾽ἑτέρου διαμορφώνουν, καθορίζουν καὶ οὐσιαστικὰ ἐπιβάλλουν τὸ ὅλον τῶν βασικῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰκινηθοῦν οἱ μετὰ τὴ σύναξη τῆς Κρήτης ὑπογράψαντες καὶ οἱ ἐκκλησίες τους. Στὴ συνάφεια αὐτὴ θὰ γίνει ἀναφορὰ καὶ στὸ κείμενο“ Ἡ ΑΠΟΣΤΟΛΗ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ”[18].

α´. Ἡ ΑκΜΣ ὡς “αὐθεντικὴ μαρτυρία τῆς πίστεως”

Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς ΑκΜΣ εἶναι ὅτι “ἀποτελεῖ αὐθεντικὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως” καθὼς θεωροῦν οἱ συμμετέχοντες ὅτι “στοιχοῦμεν τῇ παραδόσει τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων ἡμῶν” καὶ τέλος ὅτι“θεολογοῦντες «ἁλιευτικῶς», ἤγουν ἀποστολικῶς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἑκάστης ἐποχῆς” μεταδίδουν τὸ “Εὐαγγέλιον τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´,1)”. Μᾶς διαβεβαιώνουν τέλος ὅτι, “Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της. Προσφέρεται δι᾽ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα…”.

Τὸ νὰ στοιχεῖ τις στὴν παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν ἁγίων, σημαίνει νὰ τηρεῖ πάντα ὅσα ἐνετείλατο ὁἸησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (βλ. Μτ. 28,20) καὶ οἱ μετ᾽αὐτὸν Ἀπόστολοι (πρβ. Α´ Κορ. 14,37) καὶ πάντες οἱ ἑπόμενοι αὐτῶν Πατέρες, διότι ἄλλως: “ Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ ὑποτύπωσιν καὶ διδασκαλίαν τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν καινοτομηθέντα καὶ πραχθέντα καὶ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα”, ὅπως ἐπίσης: “ Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένοις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους κανόνας τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν, οἳ καὶ τὴνἘκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν κοσμοῦντες πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐσέβειαν, ἀνάθεμα”[19] . Τελικῶς οἱ μέλλοντες νὰ μαρτυρήσουν, ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ ἀποστάτου πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς τονίζουν: “ Ὁ γὰρ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχὺ ἀνατρέπων τῷ παντὶ λυμαίνεται”[20].

Ὄντως, ἡ διαχρονικὴ μαρτυρία τῶν δοχείων τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποσκοποῦσε στὴ διαφύλαξη ἕως κεραίας (πρβ. Μτ. 5,18) τῆς παραδεδομένης πίστεως, τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τῆς σωτηρίας, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς Ἐκκλησίας (Μτ. 16,18). Ἡ Ἐκκλησία ἔχουσα κεφαλὴ τὸν Χριστόν, “τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτήν” (Ἑβρ.12,2), εἶναι τὸ ἀεὶ ζωοποιούμενον ὑπ᾽Αὐτοῦ σῶμα (πρβ. Κολ.1,18), καὶ καθὼς περιγράφει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας “Τὰ δὲ μέλη συνῆπται μὲν τῇ κεφαλῇ καὶ ζῇ τῷ συνῆφθαι καὶ διαιρεθέντα ἀποθνήσκει”[21]. Τοῦτο μᾶς θυμίζει συνειρμικὰ καὶ τὸ λεχθὲν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Α´ πράξης τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “ Ἰωάννης ὁ θεοφιλέστατος τοποτηρητὴς τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου τῆς ἀνατολῆς εἶπεν·ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας πάντα ἄνθρωπον. Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· τοῦτο εὔδηλόν ἐστιν”[22]. Ἡ εἰκόνα εἶναι σαφής· πίστις καὶ ζωὴ συνδέονται ἄρρηκτα, “ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται” (Ἰω.11,25-26), εἶναι ὁ χωρισμὸς τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου ποὺ ἐπιφέρει τὸ πνευματικὸ θάνατο. Ἡ φανέρωση αὐτῆς τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυρεῖται καὶ ἀπαγγέλεται ἱεραποστολικῶς (πρβ. Α´ Ἰω. 1,2) κατὰ θέλησιν Θεοῦ καὶ ὄχι ὅπως ἕκαστος νομίζει (Ἰω. 12,49) διότι εἶναι συνολικὴ ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς, λόγῳ καὶ ἔργῳ, ἐκφαίνεται δὲ ὡς ὁδὸς καὶ ἀλήθεια (Ἰω. 14,6)· ἐν Χριστῷ εὐαγγελίζεται ὁ κόσμος τὴν ἀλήθεια, καὶ ὀφείλει ὡς “μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων” (Α´ Πτ.5,1) ὁ εὐαγγελίζων ὡς οὐκ ἀρνούμενος τὴν πίστιν (Ἀπ. 2,13), νὰ φανερώνει τὸν ἀληθινὸν Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατ᾽ἐξοχὴ πρῶτος καὶ μόνος “ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός” (Ἀπ. 3,14).

Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἀκροθιγῶς ἐκτεθέντων, νοεῖται ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας στὸ κόσμο, ὡς στοιχοῦσα στὴν ἀποστολικοπατερικὴ ἁγιοπνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ὀρθῶς περιγράφεται ὡς παρακαταθήκη. Ἡ διαφύλαξις τῆς παρακαταθήκης (πρβ. Α´ Τιμ. 6,20) συνιστᾶ καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ μηνύματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμο, καὶ δὲν δύναται νὰ συμβεῖ παρὰ μόνο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (Β´ Τιμ. 1,14), καὶ ὄχι βεβαίως μὲ μετανεωτερικές(ψευδο)ἐπιστημονικὲς κατασκευές… Εἶναι αὐτὴ ἡ διάκριση μεταξὺ αὐθεντικότητας καὶ μή, ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ποὺ κάνει ὁ ἐν ἁγίοις ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ἀναφορικὰ μὲ τὴν τήρηση τῆς παρακαταθήκης:“εἰσὶν δὲ σοφοὶ ἀπὸ μόνου τοῦ βούλεσθαι καὶ σοφίας δίχα, ἵνα τὴν προφητικὴν ἀρὰν ἐθελούσιον ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἐπισπάσωνται, καὶ ἐπιστήμονες τῷ οἴεσθαι (οὐ γὰρ τῷ εἶναι), ἐπιλήσμονες δὲ ὡς ἀληθῶς ὧν πρὶν μεμύηνται καὶ πεπείρανται, ὡμολόγησάν τε καὶ προέστησαν θείων δογμάτων, ὡς ἂν τὸ εὐπαράφορον καὶ εὐπαρακόμιστον τῆς ἀγενοῦς ψυχῆς ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκεν ἐμφανῶς στηλιτεύηται, ὁπότετὴν πιστευθεῖσαν αὐτοῖς καλὴν παρακαταθήκην ἀφυλάκτως προὔδωκαν, ἧς καὶ τὸ μικρὸν παρεωραμένον καὶ ἀτημέλητον κινδυνῶδές τ’ ἂν εἴη καὶ σφαλερώτατον”[23].

β´. “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της”

Ἔχοντας σκιαγραφήσει στ᾽ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, τὴν ἀδιάσπαστο ἑνότητα τῆς ζωῆς, μαρτυρίας καὶπίστεως τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατανοητὸ πόσο λάθος εἶναι ἡ ἐπισήμανση ὅτι “ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόντης”, καὶὅτι-δῆθεν- “προσφέρεται δι᾽ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα”. Ἡ Ἐκκλησία φέρει ἐν αὐτῇ τὴν ζωὴ τοῦΧριστοῦ, διότι καὶ “ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν καὶ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.” (Ἰω. 1,4). Ἡ Ἐκκλησία ἔχει λοιπὸναὐτοτελὴ ζωὴ, διακριτὴ ἀπολύτως ἀπὸ τὴ ψευδοζωὴ τοῦ κόσμου, ὁ δέ “ἑαυτός” της δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸνζωοδότη της, αὐτὸν ζεῖ καὶ τὴ μαρτυρία αὐτοῦ (δηλαδὴ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία) προσφέρει στὸ κόσμο.  Πέραἀπὸ αύτὰ ὅμως,ἂν καὶ εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπο ἐνσωματωμένες οἱἀνωτέρω ἀναφορὲς στὸ κείμενο ποὺ δείχνουνσχεδὸν ἀθῶες, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρίανὰ᾽δοῦμε τὰ πράγματακαὶ ὑπὸ ἄλλη ὀπτικὴ γωνία… Ἡ πραγματικότηταλοιπὸν ἀποκαλύπτεται νὰ εἶναι πολὺ διαφορετική· ἐξακολουθητικὰ ἀλλὰ καὶ μεθοδικὰ οἱ καθ᾽ ἡμᾶςοἰκουμενιστὲς[24]μεταφέρουν ἰδέες ἀπὸ τὴ Δύση, κατάλληλες στὴν ἐμπέδωση ἑνὸς νέου ἐκκλησιολογικοῦπλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιθυμοῦν νὰ μεταφέρουν τὴ συζήτηση περὶ Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα στὴνἐξαιρετικῆςσημασίας έγκύκλιο τοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint[25] σχετικὰ μὲ τὴνδέσμευση τοῦ παπισμοῦ στὸνΟἰκουμενισμό, (ὅπως λέει ἀκριβῶς καὶ ὁ ὑπότιτλος τῆς ἐγκυκλίου:On commitment to Ecumenism), συναντᾶμε στὸ5/aἀκριβῶς τὴν ἴδια διατύπωση[26], στὸ ἴδιο πλαίσιο ἀναφορᾶς. Ἀνεξαρτήτως τῆς πηγῆς ἔμπνευσης (ἡ ὁποίαπάντα εἶναι δυτική, καὶ πλέον σχεδὸν ἀποκλειστικὰ παπική), αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει τελικῶς εἶναι ἡ ἑνιαίαπαρουσίαση τοῦ οἰκουμενιστικοῦ μηνύματος σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

Γενικόλογες ἀγαπολογικοῦ τύπου ἐκφράσεις, ὡς οἱ ἀνωτέρω, διατυπώνονται συχνὰ μέσα στὴν Ἐγκύκλιοὅσο καὶ στὸ σημαντικότερο κείμενο τῆς συνάξεως τῆς Κρήτης, αὐτοῦ περὶ τῶν σχέσεων τῆς ὈρθοδόξουἘκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Περιοριζόμαστε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι τὸ γνήσιον αὐτῶν ἐλέγχεται καὶ τελικῶςκρίνεται κίβδηλο, ἀπὸ τὸ ἐλλιπὲς ἕως καὶ ἀνύπαρκτον τῆς ὁμολογίας τῆς παρακαταθήκης ποὺ συγκροτεῖ καὶδιέπειτὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθοῦς πίστεως, τῆς μόνης δυναμένης νὰζωοποιήσει αὐτόν, καὶ ὄχι διαχριστιανικὰ συνέδρια “εἰδικῶν” ἢ κοινωνικοῦ χαρακτήρα ἐλεημοσύνης, ποὺ εἶναικυρίως ἔργο τοῦ κάθε κράτους καὶ τῶν παντοίας φύσεως πολιτικῶν ὀργανισμῶν…

γ´. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος

Συνεχίζοντες οἱ συντάκτες τῆς Ἐγκυκλίου, (προφανῶς καὶ πάλι ὁ Ζηζιούλας),καὶ στὴν προσπάθειά τους κάτι νὰ ποῦν, γιὰ τὸ τί εἶναι Ἐκκλησία καὶ ἔτσι νὰ πλαισιώσουν θεολογικὰ τήν “προσφορά” αὐτῆς πρὸς τὸ κόσμο, καταλήγουν στὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἐκ τῶν πλέον σκοτεινῶν, παντελῶς ἀμάρτυρων ἁγιογραφικά-πατερικά, θέσεων τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, αὐτῆς ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς “εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”[27]. Δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ὅτι μιὰ τόσο σημαντικὴ θέση,μένει ἄνευ παραπομπῆς σὲ κάποιο κείμενο, ὅπως ἐπίσης τὸ ὅτι δὲν ἀναλύεται. Παρότι ἡ ἐκτενὴς ἀνάλυση διαφεύγει τοῦ σκοποῦ τοῦ παρόντος κειμένου, ἀκροθιγῶς ἔχουμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς: ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀποστολικοπαράδοτη πατερικὴ παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ “ὡς τὴν αὐτὴν αὐτῷ κατὰ μίμησιν καὶ τύπον ἐνέργειαν ἔχουσαν”[28]. Ἡ ἀνθρώπινη φύση κοινώνησε ὑποστατικῶς ἅπαξ ἐν Χριστῷ, οἱ ὑποστάσεις (δηλαδὴ οἱ ἐπὶ μέρους ἄνθρωποι), κοινωνοῦν μὲ τὸ Χριστὸ ἐνεργητικῶς, δηλαδὴ κατὰ τὴν κοινὴ τριαδικὴ ἄκτιστο ἐνέργεια. Ἡ ζηζιούλια θεώρηση ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει μία “ἐνδοτριαδικὴ ζωή” ἡ ὁποῖα κοινωνεῖται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ συνιστᾶ τή -δῆθεν- ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σύνολη ἡ πατερικὴ παράδοση ὡς “ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις” καταγράφει τὸ ἀπόρρητο μυστήριο τῆς ἀγεννησίας, τῆς γέννησης καὶ τῆς ἐκπόρευσης καὶ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο! Εἰδάλλως, τὰ τρία προσκηνυτὰ Πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, θὰ σχετίζονταν μεταξύ τους κατ᾽ἐνέργειαν, ὅπως δηλαδὴ συμβαίνει μεταξὺ κτίσεως καὶ Θεοῦ. Οἱ θεολογικὲς συνέπειες τῆς κατ᾽ἐνέργειαν σχέσης τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι καταστροφικὲς γιὰ τὴν ἑνότητα Της. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπὶ μέρους διασάφηση περὶ τοῦ χαρακτήρα τῶν σχέσεων, τὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ κινεῖται μεταξὺ Ἀρειανισμοῦ καὶ Σαβελλιανισμοῦ (πλήρη διαπραγμάτευση τῆς ἐσωτερικῆς σχέσεως τῶν δύο -φαινομενικὰ διαφορετικῶν- αἱρέσεων κάνει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στοὺς 4ης λόγους του κατὰ Ἀρειανῶν, βλ. PG 26,12-468). Ἡ βούληση τοῦ Ζηζιούλα εἶναι, καὶ τοῦτο δίχως νὰ τὸ ἐννοήσει κανεὶς ἀπὸ τοὺςσυνοδικοὺς τῆς Κρήτης, νὰ θεμελιώσει τὴν περὶ Πρωτείου θεωρία του καὶ ἡ ὁποία βασίζεται στὸ ὑποτιθέμενοΠρωτεῖο τοῦ Πατρός! Ἡ Mοναρχία τοῦ Πατρὸς στρεβλοῦται αἱρετικῷ τῷ τρόπῳ σὲ Πρωτεῖο, οὕτως ὥστε ὅπωςὑπάρχει Πρωτεῖο στὴν ἁγία Τριάδα, καὶ ἐφ᾽ὅσον ἡ Ἐκκλησία δῆθεν τὴν εἰκονίζει, νὰ συνεπάγεται ὅτι ὑπάρχειΠρωτεῖο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ μάλιστα Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα! Μ᾽αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ περὶ Πρωτείου συζήτηση λαμβάνει θεολογικὸ χαρακτήρα ἐπὶ τριαδολογικοῦ θεμελίου.[29] Ἡ παραπάνω θέση ἀπηχεῖ κυρίως τὸ κείμενο τοῦ Μονάχου (1982), ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίστηκε καὶ προέκτεινε τὶς διαπιστώσεις του τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα[30] (2007). Ἐμμέσως πλὴν σαφῶς νομιμοποιοῦνται κατ᾽αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀποκτοῦν “ὀρθόδοξο” κῦρος καὶ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν διαλόγων.

Συμπερασματικά:τὸ ζήτημα τοῦ εἰκονισμοῦκαθ᾽ ἑαυτὸ εἶναι τεράστιο καὶ συνιστᾶ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς ὅλης θεολογικῆς κατασκευῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τῶν οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως. Ὅπως ἤδηἔχει δειχθεῖ, οἱ άντορθόδοξες θέσεις ἔχουν κυρίως παπικὴ ρίζα. Ἡ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας μὲ ὃρους εἰκονισμοῦ, πρωτόγνωρη γιὰ τὰ ὀρθόδοξα δεδομένα, συνιστᾶ οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς παπικῆς κατανόησης τῆςἔννοιας τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν παγκοσμίου Πρωτείου τοῦ “Πέτρου” (ὅπως ὀνομάζεται ὁ ἑκάστοτε πάπας ὡς δῆθεν διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου). Πράγματι στὸ συνοδικὸΔιάταγμα τῆς Β´ Βατικανῆς ποὺ ἔβαλε ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὸν παπισμὸ στὶς ράγες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸUnitatis Redintegratio (1964),στὸ2/f,βλέπουμε τὴ ρητὴ ἀναφορὰ μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς αὐτὴν τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς πρώτηςπρὸςτὴν δευτέρα[31].Γίνεται ἔτσι κατανοητὴ ἡ πηγὴ, τόσο τοῦ Ζηζιούλα ὅσο καὶ μέσῳ αύτοῦ, τῆς Ἐγκυκλίου τῆς συνόδου τῆς Κρήτης…

δ´. Ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου

Σὲ πλαισίωση πρὸς τήν κεντρικῆς σημασίας, πολυεπίπεδη καὶ μὲ πολλαπλὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ εὐρύτερα θεολογικὲς συνέπειες ἀνωτέρω θέση, ἐπισημαίνουμε τὴν ὕπαρξη καὶ ἄλλων ζηζιούλιων θεωρήσεων, ποὺ ἐπίσης τεχνηέντως ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ τελικὰ κείμενα, παρότι ἔχουν ἐλεχθεῖ ὡς αἱρετικές· αὐτή τους ἡ ἐνσωμάτωση ἐπιτυγχάνει τελικὰ νὰ τὶς ἀπαλλάξει ψόγου καὶ τὶς καθιστᾶ “ὀρθόδοξες” καὶ καθολικοῦ κύρους. Ἐν πρώτοις συναντᾶται ἡ γνωστὴ θεωρία περὶ προσώπου[32], ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει θεμελειώσει ὁ Ζηζιούλας καὶ ὅλες τὶς ἑπόμενες, ὡς ἄλλο πύργο τῆς Βαβέλ. Τοῦτοστὸ κείμενο ἐμφανίζεται μέσω τῆς χρησιμοποιήσεωςχωρίου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: “Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τό «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διά τῆς  ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τήν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες  γάρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καὶ τὸ κοινὸν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτὸν ἀναβιοῖ πρόσωπον» (Ὑπόμνημα  εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ. PG 73, 157-161)” (Ἐγκύκλιος 4/β).Ἂς σημειωθεῖ ὅτι συναντᾶται καὶ ἑτέρα γραφὴ τοῦ“ἀναβιοῖ”, ὡς “εἰς τὸ αὐτοῦ ἀναβαίνει πρόσωπον”[33], πάντως τὸ χωρίο, κατὰ τὴ συνήθη τακτικὴ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας “ἀρχικὰ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴ συνάφεια τοῦ κειμένου (ἐν παρόδῳ στὸ κυρίλλειο κείμενο ἀναλύεται τὸ χωρίο ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην 1,14 “καὶ ἐσκήνωσε ἐν ἡμῖν”), καὶ αὐτονομημένο ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα[34] συνδέεται μὲ τὴν (ζηζιούλια) ἔννοια τοῦ προσώπου, ἐνῶ ξεκάθαρα τὸ ἴδιο τὸ κείμενο ἀναφέρεται στὴν πρόσληψη καὶ συνακόλουθα θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Πέρα ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο, εἶναι καὶ στὸ κείμενο τῆς Ἀποστολῆς, ὅπου ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἀνωτέρω στρέβλωση, τούτη τὴ φορὰ κάνοντας παράχρηση ἄλλου κειμένου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου (αὐτὴ τὴ φορὰ τοῦ PG 74, 273D-275A) τὸ ὁποῖο ὁμοίως δὲν ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο ἀλλὰ στὴν ἀνακαίνιση τῆςἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Τὰ δύο χωρία κακοποιοῦνται ἀλλὰ καὶ συνδέονται ἑρμηνευτικὰ μὲ τὴν περί “ἀνακεφαλαιώσεως” χρήση.

Τὸ ὅτι ὅλα τὰ ἀνωτέρω οὔτε τυχαῖα, οὔτε ἄνευ αἰτίας βρῆκαν θέση στὰ τελικὰ κείμενα, σαφηνίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσητελικὰ ἐκ τοῦ κειμένου τῆς Ἀποστολῆς τῆς ἑξῆς προβληματικῆς παραγράφου, ζηζιούλιας ἐπίσης ἐμπνεύσεως καὶ θεολογίας. “ Ἓν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένου φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίας προσώπων, ἀντανακλώντωνκατὰ χάριν διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τὴν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωὴν καὶ κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ τὸ θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας” (Άποστολὴ Β/1). Τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα διαφωτίζει τὸ λόγο ὕπαρξης στὴν ἐγκύκλιο τῆς ἀναφορᾶς περὶ τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας “κατ᾽εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”, τῶν δύο ἀναφορῶν περὶ προσώπου ποὺ ἐξετάσαμε, καὶ πῶς αὐτὰ συνδέονται μὲ τὴν ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας (ποὺ κατὰ Ζηζιούλα τὸ πρόσωπο “προηγεῖται” τῆς οὐσίας καθὼς ἡ ἐλευθερία συνδέεται μ᾽αὐτό, ἐνῶ ἡ “ἀνάγκη” μὲ τὴν οὐσία). Στὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα μιᾶς καὶ δὲν ἀφαιρέθηκε ἡ ἀναφορὰ στὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι σὰν νὰ εἶναι παρόν, πλέον ὅμως μὲ κεκαλυμμένο τρόπο.

ε´. Ἑνότης καὶ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ διαπότιση τῶν τελικῶν κειμένων μὲ τὸν ἰδιαίτερο τρόπο θεολογήσεως ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα παρατηρεῖται ἐπίσης στὶς ἑξῆς διατυπώσεις: “Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ”(Μήνυμα 1/β),ὅπως καί, “Κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, προσφέρουσα τὴν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καὶ φανέρωση τῆς Μιᾶς(sic), Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας” (ὃ.π).

Τυγχάνουν γνωστὲς καὶ διαρκῶς διατυπούμενες σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα οἱ παραπάνω θέσεις καὶ οἱ ὁποῖεςδὲνἀπηχοῦν τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία[35]. Τὰ πάντα ὑποτάσσονται στὴ νέα περὶ Πρωτείου θεωρία του: ἡ ἑνότης “πραγματοποιεῖται” ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐπισκόπου, ἑπομένως τὸ πλήρωμα τῆς ἑνότητος βρίσκει τὴν ἔκφρασή της μόνον ἐν συνόδῳ, ἐγγυητὴς δὲ αὐτῆς τῆς ἑνότητος καθίσταται ὁ “πρῶτος”[36], τῆς συνόδου! Καὶ ὅμως, ἑνότητα καὶ καθολικότητα νοοῦνται πάντοτε ὡς δεδομένες καὶ διαρκεῖς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὴ ἔχουσες ἀνάγκη συνοδικῆς ἔκφρασης ποὺ δῆθεν τὶς ὑποστασιοποιεῖ.[37] Ὡς ἐμπράγματες καταστάσεις, ἡ ἑνότητα εἶναι καθολικὴ καὶ ἡ καθολικότητα ἑνωτική: “τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν” (κοντάκιον Πεντηκοστῆς), δηλαδὴ τοὺς πιστούς, καὶ καθὼς αὐτὸ εἶναι ποὺ χορηγεῖ πάντα τὰ χαρίσματα, “ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας” (στιχηρὰ ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς). Θεμέλιο τῆς ἑνότητοςεἶναι ἡἀποστολοπαράδοτος μία,ἑνοειδὴς καὶ ἑνοποιοῦσα, πίστις[38], καὶ ἡ ὁποία εἶναι καὶ λέγεται καθολική, ὡς περιέχουσα πᾶσαντὴν καθολικὴν ἀλήθειαν, ταὐτὸν εἰπεῖν τὴν σωτηρία[39]· αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπου ἡ Ἐκκλησία καλεῖται καθολική[40], καὶ ὄχι γιατὶ εἶναι δῆθεν παγκόσμια, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ παπισμὸς.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δεύτερη διαπίστωση,περὶ τῆς “ἐν τόπῳφανερώσεως τῆς Μίας, Ἁγίας Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας”, πέρα τοῦ ὅτι εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρο στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μᾶλλον αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπουσίας παραπομπῆς σὲ κάποια πηγή[41], εἶναι σὰν νὰ ὑποδηλώνεταιἡὕπαρξις μιᾶς ἀοράτου“Ἐκκλησίας”, ἡ ὁποία ὑποστασιοποιεῖται χωροχρονικὰ στὶς τοπικὲς εὐχαριστιακὲς συνάξεις. Τοὐναντίον ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ φανέρωση κάτι ἄλλου, ἀλλὰ εἶναικαὶ μάλιστα πλήρης,ἡ Μία, Ἁγία καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία.

Ἡ ἀντιπαραδοσιακὴ αὐτὴνέα θεώρηση περὶ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς φανερώσεων τῆς Μίας Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ἀναγκάζειλοιπὸν καὶ πάλι νὰ στραφοῦμε πρὸς Δυσμὰς ὥστε νὰ κατανοήσουμε τὸ τί κρύβεται ἀπὸ πίσω. Κατ᾽ἀρχὰς γιὰ τοὺς οἰκουμενιστὲς γνωρίζουμεὅτιὅταν ἀναφέρονται στὴν“Μία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία”εἶναι ἡλεγομένη, κατ᾽αὐτοὺς“ἀδιαίρετοςἘκκλησία”, (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νῦν -δῆθεν- διηρημένη), ἀπηχοῦσα τὴν διευρημένη καὶ ὄχι τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία.Άνατρέχοντας λοιπὸν σὲ κείμενο[42] ποὺἤδηπαραθέσαμε[43],στὸ ὁποῖο βρίσκουμε τὴν θέση ὅτι ἡΟἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, (δηλαδή, ἡδῆθενΜία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία),εἶναι παροῦσα στὶς διάφορες ἐπιμέρους τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἐπὶ πλέονφανερώνεται σ᾽ αὐτές,γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν(ὁρατές) ἐκφράσεις της[44].Εἶναι νομίζουμε, χαρακτηριστικὴ ἡ ὁμοιότητα τῶν διατυπώσεων (καὶ τῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνὸς κειμένου ἀπὸ τὸ ἄλλο)…

στ´. Περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων

Πρὶν ὁλοκληρώσουμε τὸ περίγραμμα τῶν κακοδόξων θέσεων ὅπως παρουσιάζονται στὰ κείμενα τῆςἘγκυκλίου, Μηνύματος καὶ Ἀποστολῆς καὶ ἐν σχέσει μὲ τὰ ἤδη ἀναφερθέντα, ὀφείλουμε νὰ κάνουμε καὶ ἕνα σχόλιοστὴν ἑνότητα τῆς Ἐγκυκλίου περὶ Συνόδων (Ἐγκύκλιος 3)ὅπου ἀναφέρονται οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς σύνοδοιδιακριτὰἀπὸ τὶς θεωρούμενες ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ὡς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικές (ὀνομάζονται Μεγάλες ἀλλὰ ὄχιΟἰκουμενικές)[45]. Τὸ μήνυμα εἶναι ξεκάθαρο: διακρίνονται οἱ σύνοδοι ὡς ἔχουσες οἰκουμενικὸ ἢ μὴ κῦρος. Τὸ κῦρος ποὺ ἀποδίδεται στὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879 καὶ στὶς ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ Συνόδους τῶν ἐτῶν 1341,1351 (στὴ σύνοδο 1368 δὲν συμμετεῖχε ὁ ἅγ. Γρηγόριος,ὅπως κακῶς ἀναφέρεται στὴν Ἐγκύκλιο, τὴ συνεκάλεσε ὁ Πατριάρχης καὶ συναγωνιστὴς τοῦ ἁγίου, ὁμοίως ἅγιος,Πατριάρχης ΚωνσταντινουπόλεωςΦιλόθεος Κόκκινος κατὰ τῶν λατινοφρόνων ἀντι-ἡσυχαστῶν ἀδελφῶν Κυδώνη) εἶναι “καθολικό” ἀλλὰ ὄχι οἰκουμενικό. Τί ἐννοοῦν οἱ “πατέρες” συντάκτες τοῦ κειμένου; Μᾶς τὸ ξεκαθάρισαν οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως καὶἈλεξανδρείας (ὅπως καὶ πλειὰς ἄλλων): Ἡ ΑκΜΣ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς Οἰκουμενικὴ διότι ἀπουσιάζειἡ δυτική “ἐκκλησία”, ἡ σύνοδος εἶναι πανορθόδοξη καὶ τέτοιο εἶναι καὶ τὸ κῦρος της. Συνέπεια τούτων, εἶναι μὲ τὴν ἔννοια “καθολικό” νὰ χαρακτηρίζεται τό “πανορθόδοξο” καὶ ὄχι τό“οἰκουμενικό”. Ἡ κακοδοξία εἶναι προφανής, ἄλλωστε, ἡ ἐπιδιωκώμενη ἕνωση τῶν “ἐκκλησιῶν” ἔχει συνομολογηθεῖ ὅτι θὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀμοιβαία ἀναγνώριση-ἀποδοχὴ τῆς “ἰδιαιτερότητος” ἑκάστου παραδόσεως[46]· μὲ ἁπλὰ λόγια, οἱ παπικοὶ θὰ διακρατοῦν τὴ δική τους, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ “ὀρθόδοξοι” τὴ δική τους… Ἀπὸ τὴ στιγμὴ λοιπὸν ποὺ  δὲν χαρακτηρίζονται οἱ Η´ καὶ Θ´ ὡς Οἰκουμενικὲς ἀλλ᾽ὡς ἔχουσες “πανορθόδοξο” κῦρος, ἕπεται ὅτι ἡ ἀναφορὰ σ᾽αὐτές, συνιστᾶ ἕνα ἀκόμη οἰκουμενιστικὸ τέχνασμα ἐξαπάτησης τῶν ἁπλουστέρων, μὲ σκόπιμη δημιουργία συγχύσεως.Νὰ προστεθεῖ ἐδῶ κάτι ποὺ καθιστᾶ τὴν μὴ ἀναγνώριση τῆς Συνόδου τοῦ 879 ὡς Η´ Οἰκουμενικῆς, προβληματική. Ἀναφερόμαστε στὴν ἀνάγκη ποὺ ἔνοιωσαν οἱ συνοδικοὶ Πατέρες τῆς Η´ , ἐπισήμου ἀνακηρύξεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς ὡς τέτοιας[47], καθὼς εἰσέτι ὑπῆρχαν ὁμάδες είκονομάχων οἱ ὁποίοι, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ὑποστήριζαν τὴν μὴ ἐπικυρωμένη οἰκουμενικότητα τῆς Συνόδου. Ἑπομένως ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς Η´ ὡς Οἰκουμενικής ἐπηρεάζει τρόπον τινὰ καὶ τὴν Ζ´…[48]

Ἐνδιαφέρον εἶναι ἐπίσης τὸ γεγονὸς τῆς παντελοῦς ἀπουσίας ἀναφορᾶς στὴν λεγομένη Α´-Β´ Σύνοδο τοῦ861 ἐπὶ Μ.Φωτίου, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος καθολικὰ ἀναγνωρίζεται -ἕως τῆς σήμερον τουλάχιστον- ὑπὸ ὅλων τῶνὀρθοδόξων ὡς Οἰκουμενικό. Προφανῶς κάποιοι ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς ἁγίας αὐτῆς Συνόδου σήμερα δὲν εἶναι διόλου ἀρεστοί…[49]

Ἕνα τρίτο ἐπίπεδο, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τῆς “Μεγάλης Συνόδου” ποὺ ἀναγνωρίζεται στὸ κείμενο, εἶναι αὐτὸ τῆς “Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου” καὶ ἀπαριθμοῦνται οἱ σύνοδοι τοῦ 1484 (καταδίκη ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας) καὶ ὅλες οἱ μεγάλες σύνοδοι τῆς Τουρκοκρατίας: 1683, 1642, 1672, 1691, 1872. Δύο εἶναι τὰ πράγματα ποὺ ἐντυπωσιάζουν καὶ ἐν ταυτῷ ἀποκαλύπτουν τοὺς δόλιους σκοποὺς καθὼς καὶ τὴ διγλωσσία τῶν διοργανωτῶν τῆς συνάξεως τῆς Κρήτης. Πρῶτον, ἐνῶ χαρακτηρίζονται ὡς Ἁγίες καὶ Μεγάλες οἱ παραπάνω σύνοδοι, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὡς κύριος διοργανωτὴς τῆς συνόδου, διαρκῶς καὶ διὰ τῶν πλέον ἐπισήμων ἐκπροσώπων του τόνιζε τὴ σημασία τῆς ΑκΜΣ καθότι, ὅπως ἔλεγαν, ἡ Ὀρθοδοξία συνέρχεται ἐν συνόδῳ γενικὴ μετὰ ἀπὸ περισσότερο ἀπὸ 1200 χρόνια! Τί νὰ κατανοήσει κανείς; Μήπως ὅτι ἡ ΑκΜΣ εἶχε ὄντως σχεδιασθεῖ ὡς “Οἰκουμενική” ἢ ὅτι καὶ οἱ λοιπὲς ΑκΜΣ τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι ὁμοίως Οἰκουμενικές; Δίχως ἀμφιβολία, ἡ ἀσυνέπεια τῶν λόγων τῶν ἰδίων τῶν οἰκουμενιστῶν σαφηνίζει τὸ σκόπιμο τῆς συγχύσεως ποὺ θέλουν νὰ ἐπιφέρουν καὶ τὸ δόλο ποὺ ὑποκρύπτεται ὄπισθεν τέτοιων ἀντιφατικῶν δηλώσεων. Δεύτερον, ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω ΑκΜΣ τῆς Τουρκοκρατίας,παραδόξως ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὸ κατάλογο, οἱ ἐπίσης Μεγάλες ἀντιπαπικὲς Σύνοδοι τοῦ 18ου αἰῶνα τοῦ 1722 καὶ 1727. Οἱ μεγάλες αὐτοὶ Σύνοδοι διὰ τῶν ἀποφάσεών τους, ἔχοντας τὶς ὑπογραφὲς ὅλων ἢ σχεδὸν ὅλων τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν περὶ αὐτῶν Ἱερῶν Συνόδων, ἀντιστάθηκαν καὶ ἐνίσχυσαcν τὸν χειμαζόμενο λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι στὴ μανία τῶν παπικῶν. Ἦταν δὲ καὶ οἱ ἱστορικὲς ἐγκύκλιοι τοῦ 1838 καὶ 1848, ὁμοίως ὑπογεγραμμένες ὑπὸ πάντων τῶν τότε Πατριαρχῶν, ποὺ ἐπίσης ἐνίσχυσαν τὸν ὀρθόδοξο λαό. Ἰδιαίτερα στὸ κείμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1848 οἱ Πατριάρχες διετύπωσαν τὸ γνωστὸ καὶ διαχρονικὰ ἰσχῦον ἀξίωμα: “παρ᾽ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὑτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὑτοῦ”[50]

ζ´. Ἐκκλησία καὶ Κόσμος.

Στὰ κείμενα ποὺ ἐξετάζουμε σημαντικὴ θέση ἒχουν οἱ άναφορὲς στὰ ποικίλα κοινωνικοῦ χαρακτήραπροβλήματα ποὺ καλεῖται ἡ Ἐκκλησία νὰ δώσει ποιμαντικὴ μαρτυρία τῆς ζωῆς της, νὰ διακονήσει δηλαδὴἀποστολικὰ τὸν καινὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀναγεννημένου, ἐν Χριστῷ, ἀνθρώπου. Δυστυχῶς,συνεχίζοντας οἱσυγγραφεῖς τῶν κειμένων τὴν ἐκφορὰ καὶ παρουσίαση τῶν θεμάτων κατὰ τὸν τρόπο τῶν παπικῶν, καὶἰδιαιτέρωςἔχοντας κατὰ νοῦ, τὸ συνοδικὸ Διάταγμα τῆς Β´ Βατικανῆς, Gaudium et Spes[51] (1965), ἀποτυγχάνουννὰ δώσουν στὸν ἀποχριστιανισμένο σημερινὸ κόσμο τὴ σώζουσα ἀπάντηση στὰ προβλήματά του. Ἡ λεπτομερὴςἀντιπαραβολὴ τῶν δύο κειμένων, τοῦ παπικοῦ καὶ τοῦ “ὀρθοδόξου”, ἂν καὶ ἐκφεύγει τοῦ παρόντος, ἀποδεικνύειτὴν γεννητικὴ σχέση τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο[52]. Περιοριζόμαστε νὰ παρουσιάσουμε, ἐν συντομίᾳ, ἕνα κατάλογο μὲτὰ σημεῖα ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ἀστοχεῖ ἡ λεγομένη ΑκΜΣ, νὰ δώσει πειστική(καὶ ὀρθόδοξο) ἀπάντησιν.

α)        Ψελλίζει, ἡ ΑκΜΣ, ἀναιμικὰ αἰτήματα ἀποδεχόμενη οὐσιαστικὰ τὴν παροῦσα κατάσταση μὴ στηλιτεύοντας τοὺς κρυφούς “μοχλούς”, ἰδεολογικοὺς καὶ θεσμικοὺς τῆς νέας οὐσιαστικά, φάσης τοῦ Διαφωτισμοῦ.

β)         Ἀποδέχεται κεντρικὰ ἰδεολογήματα τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ του ὀργάνου, δηλαδὴ τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, ὅπως “ἀνθρώπινα δικαιώματα”, “πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ”, “ἐπιστημονικὴ πρόοδος” κ.λ.π, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς αὐταξίες καὶ θεμέλια τοῦ νεωτέρου Δυτικοῦ Πολιτισμοῦ. Ἐξαλείφονται μ᾽ αύτὸν τὸν τρόπο οἱ ἐπισημάνσεις καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλης τῆς παραδοσιακῆς Ὀρθοδοξίας, (στὴνὁποία ἀνήκουν ΟΛΟΙ οἱ κολλυβάδες ἁγιορείτες ἅγιοι), τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος κατὰ τοῦ ἀθέου Διαφωτισμοῦ,ὅπως π.χ. τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, μέσω τῆς ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους[53].

γ)         Ἀποδέχεται κατ᾽οὐσίαν τὴν παγκοσμιοποίηση κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνάγκηοἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, “νὰ οἰκοδομήσουνμίαν νέαν ἐποικοδομητικὴν συναλληλίαν μὲ τὸ κοσμικὸν  κράτος δικαίου εἰς τὸ νέον πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων” (Ἐγκύκλιος 16), ἐντὸς τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ οἰκοδομήσει τὶς νέες αὐτὲςσχέσεις.

δ)         Ἀντιφάσκει κάνοντας λόγο γιὰ προστασία τοῦ ἀνθρωπίνου δικαιώματος τοῦ θρησκεύειν(Ἐγκύκλιος 16), τὸ ὁποῖο στὸ νεωτερικὸ Κράτος συνιστᾶ στοιχεῖο τῆς Ἰδιωτικῆς σφαίρας τῶν κοινωνικῶν δραστηριοτήτων,ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπιμένει στὴν ἀνάγκη δημόσιας διδασκαλίας τῆς θρησκείας, (προφανῶς στὴ παιδεία), κάτι ποὺ άνήκει στὴν Δημόσια σφαίρα.

ε)         Καταδικάζει τὸ φονταμενταλισμό, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς βίας, (κυρίως τοῦ ριζοσπαστικοῦ Ἰσλάμ), ἐπεκτείνοντάς τον σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, ὑπονοῶντας καὶ τὸν Χριστιανισμό. Συλλήβδην συνδέει τὸν φονταμενταλισμὸμὲ τή “νοσηρὴ θρησκευτικότητα” (Μήνυμα 4) καὶ ἐκφράζει τὸ φόβο μήπως καὶ αὐτὸς ἀποδοθεῖ στὴν οὐσία τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου (Ἐγκύκλιος 17).Ἀποσιωπᾶται ὅτι οἱ κοσμικοῦ χαρακτήρα θεσμικότητες ποὺ καταφέρονται ἐναντίον του, συγχέουν σκόπιμα τὴν ἐμμονὴ στὴν Παράδοση, (ποὺ εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀντινεωτερική), μὲ τὴ “μὴ ἀνεκτικότητα” καὶ τὸν “κοινωνικὸ ἀποκλεισμό” δηλαδὴ τὸν κοινωνικὸ ρατσισμὸ τοῦ βιαίου φονταμενταλισμοῦ. Καταφάσκοντας στὴν ἀνωτέρω στρεβλὴ παρουσίαση, υἱοθετεῖ ὡς λύση τό “νηφάλιο” (Μήνυμα 4) καί “εἰλικρινή” (Ἐγκύκλιος 17) διαθρησκειακὸ διάλογο, πρός “ἀνάπτυξιν ἐμπιστοσύνης, εἰς τὴν προώθησιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς καταλλαγῆς”. (ὅ.π.) Ἡ ἀποδοχὴ τῆς τελευταίας φράσης ἀποτελεῖ ὁμολογία τῆς σύμπλευσης τῶν οἰκουμενιστῶν μὲ τὰ πλέον ἐπιθετικὰ στοιχεῖα τῆς νεοταξικῆς ἀτζέντας, τῆς ὁποίας ἐκφράσεις εἶναι τὰ περί “ἐμπιστοσύνης” καί “καταλλαγῆς”· ἡ “ἀνεκτικότητα” (ἄλλη μορφὴ τοῦ ὅρου “καταλλαγή”), συνιστᾶ σήμερα μία ἐκ τῶν προμετωπίδων τῆς παγκοσμιοποιήσεως,ποὺ ἐπιχειρεῖ τὴν καθολικὴ ὁμογενοποίηση πολιτισμῶν, κοινωνιῶν καὶ παραδόσεων· ἡ σημασία της ἔγκειται στὴ ἀφαίρεση τῶν μὴ συμβατῶν, καὶ πρὸς τοῦτοἐχθρικῶν στοιχείων τοῦ πυρῆνα, (καὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν χριστιανισμό), τῆς Παραδόσεως.

Ἀπορία βέβαια προκαλεῖ ἡ ἀνωτέρω θέση, μιᾶς καὶ ἔρχεται σὲ εὐθεία ἀντίθεση πρὸς τὸ διατυπούμενο (Μήνυμα 2) χρέος εὐαγγελισμοῦ ὅσων εἰσέτι δὲν ἔχουν γνωρίσει τὸν Χριστό! Πῶς θὰ γίνει αὐτό; Δὲν θὰ ὑπάρχει προσπάθεια προσηλυτισμοῦ; Τοῦτο δὲν ἀκυρώνει τὴν “ἐμπιστοσύνη” καὶ τήν “καταλλαγή”; Δέν ἀκυρώνει τή “συνεργασία” καὶ τή “συνεννόηση” (Ἀποστολή Α´ 3);

στ)       Ἀναφέρεται στὸ πρόβλημα τῶν πολέμων, γενικότερα τῆς βίας καὶ τῶν καταστροφῶν, τόσο σὲ ὑλικό, ὅσο κυρίως, σὲ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο (Ἐγκύκλιος 18, Μήνυμα 4, Ἀποστολὴ Δ´), μὲ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στοὺς πολέμους λόγω θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. (Ἀποστολὴ Δ´ 3) καὶ ἀπευθύνει “ἔκκλησιν στοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης” (Μήνυμα 4). Φαίνεται νὰ ἀδυνατοῦν οἱ ἰθύνοντες τῆς συνόδου καὶ κυρίως οἱ συντάκτες τῶν κειμένων της νὰ καταλάβουν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο “βοᾶ” ὅλος ὁ κόσμος: ὅτι οἱ πόλεμοι καὶ οἱ καταστροφὲς ὀφείλονται κατ᾽ἀποκλειστικότητα στὶς αὐτοκρατορικοῦ τύπου ἐμμονὲς πρὸς ἐπίτευξιν πλανητικοῦ ἐπιπέδου κυριαρχίας ἐκ μέρους τῶνΗΠΑ. Αὐτὴ ἂλλωστε εἶναι ἡ χώρα ποὺ κυρίως πρωτοστατεῖ στὴν ἰσοπέδωση χωρῶν καὶ λαῶν,π.χ. Σερβία, Ἰράκ, Λιβύη, Συρία γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε στοὺς πολέμους τῆς ὑπερδύναμης ἀπὸ τὸ 1990 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ βεβαίως ἀναφύεται εἶναι, τὸ κατὰ πόσον μποροῦν νὰ ἐννοήσουν αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ καὶ πασιφανῆ οἱ ἀρχηγέτες τοῦ οἰκουμενισμοῦ, Πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι, ὅταν ἡ ἐκκλησιαστική “διακονία” τους ὑπαγορεύεται ἀπ᾽εὐθείας ἀπὸ αὐτοὺς ἀκριβῶς ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ καταγγέλουν!

Ὡς ἐπίμετρο στὰ ἀνωτέρω ἀκροθιγῶς ἐκτεθέντα, νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα μικρὸ σχόλιο στοὺς πολέμους λόγῳ φανατισμοῦ προερχομένου “ἐκ θρησκευτικῶν ἀρχῶν” (Ἀποστολὴ Δ´ 3)· ἐρωτῶνται οἱ συγγραφεῖς τοῦ κειμένου: πότε ξεκίνησε, ἀπὸ ποιοὺς καὶ πῶς ὁ θρησκευτικὸς ἐξτρεμισμός; Ἂν ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὰ μεγάλα ἱστορικὰ παραδείγματα (δηλαδὴ τὴν ἐπέκταση τοῦ Ἰσλὰμ κατὰ τὸν 7οκαὶ 8ο αἰῶνα καὶ τὶς παπικὲς σταυροφορίες), τὰ πράγματα στὴ σύγχρονη ἐποχὴ σχετίζονται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ὑποστήριξη μίας ἀκραίας ἐκδοχῆς τοῦ σουνιτικοῦ Ἰσλάμ (δηλαδὴ τοῦ οὐαχαμπιτισμοῦ – σαλαφισμοῦ)ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ,ἡ ὁποία ἱστορικὰ παίρνειμορφὴ μὲ τὴν ἵδρυση, χρηματοδότηση καὶ ἐξοπλισμὸ τῆς Ἀλ-Κάϊντα, τὸ 1980 στὸ Ἀφγανιστάν, καὶ ποὺλειτουργοῦσεὡς ἀντίβαρο καὶ ἐπιθετικὴ αἰχμὴ στὴ τότε παρουσία τῶν Σοβιετικῶν στὴ χώρα. Τότε ἀνατέλλει καὶ τὸ ἄστρο τοῦ Ὀσάμα-μπιν-λάντεν (ἐκλεκτὸς τότε τῆς CIA, καὶ άποκαλούμενος “μαχητὴς τῆς ἐλευθερίας”). Μετὰτὴν εἰσβολὴ τῶν ΗΠΑ στὸ Ἰράκ, “ξαφνικά” ἐμφανίζεται ἡ Ἀλ-Κάϊντα καὶ ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου στὴΣυρία μεταναστεύει καὶ ἐκεῖ (ἐπονομαζόμενη πλέον“μέτωπο Ἀλ-Νούσρα”). Διάσπαση ἐκ τῆς Ἀλ-Κάϊνταἄλλωστεεἶναι καὶ τὸ τόσο γνωστὸ στὶς ἡμέρες μας, τρομοκρατικὸ καὶ δαιμονιῶδες,“ Ἰσλαμικὸ Κράτος”. Ποιὸς τὰπροκάλεσε ὅλα αὐτά, ποιοὶ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὀργανώσεις; Οἱ κυβερνήσεις τῶν πληγεισῶν χωρῶνμᾶς ἔδωσαν τὶς ἀπαντήσεις. Ἀρκετὰ μὲ τὴν ὑποκρισία…

ζ)         Ἀναφέρεται στὴν ἀνισοκατανομὴ τοῦ πλούτου, τὸν καταναλωτισμό, τὶς κοινωνικὲς διακρίσεις, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἀχαλίνωτη κερδοσκοπία κ.λ.π. (Ἀποστολὴ Στ´, Μήνυμα 9, Ἐγκύκλιος 15). Ὅλα τοῦτα, συμβαίνουν στὶς χῶρες ὅπου “ζοῦν ὑπὸ καθεστὼς παγκοσμιοποιημένης οἰκονομίας” μὲ ἀποτέλεσμα τήν “ἰσοπεδωτικὴ καὶ ἀπρόσωπη ὁμογενοποίηση, τὴν ὁποίαν προωθεῖ ἡ παγκοσμιοποίησις”. Ἐνδιαφέρουσες ἀπαντήσεις ἐπ᾽αὐτῶν θὰ μᾶς ἔδινε ἡ Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου, μία ἐκ τῶν ἕξι συμβούλων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ὅπως ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθεῖ εἶναι σημαίνων παράγων τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ, τῆς κατ᾽ἐξοχὴν δηλαδὴ δυνάμεως ὄπισθεν τῆς παγκοσμιοποιήσεως… Οἱ οἰκουμενιστὲς συμμετέχουν ἄλλωστε σὲ ὅλα τὰ διεθνῆ δρώμενα ποὺ ὑλοποιοῦν οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἀμερικανοί (διεθνῆ συνέδρια, ὁμιλίες, ἐπισκέψεις κ.λ.π.), ὅπου ὅλοι μαζὺ μὲ κροκοδείλια δάκρυα διατραγωδοῦν τὰ κακὰ τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ Κύριος οἶδεν πῶς τῆς ἦρθαν!

η)         Τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν ἀναφορὰ ποὺ γίνεται γιὰ τὴν οἰκολογικὴ κρίση (Ἀποστολὴ Στ´ 10, Ἐγκύκλιος 14, Μήνυμα 8). Μὲ αὐτοὺς ποὺ καταστρέφουν τὸν πλανήτη εἶναι ποὺ συναγελάζονται διαρκῶς οἱ οἰκουμενιστές, ἰδίως ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς πολυέξοδες “οἰκολογικές” κρουαζιέρες του, ἔχει αὐτοχρισθεῖ ὡς “πράσινος πατριάρχης”. Ἡ φαινομενικὰ ἀθῶα ἀναφορὰ στὸν οἰκολογικὸ πρόβλημα, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι τοῦ συρμοῦ, κάνει μ᾽αὐτὸ τὸ τρόπο ἀποδεκτὸ καὶ εὔληπτο τὸ μήνυμα τῶν οἰκουμενιστῶν, ἰδιαίτερα στοὺς ἀδαεῖς καὶ ἐκκοσμικευμένους ἀνθρώπους.Τὰ κοινωνικὰ προβλήματαλειτουργοῦν τελικῶς ὡς ἀφορμὲς γιὰ συναντήσεις, συνέδρια καὶ διακηρύξεις, μὲ ἀποκλειστικὸ στόχο τὴνπροώθηση τῆς οἰκουμενιστικῆς ἑνότητος διὰ μέσω τῆςκοινῆς μαρτυρίαςτῶν οἰκουμενιστῶν πρὸς τὸκόσμο. Ἐπὶ παραδείγματι, οἱ κοινὲς διακηρύξεις τοῦ πάπα Ἰωάννη-Παύλου Β´ καὶ τοῦ ΠατριάρχουΚωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου τὸ 2002, ὅσο καὶ αὐτὴ τοῦ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ´ καὶ τοῦΒαρθολομαίου τὸ 2006, πέραν τῆς “κοινῆς ἀγωνίας καὶ μαρτυρίας” τῶν δύο ἡγετῶν γιὰ τὸ περιβάλλον, ἀπηχοῦντὶς διατυπώσεις ποὺ συναντᾶμε στὰ ὑπ᾽ὄψιν τρία κείμενα ποὺ ἐξετάζουμε. (πρβ. Κοινὴ Διακήρυξις 2006, ἄρθρο 5)

θ)         Οἱ ἀναφορὲς στὰ ποικίλα κοινωνικὰ προβλήματα ὅπως ἀνισότητα πλουσίων-φτωχῶν, πόλεμοι,μετανάστευση (ἄλλο ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο συναντοῦμε στὰ : Ἀποστολὴ Στ´2, Μήνυμα 4, Ἐγκύκλιος 19 καὶ τὸ ὁποῖοἀναδεικνύεται ἀλλὰ καὶ ποδηγετεῖται ἀπὸ τοὺς νεοταξικοὺς παγκοσμιοποιητές), βιοηθικὰ προβλήματα κ.λ.πδιαμορφώνουν μία πλούσια θεματολογία αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζεται “κοινωνικὸ εὐαγγέλιο”, δηλαδὴ ἡ παρέμβαση τῆςἘκκλησίας στὰ ἁπτὰ προβλήματα τῆς πολιτικῆς κοινωνίας.

Ὡς ἰδέα τὸ “κοινωνικὸ εὐαγγέλιο” ἀναπτύχθηκε στὸ χῶρο τῆς ἐκκοσμικευμένης προτεσταντικῆς θεολογίας(καὶ ποὺ βρῆκε γόνιμο ἔδαφος στὶς συζητήσεις ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε.) γιὰ νὰ μετεκεντριστεῖ ἀργότερα (τέλη τῆςδεκαετίας τοῦ ᾽50 καὶ ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽60), σὰν ἰδιαίτερη τάση, στὴν παπικὴ θεολογία ὑπὸ τὸ ὄνομα“θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης”. Τὸ συγκεκριμένο θεολογικὸ ρεῦμα ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὴν ἄνοδο τῶν λαϊκῶνκινημάτων στὶς χῶρες τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖες ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὑπέφεραν ἀπὸ σκληρὲς δικτατορίες.Θεολογικὰ συνδύαζαν τὴ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὸ μαρξισμό, θεωρῶντας ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει οἰκονομικὲςἀναφορὲς καὶ μιλᾶ καὶ γιὰ οἰκονομικὴ ἀπελευθέρωση. Ἡ ἐπακόλουθη σύγκρουση τῆς Βατικάνειας κεντρικῆςἐξουσίας, (τὸ ὁποῖο στὰ χρόνια πρὶν τὴ Β´ Βατικανὴ ἀνοιχτὰ ὑποστήριζε αὐτὰ τὰ καταπιεστικὰ καθεστῶτα, στὸπλαίσιο τοῦ ἀγῶνα ἐνάντια στὸν “κομμουνισμό”), καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῆς θεολογίας τῆς ἀπελευθέρωσης, οἱὁποῖοι τόνιζαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀνάγκη μεταφορᾶς ἰσχύος ἀπὸ τὸ κέντρο (=Βατικανό) στὴν περιφέρειακαὶ σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο (=“κοινότητες βάσης”), εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα παρ᾽ὅλη τὴν ἀρχικὴ καταδίκη τῶν κύριωνἐκπροσώπων τοῦ νέου αὐτοῦ ρεύματος ἀπὸ τὸ Βατικανό (1984 καὶ 1986), τὴν υἱοθέτηση τῶν αἰτημάτωνκοινωνικοῦ χαρακτήρα καθὼς καὶ τὴν καταδίκη (ἰδίως μετὰ τὴ πτώση τῶν δικτατοριῶν στὴ Λατινικὴ Ἀμερικὴποὺ συνετελέστηκε στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80), τῶν διαφόρων μορφῶν ἐκμετάλλευσης, κάνοντας ἔτσι τὸΒατικανὸ συμπαθὲς στὴ διεθνὴ κοινὴ γνώμη. Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Βατικανοῦ, ὅσο καὶ νὰ ξενίζει, δὲν συνιστᾶμετακίνηση τῶν θέσεών του ἀπὸ τὶς προηγούμενες ποὺ εἶχε (δηλαδὴ τὴν ὑποστήριξη ποὺ παρεῖχε στὰκαταπιεστικὰ καθεστῶτα ὅπου γῆς), ἁπλᾶ συνιστᾶ τὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἀκίνδυνης ρητορικῆς, ἀπογυμνωμένης ἀπὸτὰ ὅποια ριζοσπαστικά, ἄρα καὶ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα ποὺ ἡ θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης περιεῖχε.

Ἡ ἐνασχόληση τῶν οἰκουμενιστῶν στὴν καθ᾽ἡμᾶς Ἀνατολὴ μὲ τὰ ζητήματα τοῦ λεγομένου “κοινωνικοῦεὐαγγελίου”, ἀρχικῶς σχετίστηκε μὲ τὶς ζυμώσεις καὶ συζητήσεις ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε., ἀργότερα ὅμως (μετὰ τὴν Β´Βατικανὴ), συνδέθηκε μὲ τὶς παπικὲς πρωτοβουλίες, τῶν ὁποίων στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο ἀκροθιγῶς ἀναφερθήκαμε.Μὲ πρῶτο τὸ Φανάρι καὶ ἀκολούθως ὅλες τὶς ἄλλες τοπικὲς Ἐκκλησίες, τὰ ζητήματα φτώχειας, κοινωνικῶνδιακρίσεων, οἰκολογικῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κ.λ.π. μπῆκαν στὴν “ἡμερησίαν διάταξιν”,ἀκολουθῶντας τὰ βήματα τοῦ Βατικανοῦ, καὶ παρέχοντας ἔτσι μαζὺ μ᾽αὐτὸ τήν “κοινὴ μαρτυρία τῶν ἀδελφῶνἘκκλησιῶν” πρὸς τὸν κόσμο.

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε ὅτι οὔτε ἀθῶα, οὔτε ἄνευ οἰκουμενιστικοῦ χαρακτήρα εἶναι οἱ ἀναφορὲς τῶν κειμένων τῆς Κρήτης στὰ προαναφερθέντα κοινωνικὰ προβλήματα. Τοῦτο ἄλλωστε σαφηνίζεται καὶ σὲ ἐπὶ μέρους σημεῖα τοῦἓκτου κειμένου[54] τῆς ΑκΜΣ,§§ 17, 23, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτενὴς ἀνάλυσις θ᾽ἀποτελέσει τὸ β´ μέρος τῆς παρούσης μελέτης. Ἰδιαιτέρως τὸ Σχέσεις23 μᾶς σαφηνίζει ὅτι ὅλοι οἱ “χριστιανοί” (ἐννοεῖται “ὀρθόδοξοι” καὶ αἱρετικοὶ μαζύ), ὀφείλουμε “ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τῶν κοινῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, (νά) προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὰ ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου, μίαν ὁλοπρόθυμον καὶ ἀλληλέγγυον ἀπάντησιν, βασιζομένην εἰς τὸ πρότυπον τοῦ ἐν Χριστῷ καινοῦ ἀνθρώπου.”. Οὐδέποτε ἐν γενικῇ συνόδῳ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀσχολήθηκε μὲ πολιτικῆς-κοινωνικῆς φύσεως θέματα “τοῦ αἰῶνος τούτου”, παρὰ μόνον μὲ ἐσωτερικά της ζητήματα δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ χαρακτήρα. Ἐν κατακλεῖδι συμπεραίνεται ὅτι “τὰ ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου” χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀναγκαῖα κάλυψη ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν, ὥστε νὰ προβάλλουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἑνότητά τους μέσω τῆς “κοινῆς μαρτυρίας” τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ ἑνὸς αἰῶνος συμμετοχῆς στὸν οἰκουμενισμό…

Β´  Γάμος καὶ Νηστεία

Ἡ συνάφεια τῶν δύο κειμένων, αὐτῶν περὶ τοῦ γάμου[55]καὶ τῆς νηστείας[56], ἔγκειται στὸ ὅτι διαλαμβάνουν κανονικοῦ τύπου ζητήματα. Ὁ τρόπος ἀνάπτυξης καὶ στὰ δύο κείμενα εἶναι ἑνιαῖος: ἀρχικὰ ἐπαινοῦνται τὰ ἀγαθὰ τόσο τοῦ γάμου ὅσο καὶ τῆς νηστείας καὶ κατόπιν ἀποδομοῦνται! Τοῦτο μᾶς θυμίζει τὴν παρατήρηση ποὺ ἔχει κάνει ὁ ἅγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ τὸ τρόπο ποὺ μεταχειρίστηκαν οἱ συγγραφεῖς τοῦ ὅρου τῆς εἰκονομαχικῆς ψευδοσυνόδου τοῦ 815, ὥστε νὰ ἀπατήσουν τοὺς ἁπλουστέρους: ἐν τούτῳ γοῦντῷ δοκοῦντι ὅρῳ εὐθὺς μὲν καὶ ἐκ προ οιμίων τὴν ἀσέβειαν οὐ παρρησιάζονται͵ κατασχηματίζονται δὲτὴν εὐσέβειαν καὶ καταχρωννύουσί πως τοὺς ἑαυτῶν λόγους͵ ἐπειδὴ τοῦτο φίλον καὶ σύνηθες τοῖς αἱρετίζουσιν.οὕτω γὰρ καὶ παρὰ Ἀρειανοῖς καὶ Εὐνομιανοῖς καὶ ἄλλοις αἱρεσιώταις γινόμενον ἔγνωμεν· οὓς μιμούμενοι͵ ὥσπερδὴ κοινωνοῦντες τῇ ἐκείνων κακοδοξίᾳ͵ καὶ αὐτοὶ ἐπ ἀλλοτρίοις καλοῖς ἐγκαλλωπίζονται. τὸ γὰρ φυσικὸν τῆςἀληθείας κάλλος οὐκ ἔχοντες͵ ὀθνείαις τισὶ καὶ ξέναις σοφιζόμενοι χρῶνται μορφαῖς͵ τὸ αἶσχος τῆς οἰκείαςἀμορφίας ἐκ τῶν ἔξωθεν ἀποκρύπτειν ἐκμηχανώμενοι͵ τῷ χαλκῷ τὸ δέλεαρ περιάπτοντες τῷ δηλητηρίῳ τὸμέλι περιχρίοντες͵ ἵνα ἡνίκα μέλλουσι τὰ τῆς οἰκείας πικρίας ἀπερεύγεσθαι δυσώδη καὶ βδελυρὰ ῥήματα͵ τοὺςἁπλουστέρους δι΄ αὐτῶν ἐξαπατήσωσι καὶ πρὸς τὴν ἀσέβειαν τὴν ἴσην ἐπαγάγωνται. μετὰ γὰρ δὴ ταῦτα͵ὥσπερ οἱ ἐκ κραιπάλης ἀνενεγκόντες͵ εἰς ἑαυτοὺς ἐπανέρχονται καὶ ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον ἐπιστρέφουσι· καὶ τὸπροσωπεῖον ἀποδυσάμενοι͵ τὰ τῆς γνώμης παραγυμνοῦσι κυήματα.”[57]. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς χρήσης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας (Γάμος II,5 – Νηστεία 8) καταργοῦνται οὐσιαστικὲς διατάξεις τοῦ κανονικοῦ δικαίου,φθείρεται ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας[58], καταστρέφεται τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὅπου εἶναι ἡ ἄσκηση, νοούμενη ὡς παμπεριεκτικὴ ἐγκράτεια[59].

α´. Γάμος

Πιὸ συγκεκριμένα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μικτῶν γάμων, ἐνῶ στὸ I,5 ὁρίζεται ἡ κατὰ τοὺς κανόνες ἀκρίβεια(βάσει τοῦ οβ´κανόνοςτῆς Πενθέκτης), στὸ II,5 καὶ χάριν “οἰκονομίας” παρέχεται ἡ δυνατότητα σὲ ἑκάστη τοπικὴἘκκλησία νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα αὐτοβούλως. Κατ᾽ἀρχὰς ὀφείλεινὰ γίνει γνωστὸ τί διαλαμβάνει ὁ οβ´ τῆς Πενθέκτης· λέει λοιπὸν ὅτι ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ ὁ γάμος ὀρθοδόξου καὶ αἱρετικοῦ[60], καὶ ἐὰν τυχὸν κάποιοι προχώρησαν τελικὰ σὲ τέτοιο γάμο, νὰ θεωρεῖται ἄκυρος καὶ ἀκολούθως νὰ διαλύεται τὸ “ἄθεσμον συνοικέσιον”. Στὴν ἑρμηνεία τοῦ κανόνος ὁ ὅσιος Νικόδημος (Πηδάλιονσελ. 283) τονίζει ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἑνώνεται “ὁ λύκος μὲ τὸ πρόβατον, καὶ ὁ κλῆρος τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ αἱρετικῶν μὲ τὴν μερίδα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ὀρθοδόξων.”. Στὴν ἴδια σελίδα,στὴ σχετικὴ ὑποσημείωση τοῦὁσίου ἀναφέρεται ὅτι ὀφείλουν οἱ ἐπίσκοποι τῶν νησιῶν ὅπου ὑπάρχουν καὶ λατίνοι, “κατ᾽οὐδένα τρόπον ἂς μὴ συγχωροῦν νὰ παίρνει Λατῖνος ὀρθόδοξον γυναῖκα, ἢ Λατινὶς γυνὴ ὀρθόδοξον ἄνδρα. Ποία γὰρ κοινωνία ἠμπορεῖ νὰ γένῃ τοῦ ὀρθοδόξου μέρους μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ;”. Αὐτὰ ἀναφέρονταισχετικὰ μὲ τὸν κανόνα, στὸ συνοδικὸ ὅμως κείμενο ὅλα αὐτὰ οὐσιαστικὰ ἀκυρώνονται ἄνευ οὐδεμίας δικαιολογίας[61], ἐπὶ τῇ προφάσει μιᾶς ἀσαφοῦς καὶ ἄνευ κανονολογικῆς θεμελίωσης καὶ ἑρμηνείας, “οἰκονομίας”.

Τὸ χειρότερο δὲ εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ σύνοδος ἐπιτρέπει τὴ δημιουργία χάους, ἀφοῦ ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία θὰ ἐπιλέγει, ἄνευ οὐδεμίας πανορθοδόξου ὁμοφωνίας, τὸ τί θὰ πράττει. Ὁ σκοπὸς τῆς συγκεκριμένης διάταξης εἶναι σαφὴς καὶ περιγράφεται σὲ πάμπολες οἰκουμενιστικὲς διακηρύξεις ἀποδεχομένων τοῦ γεγονότος τῶν μικτῶν γάμων, ἐπὶ σκοπῷ τῆς ὑπερβάσεως τῶν “ ἱστορικῶν διαχωρισμῶν” καὶ “τῆς ἀπωλεσθείσας ἑνότητος τῆς ἀρχικῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας”, καὶ συνιστᾶκοινὴ οίκουμενιστικὴ ἀντιμετώπιση. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε, ὅτιστὸ κείμενο τῆς κατήχησης τῆς παπικῆς έκκλησίας[62], στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου περὶ τοῦ γάμου στὸ ἄρθρο 1636, ἀναφέρεται ὅτι “διαμέσῳ τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου οἱ χριστιανικὲς κοινότητες, σὲ πολλὲς περιοχὲς μπόρεσαν νὰ θέσουν σὲ ἰσχὺ μία κοινὴ ποιμαντικὴ πρακτικὴ γιὰ τοὺς μικτοὺς γάμους”[63] (ἔμφαση στὸ πρωτότυπο). Στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει παραπομπὴ στὸ §821 τὸ ὁποῖο μιλᾶ γιὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους οἱ παπικοὶ δύνανται νὰ ἐργασθοῦν γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς “διηρημένης ἐκκλησίας”. Εἶναι σαφὲς ὅτι συνδέεται τὸ θέμα τῶν μικτῶν γάμων, μὲ τοὺς νέους οἰκουμενιστικούς τρόπους ἀναζητήσεως τῆς -δῆθεν- χαμένης ἑνότητος.Στὸ §818 ἀναφέρεται καὶ τὸ θεολογικὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων ὡς μυστηρίουτῆς “ἐκκλησίας”: εἶναι τὸΒάπτισμα ποὺ ἔχουν δεχθεῖ, ἕκαστος στὴν ἐκκλησία του. Μὲ ἄλλα λόγια ὡς βάση εἶναι ἡβαπτισματικὴ θεολογία τὴν ὁποία υἱοθέτησε ὡς ἐπίσημη διδασκαλία της ἡ Β´ Βατικανή σύνοδος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μὲ τὴ σειρά της, θεμέλιο τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας, ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν νέα ἐκκλησιολογία τοῦ παπισμοῦ[64].Πράγματι ὡς παραπομπὴ τὸ §818[65] χρησιμοποιεῖ τὸ Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ τῆς Β´ Βατικανῆς,Unitatis Redintegratio 3/a.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ,ἀξίζει τὸν κόπο νὰ γίνει ἄλλη μία ἐπισήμανση σχετικὰ μὲ τίς “πηγὲς” τῶν συγγραφέων τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ. Ἡ ἀναφορὰ θὰ γίνει καὶ πάλι σὲ ἕνα σημεῖο τὸ ὁποῖο τελικὰ ἀπελείφθη στὸ τελικὸ κείμενο, πιθανῶς γιὰ νὰ μὴν δίνεται στόχος… Στὸ πρὸς ἔγκρισιν κείμενο τοῦ Γάμου, ὑπῆρχε λοιπὸν τὸ ἑξῆς σημεῖο: “ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατὰ κανονικὴν ἀκρίβειαν (κανὼν 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου)δυνάμενος ὅμως κατὰ συγκατάβασιν καὶ διὰ φιλανθρωπίαν, ὑπὸ τὸν ρητόν ὅρον ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ” (5,i).Εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθεῖ ὅτι τὸ τελικῶς ἐπικυρωθὲν κείμενο, ὄντως, εἶναι καλύτερο ἀπ᾽ αὐτὸ τοῦ Σαμπεζύ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς ὅτι ΟΛΕΣ οἱ Ἐκκλησίες, (πλὴν Ἀντιοχείας καὶ Γεωργίας), τὸ εἶχαν ὑπογράψει. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλᾶὅτι ταμιεύεται στό (ἅμεσο) μέλλον ἡ ἐπαναφορά του. Θὰ στρέψουμε ὅμως τώρα τὴν προσοχή μας στὴ φράση ποὺ κλείνει τὸ ἀπολειφθὲν τμῆμα,ὅτι“τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ”.Ὅπως καὶ τόσα ἄλλα σημεῖα, καὶ ἐδῶ, ἡ πηγὴ εἶναι παπική. Συγκεκριμένα, στὴν κατήχηση τῆς παπικῆς “ἐκκλησίας” στὸ § 1635 βρίσκουμε τὴν ἀκριβῶς ἴδια διατύπωση[66]. Ἐνδεικτικὸ καὶ αὐτὸ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προσανατολισμοῦ τοῦ συνόλου τῶν νέων θέσεων.

Τὰ ἀνωτέρω διατυπώνονταικαὶ σὲ δύο“ὀρθόδοξα” κείμενα σχετικὰ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν μικτῶν γάμων, στὸ μνημειῶδες ἔργο (999 σελίδων!) “Orthodox Handbook on Ecumenism”[67]. Στὰ δύο αὐτὰ κείμενα, ποὺ ὅμως συναποτελοῦν κατ᾽οὐσίαν τὰ δύο μέρη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου[68], περιγράφεται τὸ πρόβλημα τῶν μικτῶν γάμων τόσο στόν (μεσο)ἀνατολικὸ χῶρο,ὅσοκαὶ στὸν δυτικό. Ὅπως ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀναγνωρίζεται (Nasif σελ. 794), ὑπάρχουν “συγκεκριμένοι χριστιανοὶ οἰκουμενιστές” (ποὺ δὲν τοὺς κατονομάζει), οἱ ὁποῖοιθεωροῦν τήν “ἐμπειρία τῶν μικτῶν γάμων ὡς θρησκευτικὸ ἐμπλουτισμό”, ὅπως ἐπίσης τονίζεται ὅτι οἱ μικτοὶγάμοι ὀνομάζονται ἐπίσης καί “οἰκουμενικοί”, “διαχριστιανικοί” ἢ “διεκκλησιαστικοί” (Metso σελ. 801). Τὸ ποσοστὸ τῶν “γάμων” τέτοιου τύπου ἀνάμεσα στὶς τάξεις τῶν “ὀρθοδόξων” στὶς ΗΠΑ ὑπολογίζεται γύρω στὸ 70 μὲ 80%! (ὅ.π.) Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστὴ συγγραφέα εἶναι: πῶς πρέπει ν᾽ἀναγνώσουμε στὸ σημερινὸ οἰκουμενικὸ πλαίσιο τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, καὶ κατὰ πόσο οἱ σημερινοὶ παπικοὶ καὶ προτεστάντες δύνανται νὰ ταυτιστοῦν μὲ τὶς ἀναφορὲς τοῦ 7ου αἰῶνα[69] γιὰ τοὺς τότε αἱρετικούς. Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει εἶναι: “δὲν μπορεῖ ἐπ᾽οὐδενὶ νὰ ταυτιστοῦν” (σελ. 802). Συνεχίζοντας ἀναφέρεται στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῶν κανόνων, τὸ ὁποῖο σήμερα δὲν δύναται νὰ ἰσχύει, καθότι οἱ “ἑτερόδοξεςἐκκλησίες” δὲν προέκυψαν ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἐκεῖνες αἱρέσεις καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κατονομάζονται ὡς αἱρέσεις! (σελ. 803)Εἶναι ὡσὰν ἡ ἐποχὴ τῶν αἱρέσεων νὰ εἶναι κάτι ποὺ ὁριστικὰ ἀνήκει στὸ παρελθόν, πολὺ μακρυὰ ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθει…

Παντοῦ συναντᾶμε ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς τὴν ἀνωτέρω “ἐπιχειρηματολογία” ἡ ὁποία δῆθεν κατοχυρώνει τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἑτεροδόξων, δίχως ὅμως νὰ ξεκαθαρίζουν βάσει ποίων κριτηρίων ἡ ἑτεροδοξία τοῦ παρελθόντος ἦταν αἵρεση, ἐνῶ αὐτὴ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι. Τελικῶς, ἐφ᾽ὅσον δὲν προέρχονται ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις οἱ “μὴ Ὀρθόδοξες Χριστιανικὲς ὁμολογίες”, (ἀκέραιη υἱοθέτηση τῶν χαρακτηρισμῶν ἐκκλησιαστικότητος ποὺ ἀπέδωσε ὁ παπισμὸς κατὰ τὴ Β´ Βατικανὴ σύνοδο, στοὺς ἐκτὸς αὐτοῦ), καὶ γι᾽αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίζονται ἔτσι”, αὐτὸ ποὺ τελικὰ συνιστᾶ τὸν μικτὸ γάμο ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ πίστις καὶ τὸ Βάπτισμα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος (σελ. 803)! Πλήρης ἀποδοχὴ δηλαδὴ τῆς Βαπτισματικῆς Θεολογίας μὲ ταυτόχρονη ἐμπέδωσή της στὴ καθημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Τὰ παραδείγματα ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ οἱ ἐπισημάνσεις  ποὺ γίνονται γύρω ἀπὸ τοὺς μικτοὺς γάμους στὸ ὑπ᾽ὄψιν κείμενο μᾶς σαφηνίζουν καὶ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο προκρίθηκε στὸ τελικὸ κείμενο τῆς Κρήτης, νὰ ἀφεθεῖ ἡ ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση στὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες ἀντί, ὡς ὤφειλε, νὰ ὑπάρχει μία συνολικὴ θέση ὑποχρεωτικὴ πρὸς πάντας καὶ στὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων: ἔπρεπε νὰ ἀναγκασθοῦν οἱ Ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ δὲν ἔχει ἁλώσει εἰσέτι τὰ πάντα, ν᾽ἀποδεχθοῦν τὶς ἀποφάσεις ἄλλων πιὸ “προοδευτικῶν” τοπικῶν “ἐκκλησιῶν” οἱ ὁποῖες ἔχοντας ὂντως ἰσοπεδώσει τὰ πάντα, ἐπιβάλλουν ὡς “νόμιμη” καὶ “διακριτική” καὶ τὸ κυριώτερο, ὡς “ὀρθόδοξη” τὴν πρακτική τους. Τὰ παραδείγματα ὅλα ἔρχονται ἀπό (ποῦἀλλοῦ;) τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν ἐκεῖ ἑλληνικὴἈρχιεπισκοπὴ καθὼς καὶ τὴν Μητροπολιτικὴ Σύνοδο τῶν Ρώσων (Πατριαρχείου Μόσχας)· ἀφ᾽ἑνὸς ἱερολογοῦνται κανονικῶς (ἤδη) ὅλοι οἱ μικτοὶ γάμοι, ἀφ᾽ἑτέρου μέσω μιᾶς κάποιας “ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας” ἀναγνωρίζονται οἱ μικτοὶ γάμοι “ὀρθοδόξου” καὶ μή, ποὺ ἔχουν γίνει σὲ μὴ Ὀρθόδοξες “ἐκκλησίες”! Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴν πλήρη ἐμπέδωση τοῦ οἰκουμενισμοῦ στὸ τοπικὸ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο, “κατὰ τὰς ὑποδείξεις”…

β´. Νηστεία

Τὰ ὅσα ἤδη ἀναφέρθησαν ὡς πρὸς τὸ κείμενο τοῦ γάμου ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν περίπτωση αὐτοῦ τῆς νηστείας.Ἕως καὶ τὸ ἄρθρο 8 ἐπαινεῖται ὁ θεσμὸς τῆς νηστείας, καὶ παρουσιάζονται οἱ ἀγαθοὶ καρποί της, μάλιστακάνοντας χρήση πατερικῶν πηγῶν ὅπως τοῦ Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶκ.ἄ. Καὶ ἐνῶ ὅτι ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ τὸ ζήτημα τῆς νηστείας εἶχε ἤδη εἰπωθεῖ στὰἑπτὰ πρῶτα ἄρθρα -ἔστω καὶἀκροθιγῶς-θ᾽ἀνέμενε, ὁ ἔχων λογικὴνἀναγνώστης, ὡς συμπέρασμα ἐκ τῆς “συνόδου” τὴν ἐπιβεβαίωση τῆςἰσχύος τῆς νηστείας κατὰ τὰ παραδεδομένα·παρὰ ταῦταὅμως,ὅλως ἀντιθέτως στὸ ἄρθρο 8 ἀνατρέπονταιἄρδηντὰ ἕως ἐκείνου γραφέντα!

Συγκεκριμένα, ἀπὸ τὴν ἁπλὴ παρατήρηση ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς μὴ τηρήσεως τῶν νηστειῶν, ὑπὸ τῶνσυγχρόνων χλιαρῶν “χριστιανῶν”, ὁδηγούμαστε κατά “ποιμαντικὴ μέριμνα” στὴν ἀποδοχὴ τῆς περιφρονήσεωςτῶν κεκανονισμένων νηστειῶν, (περὶ αὐτῶν ὁ λόγος, ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε γενικῶς περί “νηστείας”) καὶ στὴνπαγίωση αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς “οἰκονομίας[70]”.

Ἐνῶ ἀρχικὰστὸ ἄρθρο 8 γίνεται λόγος γιά “χαλάρωση” τῆς νηστείας (παρ᾽ὅτι πρόκειται κυριολεκτικὰ περὶἀκυρώσεώς της) ὑπὸ τῶν “πιστῶν”, ἀκολούθως καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μόλις γραμμὲς τὸ ξεχνᾶ καὶ ἀναφέρει ἄλλουςλόγους: ἀσθενείας, στρατεύσεως, συνθηκῶν ἐργασίας, κλίματος(!) καθὼς καὶ δυσκολίας ἀνευρέσεως νηστησίμωντροφῶν(!!). Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ στοιχειώδης ἐσωτερικὴ ἑνότητα στὸ κείμενο… Ἀντὶ λοιπὸν ἡ “ποιμαίνουσα” Ἐκκλησία νὰ πιέσει πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ὅσων ἐκ τῶν ἀνωτέρω μποροῦν νὰ διευθετηθοῦν, (π.χ. στρατιωτικὴ διατροφή, συνεργασία μὲ φορεῖς τοῦ ἐμπορίου κ.λ.π.), ἀντ᾽αὐτοῦ προκρίνεται ὁ εὔκολος δρόμος τῆς κατάργησης τῆς νηστείας καὶ κατ᾽οὐσίαν τῆς ἀσκητικῆςδιαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λόγος δὲν εἶναι ἄλλος φυσικὰ ἀπὸ τὴν σύμπλευση πρὸς τοὺς ἐκκοσμικευμένους “χριστιανούς” τῆς Δύσεως “ἀδελφούς” τῶν καθ᾽ἡμᾶς οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταργήσει ὅλες τὶς ἀρχαῖες διατάξεις περὶ νηστείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν παρὰ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ “οἰκουμενισμοῦ τῆς βάσης”, ὁ λόγος ὑπάρξεως τοῦ συγκεκριμένου κειμένου.

Δύο παρατηρήσειςπερί“ποιμαντικῆς μερίμνης” τῆς ΑκΜΣ

Θὰ προσθέσουμε δύο τελευταῖες παρατηρήσεις ποὺ ἀποδεικνύουν τὸ σαθρὸ καὶ ἐπίπλαστο τῆς δῆθεν“ποιμαντικῆς μερίμνης” τῶν οἰκουμενιστῶν τῆς Κρήτης:

Κατὰ πρῶτον στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὑπῆρξαν αἰτήματα πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρὸς ἄμβλυνση τῶν διατεταγμένων νηστειῶν τοῦ Τριωδίου καὶ ἐξομοίωση πρὸςτὰ συνήθη τῆς τῶν λατίνων “νηστείας”.

α) Κατὰ τὸ ἔτος 1587, ὑπὸ ὀρθοδόξων παροικούντων στὴ Βενετία οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ πατριαρχικοῦ ἐξάρχου μητροπολίτου Φιλαδελφείας ζητοῦσαν νά (συν)ἑορτάσουν τὸ Πάσχα κατὰ τὸ νέο ἀντιπαραδοσιακὸ καὶ νεωτεριστικὸ πασχάλιο τῶν λατίνων, καθὼς καί “περιαιρεθῆναί τινα τοῦ Τριωδίου”[71], δηλαδὴ ζητοῦσαν οὐσιαστικὰ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β´ τοῦ ἐπονομαζομένου, καὶ ὄντως, Τρανοῦ, τὴν ἄδεια νὰ καταλύουν ψάρια(!) καθὼς καὶ οἱ λατίνοι κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἀποστομωτική: “ἡ καθ᾽ἡμᾶς Ἐκκλησία νεωτερίζειν καθ᾽οἱονδήτινα τρόπον οὐκ εἴωθεν, ὥσπερ δ᾽αὖ τῇ Δυτικῇ ἔργον ἄπαυστον τοῦτό γε, ᾧ καὶ αὐτοὶ ἑπόμενοι καὶ ἀφύκτως ἀντιποιούμενοι οὐ τολμῶμεν (ἄπαγε) εἰσβαλεῖν τι, ἢ σαφηνίσαι κατὰ τὸν ἐκείνων σκοπόν, ἢ τῶν παλαιῶν βίβλων περιαιρεθῆναι, τὸ δὴ λεγόμενον, κἂν μίαν κεραίαν” (σελ.39). Τελικῶς ὑπενθυμίζει στὸν μητροπολίτη “ὅτι τὸ σχίσμα καὶ ἡ διάστασις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν οὐκ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας συμβέβηκεπατριαρχείας, ἵνα ὦμεν ὀφειλέται, ἅτε τὸ ἡνωμένον διαζεύξαντες καὶ τὸ διεζευγμένον ὡσαύτως ἑνῶσαι· ἀλλὰ πρὸ χρόνων ἱκανῶν ἡ ρωμαϊκὴ ταῖς καινοτομίαις οἰστρηλαθεῖσα μένει οὐ μόνον ἀμεταστρεπτί, ἀλλὰ καὶ διαφόροις ἐπιδόσεσιν αὔξουσα τὴν διάστασιν, ὡς τοῖς πᾶσι δῆλον·” (σελ.40). Καταλήγει δέ, σημειώνοντας στὸν μητροπολίτη Φιλαδελφείας, νὰ μείνει “ἐν τῇ ἑνότητι τοῦ Πνεύματος” καί “τάς τε παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἀπρὶξ κατέχων” νὰ φέρει τὶς θλίψεις, τὶς ἐκ τῶν λατίνων προερχoμένας, διδάσκων καὶ στηρίζων τὸ ποίμνιον καὶ τοὺς “ἀσθενοῦντας τῇ πίστει” (ὅ.π.).

β) Κατὰ τὸ ἔτος 1720, ἐπὶ πατριαρχείας Ἱερεμίου τοῦ Γ´[72], ἐπέμφθη ἐπιστολὴ ὑπὸ ὀρθοδόξων[73] τῆς πόλεως Μεσσήνης τῆς Σικελίας μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς αἰτήματα ποὺ εἶχαν καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν τῆς Βενετίας. Ἐνισχύοντας ὁ Πατριάρχης[74]τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν ὀρθοδόξους, τοὺς ὑπενθυμίζει τὸν ξθ´ Ἀποστολικὸ Κανόνα ὁ ὁποῖος ὁρίζει: “εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν οὐ νηστεύει, ἢ Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτὸς εἰμὴ δι᾽ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο. Ἐὰν δὲ λαϊκὸς ᾖ ἀφοριζέσθω”. Προσκομίζοντας τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή “ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν καὶ διδασκαλικῶν τῶν πατέρων σημειωμάτων τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ” (σελ. 45).Ἐπεστήριζε ἔτσι τοὺς ὀρθοδόξους, ὁ ὄντως ποιμὴν τῶν προβάτων Πατριάρχης, φιλανθρώπως ὑπενθυμίζοντάς τους τὰ παλαίσματα τῶν παλαιῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγογγύστως ὑπέφεραν κακουχίες καὶ σκληραγωγίες διότι γνώριζαν “ὅτι ὁ καλὸς στρατιώτης, ἂν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ, οὐδὲ στέφανον νομίμως λαμβάνει.” (σελ.46). Αὐτὴ ἦταν ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα τῶν τότεἁγίων Πατριαρχῶν, παρ᾽ὅλη τὴ σκλαβιά, καὶ ἔφθασε ἡ ὀρθοδοξία ἀκἐραιη ὡς τὶς ἡμέρες μας…

Ὡς δεύτερη παρατήρηση σημειώνουμε τήν, μεταπατερικῆς συλλήψεως, χρήση χωρίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (Νηστεία 8), ἐκ τῆς ἐπιστολιμιαίας του πραγματείας ποὺ εἶχε ὡς θέμα “Περὶ τῶν ἁγίων νηστειῶν”. Ὁ λόγος συγγραφῆς της ἦταν ἡ διαμάχη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,περὶ τοῦ χρόνου νηστείας τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,ἐὰν θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ εἶναι 7 ἢ 8 οἱ ἑβδομάδες ποὺ ἔπρεπε νὰ νηστεύουν οἱ χριστιανοί! Ἔγραφε λοιπὸν ὁ ἅγιος “τοῖς μὲν ἑπτὰ τὰς τῶν ἁγίων νηστειῶν ἑβδομάδας λέγουσι συνεβούλευον μὴ ζυγομαχεῖν καὶ στασιάζειν τὸ καλὸν σῶμα Χριστοῦ, τουτέστιν τὴν Ἐκκλησίαν· … Τοῖς δὲ τὰς ὀκτὼ ἑβδομάδας νομοθετοῦσιν ὑπετιθέμην, ὡς οὐδὲ τὸ καλὸν καλόν, εἰ μὴ καλῶς γένηται. Καλὸν μὲν γὰρ παρθενία· ἀλλ᾽ἐὰν γήμῃς οὐχ ἥμαρτες.”[75].Ἔπειτα, στὸ κείμενο τοῦ ἁγίου, ἀκολουθεῖ τὸ χωρίο ποὺ ἔχει παρατεθεῖ ἀπὸ τοὺς σύγχρονους “πατέρες”:“… Καλόν τὸ νηστεύειν πᾶσαν ἡμέραν, ἀλλ’ ὁ μή ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω. Ἐν τοῖς τοιούτοις οὐ νομοθετεῖν, οὐ βιάζεσθαι, οὐκ ἀναγκαστικῶς ἄγειν τὸ ἐγχειρισθὲν προσήκει ποίμνιον, πειθοῖ δὲ μᾶλλον, καὶ ἠπιότητι, καὶ λόγῳ ἅλατι ἠρτυμένῳ..”(Νηστεία 8).

Ἔγινε φανερὸ νομίζουμε, τὸ μέγεθος τῆς ἐξαπάτησης ποὺ ἐπιχειρεῖται κατὰ τῶν ἁπλουστέρων, μὲ τὴν χρήση πατερικοῦ χωρίου τελείως ἐκτὸς τοῦ πλαισίου ἀναφορᾶς του. Δὲν ἔγραφε, ἑπομένως, ὁἅγιος περὶ τοῦ -δῆθεν- ἐλεύθερου χαρακτήρα τῆς νηστείας, ἀλλὰ ξεκαθάριζε ὅτιστὸ ὑπάρχον πλαίσιο τῆς κεκανονισμένης νηστείαςἐὰν κάποιος ἤθελε νὰ νηστεύσει περισσότερο, τοῦτο νὰ μὴν τὸ  ἐπιβάλλει καὶ στοὺς ὑπολοίπους. Σημειωτέον,ὅτι κατὰ πάγια τακτικὴ τῶν οἰκουμενιστῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος (κατά)χρησης τῆς πατερικῆς γραμματείας. Ἀβίαστα προκύπτει ὅτι σ᾽ἕνα μόλις ἄρθρο, κατάφεραν οἱ οἰκουμενιστὲς νὰ ἐπιφέρουν (τὸ ἐπιδιωκόμενο) πλῆγμα κατὰ τῶν ἱερῶν νηστειῶν, καὶ ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, κατὰ τοῦ συνόλου τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε, μᾶς εἶχαν προϊδεάσει μὲ τὶς συνεχεῖς τους άναφορὲς στήν “ἀλλοίωση” τοῦ ἀρχεγόνου πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τό-δῆθεν- μετέπειτα ἀναπτυχθέν “καλογερικὸ φρόνημα” τὸ ὁποῖο, κατ᾽αὐτούς, ἀπηχεῖ ἀλλότριες καὶ ἐξωχριστιανικές, μανιχαϊστικοῦ(!) τύπου έπιδράσεις. Εἶναι εὔλογη ἡ ἀπορία ποὺ γεννᾶταιτοῦ κατὰ πόσον οἱ παλαιοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποίοι ἠρνοῦντο τὴν βρῶσιν εἰδωλοθύτων, δὲν θὰ ἐκρίνοντο ὑπὸ τῶν σημερινῶν οἰκουμενιστῶν ὡς “φονταμενταλιστές” καὶ “φοβικοί”…

Τέλος Α´ Μέρους

Ἐπιφάνιος μοναχὸς Καψαλιώτης

Ἅγιον Ὄρος

[1] Ἡ ἐξέταση θὰ ἀρκεσθεῖ ἐπὶ τῶν σημαντικοτέρων καὶ τρόπόν τινα οὐσιωδεστέρων. Ὁ λεπτομερὴς σχολιασμός-ἔλεγχος θὰ ἀπαιτοῦσε, κατ᾽ἀνάγκην, τὴν τμηματικὴ ἐξέταση κατὰ παράγραφον ὅλων τῶν συνοδικῶν κειμένων , κάτι ποὺ δὲν κρίνεται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγκαῖος· ἄλλως τὸ κείμενο θὰ κινδύνευε νὰ λάβει διαστάσεις βιβλίου.

[2] » Ὅσοι γὰρ δι΄ εὐστάθειαν τρόπων τὸ τῆς ἀρχαιότητος σεμνὸν τοῦ καινοπρεποῦς προετίμησαν͵ καὶἀπαραποίητον τῶν πατέρων διεφύλαξαν τὴν παράδοσιν͵ …  Οἱ δὲ διακορεῖς τῶν συνήθων͵ καὶ τῶν παλαιῶν ὡς ἑώλων κατεπαιρόμενοι͵ οὗτοί εἰσιν οἱ τὰς νεωτεροποιίας παραδεχόμενοι͵ ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἐσθῆτος οἱ φιλόκοσμοι τὴν ἐξηλλαγμένην ἀεὶ τῆς κοινῆς προτιμῶντες·”, PG 32, 92CD καὶ πάλιν, “Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον καὶ κοινὸς σκοπὸς ἅπασι τοῖς ἐναντίοις καὶ ἐχθροῖς τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας͵ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως κατασεῖσαι͵ ἐκ τοῦ τὴν ἀποστολικὴν παράδοσιν ἐδαφισθεῖσαν ἀφανισθῆναι.”, ὅ.π. 112C καὶ τέλος, “Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων͵ τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν͵ τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα· ἅπερ ἀμφότερα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Καὶ τούτοις οὐδεὶς ἀντερεῖ͵ οὐκοῦν ὅστις γε κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται. Εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν παραιτεῖσθαι͵ λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον·μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιιστῶντες τὸ κήρυγμα.”, ὅ.π. 188Α

[3] Βλ.Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου 10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982. Ἡ ἀπόφαση ἐλήφθει κατὰ τὴν Η´ συνεδρία, καὶ ὡς ἔτος ὁρίστηκε τὸ 1925, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῶν 1600ων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325.Ἔγινε δὲ καὶ πρόταση, ὅπως διαβάζουμε, “νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τοὺς ἐπισκόπους τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν καθολικῶν ἐπισκόπων, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν χριστιανικὴν ἑνότητα.” ὅ.π. σελ 164. Τελικῶς ἡ πρόταση ψηφίστηκε νὰ ἀποτελέσει τὴν ΣΤ´ Ἀπόφαση τοῦ Συνεδρίου, ὅ.π. σελ. 221. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι κύριο ἔργο τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἦταν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καθώς καὶ ἡ υἱοθέτηση,άνάμεσα στὰ ἄλλα, νέων διατάξεων περὶ νηστείας καὶ μικτῶν γάμων, στὰ ὁποῖα ὅπως κατωτέρῳ θὰ δειχθεῖ, ἡ νῦν λεγομένη ΑκΜΣ προσέδωσε καθολικὸ κῦρος…

[4]  Βλ. Brun Maria, Ὁ ἀντίκτυπος τῆς Β´Βατικάνειας Συνόδου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Θεολογία 2/2015, σελ. 222,(ἡ Maria Brun εἶναι Δρ. Θεολογίας (παπική), πρώην ἐπιστημονικὴ συνεργάτις στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης). Γιὰ περαιτέρω μαρτυρίες ἐπὶ τοῦ ἀρχικῶς σχεδιασθέντος οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς ΑκΜΣ, βλ. πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 2016, σελ.52-56.

[5]Ἐπὶ παραδείγματι ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐπισήμως ἀναγνωρίσθηκε ὡς τέτοια ἀπὸ τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ, ἐνῶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τελεσιδίκως ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸ 879.

[6]Κυρίως ἦταν ἡ ἀπόφασή της γιὰ τὴν υἱοθέτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (μέσω τοῦ συνοδικοῦ Διατάγματος Unitatis Redintegratio), ὡς μεθόδου ἑνώσεως τῶν “χριστιανῶν”, καθὼς καὶ οἱ μεγάλες ἀλλαγὲς ποὺ ἐπέφερε στὴ λειτουργικὴ ζωή (λειτουργικὴ μεταρρύθμιση).

[7] Brun, ὅ.π. σελ. 231

[8]Ἀναλυτικά, Brun, .ὅ.π. σελ. 232-234

[9]Ὁσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1957, σελ. 118

[10]Ἐπ᾽αὐτοῦ σημειώνει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὅτι τυχόν ‟ἀσυμφωνία τινῶν Πατριαρχῶν, καὶ τὰς Οἰκουμενικὰς ποιεῖ Τοπικάς.” ὅ.π. σελ. 119

[11] Βλ. Μτ. 16,18

[12]Joint International Commission for the Theological Dialogue Between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Ecclesiological and Canonical Consequences of the Sacramental Nature of the Church. Ecclesial Communion, Conciliarity and Authority. Ravenna, 13 October 2007. Στὸ κείμενο ἐκφράζεται ἡ συμπεφωνημένη ταύτιση ἐπὶ ἰδιαιτέρων χαρακτηριστικῶν τῆς συνοδικότητος καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν πρωτείου. Ἡ θεολογία τοῦ κειμένου ἀπηχεῖ  θέσεις τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα (καὶ οἱ ὁποῖες μὲ τὴν σειρά τους εἶναι παπικῆς ἔμπνευσης, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἀναλυθοῦν ἀλλοῦ. Συμπερασματικά, τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα ἀποτελεῖθρίαμβο τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ συνακόλουθα θεολογίας).

[13]Σύμφωνα μὲ τὸ Ραβέννα 20

[14]  Μὲ τὸ τί ἀκριβῶς έννοοῦν οἱ παπικοὶ μὲ τὸν ὅρο ‟οἰκουμενικό”, θὰ τὸ δείξουμε στὸ τμῆμα ποὺ θὰ ἀναφέρεται στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ΑκΜΣ, τοῦ σχετικοῦ μὲ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους.

[15]Τὸ μεγαλύτερο παράδειγμα εἶναι αὐτό, περὶ τῆς άποδοχὴς ἢ ὄχι τοῦ ἕκτου κειμένου, μὲ δογματικὸ ζητούμενο τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους.

[16] Βλ. ἀνωτ. τὴ τρίτη προϋπόθεση, κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη, ποὺ πρέπει νὰ πληροῦται ἀπὸ μία σύνοδο ὥστε νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς ἔχουσα οἰκουμενικὸν κῦρος

[17]Bλ. ἐνδεικτικά, ἀπάντηση ἐπισκόπου Ἀβύδου Κυρίλου (Κατερέλου) πρὸς τὸ Γραφεῖο ὲπὶ τῶν αἱρέσεων Ἱ. Μ. Πειραιῶς, διαδικτυακὸς τόπος Ρομφαία, Τετάρτη 15 Ἰουνίου 2016.

[18] εἰς τὸ ἑξῆς: Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολή.

[19] Β ´ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν(ἔτους 1275), V. Laurent-J. Darrouzes,Dossier Grec de l’ Union de Lyon, 1976,σελ.417

[20]ὅ.π. σελ. 415

[21]Νικολάου Καβάσιλα,Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Λόγος Α´, ΕΠΕ 22 σελ. 270

[22]Mansi G.D. Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, 1766, τ. 12, 1022c

[23]Ἁγ. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἐκτεθέντος ὅρου τῆς συνόδου τοῦ 815, κεφ. 28,15-28,44 (σελ. 61-2), ἐν Ed. Featherstone J.M.,Nicephori Patriarchae ConstantinopolitaniRefutatio et Eversio Definitionis Synodalis Anni 815, Turnhout Brepols, 1997, Corpus Christianorum, Series Graeca 33

[24]Στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα ἡ σχετικὴ άναφορὰ περί “προσφορᾶς”, συναντᾶται πυκνά, εὔλογο εἶναι λοιπὸν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ συγκεκριμένο σημεῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ δικό του χέρι…

[25] Ἐγκύκλιος Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint (ἵνα πάντες ἓν ὦσιν), Ρώμη 25 Μαΐου 1995. Βλ. ἐπίσης καὶ εἰς, Congregation For The Doctrine Of The Faith, Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρώμη 28 Μαΐου 1992, 4/b

[26] “From this sacramentality it follows that the Church is not a reality closed in on herself; rather, she ispermanently opento missionary and ecumenical endeavour, for she is sent to the world to announce and witness, to make present and spread the mystery of communion which is essential to her: to gather together all people and all things into Christ; so as to be for all an «inseparable sacrament of unity».”

[27]Ὁ τίτλος τοῦ πρώτου τμήματος τῆς Ἐγκυκλίου εἶναι, “ Ἡ Εκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκὼν τῆς Ἁγίας Τριάδος” καὶ ἀκολούθως στὸ I,1 “ Ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς  Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καὶ βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ…”

[28]Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91,664D. Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος στὰ κεφάλαια Α´-Ε´ περιγράφει κατὰ ποίους τρόπους εἰκονίζεται ἡ Ἐκκλησία: πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται, (οὕτε κἂν ὑπονοεῖται), ὅτι ἡἘκκλησία δύναται νὰ θεωρηθεῖ ὡς εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδος…

[29]Στὸ σχετικὰ πρόσφατο κείμενό του Conciliarity and Primacy,Θεολογία 2/2015, σσ 19-33, ὁ Ζηζιούλαςἐπαναδιατυπώνει τὴ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας καθότι “ἡ Ἐκκλησια ὀφείλει καθ᾽ὅλα νὰκατοπρίζει, ὄχι μόνο μὲ τὴ πίστη της ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δομὴ καὶ τὴν ἱεραρχία της, τὸ τρόπο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸςὑπάρχει ὡς Τριάδα.” σελ. 27 (ἡ μετάφραση δική μας)

[30]Κάθε κείμενο τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου παπικῶν-“ὀρθοδόξων” συνιστᾶ βῆμα ἐμπλουτισμοῦ καὶ διεύρυνσηςτοῦ προηγουμένου του, συναποτελοῦν δηλαδὴ ὅλα μαζὺ μίαν ἀδιάσπαστο ἑνότητα. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπουτὸ κείμενο τοῦ Balamand, λειτουργώντας μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, θὰ κληθοῦν οἱ διαφωνοῦντες εἴτε τοὺςἀρέσει εἴτε ὄχι, τελικὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν σὲ κάποια ἑπόμενη ἔκδοσή του (πιθανὸν ἐλαφρῶς τροποποιημένο πρὸςπαῦσιν τῶν ἀντιδράσεων)

[31]Τὸ κείμενο: “This is the sacred mystery of the unityof the Church, in Christ and through Christ, the Holy Spirit energizing its various functions. It is a mystery that finds its highest exemplar and source in the unity of the Persons of the Trinity: the Father and the Son in the Holy Spirit, one God”.Τὸ ὅλο ζήτημαεἶναιἄκρως σημαντικὸ καὶθὰ ἀναλυθεῖ, σὺν Θεῷ, σὲ ἑπόμενο κείμενο.

[32]Ἡ διδασκαλία περὶ προσώπου λαμβάνει ἰδιαίτερο νόημα στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία καὶ εἶναι θεμελιώδους σημασίας, ἔχει δὲ ὡς βάση τὸν Περσοναλισμὸ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ζηζιούλα τὴν παρέλαβε ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του μέσῳ τῆς ἐπαφῆς ποὺ εἶχε κατὰ τὶς σπουδές του, μὲ χαϊντεγγεριανοὺς θιασῶτες τῆς παπικῆς Νέας Θεολογίας (ἡ ὁποῖα ἀπετέλεσε τὴν ἐπίσημη θεολογία τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου)

[33]Στὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἔκδοση, Ed. Pusey, P.E., Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, Oxford: Clarendon Press, 19652, τ.1 σελ. 141,7

[34]Ἡ συνέχεια στὸ κείμενο εἶναι “ Ἐπεὶ καὶ ἔσχατος Ἀδὰμ διὰ τοῦτο κατωνόμασται τῇ κοινότητι τῆς φύσεωςπάντα πλουτῶν”, ἐνῶ λίγες γραμμὲς πιὸ κάτω καταλήγει: “οὐκοῦν ἐν Χριστῷ μὲν ἀληθινῶς ἐλευθεροῦται τὸ δοῦλον, ἀναβαῖνον εἰς ἑνότητα τὴν μυστικὴν τῷ φορέσαντι τὴν τοῦ δούλου μορφήν, ἐν ἡμῖν δὲ κατὰ μίμησιν τὴν πρὸς τὸν ἕνα διὰ τὴν κατὰ σάρκα συγγένειαν.”

[35]Ἡ λεπτομερὴς ἐξέταση τῶν αἱρετικῶν θέσεων τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, (καθὼς καὶ ἡ σὺν τῷ χρόνῳ ἐξελικτικὴ διαμόρφωσήτους), πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσει σὲ ἑπόμενα κείμενα. Ἡ -δῆθεν- εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία του δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπίχρωση τῆς ἐκκλησιολογίας communio τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου μὲ στοιχεῖα ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας -καὶ αὐτὰ ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὸ πλαίσιο ἀναφορᾶς τους(καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο, ὅπως συνηθίζεται νὰ λέγεται ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς θεολόγους).

[36]Πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, “… the “one – and – the many” idea which runs through the entire dogmatic theology of the Church, including the doctrine of the Holy Trinity, Christology and the Eucharist, makesprimacy a THEOLOGICAL and not simply an administrative matter. There is “primacy” even in the life of the Trinity…”, σελ. 29-30. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἐνδεικτικὸ τῆς ἀναγωγῆς ποὺ κάνει ὁ Ζηζιούλας τῆς ὑποθέσεως τοῦπρωτείου στὸ ἀμιγῶς τριαδολογικὸ ἐπίπεδο.

[37]Ἄλλωστε κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς μίας συνόδου: “Σύνοδος δὲ ἁπλῶς εἶναι ἄθροισμα ἀρχιερέων, γινόμενον, ἢ διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν εὐσέβειαν (καὶ εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας), ἢ διὰ νὰ ἀναιρεθῇ μὲ τὰ ὅπλα τῆς εὐσεβείας κᾀμμία ζημία προλαβοῦσα, ἢ μέλλουσα τῆς εὐσεβείας (καὶ άρετῆς).”, Πηδάλιον, σελ. 42.

[38]Πρβ. “τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία” (Πρ. 4,32)

[39] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 32, 117B “Πίστις δὲ καὶ βάπτισμα, δύο τρόποι τῆς σωτηρίας, συμφυεῖς ἀλλήλοις καὶ ἀδιαίρετοι. Πίστις μὲν γὰρ τελειοῦται διὰ βαπτίσματος, βάπτισμα δὲ θεμελιοῦται διὰ τῆς πίστεως, καὶ διὰ τῶν αὐτῶν ὀνομάτων ἑκάτερα πληροῦται.” καὶἐπίσης “ Ὥστε τὸ μὲν σῷζονἡμᾶς ἡ πίστιςἐστίν” ὅ.π. 148D

[40]Βλ. ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 665C-668A, “ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία…. μίαν τὴν κατὰπίστιν ἁπλῆν τε καὶ ἀμερῆ καὶ ἀδιαίρετον σχέσιν (δίδωσι), …διὰ τὴν τῶν πάντων (τῶν πιστῶν) εἰς αὐτὴνκαθολικὴν ἀναφορὰν καὶ συνέλευσιν· …πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καὶ συννημένων, κατὰ τὴν μίαν  ἁπλῆντε καὶ ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καὶ δύναμιν. Ἦν γὰρ πάντων, φησίν, ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία·”

[41]Παρ᾽ ὅλα ταῦτα, πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, “…the one Church in the world realizes her unityin the form of a communion of local Churches. ”, σελ. 28 καὶ λίγο πιὸ κάτω,“… the local Church cannot be “catholic”unless it is in communion with the other local Churches in the world.”, σελ. 29· προφανῶς τὰ πατριαρχείαἈντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων μιᾶς καὶ δὲν κοινωνοῦν μεταξύ τους, κατὰ Ζηζιούλα, δὲν πληροῦν τὸ βασικὸκριτήριο “καθολικότητος”…

[42]Ἐπίσημα θεολογικὰ κείμενα ποὺ νὰ ἀναλύουν, (π.χ. τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), περὶ ἀδιαιρέτου ἐκκλησίας κ.λ.π συναφῶν θεμάτων ΔΕΝ ὑπάρχουν. Τὰ ἀφήνουν σὲ οἰκουμενιστὲς ἀκαδημαϊκοὺς θεολὀγους, (κάποιοι ἀπ᾽ αὐτοὺς τυγχάνουν καὶ ἐπίσκοποι, πλὴν γράφουν ὑπὸ τὴν ἀκαδημαϊκή τους ἰδιότητα), ὥστε στὶς τυχὸν ἀντιδράσεις ἀπαντοῦν ὅτι τὰ γραφόμενα συνιστοῦν προσωπικὲς γνῶμες, καὶ ὄχι τὴν ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως δὲν μποροῦν νὰ κρυφθοῦν στὶς ἐπίσημες κοινὲς Δηλώσεις, ὁμιλίες κ.λ.π οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις, ἐκεῖ τὰ πάντα φανερώνονται… Σημειωτέον ὅτι ὅλες οἱ οἰκουμενιστικὲς θέσεις πρωτοεμφανίζονται στὴ Δύση καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν καὶ οἱ ἡμέτεροι. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς καταφεύγουμε στὶς πηγές, ποὺ ἐξ ἀνάγκης εἶναι δυτικές (καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἄγνωστες στοὺς πολλούς).

[43]Congregation For The Doctrine Of The Faith, Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρὠμη 28 Μαΐου 1992, βλ. σημ. 21. Τὸ κείμενο ἀπηχεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆςἐκτάκτου παπικῆς συνόδου τοῦ 1985, κατὰ τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώθηκε καὶ ἐνισχύθηκε ἡ δέσμευση τοῦ παπισμοῦστὴν ἐκκλησιολογία communio τῆς Β´ Βατικανῆς.

[44] “in every particular Church «the one, holy, catholic and apostolic Church of Christis truly present and active«. For this reason, «the universal Church cannot be conceived as the sum of the particular Churches, or as a federation of particular Churches». It is not the result of the communion of the Churches, but, in its essential mystery, it is a reality ontologically and temporally prior to every individual particular Church”.(9/a). Καὶ λίγο πιὸ κάτω: “the Church that is one and unique, precedes creation, and gives birth to the particular Churches as her daughters. She expresses herself in them”(9/b). Ἐπίσης, “From the Church, which in its origins and its first manifestation is universal, have arisen the different local Churches, as particular expressions of the one unique Church of Jesus Christ.” (9/c). Νὰ σημειωθεῖ τέλος ὅτι στὸ παπικὸ κείμενο ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ ἡ σύνδεση βαπτισματικῆς θεολογίας καὶΟἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας (10/a), ἄλλη μία κοινὴ θέση τῶν οἰκουμενιστῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης. Περισσότερα στὸ τμῆμα γιὰ τὸ κείμενο τῶν Σχέσεων.

[45] Ἀναγνωρίζονται ἔτσι οἱ “Μεγάλες Σύνοδοι” ὡς ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο κύρους, διακριτὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο, τὸ οἰκουμενικό.

[46]Ἄλλο ἕνα κρίσιμο στοιχεῖο τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι αὐτὸ τῆς “νομίμου διαφορετικότητος” (legitimate diversity), βλ. Ut Unum Sint 54/a, καὶ Κοινὴ Δήλωσις, πάπα Φραγκίσκου καὶ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Ἱεροσόλυμα 2014.Τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν “ Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν”. Βλ. ἀνάλυση στὸ τμῆμα γιὰ τὸ κείμενο τῶν Σχέσεων.

[47]Mansi 17a, 493 πρᾶξις Ε´. Βλ. καὶ Καρμίρη, ὅ.π. τ. Α´ σελ. 269

[48]Μήπως ὅλα αὐτὰ γίνονται ἕνεκα τῆς δεδηλωμένης εἰκονομαχικῆς θεολογίας τῶν ποικίλων προτεσταντῶν, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα καὶ αὐτοί, εἶναι “ἀδελφοί” τῶν οἰκουμενιστῶν;

[49]Ἀναφερόμαστε βεβαίως στὸν ιε´ κανόνα της, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ δέοντα πράττειν γιὰ τοὺς πιστούς, στὴ περίπτωση αἱρετικοῦ ποιμένος.

[50]ΚαρμίρηἸω., Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τ. Β´, 1968 σελ. 920(1000)

[51]Τὸ ὀγκῶδες Διάταγμα εἶχε ὡς ὑπότιτλο, Ποιμαντικὸ Σύνταγμα περὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸν σύγχρονο κόσμο (Pastoral Constitution on the Church in the Modern World).

[52]Τοῦτο θὰ ἀποτελέσει ξεχωριστὴ μελέτη.

[53]Βλ. Καραγεωργοῦ Βασ., Ἡ Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε´ πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους, Ἀνάτυπο χαριστηρίου τόμου πρὸς τιμὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α´, Ἀθήνα 2000

[54]Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον, εἰς τὸ ἑξῆς Σχέσεις

[55]Τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ, εἰς τὸ ἑξῆς Γάμος

[56]Ἡ Σπουδαιότης τῆς Νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, εἰς τὸ ἑξῆς Νηστεία

[57]Ἁγ. Νικηφόρου Πατριάρχου Κων/λεως, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἐκτεθέντος ὅρου τῆς συνόδου τοῦ 815, κεφ. 5,1-5,19 (σελ. 9)

[58]Πάντοτε ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας γινόταν “ἄχρι καιροῦ” καὶ ποτὲ δὲν λάμβανε μόνιμο χαρακτήρα.

[59]Ἑγκράτεια ὄχι μόνον στὶς τροφές (νηστεία), ἀλλὰ ὡς συνολικὴ ὑπακοὴ στὸ ὑπάρχων ἁγιοπνευματικὸ πλαίσιο ποὺ καθορίζεται ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἐν γένει τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας· ἐπὶ παραδείγματι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ γάμο, ἀνάγκη ὑπακοῆς στὰ διαλαμβάνοντα ὑπὸ τοῦ οβ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

[60]Στὰ κείμενα τῆς Κρήτης ὁ ὅρος “αἱρετικός” ἔχει πλήρως ἐξοβελισθεῖ καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ ἔχει εἰσαχθεῖ αὐτὸς τοῦ “ ἑτεροδόξου”.

[61]Νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ πρόβλημα μὲ τοὺς γάμους, δὲν εἶναι διόλου καινούργιο, ξεκινᾶ κυριολεκτικὰ μὲ τὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἐκκλησίας.

[62] Catechism of the Catholic Church, Libreria Editrice Vaticana, 20112

[63] “Through ecumenical dialogue Christian communities in many regions have been able to put into effect a common pastoral practiceformixed marriages. Its task is to help such couples live out their particular situation in the light of faith, overcome the tensions between the couple’s obligations to each other and towards their ecclesial communities, and encourage the flowering of what is common to them in faith and respect for what separates them.”

[64] Ἡ ὁποία μέσω ἀσήμαντων διαφοροποιήσεων στὶς λεπτομέρειες μετεκεντρίστηκε καὶ στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, καὶ πλέον θεωρεῖται ὡς ἡ αὐθεντικὴ ἔκφρασις τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

[65]“However, one cannot charge with the sin of the separation those who at present are born into these communities [that resulted from such separation] and in them are brought up in the faith of Christ, and the Catholic Church accepts them with respect and affection as brothers…. All who have been justified by faith in Baptism are incorporated into Christ; they therefore have a right to be called Christians, and with good reason are accepted as brothers in the Lord by the children of the Catholic Church.”

[66]Ὅ.π. Catechism of the Catholic Church, §1635,“According to the law in force in the Latin Church, a mixed marriage needs for liceity the express permission of ecclesiastical authority. In case of disparity of cult an express dispensation from this impediment is required for the validity of the marriage. This permission or dispensation presupposes that both parties know and do not exclude the essential ends and properties of marriage; and furthermore that the Catholic party confirms the obligations, which have been made known to the non-Catholic party, of preserving his or her own faith and ensuring the baptism and education of the children in the Catholic Church.”

[67]Ἔκδοσις τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου τὸ 2014, σὲ συνεργασία μὲ τὸ ΠΣΕ καὶ πρόλογο τοῦΠατριάρχου Βαρθολομαίου. Ὅλες οἱ μελέτες εἶναι στὴν ἀγγλική.

[68]Bassam Nasif / Pekka Metso, The Issue of Mixed Marriges – Canonical and Pastoral Perspectives σσ. 794-800.

[69]Ἀναφορὰ στὸν οβ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης τοῦ ἔτους 692

[70]Νὰ σημειωθεῖ πάντως ὅτι οὐδαμοῦ χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “οἰκονομία”, καὶ τοῦτο διότι θὰ ἔπρεπε: α) νὰἔχουν καλῶς καθοριστεῖ τὰ ὅριά της καὶ ὁ ἀκριβὴς χαρακτήρας της, καί β) νὰ ἔχει θεσμοθετηθεῖ μέσω σχετικοῦσυνοδικοῦ κανόνος.

[71]Γεδεὼν Μανουήλ, Κανονικαὶ διατάξεις, τ. Α´, Κωνσταντινούπολις 1889, σσ. 38-40

[72]Σάββα Ἱερομονάχου, Συνοδικὴ πρὸς Μησυναίους(sic) Ἐπιστολή, εἰς Ἐπιστολὴ πρὸς Σίλβεστρον Πατριάρχην περὶ Πασχαλίου, Ἀθήνα 1924, σσ 42-46,

[73]Ζητοῦσαν, “καταλύειν καὶ ἐσθίειν ὀψάρια ἀνυποστόλως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τεσσαρακοστῆς, τῆς πρὸ τῶν ἁγίων παθῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ἐν πάσαις παραμοίως ταῖς τετράδαις καὶ παρασκευαῖς τοῦ ἐνιαυτοῦ,” προβαλλόμενοι “στέρησιν καὶ σπάνιν πάντων ἐδωδίμων θαλαττίων ὀστρακοδέρμων·”. Ὡς πρόσθετο λόγο προέτασσαν ἐπίσης ὅτι, “τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ὁδοιπορίαις”, συνεχεῖς καὶ λοιπὲς κακουχίες καὶ ἀνάγκες κατατρύχονταν, ὥστε πλέον διά “τὴν τοιαύτην ταλαιπωρίαν καὶ χαλεπότητα” τοὺς ἦταν ἀδύνατον νὰ νηστεύουν. (σελ. 43)

[74]Τί θὰ ἔλεγε ἄρά γε σήμερα ὁ τρανὸς οὖτος Πατριάρχης ἐὰν διάβαζε ὅτι ἁμαρτάνει ὅποιος δὲν δέχεται τὴν διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς “ἑνότητος”;

[75]PG 95, 64-72

ΕΠΙΚΕΙΤΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΜΒΛΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

 

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Πάμπολλα μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι το Πολωνικό Κοινοβούλιο προωθεί νομοσχέδιο για την πλήρη απαγόρευση των αμβλώσεων.  Το εγκληματικό νομοθέτημα που επέτρεπε την άμβλωση μέχρι τον 3ο μήνα της κύησης λαμβάνει τέλος.  Μια χώρα της κεντρικής Ευρώπης που εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004, αντιτάσσει φωνή ήθους στο θέμα των αμβλώσεων.

 

Ας το δουν οι,  τόσο στην  Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, ιδιαιτέρως αυτοί που πρωτοστάτησαν για το νομοθέτημα υπέρ της άμβλωσης.  Τα περί ευρωφοβίας και τα απαράδεκτα επιχειρήματα ‘’μα το είπαν στην Ευρώπη’’, ‘’μπορούμε εμείς να αντιταχθούμε;’’, αποδεικνύονται συμπλεγματικά ευρωϊδεολογήματα.  Ιδού που μια χώρα της κεντρικής Ευρώπης, κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιτάσσει φωνή ήθους.  Δυστυχώς όμως  δεν είναι λίγα τα δημοσιεύματα που χαρακτηρίζουν τη στάση τούτη του Πολωνικού κοινοβουλίου ως συντηρητική.

 

Είναι όντως θεάρεστη η ενέργεια αυτή της πλήρους απαγόρευσης των αμβλώσεων.  «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» αναφέρει ο Άγιος  Ιωάννης ο  Δαμασκηνός, με το «άμα» να δηλώνει επακριβώς το ταυτόχρονον.  Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επίσης  αναφέρει ότι «Ομοϋπόστατα εισίν, ότε δύο φύσεις εν μια υποστάσει ενωθώσι και μίαν  σχώσιν υπόστασιν σύνθετον και εν πρόσωπον, ως ψυχή και σώμα».

 

«Ο Β΄ Κανών του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου (Περί της φθειράσης κατ’ επιτήδευσιν το έμβρυον), εις την προς Αμφιλόχιον Ικονίου Επιστολή Κανονική Α, αναφέρει «Η φθείρασα κατ’επιτήδευσιν, φόνου δίκην επέχει.  Ακριβολογία δε εκμεμορφωμένου και ανεξεικονίστου παρ’ημίν ουκ έστιν».

 

«Η ψυχή όλη δι όλου του σώματος χωρεί και ομοχρόνως εν τη ζωή γίνεται» λέγει ο Άγιος  Γρηγόριος Νύσσης στο σύγγραμμά του «Εξήγησις του Άσματος των Ασμάτων», Λόγος Ζ΄.  Σαφώς δεν προηγείται το σώμα της ψυχής, αλλ’ η ψυχή γίνεται «ομοχρόνως» με το σώμα.  Είναι χαρακτηρισική η ρήση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης,  με το ομοχρόνως να επεξηγεί πλήρως ότι «άμα το σώμα και  η ψυχή».

 

«Ούτε γαρ σώμα προ της ψυχής αφίστατο, ούτε ψυχή προ του σώματος» αναφέρει ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης.  Πως δύναται να ισχυριστεί κανένας, ότι «το σώμα πρώτον γέγονεν και η ψυχή ύστερον» εάν θέλει ορθοδόξως να φρονεί;  «Την ψυχήν ούτε γαρ προυφίσταται του σώματος, ούτε μεθυφίσταται.  Αλλ’ άμα τη τούτου γενέσει κτίζεται και αυτή»  ομιλλεί ο Άγιος Ιωάννης ο  Σιναΐτης (Κλίμαξ, Λόγος Κστ΄).  Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει ότι «Η μέντοι ψυχή συνέχουσα το σώμα, ω και συνεκτίσθη, πανταχού του σώματος εστίν… ».

 

Ας παραδειγματιστούν οι αδιακρίτως ακολουθούντες τα ευρωπαϊκά νομοθετήματα πολιτευτές μας σε Ελλάδα και Κύπρο.  Ας πάψει το φοβο-ιδεολόγημα του ‘’το είπαν στην Ευρώπη’’, να καθορίζει τις πράξεις μας.  ‘’Το δε φόβον αυτών ου μη φοβηθώμεν ουδ’ ου μη ταραχθώμεν ότι μεθ’ ημών ο Θεός’’*.  ‘’Αν ο άνθρωπος έχει τη Χάρη του Θεού δεν φοβάται τίποτε’’, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.  Ας αντιτάξουμε φωνή χριστιανικού ήθους στο εγκληματικό   ευρω- ολίσθημα των αμβλώσεων.

 

 

*Από το Μέγα Απόδειπνον

Αποκρυπτογράφησις του “κώδικος” πεπραγμένων της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

prokathimenoi-3

Αποκρυπτογράφησις του “κώδικος” πεπραγμένων της “ΑκΜΣ”

Του μοναχού π. Επιφανίου Καψαλιώτου

Η παρούσα εργασία είναι αποτέλεσμα προσευχής και μελέτης, επί των τελικών κειμένων της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (εις το εξής ΑκΜΣ). Παραδίδουμε στο λαό του Θεού προς κρίσιν και ενημέρωσιν,  το α´ μέρος της, ενώ συντόμως θα ολοκληρωθεί και το β´ μέρος αποκλειστικώς αναφερόμενο στο έκτο κείμενο της εν λόγω συνόδου, αυτό περί των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους εκτός αυτής ετεροδόξους.

Εισαγωγή

Έχοντας ολοκληρωθεί οι εργασίες της λεγομένης ΑκΜΣ, άμεσα εξεδόθησαν και τα τελικά της κείμενα, οπότε και παρεδόθησαν στο ορθόδοξο κριτήριο του λαού του Θεού, ούτως ώστε να κριθούν επί ορθοδοξία η κακοδοξία. Ο αγιορειτικός μοναχισμός καλείται να τοποθετηθεί επ᾽ αυτής, μετά της δεούσης προσοχής, λαμβάνων υπ᾽όψιν τόσο την κρισιμότητα της στιγμής όσο και τη σημασία που η σύνοδος θα έχει για τη ζωή της Εκκλησίας. Συν Θεώ και υπό το αγλαόν φως της χιλιοχρόνου ορθοδόξου ομολογιακής αγιορειτικής παραδόσεως, με το παρόν κείμενο2 θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα σημεία εκείνα που χρήζουν προσοχής, βάσει των οποίων θα αξιολογηθεί και σύνολη η σύνοδος, το εάν δηλαδή είναι επομένη τοις αγίοις πατράσι η όχι.

Η διαχρονική εμπέδωσις και βίωσις της αποστολικής Παραδόσεως συνιστά πρώτιστα εμπειρικό-χαρισματικό γεγονός και ενώ διακρίνεται σε θεωρία και πράξη, εν τούτοις συναπαρτίζει το όλον της αγιοπνευματικής μαρτυρίας του αενάως ιερουργουμένου Ευαγγελίου του Χριστού. Συνέχεια της αποστολικής Παραδόσεως δεν νοείται έξω και πέρα από τα όρια που τα αυθεντικά εκμαγεία του Πνεύματος, οι θεοφόροι Πατέρες έθεσαν. Ήδη κατά το 4ο αιώνα, και ενώ η Εκκλησία εχειμάζετο όχι απλώς υπό μιας ακόμη αιρέσεως, διότι έως τότε δεκάδες αιρέσεων ήδη είχαν αναφανεί, αλλά κυριολεκτικώς υπό μιας λαίλαπας πελωρίων διαστάσεων, όπου έφτασε την παρουσία των ορθοδόξων να περιορίζεται κυριολεκτικά σε μία χούφτα ανθρώπων, “ευρέθη άνθρωπος από Θεού” ο οποίος, “ έστη ανά μέσον των τεθνηκότων και των ζώντων και εκόπασεν η θραύσις” (Αριθμ. 16,48)· και αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο στύλος και το εδραίωμα της αληθούς πίστεως των ορθοδόξων. Στα δογματικά του κείμενα, καθώς και στις πολυάριθμες επιστολές του επεσήμαινε διαρκώς τον αποστολικό και σωτηριώδη χαρακτήρα της Παραδόσεως και την εμμονή σ᾽αυτήν3, που αποτελεί και τη μοναδική εγγύηση της “εκ δυνάμεως εις δύναμιν” αγιοπνευματικής πορείας συνόλου της επί της γης Εκκλησίας.

Όντας αδύνατον να αναπτυχθεί εδώ το μείζον και κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα του αρρήκτου συνδέσμου αγιότητος και αγιοπνευματικής μαρτυρίας και Παραδόσεως, καθίσταται σαφές ότι θεολογικές θέσεις, απ᾽ όπου και αν προέρχονται αυτές, ακόμη και από γενικές συνόδους, κρίνονται αποκλειστικά και μόνον υπό το φως της διαχρονικής αποστολικοπαραδότου αγιοπνευματικής μαρτυρίας των θεοφόρων αγίων Πατέρων, των μόνων αυθεντικών εκφραστών,  λόγω και έργω, των αποστολοδέκτων πυρίνων γλωσσών της Πεντηκοστής. Οφείλει εδώ να τονισθεί η βαθεία αλήθεια της Εκκλησίας:  Αγία Παράδοσις και αγιασμός είναι στοιχεία αλληλένδετα, καθώς ο αγιασμός εκάστου συντελείται αποκλειστικώς εν τω πλαισίω της Ιεράς Παραδόσεως.

Ο χαρακτήρ και το κύρος της ΑκΜΣ

Βάσει του προσυμπεφωνημένου κανονισμού της ΑκΜΣ στο Σαμπεζύ, άρθρο 13 παράγραφος 2, οι υπογεγραμμένες αποφάσεις της ΑκΜΣ έχουν ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΥΡΟΣ. Τι σημαίνει αυτό; Απλά ότι είναι υποχρεωτικές για όλες τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ως θα συνέβαινε εάν ήταν τω όντι Οικουμενική η ΑκΜΣ. Παρότι οι ίδιοι οι διοργανωτές της ΑκΜΣ, προεξάρχοντος του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου (προστεθέντος, διαρκούντος της συνόδου, και του Αλεξανδρείας Θεοδώρου) αρνούνται -πλέον- τον χαρακτηρισμό “Οικουμενικής” επί της ΑκΜΣ, λόγω της μη συμμετοχής της (ψευδο)εκκλησίας της Ρώμης(!), παρ᾽όλα ταύτα και μόνη η αναφορά περί του υποχρεωτικού των αποφάσεών της προσδίδει, και συμφώνως προς τα ορθοδόξως κρατούντα, οικουμενικόν κύρος.

Παρενθετικώς, αξίζει να τονισθεί ότι εξαρχής ο χαρακτήρας της ΑκΜΣ προσδιοριζόταν ως οικουμενικός. Η ίδια η ιδέα περί συγκλήσεως Οικουμενικής Συνόδου, αποτελεί απότοκο του καταστροφικού για την ορθόδοξο ενότητα, αποκληθέντος “Πανορθοδόξου Συνεδρίου” του γενομένου εν Κωνσταντινουπόλει κατά το έτος 1923, υπό την προεδρία του κατεγνωσμένου ως μασόνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου του Δ´#.4 Το όραμα της οικουμενικής συνεχίστηκε μετ᾽ επιτάσεως και υπό του πατριάρχου Αθηναγόρα, ο οποίος επανειλημμένως αναφερόταν ρητώς στην ανάγκη συγκλήσεως· ενδεικτικά στην εγκύκλιο του 1951 εξήγγειλε την πρόθεση συγκλήσεως «Μεγάλης Οικουμενικής Συνόδου», όταν η χρονική στιγμή θα εκρίνετο κατάλληλος5. Εδώ να προστεθεί, ότι η ονομασία της συνόδου ως Αγίας και Μεγάλης, χρησιμοποιήθηκε μ᾽ευθεία αναφορά στο τρόπο που οι Οικουμενικές σύνοδοι κατά το παρελθόν ονόμαζαν εαυτές· ήταν οι επόμενες που τελικά τους απέδιδαν τελεσιδίκως οικουμενικόν κύρος6.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί και κάτι ακόμα. Η λεγομένη ΑκΜΣ, δια στόματος αρχιερέων και λοιπών συμμετασχόντων, μετά το πέρας των εργασιών της (δεν τολμήθηκε πριν), απεκλήθη ως “η Β´ Βατικανή σύνοδος” της Ορθοδοξίας, ως το αντίστοιχο δηλαδή της τελευταίας οικουμενικής συνόδου (21ης) του παπισμού, η οποία δημιούργησε τεράστιες αναταράξεις στους κόλπους του, επιφέροντας αλλαγές τέτοιας σημασίας7, ώστε να χαρακτηρισθεί, εκ των ιδίων των πρωταγωνιστών της, ως τέμνουσα την ιστορία της “εκκλησίας” στην εποχή πριν και μετά την σύνοδο. Αυτό που είναι ενδιαφέρον και μας αναγκάζει να κάνουμε αναφορά στην σύνοδο του παπισμού είναι οι μεθοδολογικές ομοιότητες της ΑκΜΣ προς αυτήν. Έτσι “για την σύγκληση μιας Πανορθοδόξου Συνόδου, είναι ευρέως γνωστό πως ο τρόπος εργασίας της Β´ Βατικάνειας Συνόδου χρησίμευσε κατά κάποιον τρόπο ως πρότυπο για τις διαδικασίες αυτές.”8. Πράγματι, η Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή, οι Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις, η διαρκής Γραμματεία για την Προπαρασκευή της Συνόδου, καθώς τέλος ο τρόπος ετοιμασίας και επεξεργασίας των κειμένων της ΑκΜΣ, ΟΛΑ απηχούν το τρόπο λειτουργίας της Β´ Βατικανής9.

Τα κριτήρια οικουμενικότητος

κατά την ορθόδοξον κανονικήν παράδοσιν

Ο εξ αρχής προσδιορισμός της ΑκΜΣ ως οικουμενικής (κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία στιγμή προ της συγκλήσεώς της), σε συνάρτηση προς το υποχρεωτικόν δια πάντας των αποφάσεών της, την κατατάσσει επομένως στις συνόδους με απαίτηση οικουμενικού κύρους.

Εφ᾽όσον λοιπόν έχουν έτσι τα πράγματα, ας στραφούμε στον μέγα αγιορείτη και κανονολόγο της Εκκλησίας, όσιο Νικόδημο, για να δούμε τι λέει σχετικά περί των ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ αναγνώρισης μιας συνόδου ως οικουμενικής:

α) η σύνοδος οφείλει να συγκαλείται όχι από κάποιον πατριάρχη αλλά “δια προσταγών Βασιλικών”,κάτι το οποίο σήμερα είναι ανέφικτο και επομένως ανενεργό δίχως περαιτέρω θεολογικές επιπλοκές,

β) πρέπει να γίνεται “ζήτησις περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός”,

γ) οφείλουν, “να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ᾽αυτών δο-γματα και οι κανόνες, ορθόδοξα ευσεβή και σύμφωνα ταις Θείαις Γραφαίς, η ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις.” και προσθέτει ο όσιος Νικόδημος το “πολυθρύλητον”, όπως λέει, αξίωμα του αγ. Μαξίμου, ότι: “ Τας γενομένας συνόδους, η ευσεβής πίστις κυροί ”, και πάλιν, “η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας συνόδους.”,

δ) τέλος οφείλουν, “να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα, και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχες και Αρχιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, είτε δια της αυτοπροσώπου παρουσίας αυτών, είτε δια των ιδίων τοποτηρητών, η και τούτων απόντων, δια γραμμάτων αυτών.”10.

Τα ανωτέρω οφείλουν να αποτελέσουν τον οδηγό στην τελική αξιολόγηση τόσο περί του οικουμενικού-πανορθοδόξου χαρακτήρα της ΑκΜΣ, όσο και περί του κατά πόσον αποτελεί όντως συνέχεια των προ αυτής Οικουμενικών Συνόδων, κατά την πίστιν.

Κατ᾽αρχάς γεννάται το ερώτημα, εάν και κατά πόσον πληρούται ο όρος απαίτησις του κανονισμού για ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΥΡΟΣ της συνόδου. Η μόνη δυνατή απάντηση είναι ΟΧΙ, και εξηγούμαστε:

Απουσίαζαν ως γνωστόν τέσσερεις τοπικές Εκκλησίες· από αυτό και μόνον αίρεται ο πανορθόδοξος-οικουμενικός χαρακτήρας της11· εδώ να παρατηρήσουμε ότι δια χειλέων επισκοπικών, ελέχθη ότι τούτο δεν συνιστά πρόβλημα καθότι και στη Γ´ Οικουμενική Σύνοδο απουσίαζε η Εκκλησία Αντιοχείας, όμως η Σύνοδος παρ᾽ όλα ταύτα, λειτούργησε ως Οικουμενική! Όπως πάντα οι οικουμενιστές διαστρέφουν την αλήθεια λέγοντας τα πράγματα μισά: η Εκκλησία Αντιοχείας και ο Πατριάρχης της Ιωάννης, έχοντες παρεξηγήσει τη θεολογία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, αντιδρώντας και στη καθαίρεση του Νεστορίου, εδημιούργησαν αντισύνοδο μαζί με άλλους, όντως νεστοριανούς, επισκόπους οι οποίοι αποκήρυξαν τη Συν­οδο των αγίων Πατέρων της Εφέσου, κατεδίκασαν τις αποφάσεις της και καθαίρεσαν τον άγιο Κύριλλο και τον επίσκοπο Εφέσου Μέμνωνα! Αντιστοίχως η αγία Σύνοδος έθεσε σε αργία τον Ιωάννη Αντιοχείας και κήρυξε ως ψευδοσύνοδο την σύναξή τους. Τελικά μετά από ένα περίπου χρόνο ελύθησαν οι παρεξηγήσεις και η Αντιόχεια αποδέχθηκε την Σύνοδο της Εφέσου ως όντως Αγία και Οικουμενική. Ουδεμία λοιπόν σχέσις με τα λεχθέντα υπό των οικουμενιστών!

Ο προβληματικός χαρακτήρ

του Κανονισμού της ΑκΜΣ:

αι εκκλησιολογικαί συνέπειαι.

Σε κείμενα που εκυκλοφόρησαν πριν τη σύνοδο υπήρξε πυκνή αναφορά στον πρωτόγνωρο και εξόχως προβληματικό χαρακτήρα του Κανονισμού της συνόδου. Προς απόδοσιν λοιπόν πλήρους εικόνας σχετικά με τη σύνοδο οφείλουμε την παρουσίαση όλων των σχετικών προβληματικών διατάξεων του Κανονισμού της, ώστε να αποδειχθεί και μέσω αυτής ότι η απαίτηση της συνόδου για πανορθόδοξο κύρος καθίσταται αδύνατη.

Εν πρώτοις στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ορίζεται κατ᾽ουσίαν η απαγόρευσις ελευθέρας τοποθετήσεως επισκόπων η και αυτών των προκαθημένων των τοπικών Εκκλησιών, επί νέων, μη ομοφώνως συμπεφωνημένων ζητημάτων στις Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Του­το στη διαχρονική λειτουργία του συνοδικού θεσμού, συνιστά βαρύτατη στρέβλωσή του και ουσιαστικά κατεργάζεται τη φίμωσή του. Σε όλες τις Οικουμενικές συνόδους υπήρχε η πλήρης ελευθερία οιουδήποτε επισκόπου να θέσει ζήτημα προς συζήτηση και επίλυση. Ακολούθως στο 9,3, το οποίο λειτουργεί κατ᾽ ουσίαν ως συνέχεια του 8,2, απαγορεύεται ρητά πάσα παρέμβασης επισκόπου, επί ποινή αφαιρέσεως του λόγου(!), εις “εκτός θέματος” ζήτημα. Εν αντιθέσει, σ᾽όλες τις συνόδους της Εκκλησίας υπήρχε πλήρης ελευθερία λόγου εις πάντας, ακόμη και σε μη επισκόπους, όπως βλέπουμε επί παραδείγματι στη συζήτηση μοναχών και αγίου Ταρασίου (Α´ πράξις Ζ´ Οικουμενικής συνόδου). Επεκτείνονται δε οι ανωτέρω απαγορεύσεις στο 10,3 περί “άσχετων διαλογικών αντιπαραθέσεων” των επισκόπων, ωσάν οι επίσκοποι να μη έχουν επίγνωση της αποστολής τους και του ύψους του λειτουργήματός τους και έτσι να εκτρέπονται -δήθεν- σε διενέξεις “ξένες, αλλά και αντίθετες προς την αποστολήν” της συνόδου, όπως αναφέρεται στο κείμενο!

Στο 11,2 καθορίζεται η απαραίτητος αρχή της “ομόφωνης” αποδοχής των τροπολογιών επί των αρχικών, προσυνοδικά συμπεφωνημένων, κειμένων προς διαμόρφωσιν των τελικών κειμένων, καθώς και η απόρριψις των μη ομοφώνως αποδεκτών τροπολογιών. Οι παρατηρήσεις μας εν συντομία: όπως θ᾽αποδειχθεί κατωτέρω, συγκεκριμένα τελικά κείμενα της συνόδου σχετίζονται αμέσως αλλά και εμμέσως με δο-γματικά ζητήματα πρωταρχικής σημασίας και όχι απλώς διοικητικού η ποιμαντικού χαρακτήρα. Τίθεται το ερώτημα: σε ποία Οικουμενική Σύνοδο σε ζήτημα δογματικό υπήρχε η περίπτωση απορρίψεως δογματικής διατυπώσεως, (“τροπολογίας” κατά την φρασεολογία της συνόδου), και όλα να συν­εχίζονταν “κανονικά”; Υπενθυμίζουμε αυτό που ο όσιος Νικόδημος ο αγιορείτης μας είπε ότι συνιστά τον τρίτο όρο-ιδίωμα αληθούς Οικουμενικής συνόδου: το ορθόδοξον των δο-γμάτων της. Είναι δυνατόν επί δογματικού ζητήματος να υπάρχει διαφωνία και να συνεχίζουν οι διαφωνούντες ως να μη συνέβαινε τίποτε; Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η λεγομένη ΑκΜΣ λειτουργούσε ως να ήταν η Βουλή, όπου ψηφίζουν βουλευτές πολιτικών κομμάτων υπέρ η κατά μιας τροπολογίας νόμου του κράτους, και όχι αγιοπνευματική σύναξις ποιμένων ομονοούντων εν πίστει και αληθεία…

Το 12,1 αναφέρεται στα περί της ψηφοφορίας επί των τελικών κειμένων και διαμορφώνει μία πραγματικότητα κατ᾽ επίφασιν συνοδική μεν, εν πράγματι δε πλήρως αντισυνοδική και παντελώς αμάρτυρη στην καθολική, αγιοπνευματική, συνοδική συνείδηση της Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, η διαχρονικά ακολουθούμενη πρακτική όλων των συνόδων, Τοπικών η Οικουμενικών, ερειδομένη σ᾽αυτά ταύτα τα θεμέλια της ορθόξοξης Εκκλησιολογίας, ήταν η πλήρης και ομότιμη συμμετοχή των απανταχού επισκόπων, νοουμένων ως ποιμένων και όχι απλώς ως αντιπροσώπων, οι οποίοι εν αληθεία μαρτυρούσαν τη καθολική πίστη, το θεμέλιο δηλαδή επί του οποίου οικοδομήθηκε το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία12. Οι επίσκοποι, ακριβώς λόγω του ομοτίμου της αρχιερατικής τους ιερωσύνης, ψήφιζαν πάντες και δεν ήσαν -δήθεν- εκπροσωπούμενοι από τον πρώτο τους και την ψήφο του. Η νέα αυτή διαδικασία ακύρωσε τη διαχρονική εκκλησιολογική αρχή του ομοτίμου επισκόπου προς επίσκοπον, διαχώρισε κυριαρχικά τους πρώτους, (τους προέδρους δηλαδή των τοπικών αυτοκεφάλων Εκκλησιών), από τους περί αυτούς  επισκόπους, με συνέπεια τη διαμόρφωση δύο τύπων επισκόπων: αφ᾽ ενός του πρώτου και αφ᾽ ετέρου όλων των υπολοίπων, με ουσιαστική διάκριση ο πρώτος να ψηφίζει, αντιπρόσωπος πλέον της Εκκλησίας, ενώ οι υπόλοιποι όχι. Η συνοδικότητα κατ᾽ αυτόν τον τρόπο οδηγήθηκε σε κάτι νέο, το οποίο μετά τη Κρήτη θα λειτουργεί ως παραδεδομένο ιστορικό προηγούμενο που θα καθορίζει πλέον την λειτουργία και όλων των μετέπειτα μεγάλων συνόδων, όπου ήδη έχει αγγελθεί ότι θα υπάρξουν.

Συνυφασμένο με το 12,1 είναι και τα 12,2 και 12,3 στα οποία επεκτείνεται η εκθεμελίωση του επισκοπικού αξιώματος, ορθοδόξως νοουμένου, με συνέπεια την ίδρυση ενός νέου τοιούτου, του επισκόπου-αυλικού. Συγκεκριμένα, για να υπάρξει καταφατική η μη ψήφος επί των τελικών κειμένων, υπό του πρώτου εκάστης τοπικής Εκκλησίας προηγείται εσωτερική ψηφοφορία όλης της αντιπροσωπίας της κάθε τοπικής Εκκλησίας, κατά την οποία δύναται να μη υπάρχει ομοφωνία, και τούτο και επί δογματικών ζητημάτων. Με απλά λόγια δύνανται ένας η και περισσότεροι αρχιερείς να διαφωνήσουν, αλλ᾽ως μειοψηφούντες αποδέχονται την απόφαση, που είναι τελικά απόφαση της πλειοψηφίας! Η αξιολόγηση δε των δαφωνιών, συνιστά πλέον κατά το 12,3 “εσωτερικόν ζήτημα” εκάστης  τοπικής Εκκλησίας!

Διαμορφώνεται εκ των πραγμάτων μία νέα εκκλησιολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία δύναται (και βάσει του 12,3 νομιμοποιείται) να υπάρχει διαφοροποίηση στο επαρχιακό επίπεδο, αλλά τελικά να επιτυγχάνεται ομοφωνία στο οικουμενικό. Κατ᾽ουσίαν το 12,3 έρχεται σε αντίφαση έως και με αυτό το κείμενο της Ραβέννας, το οποίο εν παρόδω να λε-χθει ότι, εμμέσως πλην σαφώς αποδέχεται και νομιμοποιεί ομοφώνως η σύνοδος της Κρήτης στο έκτο κείμενό της!

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο της Ραβέννας ασχολούμενο με το θέμα “Πρωτείο και Συνοδικότης” διέβλεπε ότι η συνοδικότης λειτουργεί σε τρία επίπεδα: το τοπικό (local = η περί τον επίσκοπο τοπική Εκκλησία π.χ. ένας επίσκοπος και η περί αυτόν ιερείς13), το επαρχιακό (regional = η σύνοδος των επισκόπων μίας τοπικής Εκκλησίας π.χ. της Ελλάδος) και το οικουμενικό14 (universal = η Οικουμενική Σύνοδος)· σε κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα υπάρχει πρώτος και σύνοδος (στο τοπικό επίπεδο ως σύνοδος λαμβάνεται -δήθεν- η ευχαριστιακή σύναξη). Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το κείμενο της Ραβέννας είναι εξ επόψεως ορθοδόξου παντελώς απορριπτέο, και οι παραπάνω θέσεις περί της συνοδικότητος εντός του συνολικού νοηματικού πλαισίου του κειμένου επίσης απόβλητες, παρατηρείται ότι το 12,3 του κανονισμού της ΑκΜΣ καταστρέφει την εσωτερική ενότητα των τριών επιπέδων: άλλα δύναται να λέει και να συμφωνεί ο επίσκοπος και η περί αυτόν Εκκλησία της επισκοπής του, άλλα να συμφωνούνται στη σύνοδο στην οποία συμμετέχει, και τέλος στο οικουμενικό επίπεδο, βάσει της επιτευχθείσας ομοφωνίας, αυτός ο επίσκοπος και η περί αυτόν τοπική Εκκλησία, άλλα να αναγκάζεται ν᾽ αποδεχθεί ως καθολική μαρτυρία της αληθείας!

Αυτήν την αλληλοπεριχώρηση των τριών επιπέδων, μα με τρόπο στρεβλό, αντικανονικό και κυριολεκτικά αντισυνοδικό, την είδαμε στην Κρήτη με την επιλεκτική παρουσία επισκόπων (24 για κάθε τοπική Εκκλησία), την διαδικασία εσωτερικής ψηφοφορίας των 24 αντιπροσώπων εκάστης  τοπικής Εκκλησίας επί των τελικών κειμένων (το -δήθεν- δεύτερο επίπεδο συνοδικότητος), και τέλος την ομόφωνη ψηφοφορία-αποδοχή των τελικών κειμένων από τους 10 προκαθημένους-πρώτους (το οποίο συνιστά το τρίτο -δήθεν- επίπεδο, το (ψευδο)οικουμενικό). Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι κάποιος μειοψηφών, κατά την εσωτερική ψηφοφορία των επισκοπικών αντιπροσωπιών επίσκοπος, με δεδηλωμένη διαφωνία επί δογματικού ζητήματος15 επί παραδείγματι, να επιστρέφει στην επισκοπή του και να είναι αναγκασμένος να διδάξει τ᾽αντίθετα από αυτά που εδίδασκε προτού αναχωρήσει για τη σύνοδο· αυτό ήταν και το τελικό ζητούμενο του νεοπαγούς τρόπου “ομοφωνίας” επί των τελικών κειμένων, όσον αφορά τη ζωή της κάθε, υπό επίσκοπον, τοπικής (=local) Εκκλησίας.

Περαιτέρω έγκριση των αποφάσεων της ΑκΜΣ δεν προβλέπεται, δηλαδή οι αποφάσεις της είναι τελεσίδικες και όπως ρητώς αναφέρεται στο 13,2 έχουν πλέον πανορθόδοξο κύρος και απλώς κοινοποιούνται στις αυτοκέφαλες τοπικές Εκκλησίες προς ενημέρωσιν του ποιμνίου των Ιερών Μητροπόλεων.

Κλείνοντας την παρουσίαση περί του Κανονισμού της ΑκΜΣ περιοριζόμαστε να δηλώσουμε αυτό που ήδη έχει γίνει σαφές: η σύναξη της Κρήτης δεν πληροί απολύτως κανένα κριτήριο ορθοδόξου συνόδου· οι όροι λειτουργίας της και η διεξαγωγή των εργασιών της που ωδήγησαν και στις σχετικές αποφάσεις της, συγκροτούν ένα αντι-παράδειγμα “συν­όδου”, κυριολεκτικά μία αντισύνοδο και δίχως αμφιβολία αυτό που στην εκκλησιαστική γραμματεία χαρακτηρίζεται ως ψευδοσύνοδος. Η επιβολή της παρουσίας μάλιστα ανιέρων, ετεροδόξων, ψευδεπισκόπων τόσο στο άνοιγμα όσο και στο κλείσιμο των εργασιών της συνόδου, κάτι που και αυτό προβλέπεται από τον Κανονισμό της (άρθρο 14), μας σαφηνίζει το γενικό τόνο, τον χαρακτήρα και το σκοπό της συγκεκριμένης συνάξεως.

Σημείωσις Ο.Τ.: Το παρόν κείμενον απέστειλεν αποκλειστικώς εις τον Ο.Τ. ο π. Επιφάνιος και αποτελεί το 1ον μέρος μίας συνολικής εμβριθούς θεολογικής μελέτης δια την Σύνοδον της Κρήτης, η οποία θα δημοσιευθή εις συνεχείας θεματικώς, δια την καλυτέραν προαγωγήν του δημοσίου διαλόγου.

Σημειώσεις:

Βλ. εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος, τ. 2125, 15 Ιουλίου 2016, σελ. 5. 2. Η εξέταση θα αρκεσθεί επί των σημαντικοτέρων και τρόπόν τινα ουσιωδεστέρων. Ο λεπτομερής σχολιασμός-έλεγχος θα απαιτούσε, κατ᾽ανάγκην, την τμηματική εξέταση κατά παράγραφον όλων των συνοδικών κειμένων , κάτι που δεν κρίνεται επί του παρόντος αναγκαίος· άλλως το κείμενο θα κινδύνευε να λάβει διαστάσεις βιβλίου. 3. “ Όσοι γαρ δι εὐστάθειαν τρόπων το της αρχαιότητος σεμνόν του καινοπρεπούς προετίμησαν͵ και απαραποίητον των πατέρων διεφύλαξαν την παράδοσιν͵ … Οι δε διακορείς των συνήθων͵ και των παλαιών ως εώλων κατεπαιρόμενοι͵ ούτοί εισιν οι τας νεωτεροποιίας παραδεχόμενοι͵ ώσπερ επί της εσθήτος οι φιλόκοσμοι την εξηλλαγμένην αεί της κοινής προτιμώντες·”, PG 32, 92CD και πάλιν, “Πιστις δε εστι το πολεμούμενον και κοινός σκοπός άπασι τοις εναντίοις και εχθροίς της υγιαινούσης διδασκαλίας͵ το στερέωμα της εις Χριστόν πίστεως κατασείσαι͵ εκ του την αποστολικήν παράδοσιν εδαφισθείσαν αφανισθήναι.”, ο.π. 112C και τέλος, “Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων͵ τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν͵ τα δε εκ της των αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα· άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντερεί͵ ουκούν όστις γε κατά μικρόν γουν θεσμών εκκλησιαστικών πεπείραται. Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν παραιτείσθαι͵ λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον· μάλλον δε εις όνομα ψιλόν περιιστώντες το κήρυγμα.”, ο.π. 188Α. 4. Βλ. Πρακτικά και Αποφάσεις του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου 10 Μαΐου-8 Ιουνίου 1923, Αθήναι 1982. Η απόφαση ελήφθει κατά την Η´ συνεδρία, και ως έτος ορίστηκε το 1925, επί τη συμπληρώσει των 1600ων ετών από της συγκλήσεως της Α´ Οικουμενικής Συνόδου το 325. Έγινε δε και πρόταση, όπως διαβάζουμε, “να αποταθώμεν εις τους επισκόπους του χριστιανικού κόσμου συμπεριλαμβανομένων και των καθολικών επισκόπων, ίνα προσέλθωσιν εις την χριστιανικήν ενότητα.” ο.π. σελ 164. Τελικώς η πρόταση ψηφίστηκε να αποτελέσει την ΣΤ´ Απόφαση του Συνεδρίου, ο.π. σελ. 221. Να σημειωθεί ότι κύριο έργο του εν λόγω συνεδρίου ήταν η αλλαγή του εκκλησιαστικού ημερολογίου καθώς και η υιοθέτηση,ανάμεσα στα άλλα, νέων διατάξεων περί νηστείας και μικτών γάμων, στα οποία όπως κατωτέρω θα δειχθεί, η νυν λεγομένη ΑκΜΣ προσέδωσε καθολικό κύρος… 5.  Βλ. Brun Maria, Ο αντίκτυπος της Β´ Βατικάνειας Συνόδου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεολογία 2/2015, σελ. 222, (η Maria Brun είναι Δρ. Θεολογίας (παπική), πρώην επιστημονική συν­εργάτις στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης). Για περαιτέρω μαρτυρίες επί του αρχικώς σχεδιασθέντος οικουμενικού χαρακτήρος της ΑκΜΣ, βλ. πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 52-56. 6. Επί παραδείγματι η Β´ Οικουμενική Σύνοδος επισήμως αναγνωρίσθηκε ως τέτοια από την Δ´ Οικουμενική, ενώ η Ζ´ Οικουμενική τελεσιδίκως αναγνωρίσθηκε από την Η´ Οικουμενική Σύνοδο επί Μ. Φωτίου το 879. 7. Κυρίως ήταν η απόφασή της για την υιοθέτηση του Οικουμενισμού, (μέσω του συνοδικού Διατάγματος Unitatis Redintegratio), ως μεθόδου ενώσεως των “χριστιανών”, καθώς και οι μεγάλες αλλαγές που επέφερε στη λειτουργική ζωή (λειτουργική μεταρρύθμιση). 8. Brun, ο.π. σελ. 231. 9. Αναλυτικά, Brun, .ο.π. σελ. 232-234. 10. Οσίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, Αθήναι 1957, σελ. 118. 11. Επ᾽αυτού σημειώνει ο όσιος Νικόδημος ότι τυχόν ασυμφωνία τινών Πατριαρχών, και τας Οικουμενικάς ποιεί Τοπικάς.” ο.π. σελ. 119. 12.  Βλ. Μτ. 16,18. 13.  Σύμφωνα με το Ραβέννα 20.

orthodoxostypos.gr

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ  ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ  ΠΑΝΩΤΗ,  ΓΙΑ ‘’ΔΥΟ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ’’

 

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Στο πρόσφατο κείμενο του καθηγητή κ. Αριστείδη Πανωτή, που τιτλοφορείται  «Η προϊστορία της Διορθοδόξου Συνόδου – Προς καταλαλούντες την Αγία Σύνοδο», αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής  : «Και την πρώτη και την δεύτερη χιλιετία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η εκκλησιολογική υπόσταση αυτής της Εκκλησίας, απεναντίας στην Ιστορία έχουμε επανειλημμένες απόπειρα γεφύρωσης των δύο Εκκλησιών της αυτής Μίας Εκκλησίας με διαλόγους των εκατέρωθεν Ιεραρχιών τους».

Η αναφορά του κ. Πανωτή  σαφέστατα αντιβαίνει στην  (Παρ. 1) της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης, που αναφέρει ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».  Αντιβαίνει η αναφορά αυτή  του κ. Πανωτή  στην αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.  Αλίμονο αν γίνει αποδεκτή τέτοια απαράδεκτη θέση.  Με τέτοια  θέση παραβιάζεται η μοναδικότητα της Εκκλησίας μας.

Η αναφορά αυτή μας θύμησε αυτό που διαβάσαμε σε κείμενό  του κ. Γρηγόριου Λαρεντζάκη, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Graz, που τιτλοφορείτο «Εκκλησία και Εκκλησίες σε σχέση με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας».  Στο κεφάλαιο του κειμένου του, που επιγράφετο ‘’Εκκλησία και Εκκλησίες’’ ανέφερε τα εξής : «Οι αντιδρώντες αναφέρονται και επικαλούνται το Σύμβολο της Πίστεως και ισχυρίζονται ότι με την έκφραση ‘’Εις Μίαν Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’’ εννοείται αποκλειστικώς και μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία».  Στην Ορθόδοξη Εκκλησία όταν το Σύμβολο της Πίστεως όταν λέμε ‘’Εις Μίαν Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’’, την Ορθόδοξη Εκκλησία σαφέστατα εννοούμε.

Ο τότε καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Β. Ιωαννίδης, εις το Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος  «Εκκλησία», 1ης  Ιουνίου 1954 σημείωνε το εξής : «Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει πλήρη και αναλλοίωτον την διδασκαλίαν και την παράδοσιν της μιας, αρχαίας και αδιαιρέτου  Εκκλησίας και υποστηρίζει και πιστεύει ότι είναι η Una Sancta, η συνέχεια της Αποστολικής, αρχαίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας.  Δεν έχει παραλλάξει ουδέν, εξ όσων παρέλαβεν».

«Κατά την ενιαίαν στάσιν των Πατέρων και των Συνόδων η Εκκλησία είναι μόνον μια, αλλά και μοναδική, διότι ο εις και μοναδικός Θεάνθρωπος, η Κεφαλή της, δεν δύναται να έχει πολλά σώματα.  Η Εκκλησία είναι  μία και μοναδική, διότι είναι το σώμα του μοναδικού Χριστού», αναφέρει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική  Εκκλησία δεν απώλεσε την Οικουμενικότητά της μετά την αποκοπή των Παπικών από αυτήν.  Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέγει ότι «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν» και πιο κάτω συνεχίζει «αιρετικοί εισίν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν».

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς λέγει ότι «δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, που πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16)

 

Σε άρθρο του ο  καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, που τιτλοφορείται ‘’Είναι οι Ετερόδοξοι μέλη της Εκκλησίας;’’  αναφέρει τα εξής : «Η θεωρία των δύο ‘’πνευμόνων’’ του Χριστού.  Η θεωρία αυτή έχει την πατρότητά της στον Ρωμαιοκαθολικισμό.  Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή ο Χριστός έχει ως ‘’πνεύμονές’’ Του τον  Ρωμαιοκαθολικισμό και την Ορθόδοξη Εκκλησία.  Σήμερα, δυστυχώς, η θεωρία αυτή υιοθετήθηκε και από πολλούς Ορθόδοξους Ιεράρχες και λαϊκούς Ακαδημαϊκούς θεολόγους, μάλλον αβασάνιστα.  Και τούτο, γιατί η θεωρία αυτή κρινόμενη από Ορθόδοξη άποψη όχι μόνο αθεολόγητη είναι, αλλά και κυριολεκτικά βλάσφημη»**.

 

Ως εκ τούτο είναι απαράδεκτη η αναφορά περί «δύο Εκκλησιών της αυτής Μίας Εκκλησίας», καθότι αντίκειται στην  αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

 

*Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Αναδημοσίευση από τη γαλλική μετάφραση στον Ορθόδοξο Τύπο, 29/6/2007)

**Έκδοση (έκτακτη) ‘’Εν συνειδήσει’’ Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου – Ιούνιος 2009

 

Φρένο στα σχέδια των οικουμενιστών.

Αποτέλεσμα εικόνας για assisi 2016

Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός
Η λεγομένη ‘’Αγία και μεγάλη σύνοδος’’ της Κρήτης, ως  εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός, αποτελεί πλέον παρελθόν. Δεν αποτελούν, όμως, παρελθόν τα αποτελέσματα και οι συνέπειές της.

Ήδη, τα πορίσματα και οι αποφάσεις της ‘’συνόδου’’ άρχισαν να μπαίνουν σε εφαρμογή. Μια εφαρμογή, που ξαναφέρνει ζωηρά στο προσκήνιο την προαιώνια διελκυστίνδα φιλενωτικοί-ανθενωτικοί, οικουμενιστές-παραδοσιακοί. Έτσι, το μεν ακατήχητο μέρος του λαού μας, έχει περιπέσει σε πρωτοφανή σύγχυση, ο δε έντιμος κλήρος και οι περί αυτόν πιστοί βρίσκονται σε κατάσταση πνευματικής ετοιμότητας και έντονου προβληματισμού.

Τα γεγονότα,τα μετασυνοδικά, μιλάνε από μόνα τους:

α) Αγιορείτες μοναχοί, αλλά και παππάδες Ιερών Μητροπόλεων, συκοφαντούνται, διώκονται και τρομοκρατούνται, για τον αγώνα τους τον αντιαιρετικό, για την καταπολέμηση κυρίως της παναίρεσης του οικουμενισμού, για το Πατερικότους φρόνημα. (1,2)

β) Πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, απροκάλυπτα πλέον,θαυμάζουν και επαινούν την διοργάνωση από αιρετικούς, χριστιανικού τάχα συνεδρίου στην ‘’μεικτή μοναστική κοινότητα’’ του Μποζέ. (3,4)

γ) Έλληνες μητροπολίτες δηλώνουν περιχαρείς και ανερυθρίαστα, ότι ‘’επιτέλους λύθηκε το πρόβλημα των μεικτών γάμων και έτσι οι χριστιανοί(;) θα μπορούν να παντρεύονται ελεύθερα μεταξύ τους’’. (5)

δ)Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος καμαρώνουν ‘’συνοδικώς’’ για το έργο του ‘’παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών’’, την ‘’κουρελού του διαβόλου’’, όπως έλεγε ο Άγιος γέροντάς μας Παΐσιος. (6)

ε) Καρδινάλιοι και πάστορεςτην πρώτη της Ινδίκτου, σύμφωνα με ανάρτηση του επισήμου ιστολογίου του Πατριαρχείου μας, ‘’εκκλησιάζονται’’ και ‘’συμπροσεύχονται’’ μέσα στον Πατριαρχικό μας Ιερό Ναό, σε ώρα Εσπερινού και Θείας Λειτουργίας, λες και κατέχουν Αποστολική διαδοχή, λες και φέρουν Ιεροσύνη, λες και μετανόησαν για τις πλάνες τους και ζήτησαν με συντριβή να γυρίσουν πίσω στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. (7)

στ) Πατριάρχες και επίσκοποι,‘’συνοδική αποφάσει’’, αναγνωρίζοντας εκκλησιαστικότητα σε αμετανόητους αιρετικούς, αποκαλούν τους παπικούς, τους προτεστάντες και τους μονοφυσίτες ‘’αδελφές εκκλησίες’’ και συμπροσεύχονται μαζί τους. (7,8)

ζ) Επίσκοποι του Πατριαρχικού Θρόνου, παραθεωρώντας αποφάσεις Συνόδων και περιφρονώντας σχετικές διδασκαλίες των Αγίων μας, δηλώνουν ότι ‘’οι Ορθόδοξοι και οι ρωμαιοκαθολικοί είμαστε οι δύο πνεύμονες της Μίας Εκκλησίας’’. (9)

η) Ο πάπας, ο μεγαλύτερος εχθρός της Ορθοδοξίας μας κατά τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και όχι μόνον, εκφράζει δημοσίως την ευαρέσκειά του για τα αποτελέσματα της ‘’αγίας και μεγάλης συνόδου’’, και οι περισσότεροι από τους δικούς μας πνευματικούς ταγούς δέχονται τους επαίνους αυτούς, χωρίς ίχνος προβληματισμού. (10,11)

Πάντως -σε αντίθεση με την πλειονότητα της εκκλησιαστικής μας διοίκησης- είναι ολοφάνερο, ότι ο φιλότιμος κλήρος και ο πιστός λαός, μαθαίνοντας μέσω υπευθύνων δημοσιευμάτων το τί αποφασίστηκε στην ‘’σύνοδο’’ της Κρήτης, έχουν περιέλθει σε μια κατάσταση αφόρητης συνειδησιακής κρίσεωςκαι συγχρόνως καλής ανησυχίας.

Η συνειδησιακήαυτή κρίση -κατά το βιβλικό ‘’οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε’’- γέννησε πολύ γρήγορακαι τον θυμό. Απέναντι, δηλαδή, στις επιθέσεις των αιρετικών, όπως διδάσκει και ο Μέγας Βασίλειος, διέγειρετο ‘’νεύρο της ψυχής’’. Ενεργοποίησε  δυναμικά το πατροπαράδοτο ομολογιακό φρόνημα του πληρώματος της Εκκλησίας, υψώνοντας έτσι, θεοφρούρητα αναχώματα απέναντι στις διαθέσεις των οικουμενιστών.

Από την άλλη μεριά, η καλή ανησυχία, όπως συνήθιζε να την ονομάζει ο άγιος γέροντάς μας Παΐσιος, αναδεικνύεται στις ημέρες μας ως η πνευματική εκείνη δύναμη, η οποίακατορθώνει ταυτόχρονα τρία πράγματα:

Πρώτον, με την Χάρι του Τριαδικού μας Θεού, διατηρεί ανόθευτη και ακεραία την εκκλησιολογική και δογματική συνείδηση στις ψυχές του πιστού μας λαού και του έντιμου κλήρου.

Δεύτερον, εκφραζόμενη καθημερινά με έμπρακτη ομολογία Πίστεως, βάζει φρένο στα σχέδια κάποιων οικουμενιστών επισκόπων μας, οι οποίοι δεν υπακούουν πια στο Πνεύμα το Άγιον, αλλά στα ‘’πρωτεία’’ και στα κελεύσματα του περιβόητου ’’παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών’’.

Και τρίτον, η καλή αυτή ανησυχία του πληρώματος της Εκκλησίας, ξυπνάει, στις καρδιές των καλών μας παραδοσιακών Επισκόπων, την μνήμη της Αρχιερατικής τους Υπόσχεσης. Τους ελέγχει και τους προβληματίζει σοβαρά για την μέχρι τούδε ανοχή και σιωπή τους.Οι Αρχιερείς μας, στην πλειονότητά τους, δεν είναι οικουμενιστές. Απλώς, παγιδεύτηκαν. Θαμπώθηκαν από το οικουμενιστικώς νοούμενον ‘’φιλαδέλφως’’ και υπέγραψαν αποφάσεις, για τις οποίες, το ποίμνιό τους και προπαντός η θριαμβεύουσα Εκκλησία, θλίβονται και θρηνούν. Άλλο πράγμα, όμως, το ‘’φιλαδέλφως’’ των Φράγκων και άλλο το ‘’αγιοπνευματικώς’’ και ‘’θεαρέστως’’ των Αγίων Πατέρων μας.

Μετασυνοδικώς, απλοί παπάδες, ταπεινοί μοναχοί και πιστός λαός, ‘’προσκαρτερούντες τη προσευχή’’, ελπίζουμε στο Έλεος του φιλανθρώπου Θεού, να μας απαλλάξει σύντομα από τους νεοφανείς ψευτοποιμένες και να φωτίσει τους πραγματικούς μας ποιμένες, να πράξουν απλά και μόνον το Αρχιερατικό τους καθήκον. Να υπακούσουν, δηλαδή, στο Πνεύμα το Άγιον, το οποίον και τους ανέδειξε Αρχιερείς.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

(1)   yiorgosthalassis.blogspot.com/2016/06/blog-post_1.html

(2)   aktines.blogspot.gr/2016/09/blog-post_50.html

(3)   entoytwnika1.blogspot.gr/2016/09/bose.html

(4)   fanarion.blogspot.gr/2016/09/24-bose.html

(5)   trelogiannis.blogspot.gr/2016/07/blog-post_22.html?showComment=1467658350254

(6)   https://www.pemptousia.gr/2016/06/to-episimo-kimeno-tis-agias-ke-megalis-sinodou-gia-tis-schesis-me-ton-lipo-christianiko-kosmo/

(7)   www.ec-patr.org/news.php?lang=gr&mo=9&ye=2016

(8)   opaidagogos.blogspot.gr/2016/09/blog-post_57.html

(9)   http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2016/09/blog-post_85.html

(10)                      www.candianews.gr/2016/06/19/to-minyma-tou-papa-gia-ti-synodo-tis-kritis-ikona/
(11)                      aktines.blogspot.gr/2016/07/blog-post_748.htm