Η κατά τον π. Τύχωνα (Σταυρονικητανό) Σύνοδος της Κρήτης (Α΄)

Η ΚΑΤΑ ΤΟΝ π.ΤΥΧΩΝΑ (ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΙΑΝΟ) ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.  (Α΄)

Γεώργιος κ. Τζανάκης,   Ἀκρωτήρι Χανίων 9.9.2017

Δὲν ἔφτανε τὸ κείμενο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους (17/30 Ἰουνίου 2017) ποὺ γέμισε θλίψι καὶ πικρία ὅποιον τὸ διάβασε, ἦρθε καὶ  τὸ κείμενο τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα ἀρχιμανδρίτου Τύχωνος (3 Αὐγούστου 2017)νὰ ἐπιτείνει τὴν  ἐξ ἁγίου Ὅρους σύγχισι πρὸς τὸ ταλαίπωρο πλήρωμα τῆς ταλαιπώρου Ὲκκλησίας μας.

Διότι τὸ μὲν κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη, ποὺ φέρει τὴν ὑπογραφὴ  τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, βοᾶ ὅτι εἶναι κείμενο ποὺ προσπαθεῖ νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, νὰ ἐκτελέσει παραγγελιά καὶ νὰ ξεχρεώσει ὑποχρεώσεις καὶ χρησιμοποιῶντας τὸ κῦρος τοῦ Ἁγίου Ὅρους νὰ προσδώσει κῦρος στὸ γεγονὸς καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμβαρίου, κρατῶντας δῆθεν καὶ κάποιες «ὀρθόδοξες» ἐπιφυλάξεις. Ὅλα κατανοητὰ στὴν κατάστασι ποὺ ἔχωμε περιπέσει.

Ὅμως τὸ κείμενο τοῦ π. Τύχωνος (στὸ ἐξῆς π.Τ.) μᾶς εἰσάγει σὲ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα. Ἐρμηνεῦει τὰ κείμενα τῆς Συνόδου μὲ ἕναν τρόπο παντελῶς αὐθαίρετο καὶ ἐνάντιο σὲ κάθε πραγματικότητα καὶ λογική, καὶ προσπαθεῖ νὰ πείσει, χωρὶς καθόλου ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ ἐρμηνεύοντας ὡς σύγχρονη Πυθία τοὺς ὑποτίθεται  «ἀκατανόητους χρησμοὺς» μιᾶς Συνόδου.

Ἴσως παλαιώτερα σὲ καταστάσεις «γλωσολαλιᾶς» ἦταν ἀναγκαία καὶ ἡ παρουσία «ἐρμηνευτῶν», ἀλλὰ στὸ καιρό μας –πλὴν τοῦ χώρου τῶν Πεντηκοστιανῶν- δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει τέτοια ἀναγκαιότης. Τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων ἐκατὸ ἐτῶν, τὰ ὅσα προηγήθηκαν τὰ ὅσα διαδραματίστηκαν καὶ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν τὴν Σύνοδο αὐτὴν δὲν χρειάζονται «φαντασία» καὶ «ὑποθέσεις» καὶ ἐρμηνεῖες. Δὲν ἀνέβηκε κανεὶς νέος Μωϋσής (ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ ἄλλοι Προκαθήμενοι) στὸ νέο καπνιζόμενον ὅρος Σινά (Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης) καὶ ἐν μέσῳ ἀστραπῶν καὶ βροντῶν ξανασυνάντησε τὸν Θεό καὶ τοῦ ἔδωσε τυπωμένες τὶς νέες ἐντολὲς (τὰ κείμενα τῆς Συνόδου) τὰ ὁποία χρήζουν ἑρμηνείας, λόγῳ τοῦ θεϊκοῦ βάθους  τους, ὥστε νὰ χρειαζόμαστε τὴν βοήθεια διερμηνέων, πράγμα τὸ ὁποῖο ἀνάγκασε, θείᾳ ἐπινεῦσει προφανῶς, τὸν ἁγιορείτη γέροντα νὰ διακόψει τὴν ἄσκησί του καὶ νὰ μᾶς ἀπευθύνει τὶς θεόπνευστες ἑρμηνεῖες του.

Ἐπειδὴ ἀδυνατοῦμε νὰ γνωρίζουμε τὰ κίνητρα τοῦ π.Τ. μένουμε στὰ γραφόμενά του καὶ προκειμένου νὰ τὰ προσεγγίσουμε μὲ τὴν στοιχειώδη κοινὴ λογικὴ ποὺ διαθέτουμε – σὰν κάθε ἄνθρωπος, θεωροῦμε δὲ ἀναγκαῖο νὰ θέσουμε κάποιες κοινῶς ἀποδεκτὲς προϋποθέσεις καὶ βάσεις.

Α΄. Ἡ ἀναγκαιότης νὰ διαφυλαχτεῖ ἀνόθευτη ἡ παραδεδομένη πίστις τῆς Ἐκκλησίας.

«Στὴ ζωή μας ἀγωνιζόμαστε, ὄχι ὅτι στρεφόμαστε «ἐναντίον» κάποιων (μή γένοιτο!), ἀλλὰ ὅτι θέλουμε νὰ διαφυλάξουμε ἀβλαβῆ καὶ ἀμείωτη ἀπὸ τὶς διδαχὲς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνη τὴν ἀλήθεια ποὺ διδαχθήκαμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες. Ἀναγκαζόμαστε ἐξαιτίας αὐτοῦ νὰἀποκλίνουμε ἀπὸ κάθε διαστροφὴ τῆς ἀληθείας ἁπὸ ὁπουδήποτε καὶ ἄν προέρχεται αὐτή». (Ἀρχιμ. Σωφρονίου: Τὸ Μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Β΄ ἔκδοσις. 2011. σελ. 290)

Δὲν ἀμφιβάλουμε ὅτι τὰ αὐτὰ φρονεῖ ὁ π.Τ. μὲ τὸν ἐπίσης ἁγιορείτη ἀρχιμανδρίτη καὶ  ἐπ᾿ ἀρετῇ καὶ ὄντως θεολογίᾳ διαλάμψαντα Γέροντα Σωφρόνιο.

Β΄ Προκειμένου ὁ λόγος νὰ εἶναι τεκμηριωμένος καὶ πειστικὸς πρέπει νὰ ἐδράζεται στὴν διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.

Αὐτὸ εἶναι καὶ φιλάνθρωπο καὶ ἀναγκαῖο. Ἀναγκαῖο διότι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἐπιζητεῖ τεκμηριωμένες ἀπόψεις καὶ ὄχι γνῶμες τοῦ «κάθε ἀνθρώπου». Καὶ τεκμηριωμένες ἀπόψεις εἶναι οἱ ἀπόψεις τῶν θεοφόρων Πατέρων. Διότι ὡς γνωστὸν, οἱ ἅγιοι δὲν λένε προσωπικὲς ἀπόψεις καὶ ἐκτιμήσεις, ἀλλὰ ὅτι τοὺς δίδει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ φιλάνθρωπο εἶναι διότι δίνεις στὸν ζαλισμένο ἄνθρωπο νὰ ἀκουμπησει σὲ ἀκλόνητο στήριγμα, ἄν φυσικὰ θέλει, καὶ ὄχι σὲ γνῶμες ἀνθρώπων, ὅποιοι καὶ ἄν εἶναι αὐτοὶ.

Δὲν ἀμφιβάλουμε ὅτι τὸ αὐτὸ φρονεῖ καὶ ὁ π. Τύχων, ὡς μοναχὸς καὶ ἁγιορείτης.

Γ΄ Ὅ,τι γράφεται καὶ λέγεται νὰ ἀποσκοπεῖ στὴν ὡφέλεια τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ στὴν ὡφέλεια τῆς Ἐκκλησίας.

Κανεὶς δὲν ἀπορίπτεται, κανεὶς δὲν περιφρονεῖται, κανεὶς δὲν εἶναι ἀμελητέος, κανεὶς δὲν εἶναι ἐχθρὸς καὶ ξένος. Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο γιὰ ὅσους πιστεύουν σὲ Ἐκεῖνον ποὺ ἀφήνει τὰ 99 πρόβατα γιὰ νὰ ψάξει τὸ ἀπολωλός.

Μὲ αὐτὲς τὶς στοιχειώδεις ἀρχὲς θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε τὰ γραφόμενα τοῦ π.Τ.:

1.Γράφει ὁ π.Τ.:«Δὲν σκοπεύουμε νὰ ἀπαντήσουμε εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἐναντιουμένων πρὸς τὴν Ἁγίαν Σύνοδον, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐμφανίσουμε καὶ νὰ προβάλουμε τὰ ὅσα ἐδίδαξε καὶ ἀπεφάσισε ἡ Σύνοδος αὐτὴ διὰ μέσου τῶν κειμένων Της».

Οἱ Πατέρες παντοῦ καὶ πάντοτε, ὅταν ὑπῆρχε πρόβλημα μὲ τὴν παρεκλίνουσα τῆς ἀληθείας διδασκαλία κάποιων μελῶν τῆς ἐκκλησίας ἤ καὶ ἀνθρώπων ποὺ εὐρίσκοντο σὲ σχίσμα ἤ καὶ σὲ αἴρεσι τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκαναν ἦταν νὰ ἀνασκευάσουν τὶς θέσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τους. Ἡ ἀναίρεσις γινόταν πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἁγίων Γραφῶν καὶ τῶν λόγων τῶν ἁγίων Πατέρων (οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι συμπεριλαμβάνονται στὸν Πατερικό λόγο). Ἔτσι πετύχαιναν δύο πράγματα. Πρῶτον ἔδιδαν καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς αἱρεσιάρχες ἤ τοὺς πλανεμένους ἤ τοὺς μπερδεμένους, τὴν δυνατότητα νὰ ξανασκεφτοῦν τὶς ἀπόψεις  τους, καὶ σὲ ὅσους τοὺς ἀκολουθοῦσαν νὰ προβληματιστοῦν βλέποντας τὶς θέσεις τῶν ἡγετῶν τους φωτισμένες μὲ φῶς Πατερικό. Δεύτερον ὀχύρωναν τοὺς πιστοὺς ἤ τοὺς ταλαντευομένους ἀπὸ τὴν ἐπίδρασι τῆς νοσούσης διδασκαλίας.

Ὁ π. Τ.δηλώνει ὅτι δὲν σκοπεύει νὰ κάνει κάτι τέτοιο. Γιατὶ δὲν τό κάνει; Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ «ἐναντιώνονται»  στὴν «Ἁγία Σύνοδο»; Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἀναίρεσι τῶν ἐπιχειρημάτων τους; Μὰ ἐδὼ δὲν ὑπάρχουν «κάποιοι ἐναντιούμενοι». Ὁλόκληρες Ἐκκλησίες (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ἀντιοχείας), πάμπολλοι ἐπίσκοποι ἀπὸ ὅλες τὶς ἐκκλησίες (ἄλλοι ἀρνήθηκαν νὰ πᾶνε, ἄλλοι δὲν κλήθηκαν, ἄλλοι πήγαν καὶ διατύπωσαν τὶς ἀντιρρήσεις τους, ἄλλοι λένε ὅτι χλευάστηκαν καὶ πιέστηκαν), ἱερεῖς μοναχοὶ, λαϊκοί…  Ἔτσι τὸ προσπερνοῦμε αὐτό; Τί εἶναι ὅλοι τοῦτοι; «Κάποιοι»; Κάποιοι ἀμελητέοι; Οἱ κακοί;

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει δυσκολία στὴν ἀναίρεσι τῶν θέσεων τῶν «ἐναντιουμένων», μὲ ἐπιχειρήματα καθαρῶς λογικὰ καὶ θεολογικὰ, καταφεύγει σὲ τέτοιες ὑπεκφυγές, χωρὶς νὰ πρωτοτυπεῖ ὅμως καὶ χωρὶς νὰ νοιάζεται γιὰ τοὺς «ἐναντιούμενους» ἀδελφούς. Πάλι καλά, ὅμως. Ἄλλοι πατέρες, τιμημένοι μὲ ἀξιώματα ἐκκλησιαστικά (ἐπίσκοποι) πρὶν κἄν ξεκινήσει ἡ Σύνοδος ἀποκαλοῦσαν τοὺς ἔχοντας ἐπιφυλλάξεις: ἀνοήτους, μικρόνοες, συκοφάντες κατηγόρους, μικρόψυχους, στενοκέφαλους, ἀνεύθυνους, γκρινιάρηδες, πάσχοντες ἐθνοφυλετισμὸ καὶ φιλοπρωτεία!!! [1]

Στὴν συνέχεια ὁ π. Τ. τονίζει: «Κάθε καλοπροαίρετος θὰ δυνηθῆ νὰ σχηματίση ἀντικειμενικὴ καὶ ἀνεπηρέαστη γνώμη γιὰ τὴν ὀρθότητα καὶ πιστότητα τῶν ἀποφάσεων Αὐτῆς πρὸς τὴν ἀεὶ βιουμένη ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Πίστεως». (μάλλον τὴν ἀεὶ βιουμένη… Πίστιν θὰ ἤθελε νὰ γράψει ὁ π.Τ.) Δὲν εἶναι καὶ μικρὸ τὸ ἐγχείρημα τοῦ π. Τ. Θὰ δοῦμε παρακάτω πῶς προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχη.

Ἀλλὰ γιατὶ ἀπευθύνεται στοὺς καλοπροαίρετους; Ποιοί εἶναι οἱ καλοπροαίρετοι; Καὶ ποιοί εἶναι οἱ κακοπροαίρετοι; Τί εἴδους διαχωρισμὸς εἶναι αὐτός; Ἄν δηλαδὴ κάποιος, ἀκολουθῶντας τὴν συλλογιστικὴ τοῦ π. Τ. , σχηματίση… γνώμη γιὰ τὴν ὀρθότητα καὶ πιστότητα τῶν ἀποφάσεων Αὐτῆς ἡ μὲν γνώμη θὰ εἶναιἀντικειμενικὴ καὶ ἀνεπηρέαστη αὐτὸς δὲ καλοπροαίρετος. Κατὰ λογικὴ ἀκολουθία ὅποιος δὲν θεωρήσει τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ὀρθὲς καὶ ἀκόλουθες  πρὸς τὴν «ἀεὶ βιουμένη ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Πίστιν»αὐτὸς δὲν ἔχει «ἀντικειμενικὴ καὶ ἀνεπηρέαστη γνώμη»ἀφ᾿ ἑνὸς, εἶναι δὲ ἀφ᾿ ἐτέρου κακοπροαίρετος.

Ἄρα ἐξ ἀρχῆς διατυπώνεται μιὰ ξεκάθαρη θέσις: Σὲ ὅσους ἔχουν ἀντιρρήσεις δὲν ἀπαντοῦμε. Γιὰ ὅσους διαβάσουν τὸ κείμενο ἄν μὲν συμφωνήσουν ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου εἶναι ὀρθές καὶ ὅτι ἀκολουθοῦν τὴν ἀεὶ βιουμένη ὑπὸ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πίστιν τότε σημαίνει ὅτι ἔχουν γνώμη ἀντικειμενικὴ καὶ ἀνεπηρέαστη καὶ εἶναι ἄνθρωποι καλοπροαίρετοι, ἄν ὅμως δὲν συμφωνήσουν γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀποφάσεων τότε ἡ γνώμη τους δὲν εἶναι ἀντικειμενικὴ, εἶναι ἐπηρεασμένη (ἀπὸ ποιούς;), καὶ εἶναι ἄνθρωποι κακοπροαίρετοι.

Δὲν φαίνεται πουθενὰ νὰ προβληματίζεται κάπως γιὰ τὴν ποιότητα τῶν θέσεων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ παραθέτει καὶ τὴν συμβολή τους στὴν διαμόρφωσι τῆς γνώμης τοῦ ἀναγνώστου. Ἔτσι φαίνεται νὰ ἀποποιεῖται κάθε εὐθύνη ὁ ἴδιος καὶ νὰ μεταθέτει κάθε εὐθύνη στὸν ἀναγνώστη. Ἀφιλάνθρωπο καὶ ἐπιπόλαιο καὶ ἀντιπατερικό μοῦ φαίνεται κάτι τέτοιο, ἄν ὑπάρχει βέβαια συναίσθησις τῶν συνεπειῶν τῶν λόγων ποὺ ἐκάστοτε κατατίθενται.

2 Γράφει ὁ π. Τ.: α)«Εἰς τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ κειμένου, εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, διακηρύσσεται ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς…», ἐκφράζοντας ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διαχρονικὴ Πίστι τῆς Ἐκκλησίας, δεσμεύουσα δὲ καὶ ὁριοθετοῦσα συγχρόνως τὰ ὅρια ἐντός τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθοῦν καί νά κατανοηθοῦν τὰ ὅσα περιλαμβάνονται στὴν συνέχεια τοῦ κειμένου».

Ἀπὸ ποὺ προκύπτει αὐτὴ ἡ δέσμευσις καὶ ἡ ὁριοθέτησις σχετικῶς μὲ τὴν ἐρμηνεία καὶ τὴν κατανόησι ὅσων ἀκολουθοῦν; Αὐτὸ ἀποτελεῖ μιὰ προσωπικὴ ἐρμηνεία καὶ ἄποψι τοῦ π.Τ. Ὅσα λέει  παρακάτω ὁ π. Τ. περὶ ἐκκλησίας εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ τὸ κρίσιμο σημεῖο, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐπίσης ὀρθὴ διατύπωσις  Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία  δεσμεῦει καὶ ὁριοθετεῖ τὰ παρακάτω, εἶναι ἔωλη καὶ ἀποτελεῖ μιὰν αὐθαίρετη προσωπική ἄποψι  τοῦ π.Τ. Ἄν παραθέσουμε δίπλα της τὴν ἄποψι ποὺ διετύπωσε ὁ ἐπίσης ἁγιορείτης καὶ ἐπίσης παλαιότερα ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα π. Βασίλειος Γοντικάκης ὅτι: «Στό Κείμενο γιά τίς σχέσεις μέ τόν λοιπό Χριστιανικό κόσμο, ἐνῶ ἀναφέρεται στήν ἀρχή ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική Ἐκκλησία, ὅλο τό ὑπόλοιπο Κείμενο αὐτό τό ἀκυρώνει τελείως καί τό ἀναιρεῖ! Τί κάνουμε, λοιπόν!»[2] ἀντιλαμβάνεται ὁ καθεὶς, καλοπροαίρετος ἤ κακοπροαίρετος – ἀλλὰ μὲ στοιχειώδη λογικὴ, ὅτι κάτι τέτοιες ἀπόψεις δὲν ἔχουν καμμιὰ ἀντικειμενικὴ βαρύτητα.

Ἀντιλαμβάνεστε τί συμβαίνει ὅταν ὅλα ὅσα ἀκολουθοῦν, στὸ κείμενο τοῦ π.Τ., στηρίζονται πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θεμέλιο, σὲ αὐτὴ τὴν παραδοχή, κατὰ τὰ δικά του λόγια.

Τὸ συνοδικὸ κείμενο ἀναφέρει κατ᾿ ἀκρίβειαν τὰ ἐξῆς:

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου».

Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς προτάσεως εἶναι ὅτι ἡ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καὶ αὐτὸ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς βαθειᾶς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας της. Ἡ «προώθησις τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος» καὶ ἡ «κυρία θέσις» ποὺ κατέχει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ «ὁριοθετεῖ καὶ δεσμεῦει τὰ παρακάτω»! Ἡ παράθεσις «οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίαδὲν ἐπηρεάζει τὴν κεντρικὴ κατεύθυνσι τοῦ συλλογισμοῦ.

Βέβαια τὸ ἐπεξηγηματικὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μίας Ἀγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀκόλουθο τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι; Ἀπὸ ποὺ συνάγεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «πιστεῦει ἀκραδάντως» ὅλα ὅσα ἀκολουθοῦν; Ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔχουν διατυπῶσει τέτοιες θέσεις; Γνωρίζουμε τοὺς Ἱεροὺς κανόνες περὶ ἐπανεισδοχῆς τῶν διαφόρων αἰρετικῶν καὶ σχισματικῶν κατὰ περίπτωσιν. Αὐτὰ τὰ γενικὰ , ποὺ ἀναφέρονται παραπάνω, ὅτι δηλαδὴ «κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου» ποιοὶ Πατέρες καὶ ποιὲς Σύνοδοι καὶ πότε τὰ διετύπωσαν, ἤ ἀπὸ ποιὲς ἀποφάσεις καὶ διατυπώσεις προκύπτουν; Κανεὶς Ἅγιος Πατὴρ καὶ ποτὲ καὶ πουθενά.

Βεβαίως αὐτὰ φρονοῦν οἱ ἀσπαζόμενοι τὴν γραμμὴ τὴν Οἰκουμενιστική,  ὅμως δὲν εἶναι αὐτὴ αὔτη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ποὺ φρονεῖ καὶ ἀσπάζεται τέτοιες ἀπόψεις. Ἄρα ἀφετηριακὰ καὶ ἡ Συνοδικὴ αὐτὴ ἀπόφασις εἶναι ἀναπόδεικτη καὶ ἔωλη. Αὐτὰ ἐγράφησαν ἀπὸ τοὺς συντάκτες τῶν κειμένων. Εἶναι ἡ ἄποψις τῶν συντακτῶν τῶν κειμένων. Πολὺ εὔκολα μπορεῖ νὰ διακρίνει κανεὶς τὴν πατρότητα αὐτῆς τῆς ἀπόψεως στοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[3], οἱ ὁποῖοι ἐμφοροῦνται ἀπὸ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις.Δὲν ὑπάρχει πουθενὰ Πατερικὴ τεκμηρίωσις γιὰ ὅλα αὐτὰ οὔτε ὅμως καὶ ἀποδοχὴ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες κατόπιν οὐσιαστικῆς μελέτης ἐξετάσεως καὶ κανονικῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων.

Ἀντιθέτως βλέπει κανεὶς ὅτι ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου» εἶναιπαλαιωτάτη, ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, -τότε διετυποῦτο ὡς «ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν ἐκκλησία κατέχει καίριαν πρωτόβουλον δημιουργικὴν θέσιν» – καὶ αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχειδεσμεύσει καὶ ὁριοθετήσει ὅλες τὶς ἐνέργειες ποὺ ἔχουν γίνει ἔκτοτε στὶς Προσυνοδικὲς Ἐπιτροπές καὶ στὴν ἵδια τὴν Σύνοδο καὶ ὄχι τὸ  ἐπεξηγηματικὸ «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» ὅπως φαντἀζεται ἤ ὑποθέτει ὁ π. Τ. Ἐξ ἄλλου χωρὶς πολὺ κόπο θὰ διαπιστώσει , ὅποιος κάνει τὸν κόπο νὰ δεῖ τὰ «Πρακτικὰ» τῶν διαφόρων Προσυνοδικῶν συναντήσεων, άλλὰ καὶ τὶς Πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους (1902,1904, 1920 κλπ) ὅτι τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες τὶς ἀντιλαμβάνονται ὡς κανονικὲς κανονικότατες Ἐκκλησίες, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (φαίνεται καὶ στὸ παραπάνω παράθεμα….).

(ἔπεται συνέχεια….)

Γεώργιος κ. Τζανάκης   Ἀκρωτήρι Χανίων 9.9.2017

[1] Προικονήσου κ. Ἰωσήφ. Στὸν ἐσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Ἱ. Μ. ἁγίας Τριάδος στὰ Χανιὰ Κρήτης.Ἕνα ἀπὸ τὰ πάμπολλα παραδείγματα.

[2]Τό παρασκήνιον τοῦ ἀνακοινωθέντος τῆς Διπλῆς Συνάξεως  ὑπό Δημ. Κ. Ἀναγνώστου, Θεολόγου http://aktines.blogspot.gr/2017/07/blog-post_37.html#more

[3]ἐνδεικτικῶς καὶ μόνον: «… ὑπὸ τὸ φῶς σκέψεων, ὰποκρυσταλλωθεισῶν ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ ἐκ τῆς μελέτης τῶν θεμάτων τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει μὲν τῆς ἄχρι τοῦδε ἀποκομισθείσης πείρας καὶ τῶν σημειωθεισῶν ἐξελίξεων…» ΣΥΝΟΔΙΚΑ VI,σελ.19

«… ὁδηγήσασαι εἰς τὴν  καλλιέργειαν τοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος καὶ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως, ἐντὸς τῶν εὐρυτέρων πλαισίων τῶν ὁποίων διεμορφώθη ἡ σήμερον ἐν τῷ καθόλου χριστιανικῷ κόσμῳ κρατοῦσα εὐτυχὴς καὶ ἐλπιδοφόρος κατάστασις τῆς γενικῆς τάσεως πρὸς ἑνότητα καὶ ἀναπτύσσονται μεταξὺ τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ὅλων σχεδὸν τῶν Ὁμολογιῶν σοβαραὶ προσπάθειαι πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Ἰδρυτοῦ καὶ κυρίου τῆς Ἐκκλησίας «ἵνα πάντες ἕν ὦσι». … Ἀπλῶς περιοριζόμεθα νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ὅτι ἐν τῇ γενέσει καὶ ἀναπτύξει τοῦ σπουδαίου καὶ παρηγόρου τούτου διαχριστιανικοῦ ἑνωτικοῦ φαινομένου, ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν ἐκκλησία κατέχει καίριαν πρωτόβουλον δημιουργικὴν θέσιν.  ΣΥΝΟΔΙΚΑ VI,σελ 24-25

ΑΚΤΙΝΕΣ

Advertisements

Διάγγελμα Οικουμενικού Πατριαρχείου περί Οικουμενικής κινήσεως -Ιανουάριος 1920

pxeio202

Φωτό πηγή:http://constantinople.ehw.gr/

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1920   – [ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ]

«Ἐκ καθαρᾶς καρδίας ἀλλήλους ἀγαπήσατε ἐκτενῶς» (Α΄ Πέτρ. 1,22).

Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησία φρονοῦσα ὅτι ἡ τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν προσέγγισις πρὸς ἀλλήλας καὶ κοινωνία οὐκ ἀποκλείεται ὑπὸ τῶν ὑφισταμένων μεταξὺ αὐτῶν δογματικῶν διαφορῶν καὶ ὅτι τοιαύτη τις προσέγγισις τὰ μάλα ἐστὶν εὐκταία καὶ ἀναγκαία καὶ πολλαχῶς χρήσιμος εἴς τε τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον ἑκάστης τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν καὶ τοῦ ὅλου χριστιανικοῦ σώματος καὶ εἰς παρασκευὴν καὶ διευκόλυνσιν τῆς πλήρους ποτέ, σὺν Θεῷ, καὶ εὐλογημένης ἑνώσεως, ἔκρινε τὸν παρόντα καιρὸν τὰ μάλιστα πρόσφορον πρὸς ἀνακίνησιν καὶ ἀπὸ κοινοῦ μελέτην τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Εἰ γὰρ καὶ ἐν τούτῳ ἐνδέχεται ἵνα προκύψωσι καὶ παρεμβληθῶσιν αἱ ἀπὸ τῶν παλαιῶν προλήψεων καὶ ἕξεων ἢ καὶ ἐξ ἀξιώσεων δυσχέρειαι, αἱ τοσάκις τέως τὸ ἔργον τῆς ἑνώσεως ματαιώσασαι, ὅμως κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, περὶ ἁπλῆς τὸ κατ’ ἀρχὰς προκειμένου συναφείας καὶ προσεγγίσεως, αἱ δυσχέρειαι αὖται ἔσονται πάντως ἧττον σπουδαῖαι, ἀγαθῆς δὲ ὑπαρχούσης θελήσεως καὶ διαθέσεως οὔτε δύνανται, οὔτε ὀφείλουσι κώλυμα ἀποτέλεσαι ἀκαταγώνιστον καὶ ἀνυπέρβλητον.

Ὅθεν τὸ πρᾶγμα ἡμεῖς γε καὶ κατορθωτὸν καὶ εἴπερ ποτὲ εὔκαιρον ἐπὶ τῇ συντελεσθείσῃ νῦν ἐπ’ αἰσίοις συμπήξει τῆς κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὑπολαμβάνοντες, προαγόμεθα θαῤῥούντως ἐκθεῖναι ἐνταῦθα ἐν ὀλίγοις τὰς σκέψεις καὶ τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν τὴν προσέγγισιν ταύτην καὶ συνάφειαν ἐννοοῦμεν καὶ δυνατὴν ὑπολαμβάνομεν, μετὰ πόθου ἐκζητοῦντες καὶ ἀπεκδεχόμενοι τὴν κρίσιν καὶ τὴν γνώμην καὶ τῶν λοιπῶν τῶν τε κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἀδελφῶν καὶ τῶν ἐν τῇ Δύσει καὶ ἁπανταχοῦ σεβασμίων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.

Νομίζομεν τοίνυν ἡμεῖς, ὅτι δύο τάδε τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῆς τοιαύτης ἐφέτης καὶ ὠφελίμου προσεγγίσεως συντελέσαι καὶ ταύτην κατεργάσασθαι καὶ ἔκδηλουν δύνανται.

Καὶ πρῶτον ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον ὑπολαμβάνομεν τὴν ἄρσιν καὶ ἀπομάκρυνσιν πάσης ἀμοιβαίας δυσπιστίας καὶ δυσφορίας μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, προκαλουμένης ἐκ τῆς παρὰ τίσιν ἐξ αὐτῶν παρατηρουμένης τάσεως εἰς τὸ σαγηνεῦσαι καὶ προσηλυτίσαι ἄλλων ὁμολογιῶν ὀπαδούς. Οὐδεὶς γὰρ ἀγνοεῖ τὶ καὶ σήμερον συμβαίνει δυστυχῶς πολλαχοῦ, ἐπὶ διασπάσει τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης τῶν Ἐκκλησιῶν, ἰδίᾳ τῶν ἐν Ἀνατολῇ, νέων οὕτω θλίψεων καὶ δοκιμασιῶν παρ’ αὐτῶν τῶν ὁμοθρήσκων ἐπιφερομένων αὐταῖς, καὶ οἵαν μεγάλην, ἀντὶ τοῦ μηδαμινοῦ ἀποτελέσματος προκαλεῖ ἀπέχθειαν καὶ ὀξύτητα ἀντιθέσεως ἡ τάσις αὕτη τινῶν εἰς τὸ προσηλυτίζειν καὶ σαγηνεύειν τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Οὕτω δὲ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸ παντὸς ἀποκαθισταμένης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, νομίζομεν δεύτερον ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καὶ ἐνισχυθῇ πρὸ παντὸς ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, μὴ λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας, ἀλλ’ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ «συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ» (Ἐφεσ. 3,6). Ὑπὸ τῆς ἀγάπης γὰρ ἐμπνεόμεναι αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι καὶ ταύτην προτάσσουσαι ἐν ταῖς περὶ τῶν ἄλλων κρίσεσιν καὶ ταῖς πρὸς αὐτὰς σχέσεσι, τὴν μὲν διάστασιν ἀντὶ τοῦ ἐπεκτείνειν καὶ αὐξάνειν ὡς οἶόν τε συντομεῦσαι καὶ σμικρῦναι δυνήσονται, διὰ τῆς διεγέρσεως δὲ τακτικοῦ φιλαδέλφου ἐνδιαφέροντος περὶ τῆς καταστάσεως, τῆς εὐσταθείας καὶ τῆς εὐεξίας τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, διὰ τῆς σπουδῆς εἰς τὸ παρακολουθεῖν τοῖς παρ’ αὐταῖς συμβαίνουσι καὶ ἀκριβέστερον γνωρίζειν τὸ κατ’ αὐτὰς καὶ διὰ τῆς προθυμίας εἰς τὸ τείνειν ἑκάστοτε ἀμοιβαίως χεῖρα βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως πολλὰ τὰ ἀγαθὰ εἰς δόξαν καὶ εἰς ὄφελος ἑαυτῶν τε καὶ τοῦ χριστιανικοῦ σώματος ἐπιτελέσουσι καὶ κατορθώσουσι.

Δύναται δὲ ἡ φιλία αὕτη καὶ ἀγαθόφρων πρὸς ἀλλήλους διάθεσις ἐκφαίνεσθαι καὶ τεκμηριοῦσθαι εἰδικώτερον, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὡς ἑξῆς: α΄) διὰ τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου πρὸς ταυτόχρονον ἑορτασμὸν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, β΄) διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς ἀδελφικῶν γραμμάτων κατὰ τὰς μεγάλας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἐνιαυτοῦ ἑορτάς, ἐν αἷς εἴθισται, καὶ ἐν ἄλλαις ἐκτάκτοις περιστάσεσι, γ΄) διὰ τῆς οἰκειοτέρας συσχετίσεως τῶν ἑκασταχοῦ εὑρισκομένων ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, δ΄) διὰ τῆς ἐπικοινωνίας τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεολογικῆς Ἐπιστήμης καὶ διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν ἑκάστῃ Ἐκκλησίᾳ ἐκδιδομένων θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν περιοδικῶν καὶ συγγραμμάτων, ε΄) διὰ ἀποστολῆς νέων χάριν σπουδῶν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὰς σχολὰς τῆς ἄλλης Ἐκκλησίας, στ΄) διὰ τῆς συγκροτήσεως παγχριστιανικῶν συνεδρίων πρὸς ἐξέτασιν ζητημάτων κοίνου πάσαις ταῖς Ἐκκλησίαις ἐνδιαφέροντος, ζ΄) διὰ τῆς ἀπαθοῦς καὶ ἐπὶ τὸ ἱστορικώτερον ἐξετάσεως τῶν δογματικῶν διαφορῶν ἀπὸ τῆς ἕδρας καὶ ἐν ταῖς συγγραφαῖς, η΄) διὰ τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ τῶν κρατούντων ἐν ταῖς διαφόροις Ἐκκλησίαις ἠθῶν καὶ ἐθίμων, θ΄) διὰ τῆς παροχῆς ἀμοιβαίως εὐκτήριων οἴκων καὶ κοιμητηρίων διὰ τὰς κηδείας καὶ τὴν ταφὴν τῶν ἐν τῇ ξένῃ ἀποθνησκόντων ὀπαδῶν τῶν ἑτέρων ὁμολογιῶν, ι΄) διὰ τοῦ διακανονισμοῦ μεταξὺ τῶν διαφόρων ὁμολογιῶν τοῦ ζητήματος τῶν μικτῶν γάμων, ια΄) διὰ τῆς πρόφρονος τέλος ἀμοιβαίας ὑποστηρίξεως τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τοῖς ἔργοις τῆς θρησκευτικῆς ἐπιῤῥώσεως, τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῖς παραπλησίοις.

Ἔσται δὲ ἡ ἀνύποπτος καὶ ζωηρότερα αὕτη τῶν Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀλλήλας συνάφεια καὶ ἄλλως ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος, ὅτι παντοῖοι κίνδυνοι οὐχὶ ἤδη ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ τῇ ὁλότητι αὐτῶν ἐπαπειλοῦσιν, ὡς αὐταῖς ταῖς βάσεσι τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ αὐτῇ τῇ συστάσει τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς καὶ κοινωνίας ἀντιφερόμενοι. Ὁ γὰρ ἄρτι λήξας φοβερὸς παγκόσμιος πόλεμος, ὡς ἐτεκμηρίωσε πλεῖστα τὰ ἐν τῷ βίῳ τῶν χριστιανικῶν λαῶν νοσηρὰ καὶ ἀπεκάλυψε μεγάλην πολλάκις ἔλλειψιν σεβασμοῦ καὶ πρὸς αὐτὰ ἔτι τὰ στοιχεῖα τοῦ δικαίου καὶ τῆς φιλανθρωπίας, οὕτως ἐδείνωσε μὲν τὰς ὑπαρχούσας, ἠνέῳξε δὲ καὶ ἄλλας νέας πληγὰς πρακτικωτέρας, ὡς εἰπεῖν, φύσεως, καθ’ ὧν πολλὴ εἰκότως ἀπαιτεῖται προσοχὴ καὶ μέριμνα ἀπὸ μέρους πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ δὲ ὁσημέραι εὐρύτερας διαστάσεις λαμβάνων ἀλκοολισμός, ἡ ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἐξωραΐσεως τοῦ βίου καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῆς ζωῆς θριαμβεύουσα περιττὴ πολυτέλεια, ἡ ὑπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἐλευθερίας καὶ χειραφετήσεως τῆς σαρκὸς μόλις συγκαλυπτομένη φιληδονία καὶ ἡδυπάθεια, ἡ ὑπὸ τὸ εὔσχημον ὄνομα τῆς ἀναπτύξεως τῆς φιλοκαλίας καὶ τῆς καλλιέργειας τῶν ὡραίων τεχνῶν ἀκολασταίνουσα ἀσχημοσύνη ἐν τῇ φιλολογίᾳ, τῇ ζωγραφικῇ, τῷ θεάτρῳ ἢ καὶ τῇ μουσικῇ, ἡ θεοποίησις τοῦ πλούτου καὶ ἡ περιφρόνησις τῶν ὑψηλότερων ἰδεωδῶν, ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐπιφόβους καὶ ταῦτα δημιουργοῦντα κινδύνους τῇ συστάσει τῶν χριστιανικῶν κοινωνιῶν, εὔκαιρα ἀποτελοῦσι ζητήματα δεκτικὰ καὶ χρήζοντα τῆς ἀπὸ κοίνου μελέτης καὶ συνεργασίας τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.

Οὐδὲ ὀφείλουσι τέλος αἱ τῳ ἁγίῳ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ κομῶσαι Ἐκκλησίαι Αὐτοῦ ἀμνημονεῖν καὶ ἀμελεῖν ἐπὶ πλέον τῆς περὶ ἀγάπης μεγάλης καὶ καινῆς ἐντολῆς Αὐτοῦ καὶ ὑστερῆσαι σήμερον θλιβερῶς τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, αἵτινες τὸ πνεῦμα ἀκριβῶς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς διδασκαλίας ἐφαρμόζουσαι τοῦ Χριστοῦ, συνέπηξαν ἤδη ἐπ’ αἰσίοις τὴν Κοινωνίαν λεγομένην τῶν Ἐθνῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ δικαίου καὶ καλλιέργειαν τῆς ἀγάπης καὶ συμπνοίας μεταξὺ τῶν ἐθνῶν.

Διὰ ταῦτα πάντα, ἡμεῖς τε ποθοῦντες καὶ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας συμμεριζομένας νομίζοντες τὴν σκέψιν καὶ γνώμην ἡμῶν, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμπήξεως τοιαύτης τινὸς τουλάχιστον τὸ κατ’ ἀρχὰς συναφείας καὶ κοινωνίας μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, παρακαλοῦμεν ὅπως προφρόνως δηλωθῇ ἡμῖν ἀπαντητικῶς ὑφ’ ἑκάστης ἡ κρίσις καὶ γνώμη αὐτῆς, ἵνα οὕτω, καθοριζομένου ἀπὸ κοινῆς συγκαταθέσεως καὶ ἀποφάσεως τοῦ πράγματος, χωρήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ οὕτως «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός. ἐξ οὖ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας, κατ’ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους, τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφεσ. 4,15).

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις Κωνσταντινουπόλεως,

κατὰ μῆνα Ἰανουάριον τοῦ χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ

σωτηρίου ἔτους.

† Ὁ Τοποτηρητὴς

τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος.

† Ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Νικόλαος,

† Ὁ Μ. Κυζίκου Κωνσταντῖνος,

† Ὁ Μ. Ἀμασείας Γερμανός,

† Ὁ Μ. Πισσιδείας Γεράσιμος,

† Ὁ Μ. Ἀγκύρας Γερβάσιος,

† Ὁ Μ. Λίνου Ἰωακείμ,

† Ὁ Μ. Βιζύης Ἄνθιμος,

† Ὁ Μ. Σηλυβρίας Εὐγένιος,

† Ὁ Μ. Σαράντα Ἐκκλησιῶν Ἀγαθάγγελος,

† Ὁ Μ. Τυρολόης καὶ Σερεντίου Χρυσόστομος,

† Ὁ Μ. Δαρδανελλίων καὶ Λαμψάκου Εἰρηναῖος.

ΠΗΓΗ: Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. ΙΙ, ἐν Ἀθήναις 1953 σ. 957-960. -Από π. Σωτήριος Αθανασούλιας

Ολόκληρο το κείμενο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Porto Alegre, το 2006

 wcc_shma

Ένατη Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ)

Porto Alegre Βραζιλίας, 14-23 Φεβρουαρίου του 2006METAΦΡΑΣΗ : Δέσποινα Μ. Καλογεράκη, Δρ Θεολογίαςhttp://users.kef.sch.gr/deka7ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ) : www.wcc-assembly.info/en/theme-issues/assembly-documents/1-statements-documents-adopted/christian-unity-and-message-to-the-churches/called-to-be-the-one-church-as-adopted.html

ΥΠ’ ΟΨΙΝ ΟΤΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΓΚΥΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

Κείμενο επί εκκλησιολογίας:

Κληθείσες να είναι η Μία Εκκλησία
(Called to be the One Church)

Ένα κάλεσμα προς όλες τις εκκλησίες για να ανανεώσουν την δέσμευση τους προς την επίτευξη της ενότητας και να εμβαθύνουν τον μεταξύ τους διάλογο.

Οι συνελεύσεις του ΠΣΕ έχουν υιοθετήσει κείμενα τα οποία προβάλλουν μια προοπτική, ή και προσδιορίζουν το ποιόν της «επιδιωκόμενης ενότητας».(1) Η Ένατη Συνέλευση, που συνήλθε στο Πόρτο Αλέγκρε, διαπνεόμενη από τις αρχές των εν λόγω κειμένων, αποδέχτηκε το παρόν κείμενο ενθαρρύνοντας τις εκκλησίες να συνεχίσουν την συμπόρευσή τους προς την επίτευξη της πλήρους ορατής ενότητας.

Ο σκοπός της παρότρυνσης αυτής προς τις Εκκλησίες είναι διττός: α) Να αντικατοπτρίσει τι πιθανόν θα μπορούσαν οι εκκλησίες να επισημάνουν από κοινού πάνω σε διάφορα σοβαρά θέματα που αφορούν στην Εκκλησία, στο σημείο αυτό του ταξιδιού του οικουμενικού διαλόγου και β) να προσκαλέσει τις εκκλησίες σε έναν διάλογο επί νέοις όροις, – [έναν διάλογο] αμοιβαίως υποστηρικτικό αλλά και συγχρόνως ανοικτό και διερευνητικό – σχετικά με την ποιότητα και τον βαθμό της αδελφοσύνης και (επι)κοινωνίας τους, και σχετικά με τα θέματα που ακόμη διχάζουν τις εκκλησίες.(2)

Ι.

1. Εμείς, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της Ένατης Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, ευχαριστούμε τον εν Τριάδι Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, που έφερε τις εκκλησίες μας σε ζωντανή επαφή και διάλογο. Χάριτι Θεού είμαστε ακόμη σε θέση να παραμένουμε ενωμένοι, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο. Έχουν γίνει πολλές σημαντικές προσπάθειες να ξεπεραστούν οι διαφορές μας. Είμαστε «μια αδελφότητα εκκλησιών που ομολογούν τον Κύριο Ιησού Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα σύμφωνα με τις γραφές, και για τον λόγο αυτό, επιζητούμε να εκπληρώσουμε την κοινή μας κλήση [να συμμετέχουμε] στην δόξα του ενός Θεού, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».(3)[Σας] Επαναβεβαιώνουμε ότι «ο πρωταρχικός στόχος της κοινωνίας των εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, είναι να προσκαλέσουμε ο ένας τον άλλο σε μια ορατή ενότητα εν μια Πίστει και σε μια ευχαριστιακή κοινωνία εκφραζομένη, μέσα από τη λατρεία και την κοινή ζωή εν Χριστώ, μέσα από τη μαρτυρία και διακονία στον κόσμο, και ασφαλώς, [πρωταρχικός μας στόχος είναι] να προχωρήσουμε σε αυτή την ενότητα ώστε να προσελκύσουμε τον κόσμο στην Πίστη.(4) Οι συνεχείς διαιρέσεις [μεταξύ των εκκλησιών] είναι πραγματικά τραύματα στο σώμα του Χριστού, με αποτέλεσμα το έργο του Θεού στον κόσμο να πάσχει.

2. Οι Εκκλησίες που είναι μέλη του ΠΣΕ, παραμένουν αφοσιωμένες η μία στην άλλη στον δρόμο προς την επίτευξη πλήρους ορατής ενότητας. Αυτή η αφοσίωση είναι ένα δώρο του ελεήμονος Κυρίου μας. Η Ενότητα είναι ταυτόχρονα και ένα θείο δώρο και θεϊκή κλήση. Οι εκκλησίες μας έχουν διαβεβαιώσει ότι η ενότητα για την οποία προσευχόμαστε, ελπίζουμε και εργαζόμαστε δεν είναι παρά [α] «μια κοινωνία δεδομένη και εκπεφρασμένη δια της κοινής ομολογίας της Αποστολικής Πίστεως, [β] μια κοινή μυστηριακή ζωή στην οποία εισερχόμαστε δια του ενός βαπτίσματος, και στην οποία μετέχουμε μέσα στις ευχαριστιακές μας συνάξεις, [γ] μια κοινή ζωή στην οποία τα [απλά] μέλη και οι ιερωμένοι χαίρουν αμοιβαίας αναγνώρισης και συμφιλίωσης και [δ] μια κοινή αποστολή η οποία δίδει μαρτυρία για το ευαγγέλιο της χάριτος του Θεού, σε όλους τους ανθρώπους και υπηρετεί συγχρόνως την δημιουργία στην ολότητά της».(5) Έτσι νοείται η κοινωνία την οποία καλούνται να βιώνουν οι κατά τόπους εκκλησίες και να είναι σε θέση να αποδέχονται ενδεχομένως η μία την συμβουλή της άλλης. Έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας, εφ’ όσον μαζί επιδιώκουμε να αντιληφθούμε το νόημα της ενότητας και καθολικότητας καθώς και την σημασία του βαπτίσματος.

ΙΙ.

3. Ομολογούμε Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ορίζεται από το σύμβολο Νίκαιας-Κων/πολης (381). Η μοναδικότητα της Εκκλησίας είναι μια εικόνα της ενότητας του εν Τριάδι Θεού, και της κοινωνίας των θείων Προσώπων της Τριάδος. Η Αγία γραφή περιγράφει την κοινωνία των Χριστιανών ως το σώμα του Χριστού του οποίου η ποικιλομορφία είναι απαραίτητη για την ολότητά του: «Τώρα υπάρχουν ποικιλίες χαρισμάτων, αλλά το Πνεύμα είναι το ίδιο και υπάρχουν ποικιλίες διακονιών, αλλά ο Κύριος είναι ο ίδιος. Και διάφορα είδη ενεργειών υπάρχουν, αλλά ο Θεός είναι ο ίδιος που ενεργεί όλα σε όλους. Στον καθένα δίνεται η φανέρωση του Πνεύματος για το καλό όλων» (Α’ Κορ. 12, 4-7).(6) Έτσι, όντας ο λαός του Θεού, το σώμα του Χριστού, και ο ναός του Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία καλείται να καταστήσει φανερή την μοναδικότητά της μέσα από την πλούσια ποικιλομορφία της.

4. Η Εκκλησία ως κοινωνία των πιστών, γεννήθηκε από τον Λόγο του Θεού, δεδομένου ότι δια της ακοής του μηνύματος του ευαγγελίου, και δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματός Του, γεννάται η Πίστις (Ρωμ. 10, 17). Επειδή ακριβώς τα καλά νέα που αναγγέλθηκαν για να αφυπνιστεί η Πίστη δεν είναι παρά τα καλά νέα που παραλάβαμε από τους αποστόλους, η Εκκλησία που ιδρύθηκε είναι αποστολική. Θεμελιωμένη στους αποστόλους και τους προφήτες η Εκκλησία αποτελεί το οικητήριο του Θεού, έναν ιερό ναό εντός του οποίου ζει και ενεργεί το Άγιο Πνεύμα. Δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος οι πιστοί αυξάνουν σε ναό άγιο εν Κυρίω (Εφ. 2, 21-22).(7)

5. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η Πίστη της Εκκλησίας όπως αυτή εκφράστηκε από τους Αποστόλους είναι μία, όπως ακριβώς ένα είναι και το Σώμα του Χριστού. Παρά ταύτα, είναι θεμιτό η Πίστη αυτή να διατυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Η ζωή της Εκκλησίας, ως μια νέα εν Χριστώ ζωή είναι μία. Εν τούτοις, εξελίσσεται μέσα από διάφορα χαρίσματα και διακονίες. Μία είναι η ελπίδα της Εκκλησίας, αλλά εκφράζεται με διαφορετικές ανθρώπινες προσδοκίες. Αναγνωρίζουμε ότι, όσον αφορά στην σχέση της Εκκλησίας με τις εκκλησίες, υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις και ποικιλία αντιλήψεων. Μερικές διαφορές εκφράζουν την Χάρη του Θεού και την αγαθότητά Του.Αυτές θα πρέπει να προβάλλονται εν χάριτι Θεού, δια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιες άλλες όμως διαφορές διαιρούν την Εκκλησία. Αυτές θα πρέπει να υπερνικηθούν δια των καρπών του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε εν τέλει να μην επικρατήσουν τάσεις αποκλεισμού και διαχωρισμού. «Το σχέδιο» του Θεού, «όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, είναι να ενωθούν όλα εν Αυτώ» (Εφ. 1, 10), εναρμονίζοντας έτσι όλες τις διαφορές. Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη στην προβολή [των διαφορών που ενώνουν] και επανεκτίμηση [των διαφορών που διχάζουν], στον δρόμο προς την πληρότητα της κοινωνίας.

6. Η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζει την πληρότητα, ακεραιότητα και ολότητα της ζωής της, εν Χριστώ, δια του Αγίου Πνεύματος, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους χώρους. Αυτό το μυστήριο εκφράζεται σε κάθε κοινότητα βαπτισμένων πιστών,όπου η αποστολική Πίστη ομολογείται αλλά και βιώνεται, το ευαγγέλιο κηρύττεται, και τα μυστήρια επιτελούνται. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική και όχι απλά ένα μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική, αλλά όχι στην ολότητά της. Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ξεκάθαρα με την κοινή συμμετοχή στην θεία κοινωνία και με την αμοιβαία αναγνώριση-αποδοχή και συμφιλίωση μεταξύ των μελών του κλήρου.

7. Η σχέση μεταξύ των εκκλησιών χαρακτηρίζεται από μια δυναμική αλληλεπίδραση. Κάθε εκκλησία καλείται να δίδει και να λαμβάνει δωρεές με πνεύμα αμοιβαίας υπευθυνότητας. Κάθε εκκλησία πρέπει να αντιλαμβάνεται όλα όσα είναι εφήμερα στην ζωή της και να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει στις άλλες εκκλησίες. Ακόμη και σήμερα, όταν η κοινή συμμετοχή στην ευχαριστία δεν είναι δυνατή, διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν αμοιβαία υπευθυνότητα και επιδεικνύουν την καθολικότητα που τις διακρίνει, όταν προσεύχονται η μία για την άλλη, όταν μοιράζονται τα αγαθά, αλληλοβοηθούνται σε περιόδους δύσκολες, παίρνουν από κοινού αποφάσεις, εργάζονται για την επικράτηση της δικαιοσύνης, της συμφιλίωσης και της ειρήνης και θεωρούν η μία την άλλη υπόλογη όσον αφορά την έννοια της μαθητείας που ενέχεται στο βάπτισμα, και παρά τις όποιες διαφορές, επιμένουν στον διάλογο, αρνούμενοι το «δεν σας έχω ανάγκη» (Α’ Κορ. 12, 21). Όταν απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο, γινόμαστε φτωχότεροι.

ΙΙΙ.

8. Όλοι οι βεβαπτισμένοι εν Χριστώ, είναι ενωμένοι στο Σώμα του: «Έχουμε λοιπόν ταφεί μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ώστε, όπως ο Χριστός αναστήθηκε εκ των νεκρών δια της δόξης του Πατρός, έτσι και εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή» (Ρωμ. 6, 4). Κατά το βάπτισμα, το Πνεύμα αγιάζει τους πιστούς με την αγιότητα του Χριστού. Το βάπτισμα ως μέσο που μας ενώνει με τον Χριστό, καλεί τις εκκλησίες να είναι ανοικτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο στην εφαρμογή του: «Ομολογούντες την αλήθεια εν αγάπη, ας αυξάνουμε με κάθε τρόπο εις αυτόν που είναι η κεφαλή, δηλαδή τον Χριστό» (Εφ. 4, 15). Το βάπτισμα δίδει ως δωρεά στις εκκλησίες την ελευθερία αλλά και την ευθύνη να πορευθούν από κοινού προς το κήρυγμα του Λόγου, την ομολογία μιάς Πίστεως, την τέλεση της Ευχαριστίας, και την κοινή μετοχή στην διακονία της ιεροσύνης. Υπάρχουν μερικοί που δεν χρησιμοποιούν νερό στην ιεροτελεστία του βαπτίσματος, αλλά μετέχουν στην πνευματική εμπειρία της εν Χριστώ ζωής.(8) 

9. Το ότι όλοι μας, από κοινού, ανήκουμε στον Χριστό δια του βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δίδει την δυνατότητα στις εκκλησίες και τις καλεί να συμβαδίσουν, ακόμη και όταν διαφωνούν. Διαβεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεώς μας, ένας Κύριος, μία Πίστη, ένας Θεός και Πατέρας όλων μας (βλ. Εφ. 4, 4-6). Εν χάριτι Θεού, δια του βαπτίσματος καταδεικνύεται ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον, παρά το γεγονός ότι κάποιες εκκλησίες δεν είναι ακόμη σε θέση να αναγνωρίσουν άλλες ως Εκκλησία με την πλήρη έννοια της λέξης. Ας θυμηθούμε τα λόγια της Δήλωσης του Τορόντο, όπου οι εκκλησίες-μέλη του ΠΣΕ διαβεβαιώνουν ότι «η μετοχή στην εκκλησία του Χριστού είναι πληρέστερη από την μετοχή στο σώμα της δικής τους εκκλησίας. Επομένως, επιδιώκουν να επιτύχουν μια ζωντανή επαφή με εκείνους που βρίσκονται έξω από τα όρια της δικής τους εκκλησίας και ομολογούν τον Χριστό ως Κύριο».(9)

ΙV.

10. Η Εκκλησία, ως δημιούργημα του Λόγου και του Πνεύματος του Θεού, είναι ένα μυστήριο, σημείο, και όργανο ταγμένο για την σωτηρία του κόσμου σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού. Η Χάρις του Θεού εκφράζεται με την νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας, που συνέβαλε στην θεραπεία και ολοκλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Βασιλεία του Θεού μπορεί να γίνει αντιληπτή σε μια κοινότητα που συμφιλιώνει και συμφιλιώνεται, μια κοινότητα που καλείται να καθαγιαστεί: Μια κοινότητα που αγωνίζεται να υπερνικήσει διακρίσεις που εκφράζονται από αμαρτωλές κοινωνικές δομές, και εργάζεται για την υπερπήδηση των διαιρέσεων στην ίδια της την ζωή και για την θεραπεία και ενότητα στην ανθρώπινη κοινότητα. Η Εκκλησία συμμετέχει στην διακονία συμφιλίωσης του Χριστού, που εκένωσε εαυτόν, όταν επιτελεί την αποστολή της, επιβεβαιώνοντας και ανανεώνοντας την εικόνα του Θεού σε όλη την ανθρωπότητα, δουλεύοντας στο πλάι όλων εκείνων οι οποίοι έχασαν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά λόγω της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς τους.

11. Το ιεραποστολικό έργο είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής της εκκλησίας. Η Εκκλησία δια της αποστολής της εκφράζει την κλήση της για την διάδοση του Ευαγγελίου και την προσφορά του ζωντανού Χριστού σε όλη την δημιουργία. Οι εκκλησίες ζουν μεταξύ λαών άλλων πεποιθήσεων και ιδεολογιών. Ως το όργανο του Θεού, ο οποίος είναι κυρίαρχος σε όλη την κτίση, η Εκκλησία καλείται να έλθει σε διάλογο και συνεργασία με αυτούς, ώστε με την αποστολή της να συμβάλλει στην ωφέλεια όλων των δημιουργημάτων και στην ευημερία της γης. Όλες οι εκκλησίες καλούνται να αγωνιστούν κατά της αμαρτίας σε όλες της τις εκδηλώσεις. Της αμαρτίας που είναι μέσα τους αλλά και στο περιβάλλον τους. Καλούνται όλες οι εκκλησίες να εργαστούν με τους άλλους για να καταπολεμήσουν την αδικία, να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο, να υπερνικήσουν την βία και να διασφαλίσουν την πληρότητα της ζωής όλων των ανθρώπων.

V.

12. Καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας του, το ΠΣΕ έχει υπάρξει προνομιούχο μέσον δια του οποίου οι εκκλησίες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν η μία για την άλλη και να συζητήσουν θέματα που αποτελούν πρόκληση για τις εκκλησίες και συνιστούν κίνδυνο για την ανθρωπότητα. Διοργανώνοντας πολυμερείς και διμερείς διαλόγους, οι εκκλησίες, στα πλαίσια της οικουμενικής κίνησης, έχουν ασχοληθεί διερευνητικά με ζητήματα που τις διχάζουν. Ακόμη και μετά από αυτές τις προσπάθειες οι εκκλησίες δεν είναι πάντα σε θέση να παραδεχτούν την αμοιβαία ευθύνη που φέρουν η μία προς την άλλη, και δεν αναγνωρίζουν πάντοτε την ανάγκη να λογοδοτήσουν η μία στην άλλη για την Πίστη τους, την ζωή τους και την μαρτυρία τους, όπως επίσης και να διασαφηνίσουν τα σημεία εκείνα που τις διχάζουν. Έχοντας υπ’ όψιν την εμπειρία της ζωής που ήδη μοιραζόμαστε και τα επιτεύγματα των πολυμερών και διμερών αυτών διαλόγων, είναι καιρός να κάνουμε μαζί σταθερά βήματα μπροστά.

13. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Ένατη Συνέλευση προσκαλεί το ΠΣΕ να εξακολουθήσει να διευκολύνει την εις βάθος διεξαγωγή συζητήσεων μεταξύ των διαφόρων εκκλησιών. Επίσης, προσκαλούμε όλες τις εκκλησίες μας να αναλάβουν το δύσκολο έργο της ειλικρινούς αποτίμησης της σχέσεως της δικής τους Πίστης και οργανωτικής τάξεως με αυτές των άλλων εκκλησιών. Ζητούμε από κάθε εκκλησία να διευκρινίσει τα κριτήρια τα οποία μορφοποιούν και πιστοποιούν ακόμη, την σχέση της με τις άλλες εκκλησίες. Αν μιλήσουν ειλικρινά για τις ομοιότητες, διαφωνίες και διαφορές τους, όλες οι εκκλησίες θα βοηθηθούν στο έργο τους για εξασφάλιση της ειρήνης και την προώθηση της κοινής ζωής τους.

14. Με απώτερο σκοπό την επίτευξη της πλήρους ορατής ενότητας τους, οι εκκλησίες καλούνται να προσεγγίσουν θέματα που επανειλημμένως τις απασχολούν, με νέες και αποδοτικότερες μεθόδους. Μεταξύ των θεμάτων που χρήζουν συνεχούς διαλόγου από τις εκκλησίες είναι τα εξής:

α) Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε η δική σας εκκλησία να εντοπίσει την πιστή έκφραση της αποστολικής Πίστεως στην δική της ζωή, προσευχή, και μαρτυρία καθώς και σε αυτή των άλλων εκκλησιών;

β) Σε ποιες όψεις της ζωής και της Πίστεως των άλλων εκκλησιών, εντοπίζει η δική σας εκκλησία, την αφοσίωσή τους στον Χριστό;

γ) Αναγνωρίζει η δική σας εκκλησία στην ζωή των άλλων εκκλησιών, μια κοινή πρακτική μύησης στο Χριστιανισμό, που να θεμελιώνεται στο βάπτισμα;

δ) Γιατί πιστεύει η εκκλησία σας ότι είναι απαραίτητο, ή επιτρεπτό, ή και αδύνατο να συμμετέχει στο Δείπνο του Κυρίου μαζί με τις άλλες εκκλησίες;

ε) Με ποιους τρόπους είναι η εκκλησία σας σε θέση να αναγνωρίζει τις διατεταγμένες ιερατικές διακονίες των άλλων εκκλησιών;

στ) Σε ποιο βαθμό είναι η εκκλησία σας σε θέση να συμμετάσχει στην πνευματικότητα των άλλων εκκλησιών;

ζ) Πως σκοπεύει η εκκλησία σας να συνεργαστεί με τις άλλες εκκλησίες, για την επίλυση προβλημάτων όπως κοινωνικών και πολιτικών ηγεμονιών, διώξεων, καταπίεσης, φτώχειας και βίας;

η) Σε ποιο βαθμό υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ των άλλων εκκλησιών και της εκκλησίας σας όσον αφορά στην [ιερ]αποστολική αποστολή στον κόσμο;

θ) Σε ποιο βαθμό υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ της εκκλησίας σας και των άλλων εκκλησιών όσον αφορά στην διατύπωση της Πίστης και στην θεολογική εκπαίδευση;

ι) Πόσο πλήρης θα μπορούσε να είναι η συμπροσευχή της εκκλησίας σας με τις άλλες εκκλησίες;

Η ενασχόληση με τα ερωτήματα αυτά αποτελεί πρόκληση για τις εκκλησίες, ώστε να αποδεχθούν ότι κάποιες όψεις της ζωής τους απαιτούν ανανέωση, αλλά και να αξιοποιήσουν νέες ευκαιρίες για την εμβάθυνση των σχέσεών τους με τις εκκλησίες που ακολουθούν άλλες παραδόσεις.

VI.

15. Οι εκκλησίες μας ταξιδεύουν μαζί στον διάλογο και στην κοινή δράση, έχοντας την πεποίθηση ότι ο αναστημένος Χριστός θα συνεχίσει να αποκαλύπτεται, όπως έκανε και στην περίπτωση της κλάσης του άρτου στους Εμμαούς, και ότι θα αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα της αδελφοσύνης και κοινωνίας (Λουκ. 24, 13-35). Έχοντας επισημάνει την πρόοδο που επιτεύχθηκε στα πλαίσια της οικουμενικής κίνησης, παροτρύνουμε τις εκκλησίες μας να συνεχίσουν να βαδίζουν σε αυτό το δύσβατο αλλά χαροποιό μονοπάτι, έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό Πατέρα, τον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, η Χάρις του οποίου μεταμορφώνει τις προσπάθειές μας αυτές προς επίτευξη της ενότητας, σε καρπούς κοινωνίας.

Ας [δώσουμε προσοχή για να] ακούσουμε τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες! [Αποκ. 3,6]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η παρούσα Πρόσκληση προς τις Εκκλησίες εκπονήθηκε μετά από πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ (2002), στα πλαίσια διαδικασιών που οργανώθηκαν από την επιτροπή Πίστεως και Ταξεως του Συμβουλίου. Η πρόσκληση γράφτηκε σε πρώτη φάση, στην Λευκωσία της Κύπρου το 2004. Αναθεωρήθηκε (βάσει εκτεταμένων σχολίων κυβερνητικών επιτροπών του ΠΣΕ, των επιτροπών Πίστεως και Τάξης, καθώς και της Οργανωτικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ειδικών Υποθέσεων), σε μια δεύτερη συνάντηση στην Λευκωσία τον Μάιο του 2005. Η επιτροπή Πίστεως και Τάξεως εκ μέρους του ΠΣΕ εκφράζει τις ευχαριστίες της στην εκκλησία της Κύπρου, για την φιλοξενία των προκαταρκτικών αυτών συναντήσεων. Τα τελικά συμπεράσματα εξήχθησαν σε μια συνάντηση της επιτροπής που έλαβε χώρα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης τον Ιούνιο του 2005.

2. Για την προώθηση αυτής της προσπάθειας, οι επιτροπές Πίστεως και Τάξεως έχουν εκπονήσει και αποστείλει στις εκκλησίες ένα καινούριο Έγγραφο Μελέτης, «Η Φύση και Αποστολή της Εκκλησίας: Ένα βήμα προς μια κοινή Δήλωση», Επιτροπή Πίστεως και Τάξεως, Έγγραφο Αρ. 198.

3. Η Βάση (Σύνταγμα, Ι).

4. Επιδιώξεις και Λειτουργίες, ΠΣΕ (Σύνταγμα, ΙΙΙ).

5. «Η Ενότητα της Εκκλησίας ως Κοινωνίας: Χάρισμα και Κλήση», Δήλωση Καμπέρας, 2.1.

6. Οι παραπομπές από την Γραφή που περιλαμβάνονται στο κείμενο είναι από την New Revised Standard Version of the Bible, © 1989, 1995.

7. Η Φύση και η Αποστολή της Εκκλησίας, 23.

8. «Η Ενότητα της Εκκλησίας ως Κοινωνία: Χάρισμα και Κλήση», Δήλωση Καμπέρας, 3.2.

9. Η Δήλωση του Τορόντο, ΙV.3.

ΤΕΤΆΡΤΗ, ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 09, 2008

Ανοιχτή Επιστολή Διαμαρτυρίας Λαϊκών Χριστιανών της Εκκλησίας της Ελλάδος:«“Κατάπιαν” τους αιρετικούς Αρχιερείς, “διύλισαν” τον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά!»

«Ουαί υμίν, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί,…
οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες» (Ο Κύριος – Ματθ. 23, 23-24)

Ως γνωστόν, την επομένη του εορτασμού της (άδικης) αποτομής της τιμίας κεφαλής του Βαπτιστού Ιωάννου (29η Αυγούστου) «αποκόπηκε» και η κεφαλή ενός ιερομονάχου, του πατρός Ευθυμίου Τρικαμηνά, από το δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, που του επέβαλε την εσχάτη των πνευματικών ποινών: Την καθαίρεση.Οι περισσότεροι από μας τον άνθρωπο αυτόν δεν τυχαίνει να τον γνωρίζουμε ούτε κατ’ όψιν και κατά συνέπεια δεν έχουμε κανένα προσωπικό ή ιδιοτελές συμφέρον για να τον υποστηρίξουμε.
Οι λόγοι για τους οποίους αποφασίσαμε να συνυπογράψουμε αυτό το κείμενο είναι οι εξής:1ον: Διότι η αγωνιστικότητά του σε θέματα Πίστεως, αυτή η πνευματική του «τρέλλα», μας θυμίζει έντονα ένα μεγάλο αγωνιστή επίσκοπο, τον Αυγουστίνο Καντιώτη.

2ον: Διότι πιστεύουμε ότι η καθαίρεσή του σημαίνει μία ακόμα νίκη της παναίρεσης του Οικουμενισμού. Δόθηκε, έμμεσα, το μήνυμα, ότι όποιος τολμήσει στο εξής να υψώσει το ανάστημά του ενάντια σ’ αυτήν την δυσώδη αίρεση, που εδώ και ένα αιώνα υποσκάπτει την Ορθοδοξία κάτω από τα αδιάφορα βλέμματα των περισσότερων επισκόπων, θα έχει παρόμοια τύχη.

3ον: Διότι πιστεύουμε, επίσης, ότι αποτελεί και νίκη της δεσποτοκρατίας. Δημιουργεί ένα κλίμα εκφοβισμού στον κλήρο, που θα πρέπει να δέχεται αδιαμαρτύρητα ό,τι κάνουν ή παραλείπουν να κάνουν οι δεσποτάδες, οι οποίοι βλέπουν τα λιοντάρια του δεσποτικού θρόνου μόνο σαν διακοσμητικά στοιχεία και αρνούνται το συμβολισμό τους, που είναι η υπενθύμιση, ότι ο επίσκοπος πρέπει να είναι «βρυχώμενος λέων» απέναντι στους αιρετικούς και τους αιρετίζοντες και όχι απέναντι στους υφιστάμενούς του κληρικούς.

Αν δεν κάνουμε λάθος, απ’ αυτούς που κατά καιρούς εναντιώθηκαν στον Οικουμενισμό, ο ιερομόναχος αυτός είναι ο πρώτος κληρικός που καθαιρέθηκε. Παλαιότερα είχαμε και την περίπτωση του «αποκεφαλισμού» ενός λαϊκού. Αναφερόμαστε στην περίπτωση του θεολόγου κ. Νίκου Σωτηρόπουλου που το 1993 «αφορίστηκε» παράνομα και αντικανονικά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, επειδή τόλμησε να ελέγξει δημόσια φρικτές βλασφημίες και αιρετικές δοξασίες του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, που εμφάνιζαν το Χριστό ως…αμαρτωλό!

Ο Παναγιώτατος συγκάλεσε τότε μια αντικανονική σύνοδο στο Φανάρι και τον «αφόρισε» χωρίς να τον καλέσει σε απολογία, χωρίς συγκεκριμένο κατηγορητήριο και χωρίς να του κοινοποιήσει τον «αφορισμό»!!!

Αυτά είναι εξωφρενικά πράγματα. Δεν έχουν γίνει πουθενά . Ακόμη και τα πλέον φασιστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα καλούσαν σε απολογία τους αντιφρονούντες πριν τους δικάσουν και εμφάνιζαν ένα, έστω κατασκευασμένο, κατηγορητήριο.
Τουλάχιστον στην περίπτωση του π. Ευθυμίου είχαμε κλήση σε απολογία. Κάτι είναι κι αυτό!

Βέβαια οι άγιοι αρχιερείς θα μας πουν, ότι ο π. Ευθύμιος κατηγορήθηκε για κάποια συγκεκριμένα κανονικά παραπτώματα, όπως λόγου χάρη το ότι πέταξε κάποιες προκηρύξεις, έκανε κάποιες κινήσεις εναντίον του μητροπολίτη του, δεν αναγνωρίζει τους επισκόπους που σιωπούν απέναντι στα οικουμενιστικά ανοίγματα κ.α. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς το κατηγορητήριο. Κατά συνέπεια δεν είμαστε και σε θέση να εκτιμήσουμε το κατά πόσο ευσταθούν όλες οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν, όπως και το αν αυτές επισύρουν την φοβερή ποινή της καθαίρεσης.

Πιστεύουμε όμως, ότι επειδή οι επίσκοποι ως «τύπος Χριστού» και ως λειτουργοί του Δικαιοκρίτη Θεού θα πρέπει κατά κύριο λόγο να είναι δίκαιοι, θα άρμοζε, μαζί με την επιβληθείσα ποινή, να του απένεμαν και Έπαινο για το ότι είναι ένας από τους ελάχιστους κληρικούς, που διαμαρτύρονται απέναντι στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Παρά το γεγονός ότι η φοβερή αυτή αίρεση κηρύσσεται, πλέον, «γυμνή τη κεφαλή» από «Ορθόδοξους» Προκαθημένους, δεν βλέπουμε σχεδόν κανέναν να αντιδρά: Ούτε επισκόπους, ούτε πρωτοσυγκέλλους, ούτε αρχιερατικούς επιτρόπους, ούτε αρχιμανδρίτες, ούτε πρεσβυτέρους!

Όλοι, σχεδόν, παρακολουθούν απαθείς την προδοσία της Ορθοδοξίας!
«Αφωνότεροι των ιχθύων και απραγότεροι των βατράχων», παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές των αγίων Πατέρων: Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέγει: «Εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως!» (Επιστολή ΠΑ΄, Παντολέοντι Λογοθέτη, P.G. 99, 1321).

Ωστόσο, αντί γι’ αυτό, βλέπουμε ότι οι τωρινοί επίσκοποι αποφεύγουν να ελέγξουν τους παραβάτες του Θείου Νόμου Οικουμενιστές αρχιερείς και να τους επισημάνουν ότι αυτά που κάνουν είναι αντίθετα με το Ευαγγέλιο, τις Οικουμενικές Συνόδους και τους Πατέρες, είτε για να μην τους δυσαρεστήσουν και χάσουν την εύνοιά τους, είτε γιατί τους φοβούνται, είτε για κάποιον άλλο λόγο που δεν γνωρίζουμε.

Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αποκαλεί «άθεους» αυτούς που, προκειμένου να μη δυσαρεστήσουν κάποιους , αποσιωπούν κάποια δόγματα περί Θεού! (Επιστολή προς μοναχό Διονύσιο, Ε.Π.Ε. 4, 404.)

Πρώτοι αυτοί θα έπρεπε να ζητήσουν την καθαίρεση ή τουλάχιστον τη διακοπή του μνημοσύνου των αιρετικών Προκαθημένων στηριζόμενοι στους Ιερούς Κανόνες (ΛΑ’ Αποστολικός και ΙΕ’ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) που δίδουν αυτό το δικαίωμα, όταν κηρύσσεται απροκάλυπτα αίρεση. Πόσο μάλλον, όταν αυτό γίνεται εδώ και πολλά χρόνια!
Μάλιστα οι Κανόνες αυτοί λένε ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν εγκυμονεί κίνδυνο σχίσματος, αλλά αντίθετα προλαμβάνει το σχίσμα. Επί λέξει ο ΙΕ’ Κανόνας λέει: «Ουκ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».

Επειδή, όμως, το να επιδοθεί στον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά και τιμητικός Έπαινος αλλά ταυτόχρονα και καθαίρεση, θα ήταν μάλλον μια κίνηση αντιφατική και «σχιζοφρενική», θα έπρεπε, πιστεύουμε, οι άγιοι αρχιερείς να ακολουθήσουν μια άλλη τακτική:

Δεν θα ήταν πιο δίκαιο το να ξεκινούσαν την εφαρμογή της Κανονικότητας πρώτα από αυτούς που διέπραξαν τα «εγκλήματα» και μετά να ασχοληθούν μ’ εκείνους που ίσως διέπραξαν «πταίσματα» και «πλημμελήματα»; Να αρχίσουν, δηλαδή, πρώτα από εκείνους που εδώ και χρόνια ποδοπατούν ασύστολα το Ευαγγέλιο, περιφρονούν τις Οικουμενικές Συνόδους, ξεσκίζουν τους Ιερούς Κανόνες, ατιμάζουν και προσβάλλουν τους Αγίους και μετά να περιλάβουν εκείνους που ίπτανται με ανεμόπτερα;

Και εφόσον δικάζονταν και καθαιρούνταν οι πρώτοι για τα φοβερά Κανονικά τους παραπτώματα, τότε ας εξέταζαν και το αξιόποινο των «παραπτωμάτων» των δεύτερων.
Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι σημερινοί μητροπολίτες συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε άλλο πλανήτη, που απέχει έτη φωτός από τον δικό μας, ώστε να χρειάζονται αρκετά χρόνια ακόμη για να φτάσουν στα ώτα τους τα νέα της προδοσίας της Πίστης μας!

Παρακάτω θα αναφέρουμε ορισμένα μόνο από τα Κανονικά παραπτώματα μεγαλόσχημων ρασοφόρων, που επισύρουν ακόμη και την ποινή της καθαίρεσης:

Α. «Η ΑΥΤΟΥ ΘΕΙΟΤΑΤΗ ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΣ, Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ»

Αθετεί το δόγμα της «Μίας, Αγίας, Καθολικὴς και Αποστολικὴς Εκκλησίας» του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίο θέσπισαν Οικουμενικές Σύνοδοι (Α΄ και Β΄), αποδεχόμενος ότι και άλλες Χριστιανικές ομολογίες είναι «Εκκλησίες».

Έτσι, λ.χ. στην κοινή διακήρυξη που υπέγραψε με τον Πάπα στις 30 Νοεμβρίου 2006, λέει:
«Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών».

Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο Παπισμός όχι μόνο δεν είναι «Εκκλησία», αλλά είναι αίρεση και παναίρεση που διέστρεψε πλήρως το Χριστιανισμό και γι’ αυτό έχει καταδικαστεί επανειλημμένως από Συνόδους και Αγίους Πατέρες. Έχει καταδικαστεί από τη Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου το 880 μ.Χ. (το Filioque) που αποκλήθηκε «Η΄ Οικουμενική», καθώς και το 1054 υπό του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου. Επίσης από τις Ησυχαστικές Συνόδους του 1341, 1347, 1451, από τις νεότερες πατριαρχικές Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως (1722, 1727, 1838 κ.α.) Και βέβαια έχει πολεμηθεί από πλήθος Αγίων (Μέγα Φώτιο, Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Συμεών Θεσσαλονίκης, Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, Κοσμά Αιτωλό, Άγιο Νεκτάριο, Όσιο Μελέτιο το Γαλησιώτη κ.α.).

Κατά το παρελθόν ο Παναγιώτατος έδειξε να αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» και άλλες χριστιανικές ομολογίες.

Θεωρεί ότι ο προβατόσχημος λύκος-Πάπας είναι κι αυτός «Ποιμένας» της Εκκλησίας και «επίσκοπος Ρώμης»!

◊ Στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι στην προσφώνησή του εξέφρασε την «ολόθερμο ευχαριστία που αναβλύζει εκ των καρδιών ημών προς τον φιλάνθρωπον Θεόν διότι κατά την σήμερον παρίσταται ο Αγιώτατος αδελφός επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης μετά της τιμίας συνοδείας αυτού»! (30/11/2006)

◊ Επίσης συνυπέγραψε στην κοινή διακήρυξη με τον Πάπα ότι:
«Η δέσμευσις αύτη προέρχεται εκ της θελήσεως του Κυρίου ημώνκαι εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού». (30/11/2006)

«Κληρικός που δέχεται αιρετικόν ως κληρικόν καθαιρείται» (ΜΕ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Συμπροσεύχεται και συλλειτουργεί με ετερόδοξους.

Όπως λόγου χάρη την 30η/11/2006 στο Φανάρι:
◊ Συμπροσευχήθηκε, αφού έβαλε τον Πάπα να απαγγείλει το «Πάτερ Ημών».
Επίσης και στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει :
«Ευχαριστούμεν τω Δοτήρι παντός αγαθού, όστις έπετρεψεν ημίν και αύθις ίνα εκφράσωμεν εν προσευχή…».

◊ Συλλειτούργησε, ουσιαστικά, με τον Πάπα αφού ο ποντίφικας κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας φορούσε Λειτουργικό Άμφιο (Ωμοφόριο) και αντάλλαξε μαζί του λειτουργικό ασπασμό.
Να σημειώσουμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει επανειλημμένα συμμετάσχει σε συμπροσευχές όχι μόνο με ετερόδοξους, αλλά και με ετερόθρησκους!!!

«Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Δείχνει να αποδέχεται τη δαιμονική Οικουμενιστική «Βαπτισματική θεολογία».
◊ Στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει : «Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών … , και προς πάντας τους βεβαπτισμένους. Χαιρετίζομεν εν Χριστώ τους άλλους Χριστιανούς, διαβεβαιούμενοι αυτούς δια την προσευχήν…».

◊ Εξ άλλου στις 22/9/2004 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η «Ευαγγελική Εκκλησία» της Γερμανίας, υπέγραψαν Συμφωνία στην οποία τα εκατέρωθεν Μέρη διακηρύσσουν ότι : «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν»! (Υπάρχει στο επίσημο site του Πατριαρχείου.)

Προχωρεί ακόμη πιο πέρα θεωρώντας, ότι όλες οι Θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό!!! Στις 4/11/1994 στην 6η “Παγκόσμια Συνάντηση Θρησκείας και Ειρήνης” δήλωσε ότι : «Εμείς οι θρησκευτικοί ηγέτες πρέπει να φέρουμε στο προσκήνιο τις πνευματικές αρχές του Οικουμενισμού, της αδελφοσύνης και της ειρήνης. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να είμαστε ενωμένοι στο πνεύμα του ενός Θεού….. Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι. Προτεστάνται και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδισταί..» (Περιοδικό «Επίσκεψις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αρ. 494, σελ. 23).

Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη Γραφή, που ξεκαθαρίζει ότι: «πάντες οι “Θεοί” των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμοί 96:5), ότι «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή, Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού (Ιω. ιδ΄, 6)», ότι επίσης: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δεί σωθηναι ημάς » (Πραξ. 4,12) και τέλος : «πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει. Ο ομολογών τον υιόν και τον πατέρα έχει» (Ιωάννου Α΄ 2:23).

Πώς, λοιπόν, έχουμε τον ίδιο Θεό με τις άλλες Θρησκείες, από τη στιγμή που αυτές όχι μόνο δεν αποδέχονται το Χριστό αλλά και σε μερικές περιπτώσεις τον υβρίζουν (Ιουδαϊσμός);
Και τι νόημα και αξία έχει πλέον η ενσάρκωση και η σταυρική θυσία του Κυρίου, αλλά και τα μαρτύρια εκατοντάδων χιλιάδων μαρτύρων και ομολογητών, εφ’ όσον όλα τα θρησκεύματα πιστεύουν στον ίδιο Θεό;

Έχει επανειλημμένως εκστομίσει βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος.
◊ Υποδέχτηκε τον αντίχριστο Πάπα στο Φανάρι αναφωνώντας: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», λόγος που ειπώθηκε για το Χριστό!

◊ Επίσης και στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει:
Η «αδελφική συνάντησις…», που είχε με το Θηρίο της Αποκαλύψεως, «είναι έργον Θεού εξ Εκείνου προερχόμενον»! (30/11/2006)

◊ Παλαιότερα υποστήριξε ότι οι Άγιοι Πατέρες που απέκοψαν τους παπικούς, ήταν… σατανοκίνητοι! Είχε πει: «Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού»!!! (Περιοδικό «Επίσκεψις» του Πατριαρχείου, τεύχος 563, σελ. 6.)

Κατέλυσε και περιφρόνησε τη Συνοδικότητα από την οποία χαρακτηριζόταν πάντα η Ορθόδοξη Εκκλησία!
Ποιά Πανορθόδοξη Σύνοδος τον εξουσιοδότησε να γκρεμίσει τα Όρια, τα οποία έθεσαν οι Πατέρες;

Και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός!

Β. «Η ΑΥΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΣ, Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ»

(Ειλικρινά, αν δεν μεσολαβούσε η καθαίρεση του π. Ευθυμίου, δεν θα θέλαμε αυτήν την περίοδο να ασχοληθούμε καθόλου με τις αιρετικές ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, μια και ο άνθρωπος προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Προσευχόμαστε για την αποκατάσταση της υγείας του. Περισσότερο όμως από τη σωματική του ίαση πρέπει να ευχόμαστε για την πνευματική του ίαση. Κι όλοι οι μεγαλόσχημοι ρασοφόροι, που του εκφράζουν με στόμφο την «αγάπη» και τη συμπαράστασή τους, αν πράγματι τον αγαπούν αληθινά, θα πρέπει να τον βοηθήσουν να μετανοήσει για όσα έκανε για να σωθεί, διότι η Γραφή προειδοποιεί: «και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη» “Ματθ. 10:28”.)

Αθέτησε κι αυτός το δόγμα της «Μίας, Αγίας, Καθολικὴς και Αποστολικὴς Εκκλησίας» του Συμβόλου της Πίστεως,αναγνωρίζοντας εκκλησιαστική υπόσταση στον Παπισμό και τον Πάπα. Αυτό το έκανε τόσο στην επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα το 2001, όσο και στην επίσκεψη του ιδίου στο Βατικανό πέρυσι (το 2006), βάσει, τουλάχιστον, των κοινών γραπτών διακηρύξεων.
(«Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ’, Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος…», «…δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών».) (Ρώμη 14/12/2006)

Συμπροσευχήθηκε κι αυτός με ετερόδοξους.
◊ Τόσο το 2001 συμπροσευχήθηκε με τον Πάπα στην νουντσιατούρα του Βατικανού στην Αθήνα (το έγραψαν ξένες εφημερίδες και δεν το διέψευσε ο κ. Χριστόδουλος).

◊ Όσο και πέρυσι κατά την επίσκεψή του στη Ρώμη με την κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει : «Το Άγιον Πνεύμα είθε να οδήγηση ημάς…» και «…αναπέμποντες θερμάς δεήσειςόπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζει εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης…». (14/12/2006)

Εξεστόμισε βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματοςσυνυπογράφοντας με τον ανίερο και αντίχριστο Πάπα ότι : «Η συνάντησις αύτη εν τη θεία Χάριτι…» και «φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα…». (Ρώμη 14/12/2006)

Κατέλυσε κι αυτός τη Συνοδικότητα.
Μετέβη στη Ρώμη παρά τη ρητή απαγόρευση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας!
Αλλά και το 2001 υποδέχτηκε τον Πάπα χωρίς να συγκαλέσει την Ιεραρχία και να πάρει την έγκρισή της.

Κήρυξε την αίρεση , ότι στο Σώμα του Χριστού ανήκουν κι αυτοί που δεν είναι Χριστιανοί!
Στο τέλος συνεδρίου για τη «Λειτουργική Αναγέννηση» είπε: «Όλοι ανήκουμε στο σώμα του Χριστού….και αυτοί που δεν πιστεύουν (!!!) και αυτοί που δεν είναι Χριστιανοί»!!! («Ορθόδοξος Τύπος», 9/11/2001.)

Κήρυξε την αίρεση , ότι αυτός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας!
Στο επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου «Εκκλησία», τεύχος 3, Μάρτιος 2007 και στη σελ. 221, απαντώντας σε σχόλια θρησκευτικών περιοδικών γράφει : «2. Ως κεφαλή της Εκκλησίας της Ελλάδοςέχω την ευθύνη…». Εμείς όμως ξέρουμε, ότι «κεφαλή της Εκκλησίας» είναι ο Χριστός:
«Και αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος της εκκλησίας, ος εστιν αρχή πρωτότοκος εκ των νεκρών ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων» (Κολοσσαείς 1:18) και «ότι ο ανήρ εστίν κεφαλή της γυναικός ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας και αυτός εστίν σωτήρ του σώματος» (Εφεσίους 5:23).

Γ. «Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ»

Δε μπορούμε να ξεχάσουμε τη βλάσφημη δήλωση που έκανε στις 15/6/2001 σε συνέντευξη που έδωσε στον τηλεοπτικό σταθμό «Άξιον ΤV» της πόλης του Αιγίου : «Αν το στέλνει το Άγιο Πνεύμα ο Πατήρ και ο Υιός, εγώ δεν ήμουνα σύμβουλος εκεί για να δω τι έγινε»!!!

Με τη φρικτή αυτή δή­λωση προσέβαλε και αθέτησε την διδασκαλία του ιδί­ου του Κυρίου μας, που μας δίδαξε με πλήρη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (Ιω. 15, 26) . Παράλληλα, όμως, περιφρόνησε και την διαχρονική πίστη της Εκκλησίας που εκφράζε­ται στο Σύμβολο της Πίστεως και στο σύνολο των Συνόδων.

Ερώτηση: Κλήθηκε από την Ιερά Σύνοδο να δώσει εξηγήσεις; Υπέστη όσα οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν;

Δ. «Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΥΡΟΥ & ΤΗΝΟΥ, ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ»

Για δεύτερη χρονιά φέτος (το 2007) συνέταξε και υπέγραψε κοινή ποιμαντορική εγκύκλιο για το νέο έτος με τον πα­πικό επίσκοπο της Σύρου (!!!), αμβλύνοντας το Ορθόδοξο αισθητήριο των πιστών.

«Κληρικός που δέχεται αιρετικόν ως κληρικόν καθαιρείται» (ΜΕ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Ερώτηση: Κλήθηκε ποτέ σε απολογία από την Ιερά Σύνοδο γι’ αυτές τις αυθαίρετες και αιρετικές ενέργειές του; Υπέστη όσα οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν;

28η Οκτωβρίου του 2007 – Εορτή της Αγίας Σκέπης

Ακολουθούν υπογραφές

ΤΡΊΤΗ, ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 08, 2008

Ανοιχτή Επιστολή Διαμαρτυρίας Λαϊκών Χριστιανών της Εκκλησίας της Ελλάδος:«Σιγή ιχθύος για τα τεκταινόμενα στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας!»

Αύγουστος 2007Αν και πέρασαν ήδη εννέα ολόκληροι μήνες από τις συναντήσεις των δύο προκαθημένων με τον Πάπα, η θλίψη και η πίκρα εξακολουθούν να ταλανίζουν κάθε Χριστιανό όσο αυτός αναλογίζεται τον εξευτελισμό και την ατίμωση που υπέστη η μάνα μας, η Αγία Ορθοδοξία, από τα όσα φοβερά διαδραματίστηκαν ειδικά στην Κωνσταντινούπολη. Τα παρακολουθήσαμε όλοι σοκαρισμένοι από τηλεοράσεως:

Στο Φανάρι ο Πάπας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας φορούσε Λειτουργικό Άμφιο (Ωμοφόριο), προσφωνήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη με το «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» σα να ήταν θεόσταλτος (!), ευλόγησε το εκκλησίασμα, πολυχρονίσθηκε ως «Αγιώτατος» και «επίσκοπος Ρώμης», θυμιατίστηκε από Ορθόδοξους διακόνους, αντάλλαξε λειτουργικό ασπασμό με τον Πατριάρχη και ανέγνωσε το «Πάτερ ημών»!

Θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς το Μέγα Αθανάσιο να έχει απέναντί του τον Άρειο στο Ναό, να συμπροσεύχεται μαζί του, να τον ασπάζεται στο «αγαπήσωμεν αλλή­λους» και ο χορός των ψαλτών να εύχε­ται υπέρ της μακροημερεύσεως του Α­ρείου, για να συνεχίσει το καταστροφικό αιρετικό του έργο;

Και το «ευχαριστώ» του Ρωμαίου Ποντίφηκα προς το μικρό «αδελφό» του κ. Βαρθολομαίο ήταν ότι διακήρυξε θρασύτατα την αίρεση του Πρωτείου εξουσίας μέσα από το Ναό του Αγίου Γεωργίου! Ο δε Παναγιώτατος, αντί να τον εκδιώξει αμέσως από το Ναό, όχι μόνο ανέχτηκε αυτή την ανείπωτη προσβολή αλλά τον ασπάσθηκε, του έδωσε δώρο και εξέφρασε – στην προσφώνησή του – την «ολόθερμο ευχαριστία που αναβλύζει εκ των καρδιών ημών προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, διότι κατά την σήμερον παρίσταται ο Αγιώτατος αδελφός Επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης μετά της τιμίας συνοδείας αυτού»! Στο τέλος δε ένωσε μαζί του τα χέρια θριαμβευτικά από τον εξώστη του Πατριαρχείου!

Αυτό όμως που πραγματικά συντρίβει κάθε καρδιά που πονάει την Εκκλησία μας, είναι πως παρά το γεγονός ότι πέρασε τόσος καιρός, δε βρέθηκε ούτε ένας επίσκοπος να διαμαρτυρηθεί!
Όλοι τους παρακολουθούν την προδοσία της Πίστεως άφωνοι και αμίλητοι! Παγερά αδιάφοροι!
Γι’ αυτό και νοσταλγούμε την εποχή που παλαιοί Ιεράρχες, όπως λόγου χάρη ο πρώην επίσκοπος της Φλώρινας, ο λεοντόκαρδος Αυγουστίνος Καντιώτης, ύψωναν το ανάστημά τους και δημοσίως ήλεγχαν με στεντόρεια φωνή τα οικουμενιστικά ανοίγματα της εποχής τους. Τώρα η παναίρεση του Οικουμενισμού έχει αποθρασυνθεί εντελώς και προελαύνει ανενόχλητη σαρώνοντας τα πάντα. Σε ένα μήνα επίκειται και νέα συνάντηση του Πατριάρχη με τον Πάπα στη Ραβέννα της Ιταλίας στο περιθώριο του «θεολογικού» διαλόγου που μεθοδεύει την ψευδοένωση. Είναι, λοιπόν, καιρός εγρήγορσης και όχι εφησυχασμού.

Επειδή αυτό που τελικά μένει είναι τα γραπτά, γι’ αυτό κι εμείς στο κείμενο αυτό θα υπενθυμίσουμε και θα σχολιάσουμε τις γραπτές κοινές διακηρύξεις που υπέγραψαν οι δύο προκαθήμενοι με τον Πάπα, ώστε να έλθουμε όλοι σε συναίσθηση της σοβαρότητας της κατάστασης και να αντιπαλέψουμε την επιχειρούμενη άμβλυνση του Ορθοδόξου αισθητηρίου.

Αρχικά σκεφθήκαμε να μην ασχοληθούμε με το κείμενο που συνυπέγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με τον Πάπα, επειδή αυτό το διάστημα ο Μακαριώτατος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Τον αγαπούμε και ευχόμαστε ο Θεός να τον βοηθήσει να αναρρώσει σύντομα.
Επειδή όμως τις κατά καιρούς αιρετικές του ενέργειες δεν τις έχει αναιρέσει η Ιερά Σύνοδος, αυτές έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς, ένα αιρετίζον κλίμα μέσα στην ελλαδική Εκκλησία, που διαποτίζει τα πάντα: Από μητροπόλεις και θεολογικές σχολές μέχρι εκκλησιαστικά ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά.

Ξέρουμε ότι κάποιοι θα μας κατηγορήσουν λέγοντας ότι «οι λαϊκοί δεν πρέπει να κρίνουν την Εκκλησία» (εννοώντας αθεολόγητα ως «Εκκλησία» τους επισκόπους). Θα αναφέρουμε ότι : Πρώτον, η Εκκλησία, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, δεν είναι μόνο ο κλήρος, αλλά και ο λαός∙ δεύτερον, στην Αρχαία Εκκλησία οι λαϊκοί ήλεγξαν τον Απόστολο Πέτρο γιατί συνέφαγε με απερίτμητους (Πραξ. 11,3)∙ τρίτον, ο Απόστολος Παύλος έδωσε εντολή στους πιστούς να υπενθυμίσουν στον κληρικό Άρχιππο τη διακονία του (Κολοσ. 4,17)∙ τέταρτον, ο Άγιος Στέφανος δεν είχε ιερωσύνη, ένας νεαρός τραπεζοκόμος ήταν, κι όμως ήλεγξε με δριμύτητα ολόκληρη “Ιερά Σύνοδο” (Πραξ. 7, 1-59)∙ και πέμπτον, η «Συνοδική Διακήρυξις των Πατριαρχών της Ανατολής» (1), το 1848, λέει ότι πρόμαχος της Ορθοδόξου Πίστεως είναι ο λαός.
Τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, που αποφάσισε το 1438 την ένωση με τους Παπικούς, ο λαός ήταν που την ακύρωσε. Την είχαν υπογράψει όλοι σχεδόν οι επίσκοποι, εκτός από τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό.

Έχουμε επίγνωση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς μας. Δεν πρόκειται όμως για ηθικά θέματα, αλλά για την Πίστη μας, για την οποία ακόμη κι αν σωπάσουν όλοι, θα φωνάξουν οι πέτρες (Λουκ. 19,40).
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέει: «Εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως». (2)

Διαβάζοντας τις κοινές δηλώσεις των δύο προκαθημένων με τον Πάπα, διαπιστώνουμε ότι:

1ον: Έχουμε συμπροσευχές:
«Ευχαριστούμεν τω Δοτήρι παντός αγαθού, όστις έπετρεψεν ημίν και αύθις ίνα εκφράσωμεν εν προσευχή…» (3), «Το Άγιον Πνεύμα είθε να οδήγηση ημάς…» (4) και «…αναπέμποντες θερμάς δεήσειςόπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζει εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης…». (4)
Το γεγονός ότι οι Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν ρητώς τις συμπροσευχές με ετερόδοξους, επισείοντας την ποινή της καθαίρεσης για τους παραβάτες κληρικούς, ουδόλως τους απασχολεί!
(Κανόνας ΞΕ΄ των Αγίων Αποστόλων και Θ΄, ΛΓ΄ της Συνόδου της Λαοδικείας).

2ον: H Ρώμη τελικά έχει επίσκοπο!
«Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ’, Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος…». (4) Αλλά και στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι ο ανίερος Πάπας αποκλήθηκε «επίσκοπος Ρώμης» από τον Παναγιώτατο.

Οι Άγιοί μας λοιπόν επί δέκα αιώνες μας έλεγαν ψέματα! Μας στέρησαν από έναν «πεφιλημένο αδελφό»!

3ον: Ο προβατόσχημος λύκος-Πάπας είναι κι αυτός «Ποιμένας» της Εκκλησίας:
«Η δέσμευσις αύτη προέρχεται εκ της θελήσεως του Κυρίου ημώνκαι εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού.» (3), « Ως Ποιμένες, εσκέφθημεν …». (3)

4ον: Η Ορθοδοξία δεν είναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού.Εκκλησία είναι και ο Παπισμός (και όχι μόνο!): «Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών» (3) και «…δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών». (4) Άρα το Σύμβολο της Πίστεως, στο οποίο ομολογούμε ότι πιστεύουμε «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικὴν και Αποστολικὴν Εκκλησίαν», σφάλλει ή είναι ξεπερασμένο και μαζί μ’ αυτό και οι Οικουμενικές Σύνοδοι, που το θέσπισαν! Μη γένοιτο!

Σε άλλα σημεία όμως υποδηλώνεται ότι η Εκκλησία είναι μία («εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού» (3) και «…προς δόξαν τού εν Τριάδι αγίου Θεού και τής αγίας Εκκλησίας Του») (4) αλλά διασπασμένη σε κομμάτια: «…οδός της Εκκλησίας διά τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος…». (4) Οι δύο προκαθήμενοι διαψεύδουν τη Γραφή που λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος: «μεμέρισται ο Χριστός;» (Κορινθίους Α’ 1:13).

Αυτές τις ανόητες, αθεολόγητες και αιρετικές δοξασίες περί «αδελφών Εκκλησιών» που υιοθέτησαν όλοι οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές, τις γκρεμίζει ο Σέρβος όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ο οποίος διατέλεσε και Καθηγητής της Δογματικής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μέχρι το 1945. Γράφει:
«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυ­νατόν να υπάρξουν πολλά σώματα· κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός. Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτί­στως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον. 
Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλη­σίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, πού πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16)». (5)

5ον: Υπεύθυνοι για το χιλιετές Σχίσμα είναι οι θεοφώτιστοι Πατέρες που απέκοψαν τους Ρωμαιοκαθολικούς , καθώς και οι Άγιοι που στη συνέχεια το διατήρησαν και όχι οι αναρίθμητες αιρέσεις του παπισμού!
Ευθύνονται «τα παλαιά αναθέματα, τα οποία επηρέασαν ανά τους αιώνας τας σχέσεις των Εκκλησιών ημών κατά τρόπον αρνητικόν» (3),γι’ αυτό Ορθόδοξοι και αιρετικοί «βιούμεν την κοινήν ευθύνην ημών δια την εν αγάπη και αληθεία υπέρβασιν των ποικίλων συγχύσεων και τραυματικών εμπειριών του ιστορικού παρελθόντος»! (4)Έγινε οικτρά παρεξήγησις δηλαδή! Πόσο βαρύ λόγο θα δώσουν στο Θεό οι Άγιοί μας που για «ασήμαντους» λόγους έσχισαν στα δύο την Εκκλησία! Κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη ήταν…σατανοκίνητοι! Πριν από λίγα χρόνια είχε πει:
«Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού» !!! (6) Αν αυτό δεν είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, τότε τι είναι;

6ον: Είμαστε ήδη ενωμένοι, αλλά …όχι πλήρως!
«…δια την πορείαν ημών προς την πλήρη ενότητα…» (4) και «…εν τη προοπτική της πλήρους μετ’ αλλήλων κοινωνίας». (4)

Τι είναι το Σώμα του Χριστού; Πολιτικο-οικονομικός οργανισμός σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να επιτρέπει «μερικές» και «πλήρεις» ενώσεις με ξένα σώματα; Αυτή τη στιγμή λοιπόν έχουμε «τελωνιακή σύνδεση» με τον Παπισμό και ευελπιστούμε ότι στη Ραβέννα, οι «ενταξιακές διαπραγματεύσεις» θα ευοδωθούν και θα οδηγήσουν στην «πλήρη ενοποίηση»! Η «θεολογία» της Νέας Εποχής!

7ον: Η «πλήρης Ένωση» θα επιτευχθεί με αμοιβαίες δογματικές παραχωρήσεις και διαπραγματεύσεις, σα να επρόκειτο για την επίλυση πολιτικού προβλήματος και όχι με τη μετάνοια των Παπικών, την αποκήρυξη των αιρέσεών τους και την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Όλοι φταίμε!
«Έχομεν δε δι’ ελπίδος ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος δύναται ν’ αξιοποιήση τα θετικά ταύτα στοιχεία προς αναζήτησιν κοινώς αποδεκτών θεολογικών προτάσεων». (3)

Ας παζαρέψουμε λοιπόν τα δόγματα! Ας ανακατέψουμε το φως με το σκοτάδι, την αλήθεια με το ψεύδος και ας λέει τα αντίθετα η Γραφή: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Κορινθίους Β’ 6:14).
Θεωρούν ότι έχουν κοινή ευθύνη για την επανένωση του «διασπασμένου» εκκλησιαστικού σώματος μέσω «…του εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου. Διότι, η οδός αύτη είναι η αποτελεσματικωτέρα οδός της Εκκλησίας διά τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος τού εκκλησιαστικού σώματος». (4) 

Πότε υπήρξε «εποικοδομητικός» ο διάλογος με τους Παπικούς; Μετά από τόσες δεκαετίες επίπονων διαλόγων η μόνη υποχώρηση που έκαναν είναι ότι δεν υποχρεώνουν πλέον τους Ορθοδόξους να ασπάζονται την…παντόφλα του Πάπα! (Ίσως μας πουν οι Οικουμενιστές ότι «κάτι είναι κι’ αυτό»!)

8ον: Εκφράζουν τη λύπη τους για τον αποχριστιανισμό του Δυτικού Κόσμου, αποκρύπτουν όμως ότι ο κύριος υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο Παπισμός!
«Δεν δυνά­μεθα να αγνοήσωμεν την έξαρσιν της εκκοσμικεύσεως,της σχετικοκρατίας ή και του μηδενισμού, ιδία εν τω δυτικώ κόσμω» (3), «όπου πολυάριθμα ιδεολογικά ρεύματα απομακρύνουν τον άνθρωπον εκ του Θεού» (4). Οι Οικουμενιστές δεν είναι μόνο αθεολόγητοι, είναι και ανιστόρητοι.

Ποιός ευθύνεται για τον αποχριστιανισμό του Δυτικού Κόσμου; Για την εκκοσμίκευση και την αθεΐα;
Δεν είναι ο Παπισμός που με τις αιματηρές σταυροφορίες, τους πολέμους, τις μηχανορραφίες, τα σκάνδαλα, τη μανία του για εξουσιαστική επιβολή, τα συγχωροχάρτια, τις «Ιερές Εξετάσεις» και άλλα, κατασκανδάλισε το σύμπαν και οδήγησε τους διαμαρτυρόμενους υπό τον Λούθηρο να αποσχισθούν απ’ αυτόν και να δημιουργήσουν τον Προτεσταντισμό τον 16ο αιώνα;

Δεν είναι ο Παπισμός που προκάλεσε αηδία στους πρωτεργάτες του Διαφωτισμού και τους έκανε να αποκηρύξουν τη θρησκεία και να προτάξουν την αθεΐα τον 18ο αιώνα, μετά την Γαλλική Επανάσταση;

Δεν είναι ο Παπισμός και το αποκρουστικό αποκύημά του ο Προτεσταντισμός που έκαναν τον γερμανό φιλόσοφο Καρλ Μαρξ, ο οποίος αρχικά είχε ασπαστεί τον Λουθηρανισμό, να τους σιχαθεί, να τους γυρίσει την πλάτη και να γράψει ότι «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών»; Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Κομμουνισμός, που γεννήθηκε από τις θεωρίες του Μαρξ και τον 20ο αιώνα, καταδυνάστευσε για 70 χρόνια τον Ανατολικό Κόσμο και δίωξε ανελέητα τους Χριστιανούς, είχε ως θεμέλιο την αθεΐα.

9ον: Η κήρυξη του Ευαγγελίου στον κόσμο είναι ευθύνη εξίσου των Ορθοδόξων και των αιρετικών που από κοινού οφείλουν να δίδουν μαρτυρία Πίστεως !!!
«Ως Ποιμένες, εσκέφθημεν την αποστολήν της αναγγελίας του Ευαγγελίου εις τον σύγχρονον κόσμον» (3) και «βιούμεν εντονώτερον την κοινήν αποστολήν ημών δια την αυθεντικήν συνέχισιν της αποστολικής μαρτυρίας της Πίστεως προς τούς εγγύς και τούς μακράν». (4)
Υπάρχει αυθεντικότητα Αποστολικής Πίστεως σε αιρέσεις; Θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, να δηλώνει μαζί με τον Πάπα Ευγένιο ότι έχουν κοινή επιθυμία να κηρύξουν το Ευαγγέλιο του Χριστού και να διαφωτίσουν τον κόσμο;

«Ευχόμεθα δια μίαν γόνιμον συνεργασίαν δια να επαναπροσδιορίσωμεν εις τούς συγχρόνους τας χριστιανικάς ρίζας της ευρωπαϊκής ηπείρου». (4) Είναι χίλιες φορές προτιμότερο να παραμείνει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης στο σκότος της αθεΐας και της θρησκευτικής αδιαφορίας, παρά να «επαναχριστιανιστεί» από τον Παπισμό. Ο Παπισμός είναι η μεγαλύτερη νόθευση και διαστροφή του Χριστιανισμού. Ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι έχει γράψει ότι : «Ο καθολικισμός της Ρώμης είναι χειρότερος από τον αθεϊσμό που κηρύττει μονάχα το μηδέν. Ο καθολικισμός προχωρεί ακόμη πιο πέρα: Κηρύττει ένα Χριστό αντίθετο του Χριστού∙ κηρύττει τον Αντίχριστο ». (7)

«Ανανεούμεν… την κοινήν ημών επιθυμίαν όπως αναγγείλωμεν εις τον κόσμον το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού και κυρίως εις την νέαν γενεάν». (4) Ποια νέα γενιά; Αυτή έχει κατασκανδαλιστεί προ πολλού από τον Παπισμό. Μόνο στις ΗΠΑ η Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» πληρώνει κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για να κλείνει άρον-άρον αμέτρητες υποθέσεις παιδεραστίας «κληρικών» της.
Θα δώσουμε λοιπόν χείρα βοηθείας στον καταρρέοντα Παπισμό, εφ’ όσον μένει αμετανόητος;

Εσχάτως δε και στην Ελλάδα οι νέοι έχουν σκανδαλιστεί σφόδρα από τα φοβερά και πρωτοφανή εκκλησιαστικά σκάνδαλα, που μαγάρισαν τα ελληνικά χώματα και κατεξευτέλισαν την Εκκλησία του Χριστού στα πέρατα της γης. Μήπως αυτή είναι η τιμωρία και η παιδαγωγία του Θεού προς την εκκλησιαστική διοίκηση, που δεν ορθοτομεί πλέον «το λόγο της αληθείας»;

10ον: Διακηρύσσεται η βλάσφημη «Βαπτισματική θεολογία» του Οικουμενισμού:
«Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών … , και προς πάντας τους βεβαπτισμένους. Χαιρετίζομεν εν Χριστώ τους άλλους Χριστιανούς, διαβεβαιούμενοι αυτούς δια την προσευχήν…». (3) Στο σημείο αυτό, με ταχυδακτυλουργικό τρόπο, οι Εκκλησίες από δύο γίνονται… τριακόσιες σαράντα! Όλοι οι «βεβαπτισμένοι εν Χριστώ» είναι μέλη της Εκκλησίας! Ουσιαστικά το κάθε είδους «βάπτισμα» οριοθετεί την Εκκλησία!

Στις 14 με 23 Φεβρουαρίου του 2006 στο Porto Alegre της Βραζιλίας πραγματοποιήθηκε η 9η Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ («Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών») με θέμα: «Θεέ, με τη Χάρη Σου, ανακαίνισε τον κόσμο»! Οι Ορθόδοξοι συνυπέγραψαν με όλο το συνονθύλευμα των αιρέσεων τα εξής απίστευτα: « Όλοι όσοι έχουμε βαπτισθεί εν Χριστώ είμαστε ενωμένοι με το Χριστό στο Σώμα Του»! (8)

Είμαστε λοιπόν στο ίδιο θεανθρώπινο Σώμα και με «εκκλησίες» που δέχονται την ομοφυλοφιλία και τις εκτρώσεις, που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, που δεν αποδέχονται όλα τα μυστήρια, την Παράδοση της Εκκλησίας, τους Αγίους, τις εικόνες, που χειροτονούν γυναίκες κ.α; Άπαγε της βλασφημίας!

Παρακάτω συνομολογούν ότι : «Κάθε Εκκλησία πραγματώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες»! (8)Πρόκειται για πλήρη αντιστροφή και διαστροφή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας βάσει της οποίας η καθολικότητα της Εκκλησίας εκπληρώνεται δια της κοινωνίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους και δια της ακοινωνησίας με τις αιρέσεις! (9)
Σε άλλο σημείο, πάλι, διαστρέφοντας ένα χωρίο της Γραφής (το Α’ Κορ. 12,4-7) συγχέουν την ποικιλία των Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος μέσα στη Μία, Αγία και Καθολική Εκκλησία (για την οποία μιλάει ο Απόστολος Παύλος) με την ποικιλία των διάφορων πλανών και αιρέσεων της κάθε ψευτοεκκλησίας!

Στις 22/9/2004 η «Ευαγγελική Εκκλησία» της Γερμανίας και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως υπέγραψαν Συμφωνία στην οποία τα εκατέρωθεν Μέρη διακηρύσσουν ότι : «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν »! (10) Οι Οικουμενιστές έχουν μπερδέψει τη θεολογία με την πολιτική και τη διπλωματία!

11ον: Οι βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος δεν έχουν τελειωμό:
Η «αδελφική συνάντησις…» (3) των δύο Ορθόδοξων Αρχιερέων με το Θηρίο της Αποκαλύψεως, έγινε «εν τη θεία Χάριτι» (4) και «είναι έργον Θεού εξ Εκείνου προερχόμενον»! (3) Ποίου «θεού»; Αυτού με τα κέρατα; Αλλού γράφουν: «φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματοςπορευόμεθα την οδόν ταύτην» (4) …της απωλείας! Ο Όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης, που έζησε τον 13ο αιώνα, γράφει: «Αιρετικοί εισίν οι Ιταλοί και οι συγκοινωνούντες αυτοίς απόλλυνται». (11)

12ον: Κυριαρχεί μια ακατάσχετη αγαπολογία : «…συνεργασίας και κοινωνίας εν αγάπη» (3), «η αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (4),«Αναγνωρίζομεν τα σημαντικά βήματα του διαλόγου της αγάπης» (4), «πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα (;) εν αγάπη» (3).

Οι δύο Προκαθήμενοι φαίνεται ότι έχουν μεγαλύτερη αγάπη από όλους τους «εμπαθείς» Αγίους που αγωνίστηκαν και έγραψαν εναντίων των Παπικών (Μέγα Φώτιο, Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Συμεών Θεσσαλονίκης, Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, Κοσμά Αιτωλό, Άγιο Νεκτάριο, κ.α).
Στην «αγάπη» ξεπερνούν και αυτόν ακόμη τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος συνιστά : «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε» (Ιωάννου Β’ 1:10).

Φαίνεται, ότι στερούνταν αγάπης ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, που μας συμβουλεύει να αποφεύγουμε τους Λατίνους «ως φεύγει τις από όφεως» (12), ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός που μας προτρέπει «τον Πάπα να καταράσθε!» (13), καθώς και ο Άγιος Νεκτάριος, που έγραψε προφητικά, ότι «Οι Πάπαι αμαρτάνουσι και κολάζονται και θα κολάζονται μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας, ίσως και αιωνίως». (14)
Είναι σίγουρο ότι, αν οι Άγιοι αυτοί ζούσαν στις μέρες μας, οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές θα τους χαρακτήριζαν «φανατικούς», «φονταμενταλιστές» και «Ταλιμπάν»! Ίσως και να τους καθαιρούσαν!

Ο Θεός όμως δεν είναι μόνο αγάπη αλλά και αλήθεια. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει : «μηδέν νόθον δόγμα τω προσχήματι της αγάπης παραδέχεσθαι». (15) Δεν είναι δυνατόν, λέγει ο Άγιος, υπό το πρόσχημα της δήθεν αγάπης να αποδεχτούμε νόθα και αιρετικά δόγματα.
Αλλά αυτή η «αγάπη», η ευγένεια και η αβρότητα, που πλημμυρίζει πολλούς λατινόφρονες Ιεράρχες, είναι πολύ επιλεκτική: Επιδεικνύεται αφειδώς απέναντι στους αιρετικούς, τους πολιτικούς και τους επώνυμους κοσμικούς, ενώ διοχετεύεται όλο το μένος και η οργή τους επάνω στους ταπεινούς Ορθόδοξους αγωνιστές Χριστιανούς! Κι αυτό είναι μια από τις αποδείξεις ότι διακατέχονται από «πνεύμα πλάνης».

Αν αγαπούσαν αληθινά τους Ρωμαιοκαθολικούς θα τους έλεγαν την αλήθεια, ότι δηλαδή βρίσκονται στην πλάνη για να μετανοήσουν και να σωθούν. Επομένως η «αγάπη» τους είναι απάτη.

13ον: Καταλύθηκε η Συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία!
Ποια Σύνοδος εξουσιοδότησε τους Ορθόδοξους Αρχιερείς να υπογράφουν τέτοια αντορθόδοξα κείμενα; Έγινε κάποια Οικουμενική Σύνοδος που κατήργησε το Ευαγγέλιο, τους Ιερούς Κανόνες και την παρακαταθήκη των Αγίων μας και δεν το ξέρουμε; Μάλιστα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος όχι μόνο δεν έδωσε ποτέ τέτοια εξουσιοδότηση στον Αρχιεπίσκοπο αλλά του απαγόρευσε και αυτήν ακόμη τη μετάβαση στη Ρώμη! Εν τούτοις αυτός πήγε στο Βατικανό εξευτελίζοντας την Ιερά Σύνοδο!

Η ποδοπάτηση της Συνοδικότητας είναι πλέον συνήθης πρακτική. Το 1993 στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου «Ορθόδοξοι» Αρχιερείς χωρίς να ρωτήσουν κανέναν υπέγραψαν ένα επαίσχυντο κείμενο με το οποίο αναγνωρίζεται ο Παπισμός ως «αδελφή Εκκλησία» και αποκαθίσταται η επάρατη Ουνία.
Παλαιότερα στο Ζαμπεζύ της Ελβετίας το 1990 είχαν αναγνωρίσει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες.

Βέβαια για τον Πάπα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ο Ποντίφηκας είναι καλυμμένος εκκλησιαστικά: Με τις αιρέσεις του Πρωτείου Εξουσίας και του Αλάθητου ο Πάπας υπέρκειται όλων των Συνόδων και μπορεί να αλλάξει ακόμη και τα δόγματα! Ο Καρδινάλιος Βελλαρμίνος (1542-1621), που ανακηρύχθηκε «άγιος» από τη Ρωμαϊκή «Εκκλησία», λέγει τα εξής με φυσικότατο ύφος: «Αν ο Πάπας καμιά μέρα επιβάλει αμαρτίες και απαγορεύσει αρετές, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να πιστεύση, ότι οι αμαρτίες αυτές είναι καλές και ότι οι αρετές εκείνες είναι κακές»!!! (16) Γι’ αυτό και ένας Ρωμαιοκαθολικός μοναχός, που εγκατέλειψε τον Παπισμό και ασπάστηκε την Ορθοδοξία έγραψε ότι ο Παπισμός έχει τέτοιον καλπάζοντα εωσφορισμό, που «λίγο ακόμη και θα αποκαλέσει τον Κύριό μας …αντιπρόσωπο του Πάπα στον Ουρανό»! (16)

Άραγε οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές θα συνετιστούν μετά και από το νέο «χαστούκι» που δέχτηκαν από τον Πάπα που πρόσφατα (9/7/2007) διακήρυξε ότι «η μόνη πραγματική Εκκλησία του Χριστού είναι η Παπική» και ότι «οι Ανατολικές Εκκλησίες έχουν έλλειμμα εκκλησιαστικότητος»; (17)

Αν εν τούτοις έχουν σαγηνευτεί τόσο πολύ από τον Παπισμό, που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτόν, τότε ας αυτομολήσουν προς αυτόν. Η Ορθοδοξία όμως δεν είναι ιδιοκτησία τους και δεν έχουν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται την Παράδοσή Της στον αντίχριστο Πάπα.

29η Αυγούστου του 2007 – Αποτομή της τιμίας κεφαλής του Βαπτιστού Ιωάννου

Ακολουθούν υπογραφές
_________________________________________________

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. «Παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της Θρησκείας εστίν αυτό το Σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού». ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 1848. «Ορθόδοξος Τύπος», 27/7/2007, σελ.1.

2. Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου – Επιστολή ΠΑ΄, Παντολέοντι Λογοθέτη, P.G. 99,1321.

3. ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΣΤ΄ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄ – Φανάριον, 30 Νοεμβρίου 2006 – www.orthodoxie.net/gr/Texte/Texte_Varia/Deklaration_Gr.htm .

4. ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ Α.Α. ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΣΤ΄ ΚΑΙ ΤΗΣ Α.Μ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Κ.Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ – Ρώμη 14/12/2006 – www.ecclesia.gr/greek/archbishop/default.asp?id=573&what_main=1&what_sub=2&lang=gr&archbishop_heading=Ορθοδοξία .

5. Ιουστίνου Πόποβιτς , «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007.

6. Περιοδικό «Επίσκεψις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τεύχος 563, σελ. 6. Δημοσιεύθηκε και στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» στις 16/2/1998. Η φρικτή αυτή δή­λωση προκάλεσε την έγγραφη αντίδραση του Αγίου Όρους.

7. Φ. Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος», Δ’ 1, V11.

8. Περιοδικό «Παρακαταθήκη», τεύχος 40, Ιαν. – Φεβρ. 2005, σελ. 5. Ολόκληρο το κείμενο (Αγγλιστί) στην επίσημη ιστοσελίδα του ΠΣΕ:
www.wcc-assembly.info/en/theme-issues/assembly-documents/1-statements-documents-adopted/christian-unity-and-message-to-the-churches/called-to-be-the-one-church-as-adopted.html .

9. «Άπαντες οι της Εκκλησίας Διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι και πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι» (PG 160. 105 C). Από την Ομολογία Πίστεως του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού – Ι. Καρμίρη, «Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τομ.1, σελ. 425.

10. «Κοινόν Ανακοινωθέν της δεκάτης τρίτης συναντήσεως μεταξύ Θεολόγων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Ευαγγελικής Εκκλησίας εν Γερμανία (Φανάριον, 16-22 Σεπτεμβρίου 2004)».
Από την επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου: www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=232&tla=gr .
Το επίμαχο σημείο βρίσκεται στον 4ο όρο της συμφωνίας.

11. Οσίου Μελετίου Γαλησιώτου – Λόγοι κατ’ Ιταλών, λόγος 3ος εν V . Laurent – J . Darrouzes , Dossier Grec de l ’ union de Lyon (1272 – 1277), Paris 1976, σελ. 554-558.

12. Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1952, μτφρ. «Ο πειρασμός της Ρώμης», έκδοση Ι.Μ. Κουτλουμουσίου, σελ. 353-362.

13. Σώζεται ανάμεσα στις Προφη­τείες του Αγίου Κοσμά. Βλ. Επι­σκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, «Κοσμάς ο Αιτωλός», Αθήναι 2005, σελ. 348.

14. Αγίου Νεκταρίου «Μελέτη Ιστορική περί των αιτίων του σχίσματος».

15. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, P.G. 62, 191.

16. Ιεροδιακόνου Παύλου Μπάλλεστερ-Κονβαλιέρ – «Γιατί εγκατέλειψα τον παπισμό». Από το περιοδικό «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ», Τεύχος 1, Ιανουάριος – Μάρτιος 2006.

17. Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων – 10/7/2007. Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 20/7/2007.

ΔΕΥΤΈΡΑ, ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 07, 2008

Κοινή Δήλωσις της Α.Α. του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄και της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου

14/12/20061. Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ’, Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ιστάμενοι εις τον δια του ευαγγελικού κηρύγματος και του μαρτυρίου των πρωτοκορυφαίων των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου λαμπρυνθέντα ιερόν τούτον τόπον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, βιούμεν εντονώτερον την κοινήν αποστολήν ημών δια την αυθεντικήν συνέχισιν της αποστολικής μαρτυρίας της πίστεως προς τούς εγγύς και τούς μακράν, εις τους οποίους και απευθύνομεν χαρμόσυνον μήνυμα δια της επερχομένης κοινής δι’ Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς Εορτής της Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ωσαύτως, βιούμεν την κοινήν ευθύνην ημών δια την εν αγάπη και αληθεία υπέρβασιν των ποικίλων συγχύσεων και τραυματικών εμπειριών του πολυκυμάντου ιστορικού παρελθόντος προς δόξαν του εν Τριάδι αγίου Θεού και της αγίας Εκκλησίας Του.

2. Η συνάντησις αύτη εν τη θεία Χάριτι καθιστά ημάς εν πλήρει συνειδήσει κοινωνούς της κοινής ευθύνης, ίνα βεβαιώσωμεν την κοινήν αποστολήν ημών και διανύσωμεν από κοινού την δύσβατον ατραπόν του διαλόγου της αληθείας προς αποκατάστασιν της κοινωνίας της πίστεως εν τω συνδέσμω της αγάπης. Διο, στοιχούντες τη θεία εντολή του Ιδρυτού της Εκκλησίας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος, όπερ πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας, πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα εν αγάπη και εν πνεύματι καταλλαγής.

3. Αναγνωρίζομεν τα σημαντικά βήματα του διαλόγου της αγάπης και των αποφάσεων της Β’ Βατικανής Συνόδου δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών. Έχομεν δε δι’ ελπίδος ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος δύναται ν’ αξιοποιήση τα θετικά ταύτα στοιχεία προς αναζήτησιν κοινή αποδεκτών θεολογικών προτάσεων εν πνεύματι καταλλαγής, ως προέτεινε και ο ένδοξος κοινός Πατήρ της Εκκλησίας Μ. Βασίλειος, τονίσας, εν περιόδω πολλαπλών διασπάσεων του εκκλησιαστικού σώματος, «ότι τη χρονιωτέρα συνδιαγωγή και τη αφιλονείκω συγγυμνασία και ει τι δέοι πλέον προστεθήναι εις τράνωσιν, δώσει Κύριος ο πάντα συνεργών εις αγαθόν τοις αγαπώσιν αυτόν» (Επιστ. 113).

4. Διακηρύσσομεν εν μια φωνή την επιτακτικήν ανάγκην εμμονής εις την οδόν του εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου. Διότι, παρά τας διαπιστωμένας δυσχερείας, η οδός αύτη είναι η μάλλον αποτελεσματικωτέρα οδός της Εκκλησίας δια τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος περί την Τράπεζαν του Κυρίου και δια την ενίσχυσιν της αξιοπιστίας του χριστιανικού μηνύματος εις μίαν κρίσιμον εποχήν ραγδαίων πολιτικών μεταβολών και οξυτάτων πνευματικών συγχύσεων, αι οποίαι εντείνονται δια της προωθήσεως της παγκοσμιοποιήσεως και απειλούν ενίοτε αυτήν ταύτην την ανθρωπίνην ύπαρξιν εν τη σχέσει αυτής μετά του Θεού και του κόσμου.

5. Όλως ιδιαιτέρως ανανεούμεν εν πάση επισημότητι την κοινήν ημών επιθυμίαν όπως αναγγείλωμεν εις τον κόσμον το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού και κυρίως εις την νέαν γενεάν, διότι «η αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β’ Κορ., ε’ 14) δια να αποκαλύψη εις αυτήν την Ενανθρώπισιν του Κυρίου ίνα πάντες εν αφθονία ζωήν έχωσιν. Τούτο καθίσταται γεγονός ιδιαιτέρας σημασίας δια τας κοινωνίας ημών, όπου πολυάριθμα ιδεολογικά ρεύματα απομακρύνουν τον άνθρωπον εκ του Θεού και του στερούν την αίσθησιν της υπάρξεως. Επιθυμούμεν όπως διακηρύξωμεν το Ευαγγέλιον της χάριτος και της αγάπης, ίνα πάντες οι άνθρωποι ώσιν εν Κοινωνία μετά του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος και ίνα τελειωθή η χαρά αυτών.

6. Θεωρούμεν τας θρησκείας ως εχούσας ιδιαίτερον ρόλον δια την διαφύλαξιν της επικρατήσεως της εν τω κόσμω ειρήνης και ότι αύται δεν ημπορούν να μετατραπούν εις εστίας μισαλλοδοξίας και βίας. Ως χριστιανοί ηγέται προτρέπομεν από κοινού το σύνολον των θρησκευτικών ηγετών όπως συνεχίσωσι και ενδυναμώσωσι τον Διαθρησκειακόν Διάλογον και εργασθώσι δια την δημιουργίαν μιας κοινωνίας ειρήνης και αδελφότητος μεταξύ προσώπων και λαών. Αύτη είναι μία εκ των αποστολών των θρησκειών. Υπό την έννοιαν ταύτην, οι χριστιανοί επιβάλλεται όπως εργάζωνται και όπως συνεχίσωσι να εργάζωνται εν τω κόσμω, εν συνεργασία μετ’ ανδρών και γυναικών καλής θελήσεως, εν πνεύματι αλληλεγγύης και αδελφοσύνης.

7. Επιθυμούμεν όπως αποτίσωμεν τιμητικόν έπαινον δια τας εντυπωσιακάς προόδους εις όλους τούς τομείς του επιστητού, και όλως ιδιαιτέρως εις αυτάς που αφορούν εις τον άνθρωπον, καλούντες ένα έκαστον των υπευθύνων και των επιστημόνων όπως σεβασθώσι τον ιερόν χαρακτήρα του ανθρωπίνου προσώπου και την αξιοπρέπειαν αυτού, διότι η ζωη αποτελεί θείον δώρον. Ευρισκόμεθα μετ’ ευλόγου αγωνίας ενώπιον της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως εκ των πειραματικών δοκιμών εις την ανθρωπίνην οντότητα, αι οποίαι απάδουν προς τον σεβασμόν, την αξιοπρέπειαν και την αναγνώρισιν του ανθρωπίνου προσώπου εις το επίπεδον της υπάρξεως αυτού, τόσον από της συλλήψεως, όσον και μέχρι της φυσικής απολήξεως αυτού.

8. Επιπλέον, αξιούμεν μείζονα ευαισθησίαν δια την αποτελεσματικωτέραν προστασίαν εις τας χώρας ημών, τόσον εις ευρωπαϊκόν, όσον και εις παγκόσμιον επίπεδον, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άτινα εδράζονται επί της αξιοπρεπείας του ανθρωπίνου προσώπου ως δημιουργίας κατ’ εικόνα Θεού.

9. Ευχόμεθα δια μίαν γόνιμον συνεργασίαν δια να επαναπροσδιορίσωμεν εις τούς συγχρόνους τας χριστιανικάς ρίζας της ευρωπαϊκής ηπείρου, αι οποίαι εσφυρηλάτισαν την δημιουργίαν διαφορετικών εθνών και συνέβαλον εις την ανάπτυξιν μεταξύ των αρμονικών δεσμών. Αύται υποβοηθούν εις την επιβίωσιν και περαιτέρω εξέλιξιν των ανθρωπίνων αξιών και των πνευματικών θεμελίων τόσον επί των προσώπων, όσον και επί της ευημερίας των κοινωνιών.

10. Συμμεριζόμεθα τας αξίας των επιτευγμάτων της τεχνολογίας και της οικονομίας των συγχρόνων λαών και κοινωνιών. Όμως, καλούμεν τας προηγμένας χώρας εις μίαν μεγαλυτέραν συνδρομήν προς τα εν αναπτύξει κράτη και τα πλέον πτωχά εξ αυτών, εν πνεύματι κοινωνικής δικαιοσύνης, αναγνωρίζοντες ότι πάντες οι άνθρωποι είναι αδελφοί ημών, και ότι αποτελεί κοινόν χρέος ίνα προστρέξωμεν εις βοήθειαν των αδυνάμων και των πτωχών, οι οποίοι είναι κατ’ εξοχήν τέκνα αγαπητά του Κυρίου. Υπό την έννοιαν ταύτην, δεν συμβιβαζόμεθα με την καταχρηστικήν εκμετάλλευσιν της θείας δημιουργίας, η οποία είναι το έργον του Θεού. Καλούμεν προς τούτο τούς ιθύνοντας και πάντας τούς καλής πίστεως ανθρώπους όπως δεσμευθώσιν εις μίαν λελογισμένην και σεβαστήν διαχείρισιν της θείας δημιουργίας, μετά του καθήκοντος της αλληλεγγύης, κυρίως προς τούς λαούς οίτινες ευρίσκονται εν καταστάσει πείνης, και όπως κληροδωτήσωσιν εις τας επερχομένας γενεάς βιώσιμον περιβάλλον προς πάντας.

11. Λόγω των κοινών ημών πεποιθήσεων, συντασσόμεθα εις την κοινήν ημών επιθυμίαν δια περαιτέρω δέσμευσιν δια την ανάπτυξιν της κοινωνίας, εν πνεύματι εποικοδομητικής συνεργασίας, δια την διακονίαν του ανθρώπου και των λαών, δίδοντες την μαρτυρίαν της πίστεως και της εν ημίν ελπίδος.

12. Προσβλέποντες όλως ιδιαιτέρως εις τούς πιστούς, Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, απευθύνομεν εγκάρδιον χαιρετισμόν, εμπιστευόμενοι αυτούς εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού όπως αναδειχθώσι αδιάψευστοι μάρτυρες της θείας αγάπης, αναπέμποντες θερμάς δεήσεις όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζη εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης, εν φιλανθρωπία και ενότητι δια το ανθρώπινον γένος.

Εν Βατικανώ τη 14η Δεκεμβρίου 2006

ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για Βασιλείου Νικόπουλου

Εν Πειραιεί τη 4η Σεπτεμβρίου 2017

Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου
Δ/ντού του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς
Η περίφημη εγκύκλιος των Πατριαρχών του 1848, ένα κείμενο απόλυτα Ορθόδοξο, ορίζει πως ο πραγματικός φύλακας της σώζουσας πίστεως της Εκκλησίας μας είναι ο πιστός λαός του Θεού:«Έπειτα παρ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας έστιν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού, ως έργω επειράθησαν και πολλοί των από του σχίσματος Παπών τε και Πατριαρχών Λατινοφρόνων μηδέν ανύσαντες…». 

Αντίθετα μ’ αυτά, οι σύγχρονοι θιασώτες του οικουμενιστικού συγκρητισμού αρνούνται κατηγορηματικά, παπικώ τω τρόπω, στο Ορθόδοξο πλήρωμα το ρόλο του ύπατου φύλακος της Ορθοδόξου Πίστεως και την αναθέτουν μόνο στους Επισκόπους και στις Συνόδους. Αυτό άλλωστε ειπώθηκε και θεσμοθετήθηκε στην ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου, θέτοντας στο περιθώριο το λαό, (κληρικούς και λαϊκούς), τον οποίο αναγκάζουν να δέχεται τις αντορθόδοξες αποφάσεις τους αδιαμαρτύρητα και συχνά με επιβολή επιτιμίων και διώξεων!

Ωστόσο εν μέσω της καλοκαιρινής ραστώνης και της φυσικής χαλάρωσης ήρθε μια φωνή ανέλπιστη από τον δικαστικό χώρο. Ένας ομολογιακός λόγος, στηλιτευτικός κατά του σύγχρονου οικουμενιστικού κατήφορου, ο οποίος επιβεβαιώνει την δισχιλιόχρονη πρακτική της Εκκλησίας μας, ότι όλοι οι πιστοί έχουμε λόγο, και μάλιστα ελεγκτικό, στα εκκλησιαστικά δρώμενα, όταν απειλείται η σώζουσα πίστη μας, όπως στην παρούσα χρονική συγκυρία. Πρόκειται για μια θαρραλέα επιστολή του επιτίμου Προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Βασιλείου Νικόπουλου προς τον ομολογητή σεβάσμιο κληρικό και ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. πρωτ. π. Θεόδωρο Ζήση, για να τον συγχαρεί και να τον στηρίξει στον σθεναρό αγώνα του κατά του Οικουμενισμού, ο οποίος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της μάχης και έγινε στόχος των θιασωτών της δαιμονικής αυτής παναίρεσης. Στην επιστολή τουο κορυφαίος αυτός δικαστικός λειτουργός κάνει λόγο για την «Σύνοδο» του Κολυμπαρίου, την οποία αποκαλεί ξεκάθαρα και απροκάλυπτα ως «ψευτοσύνοδο», η οποία, όπως αναφέρει, «κάθε άλλο παρά ‘Ορθόδοξη’ απεδείχθη, αφού απομακρύνθηκε της Ορθόδοξης συνοδικής και πατερικής παραδόσεως, υιοθετήσασα πλήρως την παναίρεση του Οικουμενισμού, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά τον παπισμό και προτεσταντισμό ως ‘εκκλησίες’, ενώ οι πάντες γνωρίζομε ότι πρόκειται για αιρέσεις, που καταδικάσθηκαν συνοδικώς και επομένως είναι εκτός του Σώματος της ‘Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας’».

Εκφράζει την πικρία και την απογοήτευσή του για την αδιαφορία της μεγάλης πλειοψηφίας των Επισκόπων, οι οποίοι «τυρβάζουν περί πολλά» και αφήνουν τις αιρέσεις να «αλωνίζουν» στην Εκκλησία. Γράφει: «Εμείς οι απλοί χριστιανοί αισθανόμαστε προδομένοι από την ‘Διοικούσα’ Εκκλησία, εννοώ τα διοικητικά της όργανα, όπως την Ιερά Σύνοδο, τον Αρχιεπίσκοπο και τους επισκόπους, οι οποίοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι επιλήσμονες της ιερωσύνης τους, ‘μεριμνώντες και τυρβάζοντες περί πολλά’ άλλα, τα οποία όμως δυστυχώς δεν είναι  μόνο απλώς περιττά, αλλά είναι και άκρως επικίνδυνα και πνευματικώς θανατηφόρα, αφού είναι αιρετικά και αντορθόδοξα. Αντί οι επίσκοποι της Εκκλησίας μας με επικεφαλής τον Πατριάρχη και τον Αρχιεπίσκοπο να ‘ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας’ του Θεού, αντί να πολεμούν με κάθε μέσον και εν παντί και πάντοτε τις ποικιλώνυμες αιρέσεις, και κυρίως την παναίρεση του οικουμενισμού, αυτοί αφήνουν εγκαταλελειμμένα τα ποίμνιά τους ‘εις βοράν’ των αιρετικών λύκων, ασχολούμενοι με τα ‘φαγοπότια’ και ‘τσιμπούσια’, τους βδελυρούς εναγκαλισμούς και πομπώδεις φαρισαϊκούς ασπασμούς μετά των αιρετικών εκπροσώπων του πάπα και των προτεσταντών, αναλισκόμενοι σε επιδεικτικούς ατέρμονες διαλόγους υπέρ δήθεν ‘της των πάντων ενώσεως’, καταπατώντας έτσι απροκάλυπτα όχι μόνο τους απαγορευτικούς όλων αυτών των βδελυρών εκδηλώσεων θείους και ιερούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, αλλά και αυτό ακόμη το Άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον…».
Δυστυχώς πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτή είναι η τραγική πραγματικότητα, όπως την περιγράφει ο κ. Νικόπουλος, στη μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων μας, διότι και εμείς την ζούμε και την βιώνουμε καθημερινά παρακολουθώντας την εκκλησιαστική επικαιρότητα. Ομίλησε ως θεολόγος, έστω και αν δεν έχει δίπλωμα Θεολογίας. Ωστόσο αληθής θεολόγος δεν είναι ο διπλωματούχος της Θεολογίας, αλλά κατά πρώτον λόγον ο έχων την εμπειρία της θεοπτίας και κατά δεύτερον ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», αυτός που ακολουθεί τους αγίους Πατέρας ως απλανείς πνευματικούς οδηγούς, επειδή και αυτοί με την σειρά τους ακολουθούν την Αποστολική και Κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ομίλησε ως πιστό και ζωντανό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, που αισθάνεται την ευθύνη, που του αναλογεί για την διαφύλαξη της πίστεως, όταν αυτή νοθεύεται και διακυβεύεται. Και τούτο διότι έχει συνειδητοποιήσει, ότι εάν χαθεί η πίστη, όλα τα άλλα είναι μάταια και ανώφελα. Πράγματι σε τι ωφελεί η νηστεία, ή η αγρυπνία ή η ελεημοσύνη, ή η προσευχή και γενικά η άσκηση, σε τι ωφελεί η καθημερινή εξομολόγηση και η καθημερινή θεία μετάληψη, σε τι ωφελούν οι πάσης φύσεως εκκλησιαστικές δραστηριότητες, εάν χαθεί η πίστη, εάν δηλαδή  όλα αυτά γίνονται μέσα στο χώρο της αιρέσεως, μέσα στο χώρο όπου κυριαρχεί η παναίρεση του Οικουμενισμού; Σε τίποτε. Αν ρίξουμε μια ματιά στη Εκκλησιαστική μας Ιστορία, θα διαπιστώσουμε, ότι υπήρξαν πλείστες όσες περιπτώσεις μοναχών και ασκητών, που διακρίνονταν για την αυστηρότατη ασκητική διαγωγή τους και παρ’ όλα αυτά παρασύρθηκαν σε αιρέσεις και τελικά η Εκκλησία τους απέκοψε και αναθεμάτισε συνοδικά σε Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά δύο μόνο από τις πάμπολλες περιπτώσεις: Την περίπτωση του αιρεσιάρχου και εισηγητού της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού, αρχιμανδρίτου Ευτυχούς, ο οποίος εθεωρείτο κάτοχος μεγάλης ασκητικής πνευματικότητος και μετά τον θάνατο του οσίου Δαλματίου, ήταν ο έξαρχος όλων των «Ορθοδόξων» μοναχών της Κωνσταντινουπόλεως. Αναφέρουμε ακόμη την περίπτωση εξήντα  λογίων μοναχών, οι οποίοι το 514 μ. Χ. αναχώρησαν από την μεγάλη Λαύρα του οσίου Σάββα του Ηγιασμένου και ίδρυσαν την λεγόμενη «Νέα Λαύρα», η οποία κατέστη κέντρο του Ωριγενισμού.
Εδώ λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Β. Νικόπουλος, έχοντας ανεπτυγμένη μέσα του την ορθόδοξη δογματική ευαισθησία και διαθέτοντας τα ορθόδοξα πνευματικά αντισώματα, (τα οποία όλοι μας πρέπει να διαθέτουμε), έδωσε το παρόν και ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας, ομολογώντας την Ορθόδοξη πίστη και στηλιτεύοντας την παναίρεση του Οικουμενισμού και την ψευδοσύνοδο της Κρήτης. Γι’ αυτό έχει αξία η βαρυσήμαντη επιστολή του!

Στη συνέχεια γίνεται ακόμη πιο ελεγκτικός σε όσους εναγκαλίζονται και συμπροσεύχονται αθεόφοβα με τους αμετανόητους αιρετικούς και σκανδαλίζουν τον πιστό λαό του Θεού. Γράφει: «Αυτοί όμως οι πατριάρχες, οι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι, όσοι ακολουθούν την παναίρεση του οικουμενισμού, όχι μόνο ανταλλάσσουν χαιρετισμόν με τον αρχιαιρεσιάρχη Πάπα, αλλά και εις τους ορθοδόξους ναούς τον υποδέχονται και συμπροσεύχονται μαζί του και εναγκαλίζονται ως αδελφοί περιπόθητοι και επιπόθητοι! Και το χειρότερο, μετέχουν, αν και ορθόδοξοι, στο σιωνιστικό Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και παρακάθηνται σε κοινά τραπέζια τρώγοντες και πίνοντες με παπικούς, προτεστάντες, μουσουλμάνους, βουδιστές, ινδουϊστές και ό, τι άλλο βάλλει ο νους του ανθρώπου ως δήθεν ‘εκκλησία’, προδίδοντες έτσι την ορθόδοξη πίστη μας, και ‘ορθοτομούντες (αντί της αληθείας) τον λόγον της πανθρησκείας’, ως γνήσια τέκνα του οικουμενισμού!». Δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτε στο παραπάνω σχόλιό του, διότι ακριβολογεί απόλυτα. Όπως κατ’ επανάληψη έχουμε τονίσει σε παλαιότερες δημοσιεύσεις μας, η Κολυμπάρια ψευδοσύνοδος καμία αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε καταδίκασε,  (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), αντίθετα μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού. Οι σύγχρονοι αιρετικοί «βαπτίστηκαν» επίσημα και συνοδικά από την ψευδοσύνοδο «ετερόδοξοι», δηλαδή «ορθόδοξοι» με διαφορετική προσέγγιση της Ορθοδοξίας και τις παρασυναγωγές τους ονόμασαν ως «ετερόδοξες εκκλησίες»! Θέλουν όμως να λησμονούν ότι ο απόστολος Παύλος αναθεματίζει όποιον διδάξει «έτερον ευαγγέλιον» (Γαλ.1,8), και ότι κάθε «έτερον ευαγγέλιον» ισοδυναμεί με αίρεση. Τις δεκάδες αιρετικές πλάνες του παπισμού τις αποκαλούν «περαιτέρω θεολογική ανάπτυξη», λες και η αιώνιες αλήθειες της Εκκλησίας μας είναι «λάστιχο» να τις φέρνει ο οποιοσδήποτε στα μέτρα του!
Στη συνέχεια αναγνωρίζει το χρέος του να ομολογεί την πίστη του καταγγέλλοντας κάθε αιρετική διδασκαλία, πράγμα το οποίο δικαιολογεί και την συγγραφή της επιστολής και να εκδηλώσει τη θέλησή του, να τεθεί στον αντιαιρετικό αγώνα της Εκκλησίας μας: «Γι αυτό παρακαλώ πολύ να συγχωρέσετε τα όποια τυχόν σχετικά λάθη εντοπίσετε στην επιστολή μου αυτή. Φρονώ όμως ταπεινώς ότι το γεγονός ότι είμαι βαπτισμένος ‘εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος’ και ως εκ τούτου έχω ενδυθή Τον Χριστόν κατά την διαβεβαίωση του Απ. Παύλου, μου δίνει το δικαίωμα, αλλά και μου επιβάλλει την υποχρέωση ως χριστιανού, να αγωνίζομαι για την πίστη μου, ομολογώντας κυρίως αυτήν εν παντί και πάντοτε. Σε θέματα πίστεως όλοι οι χριστιανοί πρέπει να αγωνιζόμαστε, χωρίς να σκοντάφτομε σε τίτλους και περγαμηνές. Είμαι χριστιανός ορθόδοξος και ομολογώ την πίστη μου, αναλαμβάνοντας οποιαδήποτε θυσία προς υπεράσπισή της … Περιττόν να Σας βεβαιώσω ότι τάσσομαι ως απλός χριστιανός στο πλευρό Σας, όχι γιατί Εσείς με χρειάζεστε, αλλά διότι εγώ το αισθάνομαι ως ανάγκη. Γι’  αυτό και Σας παρακαλώ να δεχθείτε αυτήν την διαβεβαίωσή μου»!

Κλείνοντας την αναφορά μας στην ομολογιακή, αλλά και αποπνέουσα το άρωμα της ταπεινώσεως, αυτή επιστολή του διακεκριμένου δικαστικού λειτουργού κ. Β. Νικόπουλου, θέλουμε να τον συγχαρούμε από βάθους καρδιάς και να τον ευχηθούμε ο Θεός να τον χαριτώνει και να τον στηρίζει στην προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Να τον αξιώσει να μιμηθεί τον ομότροπο στο δικαστικό του λειτούργημα, άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και να τον ανταμείψει για τη θαρραλέα αυτή παρέμβασή του, η οποία, ειρήσθω, «τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα» στο χώρο της «κοιμισμένης» πνευματικής ελίτ της χώρας μας, η οποία είναι επιδεικτικά απούσα από το όσα τραγικά συμβαίνουν στη χώρα και στο λαό μας. Τον παρακαλούμε ταπεινά να συνεχίσει να παρεμβαίνει και να στηλιτεύει με τον θαρραλέο και δυναμικό τρόπο του, όλους εκείνους που δέχονται τις αποφάσεις «της ψευδοσυνόδου του Κολυμπαρίου, κολυμπώντας στα λασπόνερα της αιρέσεως και της πλάνης».

Ευχόμαστε τέλος να βρει μιμητές του στο χώρο της διανόησης και γενικά της πνευματικής ηγεσίας της πατρίδος μας, μήπως και σημάνει επιτέλους «συναγερμός» στον καταπροδομένο λαό μας και αναφανούν ελπίδες σωτηρίας

Επιτρέπεται οι Λαϊκοί να αναμειγνύονται στα θέματα της Πίστεως;

oikoum_sinodos

Εισαγωγή

Μπορούν οι λαΐκοί, τα μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν την Ιερωσύνη, να ασχολούνται με θέματα Πίστεως; Δύνανται οι λαΐκοί, παρ’ όλο που δεν έχουν κανένα αξίωμα μυστηριακής διακονίας στην Εκκλησία, να ελέγξουν Επισκόπους, όταν εκείνοι παρεκτρέπονται από την αλήθεια; Είναι δικαιολογημένοι όσοι πίσω από τους Ιερείς και τους Πνευματικούς τους Πατέρες τηρούν στάση αδιαφορίας, όταν παραχαράσσονται το κήρυγμα και η Πίστη της Εκκλησίας, επειδή παρομοίως και οι Προεστώτες και Πνευματικοί τους Πατέρες, «αφού έπαθαν κάτι ανθρώπινο» δεν μαρτυρούν και δεν ομολογούν την αλήθεια της Ορθοδοξίας;

1) Η Θεολογία μάς είναι απαραίτητη για να προχωρήσουμε στην ορθοπραξία

Ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας, έχει παραδοθεί στην Εκκλησία από τους θεωμένους διδασκάλους Της, δηλαδή τους αγίους Προφήτες, Πατριάρχες, Αποστόλους και Πατέρες και ευρίσκεται στην Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί των δογμάτων («Όροι») και περί του βίου («ιεροί Κανόνες»), και στα έργα των Αγίων Πατέρων, ώστε να είναι εύληπτο και κατανοητό από τον απλό πιστό, με σκοπό από την Ορθοδοξία να περάσει στην ορθοπραξία, αποφεύγοντας το σκόπελο των αιρέσεων. Οι αιρέσεις μέσω της αλλοιωμένης πίστεως (αιρετικής πλάνης) καταστρέφουν την ορθοπραξία και απομακρύνουν«οντολογικώς» από το Σώμα του Χριστού, διότι αποκόπτονται από την ενότητα της Εκκλησίας περί τον Επίσκοπο και τη Θεία Ευχαριστία.

Σύμφωνα με μία από τις «αρχές» της ορθής θεολογίας, η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα, είναι προσπάθεια για τη σωτηρία και τη θέωση. Στις θεολογικές διαμάχες αυτό που ενδιαφέρει τους Πατέρες δεν είναι η νίκη επί του αντιπάλου, αλλά το να μη θιγεί η δυνατότητα της θεώσεως και της σωτηρίας1.

Τα δογματικά και θεολογικά έργα των Αγίων Πατέρων σε μεγάλο βαθμό απευθύνονται σε λαϊκούς, στους απλούς πιστούς, με σκοπό να τους μυήσουν βαθύτερα στην πίστη και πράξη της Εκκλησίας και να τους προφυλάξουν από τις αιρέσεις. Αυτό δεν το υπενθυμίζει σχεδόν κανείς σήμερα, διότι το θεολογικό – δογματικό κήρυγμα έχει εν πολλοίς εκλείψει.

 (Για τις συνέπειες της αιρέσεως στη πνευματική ζωή των ανθρώπων θα γράψουμε ξεχωριστά σε άλλη ενότητα).

2)Το «ασφαλώς θεολογείν» δεν είναι μεν για όλους, αλλά το «φιλοσόφως θεολογείν»και το «ομολογείν» την αποδεδειγμένη Θεολογία της Εκκλησίας, είναι για όλους τους ευλαβείς.

α. Η Θεολογία

Είναι αλήθεια, ότι οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν τη Θεολογία ως κάτι πολύ βαθύ και συνάμα υψηλό και τονίζουν ότι η ενασχολήση με αυτήν αρμόζει μόνον σε όσους έχουν προοδεύσει στην κατά Θεόν ζωή,  και ευρίσκονται σε κατάσταση τουλάχιστον «καθάρσεως» από τα πάθη, αν όχι στα ανώτερα στάδια του «φωτισμού» και της «θεώσεως», καθώς λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν είναι για τον καθένα, αγαπητοί, το να φιλοσοφή περί Θεού, δεν είναι για τον καθένα· δεν είναι το πράγμα αυτό τόσο φθηνό και όσων πορεύονται στα χαμηλά» αλλά είναι για όσους «έχουν εξετασθή και περάσει στη θεωρία [δηλ. στη θέα του Θεού] και είναι κεκαθαρμένοι στην ψυχή και το σώμα ή τουλάχιστον καθαίρονται» 2.

Η ενασχόληση κατ’ εξοχήν των Επισκόπων και λοιπών Κληρικών με τη Θεολογία, νοείται υπό την έννοια, ότι οι Κληρικοί πληρούν περισσότερο τις προϋποθέσεις για να φθάσουν στο στάδιο του φωτισμού και της θεώσεως, επειδή είναι επίλεκτοι, χάρις στην καθαρή τους ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες καθορίζουν την ευθύνη πρωτίστως των Αρχιερέων για την ενασχόληση με τα δόγματα.

Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι Κληρικοί αποτελούν χωριστό σώμα εκτός του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, στην Οποία ενώνονται οργανικώς με όλους τους πιστούς. Δια τούτο και έχει επισημανθεί, ότι  «οι συνήθως λοιπόν φερόμενοι όροι «επίσημος Εκκλησία», «διοικούσα Εκκλησία», «διδάσκουσα Εκκλησία», χρησιμοποιούνται κατά συνθήκη και καταχρηστικώς, ενώ από δογματική άποψη με βάση την ακρίβεια παρουσιάζονται ως αδόκιμοι»3.

Ενώ, λοιπόν, η κατ’ εξοχήν Θεολογία ανήκει σε όσους ενώθηκαν με τον Θεό δια της θεώσεως και της ελλάμψεως του ακτίστου φωτός, ωστόσο, σύμφωνα με την διδασκαλία των  Αγίων Πατέρων «ημπορούμε και οι άλλοι να θεολογούμε, αλλά σε άλλα, κατώτερα στάδια, κυρίως όμως με το να ακολουθούμε τους αληθείς θεολόγους»4Ασφαλής οδός είναι η εμπιστοσύνη σε όσα μας απεκάλυψε το Άγιον Πνεύμα δια των Αγίων. Γράφει δια τούτο ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι μπορούν να θεολογούν και αυτοί που δεν είναι άγιοι, και μάλιστα μπορούν να θεολογούν με βεβαιότητα, «όχι ακολουθώντας στοχασμούς, αλλά θεόλεκτα λόγια [δηλ. τα λόγια που ελέχθησαν από το Θεό]5 ».

Λοιπόν, βάσει της διδασκαλίας του Αγίου Παλαμά και των προγενεστέρων Αγίων, των οποίων τη διδασκαλία αυτός συνοψίζει, υπάρχουν τρία είδη θεολογίας:

(α) η ασφαλής και μυστική θεολογία όσων έφθασαν σε θεοπτία (θέα  Θεού) οι οποίοι ομιλούν από προσωπική εμπειρία και κοινωνία με τον Θεόν,

(β) η φιλόσοφος θεολογία, όσων δεν έχουν μεν προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά με ταπείνωση δέχονται τις εμπειρίες και θεοπτίες των θεοπτών και θεολογούν σύμφωνα με αυτές και

(γ) η καινή (καινούργια-καινοτόμος) θεολογία των θρασέων θεολόγων,όσων θεολογούν διαλεκτικώς με βάση τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές και απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων6.

Η μέση οδός, της φιλοσόφου θεολογίας, βάσει των δογμάτων της Εκκλησίας μας, βασίζεται στον «αποδεικτικό συλλογισμό». Επειδή δια των Αγίων Πατέρων (Προφητών, Αποστόλων, Ομολογητών, Ιεραρχών κ.λπ.) έχουμε διδαχθή από το Άγιον Πνεύμα τις δογματικές αλήθειες, δια τούτο είμαστε βέβαιοι με αποδείξεις για το τί πιστεύει η Εκκλησία και δεν περιπίπτουμε σε «διαλεκτικό συλλογισμό» η αγνωστικισμό (ότι δηλ. μπορούμε δήθεν να συλλογιζόμαστε διαλεκτικά για τα θεία πράγματα, ή ότι δεν μπορούμε να προσκομίσουμε βέβαιες θέσεις και αποδείξεις γι’ αυτά). Τούτο ήταν και ένα βασικό σημείο της αντιπαραθέσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προς τον φιλοσοφούντα ψευδο-μοναχό, ανθρωπιστή και αγνωστικιστή Βαρλαάμ τον Καλαβρό.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπεστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη θεολογία τον διαλεκτικό συλλογισμό, ο οποίος πραγματεύεται σχετικώς με το «νομιζόμενο και πιθανό και που εκ φύσεως άλλοτε είναι αλλιώς και άλλοτε αλλιώς, και άλλοτε υπάρχει, αλλά άλλοτε δεν υπάρχει, και κάποτε είναι αληθές, και κάποτε δεν είναι». Αυτό έπρατταν οι Έλληνες φιλόσοφοι στους οποίους η θεολογία κατήντησε πιθανολογία. Αντιθέτως, ο αποδεικτικός συλλογισμός, ο οποίος πραγματεύεται  «για το αναγκαίο, και εκείνο που πάντοτε υπάρχει και πάντα είναι αληθινό και πάντοτε είναι το ίδιο», είναι απαραίτητος στα θεολογικά προβλήματα, αλλά και αποτελεσματικός, διότι υπάρχουν πλευρές του θεολογικού προβλήματος που επιδέχονται απόδειξη. Η απόδειξη στηρίζεται αφ’ ενός στις αποκαλυμμένες από τον Θεό «αυτόπιστες αρχές», αφ’ ετέρου στις «κοινές έννοιες» και τα «αξιώματα»7.

Συνεπώς, ως Ορθόδοξοι μπορούμε πάντοτε να προσάγουμε «αποδείξεις» για την καθολική αλήθεια περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου, αν όχι βάσει της (ίσως ανύπαρκτης) προσωπικής μας μεθέξεως στον Θεόν, αλλά βάσει (α) τηςθεολογικής διδασκαλίας των Αγίων μας, οι οποίοι ήλθαν σε ένωση με τον Θεόν και (β) της κοινής λογικής, η οποία εφαρμόζει τις διδασκαλίες αυτές στα νέα προβλήματα που ανακύπτουν.

β. Η ομολογία

Όπως θα δούμε και παρακάτω σε ιστορικά συμβάντα, όταν κινδυνεύει η Πίστη, τότε η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, η «ομολογία» της αληθείας από τους ορθοδόξους πιστούς, δεν είναι θέμα φιλοσοφήσεως ή συζητήσεως, κατά τον «διαλεκτικό συλλογισμό» που προαναφέραμε, αλλά είναι θέμα εμμονής στη θεολογία που έχει απ’ αρχής παραδοθεί από την Εκκλησία στους πιστούς, ως θεολογία αλάθητη. Στην εμμονή αυτή, την ομολογία, δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις προϊσταμένων και υφισταμένων, κληρικών και λαϊκών.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι κατηγορηματικός:  «Είναι εντολή Κυρίου να μη σιωπά κάποιος σε περίσταση που κινδυνεύει η Πίστη. Διότι λέγει «Λάλει και μη σιωπήσης» [Πράξ. 18, 9]. Και «Εάν υποχωρήση δεν ευδοκεί η ψυχή μου σ’ αυτόν» [Εβρ. 10,38]. Kαί «Αν αυτοί σιωπήσουν, οι λίθοι θα κράξουν» [Λουκ. 19, 40]. Ώστε όταν πρόκειται περί πίστεως, δεν είναι δυνατόν να πη κανείς «Εγώ ποιός είμαι; » 8.

Και αλλού γράφει: «Kατά τον καιρό τούτο που διώκεται ο Χριστός μέσω της Εικόνος του, οφείλει κάποιος να αγωνίζεται, όχι μόνον αν είναι υπέρτερος στο αξίωμα και τη γνώση, ομιλώντας και διδάσκοντας τον λόγον της Ορθοδοξίας, αλλά κι αν ακόμη ευρίσκεται σε θέση μαθητού, έχει χρέος να φανερώνει με θάρρος την αλήθεια και να ομιλή με ελευθερία. Δεν είναι λόγος εμού του αμαρτωλού, αλλά του θείου  Χρυσοστόμου μαζί με άλλους Πατέρας»9.

Ας ιδούμε, λοιπόν μόνον μερικά από τα πολλά ιστορικά συμβάντα για την προάσπιση της Ορθοδοξίας από λαϊκούς.  

3) Ιστορικές μαρτυρίες για την ενασχόληση του λαού της Εκκλησίας με τα θέματα Πίστεως

α. Ο Ευσέβιος, που μεταγενεστέρως έγινεν Επίσκοπος του Δορυλαίου

Ένας εκ των πρώτων που αντέδρασαν κατά του αιρετικού Πατριάρχου Νεστορίου, ο λαΐκός άνθρωπος Ευσέβιος, μετέπειτα επίσκοπος Δορυλαίου, δικαιώθηκε τελικώς από την Εκκλησία κατά την καταδίκην του Νεστορίου. Ο Ευσέβιος (όντας λαϊκός) είχεν αντιδράσει αμέσως (το 429), αντικρούοντας τον αιρετικό Πατριάρχη εντός της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο,«Επειδή αυτός [ο Νεστόριος] στη μέση της Εκκλησίας παρουσίαζε καινούργιες και βέβηλες διδασκαλίες, κάποιος άνδρας από τους πολύ επιεικείς, και όντας ακόμη μεταξύ των λαϊκών, αλλά έχοντας συγκεντρώσει μέσα του θαυμαστή παιδεία, κινημένος από θερμό και φιλόθεο ζήλο, φωνάζοντας εντόνως είπεν, ότι ο Ίδιος ο προαιώνιος Λόγος υπέμεινε και δεύτερη γέννηση, δηλαδή, κατά την ανθρώπινη φύση, και από γυναίκα· και ενώ στα πλήθη γινόταν θόρυβος γι΄ αυτά και οι μεν περισσότεροι και συνετοί τον ετιμούσαν με μεγάλους επαίνους, ως ευσεβή και συνετώτατο και γνώστην της ορθότητος των δογμάτων, ενώ οι άλλοι ήταν λυσσασμένοι εναντίον του, αυτός [ο Νεστόριος] διακόπτει και αμέσως αποδέχεται εκείνους τους οποίους και κατέστρεψε με τη διδασκαλία του, στρέφει δε την γλώσσα του εναντίον εκείνου [του Ευσεβίου], που  δεν ανέχθηκε τα λόγια του, αλλά και εναντίον των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μας θεσμοθέτησαν τον ευσεβή Όρο της Πίστεως, την οποίαν έχομεν ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία, καθώς έχει γραφή [ Εβρ. 6, 19]»10.

Αμέσως μετά ο Ευσέβιος τοιχοκόλλησε στο Ναό της Αγίας Σοφίας και διέδωσε δημόσιο γραπτό λίβελλο – έλεγχο της αιρέσεως του Πατριάρχη με την παρακίνηση:«Ορκίζω στην Αγίαν Τριάδα αυτόν που λαμβάνει αυτό το χαρτί, να το παρουσιάση σε επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, αναγνώστες, λαϊκούς που κατοικούν την Κωνσταντινούπολι, κι ακόμη να τούς δώση και αντίγραφο, προς έλεγχο του αιρετικού Νεστορίου, ότι είναι ομόφρων του Παύλου του Σαμοσατέως που αναθεματίσθηκε πριν από εκατόν εξήκοντα έτη από τους ορθοδόξους Πατέρες Επισκόπους. Και αυτά που λέχθηκαν και από τις δύο πλευρές έχουν ως εξής…»11.

Αργότερα, ο ίδιος αυτός Ευσέβιος, ως Επίσκοπος πλέον του Δορυλαίου, πρωτοστάτησε μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχην ΚΠόλεως και στην αντιμετώπιση του αιρεσιάρχη Ευτυχούς, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τον μονοφυσιτισμό, και μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν υπέστη διωγμούς μετά τη μονοφυσιτική και ληστρική σύνοδο της Εφέσου (449 μ.Χ.). Γράφει σχετικώς ο Θεοφάνης ο Ομολογητής και Χρονογράφος: «ο προαναφερθείς Ευσέβιος ο σχολαστικός, που πρώτος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, αφού προήχθη στην Επισκοπή του Δορυλαίου, συζητώντας με τον Ευτυχή τον Αρχιμανδρίτη σχετικώς με την πίστη, τον ευρήκε να μη φρονή ορθώς. Και αφού τον παρεκάλεσε πολύ και τον παρήνεσε, δεν μπόρεσε να τον ωφελήση. Τότε ο Ευσέβιος ανέφερε τα σχετικά με αυτόν στον Επίσκοπο Φλαβιανό» 12 κ.λπ.

β.Λαϊκοί που ομολόγησαν και εδιώχθησαν από τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο.

Από επιστολή του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου προς τον Νεστόριο πληροφορούμαστε, ότι πολλοί Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι -όπως είπαμε-αντέδρασαν στην αίρεση του Πατριάρχη τους Νεστορίου, υπέστησαν διωγμούς και ακοινωνησία από τον αιρετικό Πατριάρχη. Γράφει ο Πάπας προς τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Νεστόριο: «Ακούω, ότι οι κληρικοί εκείνοι που φρονούν όπως η Καθολική [Ορθόδοξος] Εκκλησία, με τους οποίους εμείς κοινωνούμε, υπομένουν βία μεγίστη, τόσον ώστε να λέγεται ότι έχουν αποκλεισθή και έξω από την Πόλη. Χαίρομεν, διότι εκέρδισαν το έπαθλο της ομολογίας, αλλά λυπούμεθα που ο διώκτης είναι Επίσκοπος. Ο μακάριος απόστολος Παύλος από διώκτης μετηλλάγη σε κήρυκα· τώρα είναι μέγιστο ασέβημα από κήρυκα να μεταλλαγή κανείς σε διώκτη»13.

Μετά από τοπική Σύνοδο της Αλεξανδρείας όπου καταδικάστηκε η καινοφανής διδασκαλία του Νεστορίου ως αίρεση (430 μ.Χ.), ο Άγιος Κύριλλος έγραψε γράμμα στους απλούς πιστούς της ΚΠόλεως, ενθαρρύνοντάς τους να απόσχουν από την κοινωνία με τον Νεστόριο, αν αυτός δεν μετανοήσει· εκείνους που αυτός (ο Νεστόριος) είχε αποκόψει από την κοινωνία μαζί του, ο Άγιος Κύριλλος τους θεωρούσε ως κανονικώς ευρισκομένους σε κοινωνία με την Εκκλησία. Γράφει ο Άγιος σε επιστολή του στους Κωνσταντινουπολίτες «διατηρήστε τους εαυτούς σας ασπίλους και αμώμους, μήτε κοινωνώντας με τον προαναφερόμενο, μήτε προσέχοντάς τον ως διδάσκαλον, αν παραμείνη λύκος αντί ποιμένος και προτιμήση και μετά από αυτήν μας την υπόμνησι να φρονή τα διεστραμμένα.Εμείς δε κοινωνούμε με τους κληρικούς ή λαϊκούς οι οποίοι χάριν της ορθής Πίστεως χωρίσθηκαν ή καθαιρέθηκαν από αυτόν, και δεν επικυρώνουμε την άδικη ψήφο εκείνου, αλλά μάλλον επαινούμε τους πάσχοντας, λέγοντας προς αυτούς εκείνο «εάν ονειδίζεσθε εν Κυρίω, είσθε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δυνάμεως και του Θεού έχει αναπαυθή πάνω σας» [Α΄ Πέτρου 4, 14]»14.

γ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ων ακόμη αξιωματούχος στο Χαλιφάτο της Δαμασκού, και ενώ είχε εκσπάσει η εικονομαχία στην ΚΠολη, έγραψε περί το 730 μ.Χ. λόγους κατά της Εικονομαχίας, οι οποίοι έκαναν πολλή ζημία στην αίρεση.Καθώς λέγει ο Βίος του, αφού ο άγιος Ιωάννης επλήσθη με ζήλο, ως ο Προφήτης Ηλίας, «στους Ορθοδόξους εκείνους που τον εγνώριζαν αποστέλλει λόγους σε μορφή επιστολών υπέρτης προσκυνήσεως των σεβασμίων Εικόνων, αποδεικνύοντας στο έπακρο, με πολλή σοφία, ότι είναι απαραίτητη η προσκύνηση των θείων εκτυπωμάτων [Εικόνων]. Και παρήγγειλε σε εκείνους να λέγουν τα παρόμοια και προς άλλους και να δείχνουν τις επιστολές του. Και με όλους τους τρόπους έσπευδε ο νέος αθλητής της αληθείας, σαν μέσω κάποιου κύκλου, να κυκλοφορούν οι επιστολές του από χέρι σε χέρι στους πιστούς, και να δυναμώνη η Ορθοδοξία».  Έτσι εξυφάνθηκε από τον αιρετικό Αυτοκράτορα της ΚΠόλεως Λέοντα Γ’ συκοφαντία κατά του Αγίου Ιωάνου με αποτέλεσμα ο Ιωάννης να τιμωρηθή αδίκως από τον Χαλίφη, ως επίδοξος στασιαστής και επίβουλος της αραβικής κυριαρχίας και να του αποκοπή η δεξιά χείρα. Μετά τη θαυματουργό θεραπεία του από την ιερά Εικόνα της Παναγίας ο Άγιος εγκατέλειψε τη θέση του και εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα15.

δ. Οι Δέκα Μάρτυρες της Χαλκής Πύλης εναντίον της Εικονομαχίας, εορταζόμενοι στις 9  Αυγούστου.

Το Συναξάριον της 9ης Αυγούστου, μνημονεύει την εορτή των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, οι οποίοι υπέστησαν Μαρτύριον χάριν της Εικόνος του Σωτήρος Χριστού της τοποθετημένης στην Χαλκή Πύλη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι εννέα πρώτοι από τους δέκα αυτούς Αγίους, Ιουλιανόν, Μαρκιανόν, Ιωάννην, Ιάκωβον, Αλέξιον, Δημήτριον, Φώτιον, Πέτρον, Λεόντιον και Μαρίαν την Πατρικίαν, έλαβαν μέρος στην αντίστασι που το πλήθος εκδήλωσε εναντίον του Στρατού, όταν ένας αξιωματικός (σπαθάριος) προσπάθησε να κατεβάσει την ιερά Εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη, επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου το έτος 730 μ.Χ. μετά την υπογραφή εικονομαχικού διατάγματος16. Μετά από οκτώ μήνες φυλάκιση και φρικτές βασάνους οι Άγιοι εκτελέστηκαν χάριν της Ορθοδοξίας μαζί με την αγία Μαρία την Πατρικία17.

4) Οι ιεροί Κανόνες  επιτρέπουν και ενθαρρύνουν  την αντίδραση των λαϊκών σε αιρετικούς (ψευδο)-ποιμένες

Το πλέον εύλαλο κείμενο για το δικαίωμα προασπίσεως της Πίστεως από τους πιστούς, ακόμη και εναντίον των Επισκόπων, όταν οι Επίσκοποι μέσω της αιρέσεως αποκαλύπτονται ως «ψευδ-επίσκοποι» και «ψευδο-ποιμένες», αποτελεί ο περιώνυμος15ος ιερός Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Α΄ Φωτιανής) του έτους 861 μ.Χ. η οποία Σύνοδος θεωρείται ισόκυρος με τις Οικουμενικές Συνόδους. Ο ιερός αυτός Κανών, αφού επισημάνει πώς πρέπει οι Χριστιανοί να αντιδρούν σε ενδεχόμενες παρεκτροπές του Επισκόπου της περιοχής τους, τελειώνει με την εξής διευκρίνηση: «Όποιοι λόγω κάποιας αιρέσεως κατηγορημένης από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες χωρίζουν τους εαυτούς τους από τον Πρόεδρο (της Εκκλησίας, τον Επίσκοπο), δηλαδή όταν εκείνος κηρύττη δημοσίως την αίρεσι και τη διδάσκει στην Εκκλησία «με γυμνήν την κεφαλήν», αυτοί όχι μόνον δεν υπόκεινται σε κανονικά επιτίμια προ συνοδικής διαγνώμης, επειδή αποτειχίζουν τον εαυτό τους από την κοινωνία προς τον καλούμενον Επίσκοπο, αλλά θα αξιωθούν και της αρμοζούσης τιμής από τους Ορθοδόξους. Διότι κατηγόρησαν όχι Επισκόπους, αλλά ψευδ-επισκόπους και ψευδο-διδασκάλους, και δεν κατακομμάτιασαν την ένωσι της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά εμερίμνησαν να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από σχίσματα και διαμερισμούς» 18.

Υπάρχουν και άλλοι σχετικοί Κανόνες και ερμηνείες κανονολόγων (θα τους δούμε σε ειδική ενότητα).

5) Η επιβεβαίωση της Πίστεως του Επισκόπου από τους λαϊκούς

Πολύ ορθώς επισημαίνει ο πολύς θεολόγος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ότι ναί μεν ο Επίσκοπος δεν διδάσκει την Πίστη βάσει εξουσιοδοτήσεως και υποδείξεων του ποιμνίου του, δηλ. του πιστού λαού, αλλά ούτε πάλι μπορεί να λέγει ο,τιδήποτε θέλει, διότι «μέσα στην Εκκλησία, «προσωπικές γνώμες» δεν πρέπει ούτε και μπορεί να υπάρχουν»19Λοιπόν ο Επίσκοπος καλείται και περιορίζεται στο να εκφράσει την δια των αιώνων καθολική εμπειρία της Εκκλησίας. Αν δεν έχη «συσσωματωθεί» εν Αγίω Πνεύματι σ’ αυτήν την εμπειρία, πράγμα που φαίνεται και στη διδασκαλία του, Ιδού, θα υποστή πρεπόντως και δικαίως την αντίδραση του Ποιμνίου. Πώς έχουν ακριβώς τα λόγια του π. Γ. Φλωρόφσκυ: «… ο επίσκοπος πρέπει ν΄ αγκαλιάση μέσα του όλη του την Εκκλησία· πρέπει να εκδηλώση, να φανερώση την εμπειρία και την πίστι της. Δεν πρέπει να ομιλή αφ’ εαυτού αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας, «ex consensu ecclesiae».[…] Την πλήρη ικανότητα να διδάσκη δεν την έχει λάβει ο επίσκοπος από το ποίμνιό του, αλλά από το Χριστό, μέσω της Αποστολικής διαδοχής. Αλλ’ η πλήρης αυτή ικανότης, που έχει δοθή σ’ αυτόν, είναι ικανότης του να φέρη τη μαρτυρία της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Περιορίζεται από την εμπειρία αυτήν.Επομένως, σε ερωτήματα περί πίστεως, ο λαός πρέπει να κρίνη ανάλογα με τη διδασκαλία του. Το καθήκον της υπακοής παύει να ισχύη, όταν ο επίσκοπος ξεφεύγη από το καθολικό πρότυπο, οπότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση ακόμη και να τον καθαιρέση»20.

Για το λόγο τούτο η απάντηση των Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο τον 9ο, το 1848, διεκήρυξε τη σημασία του ρόλου των λαϊκών στην διατήρηση της Πίστεως της Εκκλησίας : «σε μας, ούτε Πατριάρχες, ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν νέα [δόγματα και έθη], διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά τουαιωνίως αμετάβλητο και ομοειδές με αυτό των πατέρων του»21.

Ερμηνεύοντας αυτή την απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848, όπου επισημαίνεται ο ρόλος των λαϊκών στη διαφύλαξη της πίστεως, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ παρατηρεί «Το όλο σώμα της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να επαληθεύη, η, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, το δικαίωμα, και όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά το καθήκον της «επιβεβαιώσεως». Μ’ αυτήν την έννοια οι Πατριάρχες της Ανατολής έγραφαν στη γνωστή Εγκύκλιο επιστολή του 1848 ότι «ο λαός ο ίδιος από μόνος του υπήρξεν ο υπερασπιστής της θρησκείας»»22.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α. Έπαινος μιας ομολογητρίας από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.

Κατά την διάρκεια της εικονομαχίας ανεδείχθησαν μάρτυρες και ομολογητές της Πίστεως μεταξύ των ορθοδόξων λαϊκών. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γράφοντας επιστολή στη διωκομένη αξιωματούχο (Πατρικία) Ειρήνη, την παρηγορεί και την ενθαρρύνει με τα εξής λόγια:

«Ποιός δεν γνωρίζει από τους ομολογητές ότι και συ συν-ομολόγησες; Πού δεν ακούστηκε, ότι υπάρχει και μια συγκλητική μεταξύ των μαρτύρων; Σε εθαύμασαν τα τάγματα των Μοναχών και σε επήνεσαν οι συνάξεις των λαϊκών. Αλλά, τί αξία τάχα έχουν αυτά; Τα ίδια τα τάγματα των αγγέλων και των αγίων ευφράνθηκαν χάρις εις σε. Και μη νομίσης, ότι είναι κολακεία τα λόγια μου. Βλέπε, μάρτυς Χριστού, πόσον έχεις τιμηθή, πόσον έχεις υψωθή: σύγκρινέ  μου πηλό και χρυσό: τόσο πιο μεγάλο και πολύ περισσότερον είναι από το επίγειο αξίωμα που εγκατέλειψες, το επουράνιο αξίωμα που σού δωρήθηκε τώρα από τον Θεόν, δηλαδή το να αποκαλείσαι μάρτυς του Χριστού,  ομολογητής της αληθείας».

«Δια τούτο σού υπενθυμίζω να μη ξεφύγης καθόλου από την ένστασι, συ που έχεις στηριχθή πάνω στην ασάλευτη πέτρα της Ορθοδοξίας, μήτε να γίνης ευκολο-πτόητη και διχόγνωμη, εξ αιτίας των πτώσεων [στην αίρεσι] είτε λαϊκών είτε μοναστών και όσων νομίζουν ότι είναι κάτι, η γενικώς οποιουδήποτε άλλου. Αυτοί είναι ψευδάδελφοι, ψευδαπόστολοι, που έχουν μόρφωσιν  ευσεβείας, αλλά έχουν αρνηθή τη δύναμί της [Β΄Τιμ. 3, 5]. Πολλοί δοκησίσοφοι και «αρχιεροφανείς» [φαινομενικοί αρχιερείς] και «αγιόδοκοι» [φαινομενικοί άγιοι] νικήθηκαν  στις παλαιές γενεές· αντιθέτως, έλαμψαν ως φωστήρες εν τω κόσμω [Φιλιπ. 2, 15] ολίγοι και αληθινοί σοφοί, οι οποίοι διαβιούν με φόβο Θεού, επειδή αρχή σοφίας είναι το να βοβήται κάποιος τον Κύριο [Ψαλμ. 110, 10], μολονότι δεν έχουν θεωρηθή και σπουδαίοι, επειδή ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, αλλά ο Θεός στην καρδιά»23.

β. Η αγωνιστική ομολογία των λαϊκών μέσα στους διωγμούς από τους αιρετικούς ελέγχει και κατακρίνει την απραξία πολλών Μοναχών

Πολλά θα μπορούσε κανείς να πεί και εδώ. Εμείς εκλέγουμε μόνο κάτι ενδεικτικό από τον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, προς τον φίλο του Ηγούμενο Θεόφιλο σχετικά με τη «μοιχειανική αίρεση», δηλ. την εκκλησιαστική ανοχή προς τον παράνομο (μοιχικό) γάμο του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και την μετά ταύτα συνοδική αθώωση του («μοιχοζεύκτου») Ηγουμένου Ιωσήφ που ετέλεσε τον παράνομο (μοιχικό) γάμο.

«Επειδή λοιπόν εξήλθε με Σύνοδο εις το εμφανές η αιρετική ασέβεια, πρέπει και η ευλάβειά σου μαζί με όλους τους Ορθοδόξους να εκφράζεται με θάρρος, με το να μη κοινωνή με τους κακοδόξους, μήτε να μνημονεύη κανένα από αυτούς που παρευρέθησαν στη μοιχοσύνοδο ή ομοφρονούν με αυτήν. Και βεβαίως είναι δίκαιον, όσιε πάτερ, αφού είσαι σε όλα θεόφιλος, όπως δηλώνει και το όνομά σου, να αγαπάς τον Θεόν και σ’ αυτό. Διότι ο Χρυσόστομος με έντονη και εκτενή  φωνή εχαρακτήρισε ως εχθρούς του Θεού, όχι μόνον τους αιρετικούς, αλλά και όσους κοινωνούν μ’ αυτούς. Και εάν η δική σου σταθερότης δεν διασφαλισθή, ποιός λοιπόν θα σωθή; Και αυτός που με τη δύναμι του Θεού ωμολόγησε με παρρησία σαν άγιος πλήν ολοκληρωθή η αίρεσι, εάν τώρα, μετά την αίρεσι υποχωρήση, πώς κάποιος άλλος θα τολμήσει να πη «γρύ»;  

«Και εάν το μοναχικόν τάγμα δεν θα τα θεωρήση όλα σκύβαλα [σκουπίδια], εννοώ τα μοναστήρια και όλα τα γύρω από αυτά, πώς ο λαϊκός θα καταφρονήση την γυναίκα, τα τέκνα και τα λοιπά;» 24.

Είναι σαφές το δικαίωμα ή μάλλον η υποχρέωση των πιστών για την υπεράσπιση της Πίστεως. Σε άλλη ενότητα, Θεού θέλοντος, θα διαπραγματευθούμε και το θέμα της συμβολής των Μοναχών στα θέματα Πίστεως.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  • 1. Πρβλ. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι-Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας,Πατερικά 1, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 44.
  • 2.  Λόγος 27,  Θεολογικός 1, 3, PG 36, 13ε. (μεταγλώττιση).
  • 3. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β΄,  εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 2003, σελ. 376 (μεταγλώττιση).
  • 4. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, ένθ’ ανωτ., σελ. 43.
  • 5. Λόγος αποδεικτικός δεύτερος 18 και 28, εκδ. Π. Χρήστου τόμ. 1, 94. 103.
  • 6. Αρχιμανδριτου Γεωργίου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι.Μ. Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2000, σελ. 54.
  • 7. Μοναχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκδ. Σπηλιώτη, Θεσσαλονίκη (α.χ.), σελ. 61.
  • 8. Επιστολή (81) Παντολέοντι Λογοθέτη,  PG 99, 1321Α.Β (μεταγλώττιση).
  • 9. Επιστολή (2) Μονάζουσι, PG 99, 1120Β (μεταγλώττιση).
  • 10. Πεντάβιβλος Αντίρρησις κατά των Νεστορίου δυσφημιών 1, 5, PG 76, 41ε. (μεταγλώττιση).
  • 11. ACO Ι, 1, 1, 101 (μεταγλώττιση).
  • 12. Θεοφάνους, Χρονογραφία Α.Μ. 5940PG 108, 260B.261Β (μεταγλώττιση).
  • 13. Επιστολή Κελεστίνου Νεστορίω ACO 1,1,1,81 (μεταγλώττιση).
  • 14. ACO Ι, 1, 1, 113-114 (μεταγλώττιση).
  • 15. Ολόκληρος ο Βίος εν Ιωαννου Πατριαρχου Ιεροσολυμων, Βίος του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού, PG 94, 429-489. Το συγκεκριμένο περιστατικό, από την παράγραφο ΙΔ΄ (PG 94, 449Β) και εξής.
  • 16. Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Α΄, Αθήναι 1994, σελ. 774.
  • 17. Μηναίον του Αυγούστου, εν Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη «ΦΩΣ», εκδ. «ΦΩΣ», Αθήναι 19702, σελ. 101.
  • 18. Αγαπίου  Ιερομονάχου και Νικοδημου Μοναχου, Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, σελ. 292 (μετγαλώττιση).
  • 19. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. «Άρτος Ζωής», Αθήναι 1973, σελ. 208.
  • 20. Αυτόθι,σελ. 207.208.
  • 21. (§17), εν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σελ. 920.
  • 22. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, ένθ’ ανωτ., σελ. 207.
  • 23. Επιστολή (156) Ειρήνη Πατρικία, εν Theodori Studitae Epistulaeτόμ. Β΄,  εκδ. De Gruyter, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 31, Berlin 1992, σελ. 276.277 (μεταγλώττιση).
  • 24. Επιστολή (39) Θεοφίλω Ηγουμένω, PG 99, 1049Α.Β (μεταγλώττιση).
  • .impantokratoros.gr

ΟΙ ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΟΤΑΝ ΔΙΕΚΟΨΕ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ

1) Ο αοίδιμος επίσκοπος ενήργησε μεν μεμονωμένως (αναφερόμαστε στο Μάρτιο του 1970, Β Κυριακή των Νηστειών) (τον ακολούθησαν μετά ταύτα οι επίσης αείμνηστοι Φλωρίνης Αυγουστίνος και Παραμυθίας Παύλος, ενώ συμφώνως προς δημοσιεύματα της εποχής επρόκειτο να προβεί στη διακοπή του μνημοσύνου και ο επίσης κεκοιμημένος αγωνιστής της Ορθοδοξίας και φιλοπαραδοσιακός Μηθύμνης Ιάκωβος), πλην, όμως, στηρίχθηκε επί του οικοδομήματος των Θείων και Ιερών Κανόνων (ΙΕ΄ Κανών της ΑΒ΄ Συνόδου).
Ακουέτωσαν ταύτα κάποιοι εκκλησιαστικοί παράγοντες που ομίλησαν περί ΔΗΘΕΝ ακυρότητος των μυστηρίων των τελουμένων υπό επισκόπων που διακόπτουν τη μνημόνευση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
2) Οι σκανδαλώδεις αθηναγόρειες δηλώσεις διελάμβαναν ότι τα περί πρωτείου και αλαθήτου φρικώδη αιρεσιολογήματα των αιρετικών παπικών αποτελούν απλά και ασήμαντα εκκλησιαστικά έθιμα!!
3) Την ίδια εποχή (Μάρτιος 1970) ο τότε Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζής (πνευματικός πατήρ του νυν πατριάρχου Βαρθολομαίου) από τον άμβωνα του καθεδρικού ναού Αθηνών εξεφώνησε την Κυριακή της Τυρινής ένα επιεικέστατα τρισάθλιο κήρυγμα που προκάλεσε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ σωρεία σφοδρών αντιδράσεων από την πλευρά επισκόπων, καθηγητών Πανεπιστημίου των Θεολογικών Σχολών (καμία σχέση με τους σημερινούς, πλην ολίγων και επαινετέων εξαιρέσεων, υπηρέτες του οικουμενισμού και της εκκοσμικεύσεως), καθηγουμένων ιερών μονών, ιεραποστολικών αδελφοτήτων, επιστημόνων και πλήθους πιστών. Δυστυχώς το σκανδαλωδέστατο αυτό κήρυγμα προβάλλεται από «ορθόδοξα» ιστολόγια και ιστοτόπους ιερών μητροπόλεων…
Στην πρωτοπορεία των σχετικών αντιδράσεων βρέθηκαν οι μακαριστοί Φλωρίνης Αυγουστίνος, Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, Παραμυθίας Παύλος και Παροναξίας Επιφάνιος (υπέβαλαν μηνητύριο αναφορά στην τότε ΔΙΣ) καθώς και οι π. Φιλόθεος Ζερβάκος (υπέβαλε μηνυτύριο αναφορά κατά των Αθηναγόρα, Μελίτωνα και Αμερικής Ιακώβου), Παναγιώτης Τρεμπέλας, Κωνσταντίνος Μουρατίδης (υπέβαλε μήνυση στην τότε ΔΙΣ), π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και άλλοι.
4) Μήπως τη θέση του Μελίτωνα Χατζή έχουν καταλάβει «πρώτος και καλλίτερος» ο Ιωάννης Ζηζιούλας και «δεύτερος και πολλά υποσχόμενος» ο Ελπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης;
5) Πού η εφάμιλλη των προαναφερθέντων ιεραρχών ευαισθησία επί ζητημάτων νοθεύσεως του Ορθοδόξου Δόγματος και Ήθους από την πλευρά των σημερινών επισκόπων; Αντί για μηνυτήριες αναφορές και διακοπή μνημοσύνου αβρότητες, χαριεντισμοί, υποδοχές μετά τιμών του σκανδαλοποιού πατριάρχη και συλλείτουργα με τον ίδιο και τον Προύσσης από τη μεριά φιλοπαραδοσιακών, κατά τα άλλα, επισκόπων! Και μη χειρότερα!

 ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΝΑΝΗΣ

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ